Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλη Εβδομάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεγάλη Εβδομάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Απριλίου 2020

ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ…


ΑΤΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ…


     «Διαβάζοντας το ιερό Ευαγγέλιο της Σταυρώσεώς Σου, ω, ανείκαστε σε αγαθότητα, Ιησού μου, σπάραζε ασταμάτητα η καρδιά μου!…

     »Παρακαλούσα, μέσα στο γλυκερό και οδυνηρό θρήνο μου, να μου πλατύνεις τον νου για να προσεγγίσω την πανύμνητη εκούσια Σταύρωσή Σου. Να μου δώσεις πνεύμα συμπόνιας για τους φίλους Σου και για την Παναγία Μητέρα Σου, που υπεραλγούσαν, βλέποντάς Σε καθηλωμένο και καθημαγμένο στο τρισμακάριστο Ξύλο...

     »Παρακαλούσα, επιπλέον, να μου στάξεις μια ρανίδα από την άβυσσο της θεϊκής ανεξικακίας και συγγνώμης Σου, για να θρηνήσω την απανθρωπία των σταυρωτών Σου, αλλά και να επικαλεσθώ το έλεός Σου υπέρ όλων μας, που Σε ανασταυρώνουμε κάθε μέρα και ώρα…

     »Ω, ασύλληπτη αγριότητα! Κύριέ μου Ιησού, πόσο διαστράφηκαν οι άνθρωποι που πλάσθηκαν σύμφωνα με τη δική Σου εικόνα! Σε τι δαιμονισμό περιήλθαν τα τέκνα Σου, ώστε να μη μπορούν να ειρηνεύσουν μέχρι να Σε δουν να σπαράζεις πάνω στον αιμόφυρτο Σταυρό Σου!...

     »Ω, ανυπέρβλητε σε συγχωρητικότητα και αγάπη, γλυκύτατε Ιησού! Πώς βαστούσαν οι καρδιές τους, βλέποντάς Σε απλωμένο στον ξύλινο Σταυρό Σου, άφωνο, πράο, να καρφώνουν με τόση σκληρότητα και αναλγησία τα πανάγια χέρια και πόδια Σου, μπροστά στα μάτια της θρηνούσας Μητέρας Σου;!...

     »Και επισφράγισες, πανάγαθε Κύριε, την άπειρη αγάπη Σου προς τα πλάσματά Σου, με τη θεανθρώπινη φωνή Σου από το ύψος του Σταυρού Σου: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23, 34)! Έτσι παρακαλούσες τον συνάναρχο ουράνιο Πατέρα Σου υπέρ των σταυρωτών Σου. Από τη φωνή Σου αυτή θα ριγούν όλοι οι αιώνες. Ήσουνα (είσαι και θα είσαι πάντοτε) ο ασύγκριτος Νικητής της ζωής και του θανάτου. Οι ουρανοί έφριξαν. Η γη τρόμαξε. Και ο ήλιος σκοτίσθηκε, βλέποντας τα μαρτυρικά μεγαλεία Σου ως αυτοθυσιαζόμενης Αγάπης.

     »Γι’ αυτό τα σύμπαντα, Θεέ της αγάπης και του ελέους, Εσένα προσκυνούν σε όλους τους αιώνες. Για την απείρου αξίας θυσίας Σου, από την απερίγραπτη αγάπη Σου προς τον κόσμο, η Εκκλησία Σου, από περάτων έως περάτων, Σου προσφέρει αναρίθμητα νέφη Μαρτύρων και Αγίων· και Σε αινεί και Σε δοξάζει με ασίγητους ύμνους και πνευματικές ωδές, για όσα υπέφερες και για όσα προσφέρεις από θεϊκή αγάπη, στεφανωμένε με ακάνθινο στεφάνι, Χριστέ!

     »Αιώνιε, Θεέ σεσαρκωμένε, γλυκύτατε Ιησού, αξίωσέ μας να Σε αγαπήσουμε αντάξια της αγάπης Σου! Και κάνε μας μετόχους της αιώνιας και αδιάδοχης Βασιλείας Σου, έστω και αν χρειαστεί να πάθουμε –λίγα ή πολλά– για την αγάπη Σου!...».

«ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ»
ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ


[ «Χριστοκεντρικές εμπειρίες
ενός Ερημίτου»
(Επιμέλεια:
Μοναχού Θεοκλήτου 
Διονυσιάτου, 19162006)·
Τόμ. Α΄, §49, σελ. 86—88,
Εκδόσεις «Αστήρ»·
Αθήνα, 1991.
Α΄ Δημοσίευση:
Μεγάλη Παρασκευή
18 Απριλίου 2014.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

