Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

Η ΦΛΑΜΟΥΡΙΑ ΤΗΣ ΑΥΛΗΣ ΜΑΣ


Η ΦΛΑΜΟΥΡΙΑ ΤΗΣ ΑΥΛΗΣ ΜΑΣ


     Πόσο μεγάλωσε στ’ αλήθεια η φλαμουριά στην αυλή μας! Σίγουρα είναι πάνω από δέκα με δεκαπέντε χρόνια που τη φύτευσε η μάνα μας ήσυχα και αθόρυβα, με χαρά και μεράκι. Σαν αντίποινα για ’κείνη τη μεγάλη τη φλαμουριά που έχασε άδικα των αδίκων η γειτονιά μας, όταν ξεπατώθηκε φρικτά, γιατί, λέει, σήκωνε και χάλαγε το φράχτη της συγχωρεμένης της κυρα-Κούλας. Σκέτο έγκλημα για τη μάνα ο χαμός ενός δέντρου. Δεν μπορούσε να το δεχτεί, να το «κρεοσηνίσει» κατά τη θρακιώτικη έκφρασή της! Πένθος η αιφνίδια απουσία εκείνης της θεόρατης, βαθύσκιας φλαμουριάς. Ντάλα μεσημέρι, μέσα στον καύσωνα που βάραγε αλύπητα κι έλιωνε και τις πέτρες ακόμη, θυμάμαι, πήγαινες κάτω από τα κλαδιά της, έμπαινες μέσα στην παχύφυλλη αγκαλιά της, και αμέσως ένιωθες κι εγώ δε ξέρω πόσους καταρράκτες δροσιάς να πέφτουν κατά πάνω σου. Ένα πράγμα απερίγραπτο! Η θέση της πάνω στο δρόμο, στο μικρό τσιμεντένιο πεζόδρομο, η δροσοβόλα σκιά της σε τράβαγε σα μαγνήτης. Ο ευώδης ίσκιος της ήταν το μόνο δώρο που κράταγε για σένα, για τον κάθε διαβάτη που περνούσε από εκεί. Έπαιρνες μια ανάσα, μια δροσιά και μια δύναμη και συνέχιζες μετά την περπατησιά σου. Η μάνα δεν άντεξε το εγκληματικό τσεκούρωμα και το σκληρό ξεπάτωμα της φλαμουριάς. Περισσότερο δεν άντεχε τις δικαιολογίες που λέγονταν σαν αφόρητες κενολογίες για τον απαράδεκτο αφανισμό της. Ο κόσμος όλος να χαθεί, το δέντρο δεν είναι να το χαλάσει κανείς ποτέ. Άνθρωποι που δεν σέβονται και δεν αγαπούν τα δέντρα, είναι ανάλγητοι και αλαφροΐσκιωτοι, ψυχικά ασθενείς, αυτό θεωρούσε και θεωρεί. Και μήπως δεν έχει δίκιο; Τη θυμάμαι που έφερε με μια παιδική βιάση μια μικρούλα τρυφερή φλαμουριά για να κάνει το πένθος και τη λύπη της δημιουργία και αναψυχή. Δεν είπε πολλά λόγια, τα παρέδωσε όλα τα μηνύματα στην ευγλωττία της πράξης. Το παράδειγμα να μιλάει, κι όλα τ’ άλλα είναι περίπου σαν ολόκληρο ψέμα ή σαν μισή αλήθεια. Τη φύτευσε όχι με τρανές τις ελπίδες για να ριζώσει και να υψωθεί. Δεν είχε πρόγραμμα, μελέτη και λογική, σκοπό και σχέδιο η όλη κίνηση. Μ’ έναν βλαστό τολμούσε την προοπτική της ζωής και ξεθύμανε τη σκιά της δενδροκτονίας. Τώρα, μετά από τόσα χρόνια, καμαρώνει όποτε κοιτάζει την αυλή: η φλαμουριά μεγάλωσε, απλώθηκε, δίνει κι αυτή ίσκιο και δροσιά στην αυλή. Στην ήσυχη νύχτα ακούς το αδιάκοπο θρόϊσμά της και ευφραίνεσαι μυστικά. Καταλαβαίνεις τη ψυχική και πνευματική αξία του να αγαπάς εμπράκτως τη φύση, τούτο τον μεγάλο ναό της θείας Παρουσίας. Η αυλή μας έγινε το μικρό της βασίλειο. Κάθε δειλινό ετοιμάζεται να πει το τραγούδι της. Το άρωμά της μεθυστικό τις νύχτες. Περιζώνει αθόρυβα το σπίτι και στέκεται τριγύρω σαν ένας ευγενής εισβολέας. Δεν παίρνει την άδειά σου για να ’ρθει στον χώρο σου, να υποβάλλει αναζωογονητικά τις αισθήσεις σου. Λες και γνωρίζει ότι η καρδιά μας την υποδέχεται με όλη την ευαρέσκεια των εγκάτων της. Από τ’ ανοιχτά παράθυρα εισέρχεται ανεμπόδιστα το ισχυρό ρεύμα της εκλεκτής ευωδιάς της σαν άλλο φυσικό θυμίαμα προς τον ακοίμητο Θεό. Οι νύχτες γεμίζουν ευωδία κι ευχαρίστηση, αναπόληση, στοχασμό και προσευχή. Τελικά, άνθρωποι του μόχθου, του κόπου, της καρτερίας και της θυσίας είναι αυτοί που αγαπήσανε δυνατά, απλά και ειλικρινά τη φύση, τη γη, τα ρυάκια, τα πουλιά, τα ζώα, εν προκειμένω τα δέντρα που κεντούν με τα κλαδιά τους τον ουρανό και, με την πολυεδρική ευεργεσία που σκορπούν αφείδωλα στη γη και το πνεύμα μας, προτρέπουν όλους μας στην ασίγαστη δοξολογία του Θεού· η παρουσία του Οποίου είναι κρυμμένη και υποδηλωμένη από το πιο μικρό και ταπεινό φυλλαράκι μέχρι τα υπαρξιακά φύλλα της βαθειάς και ανήσυχης καρδιάς του ανθρώπου, της εικόνας Του και της κορωνίδας της κτίσεώς Του.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ


ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ


     Περί τα μέσα του ΙΕ΄ αιώνα, ήταν φανερό σε κάθε αμερόληπτο παρατηρητή ότι το τέλος της πάλαι ποτέ ένδοξης Αυτοκρατορίας πλησίαζε. Το έδαφός της αποτελούσαν τώρα μονάχα η πόλη της Κωνσταντινούπολης, η ίδια μισοερειπωμένη και με πληθυσμό που διαρκώς ελαττωνόταν, λίγες πόλεις κατά μήκος των ακτών της Προποντίδας και του Εύξεινου Πόντου, στη Θράκη και τα νησιά Ίμβρος και Τένεδος, στην είσοδο των Δαρδανελίων. Μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας διατηρούσαν το Δεσποτάτο του Μορέως, που απλωνόταν τώρα σ’ ολόκληρη την Πελοπόννησο, εκτός από δυο ή τρία ενετικά φρούρια. Στην Ανατολή η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας του Μεγάλου Κομνηνού εξακολουθούσε να φυτοζωεί. Υπήρχαν ακόμη λίγες ασταθείς λατινικές ηγεμονίες στη Στερεά Ελλάδα, στα νησιά, η δε Ενετία και η Γένουα είχαν στην κατοχή τους διάφορα νησιά και μερικά λιμάνια στη Στερεά. Παντού αλλού, από το Δούναβη ως τα βουνά του Ταύρου, όλα είχαν περάσει στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων. Η οθωμανική αυτοκρατορία είχε ικανή και ισχυρή κυβέρνηση και ο οθωμανικός στρατός ήταν ο καλύτερος και ο πιο συγχρονισμένος στον κόσμο. Όταν, το 1451, ο οθωμανικός θρόνος περιήλθε σε έναν λαμπρό και φιλόδοξο νέο δεκαεννιά ετών, τον Μωάμεθ τον Β΄, δεν μπορούσε να αμφιβάλει ότι αυτός θα άφηνε τη Μεγάλη Πόλη να παραμένει σαν νησί εχθρικό μέσα στο κέντρο των κτήσεών του.

