Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μητερικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μητερικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020

ΟΣΙΑ ΜΑΤΡΩΝΑ ΧΙΟΠΟΛΙΤΙΔΑ

ΟΣΙΑ ΜΑΤΡΩΝΑ ΧΙΟΠΟΛΙΤΙΔΑ

     Η οσία Ματρώνα έζησε κατά το 15ο αιώνα στη Βολισσό της νήσου Χίου, προερχόμενη από γονείς ευλαβείς και προύχοντες του χωριού. Από τη νεότητά της φλεγόταν από θείο έρωτα και απέκτησε γρήγορα ευρεία μόρφωση σχετικά με τα ιερά μυστήρια. Για τον λόγο αυτό, μόλις βρήκε ευκαιρία, εγκατέλειψε κρυφά πατρίδα, γονείς και υπάρχοντα και έγινε ξένη ως προς όλα, μιμούμενη Εκείνον, ο Οποίος έγινε «ξένος» για τη σωτηρία μας. Από την κληρονομιά της, ένα μέρος το μοίρασε στους πτωχούς και ένα άλλο το αφιέρωσε την οικοδομή ενός ναϋδρίου, αφιερωμένο στον Άγιο Αρτέμιο, στο μικρό μοναστήρι όπου είχε πάει. Κατά τη διάρκεια όμως της εκσκαφής για την κατασκευή των θεμελίων του ναού βρέθηκε θησαυρός κρυμμένος στη γη. Φοβούμενη τότε η οσία μήπως επρόκειτο για τέχνασμα του μισοκάλου διαβόλου, άρχισε να προσεύχεται και ευθύς ο χρυσός έγινε κάρβουνα.

     Μετά την αποπεράτωση του ναού, αφού πέρασε λίγος χρόνος, απεβίωσε η γερόντισσά της· και οι συνασκούμενες αδελφές παρακάλεσαν θερμά την Ματρώνα να αναλάβει την πνευματική καθοδήγηση της μικρής αδελφότητας. Παρά τις αντιρρήσεις της, η οσία έγινε τελικά ηγουμένη, χωρίς όμως να μειώσει τον ασκητικό αγώνα που ματαμαραίνει το φρόνημα της σαρκός. Κύριο μέλημά της ήταν η νηστεία, η εύρυθμη ψαλμωδία, η αδιάλειπτη προσευχή και τα δάκρυα, που δίνουν αναψυχή σε κάθε καρδιά που φλέγεται από θείο έρωτα. Έτσι, το πνεύμα της κατέστη όλο μετάρσιο, η διάνοιά της ήταν συνεχώς προσκολλημένη στον Θεό, και από τον Θεό ελάμβανε το άρρητο φως της θείας Χάριτος που ακτινοβολούσε στο πρόσωπό της.

     Την εποχή εκείνη που οι Γενοβέζοι εξουσίαζαν τη Χίο, άνθρωποι βάρβαροι και άγριοι κατέκτησαν το νησί και σκόρπισαν παντού τον τρόμο και τη δυστυχία. Ένας από αυτούς μπήκε μία ημέρα στη μονή της αγίας και επιτέθηκε σε μία μοναχή. Η οργή όμως του Θεού ευθύς τον κεραυνοβόλησε και ο βάρβαρος έπεσε κάτω νεκρός. Βλέποντάς τον η οσία Ματρώνα, τον λυπήθηκε και απέπεμψε ευχή προς τον Κύριο, παρακαλώντας να τον αναστήσει για να του δώσει την ευκαιρία να μετανοήσει. Αμέσως τότε ο νεκρός σηκώθηκε, σαν να κοιμόταν και αποφάσισε στο εξής να ζήσει εν μετανοία. Από το θαύμα αυτό ωφελήθηκε όλο το νησί, γιατί, όταν το πληροφορήθηκαν οι άλλοι βάρβαροι, φοβήθηκαν και δεν κακοποιούσαν πλέον τους χριστιανούς.

     Και αφού η οσία Ματρώνα ολοκλήρωσε έτσι την επίγεια πορεία της, εκοιμήθη εν ειρήνη και άφησε στους ορθοδόξους το τίμιο σκήνωμά της, θησαυρό και ταμείο θαυμάτων και ιάσεων για όσους το πλησιάζουν με πίστη.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.

