Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

«ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ» ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΘΑΝΑΤΟΙ!

«ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΟΙ» ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΘΑΝΑΤΟΙ!


     Οι άνθρωποι καταδίκασαν τον Θεό σε θάνατο· ο Θεός όμως, με την Ανάστασή Του, «καταδικάζει» τους ανθρώπους σε αθανασία. Ποτέ άλλοτε δεν έδειξαν τόσο μίσος οι άνθρωποι προς τον Θεό, όσο όταν Τον σταύρωσαν· και ποτέ δεν έδειξε ο Θεός τόση αγάπη προς τους ανθρώπους, όση όταν αναστήθηκε. Θέλησαν οι άνθρωποι να καταστήσουν τον Θεό θνητό, αλλά ο Θεός με την Ανάστασή Του κατέστησε τους ανθρώπους αθάνατους.

     Με την Ανάσταση του Θεανθρώπου η ανθρώπινη φύση οδηγήθηκε τελεσίδικα στην οδό της αθανασίας και έγινε φοβερή ακόμη και γι’ αυτόν τον ίδιο το θάνατο. Γιατί, πριν την Ανάσταση του Χριστού, ο θάνατος ήταν φοβερός για τον άνθρωπο. Από την Ανάσταση όμως και μετά, γίνεται ο άνθρωπος φοβερός για τον θάνατο.

     Μέχρι την Ανάσταση του Χριστού, ο θάνατος ήταν η δεύτερη φύση του ανθρώπου: Η πρώτη φύση ήταν η ζωή και η δεύτερη ο θάνατος. Ο άνθρωπος είχε συνηθίσει τον θάνατο σαν κάτι το φυσικό. Αλλά με την Ανάστασή Του ο Κύριος άλλαξε τα πάντα: η αθανασία έγινε η δεύτερη φύση του ανθρώπου, έγινε κάτι το φυσικό για τον άνθρωπο και το αφύσικο κατέστη να είναι ο θάνατος. Όπως επίσης και μέχρι την Ανάσταση του Χριστού ήταν φυσικό για τους ανθρώπους το να είναι θνητοί, έτσι και μετά την Ανάσταση έγινε φυσική γι’ αυτούς η αθανασία.

     Αν δεν αναστήθηκε ο Χριστός, τότε γιατί να πιστέψει κανείς σ’ Αυτόν; Ειλικρινά, εγώ τ’ ομολογώ, ότι ποτέ δεν θα πίστευα στον Χριστό, αν Αυτός δεν είχε αναστηθεί και αν δεν είχε νικήσει τον μεγαλύτερο εχθρό μας· τον θάνατο. Όμως, αναστήθηκε ο Χριστός και μας δώρισε την αθανασία!
 
     Χωρίς αυτήν την αλήθεια, ο κόσμος μας είναι μονάχα μια χαώδης έκθεση απεχθών ανοησιών. Μονάχα με την ένδοξη Ανάστασή Του, ο θαυμαστός Κύριος και Θεός μας, μας ελευθέρωσε από το παράλογο και από την απελπισία. Γιατί, χωρίς την Ανάσταση, δεν υπάρχει ούτε στον ουρανό ούτε κάτω από τον ουρανό τίποτε πιο παράλογο απ’ αυτόν τον κόσμο. Ούτε υπάρχει μεγαλύτερη απελπισία απ’ αυτήν την ζωή, χωρίς αθανασία. Γι’ αυτό και σ’ όλους τους κόσμους δεν υπάρχει δυστυχέστερη ύπαρξη από εκείνον τον άνθρωπο που δεν πιστεύει στην Ανάσταση του Χριστού και την ανάσταση των νεκρών (πρβλ. Α΄ Κορ. 15, 19)· «Καλό θα ήταν να μην είχε γεννηθεί εκείνος» (Ματθ. 26, 24).

     Στον ανθρώπινο κόσμο μας ο θάνατος είναι το μεγαλύτερο βάσανο και η πιο φρικιαστική απανθρωπία. Ακριβώς η απελευθέρωση απ’ αυτό το βάσανο και απ’ αυτήν την απανθρωπία, είναι η σωτηρία. Μια τέτοια σωτηρία δώρισε στο ανθρώπινο γένος μόνον ο Νικητής του θανάτου· ο Αναστημένος Θεάνθρωπος. Με την Ανάστασή Του, μας αποκάλυψε όλο το μυστήριο της σωτηρίας μας. Και «σωτηρία» σημαίνει να εξασφαλιστεί, για το σώμα και για την ψυχή, αθανασία και αιώνια ζωή. Και πώς κατορθώνεται αυτό; Μόνο μέσω της θεανθρώπινης ζωής· μέσω της ζωής μαζί με τον Αναστάντα Χριστό και μέσω της ζωής για τον Αναστάντα Χριστό!

     Για ’μας τους χριστιανούς η ζωή αυτή πάνω στην γη είναι ένα σχολείο, μέσα στο οποίο μαθαίνουμε πώς να εξασφαλίσουμε την αθανασία και την αιώνια ζωή. Γιατί, τι όφελος έχουμε απ’ αυτήν την ζωή, αν με αυτήν δεν μπορούμε ν’ αποκτήσουμε την αιώνια; Αλλά, για ν’ αναστηθεί ο άνθρωπος μαζί με τον Χριστό, πρέπει πρώτα να συναποθάνει μαζί Του και να ζήσει την ζωή του Χριστού σαν δικιά του. Αν το κάνει αυτό, τότε θα μπορέσει να πει μαζί με τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο:
     “Χθὲς συνεσταυρούμην Χριστῷ,
     σήμερον συνδοξάζομαι·
     χθὲς συνενεκρούμην,
     συζωοποιοῦμαι σήμερον·
     χθὲς συνεθαπτόμην,
     σήμερον συνεγείρομαι”.

     Μέσα σε τέσσερις μόνο λέξεις, συγκεφαλαιώνονται και τα τέσσερα Ευαγγέλια του Χριστού:
     “Χριστὸς ἀνέστη! – Ἀληθῶς, ἀνέστη!”.
     Σε κάθε μία απ’ αυτές τις λέξεις, βρίσκεται και από ένα Ευαγγέλιο. Και μέσα στα τέσσερα Ευαγγέλια, βρίσκεται όλο το νόημα όλων των κόσμων του Θεού, των ορατών κόσμων και των αόρατων.

     Και όταν όλα τα αισθήματα του ανθρώπου και όταν όλες του οι σκέψεις συγκεντρωθούν μέσα στην βροντή του Πασχαλινού αυτού Χαιρετισμού: “Χριστὸς ἀνέστη!”, τότε η χαρά της αθανασίας σείει όλα τα όντα. Και αυτά με αγαλλίαση απαντούν για να επιβεβαιώσουν το Πασχάλιο Θαύμα:
     “Ἀληθῶς, ἀνέστη!”.