     Η ζωή ήταν αγωνιώδης στην πόλη που βρισκόταν κάτω από την Τουρκική απειλή. Οι φιλοσοφικές και θεολογικές συζητήσεις, που είχαν εξάψει τους Βυζαντινούς κατά τον προηγούμενο αιώνα, είχαν υποταχθεί τώρα στο επείγον πολιτικό ζήτημα: μπορούσε ακόμα να σωθεί η Αυτοκρατορία; Αλλ’ αυτή η περίπτωση περιλάμβανε ένα θρησκευτικό ζήτημα. Αν επρόκειτο να σωθεί η Αυτοκρατορία, αυτό θα μπορούσε να γίνει μόνο με βοήθεια απ’ έξω, βοήθεια δε απ’ έξω σήμαινε βοήθεια από τη Δύση, για την οποία το αντίτιμο ήταν η ένωση των εκκλησιών υπό τη Ρώμη.


     Στην υπέρτατη αυτή στιγμή της αγωνίας της αυτοκρατορίας η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως δεν μπορούσε να δώσει σημαντική βοήθεια στο λαό. Η επαρχιακή της διοίκηση είχε αποδιοργανωθεί από την τουρκική προέλαση. Τώρα, μέσα στην ίδια την Κωνσταντινούπολη η επίσημη πολιτική της ενώσεως είχε προκαλέσει χάος. Δεν υπήρχε Πατριάρχης. Ο τελευταίος κάτοχος του αξιώματος, Γρηγόριος Μάμμας, είχε καταφύγει στην Ιταλία. Όταν χήρευαν επισκοπές, ο αυτοκράτορας δεν εύρισκε κανέναν για να τις πληρώσει, κανέναν πρόθυμο να δεχθεί την ένωση. Ο κλήρος και ο λαός δεν έπαιρναν μέρος, δεν παρακολουθούσαν τις ιεροτελεστίες της Αγίας Σοφίας, ενώ συνέρρεαν στο μοναστήρι του Παντοκράτορος, όπου ο μοναχός Γεννάδιος, ο πρώην Γεώργιος Σχολάριος, εξαπέλυε μύδρους εναντίον της ενώσεως. Ήταν σωστό για τους Βυζαντινούς να επιδιώξουν να σώσουν τα σώματά τους με τίμημα την απώλεια της ψυχής τους; Για τον Γεννάδιο και τους φίλους του η Δύση ήταν τραγικά ανεπαρκής. Η Αγία Γραφή υποστήριζε ότι αργά ή γρήγορα θα ερχόταν ο Αντίχριστος σαν πρόδρομος του Αρμαγεδδών και του τέλους του κόσμου. Σε πολλούς Βυζαντινούς φαινόταν ότι ο καιρός πλησίαζε. Ήταν η στιγμή να εγκαταλείψουν την αγνότητα της Πίστεως;


     Ωστόσο, όταν ήρθε η κρίση, δεν υπήρξε άνδρας ή γυναίκα στην Κωνσταντινούπολη που δεν έσπευσε για την άμυνά της. Οι Δυτικοί σύμμαχοι ήσαν λίγοι, αλλά, είτε ήσαν Ενετοί είτε Γενουάτες, που το κυριότερο κίνητρό τους ήταν το ατομικό συμφέρον, είτε γενναίοι τυχοδιώκτες σαν τους αδελφούς Μποσκιάρτι ή τον Ισπανό Δον Φραγκίσκο του Τολέδου, ή ο κλήρος που ακολουθούσε τον καρδινάλιο Ισίδωρο, όλοι πολέμησαν με θάρρος ως τη μοιραία στιγμή, όταν ο ικανότερος απ’ όλους, ο Γενουάτης Τζιουστινιάνι, τραυματίστηκε θανάσιμα και εγκατέλειψε το πεδίο της μάχης. Οι Βυζαντινοί, παρ’ όλη τη ψυχική κατάπτωση που είχαν υποστεί από διάσπαρτους οιωνούς και διάφορες προφητείες, έχοντας ρεαλιστικά πλήρη επίγνωση ότι η Πόλη δεν μπορούσε να κρατήσει για πολύ και μερικοί απ’ αυτούς, πεπεισμένοι ότι τώρα πια με την τουρκική κατάκτηση θα τελείωναν μια και καλή τα προβλήματά τους, ρίχτηκαν ολόψυχα στον αγώνα. Γέροι και γυναίκες έρχονταν κάθε νύχτα για να επισκευάσουν τις καταστροφές του τείχους. Ακόμα και μοναχοί περιπολούσαν στα τείχη σαν φρουροί και, λησμονώντας τις αρχαίες παραινέσεις των Πατέρων, πήραν αδίστακτα τα όπλα κατά των επιδρομέων. Υπήρχε ζηλοτυπία και εχθρότητα μεταξύ των συμμάχων, μεταξύ των Ενετών και των Γενουατών, μεταξύ των ίδιων των Ελλήνων και μεταξύ Ελλήνων και Λατίνων γενικά. Αλλά οι φιλονικίες δεν εμπόδισαν ποτέ σοβαρά την άμυνα. Η υπερηφάνεια και η πίστη στον αυτοκράτορα ξεπερνούσαν τις διαφορές τους και την τελευταία νύχτα πριν από την τελική έφοδο, όλοι όσοι μπορούσαν να απουσιάσουν από τα τείχη, οποιαδήποτε κι αν ήταν η προσήλωσή τους, πήραν μέρος στην τελευταία Λειτουργία στη μεγάλη Μητρόπολη, για να προσευχηθούν για μια σωτηρία που όλοι ήξεραν ότι μόνο ένα θαύμα θα μπορούσε να προκαλέσει.

     Η αυτοκρατορία τελείωσε ένδοξα. Μόνον όταν διαδόθηκε στην Πόλη η είδηση ότι ο αυτοκράτορας είχε σκοτωθεί και ότι η σημαία του σουλτάνου κυμάτιζε πάνω στο ιερό Παλάτι, οι Έλληνες σταμάτησαν τον αγώνα και προσπάθησαν να προσαρμοσθούν, όσο καλύτερα μπορούσαν, σε μια ζωή πικρής αιχμαλωσίας που τους περίμενε κατά τα ανεξήγητα κρίματα του Θεού.

ΣΤΙΒΕΝ ΡΑΝΣΙΜΑΝ
(1903–2000)



[ Στίβεν Ράνσιμαν:
«Η Μεγάλη Εκκλησία
εν αιχμαλωσία»·
Τόμ. Α΄, Κεφ. 7ο,
σελ. 324–327.
Μετάφραση:
Νικολ. Κ. Παπαρρόδου.
Σημειώσεις–Λεζάντες:
Μιχ. Μπεργαδή.
Εκδόσεις «Μπεργαδή».
Αθήνα, 2000.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 28 Μαΐου 2019

ΟΣΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ


ΟΣΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ


     Ο όσιος πατήρ ημών Ανδρέας ήταν σκλάβος σκυθικής (σλαβικής) καταγωγής που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη στην υπηρεσία ενός πρωτοσπαθαρίου (αξιωματικού της αυτοκρατορικής φρουράς) [1]. Πρόκοψε γρήγορα στα ιερά και θύραθεν γράμματα και προκαλούσε τον θαυμασμό του περίγυρού του με τις γνώσεις του. Μια νύχτα, ενώ προσευχόταν, είδε με τρόμο έναν στρατό Αιθιόπων έτοιμο να αντιμετωπίσει μία ομάδα λευκών ανθρώπων. Ο ίδιος κλήθηκε να μονομαχήσει με το πρωτοπαλίκαρο των βαρβάρων και, αφού τον νίκησε, σε ανταμοιβή έλαβε από έναν άγγελο τρεις «αχράντους στεφάνους», ενώ ο Χριστός, παρουσιαζόμενος με τη μορφή ενός νέου άνδρα, του έλεγε: «Τρέχε τον καλόν αγώνα γυμνός και γίνε σαλός για Μένα, ώστε να αξιωθείς τη Βασιλεία των Ουρανών!». Με το πρώτο φως της ημέρας, υπακούοντας στη θεία εντολή, ο Ανδρέας ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του διά Χριστόν Σαλού καταξεσχίζοντας με ένα μαχαίρι τον χιτώνα του και βγάζοντας κραυγές που κατατρόμαξαν το σπίτι. Ο αφέντης του, θεωρώντας τον κυριολεκτικά δαιμονισμένο, πρόσταξε να τον πάνε στον ναό της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας [22 Δεκ.] και να τον αλυσοδέσουν εκεί. Περνούσε τις μέρες του στον τόπο εκείνο υποκρινόμενος τον παράφρονα με κάθε είδους εκκεντρικότητες και μυστικά προσευχόταν όλη νύχτα, στερεωμένος στην οδό αυτή με ένα όραμα από την αγία Αναστασία. Μια νύχτα, δέχθηκε την επίθεση πλήθους δαιμόνων. Μόλις όμως επικαλέστηκε την αρωγή του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, ο άγιος φανερώθηκε μέσα σε βροντή, διασκόρπισε τους δαίμονες με την αλυσίδα που τον κρατούσε δεμένο και του υποσχέθηκε τη βοήθειά του στους αγώνες που τον περίμεναν.

     Σε ένα άλλο νυχτερινό όραμά του κλήθηκε να υπηρετήσει έναν βασιλιά στο παλάτι του, όπου του έδωσαν να φάει χιόνι το οποίο μεταμορφώθηκε σε ουράνια ευωδία. Κατόπιν, του προσέφεραν πικρούς καρπούς –σύμβολα της στενής οδού που επρόκειτο να ακολουθήσει– και στη συνέχεια του δόθηκε μια εξαίσια τροφή που του χάρισε θεία έκσταση.

     Αφού έμεινε τέσσερα χρόνια δέσμιος στην εκκλησία, ο Ανδρέας ελευθερώθηκε και άρχισε να συμπεριφέρεται δημόσια μιμούμενος τον άγιο Συμεών τον Σαλό [2]. Ενώ, όμως, ο Συμεών χρησιμοποιούσε τη σαλότητα υπό μορφή ειρωνείας και χλευασμού με σκοπό να αφυπνίσει τους αμαρτωλούς και να τους αποσπάσει από τις μάταιες ηδονές του κόσμου, ο όσιος Ανδρέας, «παίζων» και «εμπαίζων», προσφερόταν μάλλον αυταπαρνητικά στην περιφρόνηση και στην κακομεταχείριση του σκληρού και πονηρού κόσμου, μιμούμενος κατά πάντα τον Χριστό, προκειμένου να αποκαλύψει το μεγαλείο και την υπεροχή της σοφίας του Σταυρού έναντι της εφάμαρτης μωρίας της άθεης και υποκριτικής κοινωνίας των αφώτιστων ανθρώπων (Α΄ Κορ. 1, 18). Εφαρμόζοντας κατά γράμμα τα λόγια του Αποστόλου που λέει: «Εμείς γίναμε μωροί και ανόητοι για τον Χριστό» (Α΄ Κορ. 4, 10), προσφερόταν ολόθυμα με τη θέλησή του στη χλεύη και τα κτυπήματα του όχλου και γινόταν «στα μάτια όλων ένα ελεεινό κάθαρμα και σκουπίδι του κόσμου, ένα ακάθαρτο απόβρασμα της κοινωνίας» (πρβλ. Α΄ Κορ. 4, 13), με σκοπό να κερδίσει τη Βασιλεία των Ουρανών αλλά ταυτόχρονα και να ελκύσει εκεί με την ένθεη σαλότητά του και τους άλλους.


     Μπαίνοντας μια μέρα σε έναν οίκο ανοχής, παρέμεινε απαθής, υπό την προστασία της θείας Χάριτος, απέναντι στις προκλήσεις των πόρνων γυναικών, οι οποίες στο τέλος τού αφαίρεσαν τα ρούχα και τον έδιωξαν τυλιγμένο σε μια παλιόψαθα, η οποία έκτοτε έγινε η συνήθης ενδυμασία του. Περιπλανιόταν στους δρόμους άστεγος και μοίραζε στους φτωχούς τις ελεημοσύνες που λάβαινε. Δεν ζητούσε ποτέ τροφή, αρκούμενος σε ένα ξεροκόμματο τη μέρα κι έμενε νηστικός για ολόκληρες εβδομάδες. Για να σβήσει τη δίψα του έπινε από στάσιμα και βορβορώδη νερά και, μπροστά στο θέαμα αυτό, οι περαστικοί αγανακτισμένοι τον ξυλοκοπούσαν και τον έβριζαν. Τη νύχτα πήγαινε να ξαπλώσει μαζί με τα αδέσποτα σκυλιά. Μια χειμωνιάτικη νύχτα, καθώς προσπαθούσε να ζαρώσει κολλητά σε ένα από αυτά για να ζεσταθεί, το ζώο απομακρύνθηκε με περιφρόνηση. Το να προσφέρεται στην πλήρη εγκατάλειψη ήταν για τον μακάριο αγωνιστή του Θεού πηγή αγαλλίασης. Αλλά ποτέ η προσευχή δεν εγκατέλειπε τα χείλη του και κάθε στιγμή μπορούσε να διακρίνει κανείς έναν ψιθυρισμό στο στόμα του, όπως συνέβαινε με τους Αποστόλους την ημέρα της Πεντηκοστής. Όταν προσευχόταν τη νύχτα, υψωνόταν ενίοτε πάνω από τη γη και το πνεύμα του μεταρσιωνόταν σε ανεκλάλητες εκστάσεις και θεωρίες. Μια τέτοια νύχτα, που ακόμη και τα σκυλιά τον είχαν αποδιώξει, ο Θεός τον μετέφερε μέσα σε έκσταση, απαλλαγμένο από το βάρος και το άλγος της σαρκός, ενδεδυμένο με φωτεινό χιτώνα και εστεμμένο ως βασιλιά, σε έναν εξαίσιο κήπο γεμάτο υπερκόσμια φυτά και χρυσά πουλιά, στη μέση του οποίου απλωνόταν πέρα ως πέρα μια μεγάλη αμπελικιά με υπερμεγέθη σταφύλια. Από ’κει, ένας άγγελος τον οδήγησε υπεράνω του στερεώματος, σε τόπο ανείπωτης ομορφιάς, όπου είδε τον Σταυρό περιβαλλόμενο από τέσσερα καταπετάσματα. Ένας άλλος άγγελος τον έφερε κατόπιν σε έναν υψηλότερο τόπο, όπου είδε δύο σταυρούς παρόμοιους με τον προηγούμενο. Εν συνεχεία, βρέθηκε στον τρίτο ουρανό –που μόνο ο Απόστολος Παύλος κρίθηκε άξιος να δει πριν από αυτόν– κι εκεί είδε τρεις σταυρούς απαστράπτοντες περιβαλλόμενους από ουράνια στρατιά που δοξολογούσε τον Θεό. Πέρασε τότε ένα καταπέτασμα από λίνο και πορφύρα και έφθασε σε ένα μέρος, πολύ πιο λαμπρότερο ακόμη, όπου βρισκόταν συγκεντρωμένο αναρίθμητο πλήθος νέων φωτεινότερων και από τον ήλιο. Ένας άγγελος παραμέρισε το τελευταίο καταπέτασμα και ο Ανδρέας μπόρεσε να θεωρήσει τον Θρόνο του Θεού, μετέωρο, δίχως βάση, απ’ όπου έβγαινε φλόγα λευκή. Ο Χριστός ήταν εκεί καθισμένος και κάπως μετρίασε λίγο τη Δόξα Του, ώστε να επιτρέψει τον Ανδρέα να απολαύσει για μια υπέρχρονη στιγμή τη λαμπρότητα της Θεανθρωπότητός Του, και κατόπιν έγινε αόρατος. Μια φωνή γλυκύτερη από μέλι πρόφερε τότε τρεις φορές τρία θεία, άρρητα και μυστικά Ονόματα και παρευθύς ο άγιος οδηγήθηκε πίσω στον κήπο, όπου συνάντησε έναν ολόφωτο άνδρα ο οποίος κρατούσε σταυρό και τον ευλόγησε λέγοντας: «Μακάριοι, εσείς οι σαλοί, γιατί κατέχετε μεγάλη σοφία! Η χάρις του Σταυρωθέντος Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να είναι μαζί σας!». Κατόπιν, τον απέστειλε με την εντολή να παλαίψει και να ανατρέψει τον Άρχοντα του κόσμου τούτου, προσλαμβάνοντας αυτοβούλως την ανυποληψία, την υποτίμηση, την κοροϊδία, τη χλεύη, την απόρριψη και τον διωγμό των ανθρώπων.

     Ξαναρχίζοντας το «παιγνίδι» του με αναπτερωμένη πλέον τόλμη, ο Ανδρέας έκανε τη γνωριμία του Επιφανίου, ενός δεκαοκτάχρονου νέου ευγενικής καταγωγής, αγνού και εξαιρετικής γλυκύτητας, ο οποίος έγινε προστάτης του και πνευματικός γιος του και στον οποίο ο Ανδρέας προφήτευσε ότι μελλοντικά θα γινόταν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως [3]. Φιλοξενούμενος στην κατοικία του Επιφανίου, ο άγιος χρησιμοποιούσε παραβολές για να επιτιμήσει τα αμαρτήματα των υπηρετών διαφορετικών εθνοτήτων, στην ίδια τους τη γλώσσα. Είχε αρνηθεί την κλίνη που του προσέφερε ο Επιφάνιος για ξεκούραση και περνούσε τις νύχτες του έξω, σαν ένας ασυμμάζευτος παράφρων επάνω στην κοπριά. Δεν άργησε, όμως, να επιστρέψει κανονικά στον ακατανόητο πλάνητα βίο του, προσφερόμενος πλήρως στα απάνθρωπα παιγνίδια των παιδιών και στην κακομεταχείριση των ανάλγητων περαστικών. Απευθυνόμενος στους ανθρώπους τούς αποκαλούσε πάντα «σαλούς» ή «μωρούς», αλλά παράλληλα καταδίκαζε διαρκώς τον εαυτό του με τη μεγαλύτερη και βαθύτερη ταπεινοφροσύνη.


     Σε ένα νέο όραμα είδε τον Πονηρό και τα πλήθη των δαιμόνων του, ο οποίος τον κατηγορούσε ότι οδηγούσε στη μετάνοια τους ανθρώπους που είχε υπό την κατοχή του, αποκαλύπτοντας σε αυτούς τις αμαρτίες τους με τις προφητικές ενέργειές του, και ο Ανδρέας άρχισε μία βίαιη λογομαχία με τον Άρχοντα του σκότους. Τούτος όμως δεν είχε καμία εξουσία πάνω στον άνθρωπο του Θεού, αφού αυτός είχε γυμνώσει τον εαυτό του από κάθε γήινη αδυναμία, έξη και προσκόλληση. Μια νύχτα, με δαιμονική ενέργεια έπεσε σε έναν λάκκο, μόλις όμως ο όσιος επικαλέσθηκε τους αγίους Πέτρο και Παύλο, οι δύο Απόστολοι του Χριστού εμφανίσθηκαν, τον ανέσυραν από τη λάσπη κι ένας φωτεινός σταυρός ήλθε να φωτίζει τον υπόλοιπο δρόμο του.

     Κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου λοιμού που ενέσκηψε στη Βασιλεύουσα, παρά τις κοροϊδίες των αργόσχολων, ο άγιος περιέτρεχε τους δρόμους και τις πλατείες κλαίγοντας και μεσιτεύοντας υπέρ της πόλεως και ζητώντας από τον Θεό να συγχωρέσει τις αμαρτίες του λαού. Καθώς προσευχόταν, μεταφέρθηκε στον Ανάπλου επί του Βοσπόρου, όπου είδε τον όσιο Δανιήλ τον Στυλίτη [11 Δεκ.], ο οποίος τον κάλεσε να ενώσουν τις προσευχές τους υπέρ της σωτηρίας της πόλεως. Τότε ένα πυρ κατέβηκε από τον ουρανό και εξεδίωξε τον δαίμονα που είχε προκαλέσει την επιδημία.

     Ο όσιος Ανδρέας δεν κουραζόταν να ψέγει τους αμαρτωλούς, είτε με προειδοποιήσεις, είτε με προφητείες για την επικείμενη τιμωρία τους, οι οποίες δεν αργούσαν ποτέ να εκπληρωθούν. Περνώντας μια μέρα μπροστά από πολυτελή εμπορεύματα που εκτίθεντο στην αγορά, φώναξε: «Άχυρα και σκουπίδια!». Μιαν άλλη φορά, μετά από κακόβουλη υποκίνηση κάποιων αργόσχολων που ήθελαν να διασκεδάσουν, βάλθηκε να τρώει λαίμαργα τα ωραία φρέσκα σύκα που εκτίθεντο στο γυάλινο δοχείο ενός οπωροπώλη, ο οποίος εκείνη την ώρα ξεκουραζόταν. Ξυπνώντας ο μικροπωλητής, όρμησε κατά του οσίου και παίρνοντας ένα μπαστούνι τον ξυλοφόρτωσε άγρια. Ο Ανδρέας με τη δύναμη της πραότητας του  Χριστού αφέθηκε πλήρως στα χτυπήματα δίχως αντίσταση και αργότερα αποκάλυψε ότι αν αυτός ξυλοκοπήθηκε εξαιτίας της γαστριμαργίας του, πόσω μάλλον θα τιμωρηθούν από τον Θεό αιωνίως οι αμετανόητοι αμαρτωλοί. Έχοντας λάβει το χάρισμα της διοράσεως, κατήγγελλε την υποκριτική ευσέβεια εκείνων που στέκονταν μέσα στην εκκλησία τρέφοντας μέσα τους φαύλες και διάφορες εμπαθείς σκέψεις ή έψαλλαν από ματαιοδοξία και επίδειξη και διέκρινε τους δαίμονες της αδιαφορίας, του χασμουρητού και της ακηδίας που υπέβαλλαν στα θύματά τους τη σκέψη να εγκαταλείψουν τον ναό πριν το τέλος της Λειτουργίας. Στο τέλος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ξεχώριζε την πνευματική κατάσταση του καθενός: βλέποντας τους ενάρετους στεφανωμένους με λεπτό λίνο και τους αμαρτωλούς με ακάθαρτα ζωύφια να κρέμονται από τα ενδύματά τους.


     Μεριμνούσε, όμως, όλως ιδιαιτέρως για τον πνευματικό καταρτισμό του Επιφανίου, που ήταν ο μόνος με τον οποίο μιλούσε σοφά, συνετά και λογικά. Με την επιστήμη του Πνεύματος τον διαφώτιζε για τον αγώνα εναντίον των δαιμόνων και τον άφηνε ενίοτε να πειράζεται από αυτούς, προκειμένου να αποκτήσει την υπομονή και, αφού ψηθεί στη φωτιά των δοκιμασιών, να γίνει άξιος άρτος του Χριστού. Τον εισήγαγε, επίσης, στα μυστήρια της δημιουργίας, στον πνευματικό κόσμο και κυρίως του αποκάλυπτε, με πλήθος άγνωστες λεπτομέρειες της Γραφής, ό,τι έμελλε να επέλθει στη συντέλεια των αιώνων, όταν μετά από τρομερές δοκιμασίες, εισβολές και φυσικές καταστροφές, ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων θα επιθέσει ξανά το στέμμα του πάνω στον Σταυρό, στα Ιεροσόλυμα, και κατόπιν ένας άγγελος θα τον μεταφέρει στον ουρανό. Έτσι θα ολοκληρωθεί η περίοδος της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας που εγκαθίδρυσε ο άγιος Κωνσταντίνος. Λίγο αργότερα, η Κωνσταντινούπολη –την οποία οι Βυζαντινοί της εποχής εκείνης θεωρούσαν συχνά αιώνια– θα καταποντισθεί στη θάλασσα, όπως και η ονομαστή Βαβυλώνα (Αποκ. 18, 21), και η εβραϊκή βασιλεία θα αποκατασταθεί στην Ιερουσαλήμ. Όλοι θα πιστέψουν στον Αντίχριστο που θα βασιλεύσει ως μοναδικός μονάρχης επί της γης και θα καταδιώξει τους χριστιανούς. Ο Χριστός θα παρουσιασθεί κατόπιν για να διεξαγάγει τον μεγάλο αγώνα κατά του Αντίχριστου και, όταν θα τον έχει νικήσει, θα τον οδηγήσει μαζί με τους δαίμονές του ενώπιον του βήματος του Θεού, ενώ θα αντηχήσει η σάλπιγγα εξ ουρανού αναγγέλλοντας την ανάσταση των νεκρών. Μετά την Κρίση, τέσσερεις άγγελοι θα σταθούν στα τέσσαρα πέρατα της γης και θα την τυλίξουν με διαταγή του Κυρίου. Όλη η κτίση τότε θα ανακαινισθεί, καινοί ουρανοί και γη καινή θα φανερωθούν, ώστε όλα να είναι σύμμορφα με τα άφθαρτα σώματα των αναστημένων ανθρώπων. Τα πάντα τότε θα είναι άφθαρτα και αιώνια και μία άφατη ευωδία θα πληρώσει το ανακαισμένο σύμπαν που θα το φωτίζει ακατάπαυστα το φως το ανέσπερο της Βασιλείας του Χριστού.


     Μια μέρα που ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος είχαν μεταβεί στον ναό των Βλαχερνών για την αγρυπνία που τελούνταν εκεί κάθε εβδομάδα, είδαν την Παναγία Θεοτόκο να προβάλλει από την Ωραία Πύλη, συνοδευόμενη από πλήθος αγίων, μεταξύ των οποίων ήσαν ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και ο Ιωάννης ο Θεολόγος, και να σκέπει με το μαφόριό της τον λαό [4].

     Μια άλλη φορά, καθώς ο Ανδρέας διάβαζε στον μαθητή του ένα κείμενο του Μεγάλου Βασιλείου, μια ουράνια ευωδία απλώθηκε γύρω τους. Στην ερώτηση του Επιφανίου ο άγιος απάντησε ότι την ευοσμία αυτή τη λαμβάνουν οι άγγελοι από τον Θρόνο του Θεού για να θυμιάσουν και να τιμήσουν τους ανθρώπους σε τρεις περιπτώσεις: όταν προσεύχονται, όταν αναγιγνώσκουν τα ιερά βιβλία και όταν υπομένουν καρτερικά από αγάπη για τον Θεό.


     Λίγο μετά τις αποκαλύψεις του για τη συντέλεια των αιώνων, ο όσιος Ανδρέας ανήγγειλε στον Επιφάνιο την επικείμενη τελευτή του. Του απαγόρευσε, όμως, να τιμά τη μνήμη του ή να φυλάξει τα λείψανά του, διότι είχε κάνει τάμα ενώπιον του Θεού να μη δοξασθεί ποτέ στη γη. Του ανανέωσε την πρόβλεψή του για την εκλογή του στο πατριαρχικό αξίωμα και του υποσχέθηκε να τον βοηθά πάντα, υπό τον όρο να επιδεικνύει άοκνα μέριμνα αγάπης για τους πτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά και για όσους δοκιμάζονται. Κατόπιν μετέβη στον Ιππόδρομο, στη στοά, όπου συνήθιζαν να στέκονται οι πόρνες, κι εκεί προσευχήθηκε όλη τη νύχτα υπέρ του σύμπαντος κόσμου. Τελειώνοντας την προσευχή του, ο μακάριος ξάπλωσε στη γη και, κοιτάζοντας με ένα χαμόγελο το πλήθος των αγίων που εμφανίσθηκαν για να του παρασταθούν, παρέδωσε την πολύαθλη ψυχή του στον Θεό μετά από εξήντα έξι χρόνια ασκητικών αγώνων, κρυμμένων κάτω από το πέπλο του μυστηρίου της σαλότητας. Μια έντονη ευωδία θυμιάματος προσείλκυσε μια φτωχή γυναίκα που έμενε εκεί κοντά, η οποία προσέτρεξε και ανακάλυψε το σώμα του. Όταν όμως το πλήθος, ειδοποιημένο από εκείνη, έσπευσε προς το σκήνωμα του οσίου, εκείνο είχε γίνει άφαντο, μεταφερμένο από τον Θεό σε άγνωστο τόπο. Τη νύχτα εκείνη ο Επιφάνιος είδε τη ψυχή του πνευματικού πατέρα του, επτά φορές φωτεινότερη από τον ήλιο, να υψώνεται στους ουρανούς με την παρουσία μυριάδων αγγέλων που έχαιραν και δοξολογούσαν τον Θεό για την ένθεη πολιτεία του οσίου Ανδρέα και για τα τόσα επί γης θαυμαστά του κατορθώματα.


— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —
[1]  Ο βιογράφος του Νικηφόρος που έγραψε τον Βίο του, μεταξύ 920 και 956, τον τοποθετεί αναχρονιστικά στους χρόνους του Λέοντα Α΄ (457-474). Θα έπρεπε μάλλον να μετατεθεί κατά τη βασιλεία του Λέοντα ΣΤ΄ του Σοφού (886-911). Κυκλοφορούν διάφορες εκδόσεις του Βίου με νεοελληνική μετάφραση, π.χ. Νικηφόρος Πρεσβύτερος, «Βίος και Πολιτεία του Οσίου Πατρός ημών Ανδρέου του διά Χριστόν Σαλού», Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1984, και Ι. Ησυχαστηρίου των Δανιηλαίων, Άγιον Όρος 2002.
[2]  Ο άγιος Συμεών [6ος αι., βλ. 21 Ιουλ.] είναι ο βασικός και ο πιο χαρακτηριστικός αντιπρόσωπος αυτού του είδους εξαιρετικής αγιότητος, την οποία γενικά δεν συμβουλεύουν οι Πατέρες. Στην Ελληνική Εκκλησία τιμώνται επίσης η αγία Ισιδώρα Ταβεννησίου [1 Μαΐου] και οι άγιοι: Παύλος Κορίνθου [6 Νοεμ.], Σάββας ο Βατοπαιδινός [5 Οκτ.], Νικόδημος ο Νέος [24 Νοεμ.], καθώς και άλλοι που υιοθέτησαν προσωρινά τη σαλότητα, όπως ο άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης [13 Ιαν.] ή ο όσιος νεομάρτυς Γεδεών ο Καρακαλληνός [30 Δεκ.]. Κυρίως όμως στη Ρωσία γνώρισε, η μορφή αυτή αγιότητας, μεγάλη άνθιση. Η Εκκλησία αναγνώρισε εκεί τριάντα επτά «Σαλούς». Συγκεκριμένα τους αγίους: Ιωάννη τον Δασύτριχο του Ροστώφ [3 Σεπτ.], Κυπριανό του Σουζντάλ [2 Οκτ.], Συμεών του Γιούριεβιτς [4 Νοεμ.], Μάξιμο Μόσχας [11 Νοεμ.], Προκόπιο του Βυάτκα [21 Δεκ.], Μιχαήλ του Κλοπς [11 Ιαν.], Γαλακτίωνα [12 Ιαν.] και Θεόδωρο του Νόβγκοροντ [19 Ιαν.], Ξενία της Αγίας Πετρούπολης [11 Σεπτ. και 24 Ιαν.], Νικόλαο [28 Φεβρ.], Ισίδωρο του Ροστώφ [4 Μαΐου], Ιωάννη [29 Μαΐου] και Προκόπιο του Ουστιούγκ [8 Ιουλ.], κ.α. Στη Ρωσία, πριν την Επανάσταση, δεν υπήρχε χωριό που να μην είχε τον δικό του «Γιουροντίβι» (Σαλό). Βλ. σχετικά: Ε. Γκοραΐνωφ, «Οι διά Χριστόν Σαλοί», εκδ. «Τήνος», Αθήνα 1993.
[3]  Θα μπορούσε, λοιπόν, να πρόκειται για τον άγιο Πολύευκτο (956-970) [5 Φεβρ.] ή για τον άγιο Αντώνιο Γ΄ (974-980) [12 Φεβρ.].
[4]  Διακριτό από το σύνηθες θαύμα που επιτελούνταν κάθε Παρασκευή στον ναό αυτό, κατά τη διάρκεια του οποίου το μαφόριο που κάλυπτε την εικόνα της Θεοτόκου ανυψωνόταν από μόνο του και έμενε μετέωρο, το θαύμα αυτό προσέφερε το θέμα της εορτής της αγίας Σκέπης της Θεοτόκου [1 Οκτ. και αργότερα 28 Οκτ.], η οποία, καθώς φαίνεται, καθιερώθηκε στη Ρωσία τον 12ο αι. και από ’κει διαθόθηκε στην Ελλάδα κατά τον 19ο αι.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Μωρίαν ἑκούσιον, διὰ Χριστὸν τὸν Θεόν, ἐπόθησας Ὅσιε, τὸν σοφιστὴν ἀληθῶς, μωράνας καὶ ἤνυσας, μέσον πολλῶν θορύβων, τὸν ἀγῶνα Ἀνδρέα· ὅθεν σε ὁ Δεσπότης, Παραδείσου πρὸς πλάτος, ἐσκήνωσε πρεσβεύειν, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν μωραῖς προσποιήσεσι καὶ σαλότητι, καθυποτάξαντα πάθη, τὰ ψυχοκτόνα σαρκός, καὶ συντρίψαντα μισόκαλον τὸν δόλιον, ὡς θείου Πνεύματος ναόν, καὶ ὁσίων ἀσκητῶν, τιμήσωμεν λαμπηδόνα, σοφὸν Ἀνδρέαν πρεσβείαις, αὐτοῦ πρὸς Κύριον αἰτούμενοι.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Χορὸς ἀγγελικός.
Τὸν βίον εὐσεβῶς, ἐκτελέσας θεόφρον, δοχεῖον καθαρόν, τῆς Τριάδος ἐδείχθης, Ἀνδρέα μακάριε, καὶ Ἀγγέλων ὁμόσκηνος· ὅθεν αἴτησαι, τὸν ἱλασμὸν καὶ εἰρήνην, τοῖς τιμῶσί σε, καὶ ἐκτελοῦσι σὴν μνήμην, δοθῆναι πρεσβείαις σου.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
          Τὸν ἑκουσίως κακουχούμενον, πενόμενον
          Ἐμπαροινούμενον ἑκάστοτε, τυπτόμενον
          Λιθαζόμενον καὶ θέατρον ἐποφθέντα κόσμῳ·
          Μέλψωμεν Ἀνδρέαν Ὁσιώτατον
          Ὥσπερ σαλὸν διὰ Χριστὸν πολιτευσάμενον,
          Πόθῳ κράζοντες· Χαίροις, Πάτερ θεόληπτε.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
          Τὸν καταῤῥάξαντα ἐχθροῦ τὰ πανουργεύματα
          Μωραῖς, Ἀνδρέα, προσποιήσεσι καὶ ἄϋλον
          Βιωσάμενον καὶ ἄμεπτον πολιτείαν·
          Ὡς δοχεῖον θείου Πνεύματος πολύτιμον
          Καὶ σοφίας οὐρανίου σκεῦος μέλψωμεν
          Πόθῳ κράζοντες· Χαίροις, Πάτερ ἰσάγγελε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ—
Σοῦ ἡ ὑπὲρ ἄνθρωπον βιοτή, ἐξέπληξε νόας, καὶ δαιμόνων τοὺς ζοφερούς, πῶς γυμνὸς Ἀνδρέα, καὶ ἔξηχον τὸν τρόπον, λαθὼν ἐπολιτεύσω· διὸ τιμῶμέν σε.

