Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας π.Ευσέβιος Βίττης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας π.Ευσέβιος Βίττης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

ΓΙΑ ΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ


ΓΙΑ ΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ


     Η νηστεία, που δεν είναι υπερβολική, αλλά ανάλογη με τις δυνάμεις σου, μπορεί να σε βοηθήσει στην εγρήγορσή σου. Με παραγεμισμένο το στομάχι δεν μπορεί κανείς να σκέφτεται τα θεία πράγματα, λένε οι ασκητές. Γι’ αυτόν που καλοτρώει, και τα πιο προσιτά μυστήρια της Αγίας Τριάδας μένουν κρυμμένα. Ο Ίδιος ο Κύριος μάς έδωσε το παράδειγμα με τη μεγάλη Του νηστεία στην έρημο. Όταν έδιωξε νικημένο τον διάβολο από μπροστά Του, είχε ήδη νηστέψει σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Και αν ο Κύριος αισθάνθηκε την ανάγκη της νηστείας, πόσο πιο πολύ πρέπει να την αισθανόμαστε εμείς; «Και, να! Άγγελοι ήλθαν κοντά Του και Τον διακονούσαν» (Ματθ. 4, 11). Το ίδιο περιμένουν και από σένα οι Άγγελοι του Θεού· να νηστεύσεις, για να σε υπηρετήσουν.

     Η νηστεία περιορίζει την πολυλογία, λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας. Είναι θύρα ελέους. Διώχνει τις κακές σκέψεις και ξεριζώνει την αναισθησία της καρδιάς. Η νηστεία είναι η θύρα του Παραδείσου.

     Όταν το στομάχι περιορίζεται και στενοχωρείται με τη νηστεία, τότε ταπεινώνεται και η καρδιά. Όποιος νηστεύει, προσεύχεται με νηφαλιότητα. Οι ασυγκράτητες και αχαλίνωτες αισθήσεις, όταν ενισχύονται με υπερβολική τροφή, προκαλούν αμαρτωλές και εμπαθείς σκέψεις και επιθυμίες.

     Η νηστεία είναι έκφραση αγάπης και αφοσίωσης. Θυσιάζει κανείς τις γήινες απολαύσεις, για να πετύχει τις ουράνιες. Πάρα πολλές μας σκέψεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά φροντίδες για το τι θα φάμε και δολώματα της λαιμαργίας μας. Η νηστεία, όμως, αν θέλουμε να απελευθερωθούμε από τη σάρκα και τα πάθη της, αποτελεί έναν κατάλληλο οδηγό για μια πραγματική απελευθέρωση και μια απαραίτητη υποστήριξη στον αγώνα κατά των εμπαθών επιθυμιών. Η νηστεία σε συνδυασμό με την προσευχή είναι ένα από τα μεγάλα δώρα, που τα διατηρούν με επιμέλεια, όσοι γεύτηκαν κάποτε έστω και για λίγο τη γλυκύτητά τους και ένιωσαν την αξία τους.


     Με τη νηστεία μεγαλώνει η ευγνωμοσύνη προς Εκείνον, που έδωσε στον άνθρωπο τη δύναμη να νηστεύει. Η νηστεία βοηθάει στην κατάκτηση της περιοχής εκείνης που μόνο με τη διαίσθηση νιώθει κανείς ότι υπάρχει. Οι εκδηλώσεις της ζωής και όλα τα φαινόμενα γύρω σου και μέσα σου αποκτούν ένα καινούργιο νόημα· και οι στιγμές που περνούν ένα μεγάλο, πλούσιο και καταπληκτικό περιεχόμενο. Η εγρήγορση της «ιεράς θεωρίας» γίνεται διαυγής. Η ανήσυχη εκζήτηση μεταβάλλεται σε ήρεμη, ταπεινή και γεμάτη ευγνωμοσύνη αποδοχή των θείων δωρεών. Προβλήματα φαινομενικά άλυτα και βασανιστικά ανοίγουν τον πυρήνα τους σαν ώριμοι κάλυκες λουλουδιών. Μόνο με συνοδεία την προσευχή, τη νηστεία και την εγρήγορση πρέπει κανείς να χτυπάει την Πόρτα που εύχεται να δει κάποτε ανοιχτή.

     Στο σημείο αυτό βλέπουμε τον λόγο, για τον οποίο η νηστεία χρησιμεύει σαν μέτρο για τους αγίους Πατέρες: αυτός που νηστεύει πολύ, αγαπάει πολύ· και όποιος αγαπάει πολύ, του συγχωρούνται οι πολλές αμαρτίες του (Λουκ. 7, 47).

     Οι άγιοι Πατέρες συνιστούν μετρημένη νηστεία. Δεν πρέπει να αφήνουμε το σώμα μας να αδυνατίσει πάρα πολύ, γιατί τότε βλάπτεται και η ψυχή. Ούτε, επίσης, μπορεί κανείς να νηστεύει έτσι στα ξαφνικά. Το καθετί απαιτεί άσκηση και ο καθένας οφείλει να δοκιμάζει τον εαυτό του, έχοντας υπόψη του τη φύση του και τη δουλειά του. Δεν είναι σωστό να ξεχωρίζει κανείς τις τροφές σε «απαγορευμένες» και σε «επιτρεπόμενες». Όλες τις τροφές τις δίνει ο Θεός. Εκείνο που μπορούμε να πούμε είναι, ότι πρέπει να αποφεύγονται εκείνες οι τροφές που κάνουν βαρύ και δυσκίνητο το σώμα και ανάβουν τις κατώτερες ορέξεις του. Ακριβώς μάλιστα αυτές οι τροφές καθορίζουν οι ιεροί Κανόνες πως πρέπει να αποφεύγονται. Η σημασία του «μέτρου» όμως, δεν αναφέρεται μόνο στην ποιότητα αλλά και στην ποσότητα. Έστω και αν πρόκειται για όχι τόσο ισχυρές τροφές, δεν πρέπει να τρώει κανείς μέχρι «διαρρήξεως του στομάχου». Τότε καταλύεται το νόημα της νηστείας. Η λαιμαργία αλλάζει απλούστατα υλικά για τον κορεσμό της...

TITO COLLIANDER
(1904–1989)


[ (1) Tito Colliander:
«Ο δρόμος των ασκητών»,
κεφ. 20ο, σελ. 109–111·
Μετάφραση από το Σουηδικό:
Γέροντας π. Ευσέβιος Βίττης
(1927–2009)·
Εκδόσεις «Ακρίτας»
(τώρα πλέον: «Πορφύρα»)·
Αθήνα, Φεβρουάριος 19924.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2017

ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΜΙΑΣ ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΕΩΣ

ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΜΙΑΣ ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΕΩΣ


     Μια λεπτή γαλάζια στήλη καπνού υψωνόταν σαν μπορντούρα του δάσους, όχι μακριά από το ερημητήριο. Υψωνόταν ελαφρά, ολόισια, χωρίς να την ενοχλεί και ο ελάχιστος άνεμος. Ήρεμη και λεπτή σαν τα μεγάλα δέντρα, φαινόταν να αποτελεί κομμάτι του τοπίου. Και όμως προκάλεσε την περιέργεια του υποτακτικού. Αυτός ο καπνός ήταν ασυνήθιστος. Ποιος λοιπόν πρωί-πρωί μπορεί να άναψε τη φωτιά; Ο υποτακτικός ήθελε να έχει ήσυχη την καρδιά του από λογισμούς. Προχώρησε γι’ αυτό, απομάκρυνε τα κλαδιά μερικών θάμνων και έβλεπε σε απόσταση τόση, όση φτάνει μια πετροβολιά, τον γέροντά του όρθιο, δίπλα σε μια ισχνή φωτιά. Τι να έκαιγε άραγε; Τον είδε να σκύβει, να παίρνει ένα κουκουνάρι και να το πετάει στη φωτιά.

     Ο υποτακτικός στάθηκε για λίγο διστακτικός. Έπειτα πλησίασε ήρεμα και ρώτησε με σεβασμό:
     –Τι καις αυτού, γέροντα;
     –Ένα πανέρι, απάντησε απλά ο γέροντας.
     Ο υποτακτικός πλησίασε και παρατήρησε από πιο κοντά. Διέκρινε τα υπολείμματα ενός πανεριού από ιτιά, που το κάψιμό του βρισκόταν στην τελική του φάση.
     –Δεν φαντάζομαι ωστόσο να είναι το πανέρι που έφτιαχνες αυτές τις μέρες.
     –Αυτό ακριβώς είναι! του απάντησε ο γέροντας.
     –Γιατί το έκαψες, λοιπόν; Δεν το βρήκες επιτυχημένο; ρώτησε έκπληκτος ο υποτακτικός.
     –Ω, ναι, πολύ επιτυχημένο! Πάρα πολύ επιτυχημένο μάλιστα…
     –Τότε, γιατί το έκαψες;
     –Γιατί πριν από λίγο, όταν διαβάζαμε την Τρίτη Ώρα, με απασχολούσε τόσο πολύ, ώστε να μου τραβάει όλη την προσοχή. Και γι’ αυτό έπρεπε να το προσφέρω θυσία στον Θεό, εξήγησε ο γέροντας.

     Ο υποτακτικός έμεινε με το στόμα ανοικτό. Άδικα νόμιζε πως τον γνώριζε καλά. Οι αντιδράσεις του γέροντά του του δημιουργούσαν πάντα κατάπληξη. Τούτη τη φορά όμως αυτό που έκανε ο γέροντας τού φαινόταν υπερβολικά αυστηρό.
     –Γέροντα, δε σε καταλαβαίνω. Αν έπρεπε να καίμε ό,τι περισπά την προσοχή μας κατά την ώρα της προσευχής, δεν θα βρίσκαμε ποτέ άκρη, μουρμούρισε ο υποτακτικός ύστερα από μια στιγμή σιωπής.
     Ο γέροντας δεν αποκρίθηκε.
     –Ξέρεις, είπε ο υποτακτικός, ότι ο αδελφός τάδε υπολόγιζε πολύ σ’ αυτό το πανέρι. Το χρειαζόταν ιδιαίτερα πολύ. Και το περίμενε βέβαια ανυπόμονα.
     –Ναι, το ξέρω, απάντησε ο γέροντας. Θα του κάνω ένα άλλο χωρίς καθυστέρηση. Όμως έπρεπε αυτό να το κάψω. Ήταν πιο επείγον αυτό.
     Το πανέρι κάηκε εντελώς. Ο γέροντας έσβησε με μια πέτρα τα υπολείμματα της φωτιάς και παίρνοντας μαζί του τον υποτακτικό τού είπε:
     –Έλα! Θα σου πω γιατί ενήργησα έτσι...


     Τον οδήγησε όχι μακριά από εκεί κοντά σ’ ένα φράχτη από ιτιές. Έκοψε έπειτα αρκετές ευλύγιστες βέργες και καθισμένος κατάχαμα άρχισε να πλέκει ένα καινούργιο πανέρι. Ο υποτακτικός κάθισε δίπλα του περιμένοντας τις εξηγήσεις του γέροντά του.
     –Θέλω να δουλεύω με τα χέρια μου, εξήγησε ο γέροντας. Και θέλω επίσης να δουλεύουν και όλοι οι αδελφοί μου, όχι από άπληστη επιθυμία κέρδους, αλλά για αποφυγή της αργίας, η οποία δίνει την ευκαιρία στον διάβολο να προσφέρει αυτός δουλειά δική του στους αργόσχολους μοναχούς, αλλά και για να δίνουν το καλό παράδειγμα και στο σημείο αυτό, αφού τόσος κόσμος μάς επισκέπτεται και θέλει να ωφεληθεί και από εμάς. Δεν υπάρχει τίποτε πιο αξιοδάκρυτο από ένα κοινόβιο που δεν δουλεύει. Όμως η εργασία δεν είναι το παν, αδελφέ μου. Δε λύνει όλα τα προβλήματα. Μπορεί ακόμα να αποτελέσει και εμπόδιο φοβερό για την αληθινή ελευθερία του ανθρώπου. Και γίνεται αυτό κάθε φορά που ο άνθρωπος αφήνει τον εαυτό του να κυριευθεί από το έργο του σε σημείο που να ξεχνάει τη λατρεία του ζώντος και αληθινού Θεού. Πρέπει, επίσης, να προσέχουμε άγρυπνα και φιλότιμα να μην αφήνουμε να σβήσει μέσα μας το πνεύμα της καθαράς και καρδιακής προσευχής. Αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα.

     –Καταλαβαίνω, γέροντα, είπε ο υποτακτικός. Δεν μπορούμε εντούτοις γι’ αυτό να καταστρέφουμε το έργο μας κάθε φορά που αφαιρούμαστε στην προσευχή.
     –Βεβαιότατα, απάντησε ο γέροντας. Το σημαντικό είναι να είμαστε έτοιμοι να το προσφέρουμε θυσία στον Κύριο. Μ’ αυτόν τον όρο μονάχα διατηρεί ο άνθρωπος την ψυχή του διαθέσιμη. Υπό το κράτος του παλαιού Νόμου, οι άνθρωποι θυσίαζαν τα πρωτόλειά τους από τη συγκομιδή και τα ποίμνιά τους. Δεν δίσταζαν να στερηθούν ό,τι πιο ωραίο είχαν. Αποτελούσε αυτό μια χειρονομία λατρείας, αλλά και απελευθερώσεως. Ο άνθρωπος διατηρούσε έτσι «ανοιχτή» την ψυχή του. Ό,τι προσέφερε διεύρυνε τους ορίζοντές του επ’ άπειρον. Αυτού βρισκόταν το μυστικό της ελευθερίας και του μεγαλείου του.

     Ο γέροντας σώπασε. Όλη η προσοχή του συγκεντρώθηκε στη δουλειά του. Ο υποτακτικός όμως δίπλα του έβλεπε πως είχε κάτι ακόμα να πει, κάτι ουσιαστικό, που αποτελούσε ένα με τον εαυτό του και δυσκολευόταν να απαλλαγεί από αυτό. Το ένοιωθε αυτό καλά ο υποτακτικός. Γι’ αυτό και οι στιγμές αυτές της σιωπής τού φάνηκαν μικρές. Θα ήθελε να πει μια λέξη για να πληρωθεί το κενό. Συγκρατήθηκε όμως από διακριτικότητα.


     Ξαφνικά ο γέροντας γύρισε το πρόσωπό του προς το μέρος του και τον παρατήρησε με μια έκφραση πάρα πολλής καλωσύνης.
     –Ναι, αδελφέ μου, είπε με πολλή ηρεμία, ο άνθρωπος δεν είναι πολύ μεγάλος, παρά όταν εξυψώνεται πάνω από το έργο του. Τότε φτάνει στο πραγματικό του μέγεθος. Όμως αυτό είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο. Το κάψιμο ενός πανεριού από βέργες ιτιάς που έκανε κάποτε μόνος του, δεν είναι τίποτε, όσο κι αν το καλάθι αυτό ήταν επιτυχημένο. Η απαλλαγή όμως και η αποξένωση από το έργο μιας ολόκληρης ζωής, είναι κάτι πολύ διαφορετικότερο. Αυτή η απάρνηση ξεπερνάει τις ανθρώπινες δυνάμεις.

     Για να ακολουθήσει την κλήση του Θεού, ο άνθρωπος, δίνεται εντελώς σε ένα έργο. Και το κάνει με πάθος και ενθουσιασμό. Και ο ενθουσιασμός είναι πραγματικά πάντα δημιουργικός. Αλλά δημιουργία ενός πράγματος σημαίνει ότι του δίνουμε τη σφραγίδα μας, το κάνουμε αναπόφευκτα δικό μας. Ο διάκονος του Θεού διατρέχει τότε τον πιο μεγάλο κίνδυνο. Το έργο που εκπληρώνει αφοσιωμένος σ’ αυτό, γίνεται γι’ αυτόν το κέντρο του κόσμου. Τον τοποθετεί μέσα σε μια κατάσταση ριζικής αδυναμίας να διατεθεί κάπου αλλού. Θα χρειαστεί γι’ αυτό μια διάρρηξη για να ξεριζωθεί από την κατάσταση αυτή. Δόξα τω Θεώ, που μια τέτοια διάρρηξη είναι επιτευκτή. Τα μέσα όμως της θείας Πρόνοιας που τίθενται τότε σε ενέργεια είναι τρομακτικά. Και αυτά είναι η έλλειψη κατανοήσεως, η αντίφαση, ο πόνος, η αποτυχία. Μερικές φορές κι αυτή ακόμα η αμαρτία, που επιτρέπει ο Θεός, μπορεί να μετατραπεί σε ευλογία από την πανσοφία Του. Η ζωή της πίστεως γνωρίζει τότε την κρίση της την πιο βαθειά, αλλά ταυτόχρονα και την πιο αποφασιστική. Παρουσιάζεται γρήγορα ή αργά και σε όλες τις καταστάσεις της ζωής. Ο άνθρωπος είναι καθιερωμένος πλήρως στο έργο του. Και πιστεύει πως αποδίδει δόξα στον Θεό με τη γενναιοδωρία του. Και να, που ξαφνικά φαίνεται να τον αφήνει ο Θεός μόνο του, στον εαυτό του, σαν να μην ενδιαφέρεται για το έργο που κάνει. Κάτι περισσότερο· φαίνεται να του ζητάει ο Θεός να απαρνηθεί το έργο του, να εγκαταλείψει αυτό στο οποίο είναι αφοσιωμένος ψυχή τε και σώματι επί τόσα χρόνια μέσα στη χαρά και στο μόχθο.

     «Πάρε τον γιο σου, τον μονογενή, τον Ισαάκ, και πήγαινέ τον ψηλά εκεί πάνω στο βουνό και πρόσφερέ τον θυσία ολοκαρπώματος!» (Γεν. 22, 2). Αυτόν τον τρομερό λόγο που απηύθυνε ο Θεός στον Αβραάμ, δεν υπάρχει αληθινός διάκονος του Θεού που δεν τον ακούει κάποια μέρα με τη σειρά του. Ο Αβραάμ πίστεψε στην υπόσχεση του Θεού, ότι θα του δώσει απογόνους. Επί είκοσι χρόνια περίμενε την πραγμάτωσή της. Δεν είχε καθόλου απελπισθεί. Και όταν επιτέλους ήρθε το παιδί, με το οποίο πραγματοποιούνταν η επαγγελία, να, που ο Θεός προσκαλεί τον Αβραάμ να Του το θυσιάσει! Και αυτό χωρίς καμιά εξήγηση. Το χτύπημα ήταν πολύ σκληρό και εντελώς ακατανόητο!


     Το ίδιο, λοιπόν, ζητάει και από εμάς ο Θεός κάποια μέρα. Ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο φαίνεται τότε πως δεν χρησιμοποιείται η ίδια γλώσσα. Έχει προκύψει τότε μια ασυνεννοησία. Ο Θεός είχε προσκαλέσει τον άνθρωπο και ο άνθρωπος είχε απαντήσει θετικά. Τώρα ο άνθρωπος προσκαλεί, αλλά ο Θεός σωπαίνει. Είναι ίσως η πιο τραγική στιγμή τότε, που η θρησκευτική ζωή συνορεύει με την απελπισία, γιατί ο άνθρωπος παλεύει ολομόναχος με τον Απερινόητο. Είχε πιστέψει πως του ήταν αρκετό να «κάνει» αυτό ή εκείνο, για να είναι ευάρεστος στον Θεό. Αλλά απέναντί του φαίνεται να υπάρχει δυσαρέσκεια.

     Ο άνθρωπος δεν σώζεται με το έργο του και τα επί μέρους έργα του, όσο καλά κι αν είναι. Χρειάζεται να γίνει ο ίδιος έργο του Θεού. Πρέπει να γίνει πιο εύκολος σε σφυρηλατήσεις και πιο ταπεινός στα χέρια του Δημιουργού του. Πρέπει να γίνει πιο εύπλαστος από ό,τι είναι ο άργιλλος στα χέρια του κεραμέως· πιο ευλύγιστος από τις βέργες της ιτιάς στα χέρια του καλαθοπλέχτη· πιο φτωχός και πιο εγκαταλελειμμένος από το νεκρό δέντρο μέσα στο δάσος στην καρδιά του χειμώνα. Μόνο από αυτή τη θέση της αγωνίας και μέσα σ’ αυτήν την συγκατάθεση πτωχείας μπορεί να ανοίξει ο άνθρωπος στον Θεό μια πίστωση χωρίς όρια, αφήνοντάς του με εμπιστοσύνη την απόλυτη πρωτοβουλία για την ύπαρξη και τη σωτηρία του. Τότε μπαίνει ουσιαστικά μέσα σε μια αγία υπακοή. Γίνεται παιδί και ομολογεί το θείο παιγνίδι της δημιουργίας. Πέρ’ απ’ τον πόνο και την ηδονή, αποχτάει τη γνωριμία με τη χαρά και τη δύναμη. Μπορεί να βλέπει με την ίδια διάθεση στην καρδιά του τον ήλιο και το θάνατο. Με την ίδια σοβαρότητα και την ίδια φαιδρότητα.


     Ο υποτακτικός σώπαινε. Δεν είχε πια την επιθυμία να θέσει ερωτήσεις. Ασφαλώς δεν καταλάβαινε όλα όσα του έλεγε ο γέροντας. Του φαινόταν όμως πως ποτέ δεν είχε δει τόσο διαυγώς και τόσο βαθιά μέσα στη ψυχή του πνευματικού του πατέρα. Εκείνο δε που τον εντυπωσίαζε πιο πολύ απ’ όλα, ήταν η γαλήνη με την οποία του μιλούσε γι’ αυτά τα τόσο σοβαρά πράγματα, που πρέπει να τα ήξερε από την προσωπική του εμπειρία. Θυμήθηκε τότε κάτι που του είχε πει ο γέροντάς του σε άλλη περίπτωση: «Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει παρά αυτό που βιώνει». Και ήταν απολύτως βέβαιος πως ο γέροντάς του βίωνε αυτό για το οποίο μιλούσε. Και μιλούσε με τέτοιον τόνο αλήθειας και πειστικότητας!