     Και όλ’ αυτά, λοιπόν, είναι αληθινά και πραγματικά· και για μένα και για σένα και για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη. Για την οποία ανθρώπινη ύπαρξη ο Αναστημένος Κύριος είναι «τὰ πάντα ἐν πᾶσιν» σε όλους τους κόσμους: ό,τι το Ωραίο, το Καλό, το Αληθινό, το Προσφιλές, το Χαρμόσυνο, το Θείο, το Σοφό, το Αιώνιο.

     Αυτός είναι όλη η Αγάπη μας, όλη η Αλήθεια μας, όλη η Χαρά μας, όλο το Αγαθό μας, όλη η Ζωή μας, η Αιώνια Ζωή σε όλες τις θείες αιωνιότητες και απεραντοσύνες.
     Για τον λόγο αυτόν, πάλιν και πολλάκις, και αναρίθμητες φορές:
     Χ ρ ι σ τ ὸ ς   Ἀ ν έ σ τ η !  

ΑΓΙΟΣ
ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ
(1894–1979)


[Αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς:
«Άνθρωπος και Θεάνθρωπος»,
κεφ. α΄, σελ. 40–41, 44–49,
Εκδόσεις «Αστήρ», Αθήνα 1993.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.

ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ


     Παρά την αυταπάτη που καλλιεργεί προσωρινά, το μίσος των κακόψυχων ανθρώπων δεν κρατάει πολύ και δεν κρατάει για πάντα. Επειδή η αγάπη είναι κραταιή σαν το θάνατο και επειδή ποτέ δεν εκπίπτει από των πόθων της και δεν σταματά να θέλει να σώζει αυτούς που αγαπάει. Και, πόσο μας αγαπάει η Αυτοαγάπη, ο Χριστός; Πόσο θέλει να μας σώζει; Πώς και πόσο πολύ; Από τον ουρανό, όπου είναι το ταμείο της, μέχρι τον άδη που είναι η εξορία της.

     Τίποτε δεν φοβήθηκε η Αγάπη· για όλα στάθηκε ανδρεία, έκανε τα πάντα για να γραπώσει την ευτέλειά μας, την τέλεια αδυναμία μας, την απόλυτη εσχατιά μας. Ήρθε και μας βρήκε μέσα στον άδη μας. Στον άδη τον προσωπικό, τον διαπροσωπικό, τον κοινωνικό, τον εθνικό, τον οικουμενικό. Εκεί μας έσυρε η αμαρτία μας, η υπερηφάνεια, ο εγωισμός, η φιλαυτία, η ανυπακοή, η ανταρσία, η απείθεια, η σύγχυση, το μεθύσι του παραλόγου, όλα τα πάθη που αντιστοιχούν με τους ανάλογους δαίμονές τους.

     Και οι δαίμονες στελεχώνουν μια κόλαση. Μια φυλακή. Ένα πελώριο μπουντρούμι. Δίχως ήλιο και ζεστασιά, δίχως κοινωνία και μιλησιά. Μια μοναξιά που γίνεται μαρτύριο. Δεν έχω άνθρωπο να μιλήσω και άνθρωπο να θυμηθώ, δεν έχω άνθρωπο να κοινωνήσω και να αδειάσω από τα εσώψυχά μου που με καίνε. Ποιος μου φταίει που μου φταίνε όλοι; Όταν αρνιέσαι συνεχώς το καλό, μετά φυτεύεις μια άρνηση μέσα σου δίχως να το καταλάβεις. Ένα μαρτύριο που είναι η μοναξιά! Μια μοναξιά που φέρνει η πλάνα ιδέα και η κάθε αμαρτία. Μικρή–μεγάλη, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η καρδιά. Που δέχεται την πλάνη και την αμαρτία και που δεν θέλει ν’ αγκαλιάσει την αγάπη, τον Χριστό, ώστε μετά να γίνει αγάπη, για να είναι αληθινή και ακίβδηλη καρδιά. Και μετά, όλα μέσα της και έξω της γίνονται ένας «άδης». Και μέσα από τον άδη, είναι εντελώς άγνωστο και αβέβαιο το ποιος μπορεί να έρθει να μας σώσει και να μας βγάλει. Εκεί, μέσα σ’ αυτόν τον άδη –το απόσπασμα και το κάτεργο του αμαρτωλοκυβέρνητου είναι μας– φυτρώνει και θεριεύει μονάχα η τυραννία και ο νόμος της απελπισίας.


     Όμως ήρθε ο Χριστός· και με το πάθος Του, τον πόνο Του, το αίμα Του, το Σταυρό, τη θανή και την ταφή Του, όλοι εμείς τώρα παίρνουμε τη χαρά, την απολύτρωση, τη χάρη, τη δύναμη, το φωτισμό, την ελευθερία. Ο θάνατός Του γίνεται η δική μας αφύπνιση, έγερση και ζωή. Η σπαραξικάρδια νεκρική Του σιωπή, γίνεται ο μόνος λόγος για να έχουμε εμείς λόγο στην αυθεντική ζωή, στη ζωή της ζωής. Σφράγισε μακρόθυμα τα μάτια για να θεραπεύσει τη δική μας τυφλότητα. Πάντα η αμαρτία κάνει τον άνθρωπο τυφλό, ενώ η Χάρη τον τυφλό άνθρωπο πάντα φωτισμένο.

     Νεκρώθηκε και τυλίχθηκε με σινδόνα ο Βασιλιάς μας για να σπάσει τα δεσμά που τύλιγαν και μας κρατούσαν –και ενδεχομένως να μας κρατάνε ακόμη– στη σκλαβιά των παθών. Σπαράζουμε και κλαίμε και οδυρόμαστε ζώντας μια εφιαλτική ανελευθερία, μια ενδοκατάθλιψη και μια αδιάλειπτη αυτοπίκρα. Στην αρχή είναι όλα ροδαλά και ανύποπτα: «Δεν πειράζει» το ένα, «δεν πειράζει» το άλλο· «Δε βαριέσαι» το ένα, «Δε βαριέσαι» το άλλο· «Και τι έγινε;» το ένα, «Και τι έγινε;» το άλλο· να, στο περίπου, πώς φτάνουμε στον κλαυθμό και τον οδυρμό των οδόντων. Αφού τους φάγαμε όλους, μετά θέλουμε να φάμε αυτό που έμεινε για να φάμε τελευταία: τον εαυτό μας!

     Όλη η φρίκη του άδη που μας πλάκωνε είναι η απελπισία και η ανελπιστία. Πηχτό σκοτάδι που ακουμπάει ακόμα και το σώμα και θρέφεται από τα κύτταρά του. Αυτοί είμαστε. Εκεί ήμασταν. Στον άδη, το βασίλειο της απόγνωσης. Όσο αμαρτάνεις, όσο δεν αγαπάς, όσο δεν συγχωρείς, όσο δεν ταπεινώνεσαι, όσο ζεις φίλαυτα και θεληματικά, τόσο πιο πολύ έρχεσαι σε απόγνωση. Και η απόγνωση δεν ησυχάζει, εάν πρώτα δε δει στάχτη την ψυχή που αμάρτανε δουλικά γι’ αυτή.

