Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τίμιος Πρόδρομος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τίμιος Πρόδρομος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

Η Α΄ ΚΑΙ Β΄ ΕΥΡΕΣΗ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


Η Α΄ ΚΑΙ Β΄ ΕΥΡΕΣΗ 
ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


     Όταν το συμπόσιο του Ηρώδη ποτίστηκε με το αίμα του μεγίστου των Προφητών, του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, οι μαθητές του Ιωάννου πήγαν να ενταφιάσουν το σώμα του (Ματθ. 14, 11), ενώ η πανδόλια Ηρωδιάς, αφού πήρε την αιμάσσουσα κεφαλή που, με δική της εντολή, της είχαν φέρει «ἐπὶ πίνακι» (Ματθ. 14, 8· Μάρκ. 6, 25), διέταξε να τη θάψουν βαθιά σε έναν ανάξιο τόπο κοντά στο παλάτι του Ηρώδη στη Μαχαιρούντα [1].

     Πολύ καιρό αργότερα, δύο μοναχοί από την Ανατολή, έφθασαν στην Παλαιστίνη για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Ο Τίμιος Πρόδρομος φανερώθηκε σ’ αυτούς τη νύχτα, χωριστά στον καθένα, και τους είπε: «Πηγαίνετε στο παλάτι του Ηρώδη και θα βρείτε εκεί την κεφαλή μου κάτω από τη γη!». Οδηγημένοι από τη θεία Χάρη, δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν το μέρος όπου είχε θαφτεί το τίμιο λείψανο και, ευχαριστώντας τον Θεό, το έβαλαν σ’ ένα σάκκο και πήραν τον δρόμο της επιστροφής.

     Στον δρόμο συνάντησαν έναν κεραμέα από την Έμεσα που, έχοντας πέσει σε μεγάλη ένδεια, είχε αφήσει την πατρίδα του αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Μετά από νέα εμφάνιση του Προδρόμου, ο κεραμέας πήρε την τίμια κάρα και επέστρεψε στην Έμεσα, όπου έκτοτε γνώρισε μεγάλη προκοπή και ευημερία. Την ώρα που ετοιμαζόταν να αφήσει τη ζωή αυτή, έβαλε τον ανεκτίμητο θησαυρό μέσα σ’ ένα σεντούκι και το άφησε κληρονομιά στην αδελφή του, συμβουλεύοντάς την να μην το ανοίξει δίχως την εντολή Αυτού που κρυβόταν εκεί μέσα κι όταν θα ερχόταν η ώρα να το παραδώσει σε κάποιον άνθρωπο ευσεβή και φιλόθεο. Έτσι, η κάρα του Προδρόμου πέρασε από τον έναν στον άλλον, φθάνοντας τελικά σε έναν ιερομόναχο ονόματι Ευστάθιο που ασκήτευε σε σπήλαιο κοντά στην Έμεσα, αλλά που κρυφά ήταν αιρετικός αρειανόφρων. Παρασυρόμενος από την υπερηφάνεια, απέδιδε στον εαυτό του τις άφθονες ιάσεις που επιτελούνταν γύρω από τον πολύτιμο αυτό θησαυρό και επωφελούνταν επονείδιστα από τη θεία Χάρη. Καθώς η αίρεσή του και τα ανομήματά του ήλθαν γρήγορα στο φως, εκδιώχθηκε από τους ορθόδοξους και η τιμία κεφαλή του Προδρόμου έμεινε κρυμμένη στο σπήλαιο μέχρι τη στιγμή που ο ευλαβής Μάρκελλος, άνθρωπος φιλόθεος και φιλάρετος, ορίσθηκε ηγούμενος στη μονή που είχε ιδρυθεί κοντά στο σπήλαιο επί βασιλείας του αυτοκράτορα Μαρκιανού (450-457) και επισκοπίας του επιφανούς Ουρανίου της Εμέσης.

     Ο Τίμιος Πρόδρομος φανερώθηκε τότε πολλές φορές στον Μάρκελλο και του έδειξε την εύνοιά του μ’ έναν στοργικό ασπασμό και προσφέροντάς του ένα βάζο γεμάτο μέλι. Οδηγημένος κατόπιν με εντολή του αγίου από ένα άστρο που στάθηκε πάνω από ένα κοίλωμα του σπηλαίου, ο Μάρκελλος άρχισε να σκάβει αφού πρώτα θυμίασε τον τόπο. Βρήκε τότε κάτω από μια μαρμάρινη πλάκα την τιμία κάρα κρυμμένη σε έναν αμφορέα και το προσκύνησε με δάκρυα χαράς. Το πολύτιμο λείψανο αποτέθηκε αργότερα (761) στον κύριο ναό της Εμέσης και έγινε για την πόλη πηγή ευλογιών κάθε είδους, μέχρι την εποχή της μετοκομιδής του στα Κόμανα της Καππαδοκίας, που υπαγορεύθηκε από την απειλή των Αράβων (810-820) [βλ. 25 Μαΐου] [2].


— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —
   [1]  Τον 4ο αιώνα ο τάφος του Τιμίου Προδρόμου ετιμάτο μαζί με εκείνους των Προφητών Ελισαίου και Αβδιού στη Σαμάρεια. Βεβηλώθηκε την εποχή του Ιουλιανού του Παραβάτου (361) και τα οστά διασκορπίσθηκαν. Ευσεβείς χριστιανοί μπόρεσαν όμως να σώσουν μερικά τεμάχια και τα μετέφεραν στα Ιεροσόλυμα, στον ηγούμενο Φίλιππο, ο οποίος τα παρέδωσε στον άγιο Αθανάσιο Αλεξανδρείας. Το προσκύνημα στον τάφο του Τιμίου Προδρόμου συνεχίστηκε, ωστόσο, για πολλούς αιώνες. Τα σλαβικά μηνολόγια αναφέρουν μια παράδοση άγνωστη στους βυζαντινούς Συναξαριστές, σύμφωνα με την οποία μια κυρία της ακολουθίας της Ηρωδιάδος, σύζυγος του Χουζά (ή Χούζα), επιτρόπου του Ηρώδη, η οποία έγινε μία από τις άγιες Μυροφόρες, μη μπορώντας να υποφέρει να μένει θαμμένη η κεφαλή του Προδρόμου σε τόσο ανάξιο τόπο, έβαλε να την ξεθάψουν και την έφερε κρυφά στην Ιερουσαλήμ, στο Όρος των Ελαιών, όπου βρέθηκε αργότερα από έναν ευγενή ο οποίος κατόπιν εκάρη μοναχός.
   [2]  Συνοψίζεται εδώ η εκδοχή του αγίου Συμεών του Μεταφραστού, την οποία επαναλαμβάνει το Συναξάριον Κωνσταντινουπόλεως. Σύμφωνα με ορισμένους βυζαντινούς ιστορικούς (Σωζομενός, Πασχάλιον Χρονικόν, Ψευδο-Κωδινός), η κεφαλή του Προδρόμου βρέθηκε στην Παλαιστίνη από δύο μοναχούς και μεταφέρθηκε από αυτούς στην Κιλικία. Όταν πληροφορήθηκε το γεγονός ο αυτοκράτορας Ουάλης (364-375), έδωσε εντολή στον έπαρχο του Παλατίου, Μαρδόνιο, να τη φέρει στην Κωνσταντινούπολη. Στον δρόμο, το όχημα που τη μετέφερε βρέθηκε θαυματουργικά ακινητοποιημένο στο Παντείχιον (Βιθυνία). Χρειάστηκε λοιπόν να την αφήσουν σε ένα κτήμα του Μαρδονίου, στο Κοσίλαο, στη φύλαξη μιας μοναχής που ανήκε στην αίρεση του Μακεδονίου, τη Ματρώνα, η οποία ήταν ηγουμένη μιας αδελφότητος. Μετά τον θάνατό της, ο πρεσβύτερος Βικέντιος, που μόλις είχε επανακάμψει στην Ορθοδοξία, πήρε το λείψανο στη φροντίδα του, μέχρι την ημέρα που ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μέγας ήλθε να το πάρει στη Βασιλεύουσα και, μεταφέροντάς το ευλαβικά στις πτυχές του μανδύα του, στις 17 Φεβρουαρίου 392, το απέθεσε στη λαμπρή εκκλησία στο προάστιο του Εβδόμου, την οποία είχε κτίσει για να το υποδεχθεί. Για να λύσουν το πρόβλημα χρονολογίας που δημιουργείται από τις δύο διηγήσεις, μερικοί υπέθεσαν ότι μόνον μέρος από την τιμία κάρα του Προδρόμου μετακομίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη επί Θεοδοσίου.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
κ γῆς ἀνατείλασα, ἡ τοῦ Προδρόμου Κεφαλή, ἀκτῖνας ἀφίησι, τῆς ἀφθαρσίας πιστοὺς τῶν ἰάσεων· ἄνωθεν συναθροίζει, τὴν πληθὺν τῶν Ἄγγελων, κάτωθεν συγκαλεῖται, τῶν ἀνθρώπων τὰ γένη, ὁμόφωνον ἀναπέμψαι, δόξαν Χριστῷ τῷ Θεῷ.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Προφῆτα Θεοῦ, καὶ Πρόδρομε τῆς Χάριτος, τὴν Κάραν τὴν σήν, ὡς ῥόδον ἱερώτατον, ἐκ τῆς γῆς εὑράμενοι, τὰς ἰάσεις πάντοτε λαμβάνομεν· καὶ γὰρ ὡς πρότερον, τῷ κόσμῳ κηρύττεις τὴν μετάνοιαν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
σπερ μυροθήκη πνευματική, ἐκ γῆς ἀνεφάνη, σοῦ ἡ πάντιμος Κεφαλή, Βαπτιστὰ Κυρίου, καὶ κόσμον κατευφραίνει, τῆς ἡδυπνόου δόξης, ταῖς διαδόσεσι.




[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
σελ. 256–257.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
μαζί με άλλα συναξάρια της ίδιας ημέρας


     Όταν ο Κύριος και Θεός ημών, ο μονογενής Υιός και Λόγος του Πατρός επρόκειτο να κατέλθει από τους ουρανούς, για να συλληφθεί στην παρθενική κοιλία της παναμώμου Μητρός Του, θέλησε να προμηνύσει την δική Του άσπορο σύλληψη με ένα άλλο παρόμοιο θαύμα. Έξι μήνες πριν από τον Ευαγγελισμό της Κυρίας Θεοτόκου, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ εμφανίσθηκε στον προφήτη και ιερέα Ζαχαρία [5 Σεπτ.], κατά την ώρα που εκείνος προσέφερε το θυμίαμα στο θυσιαστήριο των θυμιαμάτων, και του ευηγγελίσθηκε την σύλληψη του Τιμίου Προδρόμου: «Μη φοβάσαι, Ζαχαρία! Γιατί η προσευχή σου εισακούσθηκε· η γυναίκα σου, η Ελισάβετ, θα σου γεννήσει γιο και θα του δώσεις το όνομα “Ιωάννης”. Θα νιώσεις χαρά και αγαλλίαση και πολλοί θα είναι εκείνοι που θα χαρούν με την γέννησή του. Με την αποστολή και το έργο του θα γίνει μέγας ενώπιον του Κυρίου. Θα είναι γεμάτος με Πνεύμα Άγιο ήδη από την κοιλιά της μάνας του και θα κάνει πολλούς Ισραηλίτες να επιστρέψουν στον Κύριο και Θεό τους» (Λουκ. 1, 13-15). Αλλά ο Ζαχαρίας, γέροντας ήδη στην ηλικία, όπως και η σύζυγός του, η Ελισάβετ, η οποία επί πλέον ήταν και στείρα, δίστασε να πιστεύσει σε αυτή την πρωτάκουστη θεία επαγγελία. Εφ’ όσον όμως «όπου Θεός βούλεται, νικάται φύσεως τάξις», τιμωρήθηκε από τον Αρχάγγελο του Κυρίου με αφωνία και με αλαλία μέχρι την γέννηση του παιδιού του [24 Ιουν.]. Το θαυμαστό αυτό γεγονός πανηγυρίζει σήμερα η Εκκλησία ως απαρχή της εκπληρώσεως του μεγάλου μυστηρίου της σωτηρίας μας.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
     πρῴην οὐ τίκτουσα, στεῖρα εὐφράνθητι. Ἰδοὺ συνέλαβες, Ἡλίου λύχνον σαφῶς, φωτίζειν τὸν μέλλοντα, πᾶσαν τὴν οἰκουμένην, ἀβλεψίᾳ νοσοῦσαν. Χόρευε Ζαχαρία, ἐκβοῶν παρρησίᾳ· Προφήτης τοῦ Ὑψίστου, ἐστὶν ὁ μέλλων τίκτεσθαι.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Χορὸς Ἀγγελικός.
     Εὐφραίνεται λαμπρῶς, Ζαχαρίας ὁ μέγας, καὶ ἡ πανευκλεής, Ἐλισάβετ ἡ σύζυξ, ἀξίως συλλαμβάνουσα, Ἰωάννην τὸν Πρόδρομον, ὃν Ἀρχάγγελος, εὐηγγελίσατο χαίρων, καὶ οἱ ἄνθρωποι, ἀξιοχρέως τιμῶμεν, ὡς μύστης τῆς χάριτος.    