Χριστοῦ τοῖς ἴχνεσιν, ἀκολουθήσασα, κόσμου τερπνότητα, Ὁσία ἔλιπες, καὶ ἐμιμήσω ἐν σαρκί, Ἀγγέλων τὴν πολιτείαν· ὅθεν ταῖς τοῦ Πνεύματος, δωρεαῖς κατεφαίδρυνας, τὴν ἐνεγκαμένην σε, νῆσον Χίον πανεύφημε· διὸ χαρμονικῶς ἐκβοᾷ σοι· χαίροις Ματρῶνα πανολβία.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Οὐδαμῶς τὸ θῆλύ σοι, ἐμποδὼν ὤφθη Ματρῶνα, πρὸς τοὺς ὑπὲρ ἄνθρωπον, ἀγῶνας ὄντως καὶ ἄθλους· ᾔσχυνας, διὸ τὸν μέγαν νοῦν θεοφόρε· εὔφρανας, τὸ γυναικεῖον μεγάλως γένος, τὸ ἐκείνου ταῖς σαῖς νίκαις, προσαφελοῦσα τῆς ἥττης ὄνειδος.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

βλυσας ἰδρῶτας ἀσκητικούς, ἐν τῇ Χίῳ Μῆτερ, ὡς καλλίκρουνός τις πηγή, ἐξ ὧν ἀπαντλοῦντες, Ματρῶνα μακαρία, παθῶν τῶν ψυχοφθόρων, ἐκκαθαιρόμεθα.

 

 

[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 2ος (Οκτώβριος),

σελ. 223–224.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Οκτώβριος 20092.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]







 

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020

ΟΣΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ, Η ΑΠΟ ΕΤΑΙΡΙΔΩΝ

ΟΣΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ, Η ΑΠΟ ΕΤΑΙΡΙΔΩΝ

     Η οσία Πελαγία έζησε στην Αντιόχεια κατά το δεύτερο ήμισυ του 5ου αιώνος. Έκδοτη κατ’ αρχάς στους χορούς και στις έκλυτες ηδονές και αποκαλούμενη από τους εραστές της «Μαργαρώ», λόγω των πολλών μαργαριταριών με τα οποία στολιζόταν, ήταν η πλέον γνωστή εταίρα της μεγάλης εκείνης πόλεως. Από την ακολασία της είχε αποκτήσει μεγάλη περιουσία, την οποία χρησιμοποιούσε αποκλειστικά για να καλλωπίζει το σώμα της με πολύτιμα κοσμήματα και σπάνια αρώματα, ώστε να προσελκύει νέα θύματα στα δίχτυα της και να τα βυθίζει στην απώλεια. Επίσης, είχε πολλούς δούλους που τη συνόδευαν όταν έβγαινε έξω στην πόλη, καθισμένη πάνω στην πολυτελή της άμαξα.

     Μια μέρα ο αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας συγκάλεσε σύνοδο ογδόντα επισκόπων, για να ρυθμίσουν εκκλησιαστικές υποθέσεις της περιοχής. Κάλεσε τότε έναν από αυτούς, τον άγιο Νόννο, επίσκοπο Εδέσσης [10 Νοεμ.], για να κηρύξει τον λόγο του Θεού στον ναό του αγίου Ιουλιανού. Την ώρα που ο άγιος προέτρεπε τους ακροατές του να μετανοήσουν και να ζήσουν ενάρετα και θεάρεστα, έτυχε να περνάει μπροστά από την ομήγυρη η Πελαγία, με τη συνηθισμένη ακολουθία της. Εκείνη τη στιγμή, ενώ οι επίσκοποι και ο ευλαβής κόσμος έστρεψαν αλλού το βλέμμα, ο άγιος Νόννος είπε δυνατά σ’ αυτούς που τον περιστοίχιζαν: «Αλίμονο σ’ εμάς, τους οκνηρούς και αμελείς! Θα ντραπούμε την Ημέρα της Κρίσεως, γιατί ο ζήλος και η φροντίδα μας για το πώς θα γίνουμε αρεστοί στον Θεό είναι πολύ κατώτερος από την επιμέλεια με την οποία καλλωπίζεται αυτή η γυναίκα, απλώς και μόνο να αρέσει σε ανθρώπους, αποβλέποντας σε μια πρόσκαιρη ηδονή». Και όταν επέστρεψε στο κελλί του, πέρασε όλη τη μέρα ο άγιος αναπέμποντας ευχές προς τον Κύριο για τη μεταστροφή της.

     Την επομένη η Πελαγία πήγε στον ναό και άκουσε τον Νόννο να ερμηνεύει το Ευαγγέλιο κατά τη θεία Λειτουργία. Τα λόγια του επισκόπου για την Ημέρα της Κρίσεως και την αιώνια τιμωρία των αμαρτωλών στην κόλαση εισχώρησαν βαθιά στην καρδιά της, σαν κοφτερό μαχαίρι, και αφύπνισαν μέσα της τον θείο έρωτα για τον ουράνιο Νυμφίο. Έτσι, μόλις η βυθισμένη στην αμαρτία γυναίκα επέστρεψε στην έπαυλή της, έγραψε στον άγιο επίσκοπο παρακαλώντας τον να τη δεχθεί και να μη τη βδελυχθεί για την ασωτία της, αν ήταν πράγματι μαθητής Εκείνου «που δεν ήλθε να καλέσει τους δίκαιους αλλά τους αμαρτωλούς σε μετάνοια» (Ματθ. 9, 13). Τότε ο Νόννος τής απάντησε ότι, αν όντως είχε αποφασίσει να μετανοήσει, θα έπρεπε να παρουσιασθεί στην εκκλησία, ενώπιον όλων των πιστών, κληρικών και λαϊκών, για να ομολογήσει τα αμαρτήματά της.