     Μέσα από την ολόσωμη ταφή του Χριστού μας διακρίνουμε και βλέπουμε μια πανίσχυρη φλέβα αμάραντης χαράς και δύναμης. Όσο πιο πολύ μέσα στη γη θάβεται Αυτός που έπλασε τον άνθρωπο από τη γη, όσο πιο πολύ ρίπτεται στα αφώτιστα έγκατα του άδη, Αυτός που έχει για θρόνο τον ουρανό, όσο πιο πολύ μένει μόνος και σιωπηλός Αυτός που είναι ο Λόγος και η Σοφία, τόσο πιο πολύ στον ορίζοντα της δύστυχης ζωής και της καρδιάς των ανθρώπων φέγγει και χαράζεται το γλυκό μυστήριο της Ανάστασης.


     Μία–μία, όλες Του οι συγκινητικές και πρωτάκουστες αδυναμίες είναι για μας πηγή δύναμης, αναγέννησης και ανάπλασης. Κανείς από μας δεν το έλπιζε, κανείς από μας δεν το περίμενε, δεν μπορούσε να το διανοηθεί: ότι θα μπορούσε να μας επισκεφθεί, εκεί στην έδρα της δυστυχίας μας, στον πικρό και θεοσκότεινο άδη των αμαρτιών μας, να έρθει να μας βρει, να μας σηκώσει και να μας αρπάξει με στοργή και δύναμη η Θεία Αγάπη, ο Χριστός που έπαθε, νεκρώθηκε και θάφτηκε για μας.

     Και τι καλό είδε πάνω μας; Τίποτα! Όλα τα καλά τα κατάργησε η αμαρτία μας. Τα έκανε κομμάτια και θρύψαλα. Όπως κομμάτια και θρύψαλα έγιναν εξαιτίας της ολάκερη η ζωή μας, οι άνθρωποί μας, τα όνειρα και τα σχέδιά μας. Μια μυστική και λιγοστή προαίρεση είχαμε μέσα στα φυλλοκάρδια μας –που κι αυτή πάλι Αυτός μας τη δώρισε– και μέσ’ απ’ αυτήν, πού και πού, φωνάζαμε με όλη τη δύναμη του στεναγμού και του λυγμού της ιερής μας συντριβής: «Κύριε, ελέησον!», «Κύριε, ήμαρτον!», «Κύριε σώσε με!».

     Αυτό, ήταν. Μετά, όλος εκείνος ο άδης που πριν έσφιγγε, πλάκωνε και μαράζωνε το είναι μας, άρχισε να γίνεται ολοένα και πιο αδύναμος, πιο φρούδος. Είναι που με κάθε προσευχή και με κάθε μετάνοια Αυτός έρχεται και κατεβαίνει. Και πάντα κάποια αμαυρωμένη εικόνα Του βρίσκει ως Ευεργέτης. Και συντρίβει τους χίλιους τόσους θανάτους που κουβαλάει σιωπηλά η καρδιά. Πόσο σπαραχτική ανάγκη έχουμε την κάθοδό Του στον άδη της «βαθείας καρδίας» μας! Και το μεγάλο μυστήριο της Ανάστασης, αρχίζει και λαμβάνει χώρα στη ψυχή με άλλη αίσθηση και με άλλη γνώση. Και σηκώνεται αθόρυβα σαν ωραίο λιβανωτό η ειρηνική γνώση του εαυτού μας: Κύριε, πώς ζούσα με τόση αγνωσία Σου! Πώς ζούσα δίχως τη Ζωή Σου! Πώς πορευόμουν δίχως τη Δύναμή Σου! Πώς δεν εμπνεόμουν και δεν ενισχυόμουν από την Ταπείνωσή Σου! Πώς σκεφτόμουν και ενεργούσα δίχως το Φως και τον φωτισμό Σου! Πώς ζούσα και συζούσα και απευθυνόμουν προς τις καρδιές των συνανθρώπων μου, δίχως την Ειρήνη Σου! Πώς τολμούσα να υπάρχω δίχως τη δίψα της Χάρης σου; Πώς ανέπνεα δίχως πόθο για Σένα, που είσαι η σάρωση, η αναίρεση, η ήττα και η κατάργηση του άδη του δικού μου είναι, που είσαι εκείνη η Πρώτη, η συνεχής, η διαρκής, η παντοτινή και άληκτη Ανάσταση της καρδιάς μου;
     Ο πόνος της αμαρτίας μάς έδωσε μια γόνιμη πείρα, και εξαιτίας της δεν παύουμε να κράζουμε προς Αυτόν με όλη τη δύναμη της ειλικρίνειας των πόθων μας: «Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν»· τη γη της «βαθείας» καρδιάς μας!
     Πάλι είπα πολλά.
     Ίσα για να μη πω το κυριότερο:
     Δόξα Σοι, Κύριε, δόξα Σοι!
     Δόξα Σοι και τη Ση Αναστάσει!

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται 
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων 
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

«ΔΕΣ ΕΜΕΝΑ, ΠΟΣΑ ΥΠΕΦΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ!...»

«ΔΕΣ ΕΜΕΝΑ, ΠΟΣΑ ΥΠΕΦΕΡΑ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ!...»


     «Τίποτε άλλο δεν μπορεί τόσο να βοηθήσει και να κατευνάσει το θυμό κι όλα τα πάθη, όσο η αγάπη προς το Θεό και σε κάθε συνάνθρωπο. Πιο εύκολα νικάς με την αγάπη, παρά με όποιους άλλους αγώνες. Αλλά και καθώς αγωνίζεσαι, όταν κυριεύσει το νου σου η αγάπη, δεν αισθάνεσαι πόνο. Γι’ αυτό, όταν κατευθύνεις το πηδάλιο της ψυχής προς την αγάπη, αυτή δεν χάνεται. Κι ό,τι κι αν συμβεί, φωνάζεις το σύνθημα:
     –Για την αγάπη Σου, Ιησού μου, γλυκιά μου αγάπη! Για Σένα βαστάζω βρισιές, ονείδη, αδικίες, κόπους κι όλες τις θλίψεις κι ό,τι άλλο θέλει να μου συμβεί. Αυτά λογιζόμενος μέσα σου, ευθύς ελαφρώνεται το φορτίο του πόνου και καταπαύει η πίκρα που φέρνει ο δαίμονας.