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
     Στεῖρα καὶ πρεσβῦτις θεῖᾳ βουλῇ, καρπὸν συλλαμβάνει, τὸν ὑπέρτερον Προφητῶν, τὸν τὴν ἀκαρπίαν, ψυχῶν μέλλοντα τέμνειν, ἀξίνῃ μετανοίας· ὃν μεγαλύνομεν.

Η ΑΓΙΑ ΡΑΪΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΑΘΛΗΤΕΣ ΤΗΣ


     Η αγία Ραΐς καταγόταν από ένα χωριό της Αιγύπτου και ήταν θυγατέρα χριστιανού ιερέως και από μικρή ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο. Μια μέρα, την ώρα που αντλούσε νερό από το πηγάδι, είδε άνδρες, γυναίκες και νεαρές κοπέλες να σύρονται δέσμιοι και ρώτησε για ποια αιτία ήταν δεμένοι με αλυσίδες. Οι νέες τής απάντησαν: «Φορέσαμε τα δεσμά χάριν του Χριστού, για να μαρτυρήσουμε γι’ Αυτόν και να σωθούμε». Ανδρεία τότε και τόλμη κατέλαβε την ψυχή της μικρής παρθένου και, φωνάζοντας δυνατά προς τους στρατιώτες: «Είμαι κι εγώ χριστιανή και περιφρονώ τα είδωλα!», παρεκάλεσε τον αρχηγό της φρουράς να δέσει και αυτήν μαζί με τους υπόλοιπους δέσμιους του Χριστού. Έτσι, συνελήφθη και η Ραΐς και οδηγήθηκαν όλοι μαζί στην Αλεξάνδρεια, όπου ο εκεί έπαρχος υπέβαλε την ομάδα των μαρτύρων σε πολλά βασανιστήρια. Κανείς τους όμως δεν υπέκυψε. Και έλαβαν όλοι τον διά ξίφους θάνατο.

ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΞΑΝΘΙΠΠΗ ΚΑΙ ΠΟΛΥΞΕΝΗ


     Οι δύο αυτές άγιες ήταν αδελφές και έζησαν στην Ισπανία κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Κλαυδίου. Η Ξανθίππη ήταν σύζυγος του Πρόβου, άρχοντος της χώρας, και οδηγήθηκε στην Πίστη του Χριστού από τον Απόστολο Παύλο, όταν αυτός βρισκόταν στην πατρίδα της. Η Πολυξένη ήταν παρθένος, προτού δε λάβει το άγιο Βάπτισμα, είχε αρπαγεί από κάποιον άνδρα ασελγή, αλλά η Χάρις του Θεού την προστάτευσε και δεν του επέτρεψε να την διαφθείρει. Μεταβαίνοντας από τόπο σε τόπο άκουσε το κήρυγμα του Αποστόλου Πέτρου και κατόπιν το κήρυγμα του Αποστόλου Φιλίππου στην Ελλάδα. Τέλος, έγινε μαθήτρια του Αποστόλου Ανδρέα, ο οποίος την βάπτισε. Επανήλθε στην πατρίδα της μαζί με τον Απόστολο Ονήσιμο. Έζησε το υπόλοιπο της ζωής της στην Ισπανία μαζί με την Ξανθίππη, κηρύττοντας την Πίστη του Χριστού. Οι δύο αδελφές εκοιμήθησαν εν ειρήνη.

Ο ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΠΑΝΤΟΠΩΛΗΣ


     Γεννημένος στο Καρπενήσι από ευσεβείς γονείς, ο Νικόλαος ανατράφηκε με πολλή φροντίδα και νωρίς έμαθε τα ιερά γράμματα. Όταν έγινε δεκαπέντε ετών, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στον πατέρα του, για να τον βοηθάει στο παντοπωλείο τους. Εκείνος τον παρέδωσε σε κάποιον γείτονα κουρέα Αγαρηνό, για να του μαθαίνει παράλληλα και τα τουρκικά. Η ασυνήθιστη πρόοδος και η σπάνια ευφυΐα του μαθητού προκάλεσαν τον θαυμασμό του Αγαρηνού, ο οποίος με την συνεργία του διαβόλου ζητούσε τρόπο να τον κερδίσει στον μουσουλμανισμό.
     Μία ημέρα, ενώπιον πολλών γενιτσάρων σκοπίμως καλεσμένων, ο κουρέας έδωσε στον Νικόλαο να διαβάσει ως μάθημα την ομολογία της μουσουλμανικής πίστεως, το λεγόμενο «σαλαβάτι». Ο Νικόλαος το απήγγειλε, χωρίς να γνωρίζει περί τίνος επρόκειτο. Όταν το τελείωσε, οι παρευρισκόμενοι γενίτσαροι με αλαλαγμούς τού δήλωσαν ότι, εφ’ όσον πήρε και διάβασε το σαλαβάτι, έγινε πια Τούρκος και, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του, τον οδήγησαν στον καϊμακάμη. Αυτός επιχείρησε με μεγαλόστομες υποσχέσεις να τον εξισλαμίσει· μετά όμως από την σταθερή και άφοβη ομολογία του Νικολάου πως ήταν χριστιανός, διέταξε να του κάνουν περιτομή διά της βίας και να τον φυλακίσουν.
     Εξήντα πέντε ημέρες έμεινε ο Νικόλαος στην φυλακή τελείως άσιτος, μαστιγούμενος σκληρά από τους άσπλαχνους δημίους. Όταν κατόπιν τον οδήγησαν στον κριτή, ο μάρτυρας φαιδρός και χαριέστατος επαναλάμβανε: «Χριστιανός είμαι και χριστιανός επιθυμώ να πεθάνω· τι καθυστερείτε; Αυτήν την χάρη μόνο σας ζητώ: να μου δώσετε τον γρηγορότερο τον θάνατο!». Πεπεισμένος ο κριτής για την αμετάθετη γνώμη του, τον παρέδωσε να τον αποκεφαλίσουν.
     Με απαστράπτον πρόσωπο, όλος αλλοιωμένος από τον πόθο του μαρτυρίου, ο Νικόλαος οδηγήθηκε στο «Ταχτά Καλέ». Εκεί γονάτισε και προσευχόμενος απετμήθη την κεφαλή στις 23 Σεπτεμβρίου του 1672. Η θεία Χάρις επεσκίασε το μαρτυρικό του σώμα και επί τρεις νύκτες έβλεπαν όλοι φανερά ουράνιο φως, που κατέβαινε και το περιέλουζε. Ευσεβείς χριστιανοί το αγόρασαν από τον κριτή και το ενταφίασα με πολλές τιμές στην Μονή της Παναγίας της Καμαριώτισσας, στην Χάλκη. Αργότερα η τιμία του κάρα μετακομίσθηκε στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου, στο Άγιον Όρος. Τα τίμια λείψανά του έγιναν πηγή θαυμάτων.

