Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαρακοστή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαρακοστή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

Η ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


Η ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


     Ο νεοελληνικός θρησκευτικός στοχασμός και η νεοελληνική λογοτεχνία –θρησκευτική ή όχι, αδιάφορο– έξω από ελάχιστες εξαιρέσεις, πέρασαν πολύ επιδερμικά πάνω από το Μυστήριο της Σταυρώσεως. Οι περισσότεροι είναι δεμένοι στο άρμα της Δύσεως, που με μια γλυκερώτατη συναισθηματικότητα, κουβαλάει πίνακες ατελείωτους με αισθηματικές αναλύσεις, που δεν ξεπερνούν το ηλιοβασίλεμα της φρικτής ημέρας της Σταυρώσεως. Πρέπει εδώ να προλάβω μιαν αντίρρηση: «Αφού δεν έχουμε ντόπια θρησκευτική λογοτεχνία άξια, τι θέλετε να κάμουμε;» –και έτσι επαναπαύονται, όσοι μιμούνται ή διαπορθμεύουν της μετριότητες της ρωμαιοκαθολικής ή προτεσταντικής λογοτεχνίας, στον περίβολο της ελληνικής ορθοδοξίας. Κι ως ένα σημείο, ίσως, φαίνεται πως έχουν δίκιο. Γιατί, εκτός από ένα-δυο βιβλία επιστημονικά, που δεν προσφέρονται για τον λαό, μα για τον ειδικό αναγνώστη, στο θέμα αυτό εδώ δεν έχουμε τίποτ’ άλλο. Να μην πάρουμε, λοιπόν, απ’ τους ξένους που έχουν; Για να κλείσουμε αυτή την εισαγωγική παράγραφο, απαντούμε: Αν θέλουμε να δώσουμε καθαρή και στερεά τροφή στον λαό μας, έχουμε τόση πολλή στην Πατερική παρακαταθήκη της ελληνικής Ορθοδοξίας και της Ανατολής γενικώτερα, που μπορούμε να θρέψουμε, όχι μόνο τον ελληνικό λαό, μα την υφήλιο ολάκερη, για εκατομμύρια χρόνια. Κι ας μην πει κανείς, ότι είναι πολύ βαρειά και βαρυστόμαχη. Για τους απλοϊκώτερους μπορούμε να την αραιώνουμε, μεταφράζοντάς την, χωρίς να την αλλοιώνουμε εσωτερικά. Πιστεύω, πως τούτο είναι χιλιάδες φορές προτιμότερο, από το να προσφέρουμε –και να δίνουμε έτσι να πιστεύει ο κόσμος που μας εμπιστεύεται ότι δεν έχουμε τίποτε καλύτερο από– το «γάλα», το «χορτάρι» και τα «ξυλοκέρατα», που μας έρχονται, αφού τα παραγγέλλουμε, με το ταχυδρομείο του εξωτερικού. Ας σημειώσουμε ακόμη, πως μ’ αυτό δεν έχουμε σκοπό να κλείσουμε τα παράθυρα, που μας επιτρέπουν να μην αγνοούμε τους ξένους. Θέλουμε να πούμε, πως στοιχειώδης σύνεση μάς επιβάλλει μεγαλύτερον έλεγχο προς ό,τι έρχεται απ’ έξω, και μεγαλύτερο σεβασμό και ζωντανή αξιοποίηση των ορθοδόξων πνευματικών θησαυρών μας.

     Η σκέψη και ο στοχασμός όλων των χριστιανών αυτές τις μέρες προσκυνούν ευλαβικά τους Αγίους Τόπους, όπου ο Χριστός σταυρώθηκε. Κι όλων των εντύπων –που γνωρίζουν τα ενδιαφέροντα των αναγνωστών τους– οι στήλες, φιλοξενούν άρθρα και ειδικά μελετήματα, για να μας δώσουν μια ευκαιρία να νιώσουμε καλύτερα το πνεύμα των ημερών, δηλαδή το νόημα της Σταυρώσεως του Χριστού, για τη ζωή και τη σωτηρία των ανθρώπων. Πιστεύουμε, πως οι καλύτεροι ερμηνευτές αυτού του νοήματος, είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Γιατί αυτοί μονάχα μπόρεσαν να νιώσουν τη «χαρμολύπη» του Σταυρού, και δίχως σκοτεινές φιλοσοφίες, να μας δώσουν το Πάθος του Σταυρού στις πνευματικές διαστάσεις του και την πραγματική έννοια της υπέρτατης θυσίας του Χριστού, πέρα από φιλολογικές φλυαρίες. Απ’ τον απέραντον αυτόν Πατερικό λειμώνα, θα μου επιτρέψει ο αναγνώστης ν’ ανθολογήσω μερικές μονάχα γραμμές –όταν αναφέρονται στο Μυστήριο της Σταυρώσεως– καθώς θα προχωρούμε.


     Υπάρχει μια διαφορά στην αντίληψη της Σταυρώσεως, ανάμεσα στους Πατέρες της Ανατολής και της Δύσεως. Η δυτική Θεολογία κλαίει και οδύρεται απαρηγόρητα μπρος στον Εσταυρωμένο, με κοπετούς και θρήνους, που φανερώνουν την απελπισία. Όλα είναι πνιγμένα στο βουβό και καταλυτικό πένθος. Παντού ανασαίνεις το ζοφερό σκοτάδι το ατελεύτητο. Κι αυτό φαίνεται καθαρά στις θρησκευτικές τέχνες τους –ιδιαίτερα στη ζωγραφική. Πόσο διαφορετική είναι η Σταύρωση της ορθοδόξου αγιογραφίας! Πάρτε μια Σταύρωσης της Μακεδονικής ή της Κριτικής Σχολής, ακόμα και των ημερών μας –όπως συνεχίζει την παράδοσή τους ο ακαταπόνητος Κόντογλου– και θα ίδετε με πόση πνευματικότητα δίνεται το μαρτύριο του Σταυρού, δίχως τίποτε το γήινο. Η θλίψη του Χριστού και το πένθος της Θεοτόκου και του Ιωάννου, που Του παραστέκουν, έχουν κάτι που απαλαίνουν τον πόνο του θανάτου. Πάσχει ο Χριστός, μα η λύπη του δεν είναι κραυγαλέα, δεν πνίγεται στους λυγμούς. Η όψη του είναι σοβαρή, αυστηρή, συγκρατημένη. Και πίσω από τον Σταυρό, μπορεί να δει ο ορθόδοξος πνευματικός άνθρωπος να ανατέλλει μια καινούργια ζωή. Κι αυτό είναι που κάνει τη λύπη του Σταυρού να παίρνει ένα χαρούμενο νόημα για τον χριστιανό. Βλέπει στον Σταυρό το μέγα Μυστήριο της Σωτηρίας μας. Και θυμάται, με τον θεοφόρο Μάξιμο τον Ομολογητή, πως «τὰ φαινόμενα πάντα δεῖται Σταυροῦ, τοῖς τῶν ἐπ’ αὐτοῖς κατ’ αἴσθησιν ἐνεργουμένων ἐπεχούσης τὴν σχέσιν ἕξεως». Αυτό μπορεί πιο καλά απ’ όλους να το νιώσει ο Έλληνας, που μέσα στη μακραίωνη πορεία του, δεν πέρασε ούτε στιγμή δίχως σταυρό στον ώμο. Και πάντα έβλεπε, ανεβαίνοντας τον Γολγοθά του, να του χαμογελά στο βάθος ένα ζεστό και γλυκύτατο φως αναστάσεως. Και γι’ αυτό τις μέρες αυτές στην Ελλάδα –σε όσα σπίτια ξενόφερτες συνήθειες δεν σκορπίζουν την οικογένεια στα πέρατα του «τουριστικού» κόσμου– οι άνθρωποι παρακολουθούν σαν κάτι πολύ δικό τους την Ακολουθία του Νυμφίου και τα άχραντα Πάθη Του. Στο πρόσωπο του Χριστού δεν βλέπει ο χριστιανός της Ανατολής έναν άνθρωπο που αγωνιά από τον αβάσταχτο πόνο. Βλέπει τη Σταυρωμένη Αγάπη να σκίζει το χειρόγραφο των αμαρτιών των ανθρώπων. Βλέπει τον Σωτήρα του και τον Λυτρωτή του. Βλέπει, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «τὸ ὡραῖον τῆς στολῆς τοῦ πεπονθότος σώματος, τῷ κάλλει καλλωπισθέντος καὶ τῇ θεότητι λαμπρυνθέντος, ἧς οὐδὲν ἐρασμιώτερον, οὐδὲ ὡραιότερον»!

     Η «χαρμολύπη» είναι μια πατερική λέξη, που χρειάζεται ένας Ισαάκ Σύρος, για να μας δώσει το βάθος και το πλάτος της μέσα στη γλώσσα της ασκητικής και πατερικής, γενικώτερα, φιλολογίας. Είναι μια λέξη, πάντως, που χρησιμοποιείται και κατανοείται μόνο μεταξύ των ζωντανών πνευματικών ανθρώπων. Αν οι αισθήσεις σου δεν είναι εξαγιασμένες και δεν μπορούν να ιδούν πνευματικά το νόημα των λέξεων και των πραγμάτων, θα μείνεις πάντα στο νεκρό πρόβλημα: «ὁ μὴ ὁρῶν καὶ ἀκούων καὶ αἰσθανόμενος πνευματικῶς, νεκρός ἐστι», κατά την επιγραμματική φράση του αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου. Έτσι, υπάρχουν μέσα στον Χριστιανισμό φαινόμενα, που αν δεν τα δούμε μέσα στο πνευματικό περίγραμμά τους, μας είναι εντελώς ακατανόητα και κινδυνεύουμε να πέσουμε σε παρεξήγηση, όταν καταπιανόμαστε μ’ αυτά.

     Φραστικά, μπορούσε να προλειάνει κάπως το έδαφος της χαρμολύπης του Σταυρού, αυτός εδώ ο λόγος του ιερού Χρυσοστόμου: «Καιρὸς λύπης ἐστίν, οὐχ ὅταν πάσχωμεν κακῶς, ἀλλ’ ὅταν δράσωμεν κακῶς». Ή και τούτος ο λόγος του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Ἔστιν ἡδονῆς λύπης τιμιωτέρα, καὶ κατήφεια πανηγύρεως, καὶ γέλωτος οὐ καλοῦ δάκρυον ἐπαινούμενον». Πραγματικά, όμως, το νόημα της χαρμολύπης του Σταυρού, βρίσκεται πίσω απ’ το τι αντιπροσωπεύει για τον καθένα μας η Σταύρωση του Ιησού Χριστού πάνω στον «Κρανίον τόπον». Υπάρχουν δύο ερμηνείες από τους Πατέρες για τον τόπο του Κρανίου. Η πρώτη λέει ότι ονομάστηκε «Κρανίου τόπος» επειδή πάντοτε ήταν κρανία από αποκεφαλισμένους κακούργους σπαρμένα σε μεγάλη έκταση, σ’ εκείνον τον τόπο (Γεώργιος Κορέσσιος κ.α.). Η δεύτερη ερμηνεία αναφέρεται στην παράδοση, κατά την οποία εκεί που στάθηκε ο Σταυρός του Χριστού, ήταν θαμμένο το σώμα του Αδάμ: «Ἐπειδὴ τοῦ Πρωτοπλάστου ἀνθρώπου ἐκεῖ τὸ κρανίον εὕρηται, καὶ τὸ λείψανον ἐναπέκειτο, τούτου ἕνεκα Κρανίου τόπος ἐπεκέκλητο», κατά την έκφραση του αγίου Επιφανίου. «Διόπερ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀνθρωπίνου θανάτου ἐρευνήσας εἰς τὸν λεγόμενον Κρανίου τόπον, τὸ πάθος ἐδέξατο, ἵνα ἐν ᾧ τόπῳ ἡ φθορὰ τῶν ἀνθρώπων τὴν ἀρχὴν ἔλαβεν, ἐκεῖθεν ἡ ζωὴ τῆς Βασιλείας ἄρξηται», τονίζει χαρακτηριστικά ο Μέγας Βασίλειος (ε΄ ὅρασ. εἰς Ἡσαΐαν). Ο μοναχός επιφάνιος στο σύγγραμμά του για τη Συρία και την Ιερουσαλήμ, λέγει και το εξής: «Ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶν ναὸς (οἶκος) μικρὸς τοῦ Ἀδάμ ἐστι, καὶ ἐν αὐτῷ ἦν αὐτοῦ (τοῦ Ἀδάμ) ὑπὸ τὸ ρῆγμα τοῦ Γολγοθᾶ· ὅθεν ἐκ τούτου Κρανίου τόπος ἐκλήθη».


     Η λύπη και η απελπισία που ζώνει τις ψυχές των μαθητών του Χριστού τώρα που πλησιάζει το Πάθος Του, είναι κάτι το ανθρώπινο. Και ενώ είδαν τόσα θαύματα, μπρος στη μάζα των φανατισμένων Εβραίων συγχύζονται, ταράζονται, απελπίζονται. Άλλος προδίδει, άλλος γίνεται αρνητής, άλλοι ζητούν πρωτεία στη «βασιλεία» Του, άλλοι αποκοιμήθηκαν στον κήπο της Γεθσημανής. Εδώ θά ’θελα να ξεμοναχιάσω δυο μορφές: τον Πέτρο και τον Ιούδα. Και οι δυο τους έπεσαν, και μάλιστα σε βαρύ αμάρτημα. (Θυμίζω στον αναγνώστη, τη σκοτεινή απελπισία, με την οποία οι Δυτικοί ενδύουν τον Εσταυρωμένο· θα δει πιο κάτω γιατί). Ο Πέτρος αμαρτάνει με την άρνηση. Ο Ιούδας με την προδοσία, όπου τον αιχμαλωτίζει η απελπισία. Όμως, οι αντιδράσεις τους υπήρξαν διαφορετικές. Ιδού μία ανατομία ψυχολογικότατη, που επιχειρεί ο νηπτικός συγγραφέας Ιωάννης Καρπάθιος: «Χαλεπώτερον τοῦ ἁμαρτάνειν ἐστὶ τὸ ἀπελπίζειν. Ἰούδας γὰρ ὁ προδότης μικρόψυχος ἦν καὶ ἀπειροπόλεμος, καὶ διὰ τοῦτο ἀπογνόντι αὐτῷ ἐπιδραμὼν ὁ ἐχθρός, ἀγχόνην περιῆψε· Πέτρος δὲ ἡ πέτρα ἡ στερεά, φοβερὸν πτῶμα κατενεχθείς, ὡς ἐμπειροπόλεμος οὐκ ἐξελύθη, οὐδὲ ἀπέγνω δυσθυμήσας, ἀλλὰ ἀναπηδήσας, προῆγε πικρότατα δάκρυα ἀπὸ καρδίας θλιβομένης καὶ τεταπεινωμένης, καὶ παραυτίκα ὁ πολέμιος ἡμῶν, θεασάμενος ταῦτα, ὥσπερ φλοξὶ σφοδροτάταις τὰς ὅψεις φλεγόμενος, ἀνεπήδησε, φεύγων μακρὰν καὶ δεινῶς ὀλολύζων». Αυτό το απόσπασμα από την πολυτιμότατη για τον ορθόδοξο «Φιλοκαλία» των μυστικών Πατέρων της Εκκλησίας, δεν αποβλέπει μόνο στην κατάδειξη της διαφοράς εκείνων των προσώπων και των αντιδράσεών τους. Φωτίζει αρκετά και την προβληματική του σύγχρονου Χριστιανισμού. Κάτω από τον ίσκιο του Σταυρού, που πορεύονται οι χριστιανοί, είναι υποχρεωμένοι, όταν βρεθούν στην πνευματική μάχη και στην προσωπική πάλη με τον αντίπαλο, να ακολουθήσουν ή τον ένα δρόμο ή τον άλλο. Οι αρνήσεις μας είναι καθημερινές· και οι προδοσίες όχι σπάνιες –σε ανάλογα προβλήματα της σημερινής ζωής μας. Η απελπισία σταματάει στη Σταύρωση –αυτό που, ίσως χωρίς να το θέλει πάντοτε η Δύση, με τον ουμανιστικό πιο πολύ χαρακτήρα της, υπερτονίζει στο απολυτρωτικό έργο του Ιησού. Αλλά η χαρμολύπη του ορθόδοξου χριστιανού, πάντοτε, πίσω από το πικρό δάκρυ της πτώσεως, βλέπει, ελπίζει και αγωνίζεται για την ανάστασή του. Γι’ αυτό και η Σταύρωση δεν κρύβει καθόλου σ’ εμάς το φως και το άρρητο πνευματικό κάλλος της Αναστάσεως.

     Στους λόγους των Πατέρων, που είναι αφιερωμένοι στο Πάθος του Κυρίου, υπάρχει μια πολύ ευτυχισμένη στιγμή, όπου ερμηνεύουν συμβολικά τον Σταυρό και τα άλλα γεγονότα και σύνεργα της σταυρώσεως. Ο συμβολισμός όμως αυτός, δεν είναι μια εικόνα αδειανή. Έχει ένα βάθος πνευματικό, ασυνήθιστο για τη λογοτεχνία. Ιδού μερικά, πρόχειρα διαλεγμένα, παραδείγματα. Ο Κύριος φόρεσε ακάνθινο στέφανο, για να ρίξει το στεφάνι της νίκης από το κεφάλι του σατανά, που μας νικούσε ως τότε (Γρηγόριος Θεολόγος). Ο ακάνθινος στέφανος εξαφάνισε τις μέριμνες και τις οδύνες της ζωής, που ονομάζονται αγκάθια (Μέγας Αθανάσιος). Ο στέφανος δείχνει ακόμη, ότι ο Κύριος έγινε Βασιλεύς και νικητής του κοσμοκράτορος, της σαρκός και της αμαρτίας –γιατί στεφάνι φορούν και οι βασιλείς (Μέγας Αθανάσιος). Έβγαλε τα ιμάτια και ντύθηκε την πορφύρα, για να βγάλει από τον Αδάμ της παραβάσεως, τους δερματίνους χιτώνες της νεκρώσεως. Πήρε τον «κάλαμον» στο χέρι Του σαν σκήπτρο, για να θανατώσει τον «ἀρχαῖον ὄφιν καὶ δράκοντα» (Γρηγόριος Θεολόγος). Πήρε τον «κάλαμον», για να σβήσει το χειρόγραφο των αμαρτιών μας (Μέγας Αθανάσιος). Σταυρώθηκε στο ξύλο, «διὰ τὸ ξύλον τῆς γνώσεως». Γεύτηκε χολή και ξύδι, για να σβήσει το αποτέλεσμα που είχε η γλυκιά γεύση του απαγορευμένου καρπού (Γρηγόριος Θεολόγος).


     Και μερικές άλλες γνώμες πατερικές, χωρίς όνομα: Επήρε τα καρφιά, για να καρφώσει την αμαρτία. Άπλωσε τα χέρια Του στον Σταυρό, για να γιατρέψει το παράνομο άπλωμα των χεριών του Αδάμ και της Εύας. Άπλωσε τα χέρια στον Σταυρό, για να ενώσει όλα όσα ήταν μέχρι τότε απομακρυσμένα και χωρισμένα, τους αγγέλους με τους ανθρώπους, τα ουράνια με τα επίγεια. Έλαβε θάνατο, για να θανατώσει τον θάνατο. Μπήκε Εκείνος στον γήινο τάφο, για να μη σκύβουμε εμείς προς τη γη, όπως νωρίτερα. Ανάστησε τους νεκρούς στην Ιερουσαλήμ, για να μας προδηλώσει και τη δική μας ανάσταση στην Άνω Ιερουσαλήμ. Ανέβηκε στο ύψος του Σταυρού, για να μας σηκώσει από τη μεγάλη πτώση μας.

     Θά ’θελα να τελειώσω με ένα εξαίσιο πατερικό κείμενο του αγίου Πρόκλου Κωνσταντινουπόλεως. Ας μου επιτρέψει ο αναγνώστης την αυτούσια παράθεσή του.
     «Ω, Πάθος του Κυρίου, που έγινες ο καθαρμός του κόσμου! Ω, Θάνατε, που έγινες αφορμή να έλθει στον κόσμο η αθανασία και να ανατείλει σ’ εμάς η ζωή! Ω, κάθοδος στον Άδη, εκεί όπου βρίσκονταν όσοι είχαν νεκρωθεί για αιώνες και που έγινες γέφυρα για ζήσουν και πάλι! Ω, μεσημέρι Σταυρικής Θυσίας, που ανακάλεσες την καταδίκη εκείνου του δειλινού στον Παράδεισο! Ω, ο Σταυρός του Χριστού, που έγινε η γιατρειά του δέντρου με τον απαγορευμένο καρπό! Ω, καρφιά, που κάρφωσαν τον κόσμο στη Θεογνωσία! Ω, αγκάθια από το Ιουδαϊκό αμπέλι που γίνατε γλυκά σταφύλια! Ω, χολή, που έβγαλες το μέλι της Πίστεως κι έγινες κατήγορος της πονηρίας των Ιουδαίων! Ω, σπόγγε, που σκούπισες και στράγγισες την κοσμική αμαρτία! Ω, κάλαμε, που πολιτογράφησες τους πιστούς ψηλά στους Ουρανούς και σύντριψες την τυραννία του αρχέκακου όφη! Ω, Μυστήριο, προς το οποίο απιστούν όλοι οι άπιστοι και το οποίο προσκυνούν ακατάπαυστα όλοι οι πιστοί! Ω, σημείο του Σταυρού, που αντιλέγουν οι άπιστοι και δοξάζουν οι πιστοί! Ω, Μυστήριο του Σταυρού που είναι σκάνδαλο για τους Ιουδαίους, μωρία για τα ειδωλολατρικά έθνη, για μας όμως φανερώνεις τον Χριστό, που είναι η Δύναμη και η Σοφία του Θεού, όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος».

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ


[ Παντελή Β. Πάσχου:
«Έρως Ορθοδοξίας»,
Μέρος Β΄, κεφ. Β΄, §12,
σελ. 192–199,
Εκδόσεις
«Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος»·
Αθήναι 19874.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Η ΜΕΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ


Η ΜΕΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ


     …Εκείνη τότε κράτησε τον γέροντα Ζωσιμά και δεν τον άφησε να ολοκληρώσει την εδαφιαία μετάνοιά του προς αυτήν, αλλά του είπε: «Όλα αυτά που άκουσες από μένα άνθρωπε, σε ορκίζω στον Σωτήρα Χριστό, τον Θεό μας, να μη τα διηγηθείς σε κανέναν μέχρι τη στιγμή που ο Θεός θα με πάρει από αυτή τη γη. Προς το παρόν, ας πηγαίνεις ειρηνικά στον δρόμο σου και πάλι το ερχόμενο έτος, έχοντας την προστασία της Χάρης του Θεού, θα συναντηθούμε. Κάνε ακόμη, για τον Κύριο, αυτό που τώρα σου παραγγέλνω· στην περίοδο της ιερής νηστείας του επόμενου έτους, να μην περάσεις τον Ιορδάνη, όπως έχετε συνήθεια να κάνετε στο μοναστήρι». Με έκπληξη ο Ζωσιμάς άκουγε ότι και τον κανόνα γνώριζε του μοναστηριού και δεν έλεγε τίποτε άλλο παρά μόνο «Δόξα τω Θεώ!», που δίνει μεγάλα χαρίσματα σ’ αυτούς που Τον αγαπούν. Εκείνη τότε συνέχισε: «Να μείνεις λοιπόν, καθώς είπα, αββά, στο μοναστήρι, γιατί και να θελήσεις να βγεις έξω δεν θα σου έρθουν ευνοϊκές οι περιστάσεις. Κατά την αγία όμως νύκτα του Μυστικού Δείπνου (τη Μεγάλη Πέμπτη), να πάρεις για χάρη μου μέρος από το ζωοποιό Σώμα και Αίμα του Χριστού, μέσα σε ιερό σκεύος και αντάξιο για τέτοια ιερά Μυστήρια και να τα φέρεις και να με περιμένεις οπωσδήποτε, σ’ εκείνο το μέρος του Ιορδάνου που πλησιάζει προς τα κατοικημένα μέρη, για να έρθω να μεταλάβω από τα ζωοποιά Δώρα. Γιατί, από τότε που μετάλαβα στον ναό του Προδρόμου Ιωάννου, προτού περάσω τον Ιορδάνη, δεν αξιώθηκα να λάβω το άγιο τούτο Μυστήριο καμιά φορά μέχρι σήμερα. Και τώρα ποθώ το ιερό Μυστήριο με δυνατή και ασυγκράτητη επιθυμία, γι’ αυτό ζητώ και παρακαλώ να μην παρακούσεις στο αίτημά μου, αλλά οπωσδήποτε να μου φέρεις τα ζωοποιά και θεία τούτα Μυστήρια, κατά την ίδια ώρα που και ο Κύριος αξίωσε τους μαθητές Του να λάβουν μέρος στο θείο Δείπνο. Τέλος, και στον αββά Ιωάννη, τον ηγούμενο της μονής στην οποία κατοικείς, να πεις τα εξής: “Πρόσεχε, αδελφέ, τον εαυτό σου και το ποίμνιό σου, γιατί συμβαίνουν μερικά πράγματα εκεί, τα οποία χρειάζεται να διορθωθούν”. Αλλά δεν θέλω να τα πεις αυτά τώρα σ’ αυτόν, αλλά όταν στο επιτρέψει ο Κύριος». Αφού τελείωσε αυτά και είπε στον γέροντα, «να εύχεσαι για μένα!», αναχώρησε πάλι προς το εσωτερικό της ερήμου. Ο Ζωσιμάς τότε, αφού γονάτισε και προσκύνησε το έδαφος πάνω στο οποίο είχαν μείνει τα αποτυπώματα από τα πόδια της οσίας και αφού δόξασε και ευχαρίστησε τον Θεό, γύρισε πίσω γεμάτος χαρά στη ψυχή και στο σώμα του, δοξάζοντας και ευλογώντας τον Χριστό και Θεό μας. Και αφού πέρασε πάλι εκείνη την έρημο, έφθασε στο μοναστήρι κατά την ημέρα που συνήθιζαν να επιστρέφουν όλοι οι μοναχοί του μοναστηριού.


     Ολόκληρο τον επόμενο χρόνο ζούσε ήσυχα στο μοναστήρι, χωρίς να τολμήσει να διηγηθεί σε κανέναν, κάτι από όσα είδε. Μόνο μέσα του θερμοπαρακαλούσε τον Θεό να του δείξει και πάλι το πρόσωπο που επιθυμούσε. Στενοχωριόταν λοιπόν και δυσανασχετούσε έντονα, σκεπτόμενος το διάστημα του ενός χρόνου, θέλοντας αν ήταν δυνατόν ο χρόνος να γίνει μια μέρα. Όταν έφθασε η Κυριακή, μετά από την οποία αρχίζει η ιερή νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αμέσως μετά τη συνηθισμένη προσευχή, όλοι μεν οι άλλοι μοναχοί έβγαιναν έξω ψέλνοντας, αυτός όμως αρρώστησε με πυρετό και έτσι αναγκάστηκε να παραμείνει μέσα. Θυμήθηκε τότε ο Ζωσιμάς τον λόγο της οσίας που είπε, ότι, «κι αν θελήσεις να βγεις έξω από το μοναστήρι, δεν θα σου έρθουν ευνοϊκές οι περιστάσεις». Αφού πέρασαν όμως λίγες ημέρες και θεραπεύθηκε από την ασθένειά του, συνέχιζε να ζει μέσα στο μοναστήρι.

     Όταν είχαν επιστρέψει πλέον οι μοναχοί και πλησίασε το βράδυ του Μυστικού Δείπνου, επραγματοποίησε όσα είχε λάβει εντολή να κάνει· και, αφού πήρε μέσα σε μικρό ποτήρι από το άχραντο Σώμα και το τίμιο Αίμα του Χριστού και Θεού ημών και έβαλε σε μικρό καλάθι ξερά σύκα και φοίνικες και λίγη φακή βρεγμένη στο νερό, φεύγει και πηγαίνει αργά το βράδυ και κάθεται στην όχθη του Ιορδάνη περιμένοντας την άφιξη της οσίας. Καθώς αργούσε να έρθει η οσία, ο Ζωσιμάς δεν νύσταξε, αλλά συνεχώς παρατηρούσε την έρημο περιμένοντας να δει αυτό που επιθυμούσε. Ενώ καθόταν ο γέροντας και περίμενε, συλλογιζόταν: «Άραγε, μήπως η αναξιότητά μου την εμπόδισε να έρθει; Άραγε, μήπως ήρθε και επειδή δεν με βρήκε έφυγε πάλι πίσω;». Σκεφτόμενος αυτά δάκρυσε· και αφού δάκρυσε αναστέναξε και, σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανό παρακαλούσε τον Θεό, λέγοντας: «Μη μου στερήσεις, Δέσποτα, να δω και πάλι αυτό που μου επέτρεψες να δω· μη με αφήσεις να φύγω άδειος χωρίς κανένα αποτέλεσμα, έχοντας μαζί μου μόνο τις αμαρτίες μου για να με ελέγχουν!». Αφού είπε δακρυσμένος αυτή την προσευχή, μια άλλη σκέψη πέρασε από το νου του: «Τι θα γίνει και εάν ακόμη τυχόν έρθει; Γιατί πλοιάριο εδώ δεν υπάρχει. Πώς, λοιπόν, θα περάσει τον Ιορδάνη και θα έρθει σε μένα τον ανάξιο; Αλίμονο στην αναξιότητά μου· αλίμονο, ποιος μου στέρησε δίκαια ένα τέτοιο καλό;».


     Αφού σκεφτόταν αυτά ο γέροντας, να και η οσία· έφθασε και στάθηκε στην απέναντι όχθη του ποταμού, απ’ όπου και ερχόταν. Ο Ζωσιμάς τότε σηκώθηκε γεμάτος χαρά και αγαλλίαση, δοξάζοντας τον Θεό. Πάλευε όμως πάλι μέσα του με τον λογισμό, ότι δεν θα μπορέσει η οσία να περάσει τον Ιορδάνη· και βλέπει τότε αυτήν να σφραγίζει τον Ιορδάνη με το σημείο του Σταυρού, γιατί ήταν πανσέληνος εκείνη τη νύκτα, καθώς έλεγε, και συγχρόνως με το σφράγισμα να πατά τα νερά και να περπατά πάνω τους, βαδίζοντας προς τον γέροντα. Έντρομος ο γέροντας Ζωσιμάς, όταν θέλησε να βάλει μετάνοια, τον εμπόδισε φωνάζοντας, ενώ ακόμη βάδιζε στα νερά του ποταμού: «Τι πας να κάνεις, αββά, ενώ είσαι ιερεύς και κρατάς τα θεία Μυστήρια;». Και ενώ εκείνος συμμορφώθηκε προς τον λόγο της οσίας, εκείνη αφού πάτησε το έδαφος της άλλης όχθης, είπε στον γέροντα: «Ευλόγησον, πάτερ! Ευλόγησον!». Αυτός τότε της απάντησε γεμάτος τρόμο, γιατί του δημιούργησε κατάπληξη το παράδοξο εκείνο θέαμα. Πράγματι, λέει αλήθεια ο Θεός που υποσχέθηκε να ομοιάζουν με Αυτόν, όσο είναι δυνατόν για τους ανθρώπους, αυτοί που καθαρίζουν τον εαυτό τους από κάθε αμαρτία. «Ας είσαι δοξασμένος Χριστέ, ο Θεός ημών, που δεν παρέβλεψες την προσευχή μου και δεν απομάκρυνες το έλεός Σου από τον δούλο Σου! Ας είσαι δοξασμένος Χριστέ, ο Θεός ημών, που μου φανέρωσες με αυτή τη δούλη Σου, το πόσο μακριά βρίσκομαι από το μέτρο της τελειότητας!». Και καθώς έλεγε αυτά, ζήτησε η οσία να πει το άγιο Σύμβολο της Πίστεως (το «Πιστεύω») και να αρχίσει επίσης και το «Πάτερ Ἡμῶν». Και αφού πραγματοποιήθηκε αυτό και τελείωσε η προσευχή της, σύμφωνα με τη συνήθεια, έδωσε στον γέροντα τον ασπασμό της αγάπης και έτσι μετάλαβε από τα ζωοποιά Μυστήρια· και αφού σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα και φώναξε: «Τώρα, ας απολύσεις με ειρήνη τη δούλη Σου, Δέσποτα, σύμφωνα με τον λόγο Σου, γιατί είδαν τα μάτια μου τη Σωτηρία που δίνεις στους δούλους Σου!».


     Ύστερα λέει στον γέροντα: «Συγχώρεσέ με, αββά μου, σε παρακαλώ να εκπληρώσεις και άλλη μια επιθυμία μου· για την ώρα πήγαινε στο μοναστήρι, προστατευόμενος από την ειρήνη του Θεού, κατά το ερχόμενο όμως έτος, να έρθεις και πάλι σ’ εκείνον τον χείμαρρο, όπου και πρωτύτερα σε συνάντησα και θα με ξαναδείς όπως θέλει ο Κύριος». Αυτός της απάντησε: «Μακάρι να ήταν δυνατόν να σε ακολουθήσω από τώρα και να βλέπω συνεχώς το τίμιό σου πρόσωπο· ας ικανοποιήσεις τώρα και μια παράκληση, εμού του γέροντα, και ας πάρεις να φας λίγη τροφή από αυτήν που έχω φέρει εδώ»· και λέγοντας αυτά, δείχνει στην οσία το καλάθι που είχε μαζί του. Αυτή τότε άγγιξε με τα άκρα των δακτύλων της τη φακή και, αφού έπιασε τρεις μόνο κόκκους, τους έφερε στο στόμα της, λέγοντας ότι, «είναι αρκετή η Χάρη του Πνεύματος για να διατηρήσει την ουσία της ψυχής χωρίς να υστερήσει σε τίποτα». Και αφού είπε αυτά, λέει πάλι στον γέροντα: «Προσευχήσου για το όνομα του Κυρίου, προσευχήσου για μένα, και να θυμάσαι στην προσευχή σου πάντοτε την αθλιότητά μου». Αυτός, τότε, αγγίζοντας τα πόδια της οσίας δακρυσμένος, τής ζήτησε επίμονα να προσεύχεται για την Εκκλησία και για τη βασιλεία και γι’ αυτόν τον ίδιο, στενάζοντας και θρηνώντας την άφησε να φύγει, γιατί δεν τολμούσε να συνεχίσει να κρατά για πολύ, αυτήν που δεν ήταν δυνατόν από κανέναν και από τίποτα να κρατηθεί. Αυτή λοιπόν, αφού πάλι σφράγισε τον Ιορδάνη με το σημείο του τιμίου Σταυρού, τον πέρασε πατώντας πάνω στο νερό όπως και πρωτύτερα. Ο γέροντας Ζωσιμάς γύρισε στο μοναστήρι έχοντας μέσα του χαρά και φόβο πολύ, κατηγορώντας τον εαυτό του ότι δεν φρόντισε να μάθει το όνομα της οσίας· έλπιζε, όμως, ότι θα μπορούσε να το μάθει κατά τον ερχόμενο χρόνο…


[ Αγίου Σωφρονίου Ιεροσολύμων:
«Βίος Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας»,
κεφ. ΛΒ΄–ΛΣΤ΄, σελ. 78–89,
Έκδοση Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα,
Άγιον Όρος, 19965.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 4 Απριλίου 2020

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ


ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ


     Το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος των Νηστειών χαρακτηρίζεται στο εορτολόγιο της Εκκλησίας μας ως το «Σάββατο του Ακαθίστου». Χθες το βράδυ σε όλους τους ορθόδοξους ναούς αντήχησαν οι θαυμάσιες και τόσο γνωστές και λαοφιλείς μελωδίες προς την Υπεραγία Θεοτόκο, την «Υπέρμαχο Στρατηγό». Ακούσαμε αυτόν τον ύμνο να ψάλλεται τμηματικά κατά τα απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων Παρασκευών της Τεσσαρακοστής. Χθες έγινε η ανακεφαλαίωση. Από τα λειτουργικά μας βιβλία προβλέπεται η ψαλμωδία του Ακαθίστου κατά τον όρθρο του Σαββάτου. Έτσι ψάλλεται μέχρι σήμερα στα μοναστήρια. Στους ενοριακούς ναούς, όπως είδαμε και στον Μέγα Κανόνα, η ακολουθία του Ακαθίστου, για τη διευκόλυνση των χριστιανών, ψάλλεται το βράδυ της Παρασκευής μαζί με την ακολουθία του αποδείπνου και το πρωί τελείται ο όρθρος και η θεία Λειτουργία.

     Δεν πιστεύω να υπάρχει άλλο υμνολογικό κείμενο της Εκκλησίας μας, που να χρησιμοποιήθηκε στη θεία λατρεία τόσες φορές όσες ο Ακάθιστος. Στα μοναστήρια τον διαβάζουν κάθε μέρα και όλοι οι μοναχοί τον γνωρίζουν από στήθους. Στις ενορίες είναι μία από τις προσφιλέστερες στον λαό ακολουθίες, που συγκεντρώνουν κάθε Παρασκευή βράδυ, κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής, ένα πλήθος κόσμου. Αναρίθμητες είναι οι εκδόσεις του ύμνου αυτού και πλήθος μελετών έχουν γραφεί με θέμα τον Ακάθιστο. Παρά ταύτα ένα πλήθος προβλημάτων γύρω από τον ύμνο αυτόν δεν βρήκαν ακόμη τη λύση τους. Στη μεγάλη διάδοση του Ακαθίστου συνετέλεσαν πολλοί λόγοι: Το θέμα του, η μελωδία του, η ωραία ποιητική του πλοκή και, ιδιαίτερα για το έθνος μας, η σύνδεσή του με μεγάλα γεγονότα του ιστορικού μας βίου. Η Παναγία εξάλλου, την οποία υμνολογεί ο Ακάθιστος, σε όλη τη μακραίωνη ζωή της Εκκλησίας μας, είναι το κέντρο της ευλάβειας των χριστιανών, το πρόσωπο που μακαρίζουν, κατά την πρόρρησή της, «πᾶσαι αἱ γενεαί» (Λουκ. 1, 48).


     Θα παρατρέξουμε το διαφιλονικούμενο θέμα του χρόνου της σύνταξης και του ποιητή του Ακαθίστου. Πολλοί φέρονται ως ποιητές του: ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Γεώργιος Πισίδης, οι πατριάρχες της Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος, Γερμανός ο Α΄, ο ιερός Φώτιος, ο Γεώργιος Νικομηδείας (Σικελιώτης), ποιητές που έζησαν από τον Στ΄ μέχρι τον Θ΄ αιώνα. Η παράδοση παρουσιάζει μεγάλη αστάθεια και οι νεώτεροι μελετητές, στηριζόμενοι στις λίγες εσωτερικές ενδείξεις που υπάρχουν στο κείμενο, άλλοι προτιμούν τον ένα και άλλοι τον άλλο από τους φερόμενους ως ποιητές του. Ένα ιστορικό γεγονός, με το οποίο συνδέθηκε από την παράδοση η ψαλμωδία του Ακαθίστου, θα μπορούσε να μας προσανατολίσει κάπως στην αναζήτησή μας: Η επί του αυτοκράτορος Ηρακλείου πολιορκία και η θαυμαστή σωτηρία της Κωνσταντινούπολης την 8η Αυγούστου του έτους 626. Κατά το Συναξάρι, μετά τη λύση της πολιορκίας, εψάλη ο ύμνος αυτός στον ναό της Θεοτόκου των Βλαχερνών, ως δοξολογία και ευχαριστία για την ανεκλάλητη σωτηρία, που αποδόθηκε στη θαυματουργική δύναμη της Θεοτόκου, της προστάτιδας της Πόλεως. Πατριάρχης τότε ήταν ο Σέργιος, που πρωτοστάτησε στους αγώνες για την άμυνα. Εύκολο ήταν να θεωρηθεί και ποιητής του ύμνου, αν και ούτε ως υμνογράφος μάς είναι γνωστός, ούτε και ορθόδοξος ήταν. Εξάλλου, ο ύμνος θα έπρεπε να ήταν παλαιότερος, γιατί αν ήταν γραμμένος για τη σωτηρία της Πόλεως, δεν θα ήταν δυνατό παρά να κάνει λόγο ρητώς γι’ αυτήν και όχι να αναφέρεται σε άλλα θέματα, όπως θα δούμε πιο κάτω. Η ψαλμωδία όμως του Ακαθίστου συνδέεται από τις ιστορικές πηγές και με άλλα παρόμοια γεγονότα: τις πολιορκίες και τη σωτηρία της Κωνσταντινούπολης επί Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (673), επί Λέοντος του Ισαύρου (717-718) και επί Μιχαήλ Γ΄ (860).


     Όποιος όμως και αν ήταν ο ποιητής και με οποιοδήποτε ιστορικό γεγονός από τα ανωτέρω και αν έχει συνδεθεί πρωταρχικά, ένα είναι το αναμφισβήτητο στοιχείο, που μας δίδουν οι σχετικές πηγές, ότι ο ύμνος εψάλετο ως ευχαριστήρια ωδή προς την Υπέρμαχο Στρατηγό του Βυζαντινού κράτους κατά τις ευχαριστήριες παννυχίδες που τελούνταν εις ανάμνησιν των ανωτέρω γεγονότων. Κατά την παρατήρηση του Συναξαριστού, ο ύμνος λέγεται «Ακάθιστος», γιατί τότε κατά τη σωτηρία της Πόλεως και έκτοτε μέχρι σήμερα, όταν ψάλλονταν οι οίκοι του ύμνου αυτού, «ὀρθοὶ πάντες» τούς άκουγαν σε ένδειξη ευχαριστίας προς την Θεοτόκο, ενώ στους οίκους των άλλων κοντακίων «ἐξ ἔθους» κάθονταν.


     Γιατί όμως ο Ακάθιστος ψάλλεται κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή; Οι λύσεις των ανωτέρων πολιορκιών δεν συνέπεσαν κατ’ αυτήν. Στις 8 Αυγούστου λύθηκε η πολιορκία επί Ηρακλείου, τον Σεπτέμβριο επί Πωγωνάτου, και 16 Αυγούστου εορταζόταν η ανάμνηση της σωτηρίας της Πόλεως επί Λέοντος Ισαύρου και στις 18 Ιουνίου λύθηκε η πολιορκία επί Μιχαήλ του Γ΄. Με τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή συνδέθηκε προφανώς εξαιτίας ενός άλλου καθαρώς λειτουργικού λόγου: Μέσα στην περίοδο της Νηστείας εμπίπτει πάντοτε η μεγάλη εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Είναι η μόνη μεγάλη εορτή, που λόγω του πένθιμου χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής, στερείται προεορτίων και μεθεορτίων ημερών και ύμνων. Αυτήν ακριβώς την έλλειψη έρχεται να καλύψει η ψαλμωδία του Ακαθίστου, τμηματικά κατά τα απόδειπνα των Παρασκευών και ολόκληρη κατά το Σάββατο της Ε΄ εβδομάδος. Το βράδυ της Παρασκευής ανήκει λειτουργικά στο Σάββατο, ημέρα που μαζί με την Κυριακή, είναι οι μόνες ημέρες των εβδομάδων των Νηστειών, κατά τις οποίες επιτρέπεται ο εορτασμός των χαρμόσυνων γεγονότων, και στις οποίες, όπως είδαμε, μετατίθενται οι όποιες τυχόν εορτές της εβδομάδος. Σύμφωνα με ορισμένα Τυπικά, ο Ακάθιστος ψαλλόταν πέντε ημέρες προ της εορτής του Ευαγγελισμού και, σύμφωνα με κάποια άλλα, στον όρθρο της ημέρας της εορτής. Ο Ακάθιστος ύμνος είναι το κοντάκιο του Ευαγγελισμού, ο ύμνος της Σαρκώσεως του Λόγου του Θεού.


     Είναι κοντάκιο – ύμνος. Κατά το σύστημα της σύνθεσης του ποιητικού αυτού είδους, περιλαμβάνει το προοίμιο, «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς…», και 24 (ΚΔ΄) οίκους, που έχουν αλφαβητική ακροστιχίδα. Η ιδιορρυθμία του σε σύγκριση με τα άλλα κοντάκια συνίσταται στα δύο αυτόμελα που ακολουθούν οι οίκοι του. Οι περιττοί οίκοι (αυτοί που αρχίζουν από τα στοιχεία Α, Γ, Ε, Η κλπ.) έχουν ως αυτόμελο, τροπάριο δηλαδή βάσει του οποίου συνετέθησαν, τον πρώτο οίκο («Ἄγγελος πρωτοστάτης…»)· χαρακτηριστικό τους είναι οι έξι διπλές αποστροφές προς την Παναγία, που αρχίζουν με το «Χαῖρε» και που έδωσαν το λαϊκό όνομα στον ύμνο: «Χαιρετισμοί». Επωδό (εφύμνιο) έχουν το: «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε», που είναι και το εφύμνιο του προοιμίου. Οι άρτιοι οίκοι (που αρχίζουν από τα στοιχεία Β, Δ, Ζ, Θ κλπ.) έχουν συντεθεί με βάση, είναι δηλαδή προσόμοια, του δεύτερου οίκου: «Βλέπουσα ἡ ἁγία…», και έχουν εφύμνιο το: «Ἀλληλούϊα».


     Θέμα του κοντακίου του Ακαθίστου είναι το μυστήριο της Σαρκώσεως του Χριστού, με κύριο τόνο στην απαρχή της σωτηρίας, στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Σ’ αυτόν αναφέρονται το προοίμιο, που αποτελεί περίληψη του περιεχόμενου του ύμνου, και οι τέσσερεις πρώτοι οίκοι. Τα δεκατρία «Χαῖρε», που κατακλείουν τους περιττούς οίκους, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια επέκταση και ποιητική αναδίπλωση και επεξεργασία του «Αρχαγγελικού Ασπασμού», του «Χαῖρε, κεχαριτωμένη» (Λουκ. 1, 28). Ο πρωτοστάτης άγγελος, ο Γαβριήλ, έρχεται και φέρνει το θεϊκό μήνυμα, το «Χαῖρε», στη Θεοτόκο (Α)· εκείνη απορεί για τον παράδοξο τρόπο της συλλήψεως (Β)· ο Γαβριήλ τής επεξηγεί την απόρρητη βουλή του Θεού (Γ) και η δύναμη του Υψίστου επισκιάζει την απειρόγαμη Παρθένο και συλλαμβάνει τον Υιό του Θεού (Δ). Η Θεοτόκος επισκέπτεται τη συγγενή της Ελισάβετ, τη μέλλουσα μητέρα του Προδρόμου, και ανταλλάσσουν προφητικούς λόγους (Ε). Ο Ιωσήφ, ο Μνήστωρ της Παρθένου, ταράσσεται και κλονίζεται από τη ζάλη σφοδρών λογισμών αμφιβολίας, αλλά πληροφορείται από τον άγγελο το μυστήριο της συλλήψεως (Ζ). Ο Χριστός γεννάται και οι ποιμένες προσκυνούν τον Αμνό του Θεού (Η). Ο θεόδρομος αστέρας δείχνει τον δρόμο στους μάγους της Ανατολής (Θ), αυτοί Τον προσκυνούν (Ι) και, δι’ άλλης οδού, αναχωρούν για τη Βαβυλώνα και γίνονται οι θεοφόροι κήρυκες στη χώρα τους (Κ). Στην Αίγυπτο ο φυγάδας Κύριος συντρίβει τα είδωλα και, με τον φωτισμό της αληθείας Του, διώχνει το σκοτάδι του ψεύδους (Λ). Και ο πρεσβύτης Συμεών δέχεται στην αγκάλη του ως Βρέφος τεσσαρακονθήμερο τον τέλειο Θεό και λαμβάνει την ποθητή απόλυσή του (Μ). Εδώ τελειώνει το πρώτο μισό μέρος του ύμνου, το ιστορικό, που περιλαμβάνει τους δώδεκα πρώτους οίκους, από το Α μέχρι το Μ. Οι υπόλοιποι οίκοι, από το Ν έως το Ω, αποτελούν μια θεολογική – θεωρητική επεξεργασία του μυστηρίου της Σαρκώσεως. Η νέα κτίση, που δημιουργεί ο Λόγος του Θεού με τη σάρκωσή του, δοξολογεί τον Δημιουργό (Ν). Ο παράξενος, ο «ξένος», τόκος προτρέπει τους ανθρώπους να ξενωθούν από τον κόσμο και να μεταθέσουν τον νου τους στον ουρανό (Ξ). Όλος ήταν στη γη ο δοξολογούμενος Λόγος, αλλά και από τον ουρανό δεν απουσίαζε (Ο). Οι άγγελοι θαύμασαν το έργο της ενανθρωπήσεως και την κοινωνία του Θεού και των ανθρώπων (Π). Οι σοφοί και οι ρήτορες του κόσμου έμειναν άφωνοι, μη μπορώντας να εξηγήσουν το μυστήριο του παρθενικού τόκου (Ρ). Ο Ποιμήν–Θεός γίνεται πρόβατο–άνθρωπος, θέλοντας να σώσει τον κόσμο (Σ). Η Παρθένος γίνεται φυλακτήριο τείχος των παρθένων αλλά και όλων των πιστών (Τ). Κανείς όμως από τους ανθρώπους δεν μπορεί να πληρώσει τον φόρο του χρέους των αμαρτιών τους στον σαρκωθέντα Βασιλιά (Υ). Η Θεοτόκος είναι και γίνεται η φωτοδόχος λαμπάδα, που μας καθοδηγεί στη γνώση του Θεού (Φ). Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να του δώσει χάρη και συγχώρεση (Χ). Η δοξολογία προς τον Υιό συνδέεται αδιάρρηκτα με την ανύμνηση του έμψυχου και καθαρότατου ναού Του, της Κυρίας Θεοτόκου (Ψ). Και ο ύμνος κατακλείεται με μια θαυμαστή αποστροφή προς την Παρθένο:
     «Ὦ πανύμνητε Μῆτερ,
     ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων
     ἁγιώτατον Λόγον·
     δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν,
     ἀπὸ πάσης ῥῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας
     καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως
     τοὺς σοὶ βοῶντας·
     Ἀλληλούϊα».


     Στο στόμα του αγγέλου, της Ελισάβετ, των ποιμένων, των μάγων και των Αιγυπτίων στο πρώτο μέρος και των πιστών στο δεύτερο μπαίνουν οι 144 θαυμάσιες ποιητικές αποστροφές και τα εγκώμια της Θεοτόκου με τις τόσο επιτυχείς αντιθέσεις και τις ωραίες θεολογικές εικόνες. Είναι τόσο γνωστές. Ας διαβάσουμε μόνο τους χαιρετισμούς του τελευταίου ποιητικού οίκου, που αρχίζει με το στοιχείο Ψ. Θέμα του είναι η Θεοτόκος ως ναός έμψυχος και άγιος του παντοκράτορος Κυρίου:
     «Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου·
     Χαῖρε, ἁγία ἁγίων μείζων.
     Χαῖρε, κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι·
     Χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
     Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα·
     Χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
     Χαῖρε, ἀστὴρ ἐμφαίνων τὸν ἥλιον·
     Χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
     Χαῖρε, δι’ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις·
     Χαῖρε, δι’ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
     Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

     Παλαιότερα ο ύμνος ψαλλόταν. Σήμερα ψάλλεται μόνο το προοίμιο σε ήχο πλ. δ΄· περιεχόμενό του είναι ο Ευαγγελισμός, το θέμα του κοντακίου:
     «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ Ἰωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, ὁ ἀσώματος λέγων τῇ ἀπειρογάμῳ· Ὁ κλίνας τῇ καταβάσει τοὺς οὐρανούς, χωρεῖται ἀναλλοιώτως ὅλος ἐν σοί· ὃν καὶ βλέπων ἐν μήτρᾳ σου, λαβόντα δούλου μορφήν, ἐξίσταμαι κραυγάζων σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε».


     Οι οίκοι απαγγέλλονται σήμερα εμμελώς από τον ιερέα στο μέσον του ναού, δηλαδή στη θέση που πριν βρισκόταν ο άμβωνας, από τον οποίον ψαλλόταν το κοντάκιο. Ο λαός επαναλαμβάνει στο τέλος κάθε οίκου το εφύμνιο, την επωδό, πάλι σε ήχο πλ. δ΄: «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε» στους περιττούς οίκους· «Ἀλληλούϊα» στους άρτιους.

     Όταν ο Ακάθιστος συνδέθηκε με τα ιστορικά γεγονότα που αναφέραμε, τότε συνετέθη νέο ειδικό προοίμιο, και πάλι σε ήχο πλ. δ΄, το οποίο είναι γεμάτο δοξολογία, ικεσία και επινίκιο ρίγος, το τόσο γνωστό: «Τῇ ὑπερμάχῳ». Στην Υπέρμαχο Στρατηγό, η Πόλις της Θεοτόκου, που λυτρώθηκε χάρη σ’ αυτήν από τα δεινά, αναγράφει, δηλαδή αποδίδει «τὰ νικητήρια»· και παρακαλεί αυτήν που έχει την ακαταμάχητη δύναμη να την ελευθερώνει από τους ποικίλους κινδύνους για να την δοξολογεί εκ βαθέων κράζοντας: «Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε»!
     «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια
     Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια
     Ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου Θεοτόκε.
     Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον
     Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
     Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε».

[ 11 Απριλίου 1970 ]


ΙΩΑΝΝΗΣ Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ
(1927–2007)


[ Ιωάννου Μ. Φουντούλη:
«Λογική Λατρεία»,
κεφ. 8ο, σελ. 63–71.
Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Αθήνα, 19973.
 Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ


ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ


     Για τον πνευματικό άνθρωπο έχει πολλή σημασία, εκείνο που αναφέρει ο αββάς Ισαάκ για τον αββά Ποιμένα στο «Γεροντικό». Καθόμασταν, λέει, με τον αββά Ποιμένα κάποτε και εργαζόμασταν στο εργόχειρό μας. Σε μια στιγμή τον βλέπω να βυθίζει το βλέμμα του στο μάκρος του ορίζοντα, σάμπως νά ’θελε μόνο με το νου του να βλέπει κι όχι με τα μάτια του κορμιού του. Πραγματικά, έπρεπε κάτι πολύ σπουδαίο να βλέπει νοερώς, γιατί απολησμονήθηκε πέρα για πέρα κι η όψη του πήρε την έκφραση της «χαρμολύπης», δηλαδή χαράς μαζί και λύπης. Τα μάτια του βυθιζόταν ολοένα και πιο βαθιά σε κάποιο δυνατό αγάπημα της ψυχής του και, σε λίγο, άρχισαν να τρέχουν ασταμάτητα δάκρυα. Για ώρα πολλή τον κοίταζα κι εγώ και θαύμαζα την έκστασή του, μα δεν τολμούσα να του μιλήσω. Όταν, πια, ξανάρχισε το εργόχειρό του, τον παρακάλεσα να μου πει πού ήταν ο λογισμός του τόσην ώρα. Τότ’ εκείνος μού αποκρίθηκε με σιγανή φωνή: «ὁ ἐμὸς λογισμός, ὅπου ἡ ἁγία Μαρία ἡ Θεοτόκος ἔστηκε καὶ ἔκλαιεν ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος· κἀγὼ ἤθελον πάντοτε οὕτω κλαίειν».

      Όσοι γνωρίζουν κάπως τον ωραίο λόγο και τις θέσεις των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, ξέρουν καλά ποια θέση έχει ο Σταυρός στην ορθόδοξη θεολογία· αυτό μπορεί να το ιδεί κανείς και στα έργα των αγίων Πατέρων, και στη λειτουργική μας ποίηση, και στη ζωή των τέκνων της Εκκλησίας μας, που ψάλλουν στις γιορτές του Σταυρού:
     «Σταυρός, ὁ φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης,
     »Σταυρός, ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας·
     »Σταυρός, βασιλέων τὸ κραταίωμα,
     »Σταυρός, πιστῶν τὸ στήριγμα·
     »Σταυρός, ἀγγέλων ἡ δόξα,
     »καὶ τῶν δαιμόνων τὸ τραῦμα».

     Καταλαβαίνει τώρα κανείς, πόση άγνοια και πόση προκατάληψη πρέπει να έχουν οι δυτικοί θεολόγοι, όταν κατηγορούν την ορθόδοξη θεολογία πως αγνοεί τάχα το Μυστήριο του Σταυρού. Αλλ’ ας αφήσουμε την άκαρπη φιλολογία, για να πλησιάσουμε, όσο μας επιτρέπει ο χρόνος και οι ασθενείς δυνάμεις μας, το Μυστήριο του Σταυρού, και να δούμε ποιος είναι ο δρόμος που περνάει κάτω απ’ τον ίσκιο του Σταυρού, και τον Οποίο πρέπει ν’ ακολουθεί ο χριστιανός, για να βρει τη λύτρωσή του και τη σωτηρία της ψυχής του.

     Ο τρισμακάριστος και πανσεβάσμιος Σταυρός του Κυρίου είναι για τον χριστιανό το «ἱστίον», όπως λέει και η αγία Συγκλητική, που μ’ αυτό μονάχα μπορούμε να περάσουμε το πέλαγος της ζωής: «Αφού υψώσουμε τον Σταυρό στη ζωή μας και τον απλώσουμε σαν ένα άλλο ναυτικό πανί, τότε θα μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε το ταξίδι μας στη θάλασσα αυτού του κόσμου, δίχως καν να το καταλάβουμε». Πραγματικά, δίχως τον Σταυρό, ο χριστιανός δεν θά ’χε τη δύναμη να προχωρήσει στη ζωή, ν’ αγωνιστεί σκληρά με τους πειρασμούς και το σατανά, και να νικήσει στο τέλος, έχοντας όπλο ακαταμάχητο τον Τίμιο Σταυρό. Γιατί δεν είναι το απλό ξύλο ή το σημείο του σταυρού, που ως συνήθως κάνει αδιάφορα ο άνθρωπος, μα εκείνη η μυστική δύναμη που έρχεται από τη Θυσία και το πανάγιο Αίμα του Εσταυρωμένου, εκείνο που γιγαντώνει στον αγώνα του τον χριστιανό, που έχει σύμμαχο στη ζωή του τον Σταυρό. Όπως η σημαία, που δεν είναι παρά ένα κομμάτι από χρωματιστό ύφασμα, μας κάνει στο πέρασμα ή στο θέαμά της ν’ αναριγούμε όλοι, γιατί θυμόμαστε τα ιερά και τα όσια της πολυβασανισμένης μας ένδοξης Πατρίδος μας –έτσι και με τον Σταυρό: ο νους μας, κατά την ημέρα της Υψώσεως ή την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, πηγαίνει στον Γολγοθά και στέκεται νοερά, όπου ο νους του αββά Ποιμένος, μαζί με την Παναγία, και κλαίει από αγάπη για τον Εσταυρωμένο, και πίνει απ’ την ανοιχτή θεία πληγή τη ζωή, που βλάστησε για να λυτρωθούν όλοι οι αμαρτωλοί. Αν ο χριστιανός δεν τον δει τον Σταυρό του Χριστού σαν πίδακα και σαν κρατήρα θείου νέκταρος και αίματος που αναγεννά και σώζει, αυτός ο χριστιανός δεν έχει καλά τις πνευματικές αισθήσεις του. Και αν δεν μπορεί να καταλάβει τι νόημα κρύβουν οι στίχοι των «Χαιρετισμών» του Σταυρού:
     «Χαῖρε, ὅτι ἀνυψούμενος 
     συνανυψοῖς νῦν ἡμᾶς.
     Χαῖρε, ὅτι προσκυνούμενος 
     καθαγιάζεις τὰς ψυχάς».


     Αν ιδεί, όμως, το Μυστήριο του Σταυρού μέσα απ’ τις πατερικές θέσεις του σωτηριολογικού δόγματος της Εκκλησίας μας, θα ιδεί όλη η ζωή του να κρέμεται απ’ τον Σταυρό του Χριστού, το αιματόβρεχτο φλάμπουρο κάθε πιστού. Η πείνα του κι η δίψα του, να τελειώνουν στον Σταυρό. Η αγωνία του, να σβήνει στον Σταυρό. Τα προβλήματά του, να φωτίζονται απ’ το πονεμένο φως του Σταυρού. Τα βάσανά του και οι πόνοι του, να ξελαφρώνουν μπροστά στην πίκρα και την απερίγραπτη οδύνη του Σταυρού. Τα πάντα του, να λυτρώνονται απ’ τη θυσία του Σταυρού. Οι βρωμιές κι οι παλιανθρωπιές των βάναυσων ανθρώπων που τον περιβάλλουν, να παίρνουν απ’ το ζωομύριστο Ξύλο, μια εύοσμη και γλυκιά ευωδία. Και να αισθάνεται, πως ο Σταυρός έχει γίνει γι’ αυτόν η θύρα των μυστηρίων και η ουρανοστήριχτη σκάλα, απ’ την οποία θ’ ανεβεί στη μακαριότητα των ουρανών, χωρίς να μπορούν να τον εμποδίσουν οι πειρασμοί και οι δαίμονες.

     Ας θυμηθούμε εδώ το περίφημο πατερικό απόφθεγμα του «Γεροντικού». Ο άγιος Ιωάννης ο Βοστρηνός, που είχε λάβει ιδιαίτερο χάρισμα και εξουσία να βγάζει απ’ τους δαιμονισμένους τα δαιμόνια, ρώτησε μια μέρα τους δαίμονες, που είχαν στήσει την κατοικία τους σε μερικές νεαρές κοπέλες και τις τυραννούσαν και τις βασάνιζαν σκληρά: «Ποια πράγματα φοβάσθε πιο πολύ από τους χριστιανούς;». Κι εκείνοι τού αποκρίθηκαν: «Έχετε, όντως, τρία μεγάλα πράγματα: εκείνο που το φοράτε στο στήθος σας (δηλαδή τον Τίμιο Σταυρό)· ένα με το οποίο λούζεσθε μέσα στην Εκκλησία (δηλαδή το άγιο Βάπτισμα)· και ένα ακόμη που το τρώτε, όταν συνάζεσθε μέσα στον Ναό (δηλαδή τη θεία Κοινωνία)». Έτσι, με την απάντηση των ίδιων των δαιμόνων, φαίνεται πως τα φοβερότερα όπλα του χριστιανού, που φοβούνται και δεν τολμούν να τ’ αντιμετωπίσουν οι αιώνιοι αντίπαλοί μας και εχθροί της σωτηρίας μας, είναι ο Τίμιος Σταυρός, το άγιο Βάπτισμα και η θεία Κοινωνία –όταν, βέβαια, εμείς (με τη ζωή μας) τα «φυλάσσωμεν καλῶς».

     Οι χριστιανοί προσκυνούμε τον τύπο του Σταυρού, γιατί είναι «το μεγαλύτερο σημείο και τρόπαιο του Χριστού κατά του διαβόλου και εναντίον κάθε δαιμονικής φάλαγγας, που μας επιτίθεται· γι’ αυτό και οι δαίμονες φρίττουν και τρέπονται κυριολεκτικά σε φυγή, όταν βλέπουν να τυπώνεται και να χαράζεται πάνω μας ο Σταυρός», σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Και Τον τιμούμε και Τον δοξάζουμε τώρα (με τη ζωή μας και στον παρόντα χρόνο που μας δίδεται), για να έχουμε παρρησία να Τον κοιτούμε την ώρα της Κρίσεως, όπου θα παρευρίσκεται «ντυμένος» με πολλή και απερίγραπτη δόξα. Με τον Σταυρό που προσκυνούμε, αποκτούμε την προσωπική «κοινωνία με τα Παθήματα του Χριστού» (Φιλιπ. 3, 10). Και δεν καυχιόμαστε για τίποτε άλλο, παρά για τον Σταυρό του Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος δεν ήθελε για κανένα άλλο πράγμα να καυχηθεί στη ζωή του, μονάχα «για τον Σταυρό του Χριστού», όπως γράφει στην προς Γαλάτας επιστολή του –«εξαιτίας του Οποίου όλος ο κόσμος έχει σταυρωθεί για μένα, όπως κι εγώ έχω ήδη σταυρωθεί για τον κόσμο» (Γαλ. 6, 14). Για τον χριστιανό δεν είναι σκάνδαλο ο λόγος του Σταυρού, ούτε μωρία, όπως είναι για τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες, αλλά είναι «Δύναμη και Σοφία Θεού» που ζωοποιεί και σώζει. Αλλά, για να είναι ο λόγος του Σταυρού, «σ’ εμάς που θέλουμε να σωθούμε (και που σωζόμαστε διά της χάριτος συνεχώς), δύναμη και σοφία Θεού», πρέπει (ετούτος ο λόγος) να είναι ζυμωμένος με τη συσταύρωσή μας με τον Χριστό. Και αυτή η συσταύρωση έχει τη ρίζα της στον λόγο του Χριστού, που μας διασώζει ο Ευαγγελιστής Λουκάς: «Όποιος θέλει να Με ακολουθήσει, ας αρνηθεί τον εαυτό του κι ας σηκώσει τον καθημερινό του σταυρό και, τότε, ας Με ακολουθήσει» (Λουκ. 9, 23). Μπορεί να προσέξει κανείς ιδιαίτερα, και εξωτερικά ακόμη, τις φράσεις: «Όποιος θέλει να Με ακολουθήσει» –ενεστώτας χρόνος, που δείχνει με το απαρέμφατό του την ασταμάτητη, την αιώνια πορεία του χριστιανού κοντά στον Χριστό– «και ας σηκώνει τον καθημερινό του σταυρό» –όχι, μια φορά μονάχα– «και, τότε, ας Με ακολουθήσει». Γιατί, πνευματικά, ο Χριστός δεν έπαψε ποτέ να σταυρώνεται για τον καθένα μας, όπως λέει και ο άγιος Μάξιμος: «πάντα το κάνει αυτό για εμάς ο Κύριος και πάσχει συνεχώς για εμάς, προκειμένου όλους να τους σώσει». Επομένως και η ιδική μας συσταύρωση πρέπει να είναι παντοτινή, και να μη θέλουμε να ξέρουμε τίποτ’ άλλο, παρά μονάχα «τον Ιησού Χριστό και Τούτον Εσταυρωμένο» (Α΄ Κορ. 2, 2). Κι αυτό θα πει, να βρίσκεσαι νοερώς και με την ηθική τάξη, που θα σου εξασφαλίζει μια «παγκαθαριότητα» των σωματικών σου αισθήσεων, μπρος στον Σταυρό του Χριστού, πάνω στο Γολγοθά. Να βλέπεις το πανάγιο Σώμα Του πάνω στον Σταυρό και να συλλογίζεσαι: πόσα έπαθε ο Χριστός μου για μένα, και πόσα παραλείπω εγώ να κάνω για τη σωτηρία μου; Να βλέπεις τη λογχισμένη καρδιά Του, που κράζει προς τον Πατέρα: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους!» (Λουκ. 23, 34), και να συγχωρείς κι εσύ όσους σου έφταιξαν και σ’ έκαναν να πονέσεις. Να βλέπεις τις ταπεινώσεις που υπέφερε για σένα ο Κύριος, και να παίρνεις κουράγιο, όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε σύγχρονους Φαρισαίους και Ιουδαίους, που χλευάζουν και κοροϊδεύουν και ειρωνεύονται –οι ταλαίπωροι!– όσους θέλουν κι αγωνίζονται να ζήσουν κατά Χριστόν. Να βλέπεις τον τεράστιο Σταυρό Του (δεκαπέντε πόδια μάκρος και οχτώ πόδια πλάτος, κατά μία αρχαία παράδοση) και τότε να αισθάνεσαι τον δικό σου σταυρό ελαφρότερο.


     Μ’ έναν λόγο, να διαβάζεις εκεί στον Σταυρό του Κυρίου, όσα κανένα βιβλίο και κανένα Πανεπιστήμιο δεν μπορεί να σε διδάξει ποτέ. Γράφει γι’ αυτό κάπου ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Από βιβλία είναι γεμάτος όλος ο κόσμος. Παρ’ όλ’ αυτά, όλ’ αυτά τα βιβλία ακόμα κι αν τα μαζέψεις μαζί, δεν μπορούν να σου εξηγήσουν στην εντέλεια τον τρόπο ν’ αποκτήσεις τις αρετές, όπως σου εξηγεί ο Εσταυρωμένος Ιησούς Χριστός. Σε συμβουλεύω, παιδί μου, σ’ Αυτόν τον Εσταυρωμένο να προστρέχεις και να Τον κατασπάζεσαι με δάκρυα και να Τον αγκαλιάζεις θερμά, κάθε φορά που συμβεί να δαγκωθείς απ’ τα νοητά φίδια των δαιμόνων και απ’ τους πειρασμούς που προέρχονται απ’ τους ανθρώπους. Και, οπωσδήποτε, θα γιατρευτείς απ’ τις πληγές σου. Όπως κάποτε κι οι Εβραίοι, μέσα στην έρημο, που γιατρεύονταν απ’ τις δαγκωματιές των αισθητών φιδιών, αμέσως μόλις έβλεπαν το χάλκινο φίδι που ήταν κρεμασμένο πάνω στο ξύλο. Αυτός ο χάλκινος όφις ήταν αντίτυπος τύπος του Κυρίου μας, που έλεγε: “Όπως ο Μωυσής ύψωσε το φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί κι ο Υιός του ανθρώπου, ώστε όποιος πιστεύει σε Αυτόν, να μη χάνεται, αλλά να έχει ζωή αιώνια”» (Ιωάν. 3, 14).

     Ίσως πρέπει να διευκρινίσουμε κάπως τη φράση που λέγει, πως ο χάλκινος όφις ήταν αντίτυπος τύπος του Κυρίου μας, αντίθετος του Χριστού. Η εμβάθυνση στο νόημα που κρύβει αυτή η σκηνή της Παλαιάς Διαθήκης, ανήκει στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Ο αντίτυπος τύπος, φυσικά, είναι ο νοητός όφις, ο Διάβολος. Πώς, όμως, ο Διάβολος, μπορεί να γιατρεύει και να σώζει, όσους τον κοιτούν κατάματα; Και απαντά ο άγιος Γρηγόριος, πως, «γιατρεύει εκείνους που πιστεύουν ότι ο Διάβολος (ο νοητός όφις) δεν ζει πια, αλλά νεκρώθηκε απ’ τον Σταυρωθέντα Χριστό, και ότι μαζί του νεκρώθηκαν κι όλοι οι υποκείμενοι σ’ αυτόν Δαίμονες».

     Η έκφραση που συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε, όταν μιλούμε για τον Τίμιο Σταυρό είναι, πως πρέπει να σηκώνει με υπομονή ο καθένας μας τον σταυρό του, «ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ» (Μάρκ. 8, 34). Ποιός, όμως, είναι θεολογικά ο σταυρός για τον κάθε χριστιανό; Η απάντηση που δίνουν οι Πατέρες σ’ αυτή την ερώτηση, είναι η ακόλουθη· Τα είδη των σταυρών στο διάβα της ζωής μας είναι τέσσερα: α) σταυρός «γνώσεως», β) σταυρός «οικονομίας», γ) σταυρός «πολιτείας» και δ) σταυρός «πάθους».
  
    Ο σταυρός «γνώσεως» είναι εκείνος που φανερώνει όλα όσα μπορούμε να μάθουμε περί Θεού απ’ τον λόγο του Σταυρού. Εκεί θα γνωρίσουμε πως, ό,τι δεν μπόρεσε να κάμει η δύναμη και η σοφία των ανθρώπων, το έκαμε ο Σταυρός· κι έτσι, σώθηκε ο άνθρωπος. Μόνο μέσω του Σταυρού του Χριστού, «θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ποιο είναι το πλάτος και ποιο το μήκος, ποιο το βάθος και ποιο το ύψος» (Εφεσ. 3, 18) του Σταυρού. Δηλαδή, θα δούμε στις διαστάσεις του Σταυρού: το ύψος της σοφίας και τον βυθό της γνώσεως –το πάνω και το κάτω μέρος του Σταυρού– και το πλάτος της αγάπης και το μήκος της δυνάμεως –τα δύο πλάγια άκρα του.

     Ο σταυρός της «οικονομίας»· φανερώνεται με αυτές τις κινήσεις και τους λόγους του Χριστού (Ιωάν. 16, 28): «Προέρχομαι από τον Πατέρα Μου» –το πάνω μέρος του Σταυρού. «Και ήρθα στον κόσμο» –το κάτω μέρος. «Τώρα, όμως, αφήνω τον κόσμο» –το ένα μέρος του πλάτους. «Και πηγαίνω προς τον Πατέρα Μου» –το άλλο μέρος του πλάτους.


     Ο τρίτος σταυρός είναι ο σταυρός της «πολιτείας»· Δηλαδή, το να νεκρώσεις τα μέλη σου, να κόψεις τα σαρκικά σου φρονήματα και τα θελήματα, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος: «Απονεκρώστε, λοιπόν, ό,τι σας συνδέει με το αμαρτωλό παρελθόν: την πορνεία, την ηθική ακαθαρσία, το πάθος, την κακή επιθυμία και την πλεονεξία, που είναι ειδωλολατρία. Για όλα αυτά θα πέσει η οργή του Θεού πάνω σ’ εκείνους που απειθούν και δεν θέλουν να πιστέψουν» (Κολ. 3, 5). Γιατί, σαν παραμερίσεις τα σαρκικά θελήματα και τις αμαρτωλές επιθυμίες σου, η ψυχή αρχίζει να παίρνει τα πάνω της και να δυναμώνει. Όταν όμως υποκύπτεις στις παράνομες επιθυμίες σου, τις σατανικές, τότε η ψυχή μαραίνεται. Έτσι δεν μπορεί κανείς κι εδώ να δουλεύει «σε δύο κυρίους» (Ματθ. 6, 24), δηλαδή και στο σώμα και στη ψυχή. Νεκρώνοντας, λοιπόν, τα μέλη της αμαρτίας, που αναφέραμε πιο πριν, σηκώνεις τον σταυρό της «πολιτείας» σου.

     Τέταρτος σταυρός είναι ο σταυρός του «πάθους»· το προσωπικό μας μαρτύριο, η σωματική μας σταύρωση, την οποία πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να δεχτούμε, αν έρθει κάποτε κι αυτή η ώρα, να μαρτυρήσουμε δηλαδή για την Πίστη μας, για τη θερμή Πίστη προς τον Λυτρωτή μας, τον Εσταυρωμένο Χριστό, τον ουράνιο Νυμφίο της πονεμένης ψυχής μας.

     Αν, λοιπόν, κι εμείς σταυρώνουμε τη σάρκα μας και νεκρώνουμε τα πάθη και τις κακές μας επιθυμίες, κι αν υπομένουμε με υπομονή και καρτερία κάθε θλίψη και κάθε κακοπάθεια, ο Χριστός θα ’ρθει ν’ αναπαυθεί επάνω μας, όπως αναπαύθηκε στον Τίμιο Σταυρό. «Όπως ένας πατέρας φροντίζει το παιδί του», λέει ο αββάς Ισαάκ, «έτσι και ο Χριστός θα φροντίσει για εκείνο το σώμα που κακοπαθεί και πάσχει από αγάπη γι’ Αυτόν και θα βρίσκεται πάντα πλάι στο σώμα αυτό»! Πουθενά δεν αναπαύεται ο Θεός τόσο, όσο στη θλιμμένη καρδιά, στην πονεμένη και βουτηγμένη μέσα στα δάκρυα και στην κακοπάθεια, αλλά που βαστάει με υπομονή τον σταυρό της.


     Θα τελειώσουμε με τα παρακάτω λόγια του Μελετίου Πηγά (Πατριάρχης Αλεξανδρείας· 1549-1601): «Αγάπησε κι εσύ, αδελφέ, τον Σταυρό του Κυρίου· πάρε τον σταυρό σου κι ακολούθησε τον Χριστό. Μη σου φανούν βαριά τα Πάθη και ο ονειδισμός του Χριστού, διότι, σύμφωνα με τον Απόστολο, βάρος δόξης σού ετοιμάζουν (πρβλ. Β΄ Κορ. 4, 17). Και πρώτα στάσου βέβαιος, εδραίος, ακλόνητος, αμετακίνητος στην Ορθόδοξη Πίστη του Χριστού, όπως ακριβώς σε έμαθε η ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Και μη σε βρει και σε πλανέψει κανένας άνθρωπος και ξεθαρρέψεις από μόνος σου και πειστείς ότι οι θλίψεις και οι στενοχώριες σού συμβαίνουν εξαιτίας της Εκκλησίας ή ότι μπορεί αυτές να είναι σημάδι πως η Εκκλησία που βρίσκεσαι να μην είναι αληθινή, μια που η Εκκλησία πειράζεται και χειμάζεται συνεχώς. Το πιο αληθινό σημάδι της πραγματικής εκκλησίας του Χριστού είναι οι θλίψεις, οι ζάλες και οι ταραχές. Λέει ο Σωτήρας Χριστός προς την Εκκλησία των Αποστόλων:“Αν ανήκατε στον κόσμο, θα σας αγαπούσε ο κόσμος· γιατί ο κόσμος αγαπάει πάντα όσους προέρχονται απ’ αυτόν” (Ιωάν. 15, 19)· και αλλού:“Μέσα στον κόσμο θα έχετε μόνο θλίψη” (Ιωάν. 16, 33)».

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ


[ Παντελή Β. Πάσχου:
«Έρως Ορθοδοξίας»,
Μέρος Β΄, κεφ. Β΄, §12,
σελ. 184–191,
Εκδόσεις
«Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος»·
Αθήναι 19874.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.