Η ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


Η ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


     Ο νεοελληνικός θρησκευτικός στοχασμός και η νεοελληνική λογοτεχνία –θρησκευτική ή όχι, αδιάφορο– έξω από ελάχιστες εξαιρέσεις, πέρασαν πολύ επιδερμικά πάνω από το Μυστήριο της Σταυρώσεως. Οι περισσότεροι είναι δεμένοι στο άρμα της Δύσεως, που με μια γλυκερώτατη συναισθηματικότητα, κουβαλάει πίνακες ατελείωτους με αισθηματικές αναλύσεις, που δεν ξεπερνούν το ηλιοβασίλεμα της φρικτής ημέρας της Σταυρώσεως. Πρέπει εδώ να προλάβω μιαν αντίρρηση: «Αφού δεν έχουμε ντόπια θρησκευτική λογοτεχνία άξια, τι θέλετε να κάμουμε;» –και έτσι επαναπαύονται, όσοι μιμούνται ή διαπορθμεύουν της μετριότητες της ρωμαιοκαθολικής ή προτεσταντικής λογοτεχνίας, στον περίβολο της ελληνικής ορθοδοξίας. Κι ως ένα σημείο, ίσως, φαίνεται πως έχουν δίκιο. Γιατί, εκτός από ένα-δυο βιβλία επιστημονικά, που δεν προσφέρονται για τον λαό, μα για τον ειδικό αναγνώστη, στο θέμα αυτό εδώ δεν έχουμε τίποτ’ άλλο. Να μην πάρουμε, λοιπόν, απ’ τους ξένους που έχουν; Για να κλείσουμε αυτή την εισαγωγική παράγραφο, απαντούμε: Αν θέλουμε να δώσουμε καθαρή και στερεά τροφή στον λαό μας, έχουμε τόση πολλή στην Πατερική παρακαταθήκη της ελληνικής Ορθοδοξίας και της Ανατολής γενικώτερα, που μπορούμε να θρέψουμε, όχι μόνο τον ελληνικό λαό, μα την υφήλιο ολάκερη, για εκατομμύρια χρόνια. Κι ας μην πει κανείς, ότι είναι πολύ βαρειά και βαρυστόμαχη. Για τους απλοϊκώτερους μπορούμε να την αραιώνουμε, μεταφράζοντάς την, χωρίς να την αλλοιώνουμε εσωτερικά. Πιστεύω, πως τούτο είναι χιλιάδες φορές προτιμότερο, από το να προσφέρουμε –και να δίνουμε έτσι να πιστεύει ο κόσμος που μας εμπιστεύεται ότι δεν έχουμε τίποτε καλύτερο από– το «γάλα», το «χορτάρι» και τα «ξυλοκέρατα», που μας έρχονται, αφού τα παραγγέλλουμε, με το ταχυδρομείο του εξωτερικού. Ας σημειώσουμε ακόμη, πως μ’ αυτό δεν έχουμε σκοπό να κλείσουμε τα παράθυρα, που μας επιτρέπουν να μην αγνοούμε τους ξένους. Θέλουμε να πούμε, πως στοιχειώδης σύνεση μάς επιβάλλει μεγαλύτερον έλεγχο προς ό,τι έρχεται απ’ έξω, και μεγαλύτερο σεβασμό και ζωντανή αξιοποίηση των ορθοδόξων πνευματικών θησαυρών μας.

     Η σκέψη και ο στοχασμός όλων των χριστιανών αυτές τις μέρες προσκυνούν ευλαβικά τους Αγίους Τόπους, όπου ο Χριστός σταυρώθηκε. Κι όλων των εντύπων –που γνωρίζουν τα ενδιαφέροντα των αναγνωστών τους– οι στήλες, φιλοξενούν άρθρα και ειδικά μελετήματα, για να μας δώσουν μια ευκαιρία να νιώσουμε καλύτερα το πνεύμα των ημερών, δηλαδή το νόημα της Σταυρώσεως του Χριστού, για τη ζωή και τη σωτηρία των ανθρώπων. Πιστεύουμε, πως οι καλύτεροι ερμηνευτές αυτού του νοήματος, είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Γιατί αυτοί μονάχα μπόρεσαν να νιώσουν τη «χαρμολύπη» του Σταυρού, και δίχως σκοτεινές φιλοσοφίες, να μας δώσουν το Πάθος του Σταυρού στις πνευματικές διαστάσεις του και την πραγματική έννοια της υπέρτατης θυσίας του Χριστού, πέρα από φιλολογικές φλυαρίες. Απ’ τον απέραντον αυτόν Πατερικό λειμώνα, θα μου επιτρέψει ο αναγνώστης ν’ ανθολογήσω μερικές μονάχα γραμμές –όταν αναφέρονται στο Μυστήριο της Σταυρώσεως– καθώς θα προχωρούμε.