Ο ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΝΙΤΣΑ


     Ο νεομάρτυς άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου από ευγενείς μουσουλμάνους γονείς. Ο πατέρας του ήταν δερβίσης και σέχης στο αξίωμα. Σε ηλικία είκοσι ετών ο άγιος εγκαταστάθηκε στα Ιωάννινα, έγινε δερβίσης και απολάμβανε τον σεβασμό των συμπολιτών του όχι λιγότερο από τον πατέρα του. Από εκεί μετέβη στο Βραχώρι (το σημερινό Αγρίνιο) της Αιτωλίας, εγκαταστάθηκε στο οίκημα «Μουσελήμ Σεράι» και έγινε ο ιδιαίτερος δερβίσης του τότε εξουσιαστή του τόπου Γιουσούφ του Άραβα, ο οποίος διετέλεσε και αρχιστράτηγος των Τούρκων στις μάχες για την κατοχή των Ιονίων Νήσων. Ο νεαρός δερβίσης, αν και βυθισμένος στο σκοτάδι της πλάνης, εν τούτοις ζούσε κατά τον έμφυτο νόμο της συνειδήσεώς του. Συχνά τηρούσε τις νηστείες των χριστιανών και του άρεσε να πολιτεύεται όπως εκείνοι.
     Όταν ο εξουσιαστής Γιουσούφ ανεχώρησε από την Αιτωλοακαρνανία, ο νέος δεν τον ακολούθησε· έμεινε εκεί, άλλαξε τα δερβίσικα ενδύματα με χριστιανικά και ζούσε ως χριστιανός. Του έλειπε μόνον το άγιο Βάπτισμα. Επειδή οι συμπολίτες του χριστιανοί δεν του το έδιδαν από φόβο μήπως κινδυνεύσουν, βαπτίσθηκε στην Ιθάκη και ονομάσθηκε Ιωάννης. Επιστρέφοντας, μετέβη στην περιοχή του Ξηρόμερου, όπου νυμφεύθηκε και εγκαταστάθηκε στο χωριό Μαχαλάς. Μάλιστα, για να κρύβεται από τους Αγαρηνούς, εργαζόταν ως αγροφύλακας έξω από το χωριό.
     Όταν, το 1813, ο πατέρας του έμαθε την αποστασία του γιου του, θρήνησε απαρηγόρητα και έστειλε δύο δερβίσηδες, με σκοπό να τον επαναφέρουν στον μουσουλμανισμό. Αυτοί κατέλυσαν μεν στην οικία του Ιωάννη, αλλά ο άγιος δεν δέχθηκε καν να τους δει και, έτσι, αναχώρησαν άπρακτοι.
     Κάποιος Αγαρηνός του χωριού κατήγγειλε τότε στον μουσελίμη του Αγρινίου τον άγιο για την αρνησιθρησκία του και, μάλιστα, ενώ ήταν γιος του περίφημου σέχη. Συνελήφθη λοιπόν χωρίς αναβολή και οδηγήθηκε δέσμιος στο Αγρίνιο. Στις ερωτήσεις του μουσελίμη ο άγιος ομολόγησε με παρρησία πως ήταν πλέον χριστιανός και κατηγόρησε ως βορβορώδη την θρησκεία του Μωάμεθ. Κατησχυμένος ο μουσελίμης διέταξε να τον ρίξουν στην φυλακή και εκεί κρυφά να τον βασανίσουν σκληρότατα. Όταν βεβαιώθηκε πως ήταν αμετάθετος στην γνώμη του, φοβούμενος μήπως χλευασθεί περισσότερο η θρησκεία τους, έδωσε εντολή να τον αποκεφαλίσουν. Οι δήμιοι τον οδήγησαν δεμένο στον πλάτανο, στο μέσον της λεωφόρου της πόλεως. Εκεί ο μάρτυρας του Χριστού ζήτησε να τον λύσουν, για να κάνει το σημείο του Σταυρού, αλλά οι δήμιοι δεν δέχθηκαν. Έτσι, αναφώνησε μόνον, «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ Σου!», και έκλινε την κεφαλή, για να δεχθεί τον διά ξίφους θάνατο στις 23 Σεπτεμβρίου του 1814. Οι Τούρκοι πέταξαν το σώμα του σε ρυάκι, για να φαγωθεί από τα σκυλιά. Μερικοί όμως χριστιανοί το έκρυψαν σε κάποιον αγρό, στο Βραχώρι. Αργότερα μεταφέρθηκε στην Ιερά Μονή του Προυσού και φυλάχθηκε μέσα σε ειδική κρύπτη, από όπου τελικά ανευρέθηκε το 1974.


[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 1ος (Σεπτέμβριος),
σελ. 270–271 και 273–275.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20112.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018

«Ο ΤΙΜΙΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΓΛΥΚΥΣ, ΩΡΑΙΟΣ, ΠΑΝΕΜΟΡΦΟΣ!»


«Ο ΤΙΜΙΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ
ΕΙΝΑΙ ΓΛΥΚΥΣ, ΩΡΑΙΟΣ, ΠΑΝΕΜΟΡΦΟΣ!»


     Ο μακαριστός Γέροντας Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης (1905–1991), αυτός ο θεόπνευστος Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, το σύγχρονο αγλάϊσμα της Αθωνικής Πολιτείας, στην αρχή της μοναχικής του ζωής και πορείας, είχε δυσκολευτεί απερίγραπτα. Κατά παραχώρηση Θεού εγκαταλείφθηκε πρόωρα από τον ίδιο τον γέροντά του, τον ιερομόναχο Μ., επειδή αυτός θέλησε να προσχωρήσει στο κίνημα των Ζηλωτών στην Αθήνα. Έμεινε έτσι «μόνος μονώτατος» –όπως λέει και ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος– για κάποια χρόνια να ασκητεύει στην τραχεία και απαράκλητη έρημο της Μικράς Αγίας Άννης, μόνος, «μόνῳ τῷ Θεῷ», διαρκώς προσευχόμενος και, με την ενίσχυση της θείας Χάριτος, της Κυρίας Θεοτόκου και των Αγίων του Θεού, να αντιπαλεύει με τον αόρατο εχθρό.