Χαίροις ἐν τεμένει τῶν Βλαχερνῶν, τὴν ἁγνὴν Παρθένον, θεασάμενος τοὺς πιστούς, σκέπουσαν Ἀνδρέα, αὐτῆς τῷ μαφορίῳ, τῷ ἱερῷ αὐτόπτα, ξένου θεάματος.



(1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 304–310.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
(2) Νικηφόρου Πρεσβυτέρου
του Ναού της του Θεού Σοφίας:
«Όσιος Ανδρέας
ο διά Χριστόν σαλός».
Κεφ. 1ο–2ο, σελ. 22–34·
Κεφ. 5ο, σελ. 37–39·
Κεφ. 7ο–8ο, σελ. 46–57·
Κεφ. 17ο, σελ. 79–81·
Κεφ. 23ο, σελ. 89·
Κεφ. 26ο, σελ. 96–98·
Κεφ. 29ο, σελ. 105–106·
Κεφ. 30ο, σελ. 107–108·
Κεφ. 50ο, σελ. 195–197·
Κεφ. 54ο–54ο, σελ. 199–216·
Κεφ. 55ο, σελ. 217–219·
Κεφ. 62ο, σελ. 235–242.
Μετάφραση:
Μοναχός Ισαάκ.
Έκδοση
Ιεράς Μονής Παρακλήτου·
Ωρωπός Αττικής, 19895.
(3) Ιακώβου Μοναχού (1846)
και Δρ. Χαραλάμπους Μπούσια
(Υμνογράφου
της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας):
«Ακολουθία
του εν αγίοις Πατρός ημών
Ανδρέου
του διά Χριστόν Σαλού»·
σελ. 6, 30, 44 και 77.
Έκδοσις
Ιερού Ησυχαστηρίου
Αδελφότητος Δανιηλαίων·
Κατουνάκια – Άγιον Όρος, 20051.
(4) Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΟΣ


     Ο όσιος πατήρ ημών Ιωάννης γεννήθηκε σε ένα χωριό της Μικρορωσίας (Ουκρανία) το 1690 και μεγάλωσε με την ευσέβεια και την αγάπη των αγίων αρετών. Όταν ενηλικιώθηκε κατά τα χρόνια του ρωσο-τουρκικού πολέμου (1710), κατετάγη στον στρατό του τσάρου. Έλαβε μέρος στην ολέθρια εκστρατεία του Πουτ, αιχμαλωτίσθηκε από του Τατάρους, πιθανώς μαζί με τον άγιο Παχώμιο του Ουσακίου [7 Μαΐου], και πουλήθηκε σκλάβος σε έναν Τούρκο, αξιωματικό του ιππικού, ο οποίος τον έφερε στην πατρίδα του, το Προκόπι της Καππαδοκίας.

     Αντίθετα με πολλούς συναιχμαλώτους του, που απαρνήθηκαν την χριστιανική Πίστη, ο όσιος Ιωάννης αντιστεκόταν στις προτάσεις και τα χτυπήματα του κυρίου του, λέγοντας πως κανένα μαρτύριο δεν θα ήταν ικανό να τον απομακρύνει από την αγάπη του Χριστού. Μάλιστα, συμπλήρωνε: «Είσαι αφέντης του σώματός μου, όχι όμως και της ψυχής μου. Άφησέ με ελεύθερο να εκτελώ τα θρησκευτικά μου καθήκοντα, κι εγώ πρόθυμα θα υπακούω στις προσταγές σου. Μετά χαράς θα πλαγιάζω στη γωνιά αυτή του στάβλου σου, έχοντας τον νου μου στον Χριστό που για βασιλικό κρεβάτι είχε τη φάτνη της Βηθλεέμ. Θα υποφέρω αγόγγυστα τους ραβδισμούς σου, όπως ο Κύριος υπέμεινε τα χτυπήματα των στρατιωτών, κι αν θελήσεις να με υποβάλεις στα μεγαλύτερα και φριχτά βασανιστήρια, εγώ θα τα αντέξω όλα· τον Χριστό όμως δεν πρόκειται ποτέ να Τον αρνηθώ!».


     Τούτα τα γεμάτα χριστιανικό ζήλο λόγια, όπως και η αγνή και ταπεινόφρονα διαγωγή του, άλλαξαν τα συναισθήματα του αξιωματικού απέναντί του. Έπαψε να τον βασανίζει και δεν τον υποχρέωσε να αλλάξει την πίστη του. Ο Ιωάννης ανέλαβε να φροντίζει τα άλογα, είχε για κατοικία του μια σκοτεινή γωνιά του στάβλου κι όταν ο κύριός του έβγαινε έφιππος στην πόλη, εκείνος έπρεπε να τον ακολουθεί πεζός, σαν σκλάβος. Ωστόσο, ο μακάριος δεχόταν με ευγνωμοσύνη την εξευτελιστική αυτή κατάσταση και δόξαζε τον Θεό που τον είχε γλυτώσει με τον τρόπο αυτό από την εσχάτη αποστασία της αρνήσεως. Ανυπόδητος χειμώνα-καλοκαίρι, ντυμένος με κουρέλια, ξεκουράζοντας για λίγο το σώμα του πάνω στα άχυρα ή τις κοπριές, όπως άλλοτε ο Δίκαιος Ιώβ, ο Ιωάννης δεν έπαυε εντούτοις να προσεύχεται νύχτες ολόκληρες γονατιστός στον νάρθηκα της γειτονικής εκκλησίας που ήταν αφιερωμένη στον άγιο Γεώργιο. Δεχόταν αγόγγυστα τις προσβολές και τους εμπαιγμούς των άλλων σκλάβων και πρόθυμα τους υπηρετούσε.


     Οι θυσίες αυτές και οι ενάρετοι αγώνες είχαν ευεργετικά αποτελέσματα για τον κύριό του, ο οποίος έγινε ο πλουσιότερος και ο πλέον αξιοσέβαστος μεταξύ των κατοίκων της πόλης. Κάποτε αποφάσισε να πάει για προσκύνημα στη Μέκκα, όπως οφείλει κάθε ευσεβής μουσουλμάνος, και μετά από ένα μακρύ και κουραστικό ταξίδι έφθασε την περιλάλητη πόλη. Λίγες εβδομάδες μετά την αναχώρησή του, η γυναίκα του κάλεσε συγγενείς και φίλους και τους παρέθεσε μεγάλο δείπνο, ώστε οι καλεσμένοι να ευχηθούν για την αίσια επιστροφή του συζύγου της. Καθώς ο Ιωάννης έμπαινε στη σάλα για να σερβίρει ένα πλούσιο πιλάφι, η οικοδέσποινα αναφώνησε: «Αχ! Πόσο θα χαιρόταν ο αφέντης, αν ήταν εδώ μαζί μας για να γευτεί το αγαπημένο του φαγητό!». Ο Ιωάννης, αφού συγκεντρώθηκε για λίγο προσευχόμενος σιωπηλά, ζήτησε από την κυρία του να του δώσει ένα πιάτο πιλάφι, προκειμένου να το στείλει στον αφέντη του στη Μέκκα. Η ομήγυρη ξέσπασε σε γέλια και κοροϊδίες και η οικοδέσποινα χαμογελώντας του έδωσε το πιάτο που ζητούσε. Ο Ιωάννης αποσύρθηκε τότε στον στάβλο και ανέπεμψε τούτη την προσευχή στον Θεό: «Αυτός που άλλοτε έστειλε τον προφήτη Αββακούμ στη Βαβυλώνα να φέρει τροφή στον προφήτη Δανιήλ στον λάκκο των λεόντων, ας ακούσει και τη δική μου προσευχή κι ας στείλει τούτο το πιάτο στον αφέντη μου!». Έπειτα, επέστρεψε στη σάλα και ανήγγειλε ότι το πιάτο είχε φθάσει στον προορισμό του. Όλοι ξέσπασαν σε ασυγκράτητα γέλια και τον κατηγόρησαν ότι είχε φάει ο ίδιος το πιλάφι κρυφά.


