Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

ΜΙΑ ΑΔΙΚΗΜΕΝΗ ΑΓΙΑ ΠΟΙΗΤΡΙΑ

ΜΙΑ ΑΔΙΚΗΜΕΝΗ ΑΓΙΑ ΠΟΙΗΤΡΙΑ


     Πόσο παράξενο πράγμα είναι ο άνθρωπος! Αυτό το καλάμι που στοχάζεται και που συνάμα το δέρνουν οι πιο περίεργοι άνεμοι! Όλη τη χρονιά μπορεί να μη θυμότανε να πάει στην εκκλησιά, παρά μόνο Χριστούγεννα ή Πάσχα ή σε καμιά έκτακτη περίσταση. Σαν έρθει όμως η Μεγάλη Τρίτη, με την Κασσιανή και το περίφημο τροπάριό της, ξεσηκώνουνε οι μανάδες κι οι πατεράδες τα παιδιά τους, τις οικογένειές τους, να πάνε στην εκκλησιά. Κι οι παππούδες κι οι γιαγιάδες σταυροκοπιούνται που τους αξίωσε ο Θεός ν’ ακούσουνε κι εφέτος το «Τροπάριο της Κασσιανής». Κι άμα τελειώσει τούτο το θρυλικό πια τροπάρι, χαιρετιούνται κι εύχονται «και του χρόνου!». Οι ψαλτάδες έπειτα, που, τόσο είχαν κουραστεί να προετοιμάσουν ή την εξευρωπαϊσμένα και χορωδιακά πραγματική «εκτέλεση» του τροπαρίου ή τη βυζαντινή και κατανυκτική απόδοσή του –όπως μας το διέσωσε η παράδοση της Ορθοδόξου εκκλησιαστικής μουσικής– φεύγουν κι αυτοί ικανοποιημένοι, ελπίζοντας πως τον επόμενο χρόνο θα το αργήσουν πιο πολύ και θα το στολίσουν μ’ επιβλητικότερη μεγαλοπρέπεια. Η πιο αδικημένη όμως τη Μεγάλη Τρίτη παραμένει, από χρόνια τώρα, η σεμνή μοναχή του Βυζαντίου, η εκκλησιαστική ποιήτρια που κάνει κάθε χρόνο τόσες καρδιές να χύνουνε θερμά δάκρυα κατανύξεως· η Κασσιανή. Και νομίζω πως αξίζει τον κόπο να μας απασχολήσει για λίγο η μορφή της αδικημένης αυτής ποιήτριας και τα βαθιά νοήματα που κλείνει μέσα του το, παρανοημένο από πολλούς, εξαίσιο ποίημά της.


     Και πρώτα, η μορφή της ποιήτριας. Το όνομά της είναι συνδεδεμένο με αριστουργηματικά τροπάρια της Εκκλησίας μας, στα οποία οι ερευνητές τη βρίσκουν άλλοτε ως «Κασσιανή», άλλοτε ως «Εικασία» (ή «Ικασία») κι άλλοτε ως «Κασσία». Επειδή όμως τα τροπάρια που αποδίδονται σ’ αυτήν είναι τα ίδια, φαίνεται καθαρά πως είναι το ένα και το αυτό πρόσωπο. Η Κασσιανή γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη περίπου το 810 μ. Χ. από γονείς με αρχοντικό και αριστοκρατικό όνομα κι έζησε στα χρόνια του Λέοντος του Σοφού (Η΄–Θ΄ αιώνα). Αν και δεν έχουμε καμιά αυθεντική πηγή για το βίο της, ωστόσο τα σωζόμενα έργα της μας επιτρέπουν να πούμε πως έλαβε, κατά τη νεότητά της, μια πλατιά και βαθιά παιδεία. Ιδιαίτερα στα πατερικά κείμενα, τα οποία βρίσκονταν σ’ όλα τα είδη των σχολείων εκείνη την εποχή, φαίνεται να έχει εγκύψει περισσότερο, χωρίς βέβαια ν’ αγνοεί και τα κλασσικά γράμματα, τα οποία όμως από μόνα τους δεν μπορούν να σώσουν τη ψυχή και να τη βάλουν στον Παράδεισο. Ανάμεσα στα τροπάρια της Κασσιανής υπάρχει ένα ποίημα –δοξαστικό στ’ απόστιχα της εορτής των αγίων Μαρτύρων Αυξεντίου, Ευγενίου, Μαρδαρίου και Ορέστου (13 Δεκεμβρίου)– που εκφράζει αυτή τη θέση της Κασσιανής:
     «Ὑπὲρ τὴν τῶν Ἑλλήνων παιδείαν,
     τὴν τῶν Ἀποστόλων σοφίαν
     προέκριναν οἱ ἅγιοι Μάρτυρες,
     τὰς βίβλους τῶν ῥητόρων καταλείψαντες
     καὶ ταῖς τῶν ἁλιέων ἐνδιατρίψαντες.
     Ἐκεῖ μὲν γάρ, εὐγλωττία ῥημάτων,
     ἐν δὲ ταῖς τῶν ἀγραμμάτων θεηγορίαις
     τὴν τῆς Τριάδος ἐδιδάσκοντο θεολογίαν».


     Η έλλειψη αυθεντικής ιστορικής πηγής για το βίο της Κασσιανής, άφησε ασύδοτη τη φαντασία διαφόρων βυζαντινών χρονογράφων, τους οποίους προσπαθούν, στο σήμερα και στο τώρα, να ξεπεράσουν οι νεότεροι μυθιστοριογράφοι, στο να πλάσουν το βίο της με όσες σκανδαλώδεις ερωτικές περιπέτειες χωρεί το κέφι τους, δημιουργώντας τη γνωστή ατμόσφαιρα του παραγεμισμένου από ανευλαβείς αναλήθειες θρύλου που, σε γενικές γραμμές, είναι ο ακόλουθος χωρίς τα φιλολογικά καρυκεύματα των μυθιστοριογράφων:


     Όταν ο Θεόφιλος ήρθε σε ώρα γάμου, η μητριά του Ευφροσύνη μάζεψε στ’ ανάκτορα του Βυζαντίου τις ωραιότερες θυγατέρες των αρχοντικών οικογενειών της Βασιλεύουσας για να διαλέξει ο γιος της ποια θα πάρει γυναίκα και βασίλισσα. Κρατώντας ένα χρυσό μήλο στα χέρια του ο Θεόφιλος, στάθηκε εμπρός στην ωραιότατη μα και σεμνότατη Κασσιανή, θαμπωμένος απ’ το απερίγραπτο κάλλος της. Και, ίσως για να διαπιστώσει αν και το πνεύμα της ωραίας αυτής κόρης ήταν όμοιο με την εξωτερική ομορφιά της, τη ρώτησε: «Ὡς ἆρα διὰ γυναικὸς ἐῤῥυη τὰ φαῦλα; (=Ποια είναι η γνώμη σου; Από τη γυναίκα δεν είναι που προέρχονται όλα τα κακά στον κόσμο;)» –εννοώντας, πως όλα τα κακά που βρήκαν τον άνθρωπο και το όλο το ανθρώπινο γένος πηγάζουν από τη γυναίκα· δηλαδή από την Εύα. Τότε η Κασσιανή, με θαυμαστή τόλμη κι εντιμότητα πνεύματος, απάντησε: «Ἀλλὰ καὶ διὰ γυναικὸς πηγάζει τὰ κρείττονα» –εννοώντας την Παναγία που, με τη γέννηση του Χριστού, έγινε η ίδια μια βρύση, από την οποία πηγάζουν όλα τα «κρείττονα» αγαθά του ανθρώπου.


     Ο Θεόφιλος, από αυτοκρατορικό εγωισμό και εξουσιαστική ευθιξία, δυσαρεστήθηκε από την προσφυέστατη και πνευματικότατη αυτή απάντηση κι έδωσε τελικά το χρυσό μήλο στη Θεοδώρα. Η Κασσιανή ήταν ελεύθερη πια τώρα να πραγματοποιήσει την παλιά παιδική της επιθυμία: να μονάσει. Φεύγει απ’ τον «δυσώνυμον» κόσμο και χτίζει ένα δικό της μοναστήρι, το «Ἰκάσιον» ή το μοναστήρι «τῆς Εἰκασίας», όπου έμεινε μονάζοντας μέχρι τα τέλη του βίου και την εν Κυρίω ανάπαυσή της, το 865 μ. Χ. Ο θρύλος αναφέρει και μια αποτυχημένη προσπάθεια του Θεοφίλου να επισκεφθεί την Κασσιανή στο μοναστήρι της. Την ώρα, όμως, που ακούστηκαν τα ποδοβολητά από τ’ άλογα της βασιλικής συνοδείας, η Κασσιανή –που έγραφε ’κείνη την ώρα ένα λυρικό ποίημα για την πόρνη του Ευαγγελίου, η οποία άλειψε το Χριστό με τα μύρα της ευωδίας και τα δάκρυα της μετανοίας– αφήνει το κελί της και κρύβεται προκειμένου να μη τη δει ο Θεόφιλος. Στο μισοτελειωμένο τότε ποίημα, ο Θεόφιλος πρόσθεσε μετά τη φράση «ὧν ἐν τῷ Παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσαν», τις τρεις αυτές λέξεις: «τῷ φόβῳ ἐκρύβη». Σαν έφυγε ο Θεόφιλος με τη συνοδεία του, πικραμένος που δεν μπόρεσε να δει την Κασσιανή, εκείνη γύρισε στο κελί της και, αφήνοντας άθικτη την ποιητική προσθήκη του Θεοφίλου, συνέχισε το ποίημά της ως το τέλος:
     «Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη
     καὶ κριμάτων Σου ἀβύσσους,
     τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
     Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς,
     ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος».


     Δεν ξέρουμε ακόμη πόσα από τα στοιχεία του θρύλου και μέχρι σε ποιο βαθμό είναι αληθινά. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι τούτο: αν έχασε έναν βασιλιά –ωστόσο γήινο– νυμφίο, κέρδισε τον ουράνιο Νυμφίο, τον Χριστό· αν δεν γονάτισαν και δεν υποκλίθηκαν μπροστά της αυλικοί και υπήκοοι του βυζαντινού αυτοκράτορα, έκανε ως τώρα, συνεχίζει και θα συνεχίζει να κάνει χιλιάδες χριστιανούς να γονατίζουν κάθε χρόνο μπροστά στον Χριστό και να παρακαλούν για τη σωτηρία τους, ακούγοντας τα κατανυκτικά της τροπάρια. Αν δεν άφησε πρίγκιπες και διαδόχους για το θρόνο της Βασιλεύουσας, άφησε ένα άγιο παράδειγμα και μια αγία ζωή, που θυμίζουν σε όλους μας την κάθε στιγμή και ιδιαίτερα αυτές τις άγιες μέρες της Μεγάλης Εβδομάδος, πως όλα τ’ αγαθά της γης και όλα τα βασίλεια του κόσμου δεν είναι τίποτε μπροστά στη σωτηρία της ψυχής «ὑπὲρ ἧς Χριστὸς ἀπέθανε». Κι αν δεν δουν αυτές τις πλευρές απ’ τη ζωή της Κασσιανής οι άνθρωποι, πάντα θα πλέκουν ανόητα ρομάντζα γύρω από λειψές σημειώσεις μεταγενέστερων βυζαντινών χρονογράφων και, είτε στο θέατρο, είτε στον κινηματογράφο, είτε στον άλλο γραφτό λόγο πάρουν την Κασσιανή ως θέμα τους, έξω από τις προηγούμενες θέσεις που αναφέρθηκαν, όλοι τους θα αδικούν μια σεμνή αρχόντισσα του Βυζαντίου που έγινε νύμφη του Χριστού. Θα αγνοούν και θα παρανοούν μια μεγαλόπρεπη και σοφή ποιήτρια που μας έδωκε αριστουργήματα εκκλησιαστικής ποιήσεως, όπως τα: «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις», «Αὐγούστου μοναρχήσαντος», «Ὅτε ἡ ἁμαρτωλὸς προσέφερε τὸ μύρον», «Ἐξέλθετε ἔθνη, ἐξέλθετε καὶ λαοί», «Κύματι θαλάσσης τὸν κρύψαντα πάλαι διώκτην τύραννον», «Ἥπλωσας τὰς παλάμας» και πολλά άλλα. Πρέπει να πούμε πως είναι ίσως και αμαρτία να μιλά κανείς με καταφρόνηση και ανευλάβεια για το πρόσωπο και τη ζωή της Κασσιανής, την οποία λόγω της αγίας ζωής της και των κατανυκτικών τροπαρίων της, σε πολλά μέρη της Ελλάδας –ιδιαίτερα στο νησί της Κάσου– την τιμούν ως οσία και τη γιορτάζουν στις 7 Σεπτεμβρίου κι έχουν, μάλιστα, και ειδική Ακολουθία που τυπώθηκε στην Αλεξάνδρεια στα 1889.


     Ας έρθουμε τώρα στο γνωστότερο ποιητικό αριστούργημα της Κασσιανής, που ψάλλεται τη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ και ανήκει στον όρθρο της Μεγάλης Τετάρτης· το «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή». Αυτό το τροπάρι ψάλλεται στον πλάγιο δ΄ ήχο και είναι μια καθαρά ποιητική και λυρική επεξεργασία μιας Ευαγγελικής σκηνής, πολύ δραματικής: είναι η σκηνή, κατά την οποία ήρθε μια πόρνη κλαίγοντας στον Χριστό, όταν Εκείνος βρισκότανε φιλοξενούμενος στο σπίτι του Φαρισαίου Σίμωνος κι άρχισε να περιχύνει με πολύτιμο μύρο και με καυτά δάκρυα τα άχραντα πόδια Του και, ύστερα, να τα σκουπίζει με τα ξέπλεκα μαλλιά της που, ως τότε, ήταν δίχτυα για να ψαρεύει τους νέους στην αμαρτία. Πρέπει να μην έχει κανείς την παραμικρή ιδέα και γνώση από λογοτεχνία γενικά και από ποίηση ειδικότερα, για να αποδώσει τα αμαρτήματα του προσώπου του ποιήματος στην ίδια την ποιήτρια και να ταυτίσει, έτσι, την πόρνη του Ευαγγελίου με την οσία μοναχή Κασσιανή που έγραψε το περίφημο αυτό ποίημα. Το ότι το ποίημα είναι καμωμένο για την πόρνη του Ευαγγελίου, φαίνεται α) από εσωτερικές μαρτυρίες («ὀδυρωμένη μύρα Σοι πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει…» – «οἴμοι λέγουσα…» κ.λ.π.), και β) από τις εξωτερικές μαρτυρίες που μας τις δίνει η Παράδοση της Εκκλησίας, η οποία έχει βάλει το τροπάρι αυτό να ψάλλεται σ’ εκείνη τη μοναδική και συγκεκριμένη ημέρα της Μεγάλης Εβδομάδας, κατά την οποία γίνεται λόγος για τη μετάνοια και για τη δημόσια εξομολόγηση «τῆς ἀλειψάσης τὸν Κύριον μύρῳ πόρνης γυναικός».


     Τελειώνοντας, ίσως δεν είναι άσκοπο να δώσουμε και μια πρόχειρη μετάφραση του τροπαρίου, αν και, όταν αποδοθεί αυτό καλά στη βυζαντινή μουσική, τότε δεν έχει ανάγκη από καμιά γλωσσική ερμηνεία για τον φιλακόλουθο, βέβαια, χριστιανό της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
     Λέγει, λοιπόν, το τροπάρι αυτό της Κασσιανής τα ακόλουθα:
     «Κύριε, η γυναίκα που ξεστράτισε απ’ το δρόμο Σου κι έπεσε σε πολλές αμαρτίες, μόλις κατάλαβε πως βρίσκεται κοντά της η πραγματική Αγάπη, ο Κύριος των πάντων και Θεός, τα πούλησε όλα για ν’ αγοράσει πολύτιμα μύρα και, σαν άλλη μυροφόρα, έρχεται με στεναγμούς και δάκρυα και Σου φέρνει, λίγο πριν απ’ τον ενταφιασμό Σου, τα μύρα της αγάπης της. Αλίμονό μου! –στενάζει η αμαρτωλή– που έχω και κρύβω μέσα μου μια νύχτα ολοσκότεινη· και, το μόνο που αναδεύει μέσα στο πηχτό σκοτάδι μου, είναι ο οίστρος της ακολασίας και ο έρωτας της αμαρτίας ο παντοτινός, που κάνουν τη ζωή μου νά ναι σαν μια ζοφερή νύχτα, δίχως φεγγάρι.« 


     »Αλλά Εσύ, Κύριέ μου, δέξου τα δάκρυα που τρέχουνε σα βρύσες απ’ τα μάτια μου· Εσύ, που κάνεις το θαλασσινό νερό να γίνεται σύννεφο κι ύστερα πάλι στη γη να πέφτει απαλά· σκύψε κι άκουσε τους βαρυστεναγμούς της πονεμένης μου καρδιάς· Εσύ, που χαμήλωσες τους ουρανούς με την ανέκφραστή Σου ενανθρώπηση· άφησέ με να καταφιλήσω και να λούσω με τα δάκρυά μου τ’ άχραντα πόδια Σου κι ύστερα να τα σφουγγίσω με τα μαλλιά της κεφαλής μου· άσε με να καταφιλήσω αυτά τα πόδια που, όταν ένα δειλινό, η Εύα άκουσε τα βήματά τους στον Παράδεισο, έτρεξε να κρυφτεί από το φόβο της. Είμαι πολύ αμαρτωλή, Κύριε! Μα, όπως δεν μπορεί κανένας να μετρήσει τα πλήθη των αμαρτιών, που ως τα τώρα εγώ διέπραξα, έτσι δεν μπορεί κανένας να μετρήσει και τις αβύσσους της δικαιοκρισίας και της αγάπης Σου, με τις οποίες Εσύ σώζεις τις ψυχές μας, Σωτήρα και Θεέ μου. Μην παραβλέψεις και μην περιφρονήσεις τώρα πια, εμένα τη δούλη Σου, που μετανόησε και Σε παρακαλεί να τη σπλαχνιστείς, Εσύ, που είσαι η αμέτρητη και η άπειρη ευσπλαχνία».


     Ο «ἔρως τῆς ἁμαρτίας», που τυφλώνει τους σοφούς και κουρελιάζει τους δυνατούς, μας έχει και σήμερα καβαλικέψει όλους και μας κρατάει απ’ τα πάθη και τις αδυναμίες μας, σα να πιάνεται απ’ τη χαίτη ενός αλόγου, που ο οίστρος της ακολασίας το σπρώχνει να γκρεμιστεί στην άβυσσο της απωλείας. Μακάρι να μπορούσαμε ν’ αποτινάξουμε όλοι, αυτές τις μέρες, τον οίστρο της ακολασίας και τον έρωτα της αμαρτίας που μας κυβερνά, να πάρουμε να κάψουμε όλες τις αγάπες τις αμαρτωλές και, με τα μύρα των δακρύων μας, ν’ αλείψουμε τ’ άχραντα πόδια του Χριστού, που πορεύεται το δρόμο του μαρτυρίου για χάρη μας, λέγοντας προς Αυτόν:


     «Ὑπὲρ τὴν πόρνην,
     Ἀγαθέ, ἀνομήσας,
     δακρύων ὄμβρους
     οὐδαμῶς Σοι προσῆξα·
     ἀλλὰ σιγῇ δεόμενος
     προσπίπτω Σοι,
     πόθῳ ἀσπαζόμενος
     τοὺς ἀχράντους Σου πόδας,
     ὅπως μοι τὴν ἄφεσιν
     ὡς Δεσπότης παράσχῃς,
     τῶν ὀφλημάτων κράζοντι, Σωτήρ·
     ἐκ τοῦ βορβόρου
     τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με!».
     (=«Εγώ, που αμάρτησα πιο πολύ κι από εκείνη την πόρνη του Ευαγγελίου, δεν ήρθα ποτέ να Σου προσφέρω όπως αυτή βροχές από δάκρυα. Αλλά μονάχα τώρα με σιγή Σε παρακαλώ, πέφτω και γονατίζω σε Σένα και με πόθο ασπάζομαι τ’ άχραντα πόδια Σου, για να μου δώσεις σαν Δεσπότης που είσαι, την άφεση των οφειλών μου φωνάζοντας γοερά προς τα Σένα: “Γλύτωσέ με από το βόρβορο των έργων μου, Κύριε!”»).

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ



[Παντελή Β. Πάσχου:
«Έρως Ορθοδοξίας»,
μέρος β΄, κεφ. α΄, §8, σελ. 156–162,
Εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας»,
Αθήνα 19874.
Επιμέλεια ανάρτησης,
μελέτη, ελαφρά διόρθωση,
πληκτρολόγηση κειμένου,
απόδοση ή μετάφραση
ορισμένων χωρίων,
εύρεση, επιλογή φωτογραφιών:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου