Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2022

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

 

     Το μέγα γεγονός της Αναλήψεως του Σωτήρος μας περιγράφεται μόνον από τον ευαγγελιστή Λουκά, τον θεολόγο της Αναλήψεως. Αποτελεί το τέλος, τον επίλογο και την σφραγίδα του Ευαγγελίου του, καθώς και την αρχή του βιβλίου των «Πράξεων των Αποστόλων». Αναφέρει τον χρόνο και τον τόπο όπου εκτυλίχθηκε το γεγονός και περιγράφει τον τρόπο της Αναλήψεως. Επίσης, ο ευαγγελιστής Μάρκος απλώς το αναφέρει επιγραμματικά.

     Αφού, επί σαράντα ημέρες ο αναστάς Κύριος εμφανιζόταν στους Μαθητές Του και με υπερφυσικό τρόπο γινόταν άφαντος, την σαρακοστή ημέρα στο Όρος των Ελαιών Τον είδαν οι Μαθητές Του για τελευταία φορά να αναλαμβάνεται στον ουρανό μέσα σε νεφέλη. Η Ανάληψη του αναστημένου Χριστού διαφέρει από τις άλλες εμφανίσεις Του κατά το ότι δεν έγινε απλώς άφαντος, αλλά ανήλθε στον ουρανό και εκάθησε στα δεξιά του Θεού Πατρός. «Οι Απόστολοι είδαν το τέλος της Αναστάσεως, αλλά όχι την αρχή, ενώ της Αναλήψεως είδαν την αρχή αλλ’ όχι το τέλος. Και, όπως είδαν Άγγελο στο Μνήμα με ρούχα που άστραφταν και προείπε αυτά που σκέφτονταν, έτσι και στην Ανάληψη του Χριστού ο Άγγελος γίνεται κήρυκας, αν και οι Προφήτες σε πολλά μέρη της Γραφής προείπαν για την Ανάληψη» (Ιερός Χρυσόστομος).

     Η ένδοξη Ανάληψη του Χριστού αποτελεί το τέλος της ένσαρκης Οικονομίας και την αρχή της επουράνιας δοξασμένης Βασιλείας Του, αφού πλέον (ο Χριστός, κατά την ανθρωπότητά Του), γίνεται παντοτινά συγκάθεδρος και συνδοξασμένος με τον ουράνιο Πατέρα Του.

     Οι άγιοι Πατέρες και οι ιεροί υμνογράφοι επισημαίνουν προρρήσεις και προτυπώσεις της Αναλήψεως στην Παλαιά Διαθήκη (βλ. σχετικά: Ψαλμ. 23, 7· 46, 6 και 88, 7). Πιο συγκεκριμένα, η ανάληψη του Προφήτου Ηλία προτυπώνει και προεικονίζει την Ανάληψη του Χριστού. Μας λέγει επ’ αυτού ο Ιερός Χρυσόστομος: «Αλλά ο μεν Ηλίας αναλήφθηκε “ὡς εἰς τὸν οὐρανόν” (Δ΄ Βασ. 2, 11), γιατί ήταν άνθρωπος· ο Χριστός, όμως, αναλήφθηκε στον ουρανό, γιατί ήταν Θεός. Ο Ηλίας αναλήφθηκε με πύρινο άρμα, ο Κύριος όμως με νεφέλη». Η νεφέλη στην Γραφή έχει καθαρά συμβολικό νόημα· «είναι σύμβολο του ουρανού, καθώς ο Προφήτης λέγει: “Αυτός (ο Θεός) τοποθετεί τον θρόνο Του στις νεφέλες” (Ψαλμ. 103, 4), δείχνοντας με αυτό ότι (η νεφέλη) ήταν σύμβολο θείας δυνάμεως, διότι πουθενά δεν φαίνεται κάποια άλλη δύναμη πάνω της. Όπως τον βασιλιά τον δείχνει το βασιλικό όχημα, έτσι και στον αναλαμβανόμενο Χριστό στάλθηκε το όχημα το βασιλικό (η νεφέλη)». «Γιατί, όταν έπρεπε να καλέσει ο Θεός τον Ηλία, έστειλε προς αυτόν άρμα και, όταν κάλεσε τον Υιό Του, έστειλε (ως άλλον) βασιλικό θρόνο (την νεφέλη); Και όχι μόνο βασιλικό θρόνο, αλλά τον ίδιο τον πατρικό θρόνο; Διότι, για τον Πατέρα λέγει ο Ησαΐας: “Ιδού, ο Κύριος κάθεται επάνω σε ελαφριά νεφέλη” (Ησ. 19, 1). Επειδή, λοιπόν, ο Πατέρας κάθεται επάνω σε νεφέλη, γι’ αυτό και στον Υιό έστειλε την νεφέλη» (Ιερός Χρυσόστομος). «Νεφέλη ανέλαβε τον Κύριο, για να δείξει με αυτό την ομοτιμία με τον Πατέρα, διότι έχει λεχθεί για τον Πατέρα: “νεφέλη και σκότος γύρω απ’ Αυτόν” (Ψαλμ. 96, 2). Και ο σαρκωθείς Θεός χρησιμοποιεί την νεφέλη σαν όχημα» (άγ. Οικουμένιος).

     Η ανάληψη του Προφήτου Ηλιού διαφέρει κατά πολύ από την Ανάληψη του Χριστού, διότι «ο Ηλίας, όταν ανέβηκε στον ουρανό, άφησε στον Ελισσαίο την μηλωτή του. Ο Κύριος, όμως, όταν αναλήφθηκε, άφησε στους Μαθητές Του τα χαρίσματα (του Αγίου Πνεύματος), που έκαναν όχι έναν Προφήτη, αλλά χιλιάδες Ελισσαίους και, μάλιστα, πολύ μεγαλύτερους και σημαντικότερους από εκείνον (τον Ελισσαίο)» (Ιερός Χρυσόστομος). Ο Ελισσαίος από την λύπη του, όταν είδε αναλαμβανόμενο τον διδάσκαλό του, κράτησε και έσχισε τα ρούχα του, γιατί δεν στάθηκε κοντά του κανένας να του πει ότι (σύμφωνα με την εσχατολογική παράδοση) θα επιστρέψει ο Ηλίας. Ενώ στους Αποστόλους στάθηκαν κοντά τους Άγγελοι παρηγορώντας την λύπη τους» (Ιερός Χρυσόστομος).

     Το νόημα της Αναλήψεως του Κυρίου είναι η υπερβολική τιμή της ήδη θεωθείσης ανθρωπίνης φύσεως με την ενθρόνισή της στα δεξιά του Πατρός. Με την Ανάληψή Του ο Κύριος δεν μας ευεργέτησε απλώς, όπως στην αρχή που μας έπλασε και ύστερα μετά την συντριβή μας που μας ανέπλασε και μας έσωσε· αλλά τώρα, με την Ανάληψή Του, ανέβασε και την ανθρώπινη φύση στους ουρανούς και την συνδόξασε με τον Εαυτό Του και την αξίωσε να καθίσει στα δεξιά του Πατρός. Η ανθρώπινη φύση του Κυρίου είχε θεωθεί ήδη, εξ άκρας συλλήψεως, όταν την προσέλαβε ο Θεός Λόγος στην υπόστασή Του κατά την ενανθρώπησή Του. Με την Ανάληψή Του, το θεωμένο Σώμα του Χριστού ενθρονίζεται τιμητικά στον Πατρικό θρόνο, στα δεξιά του Πατρός. Βέβαια, ο Θεός και Πατήρ είναι ασώματος και δεν έχει «δεξιά» ή «αριστερά». Το «εκ δεξιών» φανερώνει οικειότητα και ισοτιμία με τον Πατέρα. «Δεξιά του Πατρός είναι η δόξα και η τιμή της Θεότητος» (αγ. Ιωάν. Δαμασκηνός). «Το δεξιόν δηλώνει σχέση ισότητος και δεν πρέπει να εκληφθεί σωματικώς, αλλά απλώς ο λόγος παριστά, με τα τίμια ονόματα της προσεδρείας, την μεγάλη τιμή προς τον Υιό» (Μέγας Βασίλειος). Το να καθίσει, εξάλλου, δηλώνει ανάπαυση και απόλαυση της θείας Βασιλείας.

     Ως Θεός ομοούσιος, ο Υιός ποτέ δεν αποχωρίστηκε από τον Πατέρα, ακόμη και όταν ενανθρώπησε. «Κατέβηκε μεν κατά την Θεότητα, όχι τοπικώς, αλλά συγκαταβατικώς, ανέβηκε δε σωματικώς, ενώ είναι Ένας ο αυτός Θεός και άνθρωπος» (αγ. Ιωάν. Δαμασκηνός). Με το Σώμα, με το οποίο έπαθε και αναστήθηκε, με αυτό το ίδιο Σώμα ανέβηκε στους ουρανούς. «Δεν υψώνεται ο Ύψιστος, αλλά η σάρκα του Υψίστου· δεν δοξάζεται ο Κύριος της Δόξης, αλλά η ανθρώπινη φύση του Κυρίου της Δόξης· αυτή (είναι που) λαμβάνει δόξα και ανεβαίνει μαζί Του στον ουρανό» (Μέγας Αθανάσιος).