     Υπάρχει μια διαφορά στην αντίληψη της Σταυρώσεως, ανάμεσα στους Πατέρες της Ανατολής και της Δύσεως. Η δυτική Θεολογία κλαίει και οδύρεται απαρηγόρητα μπρος στον Εσταυρωμένο, με κοπετούς και θρήνους, που φανερώνουν την απελπισία. Όλα είναι πνιγμένα στο βουβό και καταλυτικό πένθος. Παντού ανασαίνεις το ζοφερό σκοτάδι το ατελεύτητο. Κι αυτό φαίνεται καθαρά στις θρησκευτικές τέχνες τους –ιδιαίτερα στη ζωγραφική. Πόσο διαφορετική είναι η Σταύρωση της ορθοδόξου αγιογραφίας! Πάρτε μια Σταύρωσης της Μακεδονικής ή της Κριτικής Σχολής, ακόμα και των ημερών μας –όπως συνεχίζει την παράδοσή τους ο ακαταπόνητος Κόντογλου– και θα ίδετε με πόση πνευματικότητα δίνεται το μαρτύριο του Σταυρού, δίχως τίποτε το γήινο. Η θλίψη του Χριστού και το πένθος της Θεοτόκου και του Ιωάννου, που Του παραστέκουν, έχουν κάτι που απαλαίνουν τον πόνο του θανάτου. Πάσχει ο Χριστός, μα η λύπη του δεν είναι κραυγαλέα, δεν πνίγεται στους λυγμούς. Η όψη του είναι σοβαρή, αυστηρή, συγκρατημένη. Και πίσω από τον Σταυρό, μπορεί να δει ο ορθόδοξος πνευματικός άνθρωπος να ανατέλλει μια καινούργια ζωή. Κι αυτό είναι που κάνει τη λύπη του Σταυρού να παίρνει ένα χαρούμενο νόημα για τον χριστιανό. Βλέπει στον Σταυρό το μέγα Μυστήριο της Σωτηρίας μας. Και θυμάται, με τον θεοφόρο Μάξιμο τον Ομολογητή, πως «τὰ φαινόμενα πάντα δεῖται Σταυροῦ, τοῖς τῶν ἐπ’ αὐτοῖς κατ’ αἴσθησιν ἐνεργουμένων ἐπεχούσης τὴν σχέσιν ἕξεως». Αυτό μπορεί πιο καλά απ’ όλους να το νιώσει ο Έλληνας, που μέσα στη μακραίωνη πορεία του, δεν πέρασε ούτε στιγμή δίχως σταυρό στον ώμο. Και πάντα έβλεπε, ανεβαίνοντας τον Γολγοθά του, να του χαμογελά στο βάθος ένα ζεστό και γλυκύτατο φως αναστάσεως. Και γι’ αυτό τις μέρες αυτές στην Ελλάδα –σε όσα σπίτια ξενόφερτες συνήθειες δεν σκορπίζουν την οικογένεια στα πέρατα του «τουριστικού» κόσμου– οι άνθρωποι παρακολουθούν σαν κάτι πολύ δικό τους την Ακολουθία του Νυμφίου και τα άχραντα Πάθη Του. Στο πρόσωπο του Χριστού δεν βλέπει ο χριστιανός της Ανατολής έναν άνθρωπο που αγωνιά από τον αβάσταχτο πόνο. Βλέπει τη Σταυρωμένη Αγάπη να σκίζει το χειρόγραφο των αμαρτιών των ανθρώπων. Βλέπει τον Σωτήρα του και τον Λυτρωτή του. Βλέπει, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «τὸ ὡραῖον τῆς στολῆς τοῦ πεπονθότος σώματος, τῷ κάλλει καλλωπισθέντος καὶ τῇ θεότητι λαμπρυνθέντος, ἧς οὐδὲν ἐρασμιώτερον, οὐδὲ ὡραιότερον»!

     Η «χαρμολύπη» είναι μια πατερική λέξη, που χρειάζεται ένας Ισαάκ Σύρος, για να μας δώσει το βάθος και το πλάτος της μέσα στη γλώσσα της ασκητικής και πατερικής, γενικώτερα, φιλολογίας. Είναι μια λέξη, πάντως, που χρησιμοποιείται και κατανοείται μόνο μεταξύ των ζωντανών πνευματικών ανθρώπων. Αν οι αισθήσεις σου δεν είναι εξαγιασμένες και δεν μπορούν να ιδούν πνευματικά το νόημα των λέξεων και των πραγμάτων, θα μείνεις πάντα στο νεκρό πρόβλημα: «ὁ μὴ ὁρῶν καὶ ἀκούων καὶ αἰσθανόμενος πνευματικῶς, νεκρός ἐστι», κατά την επιγραμματική φράση του αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου. Έτσι, υπάρχουν μέσα στον Χριστιανισμό φαινόμενα, που αν δεν τα δούμε μέσα στο πνευματικό περίγραμμά τους, μας είναι εντελώς ακατανόητα και κινδυνεύουμε να πέσουμε σε παρεξήγηση, όταν καταπιανόμαστε μ’ αυτά.

     Φραστικά, μπορούσε να προλειάνει κάπως το έδαφος της χαρμολύπης του Σταυρού, αυτός εδώ ο λόγος του ιερού Χρυσοστόμου: «Καιρὸς λύπης ἐστίν, οὐχ ὅταν πάσχωμεν κακῶς, ἀλλ’ ὅταν δράσωμεν κακῶς». Ή και τούτος ο λόγος του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Ἔστιν ἡδονῆς λύπης τιμιωτέρα, καὶ κατήφεια πανηγύρεως, καὶ γέλωτος οὐ καλοῦ δάκρυον ἐπαινούμενον». Πραγματικά, όμως, το νόημα της χαρμολύπης του Σταυρού, βρίσκεται πίσω απ’ το τι αντιπροσωπεύει για τον καθένα μας η Σταύρωση του Ιησού Χριστού πάνω στον «Κρανίον τόπον». Υπάρχουν δύο ερμηνείες από τους Πατέρες για τον τόπο του Κρανίου. Η πρώτη λέει ότι ονομάστηκε «Κρανίου τόπος» επειδή πάντοτε ήταν κρανία από αποκεφαλισμένους κακούργους σπαρμένα σε μεγάλη έκταση, σ’ εκείνον τον τόπο (Γεώργιος Κορέσσιος κ.α.). Η δεύτερη ερμηνεία αναφέρεται στην παράδοση, κατά την οποία εκεί που στάθηκε ο Σταυρός του Χριστού, ήταν θαμμένο το σώμα του Αδάμ: «Ἐπειδὴ τοῦ Πρωτοπλάστου ἀνθρώπου ἐκεῖ τὸ κρανίον εὕρηται, καὶ τὸ λείψανον ἐναπέκειτο, τούτου ἕνεκα Κρανίου τόπος ἐπεκέκλητο», κατά την έκφραση του αγίου Επιφανίου. «Διόπερ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀνθρωπίνου θανάτου ἐρευνήσας εἰς τὸν λεγόμενον Κρανίου τόπον, τὸ πάθος ἐδέξατο, ἵνα ἐν ᾧ τόπῳ ἡ φθορὰ τῶν ἀνθρώπων τὴν ἀρχὴν ἔλαβεν, ἐκεῖθεν ἡ ζωὴ τῆς Βασιλείας ἄρξηται», τονίζει χαρακτηριστικά ο Μέγας Βασίλειος (ε΄ ὅρασ. εἰς Ἡσαΐαν). Ο μοναχός επιφάνιος στο σύγγραμμά του για τη Συρία και την Ιερουσαλήμ, λέγει και το εξής: «Ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶν ναὸς (οἶκος) μικρὸς τοῦ Ἀδάμ ἐστι, καὶ ἐν αὐτῷ ἦν αὐτοῦ (τοῦ Ἀδάμ) ὑπὸ τὸ ρῆγμα τοῦ Γολγοθᾶ· ὅθεν ἐκ τούτου Κρανίου τόπος ἐκλήθη».


     Η λύπη και η απελπισία που ζώνει τις ψυχές των μαθητών του Χριστού τώρα που πλησιάζει το Πάθος Του, είναι κάτι το ανθρώπινο. Και ενώ είδαν τόσα θαύματα, μπρος στη μάζα των φανατισμένων Εβραίων συγχύζονται, ταράζονται, απελπίζονται. Άλλος προδίδει, άλλος γίνεται αρνητής, άλλοι ζητούν πρωτεία στη «βασιλεία» Του, άλλοι αποκοιμήθηκαν στον κήπο της Γεθσημανής. Εδώ θά ’θελα να ξεμοναχιάσω δυο μορφές: τον Πέτρο και τον Ιούδα. Και οι δυο τους έπεσαν, και μάλιστα σε βαρύ αμάρτημα. (Θυμίζω στον αναγνώστη, τη σκοτεινή απελπισία, με την οποία οι Δυτικοί ενδύουν τον Εσταυρωμένο· θα δει πιο κάτω γιατί). Ο Πέτρος αμαρτάνει με την άρνηση. Ο Ιούδας με την προδοσία, όπου τον αιχμαλωτίζει η απελπισία. Όμως, οι αντιδράσεις τους υπήρξαν διαφορετικές. Ιδού μία ανατομία ψυχολογικότατη, που επιχειρεί ο νηπτικός συγγραφέας Ιωάννης Καρπάθιος: «Χαλεπώτερον τοῦ ἁμαρτάνειν ἐστὶ τὸ ἀπελπίζειν. Ἰούδας γὰρ ὁ προδότης μικρόψυχος ἦν καὶ ἀπειροπόλεμος, καὶ διὰ τοῦτο ἀπογνόντι αὐτῷ ἐπιδραμὼν ὁ ἐχθρός, ἀγχόνην περιῆψε· Πέτρος δὲ ἡ πέτρα ἡ στερεά, φοβερὸν πτῶμα κατενεχθείς, ὡς ἐμπειροπόλεμος οὐκ ἐξελύθη, οὐδὲ ἀπέγνω δυσθυμήσας, ἀλλὰ ἀναπηδήσας, προῆγε πικρότατα δάκρυα ἀπὸ καρδίας θλιβομένης καὶ τεταπεινωμένης, καὶ παραυτίκα ὁ πολέμιος ἡμῶν, θεασάμενος ταῦτα, ὥσπερ φλοξὶ σφοδροτάταις τὰς ὅψεις φλεγόμενος, ἀνεπήδησε, φεύγων μακρὰν καὶ δεινῶς ὀλολύζων». Αυτό το απόσπασμα από την πολυτιμότατη για τον ορθόδοξο «Φιλοκαλία» των μυστικών Πατέρων της Εκκλησίας, δεν αποβλέπει μόνο στην κατάδειξη της διαφοράς εκείνων των προσώπων και των αντιδράσεών τους. Φωτίζει αρκετά και την προβληματική του σύγχρονου Χριστιανισμού. Κάτω από τον ίσκιο του Σταυρού, που πορεύονται οι χριστιανοί, είναι υποχρεωμένοι, όταν βρεθούν στην πνευματική μάχη και στην προσωπική πάλη με τον αντίπαλο, να ακολουθήσουν ή τον ένα δρόμο ή τον άλλο. Οι αρνήσεις μας είναι καθημερινές· και οι προδοσίες όχι σπάνιες –σε ανάλογα προβλήματα της σημερινής ζωής μας. Η απελπισία σταματάει στη Σταύρωση –αυτό που, ίσως χωρίς να το θέλει πάντοτε η Δύση, με τον ουμανιστικό πιο πολύ χαρακτήρα της, υπερτονίζει στο απολυτρωτικό έργο του Ιησού. Αλλά η χαρμολύπη του ορθόδοξου χριστιανού, πάντοτε, πίσω από το πικρό δάκρυ της πτώσεως, βλέπει, ελπίζει και αγωνίζεται για την ανάστασή του. Γι’ αυτό και η Σταύρωση δεν κρύβει καθόλου σ’ εμάς το φως και το άρρητο πνευματικό κάλλος της Αναστάσεως.

     Στους λόγους των Πατέρων, που είναι αφιερωμένοι στο Πάθος του Κυρίου, υπάρχει μια πολύ ευτυχισμένη στιγμή, όπου ερμηνεύουν συμβολικά τον Σταυρό και τα άλλα γεγονότα και σύνεργα της σταυρώσεως. Ο συμβολισμός όμως αυτός, δεν είναι μια εικόνα αδειανή. Έχει ένα βάθος πνευματικό, ασυνήθιστο για τη λογοτεχνία. Ιδού μερικά, πρόχειρα διαλεγμένα, παραδείγματα. Ο Κύριος φόρεσε ακάνθινο στέφανο, για να ρίξει το στεφάνι της νίκης από το κεφάλι του σατανά, που μας νικούσε ως τότε (Γρηγόριος Θεολόγος). Ο ακάνθινος στέφανος εξαφάνισε τις μέριμνες και τις οδύνες της ζωής, που ονομάζονται αγκάθια (Μέγας Αθανάσιος). Ο στέφανος δείχνει ακόμη, ότι ο Κύριος έγινε Βασιλεύς και νικητής του κοσμοκράτορος, της σαρκός και της αμαρτίας –γιατί στεφάνι φορούν και οι βασιλείς (Μέγας Αθανάσιος). Έβγαλε τα ιμάτια και ντύθηκε την πορφύρα, για να βγάλει από τον Αδάμ της παραβάσεως, τους δερματίνους χιτώνες της νεκρώσεως. Πήρε τον «κάλαμον» στο χέρι Του σαν σκήπτρο, για να θανατώσει τον «ἀρχαῖον ὄφιν καὶ δράκοντα» (Γρηγόριος Θεολόγος). Πήρε τον «κάλαμον», για να σβήσει το χειρόγραφο των αμαρτιών μας (Μέγας Αθανάσιος). Σταυρώθηκε στο ξύλο, «διὰ τὸ ξύλον τῆς γνώσεως». Γεύτηκε χολή και ξύδι, για να σβήσει το αποτέλεσμα που είχε η γλυκιά γεύση του απαγορευμένου καρπού (Γρηγόριος Θεολόγος).


     Και μερικές άλλες γνώμες πατερικές, χωρίς όνομα: Επήρε τα καρφιά, για να καρφώσει την αμαρτία. Άπλωσε τα χέρια Του στον Σταυρό, για να γιατρέψει το παράνομο άπλωμα των χεριών του Αδάμ και της Εύας. Άπλωσε τα χέρια στον Σταυρό, για να ενώσει όλα όσα ήταν μέχρι τότε απομακρυσμένα και χωρισμένα, τους αγγέλους με τους ανθρώπους, τα ουράνια με τα επίγεια. Έλαβε θάνατο, για να θανατώσει τον θάνατο. Μπήκε Εκείνος στον γήινο τάφο, για να μη σκύβουμε εμείς προς τη γη, όπως νωρίτερα. Ανάστησε τους νεκρούς στην Ιερουσαλήμ, για να μας προδηλώσει και τη δική μας ανάσταση στην Άνω Ιερουσαλήμ. Ανέβηκε στο ύψος του Σταυρού, για να μας σηκώσει από τη μεγάλη πτώση μας.

