Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΒΡΕΙ ΜΙΑ ΠΙΣΤΗ

ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΒΡΕΙ ΜΙΑ ΠΙΣΤΗ


     Πρέπει να βρούμε μια Πίστη, που να μη ταιριάζει με τη φαντασία των παθών μας, που να μην περικλείεται στη συμβατική μας γνώση, γνώμη, άποψη, ιδέα, θέλημα, βόλεμα και σκοπό. Να βρούμε, να μας βρει και να μας σκεπάσει επιτέλους λυτρωτικά μια Πίστη, που να μη χωράει στις αυστηρές κατηγορίες της άκαμπτης λογικής μας, που να μη συμβαδίζει με τα γελοία μέτρα και τα σαθρά σταθμά των πολυμήχανων θεωριών μας, με το φθηνό δίκιο της ψυχοφθόρας τελειότητάς μας. Η Πίστη του Θεού είναι η γνώριμη και άγνωστη φίλη της καρδιάς, το ειρηνικό, άτρομο και υποβλητικό μυστήριο της ζωής μας. Η Πίστη του Θεού γυρεύει παντοτινά τη θεία αλήθεια από θεϊκή αγάπη και τη θεία αγάπη από θεϊκή αλήθεια. Τα πάντα μέσα σ’ αυτή –όσα είναι αγάπη και όσα είναι αλήθεια– ενώνονται αδιάρρηκτα και διαχωρίζονται αδιάστατα. Αυτή η Πίστη είναι το αγαπημένο προσκεφάλι της ύπαρξης, η ακλόνητη βάση του είναι μας, το γόνιμο κενό της ψυχής και η αναγκαία περιπέτεια του πνεύματός μας. Ο Θεός βιώνεται μέσα στην πρώτη αχειροποίητη «εκκλησία» της καρδιάς, αποκαλύπτεται μέσα της, αναζητιέται συνεχώς από αυτή και κρύβεται ενίοτε παρατεταμένα με κρυφιομύχια σιωπή, γιατί ακριβώς θέλει να πιστευθεί και να αγαπηθεί βαθύτερα, γιατί ευδοκεί να ζωοποιήσει στο μέγιστο αυτόν που Τον πιστεύει και Τον αγαπάει. Εκεί, στο βάθος της σχέσης των δύο πανελεύθερων προσώπων –του Θεού και ανθρώπου–, εκεί στη σχέση που καλλιεργεί η Πίστη, σπείρεται και ανθοβολεί μυστικά και αθόρυβα η σωτηρία, που είναι το πλέον ανέλπιστο και απροσδόκητο δώρο στην αβάσταχτη απελπισία της αδυναμίας μας. Δεν έχουμε κανέναν να μας κατηγορήσει, γιατί δεν έχουμε κανέναν να μας αποθαρρύνει, γιατί έχουμε την Πίστη, Αυτόν τον Ίδιο τον Αρχηγό αυτής της Πίστεως, τον γλυκύτατο Πιστευόμενο Χριστό, να μας προσφέρει συνεχώς τη ζωή και τη αγάπη Του, σαν το μόνο λόγο να πιστεύουμε προς Αυτόν, να υπάρχουμε σε Αυτόν και μαζί με Αυτόν, με τέλεια πίστη, εμπιστοσύνη και αυτοπαράδοση.

π. Δαμιανός

[Το υπότιτλο σχέδιο είναι του Δ. Κόρδη]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

ΙΣΑΓΓΕΛΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Η ΙΣΑΓΓΕΛΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
της Οσίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου


—ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ—

     Η οσία Ειρήνη ζούσε στην Καππαδοκία στους κόλπους πλούσιας και ευγενούς οικογένειας, μετά τον θάνατο του εικονομάχου αυτοκράτορα Θεοφίλου (842). Όταν η Θεοδώρα ανέλαβε την αντιβασιλεία, αναζήτησε σε όλη την Αυτοκρατορία σύζυγο για τον γιο της, τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ (842-867). Οι απεσταλμένοι της αυλής πρόσεξαν την ομορφιά και την ευγένεια των ηθών της Ειρήνης και την έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη μαζί με την αδελφή της, η οποία παντρεύτηκε αργότερα τον καίσαρα Βάρδα, αδελφό της Θεοδώρας. Στον δρόμο τους πέρασαν κοντά από το όρος Όλυμπος της Βιθυνίας και η Ειρήνη επισκέφθηκε τον άγιο Ιωαννίκιο τον Μέγα [4 Νοεμ.], ο οποίος την χαιρέτησε προλέγοντας ότι θα γινόταν ηγουμένη της Μονής Χρυσοβαλάντου. Η θεία Πρόνοια εμπόδισε τον γάμο της με τον αυτοκράτορα και, με την καρδιά της ξαλαφρωμένη και γεμάτη χαρά, μοίρασε τα υπάρχοντά της και αποσύρθηκε στην Μονή Χρυσοβαλάντου, την οποία είχε ιδρύσει ο πατρίκιος Νικήτας (Νικόλαος), κοντά στην στέρνα του Άσπαρ, σε τόπο ευάερο, μακριά από τις πλατείες και τα θορυβώδη μέρη. Στην μοναχική κουρά της, η μακαρία μαζί με τις τρίχες της κεφαλής της, έκοψε και κάθε δεσμό που την κρατούσε στον κόσμο και δόθηκε με ζήλο στους ασκητικούς αγώνες γνωρίζοντας ότι στο μέτρο που εξασθενίζει το σώμα, ο έσω άνθρωπος ανακαινίζεται και πλησιάζει τον Θεό (Β΄ Κορ. 4, 16). Η διαρκή κατάνυξη χαροποιούσε την καρδιά της και έκανε το πρόσωπό της να λάμπει και σαν γόνιμη γη έφερε τους πλούσιους καρπούς των αγίων αρετών. Έβλεπε όλες τις αδελφές σαν βασίλισσες και θεωρούσε τον εαυτό της ως θεραπαινίδα τους, προσφερόμενη στις πιο ευτελείς εργασίες για να τις διακονεί.
     Μετά τον θάνατο της ηγουμένης, υποδείχθηκε παρά την θέλησή της ως διάδοχός της και χειροτονήθηκε από τον Πατριάρχη Μεθόδιο [14 Ιουν.]. Ενθυμούμενη την προφητεία του αγίου Ιωαννικίου και λογίζοντας ως καθήκον της να μην αναζητεί μονάχα τα αρεστά στην ίδια, αλλά να «βαστάζει με υπομονή τις αδυναμίες και τις ατέλειες των αδύνατων» πνευματικά (Ρωμ. 15, 1), έζησε έκτοτε ως άγγελος επίγειος, επιμηκύνοντας τις νηστείες της, προσευχόμενη όλη την νύκτα και κάνοντας αμέτρητες μετάνοιες. Με τα μέσα αυτά προσείλκυσε την Χάρη του Θεού και έλαβε τόση σοφία, ώστε να δύναται να οδηγεί πλήθος ψυχών στην οδό της Σωτηρίας. Ζητούσε από τις αδελφές να μην την θεωρούν ως ανώτερή τους, αλλά ως μία συμμονάστριά τους που είχε ορισθεί να τις υπηρετεί. Με γλυκύτητα και υπομονή τις παραινούσε να πολιτεύονται στα πάντα κατά το πνεύμα του Ευαγγελίου, αποτάσσοντας τα μάταια θέλγητρα της δόξας και της εκτίμησης των ανθρώπων. Αν δεν ήθελαν η αποταγή τους να είναι επιφανειακή, όφειλαν να φροντίζουν να διατηρούν όχι μόνο την αγνεία τους, αλλά και την πραότητα, αρετές υπεράνω της φύσης που χαρίζονται από τον Χριστό σε όσους προσεύχονται με πίστη. Ό,τι κι αν κατακτούσαν, συμβούλευε τις μαθήτριές της να το θεωρούν ως δώρο του Θεού και να τελούν αδιαλείπτως σε κατάνυξη αναπέμποντας ευχαριστίες. Απαγόρευε εξάλλου σ’ αυτές να προσεύχονται για την υγεία τους, λέγοντας ότι τίποτε δεν είναι λυσιτελέστερο (=ωφελιμότερο) για την ψυχή από την ασθένεια που γίνεται δεκτή με ευγνωμοσύνη προς τον Θεό. Έχοντας λάβει από Άγγελο Κυρίου το προορατικό χάρισμα, η οσία ήταν σαν προφήτις του Θεού στην μονή της. Γρήγορα κατέστη περιώνυμη σε όλη την Βασιλεύουσα για τις αρετές και την σοφία με την οποία καθοδηγούσε την αδελφότητά της, ώστε κάθε είδους άνθρωποι, πλούσιοι και πτωχοί, μικροί και τρανοί, προσέρχονταν κοντά της για να λάβουν τις συμβουλές της και να εναποθέσουν την ελπίδα τους στις προσευχές της. Σε όλους δίδασκε την ωφέλεια της μετανοίας, που σε κάθε στιγμή μπορεί να καταστήσει τον Θεό ευμενή έναντι ημών.
     Η οσία Ειρήνη έφθασε σε ηλικία 103 ετών, διατηρώντας όλη την δροσιά και την φυσική ομορφιά της, σημάδι του κάλλους της ψυχής της. Ο Φύλακας Άγγελός της την προειδοποίησε ένα έτος πριν για τον χρόνο της τελευτής της και όταν έφθασε η ημέρα συγκέντρωσε τις αδελφές της, όρισε την ηγουμένη που είχε επιλέξει ο Θεός και αφού τις προέτρεψε να περιφρονούν ό,τι είναι πρόσκαιρο ώστε να ζουν τον αγαπημένο Νυμφίο τους, έκλεισε γαλήνια τα μάτια της και παρέδωσε την ψυχή της εις χείρας Θεού. Ενταφιάσθηκε στο παρεκκλήσιο του αγίου μάρτυρος Θεοδώρου και ο τάφος της ανέδιδε διαρκώς μία ουράνια ευωδία, φανερώνοντας σε όλους την παρρησία που είχε αποκτήσει παρά τω Θεώ, ενώ μέχρι τις ημέρες μας η οσία Ειρήνη δεν παύει να μεσιτεύει υπέρ εκείνων που την επικαλούνται με πίστη.
     Παραθέτουμε κάποια γλαφυρά περιστατικά και γεγονότα από τη θαυμαστή πολιτεία της οσίας ως ένα ευώδες και πάντερπνο απάνθισμα θείων ευλογιών για την καρδιά μας και τον καθημερινό της αγώνα… 