     Τώρα, και με το αναληφθέν Σώμα Του, συνεδρεύει με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, και αυτό το γεγονός αποτελεί την ύψιστη δόξα και τιμή της ανθρωπίνης φύσεως, διότι η απαρχή του γένους μας βασιλεύει (πια) στους ουρανούς. «Τώρα προσκυνείται η φύση μας, που ήταν ενωμένη με τον Χριστό, από όλες τις Αγγελικές δυνάμεις» (άγ. Θεοφύλακτος). Ξεπέρασε σε δόξα και τις Αγγελικές δυνάμεις, προσπέρασε τους Αρχαγγέλους και τα Χερουβίμ, ανέβηκε υψηλότερα από τα Σεραφίμ, και δεν στάθηκε πουθενά μέχρι που έφθασε στον θρόνο του Θεού. «Ο ουρανός, βλέποντας με κατάπληξη τον Θεό με σώμα, ρωτούσε: “Ποιος είναι Αυτός ο Βασιλιάς της Δόξας;” (Ψαλμ. 23, 8)» (Ιερός Χρυστόστομος). «Οι νοερές δυνάμεις, θαυμάζοντας για την παράδοξη ανάβασή Του, απορούσαν και έλεγαν μεταξύ τους: “Ποιος είναι Αυτός που έρχεται ενσώματος (εδώ) στα ασώματα μέρη;”» (άγ. Ευλόγιος Αλεξανδρείας).

     Απορίας άξια είναι η ερώτηση των Αγγέλων. Άραγε, δεν γνώριζαν τον αναληφθέντα Κύριο; Κατά την Πατερική ερμηνεία (αγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας), η Ανάληψη, αλλά και όλο το Μυστήριο της Σαρκώσεως, δεν ήταν άγνωστο μόνο στους ανθρώπους αλλά και στους Αγγέλους ήταν απόκρυφο. Μόνο στον αρχάγγελο Γαβριήλ και στις ουράνιες δυνάμεις που υπηρέτησαν τον Μονογενή, όταν φανερώθηκε με ανθρώπινη μορφή, ήταν γνωστό.

     Ανέβηκε, λοιπόν, το θεωμένο φύραμά μας πάνω από τους Αγγέλους. «Σήμερα είδαν οι Αρχάγγελοι εκείνο που από καιρό επιθυμούσαν (να δουν), δηλαδή τον άνθρωπο να λάμπει κοντά στον θρόνο του Θεού, ν’ αστράφτει από αθάνατη δόξα και ομορφιά. Αν και η τιμή του ανθρώπου ήταν ανώτερη των Αγγέλων, όμως χαίρονταν αυτοί για τα δικά μας αγαθά, γιατί υπέφεραν όταν τιμωρηθήκαμε (εξ αιτίας της παρακοής και παράβασης των Πρωτοπλάστων)» (Ιερός Χρυστόστομος).

     Την ανθρώπινη φύση, που είχε προσλάβει στην υπόστασή Του ο Θεός Λόγος, αυτήν ανέστησε και την ανέβασε στον ουρανό και όχι όλους τους ανθρώπους. Με την Ανάληψή Του «ο Χριστός, δεν ανέβασε στον ουρανό όλο (συλλήβδην) το ανθρώπινο γένος, γιατί δεν είναι αυτό προσφορά, άλλα πρόσφερε ένα μικρό μέρος (την δική Του ανθρώπινη φύση) και μ’ αυτό έκανε να ευλογηθεί το σύνολο. Δεν πρόσφερε τον πρώτο καρπό (τον παλαιό Αδάμ), γιατί ήταν υπεύθυνος αμαρτίας, αν και δημιουργήθηκε πρώτος, αλλά πρόσφερε τον Εαυτό Του (τον νέο Αδάμ), γιατί ήταν απαλλαγμένος από την αμαρτία, αν και (χρονικά, γενεαλογικά και σωματικά) γεννήθηκε αργότερα. Πρόσφερε, λοιπόν, την εκλεκτή απαρχή του ανθρωπίνου γένους, όχι τον πρώτο καρπό αλλά τον κάλλιστο· το Σώμα Του. Και, τόσο θαύμασε αυτό το δώρο ο ουράνιος Πατήρ, και γιατί είχε αξία Εκείνος που το πρόσφερε και γιατί η προσφορά ήταν αμόλυντη, ώστε το δέχθηκε στα χέρια Του και το τοποθέτησε κοντά Του και Του είπε: “Κάθισε στα δεξιά Μου!” (Ψαλμ. 109, 1)· (το είπε αυτό) σ’ αυτήν την ίδια φύση που άκουσε (κάποτε): “Γη είσαι και στη γη θα επιστρέψεις!” (Γεν. 3, 19)» (Ιερός Χρυσόστομος).

     Τα αγαθά που μας χάρισε η σωτήρια Ανάληψη του Κυρίου είναι μεγάλα και θαυμαστά. Η εκλεκτή προσφορά του Σώματός Του προξένησε την ευλογία στο ανθρώπινο γένος. «Ο Χριστός ανέβηκε στον ουρανό, για να εμφανισθεί τώρα για χάρη μας ενώπιον του Θεού και Πατρός· όχι για να παρουσιάσει τον Εαυτό Του –γιατί, ως Θεός, βρίσκεται πάντοτε μαζί με τον Πατέρα– αλλά μάλλον για να παρουσιάσει εμάς μέσω του Εαυτού Του. Επομένως, εν Χριστώ κερδίζουμε το να στραφεί προς εμάς το Πρόσωπο του Θεού. Γιατί πλέον, ως αγιασμένους, μας αξιώνει ο Θεός της εποπτείας Του» (άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας).

     Και πρώτον ο Υιός έγινε μεσίτης του αμαρτήσαντος ανθρωπίνου γένους προς τον Θεό. «Ο Χριστός, αφού μπήκε στην μέση, συμφιλίωσε τα δύο μέρη. Έπαθε Εκείνος για μας, εξαφάνισε την έχθρα, δεν σταμάτησε να κάνει τα πάντα, ώστε ανέβασε κοντά στον Θεό τον εχθρό και αντίπαλό Του και τον έκανε φίλο Του» (Ιερός Χρυσόστομος). Με την προσφορά του Σώματός Του και του Αίματός Του έγινε η πλήρης καταλλαγή και συμφιλίωση. «Πολλές φορές χιλιάδες σύμβουλοι (με τα λόγια τους και τις ενέργειές τους) δεν διέλυσαν μια έχθρα, ενώ ένα τραπέζι σταμάτησε πολέμους. Εχθροί ήμασταν. Μας δόθηκε ο Μωσαϊκός Νόμος και δεν μας συμφιλίωσε. Ήρθαν οι Προφήτες και δεν έπεισαν. Ήρθε ο Χριστός, έστησε το δικό Του τραπέζι, πρόσφερε τον Εαυτό Του για τροφή και είπε: “Λάβετε, φάγετε!” και αμέσως σταμάτησε τον πόλεμο και έφερε ειρήνη» (Ιερός Χρυσόστομος).

     Στο γεγονός της Αναλήψεως φαίνεται τόσο το ιερατικό αξίωμα του Χριστού, αφού ως Αρχιερεύς «πρόσφερε μια θυσία υπέρ αμαρτιών» (Εβρ. 10, 12), όσο και το βασιλικό Του αξίωμα, διότι πλέον ως νικητής κάθεται στον πατρικό θρόνο, φέροντας μαζί Του και την ανθρώπινη φύση άφθαρτη και δοξασμένη. Ο Χριστός, ο ένας και αιώνιος μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «στους μεν ανθρώπους με την σάρκωσή Του έκανε φανερό τον Πατέρα που Τον αγνοούσαν (καθώς και το Άγιο Πνεύμα), στον δε Πατέρα με το Πνεύμα οδηγεί συμφιλιωμένους μαζί Του τους ανθρώπους, υπέρ των οποίων και για τους οποίους ατρέπτως έγινε άνθρωπος» (όσιος Μάξιμος).

     Ακόμη, επειδή «ο Χριστός πήρε ανθρώπινο σώμα, με το Σώμα αυτό έγινε όλη η Εκκλησία συγγενής του Χριστού. Είμαστε πλέον γένος του Θεού (Πράξ. 17, 29) “Εμείς είμαστε Σώμα του Χριστού και ο καθένας μας είναι ένα μέρος από την Σάρκα Του” (Α΄ Κορ. 12, 27). Από το σώμα που πήρε είμαστε συγγενείς Του. Είναι δυνατόν να δει κανείς την μορφή του Αδάμ, που ήταν θαμμένη στον τάφο, να κάθεται μαζί με τον Θεό πιο πάνω από τους Αγγέλους, για να βάλει και μας να καθίσουμε μαζί Του. Έχουμε, λοιπόν, την εγγύησή Του στον ουρανό, δηλαδή το Σώμα που πήρε από μας, και στην γη το Άγιο Πνεύμα μαζί μας, που είναι συγχρόνως παντού και στον ουρανό. Κράτησε ο ουρανός το άγιο Σώμα, δέχθηκε η γη το Άγιο Πνεύμα» (Ιερός Χρυσόστομος).

     Το απολυτρωτικό έργο του Σωτήρος δεν τελειώνει με την Ανάληψη. Αυτή προετοιμάζει και παραπέμπει στην Πεντηκοστή, διότι πριν αναληφθεί ο Κύριος είπε στους Μαθητές Του να περιμένουν την παραγγελία του Πατρός, δηλαδή την αποστολή του Αγίου Πνεύματος, με το Οποίο θα βαπτισθούν και θα λάβουν δύναμη.

     Επομένως, η Ανάληψη ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την αποστολή του Αγίου Πνεύματος στους Μαθητές Του, όπως τους προείπε και τους υπεσχέθη: «Εάν Εγώ δεν φύγω, ο Παράκλητος δεν θα έλθει σ’ εσάς» (Ιωάν. 16, 7).

     Ο Χριστός είχε πει στον Πατέρα Του ότι το έργο που Του ανέθεσε το τελείωσε. «Ἐπλήρωσε τὴν ὑπὲρ ἡμῶν οἰκονομίαν», «ἕνωσε τὰ ἐπὶ γῆς τοῖς οὐρανίοις» και, αν και αναλήφθηκε, παραμένει αχώριστος μαζί μας. Έπρεπε, όμως, να πραγματοποιήσει και την υπόσχεσή Του· την αποστολή του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο σε δέκα μέρες κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, θα εκχύσει άφθονο στους Μαθητές Του, και το Οποίο θα παραμείνει στην Εκκλησία Του, συνεχίζοντας το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων.

     Η Ανάληψη αποτελεί προοίμιο της Δευτέρας Παρουσίας. Υπάρχει άρρηκτη σχέση και εσωτερική συγγένεια των δύο γεγονότων. Τα λόγια των Αγγέλων: «Ο Ιησούς, Αυτός που αναλήφθηκε από σας στον ουρανό, θα έλθει κατά τον ίδιο τρόπο (με το Σώμα Του, δηλαδή, καθήμενος επάνω σε νεφέλη), όπως και τώρα Τον είδατε να πηγαίνει στον ουρανό» (Πράξ. 1, 11), συνδέουν στενά την ανάβαση του Χριστού στον ουρανό με τον ερχομό Του πάλι κατά την Δευτέρα Παρουσία Του. Θα έρθει πάλι, για να κρίνει τον κόσμο και να εισάγει τους εκλεκτούς Του στη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος· «εκεί» που βρίσκεται το αναληφθέν δοξασμένο Σώμα Του.

 

[ (Ιερομονάχου Ευθυμίου):

«Το Μυστήριον του Χριστού»

3ο Μέρος, Κεφ. Β΄, §Α΄–§Δ΄,

σελ. 559–568·

σελ. παραπομπών (1–29):

742–744.

Άγιον Όρος, 2022.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]





 

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση

των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται

απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ


Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ


     Βάθος και ύψος μυστικής θεολογίας αποκαλύπτει στον ορθόδοξο χριστιανό η γιορτή της Μεταμορφώσεως. Η σχετική ευαγγελική περικοπή και τα εμπνευσμένα τροπάρια της ημέρας πλέουν μέσα στο φως, που σκόρπισε το θαύμα της Μεταμορφώσεως. Ο Χριστός φόρεσε «ὅλον τὸν Ἀδάμ» και την «ἀμαυρωθείσαν φύσιν του» ελάμπρυνε κι εθεούργησε, με την αλλοίωση της μορφής Του (βλ. γ΄ ωδή, α΄ κανών και τροπάριο του Όρθρου της Εορτής). Είδαμε και πάλι να λάμπει το «ἀρχέτυπον κάλλος», το προπτωτικό, που ενώ με την πτώση του Αδάμ αμαυρώθηκε, με τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος πήρε πάλι τη δόξα και τη θεία λαμπρότητα, ντυμένο με το άκτιστο κι αστραποβόλο φως της Θεότητος. Στη Μεταμόρφωση βλέπει ο ορθόδοξος τη δόξα της θεώσεώς του, τη σωτηρία της αμαυρωθείσης εικόνας του και τη μεταμόρφωσή του στον πνευματικό κόσμο του θείου φωτός. Αυτή η προσωπική βίωση του πνεύματος της Μεταμορφώσεως, φέρνει στον πιστό, απ’ το δρόμο της μυστικής κατανύξεως, στην έκσταση και στη θεία αλλοίωση. Κι όπως οι Απόστολοι της Μεταμορφώσεως που «μεταρσιώθηκαν και υψώθηκαν πάνω από τη γη πνευματικά, αλλοιούμενοι εσωτερικά με τη θεία έκσταση» [«μετάρσιοι γενόμενοι τῷ πνεύματι, τὴν θείαν ἠλλοιώθησαν ἔκστασιν»], έτσι και οι σημερινοί πιστοί βλέπουν, «όσο είναι μπορετό γι’ αυτούς» [«ὅσον δύνανται»], και τη δική τους μελλοντική μεταμόρφωση μέσα στο αγιασμένο φως του Θεού «με την καλή και θεία αλλοίωση, μέσω της Μεταμόρφωσης του Χριστού, θα φθάσουν στο σημείο να την εξυμνούν έμπρακτα με τα καλά έργα» [«τὴν καλὴν ἀλλοίωσιν ἀλλοιωθέντες τῇ Χριστοῦ Μεταμορφώσει, εὑρεθῶμεν φωτοφανεῖς, ταῖς εὐπραγίαις ἡμῶν, ταύτην μεγαλύνοντες»].


     Δεν υπάρχει κανένα τροπάριο της γιορτής της Μεταμορφώσεως που να μην αντανακλά, κατά κάποιον τρόπο, αυτό το φως που πλημμυρίζει τα πάντα. Ακόμη και στο δογματικό τριαδικό εξαποστειλάριο της ημέρας, όπου, όχι μόνο σε μία, αλλά σε όλες τις λέξεις, υπάρχει ένας πάμφωτος ήλιος, που μας θαμπώνει: «Λόγε, Εσύ που είσαι το αμετάβλητο και αναλλοίωτο φως του φωτός του αγέννητου Πατέρα, μέσα στο δικό Σου φως που φάνηκε σήμερα στο Θαβώρ, είδαμε σαν φως τον Πατέρα και σαν φως το Πνεύμα, που φωτίζει όλη την κτίση» [«Φῶς ἀναλλείωτον Λόγε, φωτὸς Πατρὸς ἀγεννήτου, ἐν τῷ φανέντι φωτί σου, σήμερον ἐν Θαβωρίῳ, φῶς εἴδομεν τὸν Πατέρα, φῶς καὶ τὸ Πνεῦμα, φωταγωγοῦν πᾶσαν κτίσιν»].


       Φυσικά, για να πλησιάσει κανείς αυτό το φως της Μεταμορφώσεως, πρέπει ν’ ανεβεί σε κάποιο Θαβώρ –έστω και στην ίδια κεκαθαρμένη και εξαγνισμένη καρδιά του, κατά τον ιερό υμνογράφο: «Έχοντας την καρδιά μας σαν ένα άλλο ψηλό βουνό, καθαρισμένη από τα πάθη, είθε να αξιωθούμε να δούμε κι εμείς τη Μεταμόρφωση, αυτήν που φωτίζει πραγματικά τον νου μας» [«Ὄρος ὑψηλότατον τὴν καρδίαν, κεκαθαρμένην ἐκ παθῶν, ἔχοντες ὀψόμεθα, Χριστοῦ τὴν Μεταμόρφωσιν, φωτίζουσαν τὸν νοῦν ἡμῶν»].


     Στο συναξαριστικό υπόμνημα της εορτής αναφέρεται και η αιτία, για την οποία ο Χριστός έκαμε το θαύμα της Μεταμορφώσεως: «Πολλές φορές ο Δεσπότης μας Χριστός προέλεγε στους αγίους Του μαθητές για τους κινδύνους, για τα πάθη και για τον θάνατο που έμελλε να πάθει, παρόμοια και για τις σφαγές και τον μαρτυρικό θάνατο των μαθητών Του. Και επειδή οι κίνδυνοι και τα δεινά που τους περίμεναν ήταν μπροστά τους σ’ αυτή την παρούσα ζωή, ενώ τα αγαθά που θα λάμβαναν ήταν γι’ αυτούς μόνο ελπιζόμενα, γι’ αυτό θέλησε ο Κύριος να πληροφορήσει εκ βαθέων τους μαθητές Του και να τους επιτρέψει να δουν με τα δικά τους τα μάτια με ποια και με πόση δόξα πρόκειται να έλθει Αυτός κατά την κοινή ανάσταση όλων, αλλά και ποια δόξα έχουν να απολαύσουν αιώνια. Γι’ αυτό τους παίρνει ιδιαίτερα και τους ανεβάζει πάνω σ’ ένα ψηλό όρος και εκεί μεταμορφώθηκε μπροστά τους και έλαμψε το πρόσωπό Του σαν τον ήλιο και τα ρούχα του έγιναν άσπρα σαν το φως. Φάνηκαν σ’ αυτούς ο Μωυσής και ο Ηλίας να συνομιλούν με τον Χριστό. Και πήρε μαζί Του ο Χριστός μόνο τρεις Αποστόλους, μια και αυτοί ήταν οι πρόκριτοι και οι υπερέχοντες των λοιπών Αποστόλων. Προκρίθηκε ο Πέτρος, γιατί αγαπούσε πολύ τον Χριστό. Προκρίθηκε ο Ιωάννης, γιατί αγαπήθηκε πολύ από τον Χριστό. Και προκρίθηκε και ο Ιάκωβος, γιατί μπόρεσε να πιει μετέπειτα το ποτήριο του θανάτου που ήπιε και ο Κύριος (πρβλ. Μάρκ. 10, 38-39). Έφερε και παρουσίασε ανάμεσά τους τον Μωυσή και τον Ηλία, για να διορθώσει τις σφαλερές ιδέες και αντιλήψεις που είχαν πολλοί μέσα από τον λαό γι’ Αυτόν. Καθότι άλλοι έλεγαν για τον Κύριο πως είναι ο Ηλίας και κάποιοι άλλοι πως είναι ο Ιερεμίας. Για τούτο λοιπόν παρουσίασε εκεί στο Θαβώρ τους πρώτους και κορυφαίους Προφήτες, για να γνωρίσουν οι μαθητές και, μέσω των μαθητών όλοι οι άνθρωποι, το πόση διαφορά υπάρχει μεταξύ του Χριστού και των Προφητών. Ο μεν Χριστός είναι Δεσπότης και Κύριος· οι δε Προφήτες είναι απλώς δούλοι. Και για να μάθουν όλοι ότι ο Κύριος έχει την εξουσία του θανάτου και της ζωής. Γι’ αυτό και από τους πεθαμένους έφερε τον Μωϋσή και από δε τους ζωντανούς έφερε τον Ηλία, ο οποίος, ενώ ζούσε ακόμη, αναλήφθηκε “ως εκ του ουρανού”».


     Δεν είναι ίσως άσκοπο να αναφερθεί κανείς και στον καιρό και το χρόνο, κατά τον οποίον έγινε η Μεταμόρφωση. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης πιστεύει, μαζί με τον Ευσέβιο Καισαρείας και τους περισσότερους Διδασκάλους της Εκκλησίας, πως «η Μεταμόρφωση έγινε σαράντα μέρες πριν από το Πάθος… έγινε δηλαδή κατά τον Φεβρουάριο μήνα, και όχι κατά τον Αύγουστο όπως εορτάζεται τώρα». Και παραθέτει ο άγιος Νικόδημος τους λόγους, οι οποίοι βεβαιώνουν «ότι μια τέτοια θέση και γνώμη, είναι η πιο πιθανή και κοινά αποδεκτή μέσα στην Εκκλησία του Χριστού», ενώ πιο κάτω ελέγχει, μεταξύ άλλων, και τον Αθηνών Μελέτιο –ο οποίος μαζί με άλλα λέγει ότι έγινε στις 6 Αυγούστου η Μεταμόρφωση– πως «έπρεπε να φέρει κάποιο μαρτύριο των λόγων του και όχι να μας λέγει ασυνάρτητα και ατεκμηρίωτα πράγματα» και θαυμάζει «πώς γίνεται να πιστεύει κανείς αυτά τα πράγματα, έτσι αβάσιμα και αβέβαια που είναι»! Ενδιαφέρει, όμως, να δούμε και τον λόγο, γιατί η Ορθοδοξία έβαλε τη γιορτή της Μεταμορφώσεως στις 6 Αυγούστου, αφού αυτή έγινε τον Φεβρουάριο. Πραγματικά, σ’ αυτό το λόγο φαίνεται γι’ άλλη μια φορά η σοφία και η σύνεση των θείων Πατέρων, «οι οποίοι ρύθμισαν άριστα όλα τα θεία πράγματα και γεγονότα» [«τὰ θεία καλῶς διαταξαμένων θείων Πατέρων»]. Πρώτα-πρώτα η γιορτή έπρεπε να μετατεθεί απ’ τον Φεβρουάριο, γιατί, αφού όπως είπαμε έγινε σαράντα μέρες πριν από τη Σταύρωση του Χριστού, έπεφτε μέσα στην περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η γιορτή όμως της Μεταμορφώσεως, έχοντας πανηγυρικό περιεχόμενο, για να δείξει τη χαρά των χριστιανών για τη μέλλουσα δόξα και λαμπρότητα που θα φορέσουν οι πιστοί, έπρεπε να γιορτάζεται οχτώ μέρες στη σειρά. Κι αυτό το πράγμα ήταν, βέβαια, ανάρμοστο να γίνεται μέσα στην πενθική περίοδο της νηστείας και της Μεγάλης Τεσσαρακαστής. Μετατίθεται, λοιπόν –μα όχι τυχαία– στον Αύγουστο, και μάλιστα στις 6 Αυγούστου. Και να γιατί. Επειδή, όπως είπαμε πιο πριν, η Μεταμόρφωση έγινε σαράντα μέρες πριν από το Πάθος και τη Σταύρωση του Χριστού, κι επειδή η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού «επέχει τα δίκαια του Σταυρού και του Πάθους του Κυρίου», μέτρησαν από τη μέρα αυτή οι άγιοι Πατέρες πάλι σαράντα μέρες, και είπαν να γιορτάζεται στις 6 Αυγούστου η θεία Μεταμόρφωση. Κι από τις 6 Αυγούστου ως τις 14 Σεπτεμβρίου είναι ακριβώς σαράντα μέρες· ούτε παρακάτω ούτε παραπάνω.


     Το πόσο μεγάλη σημασία δίνει η αγία Εκκλησία μας στη γιορτή και το πνεύμα της Μεταμορφώσεως, φαίνεται κι απ’ το ότι έβαλε να λέγεται κάθε μέρα στις «Ώρες» –ελάχιστοι πια δυστυχώς απόμειναν που ν’ αναγνώθουν κάθε μέρα τις κατανυκτικές «Ώρες» της Εκκλησίας– το Κοντάκιο της Μεταμορφώσεως. Κατά τον λόγο, μάλιστα, του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, όπως οι Απόστολοι έβλεπαν τη δόξα του Χριστού στη Μεταμόρφωση, έτσι και οι μακάριοι θα βλέπουν στον μέλλοντα αιώνα την ίδια δόξα του Χριστού. «Επειδή θέλησε η Εκκλησία να έχουν πάντα στη μνήμη τους οι χριστιανοί τη δόξα εκείνη που πρόκειται να απολαύσουν, όρισε να λέγεται κάθε μέρα το Κοντάκιο αυτής της εορτής, ώστε με τη συνεχή υπόμνηση να κινήσει μέσα τους τον πόθο και τον έρωτα της μελλοντικής δόξας» (άγιος Νικόδημος). Κι αυτό, βέβαια, όχι με πανηγυρικά και κούφια λόγια, δίχως καμιά σχέση και συνέπεια με την προσωπική μας ζωή, που πρέπει να είναι φωτεινή, όπως τη θέλει το μεγάλο και πλούσιο φως της Μεταμορφώσεως. Είναι χαρακτηριστική η φράση που συχνά επαναλαμβάνει σ’ έναν κανόνα της εορτής ο ιερός υμνογράφος: «φανερώνοντας με το θείο φως της Μεταμορφώσεως ότι αυτοί που έφθασαν το ύψος των αρετών και διέπρεψαν σε αυτές, αξιώνονται μετά και της ένθεης δόξας» [«δηλῶν ὅτι οἱ τῷ ὕψει τῶν ἀρετῶν διαπρέψαντες, καὶ τῆς ἐνθέου δόξης ἀξιωθήσονται»]. Πρέπει αυτό πολύ να το προσέξουμε, γιατί δίχως τον ενάρετο βίο και την προσήλωση στο νόμο και στις εντολές του Θεού, κάθε λόγος μας για τη Μεταμόρφωση είναι μια φτωχή φιλολογία, χωρίς κανένα πνευματικό βάθος. Τότε το φως της Μεταμορφώσεως δεν έρχεται να μας ενδύσει με τη μέλλουσα δόξα, αλλά να μας κάψει για τις αμαρτίες μας, για το θράσος μας και για την υποκρισία μας, πως είμαστε τάχα «φιλόφωτοι» (ενώ στην πραγματικότητα σκοτεινοί και αφώτιστοι).


     Ένα απ’ τα δυσκολώτερα σημεία, στα οποία σκοντάφτει όποιος μελετά το θαύμα της Μεταμορφώσεως, είναι το  Φ ω ς  με το οποίο περιέστραψε τους Αποστόλους ο Χριστός επάνω στο Θαβώρ. Ας το ιδούμε, με κάθε δυνατή συντομία. Ο αγαπητός αναγνώστης ας θυμηθεί εδώ τους φοβερούς αγώνες που έγιναν πάνω σ’ αυτό το θέμα, κατά τον δέκατο τέταρτο αιώνα, μεταξύ της Ανατολής και της Δύσεως, καθώς και τις διαμάχες των εκπροσώπων τους, ήγουν του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του αιρετικού Βαρλαάμ του Καλαβρού. Πρώτα-πρώτα, ας σημειώσουμε πως η Μεταμόρφωση αφορά στην αλλοίωση που είδαν οι Απόστολοι στην ανθρώπινη μορφή του Κυρίου και όχι σαν κάποιαν αλλαγή της Θεότητάς Του: «Και έγινε», λέγει το Ευαγγέλιο, «την ώρα που προσευχόταν, η όψη του προσώπου Του διαφορετική και τα ρούχα Του άσπρα κι αστραφτερά» (Λουκ. 9, 29). Αλλά κι απ’ αυτό το φως της θείας φύσεως του Χριστού, δεν έλαμψε όλο το άκτιστο φως, γιατί οι Απόστολοι, μη μπορώντας να βαστάξουν, στο υπερβολικό φως, θα τυφλώνονταν ή και θα πέθαναν ακόμη. Αλλά «αφού υποχώρησε (ο Σωτήρας Χριστός) προς την αδυναμία της φύσεως του σώματος που προσέλαβε» [«μικρὸν ὑποκύψας τῆς σαρκὸς τὸ πρόσλημμα»], άφησε να φανεί [«παρεγύμνωσεν»] και έδειξε σαν μέσα από κάποιο έσοπτρο (το θεοϋπόστατο σώμα Του), ολίγο φως της αΰλου Θεότητος· αν και μ’ αυτό το λίγο, και με τη φωνή που άκουσαν να κατεβαίνει απ’ τον ουρανό, «οι μαθητές έπεσαν με το πρόσωπο στη γη και φοβήθηκαν πολύ» (Ματθ. 17, 6). Οι Απόστολοι, λοιπόν, είδαν το φως, που είναι άκτιστη ενέργεια του Θεού, και όχι την ουσία του Θεού, η οποία, κατά την ωραία έκφραση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, «είναι ουσιαστικά από μόνη της και από ο,τιδήποτε άλλο πάνω στη γη, αυτή που υπερέχει πάνω από κάθε έννοια κατανόησης και είναι απρόσιτη και απροσπέλαστη από κάθε έρευνα και επινόηση» του ανθρώπου [«αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, ὅ,τί ποτε κατ’ οὐσίαν ἐστί, πάσης ὑπέρκειται καταληπτικῆς ἐπινοίας, ἀπρόσιτος καὶ ἀπροσπέλαστος οὖσα ταῖς σχολαστικαῖς ἐπινοίαις»]· «Η Θεότητα από μόνη της είναι αόρατη» [«Θεότης καθ’ ἑαυτὴν ἀόρατος»]. Κι αυτό ήταν, που ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός δεν μπορούσε ποτέ να ξεχωρίσει, κι έπεφτε συνεχώς έξω στη σχέση μεταξύ της θείας ουσίας, που είναι απρόσιτη και αμέθεκτη, και της θείας ενεργείας –το άκτιστο φως της Μεταμορφώσεως– που είναι προσιτή και μεθεκτή, όπως εδίδασκε και διδάσκει η Ορθόδοξη Εκκλησία, με το αγιασμένο στόμα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Με τα ίδια σχεδόν λόγια και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αρνείται πως οι Απόστολοι είδαν την ουσία της Θεότητος στη Μεταμόρφωση: «το φως του προσώπου του Κυρίου που νίκησε την περιορισμένη ενέργεια της πεπερασμένης ανθρώπινης φύσης, δείχνοντας στους μακάριους Αποστόλους, με την αποφατικότητα της μυστικής Θεολογίας, σύμφωνα με την οποία η μακάρια Θεότητα βρίσκεται πάνω από κάθε έκφραση και γνώση και σε άπειρο βαθμό πέρα από κάθε πείρα και εμπειρία του ανθρώπου, μην επιτρέποντας ούτε το παραμικρό ίχνος κατάληψης ή αντίληψης από αυτούς που κατέλαβε η ίδια» [«τὸ φῶς τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου, τὸ νικῆσαν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τὴν ἐνέργειαν, τὸν τρόπον διετύπου τοῖς μακαρίοις Ἀποστόλοις τῆς κατὰ ἀπόφασιν μυστικῆς Θεολογίας, καθ’ ἣν ἡ μακαρία θεότης κατ’ οὐσίαν ἐστὶν ὑπεράρρητος καὶ ὑπεράγνωστος, καὶ πάσης ἀπειρίας ἀπειράκις ἐξῃρημένη, οὐδ’ ἴχνος ὅλως καταλήψεως κἂν ψιλὸν τοῖς μετ’ αὐτὴν καταλείψασα»].


     Το θείο και άκτιστο φως της Μεταμορφώσεως του Χριστού, κατά τη γνώμη των αγίων Πατέρων, οι Απόστολοι το είδαν με τον νου, που είναι ο οφθαλμός της ψυχής, αλλά και με τα μάτια του σώματος. Όχι, φυσικά, έχοντας τη συνηθισμένη φυσική δύναμη των ματιών τους, αλλά «έχοντας αλλοιωθεί προς το καλύτερο και προς το θειότερο και έχοντας, επίσης, λάβει τη δύναμη από την εξαίσια δύναμη εκείνου του φωτός, μια και οι κτιστοί, οι ανθρώπινοι οφθαλμοί, δεν μπορούν να δουν και να κατανοήσουν το φως που βρίσκεται πάνω από κάθε αίσθηση, πάνω από κάθε νου και νόηση» [«ἀλλοιωθέντες εἰς τὸ κρεῖττον καὶ θειότερον, καὶ δυναμωθέντες ὑπὸ τῆς δυνάμεως τοῦ φωτὸς ἐκείνου, ἐπειδὴ κτιστοὶ καὶ αἰσθητοὶ ὀφθαλμοὶ τὸ ἄκτιστον καὶ ὑπὲρ αἴσθησιν καὶ νοῦν φῶς, χωρῆσαι οὐ δύνανται»].


     Έτσι, η Μεταμόρφωση του Χριστού φαίνεται πια, όχι ως αλλαγή του Χριστού, αλλά ως ενδυνάμωση των ματιών των Αποστόλων, να ιδούν κάτι παραπάνω απ’ ό,τι μέχρι τώρα –δίχως τη δύναμη του θείου φωτός– έβλεπαν. Μετά από αυτή την παρατήρηση, μεταφέρουμε εδώ την κλασσική έκφραση του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, χωρίς φόβο πως θα παρεξηγηθεί η πρωτοτυπία της: «Μεταμορφώνεται, λοιπόν, ο Χριστός· όχι σε κάτι που να μπορούν να προσλάβουν αυτοί που είδαν τη μεταμόρφωση και δεν μεταβάλλεται σε κάτι που δεν ήταν ο Ίδιος, αλλά όπως ήταν και όπως πάντα εμφανιζόταν στους οικείους σε Αυτόν μαθητές, ανοίγοντας Αυτός ο Ίδιος τα μάτια τους και κάνοντας να δουν τόσοι τυφλοί» [«Μεταμορφοῦται τοίνυν Χριστός, οὐχ ὃ οὐκ ἦν προσλαβόμενος, οὐδὲ εἰς ὅπερ οὐκ ἦν μεταβαλλόμενος, ἀλλ’ ὅπερ ἦν τοῖς οἰκείοις μαθηταῖς ἐμφαινόμενος καὶ διανοίγων τούτων τὰ ὄμματα καὶ ἐκ τυφλῶν ἐργαζόμενος βλέποντας»]. Ανάλογη είναι και η έκφραση του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: «Άρα, λοιπόν, ούτε εκείνο το φως ήταν αισθητό, ούτε και αυτοί που το είδαν μπόρεσαν να το δουν μόνο με τα φυσικά τους μάτια, αλλά αφού πρώτα αλλάχθηκαν και αλλοιώθηκαν οι ίδιοι εσωτερικά με τη δύναμη του θείου Πνεύματος» [«Οὐκοῦν οὐδὲ τὸ φῶς ἐκεῖνο αἰσθητόν, οὐδὲ οἱ ὁρῶντες αἰσθητικοῖς ἁπλῶς ἑώρων ὀφθαλμοῖς, ἀλλὰ μετασκευασθεῖσι τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος»].


     Άμποτε κι εμείς, αγαπητοί μου, από θερμό πόθο και θείο έρωτα, ν’ ανέβουμε στο όρος Θαβώρ –κατά τον τρόπο που όρισε για τον καθένα ο Θεός, όπως λέγει και ο άγιος Μάξιμος– και ν’ απολαύσουμε ύστερ’ από τη δική μας εσωτερική αλλοίωση και μεταμόρφωση, το άκτιστο φως της Μεταμορφώσεως του Χριστού, με τις ζωοπάροχες φρυκτωρίες Του.


[ Παντελή Β. Πάσχου:
«Έρως Ορθοδοξίας»,
Κεφ. Α΄, §1, Σελ. 50–57,
Εκδόσεις
«Αποστολικής Διακονίας»,
Αθήναι, 1987.
Απόδοση στα Ελληνικά
των πατερικών χωρίων:
Νικόλαος Αμανατίδης.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 22 Μαρτίου 2020

ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ


ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ


     Για τον πνευματικό άνθρωπο έχει πολλή σημασία, εκείνο που αναφέρει ο αββάς Ισαάκ για τον αββά Ποιμένα στο «Γεροντικό». Καθόμασταν, λέει, με τον αββά Ποιμένα κάποτε και εργαζόμασταν στο εργόχειρό μας. Σε μια στιγμή τον βλέπω να βυθίζει το βλέμμα του στο μάκρος του ορίζοντα, σάμπως νά ’θελε μόνο με το νου του να βλέπει κι όχι με τα μάτια του κορμιού του. Πραγματικά, έπρεπε κάτι πολύ σπουδαίο να βλέπει νοερώς, γιατί απολησμονήθηκε πέρα για πέρα κι η όψη του πήρε την έκφραση της «χαρμολύπης», δηλαδή χαράς μαζί και λύπης. Τα μάτια του βυθιζόταν ολοένα και πιο βαθιά σε κάποιο δυνατό αγάπημα της ψυχής του και, σε λίγο, άρχισαν να τρέχουν ασταμάτητα δάκρυα. Για ώρα πολλή τον κοίταζα κι εγώ και θαύμαζα την έκστασή του, μα δεν τολμούσα να του μιλήσω. Όταν, πια, ξανάρχισε το εργόχειρό του, τον παρακάλεσα να μου πει πού ήταν ο λογισμός του τόσην ώρα. Τότ’ εκείνος μού αποκρίθηκε με σιγανή φωνή: «ὁ ἐμὸς λογισμός, ὅπου ἡ ἁγία Μαρία ἡ Θεοτόκος ἔστηκε καὶ ἔκλαιεν ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος· κἀγὼ ἤθελον πάντοτε οὕτω κλαίειν».

      Όσοι γνωρίζουν κάπως τον ωραίο λόγο και τις θέσεις των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, ξέρουν καλά ποια θέση έχει ο Σταυρός στην ορθόδοξη θεολογία· αυτό μπορεί να το ιδεί κανείς και στα έργα των αγίων Πατέρων, και στη λειτουργική μας ποίηση, και στη ζωή των τέκνων της Εκκλησίας μας, που ψάλλουν στις γιορτές του Σταυρού:
     «Σταυρός, ὁ φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης,
     »Σταυρός, ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας·
     »Σταυρός, βασιλέων τὸ κραταίωμα,
     »Σταυρός, πιστῶν τὸ στήριγμα·
     »Σταυρός, ἀγγέλων ἡ δόξα,
     »καὶ τῶν δαιμόνων τὸ τραῦμα».

     Καταλαβαίνει τώρα κανείς, πόση άγνοια και πόση προκατάληψη πρέπει να έχουν οι δυτικοί θεολόγοι, όταν κατηγορούν την ορθόδοξη θεολογία πως αγνοεί τάχα το Μυστήριο του Σταυρού. Αλλ’ ας αφήσουμε την άκαρπη φιλολογία, για να πλησιάσουμε, όσο μας επιτρέπει ο χρόνος και οι ασθενείς δυνάμεις μας, το Μυστήριο του Σταυρού, και να δούμε ποιος είναι ο δρόμος που περνάει κάτω απ’ τον ίσκιο του Σταυρού, και τον Οποίο πρέπει ν’ ακολουθεί ο χριστιανός, για να βρει τη λύτρωσή του και τη σωτηρία της ψυχής του.

     Ο τρισμακάριστος και πανσεβάσμιος Σταυρός του Κυρίου είναι για τον χριστιανό το «ἱστίον», όπως λέει και η αγία Συγκλητική, που μ’ αυτό μονάχα μπορούμε να περάσουμε το πέλαγος της ζωής: «Αφού υψώσουμε τον Σταυρό στη ζωή μας και τον απλώσουμε σαν ένα άλλο ναυτικό πανί, τότε θα μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε το ταξίδι μας στη θάλασσα αυτού του κόσμου, δίχως καν να το καταλάβουμε». Πραγματικά, δίχως τον Σταυρό, ο χριστιανός δεν θά ’χε τη δύναμη να προχωρήσει στη ζωή, ν’ αγωνιστεί σκληρά με τους πειρασμούς και το σατανά, και να νικήσει στο τέλος, έχοντας όπλο ακαταμάχητο τον Τίμιο Σταυρό. Γιατί δεν είναι το απλό ξύλο ή το σημείο του σταυρού, που ως συνήθως κάνει αδιάφορα ο άνθρωπος, μα εκείνη η μυστική δύναμη που έρχεται από τη Θυσία και το πανάγιο Αίμα του Εσταυρωμένου, εκείνο που γιγαντώνει στον αγώνα του τον χριστιανό, που έχει σύμμαχο στη ζωή του τον Σταυρό. Όπως η σημαία, που δεν είναι παρά ένα κομμάτι από χρωματιστό ύφασμα, μας κάνει στο πέρασμα ή στο θέαμά της ν’ αναριγούμε όλοι, γιατί θυμόμαστε τα ιερά και τα όσια της πολυβασανισμένης μας ένδοξης Πατρίδος μας –έτσι και με τον Σταυρό: ο νους μας, κατά την ημέρα της Υψώσεως ή την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, πηγαίνει στον Γολγοθά και στέκεται νοερά, όπου ο νους του αββά Ποιμένος, μαζί με την Παναγία, και κλαίει από αγάπη για τον Εσταυρωμένο, και πίνει απ’ την ανοιχτή θεία πληγή τη ζωή, που βλάστησε για να λυτρωθούν όλοι οι αμαρτωλοί. Αν ο χριστιανός δεν τον δει τον Σταυρό του Χριστού σαν πίδακα και σαν κρατήρα θείου νέκταρος και αίματος που αναγεννά και σώζει, αυτός ο χριστιανός δεν έχει καλά τις πνευματικές αισθήσεις του. Και αν δεν μπορεί να καταλάβει τι νόημα κρύβουν οι στίχοι των «Χαιρετισμών» του Σταυρού:
     «Χαῖρε, ὅτι ἀνυψούμενος 
     συνανυψοῖς νῦν ἡμᾶς.
     Χαῖρε, ὅτι προσκυνούμενος 
     καθαγιάζεις τὰς ψυχάς».


     Αν ιδεί, όμως, το Μυστήριο του Σταυρού μέσα απ’ τις πατερικές θέσεις του σωτηριολογικού δόγματος της Εκκλησίας μας, θα ιδεί όλη η ζωή του να κρέμεται απ’ τον Σταυρό του Χριστού, το αιματόβρεχτο φλάμπουρο κάθε πιστού. Η πείνα του κι η δίψα του, να τελειώνουν στον Σταυρό. Η αγωνία του, να σβήνει στον Σταυρό. Τα προβλήματά του, να φωτίζονται απ’ το πονεμένο φως του Σταυρού. Τα βάσανά του και οι πόνοι του, να ξελαφρώνουν μπροστά στην πίκρα και την απερίγραπτη οδύνη του Σταυρού. Τα πάντα του, να λυτρώνονται απ’ τη θυσία του Σταυρού. Οι βρωμιές κι οι παλιανθρωπιές των βάναυσων ανθρώπων που τον περιβάλλουν, να παίρνουν απ’ το ζωομύριστο Ξύλο, μια εύοσμη και γλυκιά ευωδία. Και να αισθάνεται, πως ο Σταυρός έχει γίνει γι’ αυτόν η θύρα των μυστηρίων και η ουρανοστήριχτη σκάλα, απ’ την οποία θ’ ανεβεί στη μακαριότητα των ουρανών, χωρίς να μπορούν να τον εμποδίσουν οι πειρασμοί και οι δαίμονες.

     Ας θυμηθούμε εδώ το περίφημο πατερικό απόφθεγμα του «Γεροντικού». Ο άγιος Ιωάννης ο Βοστρηνός, που είχε λάβει ιδιαίτερο χάρισμα και εξουσία να βγάζει απ’ τους δαιμονισμένους τα δαιμόνια, ρώτησε μια μέρα τους δαίμονες, που είχαν στήσει την κατοικία τους σε μερικές νεαρές κοπέλες και τις τυραννούσαν και τις βασάνιζαν σκληρά: «Ποια πράγματα φοβάσθε πιο πολύ από τους χριστιανούς;». Κι εκείνοι τού αποκρίθηκαν: «Έχετε, όντως, τρία μεγάλα πράγματα: εκείνο που το φοράτε στο στήθος σας (δηλαδή τον Τίμιο Σταυρό)· ένα με το οποίο λούζεσθε μέσα στην Εκκλησία (δηλαδή το άγιο Βάπτισμα)· και ένα ακόμη που το τρώτε, όταν συνάζεσθε μέσα στον Ναό (δηλαδή τη θεία Κοινωνία)». Έτσι, με την απάντηση των ίδιων των δαιμόνων, φαίνεται πως τα φοβερότερα όπλα του χριστιανού, που φοβούνται και δεν τολμούν να τ’ αντιμετωπίσουν οι αιώνιοι αντίπαλοί μας και εχθροί της σωτηρίας μας, είναι ο Τίμιος Σταυρός, το άγιο Βάπτισμα και η θεία Κοινωνία –όταν, βέβαια, εμείς (με τη ζωή μας) τα «φυλάσσωμεν καλῶς».

     Οι χριστιανοί προσκυνούμε τον τύπο του Σταυρού, γιατί είναι «το μεγαλύτερο σημείο και τρόπαιο του Χριστού κατά του διαβόλου και εναντίον κάθε δαιμονικής φάλαγγας, που μας επιτίθεται· γι’ αυτό και οι δαίμονες φρίττουν και τρέπονται κυριολεκτικά σε φυγή, όταν βλέπουν να τυπώνεται και να χαράζεται πάνω μας ο Σταυρός», σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Και Τον τιμούμε και Τον δοξάζουμε τώρα (με τη ζωή μας και στον παρόντα χρόνο που μας δίδεται), για να έχουμε παρρησία να Τον κοιτούμε την ώρα της Κρίσεως, όπου θα παρευρίσκεται «ντυμένος» με πολλή και απερίγραπτη δόξα. Με τον Σταυρό που προσκυνούμε, αποκτούμε την προσωπική «κοινωνία με τα Παθήματα του Χριστού» (Φιλιπ. 3, 10). Και δεν καυχιόμαστε για τίποτε άλλο, παρά για τον Σταυρό του Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος δεν ήθελε για κανένα άλλο πράγμα να καυχηθεί στη ζωή του, μονάχα «για τον Σταυρό του Χριστού», όπως γράφει στην προς Γαλάτας επιστολή του –«εξαιτίας του Οποίου όλος ο κόσμος έχει σταυρωθεί για μένα, όπως κι εγώ έχω ήδη σταυρωθεί για τον κόσμο» (Γαλ. 6, 14). Για τον χριστιανό δεν είναι σκάνδαλο ο λόγος του Σταυρού, ούτε μωρία, όπως είναι για τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες, αλλά είναι «Δύναμη και Σοφία Θεού» που ζωοποιεί και σώζει. Αλλά, για να είναι ο λόγος του Σταυρού, «σ’ εμάς που θέλουμε να σωθούμε (και που σωζόμαστε διά της χάριτος συνεχώς), δύναμη και σοφία Θεού», πρέπει (ετούτος ο λόγος) να είναι ζυμωμένος με τη συσταύρωσή μας με τον Χριστό. Και αυτή η συσταύρωση έχει τη ρίζα της στον λόγο του Χριστού, που μας διασώζει ο Ευαγγελιστής Λουκάς: «Όποιος θέλει να Με ακολουθήσει, ας αρνηθεί τον εαυτό του κι ας σηκώσει τον καθημερινό του σταυρό και, τότε, ας Με ακολουθήσει» (Λουκ. 9, 23). Μπορεί να προσέξει κανείς ιδιαίτερα, και εξωτερικά ακόμη, τις φράσεις: «Όποιος θέλει να Με ακολουθήσει» –ενεστώτας χρόνος, που δείχνει με το απαρέμφατό του την ασταμάτητη, την αιώνια πορεία του χριστιανού κοντά στον Χριστό– «και ας σηκώνει τον καθημερινό του σταυρό» –όχι, μια φορά μονάχα– «και, τότε, ας Με ακολουθήσει». Γιατί, πνευματικά, ο Χριστός δεν έπαψε ποτέ να σταυρώνεται για τον καθένα μας, όπως λέει και ο άγιος Μάξιμος: «πάντα το κάνει αυτό για εμάς ο Κύριος και πάσχει συνεχώς για εμάς, προκειμένου όλους να τους σώσει». Επομένως και η ιδική μας συσταύρωση πρέπει να είναι παντοτινή, και να μη θέλουμε να ξέρουμε τίποτ’ άλλο, παρά μονάχα «τον Ιησού Χριστό και Τούτον Εσταυρωμένο» (Α΄ Κορ. 2, 2). Κι αυτό θα πει, να βρίσκεσαι νοερώς και με την ηθική τάξη, που θα σου εξασφαλίζει μια «παγκαθαριότητα» των σωματικών σου αισθήσεων, μπρος στον Σταυρό του Χριστού, πάνω στο Γολγοθά. Να βλέπεις το πανάγιο Σώμα Του πάνω στον Σταυρό και να συλλογίζεσαι: πόσα έπαθε ο Χριστός μου για μένα, και πόσα παραλείπω εγώ να κάνω για τη σωτηρία μου; Να βλέπεις τη λογχισμένη καρδιά Του, που κράζει προς τον Πατέρα: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους!» (Λουκ. 23, 34), και να συγχωρείς κι εσύ όσους σου έφταιξαν και σ’ έκαναν να πονέσεις. Να βλέπεις τις ταπεινώσεις που υπέφερε για σένα ο Κύριος, και να παίρνεις κουράγιο, όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε σύγχρονους Φαρισαίους και Ιουδαίους, που χλευάζουν και κοροϊδεύουν και ειρωνεύονται –οι ταλαίπωροι!– όσους θέλουν κι αγωνίζονται να ζήσουν κατά Χριστόν. Να βλέπεις τον τεράστιο Σταυρό Του (δεκαπέντε πόδια μάκρος και οχτώ πόδια πλάτος, κατά μία αρχαία παράδοση) και τότε να αισθάνεσαι τον δικό σου σταυρό ελαφρότερο.


     Μ’ έναν λόγο, να διαβάζεις εκεί στον Σταυρό του Κυρίου, όσα κανένα βιβλίο και κανένα Πανεπιστήμιο δεν μπορεί να σε διδάξει ποτέ. Γράφει γι’ αυτό κάπου ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Από βιβλία είναι γεμάτος όλος ο κόσμος. Παρ’ όλ’ αυτά, όλ’ αυτά τα βιβλία ακόμα κι αν τα μαζέψεις μαζί, δεν μπορούν να σου εξηγήσουν στην εντέλεια τον τρόπο ν’ αποκτήσεις τις αρετές, όπως σου εξηγεί ο Εσταυρωμένος Ιησούς Χριστός. Σε συμβουλεύω, παιδί μου, σ’ Αυτόν τον Εσταυρωμένο να προστρέχεις και να Τον κατασπάζεσαι με δάκρυα και να Τον αγκαλιάζεις θερμά, κάθε φορά που συμβεί να δαγκωθείς απ’ τα νοητά φίδια των δαιμόνων και απ’ τους πειρασμούς που προέρχονται απ’ τους ανθρώπους. Και, οπωσδήποτε, θα γιατρευτείς απ’ τις πληγές σου. Όπως κάποτε κι οι Εβραίοι, μέσα στην έρημο, που γιατρεύονταν απ’ τις δαγκωματιές των αισθητών φιδιών, αμέσως μόλις έβλεπαν το χάλκινο φίδι που ήταν κρεμασμένο πάνω στο ξύλο. Αυτός ο χάλκινος όφις ήταν αντίτυπος τύπος του Κυρίου μας, που έλεγε: “Όπως ο Μωυσής ύψωσε το φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί κι ο Υιός του ανθρώπου, ώστε όποιος πιστεύει σε Αυτόν, να μη χάνεται, αλλά να έχει ζωή αιώνια”» (Ιωάν. 3, 14).

     Ίσως πρέπει να διευκρινίσουμε κάπως τη φράση που λέγει, πως ο χάλκινος όφις ήταν αντίτυπος τύπος του Κυρίου μας, αντίθετος του Χριστού. Η εμβάθυνση στο νόημα που κρύβει αυτή η σκηνή της Παλαιάς Διαθήκης, ανήκει στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Ο αντίτυπος τύπος, φυσικά, είναι ο νοητός όφις, ο Διάβολος. Πώς, όμως, ο Διάβολος, μπορεί να γιατρεύει και να σώζει, όσους τον κοιτούν κατάματα; Και απαντά ο άγιος Γρηγόριος, πως, «γιατρεύει εκείνους που πιστεύουν ότι ο Διάβολος (ο νοητός όφις) δεν ζει πια, αλλά νεκρώθηκε απ’ τον Σταυρωθέντα Χριστό, και ότι μαζί του νεκρώθηκαν κι όλοι οι υποκείμενοι σ’ αυτόν Δαίμονες».

     Η έκφραση που συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε, όταν μιλούμε για τον Τίμιο Σταυρό είναι, πως πρέπει να σηκώνει με υπομονή ο καθένας μας τον σταυρό του, «ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ» (Μάρκ. 8, 34). Ποιός, όμως, είναι θεολογικά ο σταυρός για τον κάθε χριστιανό; Η απάντηση που δίνουν οι Πατέρες σ’ αυτή την ερώτηση, είναι η ακόλουθη· Τα είδη των σταυρών στο διάβα της ζωής μας είναι τέσσερα: α) σταυρός «γνώσεως», β) σταυρός «οικονομίας», γ) σταυρός «πολιτείας» και δ) σταυρός «πάθους».
  
    Ο σταυρός «γνώσεως» είναι εκείνος που φανερώνει όλα όσα μπορούμε να μάθουμε περί Θεού απ’ τον λόγο του Σταυρού. Εκεί θα γνωρίσουμε πως, ό,τι δεν μπόρεσε να κάμει η δύναμη και η σοφία των ανθρώπων, το έκαμε ο Σταυρός· κι έτσι, σώθηκε ο άνθρωπος. Μόνο μέσω του Σταυρού του Χριστού, «θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ποιο είναι το πλάτος και ποιο το μήκος, ποιο το βάθος και ποιο το ύψος» (Εφεσ. 3, 18) του Σταυρού. Δηλαδή, θα δούμε στις διαστάσεις του Σταυρού: το ύψος της σοφίας και τον βυθό της γνώσεως –το πάνω και το κάτω μέρος του Σταυρού– και το πλάτος της αγάπης και το μήκος της δυνάμεως –τα δύο πλάγια άκρα του.

     Ο σταυρός της «οικονομίας»· φανερώνεται με αυτές τις κινήσεις και τους λόγους του Χριστού (Ιωάν. 16, 28): «Προέρχομαι από τον Πατέρα Μου» –το πάνω μέρος του Σταυρού. «Και ήρθα στον κόσμο» –το κάτω μέρος. «Τώρα, όμως, αφήνω τον κόσμο» –το ένα μέρος του πλάτους. «Και πηγαίνω προς τον Πατέρα Μου» –το άλλο μέρος του πλάτους.


     Ο τρίτος σταυρός είναι ο σταυρός της «πολιτείας»· Δηλαδή, το να νεκρώσεις τα μέλη σου, να κόψεις τα σαρκικά σου φρονήματα και τα θελήματα, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος: «Απονεκρώστε, λοιπόν, ό,τι σας συνδέει με το αμαρτωλό παρελθόν: την πορνεία, την ηθική ακαθαρσία, το πάθος, την κακή επιθυμία και την πλεονεξία, που είναι ειδωλολατρία. Για όλα αυτά θα πέσει η οργή του Θεού πάνω σ’ εκείνους που απειθούν και δεν θέλουν να πιστέψουν» (Κολ. 3, 5). Γιατί, σαν παραμερίσεις τα σαρκικά θελήματα και τις αμαρτωλές επιθυμίες σου, η ψυχή αρχίζει να παίρνει τα πάνω της και να δυναμώνει. Όταν όμως υποκύπτεις στις παράνομες επιθυμίες σου, τις σατανικές, τότε η ψυχή μαραίνεται. Έτσι δεν μπορεί κανείς κι εδώ να δουλεύει «σε δύο κυρίους» (Ματθ. 6, 24), δηλαδή και στο σώμα και στη ψυχή. Νεκρώνοντας, λοιπόν, τα μέλη της αμαρτίας, που αναφέραμε πιο πριν, σηκώνεις τον σταυρό της «πολιτείας» σου.

     Τέταρτος σταυρός είναι ο σταυρός του «πάθους»· το προσωπικό μας μαρτύριο, η σωματική μας σταύρωση, την οποία πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να δεχτούμε, αν έρθει κάποτε κι αυτή η ώρα, να μαρτυρήσουμε δηλαδή για την Πίστη μας, για τη θερμή Πίστη προς τον Λυτρωτή μας, τον Εσταυρωμένο Χριστό, τον ουράνιο Νυμφίο της πονεμένης ψυχής μας.

     Αν, λοιπόν, κι εμείς σταυρώνουμε τη σάρκα μας και νεκρώνουμε τα πάθη και τις κακές μας επιθυμίες, κι αν υπομένουμε με υπομονή και καρτερία κάθε θλίψη και κάθε κακοπάθεια, ο Χριστός θα ’ρθει ν’ αναπαυθεί επάνω μας, όπως αναπαύθηκε στον Τίμιο Σταυρό. «Όπως ένας πατέρας φροντίζει το παιδί του», λέει ο αββάς Ισαάκ, «έτσι και ο Χριστός θα φροντίσει για εκείνο το σώμα που κακοπαθεί και πάσχει από αγάπη γι’ Αυτόν και θα βρίσκεται πάντα πλάι στο σώμα αυτό»! Πουθενά δεν αναπαύεται ο Θεός τόσο, όσο στη θλιμμένη καρδιά, στην πονεμένη και βουτηγμένη μέσα στα δάκρυα και στην κακοπάθεια, αλλά που βαστάει με υπομονή τον σταυρό της.


     Θα τελειώσουμε με τα παρακάτω λόγια του Μελετίου Πηγά (Πατριάρχης Αλεξανδρείας· 1549-1601): «Αγάπησε κι εσύ, αδελφέ, τον Σταυρό του Κυρίου· πάρε τον σταυρό σου κι ακολούθησε τον Χριστό. Μη σου φανούν βαριά τα Πάθη και ο ονειδισμός του Χριστού, διότι, σύμφωνα με τον Απόστολο, βάρος δόξης σού ετοιμάζουν (πρβλ. Β΄ Κορ. 4, 17). Και πρώτα στάσου βέβαιος, εδραίος, ακλόνητος, αμετακίνητος στην Ορθόδοξη Πίστη του Χριστού, όπως ακριβώς σε έμαθε η ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Και μη σε βρει και σε πλανέψει κανένας άνθρωπος και ξεθαρρέψεις από μόνος σου και πειστείς ότι οι θλίψεις και οι στενοχώριες σού συμβαίνουν εξαιτίας της Εκκλησίας ή ότι μπορεί αυτές να είναι σημάδι πως η Εκκλησία που βρίσκεσαι να μην είναι αληθινή, μια που η Εκκλησία πειράζεται και χειμάζεται συνεχώς. Το πιο αληθινό σημάδι της πραγματικής εκκλησίας του Χριστού είναι οι θλίψεις, οι ζάλες και οι ταραχές. Λέει ο Σωτήρας Χριστός προς την Εκκλησία των Αποστόλων:“Αν ανήκατε στον κόσμο, θα σας αγαπούσε ο κόσμος· γιατί ο κόσμος αγαπάει πάντα όσους προέρχονται απ’ αυτόν” (Ιωάν. 15, 19)· και αλλού:“Μέσα στον κόσμο θα έχετε μόνο θλίψη” (Ιωάν. 16, 33)».

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ


[ Παντελή Β. Πάσχου:
«Έρως Ορθοδοξίας»,
Μέρος Β΄, κεφ. Β΄, §12,
σελ. 184–191,
Εκδόσεις
«Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος»·
Αθήναι 19874.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.