     Ο υποτακτικός ένοιωθε ξαφνικά γεμάτος γλυκύτητα και ταυτόχρονα φρίκη με τη σκέψη πως ήταν αυτός ο έμπιστος και ο προνομιούχος αποδέκτης μιας τέτοιας εμπειρίας. Ο γέροντας συνέχιζε το έργο του. Και τα χέρια του έπλεκαν τις βέργες της ιτιάς, χωρίς να τρέμουν, σαν να έπαιζε…

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΑΡΧΙΜ. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ
(1927–2009)


[Αρχιμ. Ευσεβίου Βίττη:
(1) «Περί χριστιανικής ασκήσεως»,
σελ. 41–48
(μετάφραση και διασκευή του ιδίου),
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη».
(2) «Ο μακάριος Γέροντας
Ευσέβιος Βίττης»
–Αντίδωρο μνήμης–
σελ. 27–29
(αναδημοσίευση σε μικρό τευχίδιο).
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

ΑΓΑΠΗ: ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΕΓΩ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥ

ΑΓΑΠΗ: ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΕΓΩ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥ


     Η αγάπη είναι ένα εντελώς καινούργιο στοιχείο στην ιστορία των σχέσεων του εγώ και το συ. Η αγάπη εισάγεται στον κόσμο «άνωθεν». Αποτελεί δώρο του ουρανού στη γη. Την προσφέρει ο Ίδιος ο Θεός, ο Οποίος «Ἀγάπη ἐστι» (Α΄ Ιωάν. 4, 8). Την ενσαρκώνει ο Υιός και Λόγος του Θεού, που εγκαινιάζει μια νέα περίοδο στην ιστορία του εγώ, την περίοδο της αγάπης. Όλη Του η ιστορία, άλλωστε, συνοψίζεται στη φράση: «Σας αγάπησα» (Ιωάν. 15, 9).


     Στο ερώτημα «Τι είναι αγάπη;», θα μπορούσε να δοθεί η απάντηση: Αγάπη είναι η πορεία του εγώ για να συναντήσει το συ, για το συ, δια μέσου της οδού της αυθυπέρβασης. Του οποιουδήποτε εγώ προς το οποιοδήποτε συ. Χωρίς κανέναν περιορισμό. Η αγάπη είναι ένα είδος «κένωσης» του εγώ. Το εγώ «αδειάζει» ολόκληρο μέσα στο συ, χωρίς κανέναν εξωτερικό εξαναγκασμό και χωρίς καμία προσδοκία κανενός ανταλλάγματος οποιουδήποτε, υλικού ή πνευματικού, του ενθάδε ή του επέκεινα. Γι’ αυτό και βρίσκεται η αγάπη έξω από κάθε οποιαδήποτε σκοπιμότητα. Και την πιο ευγενική. Σκοπός της αγάπης είναι η αγάπη. Γι’ αυτό και στη «θρησκευτική περιοχή» όπου, όχι σπάνια, παραποιείται η αγάπη, βλέπουμε δραστηριότητες και κινήσεις που δεν βοηθούν καθόλου στη συνάντηση του εγώ–συ. Η αγάπη εξαφανίζεται και μένει στη θέση της ο φατριασμός, το πνεύμα της κάστας, η προσωπολατρία, εγωιστικές και άλλες επιδιώξεις που, όταν φανερωθούν, σκανδαλίζουν, εξεγείρουν, απογοητεύουν, προκαλούν αηδία και ναυτία.


     Κάτω από την κυριαρχία του φορμαλισμού ή του φανατισμού μεταβάλλεται η αγάπη σε «μέσο», σε όχημα επιδιώξεων του εγώ, που θεωρούνται θεμιτές γιατί δεν είναι υλικές ή φανερά επιλήψιμες και κατακριτέες, όπως π.χ., η «προσωπική τελείωση» και η «προσωπική αιώνια μακαριότητα». Μορφές τέτοιας «αγάπης» «μισθωτών» ή «δούλων» –όπως πολύ ωραία τη χαρακτηρίζουν οι άγιοι Πατέρες– είναι π.χ., «φιλανθρωπικές» εκδηλώσεις, που συνήθως κουρελιάζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και υπόσταση του συ· θρησκευτικοί προσηλυτισμοί και προπαγάνδες που, όπως αποδείχνουν τα πράγματα, κάθε άλλο παρά στο συ, ως συ, αποβλέπουν. Είναι όλα αυτά και όσα «τούτοις ὅμοια», ένας άλλος τρόπος, πιο «ευπρεπής», πιθανόν και πιο «ηθικός», για να αναζητήσει το εγώ τον εαυτό του και να ξεφύγει –μα, τι άλλο;– την οδύνη και τον πόνο της αυτοκένωσης και την ταπείνωση της αυθυπέρβασης.

     Πολύ ωραία και πετυχημένα κάνει μία σχετική παρατήρηση ένας σύγχρονός μας φιλόσοφος:
     –Γιατί μου δείχνεις αγάπη;
     –Μα, για να κερδίσω τη Βασιλεία των Ουρανών!
     –Με ρώτησες όμως εμένα, κύριε, εάν θέλω εγώ να γίνω υποζύγιό σου;

     Το εγώ παραμένει, στην περίπτωση αυτή, ουσιαστικά ανανάπτυχτο, στην ίδια κατάσταση της κεντρομόλας εγωικότητας, μόνο που τώρα ντύνεται με «θρησκευτικό ρούχο». Και ο μόνος που ξεγελάει είναι ο εαυτός του.


     Ανεξάρτητα όμως από τις παραχαράξεις αυτές, που δείχνουν την παθολογική κατάσταση του φυσικού εγώ της «πεπτωκυίας» μας, της πεσμένης μας φύσης, υπάρχει και η γνήσια και η αληθινή αγάπη, όπως την ενσαρκώνει ο Ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός και όσοι Τον ακολούθησαν στην πορεία Του. Στην περίπτωση αυτή, χαρακτηριστικό της αγάπης είναι η θυσία των πάντων, χάριν του αντικειμένου της. Μία καταπληκτική φράση του μεγάλου εργάτη και υμνητή της αγάπης, του Αποστόλου Παύλου λησμονιέται –ίσως– πολύ συχνά: «Φτάνω στο σημείο να εύχομαι να χωριζόμουν εγώ από τον Χριστό, αρκεί να πήγαιναν κοντά Του οι ομοεθνείς αδελφοί μου» (Ρωμ. 9, 3). Μέσα στη φράση αυτή και με τη φράση αυτή διατυπώνεται το ανυπέρβλητο μεγαλείο της αγάπης, που είναι ικανή να αποξενωθεί από ό,τι αποτελεί την ύψιστη επιδίωξη του εγώ, την αιώνια μακαριότητά του, χάριν όλων αυτών που αγαπάει. Ό,τι αποτελεί για τον Απόστολο Παύλο περιεχόμενο ζωής, αγώνων, θυσιών, πόνου, ελπίδας, προσδοκίας, θερμουργού έρωτος, αυτό που ήταν γι’ αυτόν το «εγώ του εγώ» του, τον Χριστό, τώρα είναι έτοιμος να το αποχωριστεί για χατίρι εκείνων που ήταν αγαπημένα του συ, σύμφωνα και με αυτό που σημειώνει αλλού: «Η αγάπη δεν ζητάει το συμφέρον» (Α΄ Κορ. 13, 5), γιατί αναζητάει το συ, για το συ. Χαρά και ευτυχία του εγώ, είναι η χαρά του συ. Γι’ αυτό και η αγάπη έχει το στοιχείο της πληρότητας μέσα της και δεν το αποζητάει κάπου έξω από την αγάπη.


     Η αγάπη, ως χώρος συνάντησης του εγώ με το συ, είναι κατεξοχήν κίνηση ελευθερίας. Δεν έχει κίνητρα συναισθηματικά, βιολογικά, φυλετικά, αισθητικά ή οποίας άλλης κατηγορίας. Αδικεί, γι’ αυτό, την αγάπη και την μειώνει αφάνταστα η ταύτισή της με τον οίκτο, που στις ενέργειές του είναι αντανακλαστικός και αποτελεί μάλλον νομοτελή ψυχολογική κίνηση, παρά ελεύθερη ενέργεια. Για να ξεπεράσει το εγώ τον εαυτό του αγαπώντας, για να αυθυπερβαθεί, πρέπει να κινηθεί ελεύθερα έξω από τον εαυτό του. Πρέπει να «ἐκ–στῇ ἑαυτοῦ». Η αυθυπέρβαση όμως αυτή του εγώ, η κένωσή του ή η «ἔκ–στασίς» του για χάρη του συ, ενέχει και ένα στοιχείο βαθειάς, υπαρξιακής τραγικότητας. Η αγάπη δεν εκδηλώνεται, τουλάχιστον όχι πάντα, επειδή η αυτοέκφρασή της ευχαριστεί το εγώ που, από αυτό και μόνο το λόγο, προχωρεί στις θυσίες που επιβάλλονται προκειμένου να αυτοεκδηλωθεί, όπως το ξύλο στο ποτάμιο ρεύμα, όπου πιθανόν να υπάρχουν και καταρράχτες και μπορεί εκεί να κακοπάθει και ακόμα να κατακομματιαστεί. Το εγώ παλεύει, πολλές φορές, πολύ σκληρά με τον εαυτό του για να αγαπήσει τελικά το συ. Το συ, που, ίσως ποτέ του δεν θα νιώσει την αγάπη του εγώ, ή που θα την παρεξηγήσει και θα της αποκριθεί με μίσος. Το εγώ αντιμάχεται κρατερά την ίδια του την κεντρομόλα τάση και ξεπερνάει την έλλειψη αμοιβαιότητας που αποτελεί conditio sine qua non (την απαραίτητη προϋπόθεση, εκ των ων ουκ άνευ) στην περιοχή της φιλίας και του έρωτα.


     Αυτό όμως δεν γίνεται χωρίς πόνο, χωρίς δάκρυα, χωρίς ταπεινώσεις, χωρίς αυτοεκμηδένιση και χωρίς συνάντηση πρόσωπο προς πρόσωπο με τον ίδιο τον θάνατο, τον οποιονδήποτε θάνατο· τον θάνατο που βιώνεται ως επί μέρους «μικρών θανάτων» συχνά, και τον θάνατο που είναι, πια, ο «μεγάλος» και τελικός. Η αγάπη λέει στο συ: «Σὲ ἀγαπῶ!», χωρίς να περιμένει (αντ)απόκριση καταφατική. Γι’ αυτό και η αγάπη έχει όχημά της το Σταυρό και είναι ντυμένη με την πορφύρα του μαρτυρίου. Γι’ αυτό και η αγάπη «δεν προέρχεται απ’ αυτόν τον κόσμο» (πρβλ. Ιωάν. 18, 36), του τόσο εγωιστικού και σκλάβου της τυφλής ορμής. Η ρίζες της δεν είναι χωμένες στην γη, αλλά στον ουρανό. Η αγάπη στη γη ετούτη είναι καρπός μιας άλλης συνάντησης, της συνάντησης του ανθρώπινου εγώ με το Θείο Συ, που είναι η Αγάπη, η ενυπόστατη Αγάπη και η πηγή κάθε άλλης αγάπης. Η αγάπη του εγώ για το συ, ως χώρος συνάντησής τους, προϋποθέτει ένα «τρίγωνο» που, αντί να την καταλύει, όπως το ιψενικό, τη δυναμώνει, την εξαγιάζει, την ανεβάζει από το γήινο επίπεδό της σε καθαρά πνευματικό και αυτόχρημα θείο...

ΑΡΧΙΜ. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ
(1927–2009)



[Αρχιμ. Ευσεβίου Βίττη:
«Ἐπιψαύσεις ἄκρῳ δακτύλῳ»,
κεφ. 3ο, («Η Συνάντηση»), σελ. 98–103,
εκδόσεις Π. Σ. Πουρναρά,
Θεσσαλονίκη 1996.
Α΄ δημοσίευση: Δευτ. 10/12/2012.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΑΗ–ΒΑΣΙΛΗ

Ο ΒΟΗΘΟΣ ΤΟΥ ΑΗ–ΒΑΣΙΛΗ


     Μπόχουμ (Bochum). Μια, με ιδιότυπη ομορφιά, πόλη στην Δυτική Γερμανία. Ήταν αρχές Δεκεμβρίου. Η πόλη –όπως και όλες οι πόλεις της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης– είχε κιόλας χριστουγεννιάτικο χρώμα. Είχαν οι δρόμοι τον χριστουγεννιάτικο στολισμό τους, καθώς και οι προθήκες των καταστημάτων και των σπιτιών στο εσωτερικό τους. Βέβαια, το εόρτιο μήνυμα είναι δυστυχώς! μόνο εξωτερικό. Η ρήση του Κυρίου: «ἐποιήσατε τὸν οἶκον τοῦ Πατρός μου οἶκον ἐμπορίου» (Ιωάν. β΄ 17), έχει και εδώ την εφαρμογή του, στην ευρύτερή της έννοια. Κατάντησε η μοναδική αυτή γιορτή, το προμήνυμα του λυτρωμού του κόσμου, υπόθεση εμπορίου για τους περισσότερους χριστιανούς, με όλη την υλικότητα που αυτή σημαίνει.


     Στεκόμασταν με τη συντροφιά μου σε μια διάβαση, περιμένοντας το πράσινο φως που θα μας άφηνε να περάσουμε στην άλλη μεριά του δρόμου. Επειδή τ’ αυτοκίνητα ήταν πάρα πολλά, ο «Σταμάτης» μάς κρατούσε περισσότερη ώρα· ενώ ο «Γρηγόρης», ώσπου να εμφανιστεί, αμέσως εξαφανιζόταν. Έτσι, παρατεινόταν η αναμονή ενώ, ταυτόχρονα, δινόταν η ευκαιρία να συμβούν τα πιο απρόβλεπτα πράγματα στο μικρό αυτό διάστημα, σοβαρά ή όχι. 
     Περιμένοντας, λοιπόν, να περάσουμε απέναντι, βλέπω να στέκει μπροστά μου μια κυρία με τον μικρό της. Θα ήταν περίπου πέντε ετών αγοράκι. Σε μια στιγμή, διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας. Το βλέμμα του μικρού παιδιού, ήταν όλο περιέργεια καθώς με παρατηρούσε. Του χαμογέλασα. Αυτό, κρύφτηκε πηγαίνοντας μπροστά στη μαμά του. Σε λίγο, προβάλλει το κεφαλάκι του και με βλέπει με το ένα του μάτι. Το ξαναβλέπω. Εκείνο, κρύβεται. Ξαναπροβάλλει με ολόκληρο το κεφαλάκι του. Νόμιζε πως δε το βλέπω. Γυρνώ, ξαφνικά, το κεφάλι μου και το βλέπω. Ξανακρύβεται. Αυτό, έγινε μερικές φορές. Είχαμε ήδη γίνει σιωπηλά φίλοι. Σε λίγο ψιθυρίζει κάτι στη μαμά του, που δεν είχε πάρει είδηση τη βουβή αυτή επικοινωνία. 
     Όμως, άκουσα τι έλεγε:


     –Τι είναι, μαμά, αυτός ο παράξενος άνθρωπος;
     –Ποιος, παιδάκι μου;
     –Να, αυτός πίσω σου.
     Γυρνάει τότε, με λεπτή διακριτικότητα, η μητέρα του και με βλέπει χαμογελαστή και με χαιρέτησε. Προτού, όμως, να προφτάσει να μου πει κάτι, μίλησα εγώ:
     –Ρώτησες τη μαμά σου ποιος είμαι, είπα απευθυνόμενος στο παιδί, δεν είναι έτσι;
     Ο μικρός κρύβεται, αλλά πάλι η περιέργεια τον νικάει. 

     Με ξαναβλέπει.
     –Δε κατάλαβες, ακόμα, ποιος είμαι;
     Ο μικρός τολμάει να πει ένα δειλό «όχι».
     –Τι θα γιορτάσουμε σε λίγες μέρες;
     –Τα Χριστούγεννα!..., λέει ο μικρός.
     –Μπράβο! Το ξέρεις! Και, δε μου λες, ποιός είναι εκείνος που αγαπάει τα μικρά παιδάκια κι έρχεται την Άγια Νύχτα και σκορπάει γι’ αυτά όμορφα δωράκια; Πρέπει να τον ξέρεις! Έτσι, δεν είναι;
     –Τον ξέρω...
     –Ποιος είναι, λοιπόν;
     –Ο Άη–Βασίλης!...
     –Ωραία, το βρήκες! Και, ξέρεις πού μένει;
     –Όχι!...
     –Όχι;... Να, πέρα!... Κατά τον Βορρά!... Δε τον βλέπεις που έρχεται με το έλκηθρο, που το τραβούν τα ελαφάκια από τη 
«Χώρα των Χιονιών»; Και, να! Κίνησε κιόλας, για να προλάβει να περάσει απ’ όλα τα σπίτια και να μοιράσει τα δώρα του. Μα, πού, να προλάβει! Γι’ αυτό έστειλε τον «Βοηθό» του, να δει από κοντά πού είναι τα καλά παιδάκια –και, όλα τα παιδάκια είναι καλά!– για να ξέρει πού να δώσει τα δώρα του. Λοιπόν; Δε κατάλαβες, ακόμη, ποιός είμαι;
     –Αααα!..., έκανε ο μικρός.
     –Βλέπεις, πως είμαι ακριβώς ο «Βοηθός» του Άη–Βασίλη;... Κι έρχομαι κι εγώ από πολύ μακρυά!…
     Του μικρού παιδιού άνοιξαν τα ματάκια, γεμάτα έκπληξη και δέος. Ο «Βοηθός» του Άη–Βασίλη στην πόλη τους και, μάλιστα, μέρα–μεσημέρι, καταμεσίς του δρόμου! Τι, ευτυχία, για τον μικρό!...


     Η μητέρα του, λησμόνησε πως έπρεπε να φύγει. Παρακολουθούσε μ ενδιαφέρον τη συζήτηση. Το ίδιο και οι δικοί μου. Ο «Γρηγόρης» και ο «Σταμάτης» διαδέχθηκαν πολλές φορές ο ένας τον άλλον. Όμως, που να το πάρουμε εμείς είδηση!...
     –Δε μου λες, ρώτησα τον μικρό, τι δώρο θέλεις να σου φέρει ο Άη–Βασίλης;
     Δίστασε για λίγο ο μικρός. Τον ενθάρρυνα.
     –Ένα τραινάκι, θέλω!... 

     Και μου είπε τι τραινάκι ήθελε.
     –Ωραία! Θα του το πω. Άλλο, τίποτε;
     –Όχι, αυτό θέλω!... απάντησε ο μικρός.
     –Πολύ καλά. Ελπίζω πως δε θα το ξεχάσει. Πιστεύω πως θα σου φέρει ένα πολύ όμορφο τραινάκι.
     Βλέπω, όμως, πως ήταν ώρα ν
 αποδεσμευθεί η μητέρα του παιδιού. Δε μπορούσε να περιμένει εκεί, μάλιστα τέτοια μέρα, περισσότερο. 
     –Κυρία μου, της είπα, χάρηκα πολύ από τη γνωριμία μου με τον μικρό σας Χανς έτσι μου είπε η μητέρα του πως έλεγαν τον μικρό, που σημαίνει «Γιαννάκης». Θα ήθελα να σας ζητήσω μια χάρη…
     –Με υποχρεώνετε! μου είπε εκείνη ευγενικά. Για τι πρόκειται;
     –Να, επειδή συστήθηκα ως «Βοηθός» του Άη–Βασίλη στο μικρό σας παιδί, κι επειδή θεωρώ έγκλημα ν
 απογοητεύει κανείς τις προσδοκίες των μικρών, θα σας παρακαλούσα να μου επιτρέπατε ν’ αφήσω ένα ποσό για να πάρετε το τραινάκι του Χανς, εκ μέρους μου…
     –Με συγκινείτε πολύ! είπε εκείνη με ολοφάνερη τη συγκίνηση, αλλά θα μου επιτρέψετε να μη δεχθώ. Σειρά μου είναι, να σας ζητήσω κι εγώ μια χάρη... 
     Και, λέγοντας αυτά, έβγαλε από την τσάντα της τρία χαρτονομίσματα των εκατό μάρκων. 
     Αυτά μου μένουν, δυστυχώς! είπε. Σας παρακαλώ, να τα δεχθείτε για να τα χρησιμοποιήσετε για τους φτωχούς της ενορίας σας, για τους «ελάχιστους αδελφούς» του Ιησού (βλ. Ματθ. κε΄ 40). Ασφαλώς, δε θα σας λείπουν τέτοιοι!...


     Έμεινα μ ανοιχτό στόμα! Τέτοια, χειρονομία! Τόσο αυθόρμητη και ειλικρινής! Τόσο συνειδητή και γνήσια! Πρέπει να είχε δεχτεί πολλή πνευματική καλλιέργεια, η ψυχή αυτή, για ν’ ανοίγει τόσο απλόχερα το χέρι της για τους άγνωστους αδελφούς της και να έχει πολύ αναπτυγμένο το πνεύμα της φιλαλληλίας. Και έτσι πρέπει να έχει γίνει, όπως κατάλαβα σε λίγο. Έτσι διδασκόταν στην ενορία της. Και είχε δεχθεί μέσα της ολόψυχα ό,τι της προσφερόταν ως διδαχή πνευματική αλλά και πρακτική. 


     Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθείτε τη συγκίνησή μου από την ομορφιά αυτής της χειρονομίας που, βέβαια, δε μπορούσα να την δεχθώ, μια που, εκτός των άλλων, συνέβαινε να μην έχω ενορία. Μέσα μου, όμως, τονώθηκε η βεβαιότητα πως η αγάπη ζει ακόμη στις καρδιές των ανθρώπων. Και, όσο η αγάπη ζει, τρέφεται και η ελπίδα. Όχι, η οποιαδήποτε φρούδη ελπίδα, αλλά η ελπίδα η «ἐν Χριστῷ» σε όλες της τις διαστάσεις, τις εγκόσμιες και υπερκόσμιες. Είναι η μόνη ελπίδα που «οὐ καταισχύνει» (Ρωμ. ε΄ 5), δε ντροπιάζει όσους την κατέχουν, όπου κι αν αυτοί βρίσκονται στα πλάτη της γης μας…

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ 
π. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ
(1927–2009)


[Γέροντος π.Ευσεβίου Βίττη 
(1927–2009):
«Κατοπτρισμοί»
(Πεζοτράγουδα–Χρονογραφήματα–Διηγήματα),
Μέρος β΄, Κεφ. 24ο, 
σελ. 125–130.
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», 
Θεσ/νίκη 2006.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2014

ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΘΛΙΨΕΙΣ

ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΚΑΙ ΘΛΙΨΕΙΣ


       1. Ένας άλλος τρόπος που μ’ αυτόν προσπαθεί ο διάβολος να ενεργεί εις βάρος του ανθρώπου είναι οι διάφοροι πειρασμοί. Αν επιτραπεί από τον Θεό στο διάβολο να προκαλέσει στον άνθρωπο πειρασμούς, τότε ο διάβολος βρίσκει την ευκαιρία να εκδηλώσει και, αν είναι δυνατόν, να ικανοποιήσει τις άγριες και μισάνθρωπες διαθέσεις του. Ταυτόχρονα δε, ελπίζει ότι το πλήθος των δοκιμασιών και θλίψεων που θα επακολουθήσουν την παράβαση του θείου θελήματος, προς την οποία τον σπρώχνει βίαια, θα κάμψουν το ηθικό του και θα μειώσουν ή θα εκμηδενίσουν την πίστη του στον Θεό, γιατί πάντα η θλίψη δημιουργεί ατονία στην ψυχή και την παραλύει, έστω και για λίγο. Υπό το κράτος αυτής της καταστάσεως και υπό το συνεχές σφυροκόπημα των υποβολών του πονηρού, παρερμηνεύει ο άνθρωπος το νόημα των πειρασμών και δοκιμασιών του. Έτσι, η δριμύτητα του πόνου που προκαλούν οι θλίψεις και οι πειρασμοί, αν ο άνθρωπος πιστέψει στις υποβολές του πονηρού, χάνουν τον παιδευτικό χαρακτήρα που ο Θεός θέλει να έχουν γι’ αυτόν. Με αφορμή δε αυτές τις δοκιμασίες, μπορεί ο άνθρωπος να ξεπέσει ακόμη και στην απιστία και στην αθεΐα. Όταν η ψυχή ατονίσει, τότε πια την πολιορκεί πλήθος λογισμών ολιγοπιστίας ή απιστίας έναντι του Θεού. Το πέτυχε αυτό ο πονηρός; Υποχώρησε ο άνθρωπος στην έφοδο των λογισμών; Τι άλλο καλύτερο θα ήθελε ο εχθρός του;

       2. Και, αναρωτιέται κανένας· γιατί να παίρνει τέτοια εξουσία ο σατανάς; Δεν βλέπει ο Θεός όλα όσα τεκταίνεται ο διάβολος εις βάρος του ανθρώπου; Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο σατανάς δεν μπορεί να ξεφύγει το μάτι του Θεού που τα βλέπει όλα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Θεός ξέρει τι σκέπτεται και βλέπει τι ενεργεί και με ποια διάθεση, ο σατανάς. Και τίποτε δεν γίνεται χωρίς την έγκριση του Θεού. Και οι ίδιοι οι δαίμονες δεν μπορούν να υπηρετήσουν τον ίδιο τον αρχηγό τους χωρίς την ανοχή του Θεού. Ο Θεός γνωρίζει πώς με την αναγκαία φιλάνθρωπη πρόνοιά Του, τη γεμάτη στοργή και καλοσύνη για τον άνθρωπο, να επιβάλλει κολασμούς διαφόρους δια μέσου και των υπηρετών του σατανά, χωρίς βέβαια αυτοί να θέλουν ή να ξέρουν πως κατά βάθος του Θεού το σχέδιο εξυπηρετούν. Αυτό το βλέπουμε στην περίπτωση του Ιώβ, τον οποίο, ήταν αδύνατο να πλησιάσει ο διάβολος χωρίς την έγκριση του Θεού και πάντα μέσα στα όρια που του προσδιοριζόταν.


       3. Όταν ο άνθρωπος, είτε θεληματικά είτε επειδή παρασύρθηκε από τις υποβολές του πονηρού και των οργάνων του, αλλά με τη συγκατάθεση τελικά της θελήσεώς του, παραδοθεί στις ηδονές των αισθήσεων, δέχεται ταυτόχρονα και το σπέρμα της κακίας που φυτρώνει μέσα του. Ο Θεός εκμεταλλεύεται την κακή διάθεση του διαβόλου για τον άνθρωπο. Του επιτρέπει να προκαλέσει θλίψεις και δυσκολίες στον άνθρωπο. Η ακούσια αυτή οδύνη, αποτελεί το όργανο του Θεού που μ’ αυτό αποτρέπει ο Θεός τη δηλητηριώδη επίδραση της ηδονής, που είναι το σπέρμα της αμαρτίας μέσα στον πνευματικό οργανισμό του ανθρώπου και απομακρύνει το νου του από τη θεία αγάπη. Έτσι, γίνεται ο πειρασμός και η δυσκολία «αφορμή περιστασιακή για να ξαναγυρίσει ο άνθρωπος στην αρετή» εκείνων που ξεγλίστρησαν από το δρόμο του Θεού (άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής).

       4. Η ψυχή, δηλητηριασμένη από την ηδονή, αποκαθαίρεται από τον ρύπο και τις ζημιογόνες επιπτώσεις της με τον πόνο. Η απόσπαση της ψυχής από την εμπαθή σχέση και «φιλία» προς τα υλικά γίνεται με τη βοήθεια της οδύνης, εφόσον το συνειδητοποιήσει αυτό η ψυχή και υπό τους όρους που ήδη αναφέρθηκαν. Επειδή αυτή η συνειδητοποίηση δεν είναι πάντα εύκολη για την ψυχή και μάλιστα η ανάληψη των εκούσιων πόνων και της ασκήσεως, επιτρέπει ο Θεός και τους ακούσιους πειρασμούς και δυσκολίες, τόσο διά μέσου θλιβερών καθ’ εαυτά γεγονότων όσο και πειρασμών εκ μέρους του δαίμονος ή των ανθρώπων.


       5. Οι ακούσιοι πειρασμοί και κάθε αντίστοιχη δοκιμασία, λέει ο άγιος Μάξιμος, ξεριζώνουν «παντελώς το σπέρμα της κακίας και εκείνη την ηδονή που σύλησε τη θεία αγάπη από το νου» του ανθρώπου και καθαρίζουν από την ψυχή εκείνου που δοκιμάζεται και υφίσταται τους πειρασμούς. Ο πόνος εισχωρεί βαθειά μες στην ψυχή και ό,τι δεν μπορούσε μόνη της η ψυχή να πετύχει, το πετυχαίνει αυτός. Ξεριζώνει την ηδονή που παριστάνεται σαν συλητής και κλέφτης, που αφαιρεί τη θεϊκή αγάπη από το νου, του οποίου όμως αποτελεί το φυσικό περιεχόμενο, ό,τι ουσιαστικά τον γεμίζει και τον καθιστά άξιο της ιδιότητός του. Αυτό παρατηρεί και ομολογεί και ο προφήτης Ησαΐας, λέγοντας: «Κύριε, ἐν θλίψει ἐμνήσθημέν σου» (Ησ. κστ΄ 16). Κάτω από την πίεση του πόνου, ο νους έρχεται σε συναίσθηση της καταστάσεώς του· βλέπει πως πήρε τον όχι σωστό δρόμο, οπότε θυμάται Αυτόν που αποτελεί το κέντρο της υπάρξεώς του, τον Θεό.

       6. Επειδή ο άνθρωπος δεν θέλει να βιάσει τον εαυτό του πολλές φορές και, από ραθυμία και αμέλεια, δεν προχωρεί αποφασιστικά σε μετάνοια και «βίου ἐπανόρθωσιν», χρησιμοποιεί ο Θεός τον πόνο και τον πειρασμό για να τον ταρακουνήσει λίγο και να τον συνεφέρει. Όσοι αποδέχονται το φάρμακο αυτό με την καρδιά τους, θεραπεύονται. Όσοι δεν το αποδέχονται εκούσια, αν ο Θεός διακρίνει στο βάθος τους καλή διάθεση, διάθεση που είναι αιχμαλωτισμένη από κάποια πάθη και αδυναμίες, εξαναγκάζονται κατά κάποιο τρόπο θεϊκό και απερινόητο σε θεραπεία, χωρίς να βιάζεται η ελευθερία τους (Πέτρος ο Δαμασκηνός).


       7. Ο άνθρωπος, εύκολα εξολισθαίνει και ξεγλιστράει στη ματαιότητα (ἐμματαιάζει). Και το ίδιο εύκολα φιλοσοφεί και μιλάει για διάφορα πράγματα και ιδίως για πνευματικά ζητήματα εντελώς θεωρητικά, μένοντας στην επιφάνεια και κυρίως μην προχωρώντας στην πράξη και εφαρμογή. Ο Θεός, όμως, δεν τα θέλει αυτά. Θέλει αντίθετα αντί να ασχολούμαστε με κούφια λόγια και θεωρίες, να μάθουμε πάνω στην πράξη και πάνω στη σκληρή πραγματικότητα, με καρτερία, υπομονή, ταπείνωση και υπακοή, κάθε τι που αφορά τη σωτηρία μας. Δεν υπάρχει καλύτερο σχολείο από αυτό. Και ο πόνος και ο πειρασμός και οι δυσκολίες, θα μας μάθουν πολύ περισσότερα πράγματα από αναρίθμητα σχολεία και βιβλία. Η με όλη την ύπαρξη μάθηση, είναι η αληθινή μάθηση. Και όταν αυτή προηγηθεί, τότε και τα βιβλία και οι συζητήσεις κ.λπ. θα πιάνουν τόπο. Αυτό το ξέρει καλά η αγάπη του Θεού και γι’ αυτό θέλει να φοιτούν σ’ αυτή τη σχολή οι ψυχές που επιθυμούν πραγματικά να «μορφωθῇ Χριστὸς ἐν αὐταῖς» (πρβλ. Γαλ. δ΄ 19).

       8. Οι ακούσιοι πειρασμοί και οι θλίψεις, επιτρέπονται από την αγάπη του Θεού και για περισσότερο στηριγμό στην πίστη, ώστε να έχουμε «βεβαιότερη την ελπίδα στα υπεσχημένα αγαθά». Και από αυτά τα αγαθά θέλει ο εχθρός να μας απομακρύνει, αλλά, και από τον Ίδιο τον Θεό που τα χορηγεί. Αν τα αγαθά που μας υπόσχεται ο Κύριος δεν ήταν μέγιστα και απερινόητα, δεν θα μας πολεμούσαν με τόση μανία οι δαίμονες. Και νομίζουν αυτοί πως, με τη λυσσαλέα πολεμική τους, θα μας φέρουν σε απόγνωση, ώστε να μην τα ελπίζουμε. Επιτρέποντας, όμως, τον πειρασμό ο Κύριος μάς αναγκάζει να καταφύγουμε περισσότερο κοντά Του και να αγωνιζόμαστε να αναζωπυρώνουμε την πίστη και την ελπίδα μας σ’ Αυτόν (Ιωάννης Καρπάθιος).


       9. Η θεία παντοδυναμία θριαμβεύει διά μέσου της ανθρώπινης αδυναμίας των αγίων, αποδεικνύοντας κατώτερή της την αλαζονική και φαινομενική δύναμη του διαβόλου και των οργάνων του. Επομένως, αν όλοι οι άγιοι δέχτηκαν τη θεία παιδαγωγία του πόνου και το όνειδος της κατά το ανθρώπινο αδυναμίας, πόσο μάλλον έχουμε χρέος εμείς, όταν παιδευόμαστε και δοκιμάζουμε θλίψεις και πειρασμούς, που οπωσδήποτε είναι μικρότεροι από εκείνους που δοκίμασαν οι άγιοι, να ευχαριστούμε τον Θεό για όλα αυτά που αποτελούν ουσιαστικά πολύ μεγάλες ευεργεσίες του Θεού; Μην ξεχνούμε πως ο Θεός, όποιον τον αγαπάει, τον παιδαγωγεί και χρησιμοποιεί, όχι σπάνια, και αυστηρά παιδαγωγικά μέσα («μαστιγοῖ», τον «μαστιγώνει», λέει η Αγία Γραφή: Εβρ. ιβ΄ 6) ως γνήσια δικό Του παιδί, άξιο του παιδαγωγικού και στοργικού Του ενδιαφέροντος.

       10. Βλέποντας, όμως, πάντα ρεαλιστικά τους πειρασμούς και τις θλίψεις και, πέρα από τα οδυνηρά συναισθήματα που μας προκαλούν, διαπιστώνουμε πως, παρόλα αυτά, πίσω τους κρύβεται μία απέραντη και ανέκφραστη και απερίγραπτη θεϊκή στοργή, που, μόνο το καλό μας θέλει. Και ακριβώς επειδή για τη θεία στοργή πρόκειται και για τη θεραπεία των αγαπημένων στον Κύριο ψυχών, δεν πρέπει να μας παραξενεύουν τα δραστικά φάρμακα που χρησιμοποιεί. Αν οι άνθρωποι γιατροί προσπαθούν να βρουν τα κατάλληλα για τον καθένα μέσα θεραπείας και φάρμακα, πολύ περισσότερο είναι σε θέση να το κάνει αυτό ο Θεός και βέβαια τέλεια και απολύτως σωστά και αποτελεσματικά. Εκτός, όμως, από την ευγνώμονα διάθεση, που μ’ αυτήν πρέπει να γίνονται οι δυσκολίες μας δεκτές, πρέπει να τις δεχόμαστε και με εσωτερική χαρά και ευφροσύνη, γιατί κάτω από τα οποιαδήποτε εξωτερικά δεινά υποφώσκει και διαφαίνεται η γλυκειά ελπίδα του ουρανού και της μακαριότητάς του.


       11. Οι δοκιμασίες για τους πιστούς αποτελούν επίσης κρίση του Θεού. Αν και νεκρωμένοι ως ένα βαθμό, ενώ είναι ακόμα ζωντανοί βιολογικά, για την αμαρτία και ζώντας τη μυστική ζωή του Θεού, όμως δεν έχουν φτάσει ακόμα στο σημείο που πρέπει. Είναι γι αυτό αναγκαίες οι δοκιμασίες και γι αυτούς συνεχώς. Ο Θεός ως δίκαιος αρχίζει πρώτα από τους δικούς Του την κρίση Του, όπως μας βεβαιώνει η θεία Γραφή: «Καιρὸς τοῦ ἄρξασθαι τὸ κρῖμα ἀπὸ τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Πέτρ. δ΄ 17). (Τώρα είναι ο καιρός για να αρχίσει η κρίση από το σπίτι του Θεού πρώτα, λέει ο απόστολος Πέτρος). Γι αυτό οι πραγματικά πιστοί δέχονται με χαρά όλα τα είδη των πειρασμών και των θλίψεων. Ξέρουν πολύ καλά τι σημαίνουν κατά βάθος οι εξωτερικές αλλά και οι εσωτερικές δοκιμασίες.

       12. Ο βαθύτερος σκοπός των πειρασμών και ο λόγος για τον οποίο τους επιτρέπει ο Θεός, είναι η πνευματική ωφέλεια αυτών που τους υφίστανται. Και η ωφέλεια που θα προκύψει από αυτούς, επιβάλλει, όχι να λυπάται κανένας, έστω κι αν πονεί σωματικά και θλίβεται ψυχικά, αλλά να χαίρεται. Όταν κανένας με τον τρόπο αυτόν αντιμετωπίζει τους πειρασμούς, οδηγείται στην εσωτερική τελειότητα και προς την ολοκλήρωση του έργου του εσωτερικού του αγιασμού. Οι πειραζόμενοι, δεν μένουν στο δύσκολο ασφαλώς και στενόχωρο παρόν, αλλά αποβλέπουν με ελπίδα και βεβαιότητα στο μέλλον όπου πλούσια θα θερίσουν την Χάριν του Θεού και κάθε ευλογία και τελικά τη μακαριότητα. Γι’ αυτό και χαίρονται προκαταβολικά «χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ καὶ δεδοξασμένη» (Α΄ Πέτρ. α΄ 8).


ΓΕΡΟΝΤΑΣ 
ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ 
(1927–2009)





[Αρχιμ. Ευσεβίου Βίττη:
«Ηδονή–Οδύνη (Ο διπλός καρπός της αισθήσεως)»,
βιβλ. α΄, μέρος 2ο, κεφ. 6ο, §IV, σελ. 149–151·
μέρος 3ο, κεφ. 3ο, σελ. 195–202,
εκδόσεις «Ακρίτας», Αθήνα, Νοέμβριος 19943.]