      Όταν η Ορθοδοξία πανηγύριζε, τον 9ο αιώνα, την αναστήλωση των ιερών εικόνων, τότε η οσία Ειρήνη, αν και προορισμένη για τη βασιλική πορφύρα, προτίμησε το ταπεινό μοναχικό ράσο και «ὤφθη νύμφη ἄμωμος Κυρίου» στη Μονή του Χρυσοβαλάντου. Έφτασε σε υψηλά μέτρα αρετής, και ο βίος της κοσμείται με θαυμαστές αγγελικές εμφανίσεις και οπτασίες.

Φωτιά στο κουκούλι της αγίας

     Μια νύχτα, ενώ προσευχόταν, άναψε ο διάβολος ένα κερί από το καντήλι κι έβαλε φωτιά στο κουκούλι της. Σύντομα η φωτιά μεταδόθηκε μέχρι κάτω και καψάλισε όχι μόνο τα ρούχα της αγίας, αλλά και πολλά σημεία του σώματος: τους ώμους, το στήθος, τα νεφρά, την πλάτη.

     Μια μοναχή πήρε είδηση από τη μυρωδιά κι έτρεξε στο κελί της οσίας, που συνέχιζε την προσευχή της ασάλευτη. Η μοναχή έσβησε τη φωτιά. Και τότε άκουσε την οσία να της λέει με παράπονο:
     –Γιατί, αδελφή μου, με στέρησες από τέτοια αγαθά; Μέχρι τώρα στεκόταν μπροστά μου άγιος άγγελος και μου έπλεκε στεφάνι από λουλούδια τόσο ωραία και ευωδιαστά, που ποτέ μου δεν είδα ούτε οσφράνθηκα. Και τη στιγμή που άπλωνε το χέρι του να βάλει στο κεφάλι μου εκείνο το ωραίο στεφάνι, ήρθες εσύ, κι εκείνος έφυγε. Πολύ, μα πάρα πολύ με λύπησες…

Οι λευκοντυμένοι και φωτόμορφοι νέοι

     Κάποια Μεγάλη Παρασκευή, ενώ έψαλλαν οι μοναχές την ακολουθία των αγίων Παθών, η οσία Ειρήνη ήρθε σε έκσταση. Βλέπει να μπαίνουν στην εκκλησία αναρίθμητοι νέοι, λευκοντυμένοι και φωτόμορφοι. Κρατούσαν κιθάρες κι έψαλλαν ύμνους δοξολογικούς στον Θεό. Κρατούσαν φιάλες με μύρο ευωδιαστό και το άδειαζαν πάνω στην αγία Τράπεζα.

Δεν έλειψε από κοντά της ο άγγελος


     Όταν η οσία έγινε ηγουμένη της Μονής του Χρυσοβαλάντου και ανέλαβε την πνευματική ευθύνη των μοναζουσών, ζήτησε από τον Θεό το προορατικό χάρισμα, για να διορθώνει τα κρυφά παραπτώματά τους. Ο Κύριος την άκουσε και της έστειλε φωτόμορφο άγγελο, που την χαιρέτησε και της είπε:
     –Χαίρε, πιστή δούλη του Θεού! Ο Κύριος μ’ έστειλε να σε διακονώ για χάρη εκείνων που θα σωθούν με τη βοήθειά σου. Με πρόσταξε να στέκομαι πάντα κοντά σου και να σου φανερώνω με σαφήνεια τα απόκρυφα.
     Από τότε δεν έλειψε από κοντά της ο άγγελος. Καθημερινά μιλούσε μαζί του, κι εκείνος της φανέρωνε τα κρυφά έργα του καθενός, όχι μόνο των μοναζουσών, αλλά και όσων πήγαιναν για να την επισκεφθούν και ν’ ακούσουν τη διδαχή της.

Προόραση θανάτου

     Κάποιος ευλαβής και γνώριμος της Μονής, που λεγόταν Χριστοφόρος, πληροφορήθηκε από την οσία τον επικείμενο θάνατό του. Ενώ συζητούσαν, η οσία έβλεπε έναν λαμπρό νέο να στέκεται πίσω του και να κρατάει δρεπάνι ακονισμένο. Τριγύρω του ήταν κι άλλοι, που μετρούσαν τα χρόνια της ζωής του με τα δάχτυλα, και αποφάσισαν πως η μέρα εκείνη ήταν η τελευταία της ζωής του.

Το μακάριο και ιλαρό τέλος της

     Ύστερα από υπεραιωνόβια καρποφόρο βιοτή, ήρθε καιρός να πληρώσει και η οσία, σαν άνθρωπος, το κοινό χρέος. Στις 26 του Ιουλίου παρουσιάζεται άγγελος Κυρίου και της λέει:
     –Γνώριζε ότι τον ερχόμενο χρόνο, στις 30 του ίδιου μηνός, θα παρασταθείς στο θρόνο του Θεού.
     Την προκαθορισμένη μέρα, ενώ προσευχόταν, άρχισε να χαμογελάει βλέποντας του αγίους αγγέλους που την χαιρετούσαν. Αμέσως έλαμψε το πρόσωπό της, έκλεισε τα μάτια και παρέδωσε την αγία ψυχή της στα χέρια του Θεού.

Η μαγεμένη μοναχή


     Κάποτε στη Μονή του Χρυσοβαλάντου προσήλθε για να μονάσει μια κοπέλα από επιφανή οικογένεια της Καππαδοκίας. Ύστερα από την κανονική δοκιμασία η ηγούμενη οσία Ειρήνη την κούρεψε μοναχή.
     Ο μισόκαλος διάβολος, όμως, φρύαξε από το κακό του για τη σωτηρία άλλης μιας ψυχής. Και τι έκανε; Άναψε σφοδρό έρωτα στην καρδιά του πρώην μνηστήρα της, που με ακατασίγαστο πόθο άρχισε να την αναζητάει παντού. Δεν δίστασε, μάλιστα, τυφλωμένος από το παράφρονο πάθος του, να καταφύγει σ’ έναν περίφημο μάγο της Καππαδοκίας και να του τάξει χρήματα πολλά, αν κατάφερνε κι έφερνε πάλι στα χέρια του τη νεαρή γυναίκα. Κι εκείνος ο υπηρέτης του σατανά επιστράτευσε όλες του τις μαγγανείες.

     Η νεόκουρη μοναχή τότε, εντελώς απροσδόκητα, φλογίστηκε κι αυτή από μανιακό έρωτα για τον παλιό της μνηστήρα. Χάνοντας σχεδόν τα λογικά της, άρχισε να χτυπιέται, να φωνάζει, να κλαίει και να επαναλαμβάνει γοερά το όνομά του.
     –Ορκίζομαι, απειλούσε, πως, αν δεν μπορέσω να τον ξαναδώ, θα κρεμαστώ!
     Κάθε τόσο έτρεχε στην πύλη της Μονής. Με κραυγές και βρισιές φοβερές, πίεζε την πορτάρισσα μοναχή να την αφήσει να βγει έξω.

     Η θλίψη της αγίας Ειρήνης ήταν απερίγραπτη. Γρήγορα κατάλαβε πως είχε να κάνει με δαιμονικά τεχνάσματα. Κάλεσε αμέσως όλες τις μοναχές και, αφού τις συμβούλεψε να φυλάγονται από τις πανουργίες του διαβόλου, τις πρόσταξε να νηστεύσουν αυστηρά και να προσευχηθούν με πολλή θέρμη για μια εβδομάδα, κάνοντας μάλιστα χίλιες μετάνοιες καθημερινά για χάρη της ταλαίπωρης αδελφής τους.

     Πραγματικά, όλη η αδελφότητα, με βαθύ πόνο και θερμά δάκρυα, άρχισε τις ικεσίες προς τον Θεό. Η οσία ζητούσε ιδιαίτερα τις μεσιτείες του συμπατριώτη της Μεγάλου Βασιλείου, στον οποίο έτρεφε ξεχωριστή ευλάβεια. Του παραπονιόταν τώρα, γιατί ανεχόταν να γίνονται στην πατρίδα τους, την Καππαδοκία, τέτοια ανοσιουργήματα.

     Είχαν περάσει οι τρεις πρώτες μέρες της νηστείας και της προσευχής. Στα χαράματα της τέταρτης μέρας εμφανίζεται ολοζώντανος μπροστά στην οσία ο άγιος Βασίλειος.
     –Γιατί μου παραπονιέσαι, Ειρήνη, της είπε, πως τάχα ανέχομαι να γίνονται βρώμικες δουλειές στην κοινή μας πατρίδα;… Να, σήμερα η Μητέρα του Κυρίου θα βρίσκεται στις Βλαχέρνες. Πήγαινε εκεί με την άρρωστη μαθήτριά σου κι Εκείνη θα φροντίσει για τη θεραπεία της.


     Μόλις ξημέρωσε, η οσία πήρε την άρρωστη κι άλλες δύο μοναχές και κίνησε για το ναό των Βλαχερνών. Εκεί, γονατιστή όλη τη μέρα μπροστά στη θαυματουργική εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου, θερμοπαρακαλούσε με πόνο τη χάρη της, βρέχοντας το δάπεδο με καυτά δάκρυα.

     Όταν, τα μεσάνυχτα, ο ύπνος τής έκλεισε απαλά τα μάτια, είδε σε όνειρο τη Βασίλισσα των Ουρανών. Το πρόσωπό της αστραποβολούσε από θείο φως. Μπροστά και πίσω της πήγαιναν αναρίθμητοι άγγελοι και άγιοι, που βάδιζαν με σεβασμό και συστολή. Η Παντάνασσα στάθηκε μπροστά στη μαθήτρια της αγίας Ειρήνης. Ύστερα κάλεσε τον Μέγα Βασίλειο και τον ρώτησε:
     –Γιατί η Ειρήνη άφησε το Μοναστήρι της και βρίσκεται αυτή την ώρα εδώ;
     –Η Ειρήνη, Δέσποινα, κατέφυγε στην ισχυρή σου προστασία. Έκαναν μάγια στη μαθήτριά της και τώρα σε παρακαλεί να τη θεραπεύσεις.
     –Κάλεσε την Αναστασία!, πρόσταξε η Θεοτόκος.
     Αμέσως παρουσιάστηκε μπροστά της η αγία μεγαλομάρτυς Αναστασία η Φαρμακολύτρια.
     –Εσύ, της είπε η Παναγία, έχεις ειδικό χάρισμα από τον Υιό μου να θεραπεύεις αυτού του είδους τις αρρώστιες. Εξέτασε, λοιπόν, σε συνεργασία με τον Βασίλειο, τούτη την κόρη και θεράπευσέ την.
     Την ίδια στιγμή οι άγιοι Βασίλειος και Αναστασία, αφού προσκύνησαν, έφυγαν για την Καππαδοκία. Συγχρόνως, ακούστηκε μια φωνή να λέει στην οσία Ειρήνη:
     –Γύρισε στο Μοναστήρι σου κι εκεί θα δεις τη θεραπεία της μαθήτριάς σου.
     Με την ηχώ αυτής της φωνής ξύπνησε η οσία. Έκθαμβη, αναλογιζόταν την ουράνια οπτασία…