     Με θείο, πραγματικά, θάρρος, με ακατάβλητο φρόνημα και με αισθητή μέσα του τη θεία βοήθεια, παρέμεινε αποφασιστικά στο πάμφτωχο Καλύβι του Τιμίου Προδρόμου, αντιμετωπίζοντας μέσα σε αυτό πολλούς πειρασμούς και από ανθρώπους και από δαίμονες, ζώντας κατά πάντα ασκητικά, λιτά και καρτερικά. Η σκληρότατη ζωή, οι αγώνες του και οι πειρασμοί, τον έκαναν χαλκέντερο και γνώριζε με σοφία, με σύνεση και με θαυμαστή διάκριση, να αντιμετωπίζει εύκολες αλλά και συνάμα δύσκολες καταστάσεις.
    
     Έλεγε ο ίδιος χαρακτηριστικά:
     –Όταν ήρθα εδώ, παιδιά μου, τα πρώτα χρόνια, νόμιζα ότι αυτά τα βράχια γύρω μου θα πέσουν πάνω μου να με πλακώσουν! Αλλά, είπα: «Εδώ!... Εδώ, θα πεθάνω!...». Και ο Κύριος με ευλόγησε!».

     Το περιστατικό που ακολουθεί είναι πέρα ως πέρα αληθινό και αφορά αυτή τη ζοφερή, στενή και απαράκλητη περίοδο κατά την οποία ο Γέροντας Γεράσιμος ζούσε μόνος, ορφανός από πατέρα πνευματικό, αβοήθητος, υστερούμενος, ανήμπορος, ενδεής και πάμφτωχος.


     Ο περιβόητος παπα–Εφραίμ ο Κατουνακιώτης (1912–1998), περνώντας κάποτε έξω από το Καλύβι του 25χρονου τότε μοναχού Γερασίμου, βλέπει οφθαλμοφανώς επάνω ακριβώς από το Καλύβι του ταπεινού Υμνογράφου τον Τίμιο Πρόδρομο του Κυρίου να υπερίπταται και έκθαμβος τον ρωτάει:
     –Τί κάνεις εδώ, Τίμιε Πρόδρομε;!
     Και ο Άγιος Ιωάννης, ο παμμέγιστος Πρόδρομος του Σωτήρος Χριστού, του απαντά:
     –Κάθομαι εδώ και φυλάω το καλογέρι, που μου ανάβει τα καντήλια!

     Ο παπα–Εφραίμ δόξασε τον Θεό και, με δάκρυα στα μάτια, πήγε και διηγήθηκε καταλεπτώς το γεγονός στον νεαρό, τότε, μοναχό π. Γεράσιμο, ο οποίος, ακούγοντάς το, ξέσπασε αμέσως σε άφθονους λυγμούς μεγάλης και ασυγκράτητης συγκινήσεως, δοξολογώντας τον Θεό και ευχαριστώντας από βάθους καρδιάς τον Τίμιο Πρόδρομο για την ανέλπιστη εύνοιά του προς αυτόν.

     Άλλοτε πάλι, δεκαετίες αργότερα, σε μία συζήτηση που έγινε, αντιδρώντας ο αείμνηστος Γέροντας π. Γεράσιμος για την περισσή αυστηρότητα που αποδίδουν υπέρμετρα πολλοί χρωστήρες των αγιογράφων στον χαρακτήρα της μορφής του Τιμίου Προδρόμου, εκμυστηρεύθηκε προς τον υποτακτικό του με έκδηλη πια τη μυστική ομορφιά των ιερών βιωμάτων του, μεταξύ των άλλων, τα εξής:
     –Ο Τίμιος Πρόδρομος, είναι γλυκύς, ωραίος, πανέμορφος!...
     –Τί λες, Γέροντα; Πώς το ξέρεις; τον ρώτησε με αφέλεια ο νεαρός υποτακτικός του.
     –Τον είδα, παιδάκι μου! είπε με απλότητα ο Γέροντας Γεράσιμος·
      –Τον είδα!... Ήταν γλυκύς, ωραίος!... Και μου είπε ότι, «εγώ θα είμαι ο προστάτης σου και ο εγγυητής της σωτηρίας σου!».

     Ο υποτακτικός του μακαριστού Υμνογράφου τα έχασε κυριολεκτικά! Συνέχισε να περπατάει σιωπηλός προς τα κελιά τους μαζί με τον αγαθό Γέροντά του, τον μακαριστό Γεράσιμο· αμίλητος πλέον, αλλά εσωτερικά έκθαμβος από αυτή την πολύτιμη αποκάλυψη για τον Τίμιο Πρόδρομο, τον «γλυκύ, τον ωραίο και τον πανέμορφο» Προάγγελο, Προφήτη, Κήρυκα, Συγγενή, Φίλο, τον Βαπτιστή Ιωάννη, τον Πρόδρομο του Σωτήρος Χριστού!

ΜΟΝΑΧΟΣ
ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
(1916–2006)


[ (1) Μοναχού
Θεοκλήτου Διονυσιάτου
(1916–2006):
«Γεράσιμος Μοναχός 
Μικραγιαννανίτης,
Υμνογράφος της Μεγάλης 
του Χριστού Εκκλησίας»·
Εκδόσεις: 
«Θεσσαλονίκη Πολιτιστική
Πρωτεύουσα Ευρώπης 1997»,
σελ. 127–128.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


     Η Εκκλησία συνηθίζει την επαύριο ορισμένων Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών να τιμά εκείνον που υπηρέτησε το εν λόγω μυστήριο· και σήμερα, επαύριο των Θεοφανείων, τιμά τον Βαπτιστή και Πρόδρομο και τον εγκωμιάζει ως τον μεγαλύτερο των Προφητών, ως τον «πιο μεγάλο άνθρωπο που γέννησε ποτέ γυναίκα» (Ματθ. 11, 11), ως την φωνή του Λόγου, τον κήρυκα της Χάριτος, την χελιδόνα που προμηνύει την Άνοιξη την πνευματική, τον λύχνο του θείου Φωτός, την πνευματική αυγή που αναγγέλλει τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, τον επίγειο άγγελο και τον ουράνιο άνθρωπο που βρίσκεται στο μεταίχμιο γης και ουρανού και ενώνει την Παλαιά με την Καινή Διαθήκη. Εστάλη από τον Θεό σαν «η φωνή που βροντοφωνάζει μέσα στην έρημο» (βλ. Ματθ. 3, 3· Ιωάν. 1, 23), για να αναγγείλει και να προετοιμάσει την έλευση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και ολοκληρώνει ο Ιωάννης την αποστολή του βαπτίζοντας τον Κύριο στον Ιορδάνη ποταμό: «Η δική μου χαρά έχει τώρα πια ολοκληρωθεί. Εκείνου το έργο πρέπει να μεγαλώνει και το δικό μου να μικραίνει» (Ιωάν. 3, 30). Παρ’ όλ’ αυτά, ακόμη και μετά την φανέρωση της Χάριτος και τον μαρτυρικό του θάνατο, ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής παραμένει για τους χριστιανούς ο «Πρόδρομος», με την πνευματική έννοια, του Χριστού. Πρότυπο εγκρατείας, παρθενίας, μετανοίας και κάθαρσης από τα πάθη διά της ασκήσεως και της προσευχής, καθίσταται μυσταγωγός του μοναχικού βίου, διαπρύσιος εμπνευστής των πιστών και αδιάκοπα προετοιμάζει για εμάς την οδό που οδηγεί απλανώς προς τον Κύριο. Ακολουθώντας το μήνυμα μετανοίας του Τιμίου Προδρόμου, μπορούμε επάξια να προετοιμασθούμε ώστε να λάβουμε το άγιο Βάπτισμα και, μιμούμενοι μετά τον φωτισμό μας την αγία βιοτή του στην έρημο, θα μπορέσουμε να διαφυλάξουμε την Χάρη και να την κάνουμε να αυξάνει αδιάκοπα, έως ότου ο Χριστός σκηνώσει μέσα μας με όλη την δόξα της Αναστάσεώς Του.

Η μετένεξη της αγίας Δεξιάς του Προδρόμου


     Το σκήνωμα του Τιμίου Προδρόμου το ενταφίασαν οι μαθητές του στην Σεβαστεία (Σαμαρία), όπου λίγο αργότερα έφθασε ο Ευαγγελιστής Λουκάς και πήρε την Δεξιά του Προδρόμου ώστε να την καταθέσει στην πατρίδα του την Αντιόχεια, όπου το τίμιο λείψανο επιτέλεσε πολλά θαύματα. Μεταξύ άλλων διηγούνται ότι οι ειδωλολάτρες της πόλης συνήθιζαν να θυσιάζουν κάθε χρόνο μια παρθένα κόρη, η οποία μόλις είχε μπει στην εφηβεία, σ’ έναν φοβερό δράκοντα που τον τιμούσαν ως θεό. Μια ημέρα, ο πατέρας της δύστυχης κόρης που είχε επιλεγεί για την θυσία, προσέτρεξε στην εκκλησία όπου τιμόταν το πολύτιμο λείψανο για να ζητήσει την βοήθεια του Τιμίου Προδρόμου, και άρπαξε κρυφά ένα του δάκτυλο. Την ώρα που, ενώπιον όλου του λαού, οι ιερείς των ειδώλων ετοιμάζονταν να ρίξουν την κόρη στο ορθάνοικτο στόμα του τέρατος, ο πατέρας έριξε μέσα το δάκτυλο του αγίου και στην στιγμή το θηρίο έπεσε νεκρό. Ως έκφραση ευγνωμοσύνης έκτισαν εκεί μια λαμπρή εκκλησία προς τιμήν του Προδρόμου.
     Πολλά χρόνια αργότερα, οι ευσεβείς αυτοκράτορες Κωνσταντίνος Ζ΄ και Ρωμανός Β΄ πληροφορήθηκαν τα αναρίθμητα θαύματα που επιτέλεσε το τίμιο λείψανο της χειρός του Προδρόμου και έδωσαν εντολή σ’ έναν διάκονο, ονόματι Ιώβ, να το φέρει στην Κωνσταντινούπολη. Η υποδοχή της Δεξιάς του Βαπτιστού και Προδρόμου του Χριστού στην Βασιλεύουσα έλαβε χώρα το βράδυ ακριβώς της παραμονής των Θεοφανείων. Το άγιο λείψανο της Δεξιάς του Προδρόμου βρίσκεται σήμερα κατατεθειμένο στην Ιερά Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους, όπου τιμάται με ευλάβεια. Ένα άλλο λείψανο της χειρός του Προδρόμου βρίσκεται στα παλαιά σουλτανικά ανάκτορα (σημ. μουσείο «Τοπ-Καπί») στην Κωνσταντινούπολη. Ο μεγαλειώδης και θαυμαστός βίος του Τιμίου Προδρόμου έχει και τους εξής εόρτιους σταθμούς, πανευλαβικά γνωστούς στη ζωή της Εκκλησίας: Σύλληψη [23 Σεπτ.], Γενέθλιον [24 Ιουν.], Αποτομή [29 Αυγ.], Εύρεση κεφαλής [24 Φεβρ. και 25 Μαΐου].


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄.
Μνήμη δικαίου μετ’ ἐγκωμίων·
σοὶ δὲ ἀρκέσει ἡ μαρτυρία
τοῦ Κυρίου Πρόδρομε·
ἀνεδείχθης γὰρ ὅντως
καὶ Προφητῶν σεβασμιώτερος,
ὅτι καὶ ἐν ῥείθροις βαπτίσαι
κατηξιώθης τὸν κηρυττόμενον.
Ὅθεν τῆς ἀληθείας ὑπεραθλήσας,
χαίρων εὐηγγελίσω καὶ τοῖς ἐν ᾍδῃ,
Θεὸν φανερωθέντα ἐν σαρκί,
τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου,
καὶ παρέχοντα ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. β΄.
Τὴν σωματικήν σου παρουσίαν δεδοικώς,
ὁ Ἰορδάνης φόβῳ ὑπεστρέφετο·
τὴν προφητικὴν δὲ λειτουργίαν ἐκπληρῶν,
ὁ Ἰωάννης τρόμῳ ὑπεστέλλετο·
τῶν Ἀγγέλων αἱ τάξεις ἐξεπλήττοντο,
ὁρῶσαί σε ἐν ῥείθροις σαρκὶ βαπτιζόμενον·
καὶ πάντες οἱ ἐν τῷ σκότει κατηυγάζοντο,
ἀνυμνοῦντές σε τὸν φανέντα,
καὶ φωτίσαντα τὰ πάντα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χειρί σου βαπτίσας,
ὦ Βαπτιστά,
τὸν διὰ θαλάσσης,
ἀγαγόντα τὸν Ἰσραήλ,
Προφητῶν ἁπάντων,
ὑπέρτερος ἐδείχθης·
διὸ ἀνευφημοῦμεν
τὴν θείαν χάριν σου.




[Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
σελ. 76–77.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

Η ΑΠΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

Η ΑΠΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


     Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και Βαπτιστής του Κυρίου, εμαρτυρήθη από τον Ίδιο τον Χριστό ότι είναι μεγαλύτερος από όλους τους ανθρώπους που έχουν γεννηθεί από γυναίκα και πρώτος μεταξύ των Προφητών. Από παιδί κιόλας, προτού καν προλάβει να ενηλικιωθεί, αυτός για τον οποίον «δεν ήταν άξιος ο κόσμος να έχει τέτοιους ανθρώπους» (Εβρ. 11, 38), άφησε την αγκαλιά της μητέρας του, της Δικαίας Ελισάβετ, και οδηγήθηκε από χέρι Αγγέλου στην ησυχία της γης του Ιορδάνου και με τη Χάρη και δύναμη του Αγίου Θεού αποσύρθηκε στην έρημο σκεπασμένος με τρίχες καμήλας και ζωσμένος με δερμάτινη ζώνη που σήμαινε την κυριαρχία πάνω σε όλες τις ορμές της σαρκός. Αφού βρήκε ως νέος Αδάμ την αρμονική κατάσταση της φύσεώς μας που δημιουργήθηκε για να είναι στραμμένη μόνον προς τον Θεό, τρεφόταν με ακρίδες και άγριο μέλι, έχοντας απερίσπαστο και αμέριμνο το πνεύμα του διαρκώς προσηλωμένο στη θεωρία.

     Το δέκατο πέμπτο έτος της ηγεμονίας του Τιβέριου Καίσαρα (29 μ.Χ.), ο Ιωάννης ακούγοντας τον Λόγο του Θεού στην έρημο και, υπακούοντας στο αιώνιο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων μετέβη στην περιοχή του Ιορδάνη για να κηρύξει την μετάνοια στα πλήθη που προσέτρεχαν κοντά του υπό την επίδραση της θαυμαστής όσο και πρωτάκουστης αγγελικής πολιτείας του. Βάπτιζε τους ανθρώπους στα νερά του Ιορδάνη ποταμού, ως σημείο εξαγνισμού από τις αμαρτίες τους και, για να τους προετοιμάσει να δεχθούν τον Σωτήρα Χριστό, τους καλούσε να παράγουν άξιους καρπούς της μετανοίας και να όχι να καυχιούνται στείρα ότι είναι τέκνα του Αβραάμ. Και έλεγε, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Ησαΐα: «Ακούστε τη φωνή που βοά μέσα από την έρημο και σας λέει· “Ετοιμάστε στην έρημο έναν δρόμο για τον Κύριο, ισιώστε το μονοπάτι για να περάσει ο Θεός· κάθε φαράγγι ας υψωθεί, κάθε βουνό και λόφος ας χαμηλώσει, το ανώμαλο έδαφος να γίνει πεδιάδα κι όλα τ’ απόκρημνα και δύσβατα μέρη κοιλάδα. Τότε θα φανεί η δόξα του Κυρίου και κάθε άνθρωπος θα δει τη σωτηρία”» (Ησ. 40, 3-5). Καθώς ο λαός αναρωτιόταν αν αυτός ήταν ο Σωτήρας ο αναμενόμενος από γενεές και γενεές, ο Ιωάννης τούς έλεγε: «Εγώ σας βαπτίζω τώρα με νερό, προκειμένου να καθαριστείτε και να ωθηθείτε στη μετάνοια. Αυτός όμως που έρχεται μετά από μένα, είναι Ο Ισχυρότερός μου· Αυτός θα σας βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο και φωτιά» (Ματθ. 3, 11). Η αγνότητά του και η αγάπη του για την παρθενία ήταν τόση, ώστε κρίθηκε άξιος όχι μόνο να δει τον Σωτήρα, του Οποίου καταστάθηκε μοναδικός Πρόδρομος, αλλά και να Τον βαπτίσει στον Ιορδάνη και να είναι μάρτυρας της αποκάλυψης της Αγίας Τριάδας.


     Ο άγιος Ιωάννης όχι απλά «μελετούσε» αλλά εβίωνε αγιοεμπειρικά τον Λόγο του Θεού και θεωρούσε όλα τα πράγματα του κόσμου τούτου δευτερεύοντα σε σχέση με την τήρηση του θεϊκού Νόμου, του οποίου τέλεια εφαρμογή ήταν ο δικός του βίος. Για τον λόγο αυτό δεν φοβόταν να επικρίνει με σφοδρότητα τον Ηρώδη Αντύπα [1], τον τετράρχη της Γαλιλαίας, άνθρωπο ασελγή και έκλυτο που, ενάντια στον Νόμο, είχε παντρευτεί την Ηρωδιάδα, την γυναίκα του αδελφού του Φιλίππου, ενώ αυτός ήταν ακόμη εν ζωή [2] και είχε κάνει μάλιστα μια κόρη μαζί της, την Σαλώμη [3]. Γινόμενος η φωνή της πυρωμένης συνείδησης του αμαρτωλού, ο Προφήτης είπε προς αυτόν εξ ονόματος του Θεού: «Δεν σου είναι επιτρεπτό να έχεις για σύζυγο την γυναίκα του αδελφού σου!». Γι’ αυτό και η Ηρωδιάδα έτρεφε έντονο μίσος κατά του Ιωάννη και ήθελε να τον θανατώσει. Την εμπόδιζε ωστόσο ο Ηρώδης που τον σεβόταν, ως άνθρωπο δίκαιο και άγιο, αλλά κυρίως από τον φόβο του λαού που τον τιμούσε ως αποσταλμένο του Θεού. Τελικά η δόλια Ηρωδιάς πέτυχε τον σκοπό της και κατάφερε να φυλακισθεί ο Προφήτης στο φρούριο το λεγόμενο «Μαχαιρούς».

     Στην επέτειο των γενεθλίων του, κοντά στο Πάσχα [4], ο βασιλιάς παρέθεσε μεγάλο συμπόσιο στους ευγενείς του βασιλείου του, στο οποίο όλοι παραδόθηκαν στην πολυφαγία και την μέθη. Η Σαλώμη χόρεψε με ηδυπάθεια μπροστά στους συνδαιτυμόνες αυτού του συμποσίου της ματαιοδοξίας και άρεσε στα άσεμνα βλέμματα του πατέρα της, που δεσμεύθηκε με όρκο να της χαρίσει σε ανταμοιβή ό,τι κι αν του ζητούσε, ακόμη και το μισό του βασίλειο. Δασκαλεμένη από την μητέρα της, η νεαρή κόρη ζήτησε να της φέρουν εκείνη την στιγμή την πανσεβάσμια Κεφαλή του Ιωάννου επί πίνακι. Ο βασιλιάς βρέθηκε σε δύσκολη θέση, αλλά εξαιτίας του όρκου του και για να μην πέσει το γόητρό του μπροστά στους συμπότες του, αποφάσισε να θανατώσει τον Δίκαιο. Η απόφαση εκτελέστηκε αμέσως· ένας στρατιώτης πήγε να αποκεφαλίσει τον άγιο Ιωάννη στην φυλακή του και έφερε σύντομα στην αίθουσα επί πίνακι, και ματωμένη ακόμη, την Τίμια Κάρα του, η οποία απηύθυνε μία σιωπηλή μομφή στην εγκληματική αδυναμία του βασιλιά. Η Σαλώμη παρέδωσε το αποτρόπαιο τρόπαιο αυτό στην παμπόνηρη μητέρα της και έμοιαζε να της λέει στυγνά: «Φάε, μητέρα, την σάρκα εκείνου που έζησε ως ασώματος και πιες τώρα το αίμα του! Η γλώσσα αυτή που έπαψε να μας επικρίνει θα σιγήσει πια για πάντα!». Είναι χαρακτηριστικό αυτό που ο άγιος Ιερώνυμος διηγείται, ότι η Ηρωδιάς ξέσπασε όλη την δαιμονική της λύσσα πάνω στην παναιδέσιμη Κεφαλή του θύματός της, τρυπώντας την θεοκίνητη γλώσσα του με ένα στιλέτο...


     Οι μαθητές του αγίου Προδρόμου ήρθαν και πήραν ευλαβικά το σώμα του και πήγαν να το θάψουν στην Σεβάστεια, κατόπιν δε, πληροφόρησαν τον Χριστό (Ματθ. 14, 12). Μόνο πολύ αργότερα τα λείψανα του Τιμίου Προδρόμου ανευρέθησαν θαυματουργικώς, με σκοπό να επιδαψιλεύσουν την θεία Χάρη στους πιστούς που τα προσκυνούσαν με πίστη και πόθο Θεού [5].

     Την αιματηρή τούτη πράξη επέτρεψε ο Θεός με σκοπό ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, αφού υπήρξε ο μέγας και μόνος Πρόδρομος του Χριστού στην γη, να υπάρξει ως τέτοιος και στο καταχθόνιο βασίλειο των μέχρι τότε αλύτρωτων νεκρών και να πορευθεί να αναγγείλει στους δικαίους αλλά και στους καλόγνωμους τεθνεώτας που αναμένουν την Λύτρωση, την επικείμενη έλευση του Μεσσία που επρόκειτο σε λίγο να συντρίψει με τον Σταυρό τις πύλες και τις αμπάρες του Άδη.

     Με την ζωή του, όπως και με τον μαρτυρικό θάνατό του, ο Τίμιος Πρόδρομος παραμένει για όλους τους χριστιανούς ένας Προφήτης και ένας Διδάσκαλος του γνήσιου και κρείττονος πνευματικού βίου. Με την άμεμπτη πολιτεία του τους διδάσκει να αγωνίζονται μέχρι θανάτου κατά της ποικιλόμορφης αμαρτίας, όχι μόνο χάριν της δικαιοσύνης και της τυπικά πιστής τήρησης του Νόμου, αλλά και για την ολόθυμη προκοπή στην θεία αρετή και για την εσωτερική καθαρότητα της καρδιάς. Κάθε συνείδηση πιστού, οξυμένη από την προσεκτική μελέτη του Νόμου του Θεού, ομοιάζει λοιπόν με τον Ιωάννη τον Πρόδρομο που ανοίγει στην κάθε εν μετανοία ψυχή τις μυστικές οδούς του Κυρίου, με σκοπό να της προσφέρει την γνώση και την εμπειρία της εν Χριστώ σωτηρίας (βλ. Λουκ. 1, 76) [6].

     Παρόλο που η μνημόνευση του θανάτου – μάλλον της κοίμησης  των αγίων είναι μία χαρμόσυνη περίσταση, συνηθίζεται σήμερα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας να τηρείται παγχριστιανικά αυστηρή νηστεία ως έκφραση της δικής μας εν Εκκλησία πνευματικής συνδρομής για το άδικο της αποτομής της Κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου, άδικο το οποίο η θαυμάσια σε νοήματα και παραλληλισμούς ακολουθία της σημερινής εορτής υπογραμμίζει κατανυκτικότατα πολλές φορές [7].


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ — ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

   [1] Γιος του Ηρώδη του Μεγάλου, υπήρξε τρετάρχης Γαλιλαίας και Περαίας από το έτος 4 π.Χ. έως το 39 μ.Χ.
   [2] Ο Φίλιππος αυτός δεν ήταν ο τετράρχης Ιτουραίας και Τραχωνίτιδος, που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο (Λουκ. 3, 1), αλλά ένας άλλος γιος του Ηρώδη του Μεγάλου, ετεροθαλής αδελφός του Ηρώδη Αντύπα.
   [3] Το όνομά της δεν αναφέρεται στο Ευαγγέλιο, αλλά παραδόθηκε από τον ιστορικό Φλάβιο Ιώσηπο· «Αρχαιολογία», 18, 5, 2-4.
   [4] Η εορτή της Αποτομής της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου καθιερώθηκε την ημέρα αυτή εις μνήμην των εγκαινίων μίας εκκλησίας που ανηγέρθη για να στεγάσει τα λείψανά του στην Σεβάστεια (Σαμάρεια), κατά τους χρόνους των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.
   [5] Μνημονεύονται τρεις ευρέσεις της Κάρας του Προδρόμου: η πρώτη και η δεύτερη στις 24 Φεβρ. και η Τρίτη στις 25 Μαΐου. Όσο για τα υπόλοιπα λείψανά του, αυτά κάηκαν κατά τους χρόνους του Ιουλιανού του Παραβάτη, μικρά όμως κομμάτια μπόρεσαν να ανασυρθούν από την φωτιά και παραδόθηκαν στον άγιο Αθανάσιο Αλεξανδρείας και από εκεί πέρασαν στον χριστιανικό κόσμο. Η δεξιά του τιμάται στην Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους και το άλλο χέρι του σώζεται στο αρχαίο παλάτι των σουλτάνων στην Κωνσταντινούπολη («Τοπκαπί»). Στην Δύση βρίσκει κανείς πλήθος λειψάνων του Προδρόμου, η αυθεντικότητα των οποίων είναι δύσκολο να επιβεβαιωθεί, εκτός πιθανόν από το τμήμα του προσώπου του που το αφαίρεσαν οι Σταυροφόροι από την Μονή των Μαγγάνων κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (το 1204) και διατηρείται σήμερα στο θησαυροφυλάκιο του καθεδρικού ναού της Αμιένης (Amiens), πρωτεύουσα της Πικαρδίας (Picardie) στην Βόρεια Γαλλία.
   [6] Βλ. σχετικά: Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, Ομιλία εις την Αποτομήν αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, PG 151, 496 κ.ε.
   [7] Βλ. επίσης και: Ματθ. 14, 1-2· Μάρκ. 6, 17-29· Λουκ. 3, 19-20.




[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 12ος, Αύγουστος, σελ. 327–330.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Μάρτιος 2009.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.