Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μελέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μελέτες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

Η ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ ΕΚΒΑΛΛΕΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ

Η ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ ΕΚΒΑΛΛΕΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ


     Ανάμεσα στις μυστηριώδεις και θαυμαστές ιδιότητες του Ονόματος του Ιησού Χριστού είναι η δύναμη και η ιδιότητα να εκβάλλει τους δαίμονες. Η ιδιότητα αυτή αποκαλύφθηκε από τον Ίδιο τον Κύριο. Είπε ο Κύριος πως όσοι πιστεύουν σ’ Αυτόν, «θα βγάζουν δαιμόνια με το Όνομά Του» (Μάρκ. 16, 17). Πρέπει ιδιαίτερα να προσεχθεί αυτή η ιδιότητα του Ονόματος του Ιησού, γιατί έχει μεγίστη σπουδαιότητα για όσους εφαρμόζουν στη ζωή τους αυτή την Προσευχή.


     Πρώτα απ’ όλα πρέπει να ειπωθούν λίγα λόγια για την ενοίκηση δαιμόνων μέσα στους ανθρώπους. Αυτή συμβαίνει με δύο τρόπους· ο ένας απ’ αυτούς μπορεί να ονομαστεί «σωματική» ενοίκηση και ο άλλος «ηθική», «πνευματική».

     Ο σατανάς ενοικεί σωματικά μέσα σ’ έναν άνθρωπο, όταν, σαν ύπαρξη, θέτει υπό την κατοχή του το σώμα του ανθρώπου βασανίζοντας το σώμα και τη ψυχή του. Μ’ αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να ζει μέσα στον άνθρωπο ένας δαίμονας, όπως επίσης είναι δυνατό να ζουν μέσα στον ίδιο άνθρωπο πολλοί δαίμονες. Τότε ο άνθρωπος αυτός ονομάζεται «δαιμονόπληκτος» ή «δαιμονισμένος».


     Από το ιερό Ευαγγέλιο μαθαίνουμε πως ο Κύριός μας θεράπευσε ανθρώπους που ήταν δαιμονόπληκτοι. Το ίδιο έκαναν και οι μαθητές Του· έδιωχναν τους δαίμονες έξω από τους ανθρώπους με το Όνομα του Κυρίου. Ο σατανάς ενοικεί ηθικά μέσα σ’ έναν άνθρωπο, όταν ο άνθρωπος αυτός πράττει το θέλημα του διαβόλου. Μ’ αυτό ακριβώς τον τρόπο ήταν που ο «σατανάς εισήλθε» μέσα στον Ιούδα τον Ισκαριώτη (Ιωάν. 13, 27)· έθεσε δηλαδή ο προδότης μαθητής κάτω από τον έλεγχο του αιώνιου εχθρού μας τη λογική και τη βούλησή του κι έγινε ένα μ’ αυτόν πνευματικά.


     Όσοι δεν πιστεύουν στον Χριστό, ήταν, είναι και θα είναι σ’ αυτή την κατάσταση, όπως λέει ο άγιος Απόστολος Παύλος προς τους χριστιανούς που είχαν προσέλθει στον Χριστιανισμό από την ειδωλολατρία: «Ζούσατε κάποτε σύμφωνα με τις αξιώσεις αυτού εδώ του κόσμου, υπακούοντας στον άρχοντα των πονηρών δυνάμεων που βρίσκονται ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, στο σατανικό πνεύμα που εξακολουθεί να εξουσιάζει όσους δεν υπακούν στον Θεό. Έτσι ζούσαμε σαν κι αυτούς κάποτε κι εμείς όλοι: ήμασταν δούλοι στις επιθυμίες μας και κάναμε ό,τι ήθελε το αμαρτωλό εγώ μας. Η αμαρτωλή μας φύση μάς οδηγούσε, όπως και τους υπόλοιπους ανθρώπους, σε πράξεις που προκαλούσαν την οργή του Θεού» (Εφεσ. 2, 2–3). Λίγο-πολύ σ’ αυτή την κατάσταση βρίσκονται, ανάλογα βέβαια με το βαθμό της αμαρτωλότητάς τους, όσοι βαφτίστηκαν μεν «εις Χριστόν», αλλά αποξενώθηκαν απ’ Αυτόν με την αμαρτία. Έτσι αντιλαμβάνονται οι άγιοι Πατέρες τα λόγια του Χριστού που αναφέρονται στην επιστροφή του διαβόλου με συντροφιά άλλων εφτά πονηρών πνευμάτων στον ναό της ψυχής, απ’ όπου φυγαδεύτηκε το Πνεύμα το Άγιο (βλ. Ματθ. 12, 43–45). Όταν μπουν πονηρά και ακάθαρτα πνεύματα στον άνθρωπο, μονάχα μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούν να εκβληθούν και πάλι· με την Προσευχή του Ιησού, η οποία ανθίζει στα χώματα μιας ζωής γεμάτης από αδιάκοπη και γρηγορούσα μετάνοια.


     Ας επιδοθούμε σ’ αυτό το παραμελημένο από πολλούς έργο της Ευχής· έργο, που είναι τόσο άμεσα συνδεδεμένο με τη Σωτηρία μας. Ας κάνουμε ό,τι μας είναι δυνατό για να βγάλουμε από μέσα μας, με την Προσευχή του Ιησού, τους δαίμονες που μπήκαν στη ψυχή μας εξαιτίας της αμελείας μας. Η Προσευχή του Ιησού έχει την ιδιότητα να ζωοποιεί όσους νεκρώθηκαν με την αμαρτία και να εκβάλλει κυριολεκτικά τους δαίμονες. «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή», είπε ο Σωτήρας μας· «Κι αυτός που πιστεύει σε Μένα, ακόμα και να πεθάνει, θα ζήσει» (Ιωάν. 11, 25). «Να, και τα θαύματα που θα κάνουν όσοι θα πιστέψουν: με την επίκληση του Ονόματός Μου θα διώχνουν δαιμόνια» (Μάρκ. 16, 17). Η Προσευχή του Ιησού, από τη μία αποκαλύπτει την παρουσία των δαιμόνων μέσα στον άνθρωπο, και από την άλλη τους διώχνει έξω απ’ αυτόν. Εδώ συμβαίνει κάτι παρόμοιο με ό,τι συνέβη όταν ο Κύριος εξέβαλε τον δαίμονα από τον δαιμονόπληκτο νεανία, ύστερα από τη θεία Του Μεταμόρφωση. Σαν είδε ο νεανίας τον Κύριο να έρχεται προς αυτόν, «το πονηρό πνεύμα αμέσως συντάραξε το παιδί κι εκείνο έπεσε καταγής και κυλιόταν βγάζοντας αφρούς» (Μάρκ. 9, 20). Και μόλις το διέταξε ο Κύριος ν’ αφήσει το ταλαίπωρο θύμα του, τη στιγμή που έβγαινε το πνεύμα το πονηρό, κινούμενο από κακεντρέχεια και κακία, στρίγγλισε δυνατά και πολύ βίαια συγκλόνισε τον νέο, έτσι που φάνηκε σαν να είναι πεθαμένος.


     Η δύναμη του σατανά που κατοικεί μέσα στον άνθρωπο σαν αποτέλεσμα της απρόσεκτης και ακόλαστης ζωής του, χωρίς καν να γίνεται αντιληπτή ή κατανοητή, ακούγοντας το Όνομα του Κυρίου Ιησού να το επικαλείται κάποιος σε προσευχή, ταράσσεται και συγχύζεται. Η δύναμη αυτή του σατανά συνδαυλίζει όλα τα πάθη και μ’ αυτά περιάγει ολόκληρο τον άνθρωπο σε μια τρομερή κατάσταση ταραχής και σύγχυσης, γεννώντας μέσα στο σώμα διάφορες «παράξενες» αρρώστιες. Σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα είπε ένας μέγας ασκητής της ερήμου πως, «ένα μονάχα απομένει σ’ εμάς, τα αδύνατα πλάσματα· να καταφεύγουμε στο Όνομα του Ιησού, γιατί τα πάθη είναι δαίμονες που εξαφανίζονται με την επίκληση αυτού του Ονόματος». Αυτό σημαίνει πως η ενέργεια των παθών και των δαιμόνων είναι ενιαία· οι δαίμονες δρουν χρησιμοποιώντας πάντα σαν μέσο τους τα πάθη. Και όποτε βλέπουμε μια ιδιαίτερη ταραχή και αναστάτωση των παθών να συνοδεύει την Προσευχή του Ιησού, ας μην αποθαρρυνόμαστε κι ας μη σαστίζουμε γι’ αυτό. Αντίθετα, να παίρνουμε θάρρος και να προετοιμαζόμαστε στον αγώνα μας για μια πιο προσεκτική Προσευχή στο Όνομα του Ιησού, μια που πλέον είδαμε ένα καθαρό σημάδι πως η Προσευχή έχει αρχίσει να φέρνει το σωστό αποτέλεσμα μέσα μας.


     Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: «Η θύμηση του Ονόματος του Ιησού, διεγείρει τον εχθρό για μάχη. Γιατί μια ψυχή που ασκεί πίεση στον εαυτό της προκειμένου να εργαστεί την Προσευχή του Ιησού, μπορεί μ’ αυτή την Προσευχή να βρει οτιδήποτε: και αγαθό και πονηρό. Πρώτα η ψυχή είναι δυνατόν να δει το πονηρό στα μύχια της καρδιάς της και κατόπιν να δει το αγαθό. Η Προσευχή αυτή μπορεί να υποκινήσει τον όφη σε δράση, όπως και η ίδια αυτή Προσευχή μπορεί να τον συντρίψει· η Προσευχή αυτή μπορεί να ξεχώσει την αμαρτία που ζει μέσα μας και η ίδια αυτή Προσευχή μπορεί να την ξεριζώσει· η Προσευχή αυτή μπορεί να υποδαυλίσει στην καρδιά όλη τη δύναμη του εχθρού και πάλι αυτή η ίδια Προσευχή μπορεί να τον υποτάξει και, λίγο-λίγο, να τον βγάλει ολότελα από μέσα μας. Το Όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού, κατεβαίνοντας προς τα βάθη της καρδιάς, θα καθυποτάξει τον όφη που διαφεντεύει τα λιβαδοτόπια της, θα σώσει και θα ζωοποιήσει τη ψυχή. Συνεχίστε σταθερά την Προσευχή στο Όνομα του Κυρίου Ιησού, έτσι που η καρδιά να αφομοιώσει μέσα της τον Κύριο και ο Κύριος να αφομοιώσει μέσα Του την καρδιά του ανθρώπου, έτσι που οι δυο τους –και εκείνη και Εκείνος– να γίνουν ένα. Αυτό, όμως, δεν πραγματοποιείται μέσα σε μια μέρα ή μέσα σε δυο μέρες, αλλά απαιτεί χρόνια πολλά και χρόνο πολύ. Χρειάζονται πολύς χρόνος και μόχθος για να διωχθεί ο εχθρός και να εγκατασταθεί ο Χριστός».


     Είναι φανερό πως εδώ περιγράφεται η δραστηριότητα εκείνη, για την οποία μιλά ο άγιος Μακάριος ο Μέγας, και προς την οποία καλεί τους ανθρώπους στον πρώτο του Λόγο (κεφ. 1ο, όχι από τις «Πνευματικές Ομιλίες»), με σαφή ένδειξη για το όπλο που θα χρησιμοποιηθεί σ’ αυτό τον πνευματικό πόλεμο: «Όποιος και νά ’σαι, μπες με βία ανάμεσα από τις σκέψεις που ακατάπαυστα γεννιούνται και ορθώνονται μέσα σου· μπες μέχρι να φτάσεις εκείνον τον αιχμάλωτο του πολέμου και τον δούλο της αμαρτίας –δηλαδή τον εαυτό σου και τη ψυχή σου–, μπες και ρίξε ένα διεισδυτικό βλέμμα ως τα βάθη του νου σου και εξέτασε το βάθος των σκέψεών σου· θα δεις εκεί, στα πιο βαθιά μύχια της ψυχής σου, φωλιασμένο και σερνόμενο τον όφη (τον «βύθιο δράκοντα» [βλ. Ησ. 27, 1· Δαν. 7, 7· Αποκ. 12, 3. 7–9· και 13, 1. 7–9·]) που σε σκότωσε δηλητηριάζοντας όλα τα ζωτικά μέρη της ψυχής σου. Η καρδιά είναι μια ανεξερεύνητη άβυσσος (πρβλ. Ιερ. 17, 9). Αν σκοτώσεις τον όφη εκείνον, δόξα στην αγνότητά σου ενώπιον του Θεού! Αν όμως όχι, ταπείνωσε τον εαυτό σου σαν ένας άνθρωπος αδύνατος και αμαρτωλός και προσευχήσου στον Θεό να σου παράσχει την απελευθέρωση από τις κρυφές σου αμαρτίες». 


     Πάλι ο ίδιος αυτός μέγας του Θεού δούλος, ο άγιος Μακάριος, μας λέει: «Η βασιλεία του σκότους, δηλαδή ο κακός πρίγκιπας των πνευμάτων, αφού στην αρχή αιχμαλώτισε τον άνθρωπο, περιτύλιξε κι έντυσε τη ψυχή του με τη δύναμη του σκοταδιού. Ο κακός άρχοντας έντυσε τη ψυχή και όλη την ουσία της με την αμαρτία. Τη λέρωσε ολόκληρη και την αιχμαλώτισε στο βασίλειό του. Δεν άφησε ούτε ένα μέλος της ελεύθερο από τη σκλαβιά και από την κυριαρχία του –ούτε τις σκέψεις ούτε την αντίληψη ούτε το σώμα–, τα έντυσε όλα με τη (βλοσυρή και απαίσια) πορφύρα του σκοταδιού. Ο κακός αυτός εχθρός μόλυνε και παραμόρφωσε ολόκληρο τον άνθρωπο: και τη ψυχή και το σώμα. Έντυσε τον άνθρωπο με τον «παλαιό άνθρωπο» (Κολ. 3, 9), αυτόν τον μολυσμένο και ακάθαρτο, τον εχθρικό προς τον Θεό και τον ανυπότακτο στον Νόμο του Θεού (Ρωμ. 8, 7) άνθρωπο· τον έντυσε, δηλαδή, με την ίδια την αμαρτία, έτσι που ο άνθρωπος να μη βλέπει πια όπως (πρέπει να) θέλει (με ακέραιη την ελευθερία του και με φρόνημα ένθεο), μα για να βλέπει και ν’ ακούει μέσα από την αχλή των παθών του και νά ’χει πόδια γοργά μόνο για την επιτέλεση πονηρών πράξεων, τα χέρια εύκολα για κάθε αμαρτωλή πράξη και την καρδιά πάντοτε επιρρεπή σε σκέψεις πονηρές. Αλλά, ας ικετεύσουμε τον Θεό ν’ απομακρύνει από μας τούτο τον παλαιό (της αμαρτίας και της φθοράς) άνθρωπο, αφού μοναχά Εκείνος μπορεί να απομακρύνει από μας την αμαρτία. Γιατί εκείνοι (οι δαίμονες) που μας έχουν αιχμαλωτίσει στην αρπαγή τους και μας κρατούν δέσμιους στη βασιλεία τους, τελικά είναι πάρα πολύ δυνατοί για μας (για τα μέτρα της φύσης και των δυνάμεών μας). Εκείνος όμως (ο Χριστός), υποσχέθηκε να μας ελευθερώσει απ’ αυτή τη δουλεία» (Ομιλία 2, 1–2).


     Ας μη τρομάζουμε ούτε από τους ανέμους ούτε από τα κύματα, όσοι ασκούμαστε στην Προσευχή του Ιησού! Με τους «ανέμους» εννοώ τις διαβολικές σκέψεις και φαντασιώσεις· και με τα «κύματα» θέλω να πω για την ταραχή των παθών που συνδαυλίζονται από τις σκέψεις και τα ονειροπολήματα. Μέσα από την πιο μανιασμένη φουρτούνα, με επιμονή (γεμάτη ελπίδα), με θάρρος (πίστεως) και με κλάμα (ικεσίας αγάπης), κάλεσε τον Κύριο Ιησού Χριστό κι Εκείνος θα επιτιμήσει τους ανέμους και τα κύματα. Κι όταν, μέσα από την ίδια την πείρα, θα έχουμε μάθει και γευθεί την παντοδυναμία του Ιησού Χριστού, θα Του προσφέρουμε την οφειλόμενη λατρεία λέγοντας: «Αληθινά, Εσύ είσαι Γιος του Θεού!» (Ματθ. 14, 33).


     Αγωνιζόμαστε για τη Σωτηρία μας. Από τη νίκη μας ή από την ήττα μας εξαρτάται η αιώνια μοίρα μας. Πάνω σ’ αυτό μας επισημαίνει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος τα παρακάτω σπουδαία ρήματα: «Τότε γίνεται πόλεμος προς τον άνθρωπο και με μεγάλη ταραχή οι πονηροί δαίμονες εναντιώνονται σ’ αυτόν και με το μέσο των παθών προξενούν σύγχυση και ζάλη μέσα στην καρδιά του. Όμως, με το Όνομα του Ιησού Χριστού, όλοι αυτοί αφανίζονται κι όλα λιώνουν όπως ακριβώς λιώνει το κερί στη φωτιά. Αλλά κι αφού ακόμη διωχθούν και βγουν έξω από την καρδιά, ωστόσο και πάλι δεν ησυχάζουν, αλλά ταράζουν με τις αισθήσεις τον νου· γι’ αυτό και πολύ γρήγορα προσέχει και δίνει σημασία ο νους σε όλη εκείνη τη γαλήνη και την ησυχία που λαμβάνει χώρα σ’ αυτόν, μια και δεν έχουν πια τη δύναμη τα δαιμόνια να προκαλέσουν ταραχή μέσα από το βάθος του νου, παρά μόνο εξωτερικά από την επιφάνειά του. Όμως, το να γλυτώσει ο άνθρωπος κι ο νους του οριστικά από αυτόν τον πόλεμο και το να παύσει να πολεμείται από τους δαίμονες, τούτο είναι αδύνατο. Επειδή αυτό είναι κατάσταση των τελείων καθώς επίσης και όλων εκείνων που, αφού χωριστούν τελείως απ’ όλα, αφοσιώνονται παντοτινά στην προσοχή της καρδιάς» («Περί των τριών τρόπων της προσευχής»).


     Στην αρχή, η άσκηση στην Προσευχή του Ιησού φαίνεται εξαιρετικά άγονη και δεν φαίνεται να υπόσχεται οποιουσδήποτε καρπούς. Ενώ ο νους αγωνίζεται να γίνει ένα με την καρδιά, συναντά στην αρχή ένα αδιαπέραστο ζόφο και σκοτάδι, μια ιδιαίτερη σκληρότητα και νέκρα της καρδιάς, η οποία δεν διεγείρεται εύκολα σε συντονισμό με τον νου. Αυτό δεν πρέπει να μας προκαλέσει αποθάρρυνση και δειλία· και αν αναφέρεται εδώ τούτο, είναι γιατί όποιος προειδοποιείται, οπλίζεται από πριν. Αυτός που θα δουλέψει με υπομονή και επιμέλεια, θα πετύχει οπωσδήποτε και θα παρηγορηθεί· θα ξεχειλίσει η καρδιά του από αγαλλίαση σαν καρποφορήσει πνευματικούς καρπούς που ούτε μπορεί να φανταστεί στη σαρκική και φυσική του κατάσταση.


     Υπάρχουν διάφοροι βαθμοί ενέργειας της Προσευχής του Ιησού. Στην αρχή η προσευχή αυτή ενεργεί μοναχά πάνω στον νου, οδηγώντας τον σε μια κατάσταση γαλήνης και προσοχής. Αργότερα, αρχίζει να εισχωρεί στην καρδιά, αφυπνίζοντάς την από τον ύπνο του θανάτου της και κάνοντας έκδηλη την αναζωογόνησή της με τη γέννηση αισθημάτων μετάνοιας και λύπης (το κατά Θεόν ιερό και νηπτικό πένθος) μέσα της. Όσο διεισδύει ακόμα βαθύτερα, αρχίζει λίγο-λίγο να ενεργεί σ’ όλα τα μέλη της ψυχής και του σώματος και ν’ αποδιώχνει την αμαρτία από παντού και να καταστρέφει την κυριαρχία, την επιρροή και το φαρμάκι των δαιμόνων. Γι’ αυτό το λόγο στις πρώτες ενέργειες της Προσευχής του Ιησού τον άνθρωπο τον καταλαμβάνει μια «ανείπωτη συντριβή» και ένας «ανέκφραστος πόνος ψυχής», όπως λέει και ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης. Η ψυχή υποφέρει όπως υποφέρει ένας άνθρωπος άρρωστος ή όπως μια γυναίκα που κοιλοπονάει, όπως λέει η Γραφή (Εκκλ. 48, 21· Ωσ. 13, 13· πρβλ. Ιωάν. 16, 21–23). «Ζωντανός και δραστικός ο λόγος του Θεού, πιο κοφτερός κι από κάθε δίκοπο σπαθί· εισχωρεί βαθιά, ως εκεί που χωρίζει τη ψυχή απ’ το πνεύμα, το κόκαλο απ’ το μεδούλι και κρίνει όλους τους διαλογισμούς και τις προθέσεις της καρδιάς» (Εβρ. 4, 12), ξεριζώνοντας την αμαρτωλότητα απ’ όλα τα μέρη της ψυχής και του σώματος.


     Όταν οι Εβδομήκοντα ελάσσονες Απόστολοι, που ο Κύριος εξαπόστειλε σε περιοδεία κηρύγματος (Λουκ. 10, 1–17), ήρθαν πίσω σ’ Αυτόν έπειτα από την επιτέλεση της διακονίας που τους είχε οριστεί, είπαν στον Κύριο με χαρά: «Κύριε, ακόμη και τα δαιμόνια μάς υποτάχθηκαν στο Όνομά Σου!» (Λουκ. 10, 17). Ω, πόσο η χαρά τους εκείνη ήταν δικαιολογημένη και πόσο εύλογη! Για περισσότερα από πέντε χιλιάδες χρόνια ο διάβολος είχε κυριαρχήσει στους ανθρώπους, κάνοντάς τους σκλάβους του και όμοιούς του μέσω της αμαρτίας. Και, τώρα, ακούει από χείλη ανθρώπων το Όνομα του Ιησού Χριστού και, εξαιτίας αυτού του Ονόματος, είναι υποταγμένος σε ανθρώπους, που ως τώρα ήταν αυτοί υποταγμένοι σ’ αυτόν· είναι δέσμιος στα χέρια εκείνων που κρατούσε δέσμιους και ποδοπατείται από εκείνους που ο ίδιος ποδοπατούσε ως τα τώρα. Απαντώντας στους μαθητές που, χαίρονταν γιατί είχαν κατανικήσει την εξουσία των δαιμόνων πάνω στους ανθρώπους και για το γεγονός ότι οι άνθρωποι είχαν αποκτήσει εξουσία πάνω στους δαίμονες, ο Κύριος είπε: «Σας δίνω την εξουσία να πατάτε πάνω σε φίδια και σε σκορπιούς και να κυριαρχείτε πάνω σ’ όλη τη δύναμη του εχθρού και τίποτε πλέον να μη σας βλάψει» (Λουκ. 10, 19). Η εξουσία δόθηκε, αλλ’ επιφυλάχθηκε ωστόσο στον άνθρωπο να χρησιμοποιεί μέσα στην ελευθερία του αυτή την εξουσία και, ή να ποδοπατεί τους όφεις και τους σκορπιούς ή να περιφρονεί το χάρισμα και να υποτάσσεται θεληματικά γι’ αυτούς. Με τη λέξη «όφεις» είναι φανερό πως οι άγιοι Πατέρες εννοούν τα αμαρτωλά έργα και με τη λέξη «σκορπιοί» αντιλαμβάνονται πράγματα συγκαλυμμένα με μία εξωτερική εμφάνιση αθωότητας ή και ακόμα καλοσύνης.


     Η δύναμη που έδωσε ο Κύριος προς τους Εβδομήκοντα μαθητές Του δίνεται και σε όλους τους χριστιανούς (Μάρκ. 16, 17). Να τη χρησιμοποιείς τούτη τη δύναμη, χριστιανέ! Με το Όνομα του Ιησού απόκοβε τις κεφαλές του εχθρού, δηλαδή τις πρώτες ενδείξεις της αμαρτίας στις σκέψεις μας, τη διάθεσή μας, τη φαντασία μας και τα αισθήματά μας. Κατάστρεφε μέσα σου την εξουσία του διαβόλου επάνω σου, αφάνισε όλη του την επιρροή και απόκτησε πνευματική ελευθερία. Το θεμέλιο για τον αγώνα σου είναι η Χάρη του αγίου Βαπτίσματος και όπλο σου η Προσευχή του Ιησού.


     Αφού έδωσε στους μαθητές Του την εξουσία να ποδοπατούν όφεις και σκορπιούς, ο Κύριος πρόσθεσε: «Μη χαίρεστε, όμως, που σας υπακούν τα δαιμονικά πνεύματα· μάλλον να χαίρεστε που τα ονόματά σας έχουν γραφτεί στον Ουρανό!» (Λουκ. 10, 20). «Χαρείτε», συμπληρώνει ο όσιος Θεοφύλακτος, «που τα ονόματά σας έχουν γραφτεί στον Ουρανό, όχι με μελάνι, αλλά με τη θεία Χάρη και τη μνήμη του Θεού», δηλαδή μέσω της Προσευχής του Ιησού. Τέτοια λοιπόν ιδιότητα έχει η Προσευχή του Ιησού: οδηγεί εκείνον που ασκείται σ’ αυτή, από τη γη στον ουρανό, και τον εντάσσει ανάμεσα στους κατοίκους τ’ Ουρανού. Η εγκατοίκηση, με τον νου και την καρδιά, μέσα στον Ουρανό και στον Θεό είναι ο κυριότερος σκοπός της Προσευχής. Η απώθηση και η συντριβή των εχθρών που εναντιώνονται στην επίτευξη αυτού του σκοπού είναι δευτερεύον ζήτημα· δεν πρέπει αυτό να μας απασχολεί και να εκτρέπει όλη την προσοχή μας, μήπως η επίτευξη αυτής της νίκης γεννήσει ενδεχομένως μέσα μας την υπερηφάνεια και την αυτοπεποίθηση και υποστούμε συντριπτική ήττα με την ίδια μας τη νίκη.


     Λίγο πιο πέρα το Ευαγγέλιο λέει: «Σ’ ευχαριστώ Πατέρα, Κύριε του Ουρανού και της γης, γιατί αυτά που απέκρυψες από τους σοφούς και τους συνετούς τα φανέρωσες τώρα στους ταπεινούς. Ναι, Πατέρα Μου, αυτό έγινε γιατί έτσι το θέλησες. Ύστερα, στράφηκε προς τους μαθητές και είπε: “Όλα Μού έχουν παραδοθεί από τον Πατέρα Μου”» (Λουκ. 10, 21–22). Ο Κύριος αγάλλεται με ακατάληπτη θεία αγαλλίαση για τις επιτυχίες των ανθρώπων (οι οποίες οφείλονται και διεξάγονται αποκλειστικά με τη δική Του παντοδυναμία). Διακηρύττει ότι τα μυστήρια της χριστιανικής Πίστης αποκαλύπτονται, όχι στους σοφούς και στις υψηλές προσωπικότητες αυτού του κόσμου, αλλά σ’ εκείνους που είναι νήπια στις κοινωνικοπολιτικές υποθέσεις, έτσι όπως ήταν και οι μαθητές του Κυρίου, που τους πήρε Εκείνος από την τάξη των απλοϊκών ανθρώπων, των αμαθών και των αγραμμάτων αλιέων. Συνεπώς, για να γίνουμε μαθητές του Κυρίου πρέπει να γίνουμε νήπια και να δεχτούμε τη διδασκαλία Του με παιδική ελευθερία, απλότητα και αγάπη. Σ’ όσους έχουν γίνει μαθητές Του, ο Κύριος εξηγεί την πιο μυστική Του διδασκαλία· αποκαλύπτει πως ο Υιός, παρ’ όλο που ενανθρώπισε, παραμένει πέρα από την αντίληψη όλων των λογικών πλασμάτων. Πέρα από την κατανόησή τους είναι, επίσης, και το αγιότατο Όνομά Του. Με την απλότητα και με την εμπιστοσύνη που δείχνουν όλα τα νήπια, ας δεχτούμε τη διδασκαλία για την Προσευχή του Ιησού. Με απλότητα και πίστη παιδιού ας προσεγγίσουμε την άσκηση σ’ αυτή την Προσευχή. Ο Θεός που, μόνο Εκείνος ξέρει το μυστικό της, θα μας τη δώσει στο βαθμό που μας είναι προσιτός και εφικτός. Ας δώσουμε χαρά στον Θεό με τους αγώνες μας και την πρόοδό μας στην υπηρεσία που Εκείνος μας δίδαξε και για την οποία Εκείνος μας έδωσε εντολή.

ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΡΙΑΝΤΣΙΑΝΙΝΩΦ
(1807–1867)



[ Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ:
«Υιέ μου δος μοι σην καρδίαν…»·
Κεφ. 3ο, σελ. 100–111.
Μετάφραση:
Αρχιμ. Επιφανίου Χαρ. Ασσιώτη.
Έκδοση:
Ορθόδοξου Πνευματικού
Κέντρου Λεμεσού·
Λεμεσός, 19953.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
μερική διόρθωση, υπομνηματισμός,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

ΟΙ ΕΡΗΜΙΤΕΣ

ΟΙ ΕΡΗΜΙΤΕΣ


     Τι να κάνουν άραγε στην Έρημο και πώς να ζουν αυτοί οι άνθρωποι που λέγονται «Ερημίτες»; Ο Αριστοτέλης λέει ότι, για να ζει κάποιος στην Έρημο, ή Θεός πρέπει να είναι ή θηρίο: «Μόνος, οὐ διὰ τύχην, ἀλλὰ διὰ φύσιν, ἢ Θηρίον ἢ Θεός» (βλ. Αριστοτέλης, «Πολιτικά», 1252a1–1253a39). Όμως, ούτε «θεοί» είναι οι Ερημίτες μας, ούτε «θηρία». Κατανέμουν το χρόνο τους στην προσευχή και το εργόχειρο. Σκαλίζουν πάνω σε σκληρό ξύλο Εσταυρωμένους και δίνουν, είτε εν γνώσει, είτε εν αγνοία τους –ο Θεός ξέρει– μια τέτοια έκφραση πόνου στο σκαλισμένο πρόσωπο του Κυρίου και μια τέτοια κίνηση στο σώμα Του, ώστε να μη μπορεί να Τον αντικρίζει κανείς χωρίς δάκρυα. Οι Ερημίτες διαβιούν σαν τα αλληγορικά «πουλιά του ουρανού» (βλ. Ματθ. 6, 26) που «δεν σπέρνουν, δεν θερίζουν και δεν συνάγουν καρπούς σε αποθήκες», που δεν έχουν. Ο Κύριος είναι ο Τροφέας τους. Ωραίες είναι και οι αμφιέσεις τους, πιο ωραίες κι από τα «κρίνα του αγρού» (βλ. Ματθ. 6, 28), γιατί είναι ενδεδυμένοι τον Χριστό και οι ίδιοι κοσμούνται με αρετές και αφανή φωτοστέφανα. Έχουν περιορίσει στο ελάχιστο τις ανάγκες τους, ώστε να είναι «ελεύθεροι από όλους» (πρβλ. Α΄ Κορ. 9, 19). Έμαθαν να είναι σοφοί από τη λιτότατη ζωή τους και ταπεινοί στο φρόνημα. Χαίρονται «με την ελπίδα» (πρβλ. Ρωμ. 15, 13· Τίτ. 1, 2) των μελλόντων αγαθών, για χάρη των οποίων απαρνήθηκαν όλα τα πρόσκαιρα και φθειρόμενα αγαθά –κάποιοι απ’ αυτούς «ήταν πλούσιοι σφρόδρα» (πρβλ. Σωσ. 1, 4· Λουκ. 18, 23)– ακόμη και απ’ αυτό το φτωχό «δοξάρι» (της εγκόσμιας δόξας), κατανοώντας βαθιά το λόγο του Κυρίου: «Πώς μπορείτε να πιστεύετε, όταν λαμβάνετε δόξα απ’ τους ανθρώπους;» (βλ. Ιωάν. 5, 44).


     Ο θεσμός των Ερημιτών του Αγίου Όρους είναι λίαν διδακτικός. Αποτελούν το μυστικό διάκοσμο της Εκκλησίας μας και τα «νεύρα της Ορθοδοξίας». Χωρίς τους Ερημίτες θα έλειπε από την Εκκλησία ένας συγκεκριμένος τύπος βίου, ο οποίος είναι ανάγκη να διασαλπίζει σιωπηρά την αέναη δύναμη του Πνεύματος και την έφεση εκείνης της ψυχής που έχει καθαρισθεί εν Χριστώ. Πάνω στη γη οι Ερημίτες μας είναι τα «λειτουργικά πνεύματα» (βλ. Εβρ. 1, 14), αλλά και τα μέτρα της δύναμης του Χριστιανισμού. «Γνωρίζουν πάντα να ελπίζουν, πάντα να σκεπάζουν, πάντα να υπομένουν» και, η αγάπη τους προς τον Θεό και τους αδελφούς, «να μη μειώνεται ποτέ» (πρβλ. Α΄ Κορ. 13, 7–8).


     Ο ασκητισμός τους είναι τραχύς διότι βιάζουν τους εαυτούς τους, όπως είπε κι ο Κύριος, ότι, «οι βιαστές είναι που αρπάζουν τη Βασιλεία των Ουρανών» (βλ. Ματθ. 11, 12), αλλά απολαμβάνουν τα αγαθά από την εναρμόνιση του θελήματός τους με το θέλημα του Κυρίου. Μοιάζουν μ’ εκείνη τη χήρα του Ευαγγελίου, που γύρευε την εκδίκαση του χαμένου της δίκιου από τον εχθρό της (πρβλ. Λουκ. 18, 4) και παραστέκουν γι’ αυτό κοντά στον Κριτή Ιησού αδιάλειπτα, προκειμένου να ελευθερωθούν γρήγορα από τα πάθη τους, για να λάμψει μέσα στην καρδιά τους το θείο φως Του. Στις προσευχές τους, με συντετριμμένη καρδιά, επαναλαμβάνουν την κατανυκτική μονολόγιστη ευχή του αγίου Αγιορείτη Πατέρα μας Γρηγορίου του Παλαμά: «Φώτισόν μου το σκότος! Φώτισόν μου το σκότος!». Φθάνουν σε ύψη αγιότητας και το αγνοούν. Είναι απλοί σαν τα παιδιά, «φρόνιμοι όπως τα φίδια και ακέραιοι όπως τα περιστέρια» (βλ. Ματθ. 10, 16). Προσεύχονται για όλο τον κόσμο και φθάνουν στο σημείο να μη γνωρίζουν στοιχειώδη πράγματα για την Πατρίδα τους. Η περιέργεια, άλλωστε, δεν είναι αρετή. «Προχωρώντας από δύναμη σε δύναμη» (πρβλ. Ψαλμ. 83, 8) και αναβαίνοντας σαν τα ελάφια προς τις άυλες κορυφές των ορέων του υπερβατικού, λησμονούνται μέσα στην απόλαυση των ιερών θεωριών τους. Δεν είναι αθέμιτο μετά απ’ αυτό να στραφούν προς τα κάτω; Έχουν πάντοτε διάθεση ευγνωμοσύνης προς τον Θεό για τις άπειρες προς εμάς ευεργεσίες Του. Θα έλεγε κανείς ότι οι Ερημίτες αναπληρώνουν τα κενά της δικής μας αγνωμοσύνης και δεν αδειάζει ποτέ η καρδιά τους από το να ευχαριστεί και να υμνεί «ἐν ἑσπέρᾳ καὶ πρωῒ καὶ μεσημβρίᾳ καὶ ἐν παντὶ καιρῷ» (βλ. ευχή Εισόδου Εσπερινού) την άκρα Αγαθότητα.


     Πριν από χρόνια, είχα πάει στην Έρημο για ν’ αναπνεύσω το άρωμα της αγιότητας των Ασκητών μας και να ευλογηθώ. Κάποιος φίλος Ερημίτης με συνόδευσε στην Καλύβη ενός άλλου Ερημίτη, για τον οποίο είχα τις πληροφορίες ότι ήταν άγιος άνθρωπος. Είχε τη συνήθεια να επαναλαμβάνει από βαθέων τούτο το Προφητικό, ελαφρώς παραλλαγμένο: «Ω, Κύριε, στείλε το φως Σου και την αλήθεια Σου· αυτά είναι που με οδήγησαν και μ’ έφεραν στο όρος Σου το άγιο και στα σκηνώματά Σου» (πρβλ. Ψαλμ. 42, 3). Οι συνασκητές του έλεγαν γι’ αυτόν ότι ήταν άνθρωπος παράδοξος και στρυφνός στους λόγους του.
     Του απευθύνω την ερώτηση:
     –Πώς αισθάνεστε, άγιε πάτερ, που βρίσκεστε σ’ αυτό το απομονωμένο περιβάλλον και ζείτε σχεδόν σε διαρκή σιωπή;
     –Ω, αδελφέ μου, λέει, μέσα στη σιωπή κρύβεται η βαθύτερη φιλοσοφία του Χριστιανισμού και απ’ αυτή συντελείται στη ψυχή μια άρρητη μεταμόρφωση. Ανερμήνευτη είναι η ιδιαίτερη χάρη του πνεύματος που σιγά και που τόσο εύγλωττα φθέγγεται μ’ αυτή την ιερή σιγή. Το να σιωπά κανείς, πάτερ, μέσα σ’ αυτή την παροικία του σώματός μας, ενέχει το μυστήριο της ψυχής μας που νοσταλγεί την ουράνια πατρίδα. Λέει ο Άγιος Ισαάκ ότι, «όλες μαζί οι πνευματικές εργασίες δεν συγκρίνονται με την εργασία της σιωπής». Και υποθέτω ότι εκεί στον ουρανό αυτή η σιωπή αποτελεί την πολύφθογγη αρμονία, μέσω της οποίας τα άγια και μακάρια πνεύματα πλατύνονται προς το άπειρο, καθώς ελίσσονται σε κόσμους φωτός και μιας απέραντης εν Θεώ γλυκύτητας. Πιστέψτε με, συνέχισε ο Ερημίτης, ότι μία είναι η αλήθεια που κυριαρχεί στα κράσπεδα του θρόνου της θείας μεγαλειότητας και που επεκτείνεται μέχρι την ελάχιστη σκιά ακόμη και του πιο ασήμαντου κτίσματος: η Αγάπη. Αυτή είναι η πηγή από την οποία τα ιερά ρείθρα της Χάριτος κατεβαίνουν αέναα από την Πόλη του Θεού και «ποτίζουν όλη την κτίση για να ζωογονηθεί» (Α΄ Αντίφωνο του Δ΄ Ήχου). Αυτή είναι, σύμφωνα με τον Προφητάνακτα Δαβίδ, η «άβυσσος που φωνάζει την άβυσσο» (πρβλ. Ψαλμ. 41, 8), η οποία μέσω του απείρου, οδηγεί προς τη φοβερή θέα της Θεότητας. Αυτή είναι που κατασκευάζει και συνέχει τα πάντα. Αυτή είναι που γεννά, που θάλπει, που εμπνέει, που οδηγεί. Αυτή είναι η σφραγίδα και το σύμβολο του Κτίστου· το μεγάλο διαμάντι που ακτινοβολεί μπροστά στο ανέκφραστου κάλλους διάδημα του Υψίστου. Η αγάπη είναι η εξήγηση της δημιουργίας…
     –Πώς μπορούμε ν’ αποκτήσουμε στις καρδιές μας την αγάπη; είπα, διακόπτοντας τον Ασκητή. Πώς, εμείς οι ταπεινοί, μπορούμε να γίνουμε άξιοι της αγάπης του Κυρίου;
     –Πώς μπορούμε ν’ αποκτήσουμε την αγάπη! είπε ο Ασκητής, κινώντας το κεφάλι του και σκουπίζοντας με την άκρη του ρούχου του τα αναβλύζοντα δάκρυα. Με ρωτάτε, δηλαδή, πώς να κατορθώσουμε να κατοικίσει μέσα στις καρδιές μας ο Χριστός. Μα, πώς αλλιώς, αδελφέ, παρά με την αγάπη; Και πώς θα ελκύσουμε τον Χριστό να σκηνώσει μέσα μας, αν όχι με την καθαρότητα της καρδιάς; Και πώς θα πετύχουμε αυτή την καθαρότητα, αν όχι με την εργασία των εντολών; Και πώς χωρίς δάκρυα, προσευχές και μόχθους θα κάνουμε πράξη τις εντολές; Συγχωρέστε με, είπε ο Ερημίτης. Για θυμηθείτε τι έλεγαν οι Πατέρες μας: «Δώσε αίμα και λάβε πνεύμα» (Γεροντικό). Αυτό τουλάχιστον γνωρίζω εγώ, το σκουλήκι της γης. Θα σας έλεγα και κάτι άλλο, αλλά… «τη σοφία τη λέμε μόνο στους τέλειους» (Α΄ Κορ. 2, 6).
     Και αναχώρησα, αφού πρώτα ασπάσθηκα τη δεξιά του οσίου εκείνου Ασκητού, τη γεμάτη τυλώματα από τις μετάνοιες…


     Οι Ερημίτες, είναι άνθρωποι σοφοί που η Εκκλησία μας σεμνύνεται γι’ αυτούς, διότι την ενισχύουν με τον άγιο βίο τους και είναι, κατά τον Παλαμά, «οι Προφήτες της Καινής Διαθήκης και οι Κήρυκες της ερχόμενης Βασιλείας». Ο ηρωικός τους βίος μέσα στα σπήλαια και τις φοβερές Καλύβες τους, προκαλεί το δέος και την ευλάβεια. Σ’ αυτές τις Καλύβες αντηχούν, εδώ και εκατοντάδες χρόνια, «ύμνοι και ωδές πνευματικές» (πρβλ. Εφεσ. 5, 19) και οι βράχοι, πάνω στους οποίους είναι αυτές σφηνωμένες, παραμένουν οι άφωνοι μάρτυρες των θρήνων αυτών των θεοφιλών ψυχών. Πόσων Ερημιτών (τα ονόματα των οποίων γράφηκαν στους ουρανούς) οι σκιές δεν περιπλανιούνται στα υποτυπώδη και παγερά δώματά τους!... Πόσοι Παλαμάδες, Φιλόθεοι, Νικηφόροι, Γρηγόριοι, Νικόδημοι, πόσοι Όσιοι δεν έζησαν μέσα σ’ αυτές τις Καλύβες σαν Ησυχαστές και δεν τελειώθηκαν με τη «Νοερά Προσευχή»!...


     Η αλήθεια είναι ότι ορισμένες από τις Καλύβες των Ερημιτών είναι δυσπρόσιτες. Όπως ο Ασκητισμός, έτσι και οι κατοικίες των Ερημιτών έχουν την ιδιορρυθμία τους. Οι Καλύβες αυτές δεν έχουν τίποτα το κοινό με τα χωρικά σπίτια της Ελλάδας. Στη σύλληψη του σχεδίου τους υπάρχει μια πρωτόγονη εκκεντρικότητα. Αρκεί μια ρωγμή ή προεξοχή πάνω σ’ ένα βράχο για ν’ αποτελέσουν το ιδεώδες «οικόπεδο» για έναν Ερημίτη. Τις ονομάζουν προσφυώς «αετοφωλιές». Χτίζονται με πνεύμα τραχείας αρχιτεκτονικής, όπως ακριβώς είναι και ο Ασκητισμός. Μάταια θ’ αναζητήσει κάποιος μέσα σ’ αυτές την άνεση. Πολλά έχουν γραφεί για τις Καλύβες τους, αλλ’ αμφιβάλλω αν έχει λεχθεί όλη η αλήθεια, διότι η νοοτροπία των Ερημιτών που τις έχτισαν είναι σ’ εμάς απροσπέλαστη. Πάνω απ’ όλα τούτη η νοοτροπία δεν ακολουθεί τη λογική. Η ευθεία, για τους Ερημίτες, δεν είναι η συντομότερη οδός. Προτιμούν, αίφνης, ν’ αναρριχώνται, παρά να βαδίζουν σε βατούς ατραπούς. Δεν είναι ριψοκίνδυνοι –«δεν πρέπει να βάλεις σε δοκιμασία τον Κύριο και Θεό σου…» (βλ. Δευτ. 6, 16· Ματθ. 4, 7)–, δεν είναι οπαδοί του δόγματος «ζήσε επικίνδυνα», αλλά θεωρούν τον κίνδυνο σαν ένα στοιχείο ηθικής προαγωγής. Αυτός που, με τη βοήθεια των αλυσίδων, κατέρχεται σ’ αυτές τις Καλύβες για πρώτη του φορά, ακόμη και μετά από πολλά χρόνια θα φρίττει και μόνο με την ανάμνηση αυτού του γεγονότος.


     Παράξενοι άνθρωποι, που παρακάμπτουν την άκοπη και ακίνδυνη «λεωφόρο» τους και αισθάνονται άφατη ευφροσύνη με το να δένονται μ’ αλυσίδες και ν’ ανέρχονται, ν’ ανέρχονται για να φτάσουν στις σπηλιές τους. Ποιος ξέρει; Ίσως και να σκέφτονται ορθότερα από ’μας. Κάθε Καλύβα του Ερημίτη είναι κι ένα φλεγόμενο θυσιαστήριο, που μέσα του κυριαρχεί μονάχα το θείο· ναοί εγκατασπαρμένοι στα πιο ιερά και αμόλυντα εδάφη, όπου οι Μοναχοί είναι οι ιερείς τους. Πολλές απ’ αυτές τις Καλύβες έχουν τόσο αφομοιωθεί με τους βράχους, ώστε οι ξένοι που παραπλέουν κοντά προς εκείνο το ακρωτήριο, να μη μπορούν να υποψιαστούν καν την ύπαρξή τους.


     Είναι αδύνατο να ζήσει άνθρωπος με τους όρους της Ερήμου, αν τουλάχιστον κατά το ήμισυ μέσα του δεν ζει ο ίδιος από τον ουρανό. Οι Ερημίτες είναι άνθρωποι μεγάλης αντοχής. Επίσης, μέσα στις Καλύβες τους βλέπει κανείς μια αρμονική διευθέτηση των πιο ασήμαντων πραγμάτων, που θα μπορούσε στην απλότητά της ν’ αποτελεί τον ωραιότερο διακοσμητικό ρυθμό. Μα, κάθε τι ξεχωριστά και ταυτόχρονα όλα μαζί, μέσα στην ερημική Καλύβη, μιλούν τόσο βαθιά στη ψυχή! Κι όλα παίρνουν μια τέτοια μελαγχολική έκφραση, σαν να πλανιέται εκεί μέσα το θλιβερό πνεύμα του «Εκκλησιαστή»: «Ματαιότητα των ματαιοτήτων, τα πάντα είναι ματαιότητα!» (Εκκλ. 1, 2). Το κατά Χριστό πνεύμα του πένθους υπερίπταται πάνω από τις ερημιτικές Καλύβες. Οι πόλεις, βέβαια, καταχαίρονται στις καλλίγραμμες οικοδομές τους. Το Άγιο Όρος όμως σεμνύνεται για τις αιωνόβιες και υποβλητικές Μονές του και για τις ταπεινές του Καλύβες. Αλλά, αν έπρεπε ο Μοναχός να καυχιέται εν Κυρίω για κάτι, τι άλλο θα ήταν αυτό, αν όχι για τα αγιότατα «λείψανα» της αρχαίας Εκκλησίας και για τα σύμβολα της αίγλης και του πολιτισμού του Βυζαντίου, που τόσο ευλαβικά περιέσωσαν οι ιερές Βασιλικές Μονές; Κι όμως! Όλα εκείνα μας λαμπρύνουν μόνο εξ αντανακλάσεως! Αποτελούν δόξα, αλλά δόξα του παρελθόντος. Έχουμε όμως τώρα και κάποιο ένδοξο παρόν: τις «φωλιές» των Ερημιτών μας, τις Καλύβες των Ησυχαστών του Άθωνα! Ω, Θεέ μου, πόσο τιμημένες στα μάτια Σου είναι τούτες οι Καλύβες! Και, πώς ευδοκεί το πνεύμα Σου μέσα σ’ αυτές! Αλλά μήπως από μια Καλύβα δεν ανέτειλε κι η Βασιλεία των ουρανών και όχι από ένα επιβλητικό μέλαθρο;


     Όχι μόνο από Καλύβα, αλλά το πιο παράδοξο απ’ όλα είναι ότι για τη Βασιλεία των Ουρανών σμικρύνθηκε μυστηριωδώς αυτή η ίδια η γη και χορήγησε πάρα πολύ φειδωλά μια μικρή επιφάνεια γης προς τον Κύριό της και «δεν υπήρχε τόπος γι’ Αυτόν πουθενά για να μείνει» (πρβλ. Λουκ. 2, 7)! Τι, παράξενο! Αναφωνεί ένας απολογητής του Χριστιανισμού: «Αν ήταν να εφεύρουμε εμείς τη Θρησκεία και την Αποκάλυψη του Θεού, ούτε εμείς δεν θα μπορούσαμε να καταντήσουμε σε μια τόσο ταπεινωτική Αποκάλυψη, η οποία αρχίζει με τη γέννηση ενός παιδιού στη φάτνη και καταλήγει στο θάνατό του πάνω στο Σταυρό, που, για ’κείνο το λαό ήταν το σκύβαλο της ανθρωπότητας». Και «η Αποκάλυψη δεν θα ήταν καθόλου αλήθεια, αν αυτή δεν αντέφασκε πλήρως προς τον δικό μας υπερήφανο και διεφθαρμένο λόγο από την ηθική ανατροπή της δικής μας παράβασης και της ζωής της κακίας» μας. Και βροντοφωνάζει ο Μ. Πασκάλ (1623–1662): «Αναγνωρίστε την αλήθεια της θρησκείας, μέσα απ’ αυτή τη σκοτεινιά της δικής μας αδιαφορίας να τη γνωρίσουμε». Όλα τα μεγάλα πράγματα, για να είναι μεγάλα, πρέπει να είναι και ταπεινά…

ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
(1916–2006)


[(1) Θεοκλήτου Μοναχού Διονυσιάτου:
«Μεταξύ ουρανού και γης»
–Αγιορείτικος Μοναχισμός–,
κεφ. 35ο και 36ο, σελ. 172–180,
Εκδοτικός Οίκος «Αστήρ»,
Αθήναι 19794.
(2) Όλα τα λαμπρά εικαστικά έργα
είναι του φιλόκαλου Ιερομονάχου Αναστασίου,
από το βιβλίο του «Αθωνικά Δίπτυχα»,
καθώς και από τα επιτοίχια ημερολόγια
των ετών 2003–2009,
Εκδόσεις «Ερμηνεία»
Ιερού Κελλίου Τιμίου Προδρόμου
–«Διονυσίου του εκ Φουρνά»–
Καρυές Άγιον Όρος.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
πληκτρογράφηση και μεταφορά
όλου του κειμένου στην απλή Δημοτική,
υπομνηματισμός εδαφίων και ονομάτων,
εύρεση και επιλογή εικόνων:
π. Δαμιανός.]







Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2015

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


     Ο Θεός δεν είναι δίκαιος χωρίς να είναι ελεήμων και δεν είναι ελεήμων χωρίς να είναι δίκαιος. Διότι είναι δίκαιος απέναντί μας με ελεύθερη και σπλαχνική κατάβαση σε μας. Αν ήταν μόνο δίκαιος ο Θεός, δεν θα ήταν απόλυτα ελεύθερος· αν ήταν μόνο ελεήμων, δεν θα λάμβανε υπ’ όψη τις ανθρώπινες προσπάθειες και δεν θα τις ενθάρρυνε. Τα ανθρώπινα όντα θα εξέπιπταν στην κατάσταση ορισμένων υποδεκτών του ελέους Του. Ο κτιστός κόσμος δεν θα είχε περιεκτική, αληθινή πραγματικότητα και τα ανθρώπινα όντα δεν θα μπορούσαν να προοδεύσουν με τη δική τους προσπάθεια.

     Ο Θεός, ως δίκαιος, θέλει αφενός όλοι να είναι ίσοι μεταξύ τους· και αφετέρου να δίνει σε όλους τόσο, όσο μπορούν να δεχθούν από τη μακαριότητά Του, ανάλογα με τις δικές τους προσπάθειες, για τις οποίες τους έκανε όλους ικανούς, αφού τους έδωσε Αυτός ο Ίδιος την ικανότητα να μπορούν να δέχονται στο έπακρο όσα δύνανται να δεχθούν τα κτίσματα. Ο Θεός αναφέρεται δίκαια σ’ όλους μας, αλλά σκέφτεται τον καθένα ξεχωριστά, στο πλαίσιο του συνόλου. Η επιδίωξή μας για τη δικαιοσύνη ξεκινά από μια προκατασκευή ή από μια ιδέα της δικαιοσύνης και αποσκοπεί στην πραγματοποίησή της μεταξύ όλων. Ο Θεός, όμως, δεν ξεκινά από μια ιδέα της δικαιοσύνης, αλλά από την πραγματικότητά της εν Αυτώ. Αν η αμαρτία δεν κάλυπτε εν μέρει τη δική μας αυθεντική ανθρώπινη πραγματικότητα, δεν θα έπρεπε να ξεκινάμε ούτε και εμείς από μια ιδέα της δικαιοσύνης, αλλά από την πραγματικότητα της δικαιοσύνης, που είναι δοσμένη στη θεόσδοτη ισότητά μας.


     Το αίσθημα της δικαιοσύνης σ’ εκείνον που έχει τη δύναμη να την επεκτείνει στους άλλους, συνίσταται στην προδιάθεση να την μεταδίδει στους άλλους. Αυτή η προδιάθεση υπάρχει στο έπακρο στον Θεό. Σ’ εκείνον, όμως, που δεν έχει ίχνος δικαιοσύνης, η τάση για δικαιοσύνη συνίσταται κυρίως στο αίσθημα της διεκδίκησής της. Ο καθένας επιθυμεί να γίνεται σεβαστό αυτό που δικαιούται, δηλαδή να θεωρείται στην ουσία ίσος με όλους. Έναντι του Θεού, τα ανθρώπινα όντα δεν εκδηλώνουν, ουσιαστικά, αίσθημα διεκδίκησης της δικαιοσύνης, επειδή από την ευσπλαχνία Του και μόνο ήλθαν στην ύπαρξη, για να συμμετέχουν στη μακαριότητά Του, αλλά ο Θεός τούς καλεί στη δικαιοσύνη ακόμη και στη σχέση μ’ Αυτόν, εφόσον τους προσφέρει όλα όσα έχει, με εξαίρεση ότι δεν μπορεί να τους κάνει άκτιστους ή πηγές της ύπαρξης, όπως είναι ο Ίδιος.
     Αλλά στους ανθρώπους υπάρχει η βαθιά πεποίθηση ότι ο Θεός δεν παρεκκλίνει από τη δικαιοσύνη στη σχέση Του μ’ αυτούς και, βάσει αυτής της πεποίθησης, έχουν μέσα τους ένα αίσθημα δίκαιης προσδοκίας της δικαιοσύνης και την τάση να την απαιτούν.


     Βασισμένοι σ’ αυτή την πεποίθηση, μπορούμε να προσευχηθούμε στον Θεό: «Κύριε, Εσύ που είσαι δίκαιος και με έκανες να είμαι συμμέτοχος της ευτυχίας Σου, κατά τη δικαιοσύνη, εκπλήρωνε την πρόθεσή Σου αυτή σε μένα! Με προόρισες γι’ αυτή τη δικαιοσύνη, αλλά βλέπεις την αδικία που υποφέρω. Εκπλήρωνε μαζί μου τη δικαιοσύνη Σου, για την οποία με δημιούργησες!». Αλλά ταυτόχρονα μ’ αυτά τα λόγια, πρέπει επίσης να πούμε: «Ευχαριστώ, Κύριε, που με δημιούργησες για να εκπληρώσεις μαζί μου τη δικαιοσύνη Σου!». Μ’ άλλα λόγια, εμείς είναι που πρέπει να ζητήσουμε δικαιοσύνη από τον Θεό με δεήσεις και να Τον ευχαριστούμε γι’ αυτή με προσευχές ευχαριστίας. Από ’δω προκύπτει ότι εμείς προσευχόμενοι στον Θεό να μας κάνει συμμέτοχους της μακαριότητάς Του, πρέπει να Τον παρακαλούμε να κάνει συμμέτοχους της μακαριότητάς Του, κατά τη δικαιοσύνη Του, και τους άλλους. Η επιθυμία του ανθρώπου για την υπέρ αυτού δικαιοσύνη, που βασίζεται στην πεποίθηση ότι ο Θεός είναι δίκαιος, πρέπει να συνδέεται με την επιθυμία ίσης δικαιοσύνης και για τους άλλους, χωρίς να λησμονούμε ότι ο Θεός, όντας ελεήμων και δίκαιος, τους έκανε και αυτούς να χαίρονται με δικαιοσύνη τη μακαριότητα.

     Ο άνθρωπος, όμως, μπορεί να διεκδικήσει τη δικαιοσύνη κυρίως από τους συνανθρώπους του, υπέρ αυτού και υπέρ των άλλων· και μπορεί να βασιστεί στο γεγονός ότι ο Θεός τούς δημιούργησε όλους με το δικαίωμα να χαίρονται ίσα τα αγαθά που Αυτός τους έδωσε κατά τη δημιουργία και τα οποία μπορούν να αυξηθούν με τις δικές τους προσπάθειες. Και στη διεκδίκηση της δικαιοσύνης από τους συνανθρώπους του, δεν πρέπει πλέον να παρασύρεται ζητώντας το έλεός τους, επειδή δεν τον δημιούργησαν εκείνοι, αλλά όλοι είναι πλάσματα ίσα με τον εαυτό του και, επομένως, κάνουν κατάχρηση αν κρατούν για τον εαυτό τους μια κατάσταση ανώτερη από υλική ή τιμητική άποψη. Ο άνθρωπος μπορεί να έχει την πεποίθηση ότι ο Θεός τον υποστηρίζει στη διεκδίκηση της δικαιοσύνης από τους άλλους. Βέβαια, σ’ αυτή τη διεκδίκηση της δικαιοσύνης από τους άλλους, αυτός δεν πρέπει να χάσει την αγάπη του προς αυτούς. Επίσης, εκείνοι που καταβάλλουν εξαιρετικές προσπάθειες για το καλό όλων, πρέπει να χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης. Επιπλέον, ο Χριστιανός γνωρίζει ότι τα πιο αξιόλογα αγαθά είναι τα πνευματικά, από αυτά δε εξαρτάται η σωτηρία του και όχι από τα υλικά. Τα πνευματικά αγαθά αυξάνονται με τις προσπάθειες εκείνου που τα έχει, δεν εξαρτώνται από αυτά που του δίνουν οι άλλοι. Δεν πρέπει, όμως, ούτε οι άλλοι να τον εμποδίζουν από τη δυνατότητα να προοδεύει με τις αγαθές, τις πνευματικές προσπάθειές του.


     Όσον αφορά τη θεία μακαριότητα, ο Χριστιανός ξέρει ότι ο Θεός δημιουργώντας όλους τους ανθρώπους με το δικαίωμα του συμμέτοχου σ’ αυτήν, τη συνέδεσε και με ορισμένες προσπάθειες που πρέπει να καταβάλλουν αυτοί οι ίδιοι: «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται» (Ματθ. 11, 12). Δίκαιο, όμως, είναι και η κατανομή των υλικών αγαθών να γίνει αφενός με κάποια ισότητα, αφετέρου δε να λαμβάνονται υπ’ όψη και οι προσπάθειες των ανθρώπων. Εμείς πρέπει να καταβάλλουμε προσπάθειες να είμαστε δίκαιοι απέναντι στον Θεό, ή ανοικτοί και ειλικρινείς στη σχέση μας μ’ Αυτόν, χωρίς να Τον απαιτούμε. Πρέπει να δώσουμε σ’ Αυτόν αυτό που Αυτός δικαιούται από μας, δηλαδή τη δόξα και την ευχαριστία και την προσπάθειά μας για την απόκτηση της μακαριότητάς Του, που είναι ανάλογη με το πνευματικό επίπεδο στο οποίο φτάνουμε.

     Εφόσον είναι δίκαιος ο Θεός, ζητά και από μας να είμαστε δίκαιοι. Μόνο ο «δίκαιος» μ’ αυτή την έννοια μπορεί να χαίρεται τη δικαιοσύνη του Θεού. Πρέπει να αποδεχθούμε τον Θεό ως δίκαιο από κάθε άποψη. Ο Θεός, όχι μόνο δωρίζει με δικαιοσύνη, αλλά και απαιτεί δικαιοσύνη προς Αυτόν και τους συνανθρώπους μας. Εκείνος που, από την πλευρά του, δεν εκπληρώνει τον όρο της εκ Θεού απαιτούμενης δικαιοσύνης, εκείνος που δεν αναγνωρίζει τον Θεό ως πηγή της δικαιοσύνης, σαν διεκδικητή της, εκείνος που δεν είναι δίκαιος στη σχέση του μ’ Αυτόν και με τους συνανθρώπους του, ακριβώς όπως θέλει ο Θεός, δεν μπορεί να προσδοκά να μεταλάβει τη μακαριότητα από τον Θεό.


     Επομένως, η πλήρης έννοια της δικαιοσύνης είναι: ο καθένας δέχεται από τον δίκαιο Θεό ανάλογα με τη δικαιοσύνη ή την αδικία του. Και, όσον αφορά τη μετάληψη μεγαλύτερης δικαιοσύνης και ελέους Του, ο Θεός θέλει να προοδεύουμε με τη δική μας προαγωγή στη δικαιοσύνη και το έλεος έναντι των άλλων. Αλλά το γεγονός ότι ποτέ δεν φτάνουμε σε μια δικαιοσύνη αντίστοιχη εκείνης που εμείς ζητάμε από τον Θεό, είναι ένας λόγος παραπάνω να ζητήσουμε όχι μόνο τη δικαιοσύνη του Θεού, επομένως όχι μόνο την κρίση Του ανάλογα με τη δική μας δικαιοσύνη, αλλά και το έλεός Του (Δανιήλ 9, 18). «Καὶ ἐγενήθημεν ἀκάθαρτοι πάντες ἡμεῖς, ὡς ῥάκος ἀποκαθημένης πᾶσα ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν…» (Ησ. 64, 5).

     Μόνο ο Χριστός κατόρθωσε ως άνθρωπος «πᾶσαν δικαιοσύνην». Από τη δικαιοσύνη Του παίρνουμε δύναμη να προχωρήσουμε στη μέλλουσα ζωή στην οικειοποίηση της δικαιοσύνης Του, που είναι η ανθρώπινη μορφή της θείας δικαιοσύνης (Α΄ Κορ. 1, 30· Β΄ Κορ. 5, 21· Εφεσ. 6, 14). Επειδή έχουμε τη δικαιοσύνη χάρη στο έλεος του Θεού και ποτέ δεν την έχουμε πλήρως, εξαιτίας των ανεπαρκών μας προσπαθειών να την αποδεχθούμε, προκύπτει και η αναγκαιότητα της ταπεινοφροσύνης μας.

     Αν και στην αληθινή «δικαιοσύνη» απέναντι στον Θεό συμπεριλαμβάνεται, όπως είπαμε, και η ταπεινοφροσύνη μας, δηλαδή η αναγνώριση ότι όλα τα έχουμε από τον Θεό χάρη στο έλεός Του, η αίτηση ελέους από τον Θεό δεν αντιτίθεται στην αίτησή μας να κοινωνήσουμε, με δικαιοσύνη, τη μακαριότητά Του. Πράγματι, στην αίτηση της δικαιοσύνης από τον Θεό, πρέπει να συμπεριλαμβάνεται και η αναγνώριση ότι ο Θεός μάς κάνει μέλη της μακαριότητάς Του, με δικαιοσύνη, βάσει της ευμένειας και του ελέους Του· και, επιπλέον, επειδή είναι ελεήμων απέναντί μας, δεν φέρεται αυταρχικά ή αυθαίρετα στην απόδοση της μακαριότητάς Του, όπως υποστηρίζει η Καλβινική διδασκαλία. Ο Θεός είναι ελεήμων, αλλά και «Δίκαιος Κριτής», εκτιμώντας και το δημιούργημα και τις προσπάθειές του. Εκείνος που ζητά το έλεος του Θεού γι’ αυτό ακριβώς είναι δίκαιος, διότι καταβάλλει προσπάθεια ταπείνωσης και αναγνωρίζει αυτό που έχει από τον Θεό, χάρη στο έλεός Του· γίνεται επομένως, με δικαιοσύνη, κοινωνός της μακαριότητάς Του.


     Δεν μιλάμε εδώ για τη δικαιοσύνη στο επίπεδο των κοσμικών καταστάσεων. Αυτή εξαρτάται από άλλους παράγοντες. Ο αδικημένος, σ’ αυτό το επίπεδο, άνθρωπος, δικαιολογείται να διεκδικήσει, στο ίδιο επίπεδο, το δίκιο του από τους άλλους και όχι το έλεός τους. Επιπλέον, δικαιούται να επιπλήττει τους άδικους, εκείνους που καταπατούν τη δικαιοσύνη προς ίδιον όφελος, δικαιούται να διαμαρτύρεται κατά των πράξεών τους. Αλλά πρέπει να προσέξει να μη χάσει στο πνευματικό επίπεδο, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο τα κάνει όλα αυτά. Γι’ αυτό καλό είναι να ζητήσει αυτή τη δικαιοσύνη, όχι τόσο για τον εαυτό του, όσο για τους άλλους. Αυτό ανήκει στην αγάπη προς τους συνανθρώπους του.

     Ο Χριστιανός δεν πρέπει να λησμονεί ποτέ ότι υπάρχει μια άλλη δικαιοσύνη, που προέρχεται από τον Θεό και η οποία κοινωνείται ανάλογα με τη «δικαιοσύνη» του ανθρώπου. Αυτή είναι διαφορετική από άνθρωπο σε άνθρωπο, ανάλογα με τη «δικαιοσύνη» του καθενός. Γι’ αυτό ο αδικημένος κατά την τάξη του κόσμου, απολαμβάνει δικαιοσύνη από τον Θεό, αφού όταν αυτός ο ίδιος είναι δίκαιος απέναντί Του, υπάρχει ανταπόδοση. Ή, οι σχετικά ίσοι στο επίπεδο της κοσμικής τάξης, μπορεί να είναι πολύ διαφορετικοί στη μακαριότητα, της οποίας γίνονται μέτοχοι από τον Θεό. Αυτό συμβαίνει, όχι επειδή ο Θεός δεν θα ήθελε να χαίρουν όλοι της ίδιας δικαιοσύνης εκ μέρους Του, αλλά επειδή αυτοί, με τις δικές τους προσπάθειες ή με την απραξία τους, γίνονται απέναντι στον Θεό πρόξενοι διαφοράς στη μακαριότητά τους.



     Αν η αδικία οφείλεται στους άλλους στο κοινωνικό επίπεδο, στο πνευματικό υπερνικάται με την πάλη με τον ίδιο μας τον εαυτό. Η ανισότητα στο κοινωνικό επίπεδο οφείλεται στους άλλους, αλλά στο πνευματικό επίπεδο εξαρτάται εν μέρει από τον καθένα μας. Γι’ αυτό, η πρώτη μπορεί να νικηθεί με τον αγώνα εναντίον των άλλων, αλλά η δεύτερη δεν μπορεί να νικηθεί παρά μόνο με την πάλη με τον ίδιο μας τον εαυτό. Αν όλοι μας διεξήγαμε αυτή την πάλη με τον εαυτό μας, θα πραγματοποιούταν όχι μόνο η δικαιοσύνη και η ισότητα στο πνευματικό επίπεδο, αλλά και η δικαιοσύνη στο εξωτερικό. Ο ιερός Χρυσόστομος αναφέρει τα εξής, όταν ονομάζει τη δικαιοσύνη έλεος του Θεού: «Φιλάνθρωπος γάρ ἐστι (ο Θεός) καὶ ἐλεήμων, καὶ καθάπερ ἡ ὠδίνουσα ἐπιθυμεῖ τεκεῖν, οὕτω καὶ αὐτὸς ἐπιθυμεῖ τὸν ἔλεον ἐκχεῖν τὸν ἑαυτοῦ· ἀλλ’ αἱ ἁμαρτίαι αἱ ἡμέτεραι τοῦτο διακόπτουσιν» (βλ. Εἰς μακάριον Φιλογόνιον, VI, PG 48, 754).

     Την πλήρη εκ Θεού δικαιοσύνη θα απολαύσουν οι δίκαιοι κυρίως στη μέλλουσα ζωή, όπως φαίνεται στην παραβολή του άσπλαχνου πλουσίου και του πτωχού Λαζάρου (Λουκ. 19, 20).

     Ο Θεός καλλιεργεί αυτό τον πόθο για την αληθινή δικαιοσύνη, αλλά δεν την δίνει χωρίς κόπο, επειδή πρέπει κι εμείς να την προσεγγίσουμε με τις συνεχείς μας προσπάθειες και έτσι να πλησιάσουμε Αυτόν τον Ίδιο. Ο Θεός υποστηρίζει αυτή την πρόοδο προς την αληθινή δικαιοσύνη, μεταξύ των άλλων και με το γεγονός ότι Αυτός ο Ίδιος τιμωρεί εκείνους που αδικούν τους άλλους και μάλιστα τους «δικαίους». Ο Ιησούς, που ήταν ο δικαιότερος όλων και υπέφερε τη μεγαλύτερη αδικία εκ μέρους του κόσμου –την πιο μεγάλη σε σχέση με το γεγονός ότι ήταν ο δικαιότερος– αλλά ανυψώθηκε στην ουράνια δόξα για τη δικαιοσύνη Του, υποστηρίζει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο τον αγώνα για την αληθινή δικαιοσύνη κατά την πορεία της ιστορίας.


     Εξάλλου, τιμωρώντας τους άδικους ο Θεός, διαφυλάττει, ως ένα βαθμό, μια ισορροπία στην τάξη του κόσμου και, μ’ αυτό τον τρόπο, τη δυνατότητα όλων να απολαμβάνουν τα αγαθά που Αυτός χάρισε σ’ όλους. Έτσι, αφού η δικαιοσύνη του Θεού είναι δυναμική ιδιότητα ή ενέργεια, Αυτός δημιούργησε τον κόσμο με δικαιοσύνη και θέλει να τον επαναφέρει στη δικαιοσύνη απ’ όλες τις απόψεις.

     Εκείνοι που κοινωνούν των ενεργειών του Θεού, μεταξύ των οποίων είναι και η ενέργεια της δικαιοσύνης, αρχικά με την ύπαρξή τους, έπειτα με τη χάρη με την οποία αποκαθίσταται και ενδυναμώνεται η φύση τους, κινούνται κι αυτοί από την προδιάθεση να πραγματοποιούν τη δικαιοσύνη. Αυτοί προτρέπουν και τους άλλους να πράττουν με δικαιοσύνη. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέει: «Μὴ διαχωρίσῃς πλούσιον ἀπὸ πένητος, καὶ μὴ θέλε μαθεῖν τὸν ἄξιον ἐκ τοῦ ἀναξίου· ἀλλ’ ἔστωσαν πρὸς σε πάντες ἄνθρωποι εἰς τὸ ἀγαθὸν ἴσοι. Τούτῳ γὰρ τῷ τρόπῳ καὶ τοὺς ἀναξίους δυνήσῃ ἑλκύσαι εἰς τὸ ἀγαθόν».


     Ο πνευματικός άνθρωπος δεν θέλει να πραγματοποιηθεί μεταξύ των ανθρώπων μόνο εσωτερική δικαιοσύνη, αλλά και εξωτερική. Γιατί ξέρει ότι η εξωτερική αδικία μπορεί να εμποδίζει την πραγματοποίηση της αγάπης μεταξύ των ανθρώπων, επομένως, και την εσωτερική δικαιοσύνη. Η εξωτερική δικαιοσύνη δεν είναι όμως ο τελικός σκοπός· πιο πάνω απ’ αυτή βρίσκεται η δικαιοσύνη στο πνευματικό επίπεδο. Ο πνευματικός άνθρωπος δίνει το παράδειγμα σ’ αυτό, αφού δεν αγωνίζεται μόνο για την εξωτερική δικαιοσύνη, αλλά σκέφτεται όπως ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ο οποίος λέει: «Ὁ πτωχεύων ἐκ τῶν κοσμικῶν πραγμάτων, πλουτίσει ἐν τῷ Θεῷ».

     Η πλήρης αληθινή δικαιοσύνη θα σημαίνει και την αποκατάσταση της πλήρους ισορροπίας μεταξύ όλων των κτισμάτων, που είναι η πλήρης αντανάκλαση της δικαιοσύνης του Θεού, ο Οποίος αγαπά τα πάντα (βλ. Περὶ θείων ὀνομάτων, κεφ. Η΄ §7, PG III, 893-896). Η δικαιοσύνη, ως προσήκουσα σχέση ανάμεσα σε μας και τον Θεό και μεταξύ μας, επειδή είναι η πλήρης αμοιβαία πραγματικότητα και εκτίμηση, είναι προϋπόθεση για την απρόσκοπτη ανοικτή επικοινωνία. Ο δίκαιος δεν έχει λόγο να κρύβεται, όπως έχουν λόγο ο άδικος και ο αδικημένος να κρύβουν τις σκέψεις τους ο ένας από τον άλλο.


     Θα ήταν λάθος να πιστεύουμε, όπως πιστεύουν οι Διαμαρτυρόμενοι, ότι εν Χριστώ ο Θεός έδειξε δικαιοσύνη από έλεος σε μια παθητική ανθρωπότητα. Σ’ αυτή την περίπτωση θα εκδηλωνόταν μόνο το έλεος του Θεού και όχι η δικαιοσύνη Του. Εν Χριστώ, όμως, η πληρέστατη δικαιοσύνη του Θεού στεφάνωσε την πληρέστατη δικαιοσύνη του ανθρώπου, πραγματοποιήθηκε τέλεια αντιστοιχία μεταξύ τους. Εδώ φαίνεται η σημασία της ανθρώπινης θέλησης εν Χριστώ. Αν ο Θεός εκδήλωνε το έλεός Του χωρίς δικαιοσύνη, δεν θα πραγματοποιούσε σε μας παιδαγωγικό έργο, δεν θα Τον ενδιέφερε η δική μας πρόοδος, αλλά θα έδειχνε ότι δεν μας δημιούργησε ως όντα ικανά για πνευματική πρόοδο. Η ίδια δημιουργική Του δύναμη θα εμφανιζόταν εξαιρετικά μετριασμένη. Ως άνθρωπος ο Χριστός εκπληρώνει τη δικαιοσύνη, επειδή είναι ο αντιπρόσωπος όλων μας· ενώ, ως Θεός, ανταμείβει με δικαιοσύνη αυτή τη δικαιοσύνη. Και τα δύο τα πραγματοποιεί, επειδή είναι μία και η αυτή υπόσταση και για τη θεότητα και για την ανθρωπότητα. Και τα πραγματοποιεί, όχι μόνο επειδή θέλει να γίνουμε εμείς κοινωνοί της δικαιοσύνης Του, ως Θεού, ή της δικαιοσύνης του Θεού που παρέχεται σ’ Αυτόν από έλεος –μάλλον από το έλεος του Θεού χωρίς δικαιοσύνη, που εμείς τη δεχτήκαμε παθητικά– αλλά και της δικαιοσύνης Του, ως ανθρώπου, με τη δική μας προσπάθεια και με τη βοήθεια, βέβαια, της Χάριτος του Χριστού ή του Πνεύματός Του.


     Την πλήρη δικαιοσύνη ο Θεός την πραγματοποιεί εν Χριστώ, όχι μόνο με το γεγονός ότι πληροί τον Χριστό, ως άνθρωπο, με όλη τη δόξα και τη λαμπρότητα των θείων Προσώπων, αλλά και επειδή πληροί κι εμάς μ’ αυτή την εν Χριστώ μακαριότητα, εφόσον νικήσαμε εν Αυτώ: «Ὁ νικῶν, δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ’ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου, ὡς κἀγὼ ἐνίκησα μετὰ τοῦ πατρός μου ἐν τῷ θρόνῳ αὐτοῦ» (Αποκ. 3, 21). Η δικαιοσύνη του Θεού θα μπορέσει να πληρώσει τη γη, επειδή ακριβώς θα επιδειχθεί και εκ μέρους του Θεού και εκ μέρους μας. Μόνο έτσι θα μπορέσει να εκπληρωθεί αληθινά η πρόθεση του Θεού να πληρώσει τον κόσμο με δικαιοσύνη: ακτινοβολώντας και μέσα από μας και πάνω από μας. Μόνο έτσι ο κόσμος θα μπορέσει να γίνει πραγματικά «Βασιλεία του Θεού», που είναι «δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά εν Πνεύματι Αγίω» (Ρωμ. 14, 17). 

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ
(1903–1993)




[π. Δημητρίου Στανιλοάε:
«Ορθόδοξη Δογματική Θεολογία»,
Μέρος Πρώτο:
«Η περί Θεού
Ορθόδοξη Χριστιανική Διδασκαλία»,
κεφ. ΙΙ, Γ΄, §2, σελ. 216–227,
Μετάφραση:
π. Κωνσταντίνος Coman
Γιώργος Παπαευθυμίου,
Εκδόσεις «Αρμός»,
Αθήνα, Νοέμβριος 2011.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]








Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.