     Ήταν Παρασκευή, ώρα Εσπερινού, κι όλη η αδελφότητα του Χρυσοβαλάντου βρισκόταν στην εκκλησία, όταν η αγία Ειρήνη επέστρεψε στη Μονή με τις τρεις αδελφές. Στο τέλος της ακολουθίας, διηγήθηκε στις μοναχές, που την περίμεναν με αγωνία, το όραμά της. Στη συνέχεια, τις πρόσταξε να υψώσουν τα χέρια τους στον ουρανό και μ’ ένα στόμα να φωνάξουν το «Κύριε, ελέησον!».
     Όλων οι προσευχές ενώθηκαν τότε σε μια πανίσχυρη ικεσία, που έκρουσε δυνατά και αποτελεσματικά τη θύρα του θείου ελέους. Το δάπεδο του ναού βράχηκε από τα πονεμένα δάκρυα των μοναστριών.

     Ξάφνου, γεμάτες δέος, είδαν να εμφανίζονται ψηλά στον αέρα η αγία Αναστασία και ο Μέγας Βασίλειος. Συνάμα ακούστηκε μια φωνή, που έλεγε στην οσία Ειρήνη:
     –Άπλωσε τα χέρια σου, πάρε τούτα ’δω και πάψε να μας ονειδίζεις.
     Η οσία άνοιξε την αγκαλιά της, όπου έπεσε από ψηλά ένα παράξενο δέμα.
     Έτρεξαν αμέσως όλες οι αδελφές, άναψαν κεριά κι άρχισαν να λύνουν το δέμα, που ζύγιζε τρεις λίτρες περίπου. Όταν το άνοιξαν, είδαν με αποτροπιασμό πως περιείχε δυο μολυβένια ειδώλια –ομοιώματα της άρρωστης μοναχής και του πρώην μνηστήρα της– αγκαλιασμένα και δεμένα με τρίχες και κλωστές. Ήταν ακόμα γραμμένες κάποιες δαιμονικές επικλήσεις, καθώς και το όνομα του μάγου.


     Όλη τη νύχτα οι αδελφές έμειναν στο ναό, δοξολογώντας τον Κύριο και τη Μητέρα Του. Το πρωί, η οσία Ειρήνη έστειλε τις δυο μοναχές, που την είχαν συνοδεύσει στις Βλαχέρνες, καθώς και την άρρωστη, στο ναό της αγίας Αναστασίας, δίνοντάς τους κεριά, θυμίαμα, λάδι, πρόσφορο και τα διαβολικά αντικείμενα του δέματος.
     –Με το λάδι ν’ ανάψετε τα καντήλια στον τάφο της αγίας, τους είπε. Τα κεριά και το πρόσφορο να τα δώσετε στον ιερέα, για να τα χρησιμοποιήσει στη θεία Λειτουργία.

     Έτσι κι έκαναν. Μετά τη Λειτουργία, διηγήθηκαν τα καθέκαστα στον ιερέα, κι εκείνος της κατέβασε στον τάφο της αγίας. Εκεί προσευχήθηκε και άλειψε με λάδι από το καντήλι την άρρωστη. Ύστερα ανέβηκε στο ναό, πήρε αναμμένα κάρβουνα και άρχισε να καίει τα μάγια. Όσο αυτά, ένα–ένα, καίγονταν, τόσο η δαιμονόπληκτη μοναχή λυτρωνόταν από την επήρεια του πονηρού, ελευθερωνόταν από τα αόρατα δεσμά της, ξανάβρισκε τα λογικά της και ευχαριστούσε τον Παντοδύναμο.
     Όταν πια όλα είχαν γίνει στάχτη, μέσ’ από τ’ αναμμένα κάρβουνα άρχισαν να βγαίνουν τέτοιες κραυγές, που λες κι εκείνη την ώρα έσφαζε κανείς ένα κοπάδι χοίρων. Όλοι όσοι ήταν εκεί πανικοβλήθηκαν κι έφυγαν τρέχοντας από το ναό, διακηρύσσοντας συνάμα την ακαταμάχητη δύναμη της μεγαλομάρτυρος Αναστασίας.