     Η Πελαγία άδραξε την ευκαιρία και έσπευσε στην εκκλησία, ξεχνώντας τις πομπώδεις συνοδείες και την παλιά αλαζονεία της. Φθάνοντας, έπεσε με συντριβή στα πόδια του επισκόπου και τον ικέτευσε να μην αργήσει να την αναγεννήσει στη θεία ζωή, μήπως ο δαίμονας και η συνήθεια την παγιδεύσουν πάλι και την ξαναρίξουν στην ακόλαστη ζωή. Όταν τα άκουσε αυτά ο Νόννος, δόξασε τον Θεό για τη μετάνοιά της και τη βάπτισε. Τότε χάρηκε όλη η Αντιόχεια, διότι η ψυχή της βρήκε τη σωτηρία. Κατόπιν, την εμπιστεύθηκαν για κάποιο χρονικό διάστημα στη Ρωμάνα, μια μοναχή που τη μύησε στον πνευματικό αγώνα και τη ζωή της μετανοίας. Με την προσευχή και το σημείο του Σταυρού, η Πελαγία κατόρθωσε να κατατροπώσει τις επιθέσεις του πονηρού, ο οποίος δεν άργησε να της επιτεθεί, παρακινώντας την με σφοδρότητα να επιστρέψει στην αμαρτωλή ζωή.

     Μετά το θείο Βάπτισμα η Πελαγία μοίρασε όλη την περιουσία της στους φτωχούς και απελευθέρωσε τους δούλους της. Απαλλαγμένη έτσι από κάθε τι που την έδενε με τα εγκόσμια, άλλαξε την ενδυμασία της, φόρεσε φθαρμένα και κουρελιασμένα ανδρικά ενδύματα και έφυγε κρυφά για να ασκητεύσει στο Όρος των Ελαιών, στην Παλαιστίνη, άγνωστη σε όλους. Εκεί έμεινε χρόνια έγκλειστη σε ένα μικρό κελλί, πολεμώντας καθημερινά τα πάθη που είχαν ριζώσει στο σώμα της και αφιερώνοντας όλο τον ζήλο –που κάποτε αφιέρωνε στον μάταιο καλλωπισμό και στα αρώματα– για τον καλλωπισμό της ψυχής της, χάριν της αιωνίου ζωής.

     Και ενώ έμενε μόνη της, η φήμη για τους άθλους της έγινε γνωστή σε όλους τους ασκητές της Παλαιστίνης, οι οποίοι νόμιζαν ότι ήταν άνδρας. Όταν παρέδωσε τη ψυχή της στον Θεό, συγκεντρώθηκαν όλοι για να τιμήσουν το τίμιο λείψανο. Έμειναν όμως έκπληκτοι και δόξασαν τον Θεό Κύριο, μόλις έμαθαν από έναν μαθητή του Νόννου την αληθινή ιστορία της οσίας, που διδάσκει να μην απελπίζονται όσοι είναι βυθισμένοι στο σκότος της αμαρτίας, αλλά απεναντίας να πορεύονται με θάρρος και ελπίδα τη ψυχοσωτήρια οδό της μετανοίας.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

ξ ἀκανθῶν καθάπερ ῥόδον εὐῶδες, τῇ Ἐκκλησίᾳ Πελαγία ἐδείχθης, ταῖς ἐναρέτοις πράξεσιν εὐφραίνουσα ἡμᾶς· ὅθεν καὶ προσήγαγες, ὡς ὀσμὴν εὐωδίας, τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, τὸν σὸν βίον Ὁσία. Ὃν ἐκδυσώπει σώζεσθαι ἡμᾶς, παθῶν παντοίων, ψυχῆς τε καὶ σώματος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Χορὸς Ἀγγελικός.

Πελάγει ἀρετῶν, ἀληθῶς ἰσαγγέλων, τὸ πέλαγος τῶν σῶν, ἐγκλημάτων Ὁσία, πανσόφως ἐβύθισας, καὶ δακρύων τοῖς ῥεύμασιν, ἐναπέπνιξας, τὸν πολυμήχανον ὄφιν· ὅθεν ἤστραψας, ὥσπερ λαμπὰς μετανοίας, τὴν κτίσιν φαιδρύνουσα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Φερωνύμως πέλαγος γαληνόν, πλεύσασα Ὁσία, μετανοίας τῆς ἱερᾶς, Μῆτερ Πελαγία, τοῖς ἐν πελάγει βίου, λιμὴν σωτηριώδης, ὤφθης καὶ ἄκλυστος.



