Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

ΣΤΟ ΠΡΩΤΑΤΟΝ

ΣΤΟ ΠΡΩΤΑΤΟΝ 


      Ο «δίκην σελήνης λάμψας» Πανσέληνος παραμένει ένας από τους πιο εκφραστικούς αγιογράφους της Ορθοδοξίας, ο οποίος «ὑπερηκόντισε καὶ κατεκάλυψε μὲ τὴν θαυμαστὴν τέχνην του ὅλους τοὺς παλαιοὺς καὶ νέους ζωγράφους» (Διονύσιος ὁ ἐκ Φουρνᾶ). Τα έργα του κοσμούν το εσωτερικό του ναού του Πρωτάτου. Εισερχόμενος στον ιστορικό Ναό, ατενίζεις πρόσωπα περιβλημένα το αριστοκρατικό ήθος, την απόκοσμη επισημότητα, τη στοχαστική και απροσποίητη ευγένεια. Τα σώματα διαγράφονται ανάλαφρα με άϋλη φωτεινότητα· δεν είναι «σάρκες» αλλά ουσία σωματική εξαγιασμένη. Οι μορφές του δεν έρχονται από τον κόσμο των ιδεών, αλλά από τον κόσμο του πνεύματος. Και χωρίς να είναι λιπόσαρκες –μάλιστα στο κέντρο της μοναστηριούπολης– εκφράζουν, με υποβλητική δύναμη και συμπυκνωμένη εκφραστικότητα, την πνευματική ευωχία, το θείο όλβο, τη θεωρητική πανδαισία. Στα πρόσωπά τους εξεικονίζεται η μέθεξη θείων ενεργειών· οι στάσεις τους ιστορούν, με δυναμικό και ρωμαλέο τρόπο, δονούμενο το επικό μεγαλείο, την αφηγηματική ένταση, τη θεωρητική έξαρση. Είναι «οἱ κεκλημένοι εἰς τὸ δεῖπνον τοῦ γάμου τοῦ Ἀρνίου» (Ἀποκ. ιθ΄ 19). Ο διάλογος του σκιόφωτος γίνεται μυσταγωγία, ενέργεια μυσταγωγική, που αντανακλάται με πνευματικής φύσεως κραδασμούς στις πτυχώσεις των ενδυμάτων και τα πρόσωπα, όπου τα φώτα, ο προπλασμός, κι ένα ερύθημα των παρειών δίνονται σε αμέτρητες χρωματικές μεταβάσεις με πινελιές αυθόρμητες, τονίζοντας τη διαφάνεια και την ευαισθησία των μορφών. Κι αυτοί οι πολύχρωμοι παλμοί, αυτή η δυναμική του χρώματος και του σχεδίου και οι δημιουργούμενες αντιθέσεις των μαλακών χρωμάτων, σε χώρους απλωμένους, δημιουργούν την εντύπωση ότι βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα ουράνιο τόξο, αντανακλώμενο της πνευματικότητας του πρώιμου ησυχασμού· έτσι το έργο, από την άποψη αυτή, με τη μοναδικότητά του, αποκτά οικουμενικές διαστάσεις. Η πλούσια χρωματική γκάμα του Μανουήλ, κυρίως η μετάβαση του πράσινου σε ρόδινο, προμηνά τον εμπρεσσιονισμό, αιώνες πριν. 


      Ο ένθρονος Χριστός στο δεξιό χωρό του Πρωτάτου. Πρόσωπο–αρχέτυπο που εκφράζει τη θεανδρική υπόσταση με επιβλητική μεγαλοπρέπεια, όχι όμως απρόσιτη στον πιστό. Ο Χριστός «εὐόφθαλμος καὶ ἐπίρρις» (Νικηφ. Κάλλιστος), σε μετωπική θέση, κάθεται επιβλητικά σε θρόνο. Με το δεξί χέρι ευλογεί και με το αριστερό κρατά το ιερό Ευαγγέλιο ανοιχτό: «Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾷος εἰμι…». Η ελαφρά, ανεπαίσθητη σχεδόν, προς τα δεξιά κλίση του σώματός Του μειώνει την αυστηρότητα, δημιουργώντας κλίμα οικειότητας και παρρησίας. Στην αρμονική αυτή σύνθεση, παρασταίνεται με περιγραφική λιτότητα μια μορφή βαθύτατα εκφραστική.


     Τα μάτια του Κυρίου, δύο στίγματα μαύρα, ατενίζουν διεισδυτικά, όχι όμως και χωρίς μειλιχιότητα, ενώ τονίζουν με δύναμη τα βαθιά αισθήματα του θείου Προσώπου. Κόμη αρρενωπή, μέτωπο ευρύ, γένι λεπτό. Η όλη μορφή, γεμάτη κυριαρχική εξουσία, μαρτυρεί ακριβώς τον «ἐξουσίαν ἔχοντα» Κύριο (Λουκ. ιβ΄ 5), τον Κριτή του παντός, αλλά, ταυτόχρονα, και τον «καλὸν ποιμένα» (Ιω. ι΄ 11), τον Σωτήρα του κόσμου. Αναλογιζόμενος τη θεία Παντοκρατορία, αναρωτιέσαι, την ώρα που η φαντασία αδρανεί και ο νους βρίσκεται σε εκστατική κατάσταση: «Ὁ ἀχώρητος παντὶ πῶς ἐχωρήθη» στα πλαίσια μιας τοιχογραφίας; 


      Αξίζει να αναφερθεί και το κλασικό έργο του Μανουήλ, «ὁ Ἀναπεσών». Το θέμα που έχει για βάση την προφητική ευχή του Ιακώβ προς τον γιο του Ιούδα. Όπως είναι γνωστό, η προφητεία αυτή έχει αναφορά στο πρόσωπο του Κυρίου, και όχι σε κοινό θνητό: «σκύμνος λέοντος Ἰούδα· ἐκ βλαστοῦ, υἱέ μου, ἀνέβης· ἀναπεσὼν ἐκοιμήθης ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος· τίς ἐγερεῖ αὐτόν;» (Γεν. μθ΄ 9). Στο έργο αυτό ιστορείται ένα νήπιο να αναπαύεται με πολλή χάρη και ευγένεια. Το βαθύ και μεγάλο κεφάλι του «ἐν ᾧ εἰσι πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι» (Κολ. β΄ 3) στηρίζει με το δεξί του χέρι. Το ευρύ μέτωπό του, εκφράζει την παντοδυναμία· οι ροδαλές παρειές του, τη βασιλική καταγωγή του και την ισχυρή θέλησή του· το τονισμένο πηγούνι του, τη μεγάλη δύναμή του. Τα μάτια του, όπου μέσα τους αποτυπώνεται το πλήρωμα της συνέσεως (πρβλ. Λουκ. β΄ 47), μας βεβαιώνουν, ότι το Παιδίον μάς γνωρίζει καλά και δεν μπορούμε με κανένα τρόπο να κρυφτούμε από την εποπτεία των οφθαλμών Του. 


      Γενικά, όλες οι μορφές, στον πρωτατινό διάκοσμο, εκφράζουν την ορμή και την κινητικότητα: οι άγιοι Μάρτυρες, έτοιμοι να ριχτούν στη μάχη· οι Όσιοι, να παλεύουν όχι «πρὸς αἷμα καὶ σάρκα», αλλά «πρὸς τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας» (Εφ. στ΄ 12)· οι Άγγελοι, να συγχορεύουν με τους πιστούς ευαγγελιζόμενοι· οι Ιεράρχες, να πορεύονται δυναμικά προς τον γνόφο της αποφατικής θεολογίας και γνώσης. Οι πτυχές των ενδυμάτων τονίζουν πόδια δυνατά, που πατούν στη γη με βεβαιότητα και σιγουριά, ενώ στο πρόσωπο αποτυπώνεται η μακαριότητα του «εὐρόντος». 


[Δωροθέου Μοναχού: «Το Άγιον Όρος (Μύηση στην Ιστορία και τη ζωή του)», τόμ. Α΄, μέρος 3ο, κεφ. VIIIΗ αγιογραφία»), σελ. 487–490 και 496–497, εκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη 1987.] 






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου