Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ: «ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΤΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ!»

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ:
«ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΤΑ ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ!»



     Η ιερά Καλύβη που για 63 ολόκληρα χρόνια (1923–1986) ασκήθηκε ο σύγχρονος αδάμαντας της νοεράς προσευχής και της καρτερικής ησυχίας, ο μακαριστός Γέροντας Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης (1897–1986), τιμάται επ’ ονόματι της Συνάξεως όλων των αγίων και θαυματουργών Αναργύρων.
     Σ’ αυτή την ιερή τους εικόνα ο Γέροντας Θεοφύλακτος από την αρχή της μοναχικής του αφιερώσεως έβαλε την καθιερωμένη μετάνοια και υποτάχθηκε στον ονομαστό Γέροντα Ιωακείμ Σπετσιέρη (1858–1943).

     Έκτοτε, η ζωντανή επαφή του με το ιερό σμήνος των αγίων Αναργύρων ήταν καθημερινή μέχρι το τέλος της ζωής του. Το πόσο μεγάλος ήταν ο σύνδεσμός του με τους αγαπημένους αγίους του, το φανερώνουν τα πολλά θαυμαστά περιστατικά που ο ίδιος εμπιστευόταν και αποκάλυπτε στους πλησίον του πατέρες, αλλά και από τις εκδηλώσεις θαυμασμού που του διέφευγαν πηγαία και αυθόρμητα. Αποσιωπούσε πολλά λόγω ταπεινοφροσύνης. Και αρκετά πάλι, παρ’ όλο που τα ομολογούσε, δεν γίνονταν αντιληπτά από τους πατέρες.

     Όταν μιλούσε για τους αγίους Αναργύρους μειδίαζε χαριτωμένα κι έλαμπε το πρόσωπό του κι αυτό, αν μη τι άλλο, πρόδιδε την αγάπη του γι’ αυτούς. Αποκαλούσε τους αγίους Αναργύρους «τα χρυσά μου τα παλικάρια!»· τον δε προεξάρχοντά τους, άγιο Παντελεήμονα, «το χρυσό μου το παλικάρι!».
 
     Ο παπα–Αβράμιος, από τη συνοδεία των «Αβραμαίων», μας διηγείται: «Όταν φιλοξενούνταν ο παππούς προς το τέλος της ζωής του στην Καλύβη μας, στη Θεία Λειτουργία τού δίναμε να ψάλλει το απολυτίκιο των αγίων Αναργύρων. Άρχιζε με τη βαριά του φωνή να ψέλνει: “Τ
ν εκοσάριθμον νθεον φάλαγγα…” κλπ. Κι όταν έφτανε στο τέλος του απολυτίκιου έλεγε: “Τα χρυσά μου τα παλικάρια!...”».

     Οι θαυματουργικές ιάσεις που δέχθηκε από τους αγίους τού χάρισαν μια απόλυτη εμπιστοσύνη και μια χαριτωμένη φιλία μαζί τους. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να θεωρεί ο ίδιος μέσα του δεδομένο ότι θα λυθεί αυτό που ζητούσε από τους αγίους Αναργύρους, είτε για τον εαυτό του είτε για τους άλλους. Διαφορετικά, «
σκλήρυνε το ατεσθαι» (επέμενε με γρανιτένια υπομονή ακόμη περισσότερο στα αιτήματα των δεήσεών του), μέχρι να λάβει το αίτημα που ζητούσε διά της προσευχής. Κι αυτό, όχι μόνο σε θέματα υγείας σωματικής ή πνευματικής, αλλά και σε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα ήταν πάντα έτοιμος να καταφύγει προς τους αγίους του.


     Στην Καλύβη των αγίων Αναργύρων, εκτός από την εφέστια και μεγάλη εικόνα των Είκοσι αγίων Αναργύρων, η οποία βρίσκεται στο τέμπλο, δίπλα στην εικόνα του Χριστού, υπάρχει και μια άλλη μικρή θαυματουργή εικόνα των αγίων, στην οποία απεικονίζονται οι τρεις πρόκριτοι των Αναργύρων, δηλαδή οι άγιοι Παντελεήμων, Κοσμάς και Δαμιανός, όλη επενδυμένη με ασημένιο κάλυμμα. Από την εικόνα αυτή ο Γέροντας Θεοφύλακτος με τρεις συγκεκριμένους τρόπους δέχονταν πάντα πληροφορία για κάτι επικείμενο, δυσάρεστο ή ευχάριστο: είτε με τριγμό είτε με άρρητη ευωδία είτε με κινήσεις της ακοίμητης κανδήλας τους. Και αυτά τα σημεία συμβαίνουν ακόμη και σήμερα!

     Πολλές φορές μιλούσε με τους αγίους μόνος του. Κι όταν τον ρωτούσαν με ποιόν μιλάει, έλεγε με φυσικότητα και με παιδική αθωότητα: «Δεν βλέπετε τα χρυσά μου τα παλικάρια;». Πόσες προσευχές και αιτήματα, πόσα δάκρυα κι αναστεναγμούς, δεν δέχονταν καθημερινά οι άγιοι Ανάργυροι από τον Γέροντα Θεοφύλακτο!...

     Έμενε ώρες πολλές στο στασίδι μέσα στο ναό των αγίων Αναργύρων και, ατενίζοντας προς την αγία εικόνα τους, συνομιλούσε πραγματικά μαζί τους! Το τι τελετουργούνταν μέσα στην καρδιά αυτού του «αναργυρόφιλου» Γέροντος, μόνο ο Θεός κι αυτός το γνώριζε! Ο σεβασμός του προς τους αγίους δεν περιγράφεται! Όταν έλεγε το απολυτίκιό τους στεκόταν σε ευλαβική στάση κι ήταν γεμάτος δέος και χαρά για «τα χρυσά του παλικάρια»!

     Αρκετές φορές άκουγε ουράνιες και γλυκύτατες ψαλμωδίες που προέρχονταν μέσα από το ναό τους και που δεν συγκρίνονταν ούτε ακόμη και με αυτές τις ψαλμωδίες που άκουγε από τους πιο καλλίφωνους αγιορείτες ψάλτες! Ήταν σίγουρος ότι οι άγιοι Ανάργυροι ήταν αυτοί που έψαλλαν τόσο θεσπέσια!...

[2]
«ΤΙ ’Ν’ ΟΛ’ ΑΥΤΑ ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ;»


     Κάποτε, στο ασκητικό σώμα του Γερο–Θεοφύλακτου εκδηλώθηκε και διαγνώστηκε καρκίνος. Για το λόγο αυτό, ετοιμάσθηκε από τους πατέρες ο παππούς και μετέβη κάτω στην Αθήνα. Εκεί φιλοξενήθηκε από την ανιψιά του, την Θεώνη, η οποία ανέλαβε και όλα τα ζητήματα της ασθενείας του. Η ίδια εκμυστηρεύθηκε στους πατέρες ότι οι γιατροί τού έδωσαν όλο κι όλο είκοσι μέρες ζωή. Κατόπιν, με τη συμφωνία των πατέρων, έμενε στην Καλύβη των «Αβραμαίων» για να του δοθεί η καλύτερη περιποίηση για όσο διάστημα ζήσει. Του άρχισαν τη θεραπεία με τα φάρμακα κατά του καρκίνου, αλλά ο ίδιος δεν ήθελε με τίποτα να τα πάρει. «Πονάω!», έλεγε, «δεν θέλω να τα πάρω!... Αφήστε με!..». Κι έτσι οι πατέρες, κάνοντας υπακοή σε αυτή του την επιθυμία, δεν του δίνανε καθόλου φάρμακα γνωρίζοντας τα αποκαρδιωτικά προγνωστικά των γιατρών.
 
     Όταν πέρασε ο καιρός, ο παππούς ζήτησε να πάει και πάλι στους γιατρούς. Οι Γεροντάδες, όμως, δεν ήθελαν να τον αφήσουν να πάει για να μην καταταλαιπωρηθεί. Ο νεαρός, τότε, π. Ανδρέας των «Αβραμαίων» γυρίζει και του λέει απροκάλυπτα:
     –Παππού, έχεις καρκίνο και σε λίγες μέρες θα πεθάνεις! Τι θες, πάλι, τους γιατρούς;...
     Τότε, χωρίς να δείξει την παραμικρή ανησυχία γι’ αυτό, γιατί προφανώς το ήξερε, λέει:
     –Παιδί μου, θαύμα!... Μεγάλο θαύμα!...
     Και σταυροκοπήθηκε.
     Και με μεγάλη κατάνυξη άρχισε να διηγείται:
     –Όταν ήμουν στο νοσοκομείο μπήκαν μέσα στο θάλαμο τρεις νέοι άνδρες· και ο ένας απ’ αυτούς φαινόταν σαν «αρχηγός» τους, πιο ισχυρός.
     Με ρώτησε:
     –Τι έχεις;
     Κι εγώ του είπα:
     –Παιδί μου, δεν μπορώ!...
     Τότε, μ’ έπιασε τον καρπό του χεριού, σαν να μου μέτραγε το σφυγμό, και μου είπε:
     –Καλά πάμε!
     Κι έφυγε, αφήνοντάς μου μια αγαλλίαση εσωτερική. Όταν ήλθα πίσω στη Σκήτη, ακούω έξω μια «οχλαγωγία» και βλέπω όλους τους είκοσι αγίους Αναργύρους και τον προεξάρχοντα ηγέτη τους, «το χρυσό μου το παλικάρι» –έτσι αποκαλούσε τον άγιο Παντελεήμονα–, να έρχεται κοντά στο κρεβάτι μου και να μου λέει:
     –Τί ’ν’ όλ’ αυτά τα φάρμακα; Άφησέ τα, αυτά!...
     Και τά ’ριξε κάτω στο πάτωμα κι άφησε μόνο δύο απ’ αυτά, λέγοντάς μου:
     –Απ’ αυτά θα πάρεις μόνο!
     Κι από τότε, είμαι καλά!...
     Γι’ αυτό δεν ήθελε να πάρει πλέον τα φάρμακα! Γιατί «το χρυσό του το παλικάρι» τού τα πέταξε κάτω από το τραπέζι και τον είχε ήδη θεραπεύσει! Ο παππούς ο Γερο–Θεοφύλακτος μετά απ’ αυτό το θαύμα έζησε όχι για είκοσι μέρες, όπως διέγνωσαν αρχικά οι γιατροί, αλλά τουλάχιστον για έξι χρόνια ακόμη. Έπειτα, επέτρεψε ο Θεός τον καρκίνο που εμφανίστηκε και πάλι κι έφυγε πραγματικά σαν πουλάκι!...

[3]
«ΕΜΕΙΣ, ΓΕΡΟΝΤΑ,
ΣΕ ΘΕΡΑΠΕΥΟΥΜΕ, ΕΑΝ ΤΟ ΘΕΛΕΙΣ!»


     Αυτό που χαρακτήριζε ιδιαίτερα τον όσιο Γέροντα Θεοφύλακτο τον Νεοσκητιώτη ήταν η πολλή του υπομονή. Γιατί εκτός από τις ποικίλες περιπέτειες του μοναχικού του βίου, σήκωνε και το σταυρό μιας ισόβιας ασθένειας που τον ταλαιπωρούσε μόνιμα. Πολλές φορές ο πόνος δυνάμωνε πολύ. Απ’ ό,τι έλεγε κι ο ίδιος ο Γέροντας Θεοφύλακτος πήγαινε συχνά στους φίλους του, τους αγίους Αναργύρους, και τους παραπονιόταν γιατί δεν τον θεραπεύουν και μετά τους έβλεπε στον ύπνο τους να του λένε:
     –Εμείς, Γέροντα, σε θεραπεύουμε, εάν το θέλεις! Αλλά αυτό εσένα δεν σε συμφέρει!...
     Αυτή η «πληροφορία» που έπαιρνε, τον ανέπαυε και τον παρηγορούσε γι’ αρκετό καιρό. Και μετά πάλι συνέχιζε ο σταυρός του…

     Ο πόλεμος, τον οποίο είχε σχεδόν μόνιμα, ο ευλαβέστατος αυτός αγωνιστής του Πνεύματος, ήταν ένα είδος λύπης, περίπου κάτι σαν μελαγχολία, που συχνά τον τυραννούσε, ιδιαίτερα, μετά το θάνατο του αγαπημένου Γέροντός του, του πατρός Ιωακείμ Σπετσιέρη. Στις δύσκολες στιγμές, όταν πιεζόταν από αυτόν τον πόλεμο κι έχανε σαν άνθρωπος το θάρρος του, εισερχόταν μέσα στη μικρή του εκκλησία κι έλεγε το παράπονό του προς τους προστάτες του αγίους Αναργύρους, οι οποίοι, με κάποια δική τους θεωρία πάντα τον παρηγορούσαν ανάλογα.

[4]
«ΒΛΕΠΕΙΣ ΠΩΣ ΤΟΝ ΔΕΣΑΜΕ;
ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ, ΛΟΙΠΟΝ!»


     Διηγείται ο Γέροντας Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης: «Κάποτε, που ήμουν πολύ πνιγμένος απ’ αυτό τον πόλεμο, πήγα να κοιμηθώ σχεδόν απελπισμένος. Και βλέπω στον ύπνο μου ότι πήγαινα προς το Κυριακό της Νέας Σκήτης. Όταν βρέθηκα σε κάποιο στενό σημείο του δρόμου, με τείχη δεξιά κι αριστερά, αισθάνθηκα μέσα μου πολύ φόβο και βλέπω ξαφνικά μπροστά μου έναν τεράστιο σκύλο σε μέγεθος υπερφυσικό, σαν λιοντάρι, με άγριο βλέμμα και με άγρια διάθεση εναντίον μου. Τότε, τα έχασα κυριολεκτικά κι άρχισα να παρακαλώ τους αγίους Αναργύρους μου για να με σώσουν. Δεν πρόλαβα σχεδόν να παρακαλέσω και στη στιγμή παρουσιάστηκαν δύο “παλικάρια” (=οι άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός), που ήταν όλο φως και δόξα. Άρπαξαν αυτό το «σκυλοθηρίο», τό ’δεσαν με μια χοντρή αλυσίδα και μου είπανε: “Βλέπεις πώς τον δέσαμε και δεν μπορεί τώρα να σε βλάψει; Μη φοβάσαι, λοιπόν! Αλλά γύρισε πίσω στην Καλύβη σου και ησύχαζε!”. Ταυτόχρονα, μού ’δωσαν κι ένα όμορφο κάτασπρο ψωμάκι κι αμέσως ξύπνησα κι ήμουν όλος χαρά!...».

[5]
«ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΜΕ
ΚΙ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΤΑΓΩΓΙΟ ΜΑΣ;»


     «Άλλοτε, πάλι, είχα τον ίδιο πόλεμο και την ίδια απόγνωση που με μάστιζε φοβερά. Γνώριζα, βέβαια, ότι αυτό είναι πόλεμος του εχθρού, αλλά δεν μπορούσα ν’ απαλλαγώ! Λόγω της απειρίας μου, δεν το πολέμησα εξ αρχής, όταν μου πρωτοεμφανίστηκε αυτό το πάθος, και μου έγινε μετά μόνιμος σταυρός. Αφού κάθισα να ξεκουραστώ, βλέπω μια ομάδα ανθρώπων, διαφορετικής ηλικίας ο καθένας τους, να ανεβαίνει από το δρόμο του Κυριακού της Σκήτης προς τα πάνω, όπου ήταν η δική μου Καλύβη, και μιλούσαν μεταξύ τους. Εγώ, πρόσεχα ποιοί ήταν και πού πήγαιναν.«

     »Όταν πέρασαν το σταυροδρόμι και πλησίασαν τη δική μου εξώπορτα, σταμάτησαν για λίγο και τους ακούω να λένε ευκρινώς:
     –Δεν περνάμε κι από το καταγώγιό μας;
     »Πράγματι, άνοιξαν την πόρτα μου και μπήκαν μέσα, ψάλλοντας το δικό τους απολυτίκιο:
    
“Τν εκοσάριθμον,
     νθεον φάλαγγα,
     τν ξαστράπτουσαν
     Χάριν οράνιον,
     τν ναργύρων τν λαμπρν,
     τ στφος νευφημομεν…”.«

     »Έβλεπα να προπορεύεται απ’ όλους πιο μπροστά ο άγιος Παντελεήμων: νεαρός, ξανθός, μεγαλοπρεπής, με παράσημο ιατρικής στο στήθος του, και ακολουθούσαν και οι υπόλοιποι άγιοι Ανάργυροι ψάλλοντας μελωδικότατα όλο τους το τροπάριο. Ανέβηκαν τη σκάλα της Καλύβης στον επάνω όροφο που είναι η εκκλησία τους, μπήκαν μέσα, στάθηκαν με τη σειρά στους δύο χορούς κι άρχισαν να ψάλλουν τροπάρια από την ακολουθία τους. Όταν τελείωσαν τη ψαλμωδία, γύρισαν πίσω και έφυγαν προς το πάνω μέρος της Σκήτης, αφού μου άφησαν την ευλογία τους και πολλή παρηγοριά και για μέρες ήμουν γεμάτος χαρά και πνευματική ευτυχία…».


–Ἀπολυτίκιον–
Ἦχος πλ. δ΄.
Ἅγιοι Ἀνάργυροι καὶ θαυματουργοί, 
ἐπισκέψασθε τὰς ἀσθενείας ἡμῶν·
δωρεὰν ἐλάβατε,
δωρεὰν δότε ἡμῖν.

Ἕτερον ἀπολυτίκιον– 
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖοι θεράποντες,
καὶ ἰατῆρες βροτῶν,
ἀνάργυρον βλύζετε,
τὴν θεραπείαν ἡμῖν,
Ἀνάργυροι ἔνδοξοι·
ὅθεν τοὺς προσιόντας,
τῇ σεπτῇ ὑμῶν σκέπῃ,
ῥύσασθε νοσημάτων,
καὶ παθῶν ἀνιάτων,
Κοσμᾶ καὶ Δαμιανέ,
Ῥώμης βλαστήματα.

Ἕτερον ἀπολυτίκιον
ὅλων τῶν Εἴκοσι ἁγίων Ἀναργύρων– 
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν εἰκοσάριθμον, 
ἔνθεον φάλαγγα,
τὴν ἐξαστράπτουσαν, 
χάριν οὐράνιον,
τῶν Ἀναργύρων τῶν λαμπρῶν,
τὸ στίφος ἀνευφημοῦμεν·
οὗτοι γὰρ κατέβαλον
τοῦ βελίαρ τὴν δύναμιν,
πάντων τὰ νοσήματα
συμπαθῶς ἐξιώμενοι,
τῶν μετ εὐλαβείας βοώντων·
δόξα Θεῷ τῷ ἐν Τριάδι.

Κοντάκιον–
Ἦχος β΄.
Οἱ τὴν χάριν λαβόντες 

τῶν ἰαμάτων,
ἐφαπλοῦτε τὴν ῥῶσιν 
τοῖς ἐν ἀνάγκαις,
ἰατροὶ θαυματουργοὶ ἔνδοξοι·
ἀλλὰ τῇ ὑμῶν ἐπισκέψει,
καὶ τῶν πολεμίων 
τὰ θράση κατευνάσατε,
τὸν κόσμον ἰώμενοι 
ἐν τοῖς θαύμασι.

Μεγαλυνάριον–
Ἴασιν σωμάτων ῥῶσιν ψυχῶν,
Κοσμᾶ θεοφόρε, 
σὺν τῷ θείῳ Δαμιανῷ,
νείματε ὑψόθεν,
ἀΰλῳ χειρουργίᾳ,
τοῖς κατατρυχομένοις,
ποικίλοις πάθεσι.




[Ιερομονάχου Προδρόμου:
«Ο Γέρων Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης»
(Το ευωδέστατον άνθος της Χάριτος),
Κεφ. 3ο, σελ. 75–80, 81–93,
Έκδοσις Ιερά Καλύβη
«Σύναξις των Αγίων Αναργύρων»,
Νέα Σκήτη – Άγιον Όρος, 2007.
Α΄ Δημοσίευση:
Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΙΕΡΟΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΕΝΗ ΨΥΧΗ

ΙΕΡΟΛΕΙΤΟΥΡΓΗΜΕΝΗ ΨΥΧΗ


     Αν υπάρχει ένα βαθύ και τερπνό πνευματικό βίωμα στην ιερολειτουργημένη ψυχή, αυτό διαφαίνεται ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο θυμιατίζει ένας παπάς, ένας διάκος, ένας πιστός, μια καρδιά που ευωδιάζει πριν λιβανιστεί…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


     Αφού δεν έρχεται κανείς, μήπως να πάμε εμείς; Κάποιος πρέπει να σπάσει τούτη τη φρικτή σιωπή, να θρυμματίσει τη βαριά ακινησία και την αφόρητη αμιλησιά. Αβίωτος ο βίος στη χώρα του τίποτα και του κανενός. Μήπως είναι καιρός να γίνουμε κι εμείς απεσταλμένοι; Τετριμμένοι και πανελάχιστοι «απόστολοι» στην έρημο των αλάλων προσδοκώντων; Να πάμε, αλλά και να μην πάμε. Να πάμε, αφού πρώτα έρθει ο Ερχόμενος στην καρδιά. Αν δεν έρθει Αυτός, κανείς μας δεν πρέπει να πάει πουθενά, κανείς μας δεν πρέπει να πει ή να κάνει τίποτα. Το μεγαλύτερο κενό είναι αυτό που φτιάχνουν οι κενοί με τους κενούς. Οι πρώτοι κενοί είναι οι πρωταίτιοι και οι φταίχτες, γιατί είναι οι αλαζόνες: δεν κατάλαβαν ποτέ τα όριά τους, δεν ένιωσαν καμιά καρδιά στη φιλόθρησκη ζωή τους, δεν έλαβαν προσωπικά το μεγάλο θεόσταλτο «ΟΚ» για να εμφανιστούν, να καταλάβουν και μετά να μιλήσουν. Οι δεύτεροι κενοί είναι οι γραφικοί συμφταίχτες: αυτοί που αυτοπαραχωρήθηκαν στο σβησμό της αγνωσίας και της απόγνωσης που έφερε η έλλειψη της αγάπης ή η παρουσία της ψευδαγάπης τους. Κάθε άνθρωπος είναι κι ένα μυστήριο, ένας πόνος, μια δίψα, μια χαρμονή, ένα κράμα, ένα μεγαλείο, μια μικρότητα, ένα έτσι, ένα αλλιώς, απροσδιόριστος σε προσδιορισμούς, χαμένος στις γενικεύσεις, ορατός μέσα από συγκεκριμενοποιήσεις. Η κατηχησιολογία, η εδαφιολογία και η πατρολογία, δίχως τον αυτοσεβασμό και το σεβασμό που σου παρέχουν εκλεκτά βιώματα πνευματικότητας, είναι από προπέτεια, φενάκη, εμμονή μέχρι και έγκλημα. Ποιος έχει μιλήσει ποτέ για το θρησκευτικό bulling; Να είμαστε ερωτευμένοι με την πραγματική παράδοση της αληθινής πνευματικότητας· από τα πράγματα και όχι από τις θεωρίες ερωτευμένοι με τον Θεό και τον πλησίον. Να γίνουμε ωραίοι «αποστολικοί» άνθρωποι: αυτοί που, από διάκριση και συναίσθηση, δεν είναι και δεν θέλουν να είναι αυτόκλητοι και εγώκλητοι, αλλά αισθαντικά χριστόκλητοι· αυτοί που έμαθαν με συλλαβιστή δίψα την αλήθεια της ζωής και την μετέτρεψαν φιλότιμα σε παράκληση προς τους άλλους· αυτοί που η αγάπη τους δεν μοιάζει με συρματοπλέγματα κατοχής που κατασκευάζουν οι θεωρίες και οι απολυτοσύνες. Καμία σχέση με ιεραποστολικούς αυτοσχεδιασμούς, με προτεσταντικές εξάρσεις και οίστρους, με σχέδια και εκστρατείες σεκτών. Τέλος πάντων, οι καρδιές γυρεύουν έναν άνθρωπο να βρουν σ’ αυτή τη ζωή. Αν αυτός ο άνθρωπος δεν έχει χριστοαποστολική χάρη, θα είναι από μόνος του ένα κηρυγματικό φιάσκο, μια λεπίδα του «Μπλα–Μπλα» που θα κόβει και θα σφάζει, μια αραχνιασμένη κασέτα που θα πλήττει με το βαρετό της περιεχόμενο, ένας άσχημος, μηχανικός, ρομποτικός λόγος που δεν πληροφορεί, δεν ευεργετεί και δεν ωφελεί κανέναν. Καμιά χάρη και καμιά σαγήνη δεν επιτελείται, μόνο απώθηση και απαρέσκεια. Η αγάπη στα στέρνα και ο τρόπος της παράκλησης βρίσκονται στη χάρη της αλήθειας, που πρέπει να λάβεις για να ζήσεις και για να μεταδόσεις χωρίς να το γνωρίζεις και να το επιχειρήσεις καν, απλά γίνεται απίεστα, ελεύθερα, ακαλούπωτα, βιωματικά, τάχα από σένα, αλλά στην ουσία από τον Θεό. Περίμενε και μέριασε, αν δεν έχεις δίψα, καημό, πόνο και πόθο. Παρ’ το χαμπάρι: κανείς δεν σε θέλει και κανένας δεν γυρεύει εσένα. Όλοι όμως θέλουν έναν και γυρεύουν εκείνον που έχει τη χάρη της αντίληψης, έναν που να στείλει επιτέλους ο Θεός. Όποιος όμως αποστέλλεται πραγματικά, έχει τη χάρη, έχει την ικάνωση, έχει και το πλήρωμα. Εγώ, εσύ, εσείς, εμείς, πού πάμε κάθε λίγο και λιγάκι και σε ποιους πάμε και γιατί πάμε, αν δεν μας έστειλε κανείς, αν έστω δεν μας έστειλε κανείς καλώντας μας; Το είπαμε κι άλλη φορά: το επίθετο της κόλασης είναι η μοναξιά. Και η μοναξιά είναι η πρωτεύουσα της απιστίας. Και την απιστία τη λειώνει το φως του μέγα Ήλιου –του Χριστού– που πρέπει να δούμε παρά τη φυσική μας τυφλότητα. Αν δούμε, ας ακούσουμε τι Αυτός θα μας λαλήσει. Κι αν ακούσουμε, ας ζήσουμε. Κι αν ζήσουμε, ας γίνουμε. Απεσταλμένοι ή καλεσμένοι. Κι ας μη πάμε πουθενά με το κάρο του σώματος. Η καρδιά μπορεί να κάνει τα πάντα, αν νιώσει ότι αποστέλλεται ή προσκαλείται, αν νιώσει ότι αποστέλλεται κάποιος προς αυτήν, ανταποκρινόμενος στα μύχια υπαρξιακά και πνευματικά της αιτήματα. Και οι καρδιές που παραδίδονται στη χάρη, είναι πάντα αυτές που αισθάνονται πλήρως ενώπιόν τους το καθαρό μυστήριο της Εκκλησίας και των προσώπων που στέλνονται μοναδικά προς αυτούς, από Θεού. Μυστήριο Χριστού με αποστολική ευπρέπεια και ενάργεια. Που έρχεται για ν’ αφανίσει τη νύχτα του πόνου, την καταχνιά των λογισμών, των ιδεών και των πλανών μας. Αλλά το θέμα είναι να σταλείς, να αποσταλούμε ή έστω να προσκληθούμε, για να πάμε. Ως άλλοι μικροαπόστολοι στην ανεμόδαρτη και αγριωπή στέπα του κόσμου…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ


Όταν κοιτάζω τον κόσμο
δίχως τα μάτια σου,
πάντα χάνω κάτι από την Αλήθεια.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ

Η ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ


     Ειδικό, ιδιαίτερο και αδιήγητο ρίσκο: το να μισηθείς επειδή θες και αγωνίζεσαι να αγαπάς. Μα και το να συγχωρείς άγνοιες, ελαφρότητες και εμπάθειες, όσο σκέφτεσαι το πανάγιο αυτομίσος της αγάπης. Το αγέρωχο παράλογο που κουρνιάζει μέσα στη φουρτουνιασμένη φύση μας τερματίζει και ακυρώνει τις ολιγοστές αντοχές μας και τότε το θαύμα που προσμέναμε για χρόνια αρχίζει να ανατέλλει θαρρετά και ακώλυτα. Ναι, οι προσφιλείς μας θεωρίες φτάνουν στο έσχατο σημείο να έχουν σαν αποκλειστική τους θέα σιωπηλά συντρίμμια, πάνω στα οποία εμείς θα πρέπει να μάθουμε να βηματίζουμε χορεύοντας και ποτέ τρικλίζοντας· υπέρβαση ή νίκη, σημασία έχει ότι η θλίψη δεν κατατρόπωσε τίποτα, γιατί η ίδια τελικά ήταν ένα τίποτα που βασάνιζε το τίποτα των ιδεών του κόσμου μας. Μια στιγμή πριν τον ακράτητο σβησμό μας, εξοστρακίσαμε τις σκιές που γδέρνανε αλύπητα την καρδιά. Κλείσαμε ερμητικά τα μάτια με δωρική δύναμη και ψάλλαμε τροπάρια που δεν θα καταλάβει ποτέ ο κόσμος. Βαρετό αίνιγμα για τη νωχελική μάζα όλες οι τρυφερές αποκαλύψεις που ψηλαφεί η ψυχή στις μοναχικές της περιπέτειες, στο διάβα της προς κάθε κρυμμένο ή ανομολόγητο μεγαλείο. Όλες οι αντιφάσεις, οι αντινομίες, οι αντιθέσεις, τα αναπάντητα, τα παράδοξα και τα παράταιρα που πριν έτρεφαν τον τρόμο, το φόβο και τον ενδοιασμό, τώρα ’γίναν ένα ανεμόδαρτο παραπέτασμα τραβηγμένο με βία που έστειλε επιτέλους η ανδρεία. Ποιος το είπε και ποιος το νόμιζε ότι η αρμονία είναι συμπαντικό νανούρισμα που εφησυχάζει καταβολές, εφέσεις, πληγές και τραύματα; Ο άνθρωπος πορεύεται ανάμεσα στη βία και την ησυχία της αγάπης από την οποία εμπνέεται δυναμικά. Και αυτό είναι αλήθεια, όχι φαντασία. Μεταξύ θανάτου και ζωής, όλα τα διαστώτα πάντα θα ενώνονται και όλα τα ενωμένα πάντα θα σκορπιούνται στον παλμό και το πρόσωπο, του Θεού και του ανθρώπου· από μανικό έρωτα φανερώνεται ο Πρώτος, από πλήξη και σπαραγμό χάνεται ο δεύτερος. Κι «ο Θεός βλέπει – ο Θεός ακούει!», που έλεγα κάποτε στη φίλη μου την Άννα. Μη λέμε μεγάλα λόγια· την αρχή και το τέλος του καθενός δεν το γνωρίζει κανείς…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

«ΑΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΟΜΑΡΑΚΙΑ! ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΦΙΛΟΥΣ Ο ΘΕΟΣ!»

«ΑΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΟΜΑΡΑΚΙΑ!
ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΦΙΛΟΥΣ Ο ΘΕΟΣ!»
–Καρδιακά Κεφάλαια περί Προσευχής–


     «Όταν προσεύχεσαι, αντιλαμβάνεσαι ότι ο Θεός σε ακούει, σου μιλάει, σε σκέφτεσαι –εσένα ξεχωριστά– και μάλιστα πολύ αγαπητικά. Μας μιλάει ο Θεός και πρέπει κι εμείς να Του μιλάμε από πολύ κοντά, με εμπιστοσύνη, αγαπητικά, λατρευτικά. Όταν λέμε “μιλάω στον Θεό” σημαίνει ότι πάω κοντά ως αγαπητός στον Θεό και πιστεύω ότι δεν θα μου χαλάσει το χατίρι.«

     »Πρώτα Του λέω να με συγχωρέσει που τολμάω να Του μιλήσω. Τον παρακαλώ να μ’ ελεήσει, να μ’ ακούσει, να με προσέξει και να με κοιτάξει. Τι είναι το κοίταγμα; Η παροχή του θείου ελέους, η αίσθηση της επίσκεψης του θείου ελέους.«

     »Κατά τη θεία συνομιλία πρέπει να έχουμε τη βεβαιότητα ότι ο Θεός θα μας απαντήσει. Αυτό δεν είναι πλάνη ούτε εγωισμός ούτε μύθος ούτε φαντασία· είναι πίστη, πραγματικότητα. Έτσι μας θέλει ο Θεός! Να Του μιλάμε όπως ο φίλος προς τον Φίλο και να στεκόμαστε ενώπιος Ενωπίω. Δεν μπορεί παρά να είναι μόνο έτσι. Ας είμαστε τομαράκια! Μας έχει φίλους ο Θεός. Και κάνει μεγάλη υπακοή σ’ εμάς. Δεν μας αρνείται τίποτα ο Θεός, εκτός κι αν ζητάμε πράγματα ανώφελα για τη σωτηρία μας.«

     »Όταν στην προσευχή έχουμε πληρότητα πίστεως, τότε αισθανόμαστε την παρουσία του Θεού και Του μιλάμε “ενώπιος Ενωπίω”, πρόσωπο προς Πρόσωπο. Αυτή η μυστική και καυστική συνομιλία με τον Πανάγαθο Θεό ανοίγει τους οφθαλμούς της ψυχής. Ο νους ορά τον Θεό και η ψυχή ενώνεται άρρητα μαζί Του. Η αληθινή προσευχή είναι αστραπόμορφος και φεγγοβόλος “τόπος” θεοφάνειας· είναι η διόπτρα με την οποία ατενίζουμε τα ουράνια· μ’ αυτήν δεχόμαστε την αποκάλυψη του Θεού και ενωνόμαστε μαζί Του.«

     »Όταν προσευχόμαστε, απευθυνόμαστε στον Παντογνώστη και Παντοδύναμο, που μπορεί να ενεργεί τα πάντα αμέσως. Κι όταν η αίσθηση της παρουσίας του Θεού αναπαύει το είναι μας κι έχουμε την πεποίθηση ότι ο Κύριος τα πάντα δύναται, τότε ο Θεός θαυματουργεί.«

     »Ένα βράδυ στην προσευχή μου μίλησα πολύ προσωπικά στον Θεό. Μίλησα στο Πρόσωπο του Χριστού και είδα άμεσα τα αποτελέσματα της πλήρους εμπιστοσύνης προς Εκείνον. Όταν ικετεύουμε χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς κανένα παραπέτασμα, ανοιχτά –και τηρούμε βεβαίως τις εντολές–, τότε ο Θεός δεν μας χαλάει χατίρι. Αμέσως μας ακούει. Τόσο πολύ μας αγαπάει! Και όταν ο Θεός, η Αυτοαγάπη, γίνει η αγάπη μου, εε!… από ’κει και πέρα αρχίζει η μακαριότητα και η απόλαυση της συνομιλίας πρόσωπο προς Πρόσωπο...«


     »Όταν προσευχόμαστε με αληθινή αγάπη για τον συνάνθρωπο, ο Θεός αναπαύει πρώτα εμάς, στερεώνοντας την πίστη μας. Και μόλις παγιωθεί μέσα μας η πίστη στον Χριστό, αμέσως δρα η προσευχή και σ’ εκείνον για τον οποίο προσευχόμαστε. Διότι ο Θεός συγκινείται αφάνταστα, όταν κάποιος Τον παρακαλεί να ελεήσει την “αγάπη” Του, την εικόνα Του, δηλαδή τον συνάνθρωπο· και τότε, παρακαλώ, επεμβαίνει Εκείνος και θαυματουργεί.«
    
     »Όταν προσευχόμαστε με πίστη και αγάπη για κάποιον αδελφό, θα έρθει καιρός που, με τη δύναμη αυτής της πίστης και της αγάπης, θα εισέλθεις στη χώρα της θείας θαυματουργίας. Η πίστη θα θαυματουργήσει και θα μεταδώσει στον αδελφό τη Χάρη, διεγείροντας τη ψυχή του προς το θείο· θα πιστεύσει και αυτός και θα δεχθεί το έλεος του Θεού και την αγάπη του Θεού.«

     »Πρέπει να έχουμε προσευχή μουσκεμένη στα δάκρυα για όλο τον κόσμο, τον πάσχοντα κόσμο. Ιδιαίτερα να προσευχόμαστε γι’ αυτούς που πάσχουν πνευματικά και παραπαίουν στα σκοτάδια και παρασύρονται από τον πύρινο ποταμό της αμαρτίας. Όταν τα μοναστήρια προσεύχονται για τον κόσμο, θα γίνει ίλεως ο Θεός, θα λυπηθεί τα πλάσματά Του και θα τα σώσει.«

     »Αν μας λείψει η προσευχή, σβήσαμε! Γιατί από τη δύναμη της προσευχής εξαρτάται η δύναμη της αγάπης. Βέβαια, χωρίς αγάπη δεν υπάρχει προσευχή· αλλά και χωρίς προσευχή δεν ζει η αγάπη. Η ικεσία για τον συνάνθρωπό μας έχει μεγάλη σημασία και για τη δική μας ψυχή. Ο Θεός, επειδή είναι Αγάπη, αγαπά πολύ την “αγάπη” Του, τον άνθρωπο. Ανταποκρίνεται αμέσως με θεϊκή ευσπλαχνία στη φιλάνθρωπη προσευχή μας και σπεύδει να μας αναπαύσει με το πλήρωμα του ελέους Του. Τότε η ύπαρξή μας πλατύνεται και ενώνεται εν Πνεύματι με όλη την ανθρωπότητα.«

     »Αλλά κι εκείνος ο άνθρωπος που υποστηρίζεται με την προσευχή των συνανθρώπων του, αποκτά μεγάλη δύναμη και θωρακίζεται έναντι του εχθρού. Η προσευχή για τον πλησίον συγκινεί τον Θεό και διεγείρει το έλεός Του. Όταν με συντριβή και με πολλά δάκρυα παρακαλούμε τον Θεό για τον διπλανό μας, έχοντας βαθιά συναίσθηση της αναξιότητάς μας, τότε γινόμαστε παγκόσμιοι άνθρωποι, επειδή ενωνόμαστε με τον Χριστό, που περικλείει μέσα Του το σύμπαν».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ ΚΑΤΡΑΚΟΥΛΗΣ
(1921–2001)


[«Ο Πατήρ Δαμασκηνός»,
Β΄ μέρος, κεφ. Α΄, §9, σελ. 386–389,
Έκδοσις Ιεράς Μονής
Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Μακρυνού,
Μέγαρα 20061.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
διόρθωση και πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.