     »Και πίστευσε σ’ αυτό που είναι να σου πω: Μια φορά, εξαιτίας των αλλεπάλληλων φρικτών πειρασμών, είχα κυριευθεί από τη λύπη και την αθυμία, καθώς δοκιμαζόμουν ενώπιον του Θεού ως αδικούμενος απ’ τους ανθρώπους. Ένιωθα ότι ο Θεός με παράδωσε σε τόσους πολλούς πειρασμούς, χωρίς καν να τους αναχαιτίσει λίγο, για να πάρω κι εγώ μιαν ανάσα. Και μέσα σ’ αυτή την πίκρα άκουσα μια φωνή μέσα μου, πολύ γλυκιά και πολύ καθαρή φωνή, να μου λέει με μεγάλη συμπάθεια:
     –Δεν τα υπομένεις όλα για τη δική Μου αγάπη;
     »Και μ’ αυτή τη φωνή ξέσπασα κι έχυνα τόσα δάκρυα και μετάνιωσα που είχα κυριευθεί από την αθυμία. Ποτέ μου δε λησμονώ αυτή την τόσο γλυκιά φωνή, που εξαιτίας της εξαφανίστηκε αμέσως ο πειρασμός κι όλη η αθυμία.
     –Δεν τα υπομένεις όλα για τη δική μου αγάπη;
     –Ω, στ’ αλήθεια, γλυκιά Αγάπη! Για την αγάπη Σου κι εμείς σταυρωθήκαμε κι όλα τα βαστάζουμε!...

     »Μου διηγήθηκε πάλι ένας αδελφός ότι μια φορά είχε μέσα του λύπη πολλή εξαιτίας κάποιου αδελφού. Και καθώς αυτός προσευχόταν ήρθε σε έκσταση.
     »Και βλέπει τον Κύριο καρφωμένο πάνω στο Σταυρό, να είναι όλος μέσα στο φως. Κι αφού γύρισε την κεφαλή Του, ο Χριστός, στρέφεται προς αυτόν και του λέει:
     –Δες Εμένα, πόσα υπέφερα για την αγάπη σου! Εσύ, τι υπέφερες;
     »Και με το λόγο αυτό διαλύθηκε η λύπη, γέμισε χαρά και ειρήνη και γεμάτος δάκρυα, θαύμασε κι ακόμη θαυμάζει τη συγκατάβαση του Κυρίου, που ναι μεν επιτρέπει τις θλίψεις, αλλά και πάλι έρχεται και παρηγορεί όταν βλέπει να αθυμούμε. 

     »Τι να πούμε για την τόση αγάπη που δείχνει σ’ εμάς ο Κύριος για να μας σώσει! Κι εμείς για τον πιο παραμικρό πειρασμό όλα τα ξεχνάμε. Ενώ εκεί μέσα στους πειρασμούς και στις θλίψεις είναι που βρίσκεται ο Χριστός. Αλλά θλίψεις δεν λέγονται απλά οι στενοχώριες και οι μέριμνες για το πώς να ζήσεις, αλλά εκείνες οι θλίψεις που γίνονται για τον Χριστό. Οι διωγμοί· το να πάσχεις πώς να σώσεις τον άλλον. Όλοι οι αγώνες που γίνονται για την αγάπη του Χριστού και προκαλούν τις εναντιώσεις των πειρασμών. Το να δυστυχείς μέχρι θανάτου για τον Χριστό, το να υπομένεις τις άδικες ύβρεις και τα ονείδη, το να καταφρονείσαι απ’ όλους σαν πλανεμένος. Τότε πολύ δίκαια έρχεται ο Κύριος και παρηγορεί τη ψυχή και την ευφραίνει».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ
Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ
(1897–1959)


[Γέροντος Ιωσήφ:
«Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας»,
Επιστ. Η΄, σελ. 71–72 και
Επιστ. ΛΖ΄, σελ. 228–229,
Έκδοσις Ι. Μονής Φιλοθέου,
Άγιον Όρος 19924.
Επιμέλεια ανάρτησης,
πληκτρολόγηση κειμένου
και μεταφορά του στη δημοτική:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

ΜΙΑ ΑΔΙΚΗΜΕΝΗ ΑΓΙΑ ΠΟΙΗΤΡΙΑ

ΜΙΑ ΑΔΙΚΗΜΕΝΗ ΑΓΙΑ ΠΟΙΗΤΡΙΑ


     Πόσο παράξενο πράγμα είναι ο άνθρωπος! Αυτό το καλάμι που στοχάζεται και που συνάμα το δέρνουν οι πιο περίεργοι άνεμοι! Όλη τη χρονιά μπορεί να μη θυμότανε να πάει στην εκκλησιά, παρά μόνο Χριστούγεννα ή Πάσχα ή σε καμιά έκτακτη περίσταση. Σαν έρθει όμως η Μεγάλη Τρίτη, με την Κασσιανή και το περίφημο τροπάριό της, ξεσηκώνουνε οι μανάδες κι οι πατεράδες τα παιδιά τους, τις οικογένειές τους, να πάνε στην εκκλησιά. Κι οι παππούδες κι οι γιαγιάδες σταυροκοπιούνται που τους αξίωσε ο Θεός ν’ ακούσουνε κι εφέτος το «Τροπάριο της Κασσιανής». Κι άμα τελειώσει τούτο το θρυλικό πια τροπάρι, χαιρετιούνται κι εύχονται «και του χρόνου!». Οι ψαλτάδες έπειτα, που τόσο είχαν κουραστεί να προετοιμάσουν ή την εξευρωπαϊσμένα και χορωδιακά πραγματική «εκτέλεση» του τροπαρίου ή τη βυζαντινή και κατανυκτική απόδοσή του –όπως μας το διέσωσε η παράδοση της Ορθοδόξου εκκλησιαστικής μουσικής– φεύγουν κι αυτοί ικανοποιημένοι, ελπίζοντας πως τον επόμενο χρόνο θα το αργήσουν πιο πολύ και θα το στολίσουν μ’ επιβλητικότερη μεγαλοπρέπεια. Η πιο αδικημένη όμως τη Μεγάλη Τρίτη παραμένει, από χρόνια τώρα, η σεμνή μοναχή του Βυζαντίου, η εκκλησιαστική ποιήτρια που κάνει κάθε χρόνο τόσες καρδιές να χύνουνε θερμά δάκρυα κατανύξεως· η Κασσιανή. Και νομίζω πως αξίζει τον κόπο να μας απασχολήσει για λίγο η μορφή της αδικημένης αυτής ποιήτριας και τα βαθιά νοήματα που κλείνει μέσα του το, παρανοημένο από πολλούς, εξαίσιο ποίημά της.


     Και πρώτα, η μορφή της ποιήτριας. Το όνομά της είναι συνδεδεμένο με αριστουργηματικά τροπάρια της Εκκλησίας μας, στα οποία οι ερευνητές τη βρίσκουν άλλοτε ως «Κασσιανή», άλλοτε ως «Εἰκασία» (ή «Ἰκασία») κι άλλοτε ως «Κασσία». Επειδή όμως τα τροπάρια που αποδίδονται σ’ αυτήν είναι τα ίδια, φαίνεται καθαρά πως είναι το ένα και το αυτό πρόσωπο. Η Κασσιανή γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περίπου το 810 μ.Χ. από γονείς με αρχοντικό και αριστοκρατικό όνομα κι έζησε στα χρόνια του Λέοντος του Σοφού (Η΄–Θ΄ αιώνα). Αν και δεν έχουμε καμιά αυθεντική πηγή για το βίο της, ωστόσο τα σωζόμενα έργα της μας επιτρέπουν να πούμε πως έλαβε, κατά τη νεότητά της, μια πλατιά και βαθιά παιδεία. Ιδιαίτερα στα πατερικά κείμενα, τα οποία βρίσκονταν σ’ όλα τα είδη των σχολείων εκείνη την εποχή, φαίνεται να έχει εγκύψει περισσότερο, χωρίς βέβαια ν’ αγνοεί και τα κλασσικά γράμματα, τα οποία όμως από μόνα τους δεν μπορούν να σώσουν τη ψυχή και να τη βάλουν στον Παράδεισο. Ανάμεσα στα τροπάρια της Κασσιανής υπάρχει ένα ποίημα –δοξαστικό στ’ απόστιχα της εορτής των αγίων Μαρτύρων Αυξεντίου, Ευγενίου, Μαρδαρίου και Ορέστου (13 Δεκεμβρίου)– που εκφράζει αυτή τη θέση της Κασσιανής:
     «Ὑπὲρ τὴν τῶν Ἑλλήνων παιδείαν,
     τὴν τῶν Ἀποστόλων σοφίαν
     προέκριναν οἱ ἅγιοι Μάρτυρες,
     τὰς βίβλους τῶν ῥητόρων καταλείψαντες
     καὶ ταῖς τῶν ἁλιέων ἐνδιατρίψαντες.
     Ἐκεῖ μὲν γάρ, εὐγλωττία ῥημάτων,
     ἐν δὲ ταῖς τῶν ἀγραμμάτων θεηγορίαις
     τὴν τῆς Τριάδος ἐδιδάσκοντο θεολογίαν».


     Η έλλειψη αυθεντικής ιστορικής πηγής για το βίο της Κασσιανής άφησε ασύδοτη τη φαντασία διαφόρων βυζαντινών χρονογράφων, τους οποίους προσπαθούν, στο σήμερα και στο τώρα, να ξεπεράσουν οι νεότεροι μυθιστοριογράφοι, στο να πλάσουν το βίο της με όσες σκανδαλώδεις ερωτικές περιπέτειες χωρεί το σαρκικό κέφι τους, δημιουργώντας τη γνωστή ατμόσφαιρα του παραγεμισμένου από ανευλαβείς αναλήθειες θρύλου που, σε γενικές γραμμές, είναι ο ακόλουθος χωρίς τα φιλολογικά καρυκεύματα των μυθιστοριογράφων:


     Όταν ο Θεόφιλος ήρθε σε ώρα γάμου, η μητριά του Ευφροσύνη μάζεψε στ’ ανάκτορα του Βυζαντίου τις ωραιότερες θυγατέρες των αρχοντικών οικογενειών της Βασιλεύουσας για να διαλέξει ο γιος της ποια θα πάρει γυναίκα και βασίλισσα. Κρατώντας ένα χρυσό μήλο στα χέρια του ο Θεόφιλος, στάθηκε εμπρός στην ωραιότατη μα και σεμνότατη Κασσιανή, θαμπωμένος απ’ το απερίγραπτο κάλλος της. Και, ίσως για να διαπιστώσει αν και το πνεύμα της ωραίας αυτής κόρης ήταν όμοιο με την εξωτερική ομορφιά της, τη ρώτησε: «Ὡς ἆρα διὰ γυναικὸς ἐῤῥυη τὰ φαῦλα;» (Ποια είναι η γνώμη σου; Από τη γυναίκα δεν είναι που προέρχονται όλα τα κακά στον κόσμο;), εννοώντας πως όλα τα κακά που βρήκαν τον άνθρωπο και όλο το ανθρώπινο γένος πηγάζουν από τη γυναίκα· δηλαδή την πρωτόπλαστη Εύα. Τότε η Κασσιανή, με θαυμαστή τόλμη, με ευθύτητα και εντιμότητα πνεύματος, απάντησε: «Ἀλλὰ καὶ διὰ γυναικὸς πηγάζει τὰ κρείττονα» (Παρόλα αυτά από τη Γυναίκα είναι που προέρχονται και πηγάζουν τα πιο καλά στον κόσμο), εννοώντας φυσικά την Παναγία μας που, με τη γέννηση του Χριστού, έγινε η Ίδια μια βρύση και μια πηγή, από την οποία πηγάζουν όλα τα «κρείττονα» αγαθά του ανθρώπου.


     Ο Θεόφιλος, από αυτοκρατορικό εγωισμό και εξουσιαστική ευθιξία, δυσαρεστήθηκε από την προσφυέστατη και πνευματικότατη αυτή απάντηση κι έδωσε τελικά το χρυσό μήλο στη Θεοδώρα. Η Κασσιανή ήταν ελεύθερη πια τώρα να πραγματοποιήσει την παλιά παιδική της επιθυμία: να μονάσει. Φεύγει λοιπόν απ’ τον «δυσώνυμον» κόσμο και χτίζει ένα δικό της μοναστήρι, το «Ἰκάσιον» ή το μοναστήρι «τῆς Εἰκασίας», όπου έμεινε μονάζοντας μέχρι τα τέλη του βίου και την εν Κυρίω ανάπαυσή της, το 865 μ.Χ. Ο θρύλος αναφέρει και μια αποτυχημένη προσπάθεια του Θεοφίλου να επισκεφθεί την Κασσιανή στο μοναστήρι της. Την ώρα, όμως, που ακούστηκαν τα ποδοβολητά από τ’ άλογα της βασιλικής συνοδείας, η Κασσιανή –που έγραφε ’κείνη την ώρα ένα λυρικό ποίημα για την πόρνη του Ευαγγελίου, η οποία άλειψε το Χριστό με τα μύρα της ευωδίας και τα δάκρυα της μετανοίας– αφήνει το κελί της και κρύβεται προκειμένου να μη τη δει ο Θεόφιλος. Στο μισοτελειωμένο τότε ποίημα, ο Θεόφιλος πρόσθεσε μετά τη φράση «ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσαν», τις τρεις αυτές λέξεις: «τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Σαν έφυγε ο Θεόφιλος με τη συνοδεία του, πικραμένος που δεν μπόρεσε να δει την Κασσιανή, εκείνη γύρισε στο κελλί της και, αφήνοντας άθικτη την ποιητική προσθήκη του Θεοφίλου, συνέχισε το ποίημά της ως το τέλος:
     «Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη
     καὶ κριμάτων Σου ἀβύσσους,
     τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
     Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς,
     ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος».


     Δεν ξέρουμε ακόμη πόσα από τα στοιχεία του θρύλου και μέχρι σε ποιο βαθμό είναι αληθινά. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι τούτο: αν έχασε έναν βασιλιά –ωστόσο γήινο– νυμφίο, κέρδισε τον ουράνιο Νυμφίο, τον Χριστό· αν δεν γονάτισαν και δεν υποκλίθηκαν μπροστά της αυλικοί και υπήκοοι του βυζαντινού αυτοκράτορα, έκανε ως τώρα, συνεχίζει και θα συνεχίζει να κάνει χιλιάδες χριστιανούς να γονατίζουν κάθε χρόνο μπροστά στον Χριστό και να παρακαλούν για τη σωτηρία τους, ακούγοντας τα κατανυκτικά της τροπάρια. Αν δεν άφησε πρίγκιπες και διαδόχους για το θρόνο της Βασιλεύουσας, άφησε ένα άγιο παράδειγμα και μια αγία ζωή, που θυμίζουν σε όλους μας την κάθε στιγμή και ιδιαίτερα αυτές τις άγιες μέρες της Μεγάλης Εβδομάδος, πως όλα τ’ αγαθά της γης και όλα τα βασίλεια του κόσμου δεν είναι τίποτε μπροστά στη σωτηρία της ψυχής «ὑπὲρ ἧς Χριστὸς ἀπέθανε». Κι αν δεν δουν αυτές τις πλευρές απ’ τη ζωή της Κασσιανής οι άνθρωποι, πάντα θα πλέκουν ανόητα ρομάντζα γύρω από λειψές σημειώσεις μεταγενέστερων βυζαντινών χρονογράφων και, είτε στο θέατρο, είτε στον κινηματογράφο, είτε στον άλλο γραφτό λόγο, προβλέπεται να πάρουν την Κασσιανή ως θέμα τους, έξω από τις προηγούμενες θέσεις που αναφέρθηκαν, όλοι τους θα αδικούν μια σεμνή αρχόντισσα του Βυζαντίου που έγινε νύμφη του Χριστού. Θα αγνοούν και θα παρανοούν μια μεγαλόπρεπη και σοφή ποιήτρια που μας έδωκε αριστουργήματα εκκλησιαστικής ποιήσεως, όπως τα: «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις», «Αὐγούστου μοναρχήσαντος», «Ὅτε ἡ ἁμαρτωλὸς προσέφερε τὸ μύρον», «Ἐξέλθετε ἔθνη, ἐξέλθετε καὶ λαοί», «Κύματι θαλάσσης τὸν κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον», «Ἥπλωσας τὰς παλάμας» και πολλά άλλα. Πρέπει να πούμε πως είναι ίσως και αμαρτία να μιλά κανείς με καταφρόνηση, προπέτεια και ανευλάβεια για το πρόσωπο και τη ζωή της Κασσιανής, την οποία λόγω της αγίας ζωής της και των κατανυκτικών τροπαρίων της, σε πολλά μέρη της Ελλάδας –ιδιαίτερα στο νησί της Κάσου– την τιμούν ως οσία και τη γιορτάζουν στις 7 Σεπτεμβρίου κι έχουν, μάλιστα, και ειδική Ακολουθία που τυπώθηκε στην Αλεξάνδρεια στα 1889.


     Ας έρθουμε τώρα στο γνωστότερο ποιητικό αριστούργημα της Κασσιανής, που ψάλλεται τη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ και ανήκει στον όρθρο της Μεγάλης Τετάρτης· το «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή». Αυτό το τροπάρι ψάλλεται στον πλάγιο δ΄ ήχο και είναι μια καθαρά ποιητική και λυρική επεξεργασία μιας Ευαγγελικής σκηνής, πολύ δραματικής: είναι η σκηνή, κατά την οποία ήρθε μια πόρνη κλαίγοντας στον Χριστό, όταν Εκείνος βρισκότανε φιλοξενούμενος στο σπίτι του Φαρισαίου Σίμωνος κι άρχισε να περιχύνει με πολύτιμο και πανάκριβο μύρο και με καυτά δάκρυα τα άχραντα πόδια Του και, ύστερα, να τα σκουπίζει με τα ξέπλεκα μαλλιά της που, ως τότε, ήταν δίχτυα για να ψαρεύει τους νέους στην αμαρτία. Πρέπει να μην έχει κανείς την παραμικρή ιδέα και γνώση από λογοτεχνία γενικά και από ποίηση ειδικότερα, για να αποδώσει τα αμαρτήματα του προσώπου του ποιήματος στην ίδια την ποιήτρια και συνθέτρια και να ταυτίσει, έτσι, την πόρνη του Ευαγγελίου με την οσία μοναχή Κασσιανή που έγραψε το περίφημο αυτό ποίημα. Το ότι το ποίημα είναι καμωμένο για την πόρνη του Ευαγγελίου, φαίνεται α) από εσωτερικές μαρτυρίες («ὀδυρωμένη μύρα Σοι πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει…» – «οἴμοι λέγουσα…» κ.λ.π.), και β) από τις εξωτερικές μαρτυρίες που μας τις δίνει η Παράδοση της Εκκλησίας, η οποία έχει βάλει το τροπάρι αυτό να ψάλλεται σ’ εκείνη τη μοναδική και συγκεκριμένη ημέρα της Μεγάλης Εβδομάδας, κατά την οποία γίνεται θεματικός λόγος για τη μετάνοια και για τη δημόσια εξομολόγηση «τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρῳ πόρνης γυναικός».


     Τελειώνοντας, ίσως δεν είναι άσκοπο να δώσουμε και μια πρόχειρη μετάφραση του τροπαρίου, αν και, όταν αποδοθεί αυτό καλά στη βυζαντινή μουσική, τότε δεν έχει ανάγκη από καμιά γλωσσική ερμηνεία για τον φιλακόλουθο, βέβαια, χριστιανό της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
     Λέγει, λοιπόν, το τροπάρι αυτό της Κασσιανής τα ακόλουθα:
     «Κύριε, η γυναίκα που ξεστράτισε απ’ το δρόμο Σου κι έπεσε σε πολλές αμαρτίες, μόλις κατάλαβε πως βρίσκεται κοντά της η πραγματική Αγάπη, ο Κύριος των πάντων και Θεός, τα πούλησε όλα για ν’ αγοράσει πολύτιμα μύρα και, σαν μια άλλη μυροφόρα, έρχεται με στεναγμούς και δάκρυα και Σου φέρνει, λίγο πριν απ’ τον ενταφιασμό Σου, τα μύρα της αγάπης της. Αλίμονό μου! –στενάζει η αμαρτωλή– που έχω και κρύβω μέσα μου μια νύχτα ολοσκότεινη· και, το μόνο που αναδεύει μέσα στο πηχτό σκοτάδι μου, είναι ο οίστρος της ακολασίας και ο έρωτας της αμαρτίας ο παντοτινός, που κάνουν τη ζωή μου να ναι σα μια ζοφερή νύχτα, δίχως φεγγάρι.« 


     »Αλλά Εσύ, Κύριέ μου, δέξου τα δάκρυα που τρέχουνε σα βρύσες απ’ τα μάτια μου· Εσύ, που κάνεις το θαλασσινό νερό να γίνεται σύννεφο κι ύστερα πάλι στη γη να πέφτει απαλά· σκύψε κι άκουσε τους στεναγμούς της πονεμένης μου καρδιάς· Εσύ, που χαμήλωσες τους ουρανούς με την ανέκφραστή Σου ενανθρώπηση, άφησέ με να καταφιλήσω και να λούσω με τα δάκρυά μου τ’ άχραντα πόδια Σου κι ύστερα να τα σφουγγίσω με τα μαλλιά της κεφαλής μου· άσε με να καταφιλήσω αυτά τα πόδια που, όταν ένα δειλινό, η Εύα αφουγκράστηκε τα βήματά τους στον Παράδεισο κι έτρεξε να κρυφτεί από το φόβο της. Είμαι πολύ αμαρτωλή, Κύριε! Μα, όπως δεν μπορεί κανένας να μετρήσει τα πλήθη των αμαρτιών που ως τα τώρα εγώ διέπραξα, έτσι δεν μπορεί κανένας να μετρήσει και τις αβύσσους της δικαιοκρισίας και της αγάπης Σου, με τις οποίες Εσύ σώζεις τις ψυχές μας, Σωτήρα και Θεέ μου. Μην παραβλέψεις και μην περιφρονήσεις τώρα πια, εμένα τη δούλη Σου, που μετανόησε και Σε παρακαλεί να τη σπλαχνιστείς, Εσύ, που είσαι η αμέτρητη κι η άπειρη ευσπλαχνία».


     Ο «ἔρως τῆς ἁμαρτίας», που τυφλώνει τους σοφούς και κουρελιάζει τους δυνατούς, μας έχει και σήμερα καβαλικέψει όλους και μας κρατάει απ’ τα πάθη και τις αδυναμίες μας, σα να πιάνεται απ’ τη χαίτη ενός αλόγου, που ο οίστρος της ακολασίας το σπρώχνει να γκρεμιστεί στην άβυσσο της απωλείας. Μακάρι να μπορούσαμε ν’ αποτινάξουμε όλοι, αυτές τις μέρες, τον οίστρο της ακολασίας και τον έρωτα της αμαρτίας που μας κυβερνά, να πάρουμε να κάψουμε όλες τις αγάπες τις αμαρτωλές και, με τα μύρα των δακρύων μας, ν’ αλείψουμε τ’ άχραντα πόδια του Χριστού, που πορεύεται το δρόμο του μαρτυρίου για χάρη μας, λέγοντας προς Αυτόν:


     «Ὑπὲρ τὴν πόρνην,
     Ἀγαθέ, ἀνομήσας,
     δακρύων ὄμβρους
     οὐδαμῶς Σοι προσῆξα·
     ἀλλὰ σιγῇ δεόμενος
     προσπίπτω Σοι,
     πόθῳ ἀσπαζόμενος
     τοὺς ἀχράντους Σου πόδας,
     ὅπως μοι τὴν ἄφεσιν
     ὡς Δεσπότης παράσχῃς,
     τῶν ὀφλημάτων κράζοντι, Σωτήρ·
     ἐκ τοῦ βορβόρου
     τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με!».
     (=«Εγώ, που αμάρτησα πιο πολύ κι από εκείνη την πόρνη του Ευαγγελίου, δεν ήρθα ποτέ να Σου προσφέρω όπως αυτή βροχές από δάκρυα. Αλλά μονάχα τώρα με σιγή Σε παρακαλώ, πέφτω και γονατίζω σε Σένα και με πόθο ασπάζομαι τ’ άχραντα πόδια Σου, για να μου δώσεις σαν Δεσπότης που είσαι, την άφεση των οφειλών μου φωνάζοντας γοερά προς τα Σένα: “Γλύτωσέ με από το βόρβορο κι από τη λάσπη των έργων μου, Κύριε!”»).

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ



[ Παντελή Β. Πάσχου:
«Έρως Ορθοδοξίας»·
Μέρος β΄, κεφ. α΄, §8, σελ. 156–162.
Εκδόσεις 
«Αποστολικής Διακονίας»·
Αθήνα, 19874.
Επιμέλεια ανάρτησης,
μελέτη, ελαφρά διόρθωση,
πληκτρολόγηση κειμένου,
απόδοση ή μετάφραση
ορισμένων χωρίων,
εύρεση, επιλογή φωτογραφιών:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

«ΣΥΜΠΟΡΕΥΘΩΜΕΝ ΑΥΤΩ ΚΑΙ ΣΥΣΤΑΥΡΩΘΩΜΕΝ»

«ΣΥΜΠΟΡΕΥΘΩΜΕΝ ΑΥΤΩ ΚΑΙ ΣΥΣΤΑΥΡΩΘΩΜΕΝ»
Εισαγωγικά στη Μεγάλη Εβδομάδα


     Περάσαμε το πέλαγος της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Και τώρα στεκόμαστε μπροστά στη θύρα της Μεγάλης Εβδομάδος, οπού ονομάζεται «Μεγάλη», όχι γιατί αυτή είναι μεγαλύτερη ή έχει περισσότερες μέρες, αλλά –όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος– είναι γιατί είναι γεμάτη από «τα μεγάλα κατορθώματα που έγιναν για μας από τον Δεσπότη Χριστό: που η διαρκής τυραννία του διαβόλου καταργήθηκε· που ο θάνατος έπαψε να βασανίζει· που ο ισχυρός δέθηκε και τα υπάρχοντά του λεηλατήθηκαν· που η αμαρτία αναιρέθηκε και η κατάρα εξαφανίστηκε· που ο παράδεισος ανοίχτηκε και ανεβήκαμε στον ουρανό· που ο άνθρωπος ενώθηκε με τους αγγέλους και καταργήθηκε το μεσότοιχο του φραγμού· ο Θεός της ειρήνης ειρηνοποίησε τα ουράνια με τα επίγεια», γι’ αυτό καλείται «Μεγάλη Εδομάδα».


     Όντως, φοβερά αυτής της Εβδομάδας τα Μυστήρια! Όλη η ποίηση του Χριστιανισμού και όλη η δόξα της Ορθοδοξίας από αυτήν την εβδομάδα πηγάζουν. Απ’ τον καιρό που, μαθητούδια ακόμη, παίρναμε απ’ το ζεστό χέρι της μάνας μας τη «Σύνοψη» και το κερί, που καθώς ήτανε αγνό μοσκοβολούσε σαν λιβάνι όταν έκαιγε, και πηγαίναμε στις ακολουθίες του Νυμφίου ή στις Μεγάλες Ώρες των Παθών, της Μεγάλης Πέμπτης και της Μεγάλης Παρασκευής, όπου κλαίγαμε από καρδιάς μπρος στον Εσταυρωμένο, καθώς αποθέταμε με τρέμοντα δάχτυλα τα παρθενικά αγριολούλουδα, που με μια ολόζεστη λαχτάρα τρέχαμε να μάσουμε στους κήπους και στα χωράφια· απ’ τα μικρά μας εκείνα χρόνια, που προσμέναμε να ’ρθεί η Εβδομάδα των Παθών, για να δεχθούμε ύστερα και την Ανάσταση, μέχρι τα γηρατειά μας τα βαθιά, αυτή η Εβδομάδα είναι που μας κρατάει συντροφιά με τον πόνο της, με τα δάκρυά της, με τη λύπη της, αλλά και με τη χαρά και την ευφροσύνη της Αναστάσεως που ακολουθεί. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη φιλοσοφία της ζωής, που η αγία Εκκλησία μας την δίνει με τον πιο ωραίο, απλό και κατανυκτικό τρόπο στη Μεγάλη Εβδομάδα. Και είναι αλήθεια, ότι αυτή η φιλοσοφία, που δεν είναι άλλη από την υψηλή θεολογία του Σταυρού, δεν θα μπορέσει κανείς να την αφομοιώσει και να την κατανοήσει έξω από τον εκκλησιαστικό περίβολο, έξω από τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας. Έξω από την Εκκλησία, ο Σταυρός ή η Μεγάλη Εβδομάδα γίνεται λογοτεχνία, γίνεται θέατρο ή κινηματογράφος, γίνεται στοχαστική διάλεξη ή δημοσιογραφικό άρθρο, γίνεται ευκαιρία για να δοκιμάσει κανείς τις ικανότητές του μ’ έναν τρόπο –οποιοσδήποτε– επάνω σ’ ένα σοβαρό θέμα. Και μόνο μέσα από τις ιερές Ακολουθίες και τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας, μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει στην κορφή της πνευματικής φιλοσοφίας και στη δόξα της Αναστάσεως, ανεβαίνοντας τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά και περνώντας πνευματικά μέσα από την αγωνία της Σταυρώσεως. Ο ορθόδοξος χριστιανός, όλη αυτή την Εβδομάδα έχει ένα μεγάλο δρόμο να οδοιπορήσει. Μεγάλο, όχι με τις εξωτερικές, αλλά με τις εσωτερικές διαστάσεις. Ένα δρόμο, που περπάτησε ο Ίδιος ο Χριστός. Ναι, κι ας μη φανεί σε κανέναν τούτο το πράγμα παράδοξο. Αν δεν «συμπορευθῶμεν Αὐτῷ και συσταυρωθῶμεν», δεν θα μπορέσουμε ούτε τη Μεγαλοβδομάδα να νιώσουμε, ούτε και στην Ανάσταση να φτάσουμε μαζί Του. Σ’ αυτό το δρόμο, που βρίσκεται πάντα κάτω απ’ τη σκιά του Σταυρού, και αντικρίζει στο βάθος το φωτεινό λόφο της Αναστάσεως, οι άγιοι Πατέρες έβαλαν μερικά σημάδια σαν ορόσημα, που μας βοηθούν κι αυτά μ’ έναν ειδικό το καθένα τρόπο, για να πετύχουμε το σκοπό μας. […]


     Πίσω από το Πάθος της Σταυρώσεως, ο ορθόδοξος χριστιανός βλέπει πάντοτε το γλυκό φως της Αναστάσεως. Είναι αυτό που τον εμποδίζει να ιδεί τα Πάθη μέσα σ’ ένα ζοφερό και καταλυτικό σκοτάδι. Ο ορθόδοξος –και ο Έλληνας, ιδιαίτερα, που πέρασε τόσα και τόσα πάθη μέσα στη μακραίωνη πορεία της ιστορίας του– είναι ντυμένος με το ζεστό ένδυμα της χαρμολύπης. Πάσχει και υποφέρει, αλλά όχι με ασυγκράτητο σαρκικό πόνο. Η πνευματική φιλοσοφία του Σταυρού, αυτές τις μέρες ειδικότερα, πρέπει να είναι ο επιούσιος άρτος μας, ο άρτος της ζωής μας. Ιδού πώς βλέπουν μερικοί από τους αγίους Πατέρες μας το Σταυρό και το μυστήριο της Σταυρώσεως.



     Ο ακάνθινος στέφανος, φανέρωνε, ότι ο Κύριος εξάλειψε την κατάρα που έλαβε η γη, να βλαστάνει αγκάθια και τριβόλια και ότι ο Χριστός αφάνισε τις μέριμνες και τις οδύνες της παρούσης ζωής. «Έβγαλε ο Κύριος τα ιμάτιά Του και ντύθηκε την πορφύρα, για να αφαιρέσει τους δερμάτινους χιτώνες που φόρεσε κάποτε ο Αδάμ μετά την παράβαση. Πήρε στο δεξί Του χέρι το καλάμι, σαν σκήπτρο, για να θανατώσει τον παλαιό όφη και δράκοντα. Και πήρε το καλάμι, προκειμένου να υπογράψει βασιλικά, με το κόκκινο αίμα Του, το γράμμα της συγχώρησης των αμαρτιών μας, μια και οι βασιλιάδες με κόκκινο κιννάβαρι υπογράφουν πάντα. Σταυρώθηκε πάνω στο ξύλο, για εκείνο το ξύλο της γνώσεως στην Εδέμ. Γεύθηκε χολή και ξύδι, για τη γλυκιά εκείνη γεύση του απαγορευμένου καρπού. Δέχθηκε τα καρφιά, για να καρφώσει την αμαρτία. Άπλωσε τα χέρια Του πάνω στο Σταυρό, για να γιατρεύσει εκείνο το ολέθριο άπλωμα των χεριών του Αδάμ και της Εύας που έκαναν προς το απαγορευμένο ξύλο και για να ενώσει αυτά που ήταν μακριά και χωρισμένα, τους αγγέλους και τους ανθρώπους, τα ουράνια και τα επίγεια. Έλαβε θάνατο, για να θανατώσει το θάνατο. Θάφτηκε μέσα στη γη, ώστε να μη στερούμαστε της αγάπης Του εμείς πια πάνω στη γη όπως πριν. Σκοτίσθηκαν οι φωστήρες τ’ ουρανού, για να φανερώσουν έτσι ότι πενθούν γι’ Αυτόν που σταυρώθηκε. Σχίστηκαν οι πέτρες, γιατί έπασχε η Πέτρα της ζωής. Υψώθηκε πάνω στο Σταυρό εξαιτίας της πτώσης που έπαθε ο Αδάμ. Και, τέλος, αναστήθηκε Αυτός για τη δική μας ανάσταση!».


     Ω! Ευτυχισμένοι και τρισμακάριοι, όσοι μπορέσουν ν’ αφήσουν τις βιοτικές τους μέριμνες αυτές τις μέρες, κι αρχίσουν από τώρα, από αυτή την ώρα κιόλας, την ευλογημένη πορεία δίπλα στον, πορευόμενο προς το Πάθος, Χριστό! «Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, συμπορευθῶμεν Αὐτῷ καὶ συσταυρωθῶμεν, καὶ νεκρωθῶμεν δι’ Αὐτόν, ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς», «ἵνα μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ



[Παντελή Β. Πάσχου:
«Έρως Ορθοδοξίας»,
μέρος β΄, κεφ. β΄, §14, σελ. 200–205,
Εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας»,
Αθήνα 19874.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.