     Θά ’θελα να τελειώσω με ένα εξαίσιο πατερικό κείμενο του αγίου Πρόκλου Κωνσταντινουπόλεως. Ας μου επιτρέψει ο αναγνώστης την αυτούσια παράθεσή του.
     «Ω, Πάθος του Κυρίου, που έγινες ο καθαρμός του κόσμου! Ω, Θάνατε, που έγινες αφορμή να έλθει στον κόσμο η αθανασία και να ανατείλει σ’ εμάς η ζωή! Ω, κάθοδος στον Άδη, εκεί όπου βρίσκονταν όσοι είχαν νεκρωθεί για αιώνες και που έγινες γέφυρα για ζήσουν και πάλι! Ω, μεσημέρι Σταυρικής Θυσίας, που ανακάλεσες την καταδίκη εκείνου του δειλινού στον Παράδεισο! Ω, ο Σταυρός του Χριστού, που έγινε η γιατρειά του δέντρου με τον απαγορευμένο καρπό! Ω, καρφιά, που κάρφωσαν τον κόσμο στη Θεογνωσία! Ω, αγκάθια από το Ιουδαϊκό αμπέλι που γίνατε γλυκά σταφύλια! Ω, χολή, που έβγαλες το μέλι της Πίστεως κι έγινες κατήγορος της πονηρίας των Ιουδαίων! Ω, σπόγγε, που σκούπισες και στράγγισες την κοσμική αμαρτία! Ω, κάλαμε, που πολιτογράφησες τους πιστούς ψηλά στους Ουρανούς και σύντριψες την τυραννία του αρχέκακου όφη! Ω, Μυστήριο, προς το οποίο απιστούν όλοι οι άπιστοι και το οποίο προσκυνούν ακατάπαυστα όλοι οι πιστοί! Ω, σημείο του Σταυρού, που αντιλέγουν οι άπιστοι και δοξάζουν οι πιστοί! Ω, Μυστήριο του Σταυρού που είναι σκάνδαλο για τους Ιουδαίους, μωρία για τα ειδωλολατρικά έθνη, για μας όμως φανερώνεις τον Χριστό, που είναι η Δύναμη και η Σοφία του Θεού, όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος».

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ


[ Παντελή Β. Πάσχου:
«Έρως Ορθοδοξίας»,
Μέρος Β΄, κεφ. Β΄, §12,
σελ. 192–199,
Εκδόσεις
«Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος»·
Αθήναι 19874.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 27 Απριλίου 2019

ΜΠΡΟΣΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΕΠΙΤΑΦΙΟ


ΜΠΡΟΣΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΕΠΙΤΑΦΙΟ


     «Τι νά ’ναι αυτό πάλι; Γιατί τόση σιγή πάνω στη γη; Πολλή σιγή και ηρεμία! Σιγή πολλή, γιατί κοιμάται ο Βασιλιάς. Φοβήθηκε η γη και ησύχασε, γιατί ύπνωσε κατά σάρκα ο Θεός. Πέθανε κατ’ άνθρωπον ο Θεός και σκιάχτηκε ο άδης. Κοιμήθηκε για λίγο κι ανέστησε μέσα απ’ τον άδη όσους για αιώνες ήσαν υπνούντες σ’ αυτόν» (Άγιος Επιφάνιος).

     Παρατηρούσα σήμερα το εσπέρας της Μεγάλης Παρασκευής ένα πολύ εκφραστικό σε ύφασμα «Επιτάφιο Θρήνο»: Πώς ζωντάνευε το μεγαλείο της υπερούσιας Θυσίας Σου! Μου ήταν αδύνατο να Σε βλέπω νεκρό, απλωμένο, γυμνό, χωρίς οδυρμούς δακρύων. Έσπασαν τα γόνατά μου αθέλητα και μέσα σε αναφιλητά αγάπης και λατρείας θυμήθηκα το δοξαστικό της Μεγάλης Παρασκευής, το θρηνητικό και δοξολογικό μαζί, το θείο και το ανθρώπινο.

     Αισθανόμουν, Ιησού μου, ότι βρισκόμουν κι εγώ μαζί με την Παναγία Μητέρα Σου και τον Μαθητή που αγαπούσες, μαζί με τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, μαζί με τον Νικόδημο που ήρθε τη νύχτα και μαζί με τις άγιες εκείνες γυναίκες που θεωρούσαν από μακριά τη Σταύρωσή Σου, όλοι, όπως ακριβώς ήταν ζωγραφισμένοι στην Εικόνα του Επιταφίου. Και για μια στιγμή νόμισα ότι βαστούσα κι εγώ τη σινδόνα επάνω από το κενό μνημείο, μαζί με τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, όπως ήταν έτοιμοι να απωθήσουν το άχραντο Σώμα Σου.

     Ζούσα τα γεγονότα με τόση ενάργεια, ώστε γονατιστός ν’ απαγγέλω αργά το γλυκύτατο αυτό δοξαστικό, που έδινε διέξοδο στις σκέψεις και τα συναισθήματά μου, μυώντας με στο θεολογικό περιεχόμενο της ώρας εκείνης. Το περιεχόμενό του ήταν σταυροαναστάσιμο. Γι’ αυτό και χαροποιό το πένθος μου…

     «Εσένα, που σα ρούχο ντύνεσαι το φως, ο Νικόδημος μαζί με τον Ιωσήφ, Σε κατέβασε από το Ξύλο του Σταυρού και, βλέποντάς Σε νεκρό, γυμνό, άταφο, θρηνούσε με συμπόνια και με συγκίνηση κι έλεγε με σπαραγμό και οδύνη:


     “Αλίμονο, γλυκύτατε Ιησού μου! [...] Πώς να Σε κηδεύσω, Θεέ μου; Πώς να Σε τυλίξω με τη σινδόνα;! Ποιά άσματα να πω στην εξόδιό Σου, Οικτίρμων; Μεγαλύνω τα Πάθη Σου, υμνολογώ την Ταφή και την Ανάστασή Σου, κράζοντας· Κύριε δόξα Σοι!”».

     Πώς, χωρίς κλαυθμούς αγάπης και ευγνωμοσύνης· πώς, χωρίς θαυμασμό και δοξολογικά σκιρτήματα της καρδιάς· πώς, χωρίς νοερές αγαλλιάσεις, να θυμηθώ το υπερευλογημένο Μέγα Σάββατο, που κατέπαυσες από τα έργα Σου, ακατάληπτε βυθέ του ελέους, Ιησού;

     Τι θείες αντιθέσεις, ποιές υπερφυσικής τάξεως αντινομίες εκφράζουν τα ακατανόητα μυστήρια της θεϊκής Οικονομίας Σου, ακατάληπτε Χριστέ μου! Ολόκληρη η θεανδρική Σου υπόσταση στον χοϊκό Τάφο!
Λοιπόν, «τίς λαλήσει τὰς δυναστείας Σου, Χριστέ»;

     Μάλλον δε, «σιγησάτω πᾶσα σᾶρξ βροτεῖα». Σήμερα απαιτείται τελεία σιωπή.

     Εσύ, ο Δημιουργός όλων των κόσμων, σήμερα κατέπαυσες το ανακαινιστικό και αναγεννητικό έργο Σου. Και αναπαύεσαι, Βασιλιά των Ουρανών, ζωαρχικώτατε Χριστέ, ωράθης ως νεκρός. Εσύ, που ήσουν και είσαι αχώριστος από τον Πατέρα και το Πνεύμα, όταν το άσπιλο Σώμα Σου ήταν στον Τάφο και η ψυχή Σου στον άδη, «κατάστικτος τοῖς μώλωψι καὶ πανσθενουργός».

     Κύριέ μου Ιησού, μόνο Εσύ υπερέβης κάθε όριο αγάπης. Αφού αξιολόγησες την αγάπη Σου στα πλάσματά Σου με το μέτρο της άφατης Θυσίας Σου. Όχι μόνο υπέρ των φίλων Σου, αλλά και υπέρ των εχθρών Σου. Αλλά και τι Θυσίας! Ασύλληπτης και απερίγραπτης σε ψυχικές και σωματικές αλγηδόνες. Την οποία υπέμεινες μόνο και μόνο από αγάπη. Για να μας χαρίσεις, μαζί με τη θέωση, την ατελεύτητη μακαριότητα κοντά Σου.

     Γλυκύτατε Χριστέ μου, χάριζέ μου δάκρυα για να Σε βλέπω όπως είσαι!...

«ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ»
ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ


[ «Χριστοκεντρικές εμπειρίες
ενός Ερημίτου»
(Επιμέλεια
Μοναχού Θεοκλήτου
Διονυσιάτου)·
§50–§51, σελ. 88–91,
υποσ. 61, σελ. 154,
Εκδόσεις «Αστήρ»·
Αθήνα, Σεπτέμβριος 1991.
Α΄ Δημοσίευση:
Μ. Σάββατο 19 Απριλίου 2014.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ


«ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ»


–Τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου Ὀλύμπου–
(Ἀποσπάσματα)

γνεύω γιὰ χάρη δική Σου
καὶ κρατώντας λαμπάδες φωτεινές,
Νυμφίε, Σὲ ὑποδέχομαι.

Παρθένες
ἦρθ’ ὁ ἀντίλαλος
ἀπὸ ψηλὰ
ποὺ ξυπνάει νεκροὺς
καὶ ποὺ λέει
νὰ ὑποδεχτοῦμε
ὅλες μαζὶ
τὸν Νυμφίο
μὲ λευκὲς στολὲς
καὶ λαμπάδες
στραμμένες
στὴν ἀνατολή.
Σηκωθεῖτε
πρὶν φθάσει
νὰ τρέξουμε
νὰ μποῦμε
μέσ’ ἀπ’ τὶς πόρτες
τοῦ Βασιληᾶ.

ρθα,
ἀφοῦ ξέφυγα,
Μακάριε,
τοὺς μύριους δόλους
τοῦ δράκοντα
ποὺ θέλγουν.
Ὑπόφερα δὲ
καὶ τὴν φλόγα
τῆς φωτιᾶς
καὶ τὶς ὁρμὲς
τῶν ἀνήμερων θηρίων,
ποὺ φθείρουν
τοὺς θνητούς,
καθὼς Σὲ περίμενα
ἀπ’ τὸν οὐρανό.

Ξέχασα τὴν πατρίδα,
Λόγε,
καθὼς ποθοῦσα
τὴν δική Σου Χάρη,
ξέχασα τοὺς χοροὺς
τῶν συνομιλήκων
παρθένων,
ξέχασα
τὴν μητρικὴ καύχηση,
τὴν ὑπερηφάνεια
τοῦ γένους.
Ὅλ’ αὐτὰ
γιὰ μένα,
Χριστέ μου,
εἶσαι Σύ.

Σύ, Χριστέ μου,
εἶσαι
ὁ χορηγὸς τῆς ζωῆς.
Χαῖρε φῶς
ἀνέσπερο.
Δέξου
τὴν κραυγὴ τούτη.
Χορὸς παρθένων
Σὲ προσφωνεῖ,
Λόγε,
τέλειο ἄνθος,
ἀγάπη,
χαρά,
φρόνηση,
σοφία.

Θρηνοῦν τώρα
πικρὰ
οἱ κόρες,
ποὺ ἀναστενάζουν
βαρειὰ
ἔξω ἀπ’ τὶς πύλες
τοῦ Νυμφῶνα
καὶ φωνάζουν
λυπητερὰ
γιατὶ
σὰν ἔσβησε
τὸ φῶς
τῶν λαμπάδων τους,
δὲν πρόκαναν
νὰ δοῦν
τὸ ἐσωτερικὸ
τοῦ Σπιτιοῦ τῆς χαρᾶς.

γνεύω γιὰ χάρη δική Σου
καὶ κρατώντας λαμπάδες φωτεινές,
Νυμφίε, Σὲ ὑποδέχομαι.


Γιατί
σὰν ξεστράτισαν
ἀπ’ τὸν ἱερὸ δρόμο
καὶ πῆραν
τὰ μονοπάτια
τῆς πρόσκαιρης ζωῆς,
ἀμέλησαν πιὰ
νὰ πάρουν
λάδι
μαζί τους.
Καὶ
κρατώντας λαμπάδες
νεκρωμένες
ἀπ’ τὴν φλογερὴ φωτιὰ
στενάζουν
μέσα τους
βαθειά.

Κρατῆρες
γεμᾶτοι
ἀπὸ νέκταρ γλυκὺ
βρίσκονται
μπροστά μας.
Ἂς πίνουμε.
Εἶν’ οὐράνιο ποτό,
παρθένες,
τοῦτο,
ποὺ πρόσφερε
ὁ Νυμφίος,
σὲ ’κείνους,
ποὺ ἄξια
προσκλήθηκαν
στὸν Γάμο.

φυγε
ἡ φθορὰ
κι’ οἱ πόνοι
τῆς ἀρρώστιας
ποὺ κάνουν
νὰ στάζουν
τὰ δάκρυα.
Ὁ θάνατος
ἀφαρπάστηκε.
Χάθηκε
κάθε ἀφροσύνη.
Πέθανε ἡ λύπη
ποὺ τρώει
τὰ σωθικὰ
κι’ ἔλαμψε
πάλι
ξαφνικὰ
στοὺς θνητοὺς
ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ.

ποστερημένος
δὲν εἶναι
πιὰ
ὁ παράδεισος
τῶν θνητῶν,
γιατὶ ξανὰ
μὲ ἐντολὴ θεία,
σὰν καὶ πρὶν
κατοικεῖ
σ’ αὐτόν,
Μακάριε,
ἄφθαρτος
κι’ ἄφοβος
ὁ ἄνθρωπος,
ποὺ ἔπεσε
μὲ τὶς
ποικίλες τέχνες
τοῦ δράκοντα.

Μακάριε,
Σὺ
ποὺ
κατοικεῖς
στὸν ἄχραντο θρόνο
τ’ οὐρανοῦ·
Ἄναρχε,
Σὺ
ποὺ συναρμόζεις
τὰ πάντα
μὲ τὴν αἰώνια δύναμη,
ἤρθαμε,
δέξου μας,
μαζὶ
μὲ τὸν Υἱό Σου,
Πατέρα,
κι’ ἐμᾶς
μέσ’ ἀπ’ τὶς Πῦλες
τῆς Ζωῆς.

γνεύω γιὰ χάρη δική Σου
καὶ κρατώντας λαμπάδες φωτεινές,
Νυμφίε, Σὲ ὑποδέχομαι.

ΑΓΙΟΣ ΜΕΘΟΔΙΟΣ ΟΛΥΜΠΟΥ
(†311 μ.Χ.)


[ Μητροπολίτου
Ἀττικῆς & Μεγαρίδος
Νικοδήμου Γκατζιρούλη
(1927–2013):
«Καταφιλήσω…»
(Δοκίμια
γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο Μοναχισμό)·
Κεφ. 12ο, σελ. 191–207.
Ἐκδόσεις «Σπορά»·
Ἀθήνα 1992.
Ἐπιμέλεια ἀνάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση
τῶν ἀναρτήσεων ἀπὸ τὸ «Εἰλητάριον»,
ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρεται ἀπαραίτητα
ὡς πηγὴ προέλευσης.