 

[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 2ος (Οκτώβριος), σελ. 80–82.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Οκτώβριος 20092.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

ΑΓΙΑ ΟΛΥΠΙΑΣ, Η ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΑ


ΑΓΙΑ ΟΛΥΠΙΑΣ, Η ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΑ


     Η τρισόλβια Ολυμπιάς γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη (μεταξύ 361 και 368) από οικογένεια της ανώτερης αριστοκρατίας. Ο πατέρας της, ο κόμης Σέλευκος, και η μητέρα της πέθαναν όταν εκείνη ήταν ακόμη παιδί και την κηδεμονία της ανέλαβε ένας συγγενής της, ο Προκόπιος, διοικητής της Βασιλεύουσας, ο οποίος εμπιστεύθηκε τη μόρφωσή της στη Θεοδοσία, την αδελφή του αγίου Αμφιλοχίου Ικονίου [23 Νοεμ.]. Μέσω αυτής, η Ολυμπιάς διατηρούσε σχέσεις φιλικές και οικείες με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο [25 Ιαν.], τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης [11 Ιαν.] (ο οποίος, μάλιστα, της αφιέρωσε το υπόμνημά του στο «Άσμα Ασμάτων») και άλλους επιφανείς ανθρώπους της Εκκλησίας. Όταν ενηλικιώθηκε, διέλαμπε τόσο με το σωματικό κάλλος της όσο και με τη σοφία και ευσέβειά της. Το 386 παντρεύτηκε τον Νεβρίδιο, έπαρχο της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος πέθανε σχεδόν αμέσως πριν έλθει σε κοινωνία μαζί της. Αποφάσισε τότε να αφιερώσει τον υπόλοιπο βίο της στον Κύριο, ως χήρα και παρθένος, και να θέσει την τεράστια περιουσία της στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Μετά την άρνησή της να συνάψει δεύτερο γάμο με τον Ελπίδιο, συγγενή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, το Κράτος δήμευσε τα υπάρχοντά της και την εμπόδισαν να συναναστρέφεται τους ανθρώπους της Εκκλησίας όσο αυτή δεν συναινούσε. Επιστρέφοντας όμως μετά από μία εκστρατεία του κατά του Μαξίμου (388) ο αυτοκράτορας, θαυμάζοντας τον ζήλο της για την άσκηση και την αρετή της, της αποκατέστησε την περιουσία της. Άρχισε όμως και πάλι η οσία του Θεού να μοιράζει τα τεράστια πλούτη της σε ελεημοσύνες και αγαθοεργίες. Πούλησε τα κτήματα που είχε στη Θράκη, στη Γαλατία, την Καππαδοκία και τη Βιθυνία, καθώς και πολυτελή οικήματά της στην Κωνσταντινούπολη για να κτίσει παντού ξενώνες για τους ταξιδιώτες, νοσοκομεία, εκκλησίες και ένα μοναστήρι που εφάπτετο στη νότια στοά της Αγίας Σοφίας, το οποίο στέγασε περισσότερες από διακόσιες πενήντα μονάστριες: αρχικά θεραπαινίδες και συγγενείς της οσίας, στις οποίες ήλθαν να προστεθούν άλλες γυναίκες της υψηλής κοινωνίας.


     Ντυμένη με ενδύματα φτωχικά και ανεπιτήδευτα, με το πρόσωπό της άβαφο, το σώμα της ανάλαφρο από τις συνεχείς αγρυπνίες και τις προσευχές που είχε για βρώση και πόση, την καρδιά ειρηνευμένη και το πνεύμα ξένο προς κάθε κοσμική περιέργεια, η οσία ήταν για όλους μία τέλεια εικόνα της κατά Χριστόν αρετής. Παρά τις αλλεπάλληλες δοκιμασίες που χρειάστηκε να υποστεί, ποτέ δεν βγήκε από το στόμα της λέξη αγανάκτησης και η αγάπη της απλωνόταν στους πάντες, άξιους και ανάξιους. Πέρασε τον βίο της στην αδιάλειπτη μυστική θεωρία του Χριστού, απερίσπαστη, με τους οφθαλμούς λουσμένους από δάκρυα κατανύξεως. Τόση ήταν η φήμη της, ώστε σε ηλικία τριάντα μόλις ετών χειροτονήθηκε διακόνισσα από τον αρχιεπίσκοπο Νεκτάριο [11 Οκτ.], έγινε δε η σύμβουλός του επί πολλών εκκλησιαστικών υποθέσεων.

     Όταν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος [13 Νοεμ.] διαδέχθηκε τον Νεκτάριο (398), η Ολυμπιάς βρήκε στο σεπτό πρόσωπό του, όχι μόνο τον πνευματικό πατέρα που επιθυμούσε, τη σπάνια αυθεντία σε ζητήματα απλανούς ερμηνείας των Γραφών, τον ένθεο ποιμένα που μεριμνούσε περισσότερο για όλη την Εκκλησία παρά για το ίδιο το ασκητικό σώμα του, αλλά το πνευματικό αποκούμπι, την πολύτιμη έμφιλη βακτηρία, τόσο σε αίσιους καιρούς όσο και σε καιρούς θλίψεων, χάριν της αλήθειας και υπέρ της ακεραιότητας του ήθους. Τέθηκε στην υπηρεσία του με ζήλο, φροντίζοντας για όλες τις υλικές ανάγκες του αγίου, μοιράζοντας γενναιόδωρα ελεημοσύνες σύμφωνα πάντα με τις οδηγίες του. Ο μόνος άνδρας που γινόταν δεκτός εντός της μονής της Ολυμπιάδος, ήταν ο άγιος επίσκοπος, ο οποίος ερχόταν συχνά εκεί για να κατηχήσει τις μοναχές χειροτονώντας διακόνισσες πολλές από τις μαθήτριές της.


     Ας σημειωθεί σχετικά με τον θεσμό των διακονισσών, ότι ήταν επιλεγμένες μεταξύ παρθένων και χηρών προχωρημένης ηλικίας (60 ετών αρχικά και 40 μετέπειτα), χειροτονούνταν διά της επιθέσεως των χειρών και είχαν ακώλυτη πρόσβαση στο Ιερό, αλλά δεν θεωρούνταν ότι αποτελούσαν αυτό καθεαυτό μέρος του Κλήρου. Το ιδιαίτερο λειτούργημά τους συνίστατο κυρίως στη βοήθεια κατά την τελετή του Βαπτίσματος των κατηχουμένων και νεοφώτιστων γυναικών, στην επίσκεψη ασθενών και σε ορισμένα επικουρικά καθήκοντα, αλλά δεν μπορούσαν να διδάσκουν δημόσια ούτε να βαπτίζουν από μόνες τους (βλ. «Αποστολικές Διαταγές» Γ΄, 6, 1-2). Με την πάροδο του χρόνου, το λειτούργημα αυτό έπεσε σε αχρηστία παράλληλα με την έκλειψη του Βαπτίσματος των ενηλίκων (11ος αι.), αλλά υπάρχουν πολλοί σήμερα που εύχονται την αποκατάστασή του στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας.

     Με την πολύκλαυστη και μαρτυρική εξορία του αγίου Χρυσοστόμου στην Αρμενία (404), η οσία Ολυμπιάς αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον διάδοχό του και ανέλαβε να υπερασπισθεί την υπόθεσή του. Κατηγορούμενη από τον έπαρχο Οπτάτο ότι προκάλεσε πυρκαγιά, που αφού ξέσπασε στην Αγία Σοφία, είχε καταστρέψει το παρακείμενο παλάτι, αρνήθηκε κάθε παραχώρηση και έτσι καταδικάσθηκε να πληρώσει βαρύ πρόστιμο. Αποσύρθηκε τότε στην Κύζικο και, μετά από νέα παρουσίαση ενώπιον του επάρχου, εξορίσθηκε στη Νικομήδεια, όπου ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τής απηύθυνε δεκαεπτά θαυμάσιες όσο και συγκινητικές επιστολές παραμυθίας και ενθάρρυνσης, προκειμένου να την προτρέψει πατρικά και βαθύστοργα να υπομείνει τη δοκιμασία και την αδικία με πίστη και καρτερικότητα (βλ. «Επιστολές προς Ολυμπιάδα», ΕΠΕ 37, σσ. 343-557). Χάρις στην ενθάρρυνση αυτήν η εξορία στάθηκε για την οσία Ολυμπιάδα αφορμή να προκόψει στην υπομονή και την ταπεινοφροσύνη. Αφού έδωσε σκληρές μάχες για την Εκκλησία, κατήρτισε πλήθος γυναικών στην οδό της αρετής, τίμησε τους ιερείς και ετέθη στην υπηρεσία αγίων και αγαθών επισκόπων, παραδίνοντας την χριστοκαρτερική της ψυχή στα χέρια του παντεπόπτου Θεού στη Νικομήδεια, στις 25 Ιουλίου του 408, και εκοιμήθη οσιακά με τον στέφανο της ομολογίας της Πίστεως.


     Σύμφωνα με την επιθυμία της, το σκήνωμά της, κλεισμένο σε σαρκοφάγο, εγκαταλείφθηκε στο πέλαγος. Φθάνοντας κοντά στη Μονή του Αγίου Θωμά του εν Βρόχθοις, στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, ένας άγγελος ειδοποίησε τον ηγούμενο της Μονής, ο οποίος το ανέσυρε και το κατέθεσε κοντά στο θυσιαστήριο, όπου το τίμιο λείψανο άρχισε να επιτελεί ιάσεις. Η μονή της οσίας στην Κωνσταντινούπολη καταστράφηκε κατά τη Στάση του Νίκα (532), ανακατασκευάσθηκε από τον Ιουστινιανό και τα τίμια λείψανά της μεταφέρθηκαν εκεί στις αρχές του 7ου αιώνα, υπό την απειλή μιας περσικής εισβολής.

     Ο «Βίος» της (βλ. ΕΠΕ 37, Θεσσαλονίκη 1987, σσ. 558-583), γραμμένος τον 5ο αιώνα από έναν συγγενή της, επαναλαμβάνει με κάποιες ανακρίβειες τα στοιχεία που ήδη μας δίδουν οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς της εποχής (Παλλάδιος, Σωζομενός).


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὸν πλοῦτον σκορπίσασα, τὸν σὸν τελείῳ νοΐ, Χριστῷ ἠκολούθησας δι’ ἐναρέτου ζωῆς, Ὁσία πανεύφημε· σὺ γὰρ ἐφεπομένη, τῷ σοφῷ Χρυσοστόμῳ, χρύσεον ὤφθης σκεῦος, τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας, διό σε Ὀλυμπιάς, ὁ Κύριος ἐδόξασε.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐσεβείᾳ λάμψασα καὶ ἐγκρατείᾳ, τὸν Θεὸν ἐδόξασας, ἔργοις καὶ τρόποις ἱεροῖς, Ὀλυμπιὰς ἀεισέβαστε· διὸ τῆς δόξης τῆς ἄνω ἠξίωσαι.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις ἡ Ὁσία Ὀλυμπιάς, ἐναρέτων ἔργων, ὑποτύπωσις ἀληθής· χαίροις ἡ τῶν ἄθλων, καὶ τῆς ἁγίας δόξης, τῷ θείῳ Χρυσοστόμῳ, συγκοινωνήσασα.


[ (1) Ελενοπόλεως Παλλαδίου:
«Λαυσαϊκή Ιστορία» (420 μ.Χ.)·
Τόμ. 2ος, Κεφ. 53ο (LVI), σελ. 40–43,
Μετάφραση–Εισαγωγή–Σχόλια:
Ν. Θ. Μπουγάτσου (1911–2006)
και Δ. Μ. Μπατιστάτου (1921–1991),
Αθήναι, έκδοσις 2η (χ.χ.),
Εκδόσεις «Τήνος».
(2) Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου:
«Συναξαριστής
των ΙΒ΄ μηνών του ενιαυτού»·
Τόμος Γ΄, σελ. 372,
Εκδόσεις «Δόμος»·
Αθήναι, 2005.


(3) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος), σελ. 283–285.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση Κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 2008.
(4) Δημητρίου Γ. Τσάμη:
«Μητερικόν», Τόμ. Στ΄,
Μέρος 2ο («Βίοι»), Βίος 9ος,
Α΄ και Β΄ (εις Κεφ. 16),
σελ. 426–449.
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
Τιμίου Προδρόμου – Ακριτοχωρίου·
Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 1996.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

ΟΣΙΑ ΙΣΙΔΩΡΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ


ΟΣΙΑ ΙΣΙΔΩΡΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ


     Στην Ταβέννη της Αιγύπτου υπάρχει ένα γυναικείο μοναστήρι, με τετρακόσιες περίπου καλόγριες, απέναντι απ’ το μεγάλο ανδρικό μοναστήρι. Στο γυναικείο αυτό μοναστήρι ασκήτευε και μια μοναχή, που υποκρινόταν μωρία και σαλότητα για χάρη του Χριστού· το όνομά της ήταν Ισιδώρα, και πάντοτε ταπείνωνε και εξευτέλιζε τον εαυτό της εμπρός στους άλλους. Αυτή την Ισιδώρα τη σιχαίνονταν όλες οι μοναχές, τόσο πολύ, που ακόμη και στην τράπεζα δεν την δεχότανε να φάει μαζί τους! Ωστόσο, εκείνη, κι αυτό ακόμη το δέχθηκε με χαρά μεγάλη. Η αρετή της και η βοήθεια, που έδινε με τη διακονία της σ’ όλο το μοναστήρι, ήταν πολύ σημαντική και ωφέλιμη. Οποιαδήποτε υπηρεσία για το μοναστήρι και τις μοναχές, την έκανε πάντα με προθυμία, σα νά ’τανε δούλη τους, και δούλευε με πολλή πραότητα για όλες τους. Πράγματι, αυτή η Ισιδώρα, ήταν το φωτεινό παράδειγμα και το μεγάλο λυχνάρι για τη μοναστική αυτή συνοδία, όπως μας είπε ο Κύριος: «Όποιος από εσάς θέλει να γίνει μεγάλος, ας γίνει δούλος και υπηρέτης όλων» (Ματθ. 20, 26 και 23, 11· Μάρκ. 9, 35· Λουκ. 9, 48), και «Αν κάποιος νομίζει ότι είναι σοφός, ας γίνει πρώτα ανόητος και μωρός» (Α΄ Κορ. 3, 18). Όλες οι άλλες μοναχές είχαν κανονικά το σχήμα της κουράς –φορούσαν τα κουκούλια όλες στο κεφάλι τους–, ενώ εκείνη, είχε δέσει μ’ ένα κουρελόπανο το κεφάλι της, κι έτσι έκαμνε όλες τις δουλειές της μονής. Όλ’ αυτά τα χρόνια, καμιά μοναχή από τις τετρακόσιες τόσες, δεν την είδε ποτέ να τρώει κανονικά, παρά να σκουπίζει τα ψίχουλα που έμεναν στο τραπέζι κι απ’ αυτά να τρώει, καθώς κι από τα περισσεύματα, που ήταν κολλημένα στις χύτρες που έπλενε· αυτά της ήταν αρκετά. Ποτέ της δεν υποτίμησε καμιά μοναχή με υβριστικό λόγο, ούτε γόγγυσε, ούτε είπε μεγάλο ή μικρό πικρό λόγο, παρ’ όλο ότι πολλές τους την έβριζαν, την πείραζαν και την προσέβαλλαν, και –όχι λίγες– τη μισούσαν.


     Γι’ αυτήν, λοιπόν, την ευλογημένη και αγία μοναχή, φανερώθηκε Άγγελος Κυρίου στον αγιώτατον αββά Πιτυρούν, γνωστό και δοκιμώτατο μοναχό, πολύ ενάρετο και διάσημο αναχωρητή, και του λέει:
     –Γιατί καυχάσαι για τα κατορθώματά σου και για την ευλάβειά σου, ασκητεύοντας σε τούτον τον τόπο; Θέλεις να ιδείς μια γυναίκα, που είναι πιο πάνω από σένα στην αρετή και στην ευλάβεια; Πήγαινε στο γυναικείο μοναστήρι των Ταβεννησιωτών, κι εκεί θα βρεις μια μοναχή, που φέρει διάδημα στο κεφάλι. Αυτή, λοιπόν, είναι καλύτερή σου. Γιατί, τόσον καιρό και με τόσο πολύ κόσμο παλεύει, αλλά, παρ’ όλ’ αυτά, δεν άφησε ποτέ το νου της ν’ απομακρυνθεί ούτε στιγμή απ’ τον Θεό, αν και όλες οι μοναχές εκεί τη σιχαίνονται και την αποφεύγουν. Ενώ εσύ, κάθεσαι εδώ, και φαντάζεσαι όλες τις πολιτείες με τον νου σου, κι ας μην έχεις ποτέ σου ιδεί την οικουμένη.

     Ξεσηκώθηκε, λοιπόν, ο μέγας Πιτυρούν και ήρθε στα μέρη της Ταβέννης, παρακαλώντας τους πατέρες και διδασκάλους να τον διαπεράσουν στο μοναστήρι των γυναικών. Μια κι ήταν γνωστός για την αρετή και την αγνότητά του μεταξύ των πατέρων, κι είχε φτάσει σε βαθιά γεράματα με αυστηρή άσκηση, οι πατέρες ευχαρίστως τον βοήθησαν να περάσει το ποτάμι και να επισκεφτεί το γυναικείο μοναστήρι. Εκεί, μετά την προσευχή, ο Γέροντας ζήτησε να ιδεί μια-μια και κατά πρόσωπο όλες τις μοναχές. Κι ενώ πέρασαν όλες οι μοναχές από μπροστά του, εκείνη δεν φάνηκε.
     Τις λέει, τότε ο Γέροντας:
     –Σας παρακαλώ, να μου τις φέρετε όλες.
     Κι ενώ εκείνες του απάντησαν «όλες εδώ είμαστε», εκείνος τις λέει:
     –Λείπει, ωστόσο, μία, την οποία μου έδειξε ο Άγγελος.
     Τότε, του είπαν κι αυτές:
     –Λείπει μία μόνο, που έχουμε στο μαγειρείο και είναι σαλή.
     –Παρακαλώ, να μου την φέρετε κι εκείνη, λέει ο Γέροντας. Θέλω να την δω!

     Εκείνη, μόλις της το είπαν, δεν ήθελε να παρουσιαστεί, καταλαβαίνοντας την αιτία της προσκλήσεως· ίσως και της αποκαλύφθηκε άνωθεν. Την έσυραν, λοιπόν, με τη βία, λέγοντάς της:
     –Ο άγιος Γέροντας, ο Πιτυρούν, θέλει να σε ιδεί!


     Ο Γέροντας ήταν περιβόητος σ’ όλα εκείνα τα μέρη. Μόλις την έφεραν εκεί μπροστά, ο Γέροντας και μεγάλος ασκητής είδε το πρόσωπό της· έπεσε αμέσως στα πόδια της, και της λέει:
     –Αμμάς και γερόντισσα, ευλόγησέ με!

     Ευθύς έπεσε κι εκείνη στα πόδια του Γέροντα, λέγοντάς του:
     –Εσύ να μ’ ευλογήσεις πρέπει, άγιε Γέροντα και δέσποτά μου!

     Βλέποντας αυτή τη σκηνή, όλες ξαφνιάστηκαν δυσάρεστα, και λένε στον Γέροντα:
     –Μην ταπεινώνεις τόσο πολύ τον εαυτό σου, Γέροντα, και μην εξευτελίζεσαι· η μοναχή αυτή είναι σαλή!

     Τότε, ανασηκώθηκε ο Γέροντας, και λέει σε όλες τις μοναχές:
     –Εσείς είστε σαλές! Ενώ αυτή εδώ είναι, και από όλες εσάς και από μένα, καλύτερη· και είναι πραγματική αμμάς και γερόντισσα, με την οποία εύχομαι να βρεθώ στην ίδια μερίδα κατά τη φοβερή Ημέρα της Κρίσεως!


     Όταν τ’ άκουσαν αυτά οι μοναχές, έπεσαν όλες στα πόδια του, λέγοντας: «Συγχώρεσέ μας!». Και άρχισαν να εξομολογούνται όλες, με πόσους τρόπους είχαν στενοχωρήσει και λυπήσει την αγία αυτή μοναχή. Η μία έλεγε: «Εγώ την κορόϊδευα!»· η άλλη: «Εγώ περιγελούσα το ταπεινό και χαμηλόβλεπτο σχήμα της!»· η άλλη: «Εγώ την περίχυνα συχνά με το ξέπλυμα που έμενε στο πιατάκι μου!»· η άλλη: «Εγώ τη χτύπησα και της έκανα πληγές!»· η άλλη: «Εγώ τη γρονθοκόπησα!»· η άλλη: «Εγώ της έβαλα σινάπι στη μύτη για να την κάψω!»· –και όλες, η καθεμιά τους ξεχωριστά, έλεγαν με τι βρισιές τη στόλιζαν. Όταν τελείωσαν όλες τους την εξομολόγηση, την οποία δέχθηκε ο άγιος Πιτυρούν, εκείνος ευχήθηκε για όλες, τις ευλόγησε, και αφού παρακάλεσε αρκετά την αγία μοναχή να εύχεται κι εκείνη γι’ αυτόν, τις αποχαιρέτησε κι έφυγε.

     Όμως, καθώς περνούσαν οι μέρες, κι η μοναχή τώρα εγνώριζε μεγάλες τιμές, περιποιήσεις και φροντίδες, άρχισε να στενοχωρείται· δεν μπορούσε να υποφέρει τόσες τιμές και δόξες από ολόκληρη τη μοναστική αδελφότητα. Σηκώθηκε λοιπόν, κι έφυγε απ’ το μοναστήρι, δίχως κανείς να το μυριστεί. Αλλά και κανείς ποτέ δεν έμαθε, όταν έφυγε, πού πήγε, σε ποια σπηλιά κρύφτηκε, ούτε πού αναπαύτηκε, αργότερα, εν Κυρίω!



ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν ὡραιότητα, Χριστοῦ ποθήσασα, Μῆτερ τρισόλβιε, ὁδὸν τὴν σύντομον, τὴν ὁδηγοῦσαν πρὸς Αὐτόν, προείλου τὴν ταπείνωσιν· ὅθεν σε ἀνέδειξε, μοναζόντων διδάσκαλον, ἄκρον τε ὑπόδειγμα, τῆς Αὐτοῦ ἐκμιμήσεως, διὸ χαρμονικῶς σοι βοῶμεν· χαῖρε, ὦ Ἰσιδώρα παμμακάριστε.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ποθοῦσα τυχεῖν τῆς ἄνω Μῆτερ στάσεως, ταχεῖαν ὁδόν, προείλου τὴν ταπείνωσιν, δι’ ἧς ἤχθης Χριστῷ ὡς καρπὸς εὐκλεής, καὶ τερπνὸς Ἰσιδώρα παναοίδιμε, βραβεία λαμβάνουσα τὰ ἄφθαρτα.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ
Ταπεινοφροσύνης οἶκος λαμπρός, παρθενίας δόξα, ἄνθος θεῖον ὑπομονῆς, ἀκενοδοξίας, τῆς ἄκρας Ἰσιδώρα, ἐργάτις ἀνεδείχθης, διὰ τὸν Κύριον.





(1) Παντελή Β. Πάσχου:
«Γυναίκες της Ερήμου»
–Μικρό Γεροντικό Γ΄–
Σειρά:
«Ορθόδοξη Μαρτυρία»–αριθ. 53.
Κεφ. ΝΞ΄, σελ. 167–171.
Εκδόσεις «Ακρίτας»·
Αθήνα, Απρίλιος 19951.
(2) Ελενοπόλεως Παλλαδίου:
«Λαυσαϊκή Ιστορία» (420 μ.Χ.),
Τόμ. 1ος, κεφ. 34ο (XXXIV),
σελ. 180–185,
Μετάφραση–Εισαγωγή–Σχόλια:
Ν. Θ. Μπουγάτσου (1911–2006)
και Δ. Μ. Μπατιστάτου (1921–1991),
Αθήναι, έκδοσις 2η (χ.χ.),
Εκδόσεις «Τήνος».
(3) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 18.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
(4) Δημητρίου Γ. Τσάμη:
«Μητερικόν»,
Τόμ. Α΄, Κεφ. Α΄, Διήγηση 31η,
σελ. 130–135.
Εκδόσεις
Αδελφότητας «Αγία Μακρίνα»·
Πανόραμα, Θεσσαλονίκης 19901·
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.