     Όταν όμως ο αφέντης του επέστρεψε από το ταξίδι, φέρνοντας μαζί του το άδειο πιάτο που ήταν στολισμένο με τα αρχικά του και διηγήθηκε ότι το είχε βρει γεμάτο με νοστιμότατο πιλάφι ένα βράδυ επιστρέφοντας στη σκηνή του, όλοι οι άνθρωποι του σπιτιού έμειναν έκθαμβοι και επικαλούμενοι τον Αλλάχ άρχισαν να τιμούν τον χριστιανό σκλάβο και να του δείχνουν μεγάλο σεβασμό. Του πρότειναν να τον ελευθερώσουν και να του παραχωρήσουν ένα αξιοπρεπές δωμάτιο, αλλά ο όσιος Ιωάννης αρνήθηκε λέγοντας ότι προτιμούσε να παραμείνει στη σκοτεινή γωνιά του στάβλου, όπου θα μπορούσε να δοξάζει καλύτερα τον Θεό. Κι έτσι έζησε με ευσέβεια για μερικά χρόνια. Όταν ασθένησε, ζήτησε να του φέρει ένας ιερέας τη θεία Κοινωνία. Ο ιερέας, όμως, φοβούμενος να τη μεταφέρει φανερά στο σπίτι ενός μουσουλμάνου, την έκρυψε μέσα σε ένα μήλο που πρόσφερε στον άγιο. Έτσι ο όσιος Ιωάννης μετέλαβε της αιώνιας ζωής και εκοιμήθη εν ειρήνη, για να αποκτήσει την ένδοξη και αναφαίρετη ελευθερία των τέκνων του Θεού, στις 27 Μαΐου του 1730.


     Τρία χρόνια αργότερα, ένας γέροντας ιερέας και άλλοι χριστιανοί είδαν μέσα στη νύχτα μια πύρινη στήλη να καταβαίνει από τον ουρανό πάνω στον τάφο του αγίου. Άνοιξαν το μνήμα και βρήκαν το σκήνωμά του άθικτο να ευωδιάζει. Το μετέφεραν τότε με μεγάλη χαρά στον ναό του αγίου Γεωργίου και το κατέθεσαν σε μια λάρνακα κάτω από το θυσιαστήριο. Έκτοτε τα τίμια λείψανα επιτέλεσαν πολλά θαύματα προς όφελος των χριστιανών της Καππαδοκίας, αλλ’ ακόμη και μουσουλμάνων. Όταν τα στρατεύματα του Οσμάν Πασά λεηλάτησαν το χωριό το 1832, Τούρκοι στρατιώτες έριξαν τα λείψανα στη φωτιά. Αυτά, ωστόσο, παρέμειναν άκαυστα και ο όσιος εμφανίσθηκε μέσα στις φλόγες, απειλώντας τους ασεβείς στρατιώτες. Οι Τούρκοι παράτησαν έντρομοι τη λεία τους και τράπηκαν σε φυγή από το χωριό. Μια άλλη φορά, ο όσιος εμφανίσθηκε για να κρατήσει με τα δυο του χέρια τη σκεπή ενός ελληνικού σχολείου που κατέρρεε και έσωσε έτσι τα είκοσι παιδιά που βρίσκονταν μέσα.

     Όταν οι Έλληνες εκδιώχθηκαν από τη Μικρά Ασία (1922), οι χριστιανοί από το Προκόπι πήραν μαζί τους τα άγια λείψανα ως τον μεγαλύτερο θησαυρό τους και τα μετέφεραν στην Εύβοια, στο χωριό Νέο Προκόπι. Έκτοτε τιμώνται ως πηγή ιαμάτων και ευλογίας για όσους προσέρχονται προς αυτά με θερμή πίστη.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τὸ φῶς κατέχων, πικρὰν ἤνεγκας, αἰχμαλωσίαν, Ἰωάννη καὶ ὁσίως ἐβίωσας· ὅθεν τὸ θεῖόν σου λείψανον Ἅγιε, θαυματουργίας πηγάζει ἐν Πνεύματι· ᾧ προστρέχοντες, ὑμνοῦμεν τὸν σὲ δοξάσαντα, τιμῶντες τὰ σεπτά σου προτερήματα.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
κ γῆς ὁ καλέσας σε, πρὸς οὐρανίους μονάς, τηρεῖ μετὰ θάνατον, ἀδιαλώβητον, τὸ σκῆνός σου Ὅσιε. Σὺ γὰρ ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ὡς αἰχμάλωτος ἤχθης, ἔνθα καὶ ὠκειώθης τῷ Χριστῷ Ἰωάννη. Αὐτὸν οὖν ἱκέτευε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Εὐσεβείας δόγμασιν, ἐντεθραμμένος θεόφρον, ἀκλινῶς ὑπέμεινας, αἰχμαλωσίας τὰς θλίψεις. Ὅθεν σε, ὁ Ζωοδότης λαμπρῶς δοξάσας, δέδωκε, πιστοῖς τὸ τίμιον λείψανόν σου, ἀναβλῦζον Ἰωάννη, Πνεύματι θείῳ ῥεῖθρα ἰάσεων.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ—
στρον ἐξ Ἑῴας ὤφθης λαμπρόν, μάκαρ Ἰωάννη, καταυγάζον τοὺς εὐσεβεῖς, χάριτι θαυμάτων, καὶ νῆσον τῆς Εὐβοίας, τῷ σῷ καθαγιάζεις, λειψάνῳ Ἅγιε.

Λύχνος εὐσεβείας νεοφανής, ἐκ Καππαδοκίας, ἀνεδείχθης ὡς ἀληθῶς, Πάτερ Ἰωάννη, καὶ πάντας καταυγάζεις, θαυμάτων ταῖς ἀκτίσιν, Ἁγίῳ Πνεύματι.





[ (1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 297–299.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
(2) «Βίος και
Ασματική Ακολουθία
Οσίου Ιωάννου
του Νέου Ομολογητού
του Ρώσου»·
σελ. 30–31, 35, 40 και 47.
Έκδοσις
Ιερού Προσκυνήματος
του Αγίου·
Προκόπι Ευβοίας,
Ιανουάριος (;) 1974.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.