Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφορα περιστατικά και συμβάντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφορα περιστατικά και συμβάντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2020

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΖΩΗ

     Μια αληθινή μαρτυρία του π.Σ. είναι και η ακόλουθη: «Όταν ήμουν εννέα χρόνων παιδί, στις 29-5-1962, έπαιζα με άλλα παιδιά και ξαφνικά ένα με χτύπησε πολύ δυνατά.

     »Έχασα τη συνείδησή μου. Μετά είδα ότι η ψυχή μου βγήκε από το σώμα και ξεκίνησε να πάει προς μία κατεύθυνση που εκεί ήταν πολύ σκοτάδι. Αιφνιδίως παρουσιάστηκε ένας Άγγελος φωτεινός, με κράτησε στην αγκαλιά του· και έτσι όπως τον κρατούσα και εγώ, ξεκίνησε να πετά προς τα πάνω με μεγάλη ταχύτητα.

     »Στην πορεία μας έβλεπα όλα τα (εναέρια) τελώνια (των δαιμόνων), το ένα πάνω από το άλλο, και τους δαίμονες να κάθονται εκεί, αλλά εμείς περνούσαμε από μακριά και με μεγάλη ταχύτητα.

     »Μας σταμάτησαν στο τελευταίο τελώνιο, γιατί είχα κλέψει το στυλό ενός συμμαθητού μου. Αλλά ο Άγγελος είπε: “Τον πηγαίνω στον Κύριο!” και συνεχίσαμε. Φθάσαμε σ’ ένα μέρος όπου από πάνω ξεχυνόταν πολύ δυνατό φως και μπορούσα να βλέπω μόνο προς τα κάτω. Ο Άγγελος στάθηκε λίγο πιο πάνω και είπε: “Κύριε, αυτός είναι ακόμα πολύ μικρός!”. Τότε άκουσα μια γλυκιά και ωραιότατη φωνή να απαντά στον Άγγελο: “Αυτός θα Με διακονήσει!”.

     »Αμέσως ο Άγγελος με πήρε και αρχίσαμε να πετάμε πάλι προς τα κάτω πολύ γρήγορα. Με πήγε στο νοσοκομείο, όπου βρισκόταν το σώμα μου και το έβλεπα. Ο Άγγελος με άφησε χωρίς να πει τίποτα και έφυγε.

     »Έπειτα συνήλθα και σχεδόν αμέσως ξέχασα το συμβάν. Το θυμήθηκα όμως πολύ καλά όταν έγινα μοναχός το 1995 (μετά από τριάντα τρία χρόνια) και ήμουν έτοιμος να λάβω και την ιερωσύνη.

     »Νομίζω ότι ο Θεός το είχε θάψει στη μνήμη μου για να εκδηλωθεί ελεύθερα η βούληση και η επιλογή στην κλήση μου».

 

[ «Ασκητές μέσα στον κόσμο»,

Τόμ. Α΄, Μέρος Β΄, κεφ. 23ο, 

σελ. 362–363,

Άγιον Όρος 20097.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]





 

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2020

«ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ»

«ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ»

     Ένας ιερέας στη Ρωσία, μετά τον Αγιασμό των Θεοφανείων, γέμιζε τα μπουκαλάκια των ενοριτών του. Κάποια μεσόκοπη κυρία τον πλησίασε και του έδωσε ένα όμορφο μπουκάλι. Μόλις, όμως εκείνος έβαλε μέσα τον Μεγάλο Αγιασμό, το μπουκάλι έγινε θρύψαλα!

     –Κυρία μου, τι είχε μέσα το μπουκάλι; ρώτησε σαστισμένος ο ιερέας.

     Εκείνη κατέβασε με ντροπή το κεφάλι και ομολόγησε:

     –Πάτερ, να… συμπαθούσα ένα παλικάρι και ήθελα να το παντρέψω πάση θυσία με την κόρη μου. Για να το πετύχω, λοιπόν, πήγα σε μια γριά μάγισσα, κι αυτή μού ’δωσε …«το νερό της αγάπης», όπως μου το είπε. Φοβόμουν, όμως, να το δώσω στην κόρη μου να το πιει. Και για να είμαι σίγουρη πως δεν θα πάθει η ίδια κανένα κακό, σκέφτηκα να το ανακατέψω πρώτα με Αγιασμό!

     –Είδατε, λοιπόν, της είπε τότε ο ιερέας, που δεν χωρούν στο ίδιο μπουκάλι το αγιασμένο νερό του Θεού και το μαγεμένο νερό του διαβόλου; Γι’ αυτό έγινε κομμάτια. Χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Ό,τι θέλουμε, πρέπει να το ζητάμε μόνο από τον Θεό πατέρα μας, από την Εκκλησία μας μέσω των ιερέων της. Κι Εκείνος, αν είναι για το καλό μας και για το συμφέρον της ψυχής μας, θα μας το δώσει. Ο διάβολος, αντίθετα, κάνει χίλιες δυο παραχωρήσεις και δόλια τεχνάσματα προκειμένου να μας ευχαριστήσει φαινομενικά και στη συνέχεια να μας οδηγήσει στην καταστροφή, που δεν υπολογίζουμε και δεν φανταζόμαστε από μόνοι μας εμείς.

 

[ «Οι δαίμονες και τα έργα τους»·

Β΄ μέρος, κεφ. 3ο, §33, σελ. 369·

Εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου·

Ωρωπός Αττικής, Σεπτέμβριος 2005.

Επιμέλεια ανάρτησης: π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

ΓΙΑ ΕΝΑ ΤΡΙΣΑΓΙΟ


ΓΙΑ ΕΝΑ ΤΡΙΣΑΓΙΟ


     Είπαν πρόσφατα σ’ έναν συνάδελφό μου ιερέα, τον οποίον τον είχαν φωνάξει στα μνήματα της ενορίας του να τους διαβάσει ένα Τρισάγιο και ο οποίος εν τω μεταξύ αγαπούσε με την καρδιά του να μνημονεύει σε κάθε θεία Λειτουργία πολλά ονόματα κεκοιμημένων αδελφών:
     –Πάτερ, πάντως να ξέρετε ότι κάνετε πολύ ωραίο Τρισάγιο.
      Κι εκείνος, ο ευλογημένος, μου είπαν ότι τους απάντησε ως εξής:
     –Είναι που είμαι κι εγώ νοερά θαμμένος μέσα στον τάφο, περιμένοντας μαζί με τον κεκοιμημένο αδελφό μου λίγο ν’ «αναστηθώ» και να εισπράξω μέσα μου ένα ρεύμα θείας ζωής και δύναμης, μέσα από τα λόγια των ευχών της μικρής αλλά τόσο ωφέλιμης ακολουθίας του Τρισαγίου. Αν για λίγο μπούμε στη θέση των κεκοιμημένων μας, όχι μόνο τα όποια Τρισάγια, αλλά όλα τα πράγματα στη ζωή μας θα τα κάναμε «πολύ ωραία»!...


     Έμαθα πάλι ότι τον ρώτησαν κάποτε:
     –Μα, είναι ανάγκη να μνημονεύετε τόσα ονόματα στην Προσκομιδή;
     Κι εκείνος απάντησε:
     –Κάποτε, αργά ή γρήγορα, εγώ κι εσύ, θα έρθει η ώρα που θα φύγουμε απ’ αυτή τη ζωή, απ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο. Και, μετά, θέλουμε-δε θέλουμε, μας αρέσει-δεν μας αρέσει, θα «γίνουμε» όλο κι όλο «ένα όνομα» σ’ ένα άψυχο, μικρό και τσαλακωμένο χαρτί. Είναι όμως απερίγραπτο αλλά και αβάσταχτο το πόσο θα θέλαμε, από «εκεί» που θα βρισκόμαστε, να βρεθεί ένας ιερέας του Υψίστου, ένας λειτουργός της Ορθοδόξου Εκκλησίας για να μας θυμηθεί και να μας μνημονεύσει, τουλάχιστον για μια φορά στην επίγεια και ιερατική ζωή του.
     Και του απάντησαν, έντονα προβληματισμένοι με τη θέση που μόλις εξέφρασε:
     –Έτσι όπως τα λέτε, έχετε δίκιο Πάτερ!...

π. Δαμιανός








Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2020

Η ΣΥΝΕΤΗ ΣΥΖΥΓΟΣ

Η ΣΥΝΕΤΗ ΣΥΖΥΓΟΣ

     Ο όσιος Παναγής Μπασιάς (1801–1888), από το Ληξούρι της Κεφαλληνίας, είχε βαπτίσει την αδελφή του Σπύρου Μηνιάτη, που λεγόταν Ρουμπίνα. Αυτή παντρεύθηκε έναν πολύ σκληρό και βάναυσο άνδρα, που την κακομεταχειριζόταν.

 

     Ένα μεσημέρι, η οικογένεια του Σπύρου καθόταν στο τραπέζι και έτρωγε. Ξαφνικά, βλέπουν μπροστά τους αναπάντεχα τον άγιο, που απευθυνόμενος προς τον Σπύρο τού είπε:

     —Εε! Τι κάθεσαι;… Αυτή τη στιγμή την αδελφή σου, τη Ρουμπίνα, την δέρνει απάνθρωπα ο άνδρας της!... Και δεν φθάνει αυτό, αλλά της έσπασε και το χέρι της… Και το χειρότερο; Έκανε τα γαμήλια στεφάνια τους κομμάτια!...

     Και συνέχισε ακόμα πιο έντονα ο άγιος:

     —Πλην όμως, ο πρώτος γάμος είναι μυστήριο! Ακούς;

     Μετά απ’ αυτά τα λόγια, ο άγιος έφυγε βιαστικά.

 

     Το επεισόδιο που τους ανήγγειλε, γινόταν σ’ ένα χωριό, σε μακρινή απόσταση, αλλά ο Σπύρος πίστεψε ολόψυχα τον άγιο και στενοχωρήθηκε κατάκαρδα για την αδελφή του. Σηκώθηκε αμέσως, ετοίμασε το μουλάρι του κι έσπευσε να πάει να δει τι γίνεται στο σπίτι της.

 

     Όταν εκείνη τον είδε, τον δέχθηκε με χαρά και του είπε:

     —Πώς, αδελφέ μου, τέτοια ώρα, μεσημέρι, μ’ αυτή τη ζέστη του Ιουλίου, ξεκίνησες για ’δω;

     Ο Σπύρος τη ρώτησε χωρίς περιστροφές:

     —Ρουμπίνα, πού είναι ο άνδρας σου;

     —Αχ, Σπύρο μου! Είχε ξενύχτι απόψε στη δουλειά του και κουράστηκε και βγήκε έξω να συναντήσει κανέναν χωριανό, να του περάσει η ώρα.

     —Καλά, το χέρι σου τι έχει;

     —Αδελφέ μου, αυτές οι προβατίνες, όταν πρόκειται να βγουν έξω από το μανδρί, κάνουν πολλά πηδήματα. Μ’ έσπρωξαν, έπεσα και χτύπησα. Μα, δεν είναι τίποτα!... Έλα τώρα! Πάμε να ξεκουρασθείς και τ’ απόγευμα φεύγεις με τη δροσιά.

     Μπαίνοντας στο σπίτι, ο Σπύρος, αμέσως κοίταξε τα εικονίσματα, γιατί διαρκώς σκεπτόταν μέσα του τα λόγια του οσίου Παναγή.

     —Ρουμπίνα, πού είναι τα στέφανά σου; Δεν τα βλέπω!...

     Η αδελφή του, που δεν ήθελε επ’ ουδενί να διαλύσει τον γάμο της, δικαιολογείται και λέει:

     —Σπύρο μου, με τις δουλειές μου είχα καιρό να ξεσκονίσω και τα κατέβασα να τα καθαρίσω.

 

     Η γυναίκα προσπάθησε με όλη της τη δύναμη να κρύψει την άθλια συμπεριφορά του συζύγου της και να μη φανερώσει την αλήθεια. Αλλά ο αδελφός της, που όλα πια τα ήξερε με το διορατικό χάρισμα του οσίου Παναγή, της είπε:

     —Αδελφή μου! Σήκω να φύγουμε, γιατί ο άνδρας σου είναι σκληρός και σε βασανίζει. Εγώ ήρθα εδώ, γιατί μας αποκάλυψε την κατάστασή σου ο νονός σου ο παπα-Μπασιάς. Έλα μαζί μου, η ζωή σου εδώ θα είναι μαρτύριο!

 

     Η Ρουμπίνα όμως, συνετή και ανδρεία στην αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής, γνώριζε από τη συνείδησή της ότι δεν έπρεπε να διαλύσει το σπιτικό της, παρά τις σοβαρές αιτίες και τις ισχυρές αφορμές που παρουσιάζονταν για κάτι τέτοιο.

     Με θάρρος γυρίζει και του απαντά:

     —Αδελφέ μου! Όταν ο Θεός προστάζει, πρέπει να τα υπομένω όλα!...

 

     Έτσι ο αδελφός της, ο Σπύρος Μηνιάτης, έφυγε σκεπτικός από το σπιτικό της, διαπιστώνοντας ότι όλα τα λόγια του οσίου ήταν πέρα ως πέρα αληθινά…

 

 

[ «Χαρίσματα και Χαρισματούχοι»

(Ανθολογία χαρισματικών εκδηλώσεων),

Τόμος 1ος, Κεφ. Β΄, §26, σελ. 90–92,

Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου·

Ωρωπός Αττικής, 19979.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Τετάρτη 17 Ιουνίου 2020

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΖΑΠΙΕΣ

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΖΑΠΙΕΣ

     Ο όσιος Παρθένιος ο Χίος (1815–1883), νεαρός ακόμη μοναχός, θέλησε κάποτε ν’ ασκητέψει στην περιοχή «Πένθοδο», η οποία ανήκε στην περίφημη Νέα Μονή της Χίου. Ο τότε ηγούμενος Μελέτιος Φλουράς, όχι μόνο δεν του το επέτρεψε, αλλά και τον κατήγγειλε στον δεσπότη της Χώρας Γρηγόριο Κωνσταντινίδη (18501918· ποιμαντορία: 18291837). Κι αυτός τότε έστειλε έναν ζαπιέ, τούρκο χωροφύλακα, για να συλλάβει τον όσιο και να τον φέρει ενώπιόν του.


     Ο ζαπιές, άνθρωπος απλοϊκός και καλοπροαίρετος, πήγε αρματωμένος και συνάντησε τον νεαρό ασκητή.

     —Εσύ είσαι ο καλόγερος; Εσύ κάνεις το νταβαντούρι; Πού είναι το μοναστήρι σου;

     Ο όσιος τού έδειξε μια σπηλιά και ένα μικρό εκκλησάκι πιο δίπλα από ξερολιθιά.

     —Βάι, βάι! Τέτοια φτώχεια! Εσένα θένε να πάνε στη φυλακή; Φυλακή γκιουζέλ για σένα. Ο ασκητής έμαθε τον σκοπό του ερχομού του και τον παρακάλεσε να ξεκινήσουν την επομένη, το πρωί. Ήθελε ν’ αποφύγει, σαν νέος μοναχός που ήταν, τους νυκτερινούς πειρασμούς της πολιτείας.


     Ο τούρκος έδειξε κατανόηση και τον ρώτησε:

     —Και πού θα μείνω τη νύχτα;

     —Εκεί, στη σπηλιά.

     —Όχι, μωρέ! Με πλακώνει η καρδιά μου…

     —Θες μήπως εδώ στο εκκλησάκι;

     —Θέλω. Θα κοιμηθώ όμως απ’ έξω. Μέσα είναι αμαρτία. Μέσα θα κοιμηθείς εσύ. Δική σου είναι η εκκλησία!...

     Έφαγαν κάτι φτωχικά και ο ζαπιές έβγαλε και πρόσφερε στον όσιο ρακί.

     —Εγώ δεν πίνω! είπε εκείνος με ήρεμη ευθύτητα.

     —Εγώ κάνει να πιω εδώ, που είναι η Παναγία;…

     —Κάνει, κάνει να πιεις! συγκατένευσε ο αγαθός ασκητής.

     Ήπιε λίγο ο ζαπιές και στο τέλος αποκοιμήθηκε.


     Τη νύχτα, τα μεσάνυκτα, κοιμήθηκε. Μα, ξάφνου, σαν ν’ άκουσε ένα μουρμουρητό. Πλησιάζει στο εκκλησάκι, σκύβει στο πορτάκι του, και μένει αποσβολωμένος. Στο τρεμάμενο φως του καντηλιού ο όσιος προσευχόταν. Δεν ακουμπούσε όμως στη γη κι ήταν λουσμένος μ’ ένα φως ιλαρό, υπερκόσμιο!... Είχε σηκώσει τα χέρια και το φως ακτινοβολούσε γύρω του. Σε λίγο χαμήλωσε τα χέρια. Το φως χάθηκε. Ο μοναχός προσευχόταν για την αναξιότητά του κι έκλαιγε, όλο έκλαιγε… Κι ο τούρκος άκουγε τούτο το κλάμα, εκστατικός, ένα κλάμα βουβό και σιγανό, ανάμεσα στα συντετριμμένα λόγια της προσευχής που ήταν σαν τα δροσερά ζουμπούλια της χαραυγής στο μουσκεμένο χώμα.

     Μόλις έφεξε, έφυγε ο ζαπιές αναστατωμένος, σκεφτικός και μόνος του για τη Χώρα. Δεν τόλμησε να ενοχλήσει τον όσιο του Θεού και να τον πάρει με το ζόρι μαζί του.

     Ο δεσπότης απόρησε:

     —Πού είναι ο καλόγερος; ρώτησε επιτακτικά.

     —Δεσπότη, εφέντη, ο καλόγερος είναι άνθρωπος του Θεού! είπε ο τούρκος και διηγήθηκε καταλεπτώς όλα όσα είχε δει.

     Ο επίσκοπος κατάλαβε. Έμαθε εκείνο που ήθελε· ή μάλλον έμαθε για εκείνο που δεν προσδοκούσε ποτέ. Στέλνει τώρα έναν άλλον χωροφύλακα, ο οποίος φέρνει τον άκακο όσιο αυθημερόν στη Χώρα.

     —Εσύ είσαι ο Παρθένιος; τον ρώτησε.

     —Εγώ!... αποκρίθηκε εκείνος ειρηνικά βάζοντας βαθιά μετάνοια.

     —Σε κατηγορούν…

     —Δίκιο έχουν! Δική τους είναι η περιοχή.

     —Τι κάνεις πάνω στο βουνό;

     —Προσεύχομαι.

     —Σε ποιον άγιο;

     —Στον όσιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο.


     Το όνομα του αγίου λες και τρόμαξε τον επίσκοπο.

     —Εκείνος έβλεπε το άκτιστο φως, αλλά κι εσύ το βλέπεις! είπε ο δεσπότης με ιερή πεποίθηση και κάρφωσε το βλέμμα του στο βλέμμα του απόκοσμου ασκητή.

     —Εγώ, ο αμαρτωλός; διαμαρτυρήθηκε ο όσιος, έτοιμος να κλάψει σαν παιδί.

     Ο δεσπότης τον κοίταζε προσεκτικά. Διέκρινε σ’ αυτόν τον μοναχό μια δυνατή λάμψη. Ένα φως νηπτικών βιωμάτων, μεταρσιώσεων και καταστάσεων. Σηκώθηκε αυθόρμητα να τον ασπασθεί κι ένιωσε να τον συγκλονίζει η μυστική αγιότητά του.

     —Καλά, παιδί μου!... Πήγαινε στο καλό!... Να πορεύεσαι όπως πορεύεσαι και να θυμάσαι κι εμένα πού και πού στην προσευχή σου!...


 

[ (1) «Χαρίσματα και Χαρισματούχοι»

(Ανθολογία χαρισματικών εκδηλώσεων),

Τόμος 3ος, Μέρος Ι΄, Κεφ. 17ο,

§6, σελ. 214–217,

Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου,

Ωρωπός Αττικής 1997.

(2) Γεωργίου Διλμπόη:

«Τ’ Αγιομαρκάκι»

(Ο Παρθένιος της Αληθείας),

Τόμος Α΄.

Εκδόσεις «Γρηγόρη»·

Αθήνα, Μάρτιος 2008.

(3) Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]







 

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Πέμπτη 26 Μαρτίου 2020

ΤΟ ΜΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΟΡΤΑΙΝΕΙ


ΤΟ ΜΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΟΡΤΑΙΝΕΙ


     Μια φορά, ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος κάθε χρόνο διενεργούσε έναν μεγάλο διαγωνισμό και έλεγε προς όλους τους υπηκόους του ότι, όποιος θέλει, μπορεί άνετα και άφοβα να λάβει μέρος στον διαγωνισμό αυτόν· αλλά για να έχει ένα τέτοιο δικαίωμα, θα πρέπει πρώτα να δώσει σαν παράβολο και σαν εγγύηση ένα φέσι χρυσές λίρες προς αυτόν.

     Ο βασιλιάς, σ’ αυτόν που θα του πήγαινε τις λίρες, του έδειχνε μετά έναν απέραντο κάμπο, που ήταν γεμάτος οπωροφόρα δέντρα με πολλά φρούτα, πολλά βουναλάκια, ωραίες πεδιάδες και πολύ όμορφα τοπία· όλα αυτά είχαν έναν μεγάλο ανήφορο και εξίσου έναν μεγάλο κατήφορο ανάμεσα σε όμορφες πλαγιές, πολλές πηγές με γάργαρα νερά, δασύλλια με διάφορα δέντρα που πάνω τους κελαηδούσαν διάφορα πουλιά κι αηδόνια αμέτρητα.

     Σύμφωνα με τους όρους αυτού του βασιλικού και μεγαλόδωρου διαγωνισμού, ο ενδιαφερόμενος, όσο μέρος θα καταφέρει να περπατήσει με τα πόδια του, μέσα σε μια μέρα, θα το πάρει όλο δικό του. Με την απαράβατη προϋπόθεση όμως, ότι, με την ανατολή του ηλίου θα ξεκινήσει από το παλάτι του βασιλιά και με τη δύση του ηλίου θα πρέπει να έχει επιστρέψει και να μπαίνει μέσα στο παλάτι. Αν, ένα λεπτό πριν ή ένα λεπτό μετά τη δύση του ηλίου θα έφτανε στο παλάτι, τότε θα έχανε όλα όσα είδε με το μάτι του και όσα περπάτησε με τα πόδια του.

     Έτσι, ένας αγαθός υπήκοος, που με πολύ κόπο και στερήσεις μάζεψε τις απαιτούμενες λίρες, παρουσιάστηκε μια μέρα στον βασιλιά και ζήτησε να λάβει μέρος σε τούτο τον επίσημο και ζηλευτό διαγωνισμό.

     Με την ανατολή του ηλίου ξεκίνησε αυτός ο καλός πολίτης, προχώρησε μέσα σε βουναλάκια και κάμπους, πέρασε μέσα από όμορφα τοπία και δασύλλια. Ο τόπος ήταν κατήφορος και έτρεχε, έτρεχε ασταμάτητα και με λαχτάρα για να πάρει στην κατοχή του όσο μπορούσε περισσότερο τόπο. (Ακριβώς όπως κάνουμε και όλοι εμείς οι άνθρωποι, σήμερα, για να αποκτήσουμε πολλά στη ζωή μας και, έτσι, μοιραία παίρνουμε τον «κατήφορο»). Έκαμε κι αυτός κουράγιο να πάρει κι αυτό το μέρος, αυτή τη γη, μα σαν έφτανε στην άκρη του μέρους εκείνου, τότε έβλεπε ένα άλλο μέρος γης, καλύτερο από εκείνο που είδε, κι έλεγε στον εαυτό του: «Κάνε λίγο κουράγιο ακόμη να πάρουμε κι αυτόν τον ωραίο κάμπο!».

     Ξάφνου, βλέπει πως έφτασε το μεσημέρι κι έπρεπε να τρέξει να προλάβει, για να γυρίσει όλο εκείνο το μέρος, το οποίο με τα μάτια και με τη ματιά του το έκαμνε δικό του, και ότι πρέπει αμέσως να πάρει τον δρόμο του γυρισμού, για να φτάσει εγκαίρως στο παλάτι του βασιλιά, κατά τη συμφωνημένη ώρα, ακριβώς με τη δύση του ηλίου και, έτσι, να γίνει κύριος όλου εκείνου του πανέμορφου τόπου που είδε και επιθύμησε.

     Δεν υπολόγισε, όμως, το αχόρταγο και άπληστο μάτι ένα μονάχα πράγμα· ότι ο κατήφορος, που τόσο εύκολα έτρεχε για να πάρει πολύ μέρος, τώρα στον γυρισμό δεν ήταν παρά ένας ανήφορος, πολύ κοπιαστικός και πολύ δύσκολος. (Διότι στα νιάτα, που ως συνήθως αρχίζει ο άνθρωπος τη ζωή του κατήφορου, όλα είναι εύκολα, ρόδινα και μαγικά, αλλά σαν έρθουν τα γεράματα, οι θλίψεις και οι δοκιμασίες, που είναι ο ανήφορος της ζωής του καθενός, τότε όλα, μα όλα, γίνονται δύσκολα, επώδυνα και ακατόρθωτα!).

     Από το πολύ τρέξιμο, λοιπόν, ο άνθρωπός μας, είχε κουραστεί και είχε εξουθενωθεί. Και, από τη λαχτάρα της πλεονεξίας του, έκανε όσο μπορούσε πιο πολύ κουράγιο, αλλά μόλις πλησίασε δέκα περίπου βήματα, έξω από το θεόρατο παλάτι, έδυσε ο ήλιος της ημέρας· και, μαζί με τον αισθητό ήλιο, έσβησε μια για πάντα, ο πολύτιμος και ο νοητός ήλιος της ζωής του, και δεν μπήκε ποτέ στο υψηλό και θεόρατο παλάτι του βασιλιά…


[ Ανδρέου Θεοφιλόπουλου
(Αγιορείτου Μοναχού):
«Πνευματικές Διδαχές
και ανέκδοτα Ι. Κακαβέλα»,
κεφ. 14ο, σελ. 42–44,
Αθήνα, 20033.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2020

ΤΑ ΚΟΥΤΑΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΛΑΒΙΔΑ


ΤΑ ΚΟΥΤΑΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΛΑΒΙΔΑ


     Υπάρχουν χριστιανοί που φοβούνται να μεταλάβουν για να μην κολλήσουν μικρόβια! Αν ήταν έτσι, δεν θα ζούσε κανένας από τους ιερείς, επειδή στο τέλος της θείας Λειτουργίας αυτοί καταλύουν το περιεχόμενο του αγίου Ποτηρίου, από το οποίο κοινωνούν συχνά εκατοντάδες πιστοί με ποικίλες αρρώστιες. Κι όμως, κανένας ιερέας δεν έπαθε ποτέ τίποτα. Το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου είναι «πυρ καταναλίσκον».
     Ένα από τα πολλά περιστατικά που αποδεικνύουν περίτρανα τη θαυμαστή αλήθεια αυτή είναι το ακόλουθο:
     Όταν ο μητροπολίτης Χίου Παντελεήμων Φωστίνης (1888–1962) ήταν ιεροκήρυκας Αττικής, πήγε κάποτε να λειτουργήσει στο φθισιατρείο της «Σωτηρίας».
     Εκεί, του έφεραν οι νοσοκόμοι μια μεγάλη πιατέλα με πολλά κουταλάκια.
     –Τι τα φέρατε αυτά; τους ρώτησε.
     –Μας είπαν οι γιατροί να κοινωνήσετε με αυτά τους ασθενείς, αρχίζοντας από τους πιο ελαφρά και προχωρώντας στους πιο βαριά.
     –Δεν χρειάζονται αυτά! είπε με πίστη ο ιερέας του Θεού. Έχω την αγία Λαβίδα.
     Πραγματικά, στη θεία Λειτουργία κοινώνησε κανονικά τους ασθενείς και ύστερα πλησίασε στη Ωραία Πύλη για να καταλύσει. Το έκανε αυτό για να τον βλέπουν όλοι, και για να μάθουν οι γιατροί ότι η θεία Κοινωνία είναι φωτιά που καίει τα πάντα.

     Ημέτερο σχόλιο:
     Τελικά, η θεόσδοτη θεραπεία μας είναι μονάχα αυτό το Μυστήριο των μυστηρίων, το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας· και η θεία Μετάληψη είναι για μας τους πιστούς, αιώνες τώρα, ιερή και νοσοκτόνος μέθεξη Ζωής και άκρως συντελεστική της πιο ποθητής υγείας. Για τον κορονοϊό που εμφανίστηκε αιφνιδίως μια ολόκληρη διεθνής κοινότητα ψάχνει να βρει έντρομη τρόπους προστασίας ή το εμβόλιό του· όμως για τον «αμαρτανοϊό» της ευόλισθης και πολύπτωτης ζωής μας, εμείς σαν Ορθόδοξοι, έχουμε βρει εξ Ουρανού τη θεραπεία, τη λύση, την προστασία και την απολύτρωση, που είναι η Μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων, του Σώματος και Αίματος του Χριστού μας.
     Για τον κάθε πιστό ο Χριστός δεν μπορεί και δεν γίνεται να είναι ποτέ φορέας μικροβίων ή διασπορέας νόσων, αλλά αντιθέτως ο Μόνος και Μέγας Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας, ο Δοτήρας της υγείας και της αποκαταστάσεώς μας, μέσα στην Εκκλησία Του, διά των δικών Του προς εμάς Μυστηρίων.
     Αναλογίζομαι ότι δύο τινά τελικά συμβαίνουν στην κυριολεξία σήμερα μέσα στο όλο σκηνικό του πολυκρατικού πανικού: Ή ότι η απιστία μας έχει αποκτήσει εμβόλιμα υγειονομικό χαρακτήρα ή ότι η πίστη μας δοκιμάζεται από θεσμικές συστάσεις που δείχνουν τώρα να είναι μαζικά ωφέλιμες. Η πίστη μας είναι για μας η μόνη κραταιή δύναμη, είναι ο θρίαμβος και το θαύμα της καρδιάς μας, γιατί όσο έχει μέσα της τη διάκριση και τον φωτισμό του Θεού, άλλο τόσο έχει το αψήφιστο του μαρτυρίου και του θανάτου.
     «Μετά φόβου Θεού…», λέει το γνωστό κέλευσμα του ιερέως προς τους εκκλησιαζόμενους πιστούς και ιδίως προς όσους πρόκειται να κοινωνήσουν. «Μετά φόβου Θεού»· όχι, «Μετά φόβου ιού», όπως ο κόσμος νοεί μέσα από την ανασφάλεια, την πολυφοβία και τον πανικό του. Ο φόβος του Θεού είναι το αντίδοτο του φόβου του θανάτου, του φόβου των ασθενειών μας, του φόβου που σκεβρώνει τη ζωή και πειθαναγκάζει την καρδιά στην απιστία του ορθολογισμού του κόσμου και του μυαλού μας. Όλοι στερεωνόμαστε και ζούμε πραγματικά και αυθεντικά εξαιτίας της θείας Κοινωνίας· κανένας που μεταλαμβάνει δεν έχει πάθει ποτέ το παραμικρό από Αυτήν. Και αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια, η μόνη αλήθεια που είναι και θα είναι για μας η δική μας διαχρονική ασπίδα.

π. Δαμιανός



[ «Θαύματα και αποκαλύψεις
από τη θεία Λειτουργία»,
κεφ. Ε΄, §9, σελ. 149–150,
Εκδόσεις Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Φεβρουάριος 201219.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2019

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ
ΚΑΙ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ


     Έλεγαν για τον αββά Παχώμιο [15 Μαΐου] ότι κάποτε κηδευόταν το σκήνωμα ενός νεκρού και ότι το συνάντησε ο αββάς στον δρόμο. Βλέπει τότε δύο Αγγέλους να ακολουθούν τον νεκρό πίσω από το νεκροκρέββατο. Απόρησε γι’ αυτούς και παρακάλεσε τον Θεό να του αποκαλύψει τι να σήμαινε άραγε αυτό το γεγονός.

     Τότε, τον πλησιάζουν οι δύο Άγγελοι. Κι αυτός, τους ρωτάει: «Γιατί εσείς που είστε Άγγελοι ακολουθείτε αυτόν τον νεκρό;». Και του λένε οι Άγγελοι: «Ο ένας από ’μας είναι της Τετάρτης· και ο άλλος της Παρασκευής. Ο νεκρός αυτός, ως τη μέρα που πέθανε, δεν παρέλειπε να νηστεύει Τετάρτη και Παρασκευή· γι’ αυτόν τον λόγο ακολουθήσαμε πίσω από το σκήνωμά του. Επειδή, λοιπόν, μέχρι τον θάνατό του τήρησε τη θεοπαράδοτη νηστεία αυτών των δύο ημερών, κι εμείς μ’ αυτόν τον τρόπο που τώρα βλέπεις, δοξάσαμε αυτόν που έκανε αυτόν τον αγώνα ενώπιον του Κυρίου».


[ «Το Μέγα Γεροντικόν»,
τόμ. Δ΄, κεφ. ΙΗ΄, §30, σελ. 340–343·
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Το Γενέσιον της Θεοτόκου»,
Πανόραμα Θεσσαλονίκης,
Μάρτιος 1999.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.