     Οι δύο μοναχές γύρισαν στη Μονή με τη γιατρεμένη πια μοναχή και διηγήθηκαν στις υπόλοιπες όσα θαυμαστά παρακολούθησαν. Όλες τότε, μ’ ένα στόμα, δόξασαν και ευχαρίστησαν τον Θεό για τη θεραπεία της αδελφής τους, η οποία επετεύχθη μέσω των θεοπειθών δεήσεων και ευχών της οσίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου της θαυματουργού…

Τα δυο λυγισμένα κυπαρίσσια


     Κατά θεία οικονομία, για να μη μείνει αμάρτυρη μια μεγάλη θαυματουργία της αγίας, η οποία έγινε πολλές φορές στο προαύλιο της Μονής της, έτυχε μια αδελφή να βγει από το κελί της πολύ ήσυχα μια νύχτα και βλέπει την αγία του Χριστού να μην εγγίζουν τη γη τα πόδια της και να στέκεται στον αέρα ίσαμε τρεις πήχεις επάνω. Και κοντά της ήταν δυο πανύψηλα κυπαρίσσια, τα οποία χαμήλωσαν τις κορφές τους μέχρι κάτω στη γη και παρέμεναν έτσι σ’ αυτή τη θέση –ω, τι εξαίσιο τερατούργημα!– όση ώρα η αγία προσευχόταν. Όταν σηκώθηκε από την προσευχή, τα πλησίασε η αγία και, αφού άγγιξε τις κορφές τους, τα ευλόγησε σταυροειδώς. Και τότε αυτά υψώθηκαν κανονικά και γύρισαν πίσω στην προηγούμενη όρθια στάση τους.
     Βλέποντας, για τρεις περίπου ώρες, η μοναχή ένα τέτοιο εξαίσιο φρικτό και θαυμάσιο θέαμα, φοβήθηκε κι έτρεμε νομίζοντας ότι ήταν της φαντασίας της το θεωρούμενο. Μάλιστα, για να εξακριβώσει την αλήθεια του πράγματος, έτρεξε στο κελί της αγίας και, όταν δεν είδε την αγία εκεί, κατάλαβε πια ότι δεν ήταν ψέμα αυτό που θεώρησε, αλλά αληθινό και αψευδές θαυματούργημα.
     Μετά από μερικές μέρες, πρόσεξαν οι μοναχές στις κορφές εκείνων των κυπαρισσιών να είναι κρεμασμένα δυο μαντήλια. Τα είχε κρεμάσει προς δόξα Θεού η ίδια η αγία, επειδή πολλές φορές αυτά χαμήλωναν τις κορφές τους προσκυνώντας τη χάρη της. Ρωτούσαν οι μοναχές, η μια την άλλη, ποιος και πότε και πώς μπόρεσε ν’ ανέβει σε τόσο μεγάλο ύψος και να δέσει εκεί τα μαντήλια. Η μοναχή που είδε το θαυμάσιο, το διηγήθηκε τότε και σ’ όλες τις μοναχές κι αυτές έφριξαν κυριολεκτικά και δάκρυσαν από τη χαρά τους, αλλά και την έλεγξαν που δεν τις ξύπνησε να δουν κι αυτές ένα τέτοιο θέαμα.
     Όταν έμαθε η αγία ότι η συγκεκριμένη μοναχή φανέρωσε κάτι τέτοιο, την επιτίμησε λέγοντάς της τα εξής: «Αν μ’ έβλεπες ν’ αμαρτάνω σαν άνθρωπος, τι θα έκαμνες; Θα φανέρωνες και την αμαρτία μου;». Και η μοναχή, έμφοβη έπεσε κάτω στη γη, ζητώντας συγχώρεση. Τότε η αγία, επιτιμώντας βαριά όλη την αδελφότητα, είπε στη μοναχή, αλλά και στις υπόλοιπες μοναχές, να μη τολμήσει καμιά τους να φανερώσει κανένα θαυμάσιο από αυτή, όσο καιρό αυτή ζήσει σε τούτο τον κόσμο. Και, πραγματικά, πολλά παρόμοια σημεία έδειξε η αγία, αλλά δεν τα φανέρωναν σε κανέναν οι μοναχές, φοβούμενες το επιτίμιο της αγίας.

Τα πανεύοσμα μήλα της αγίας


     Μια νύχτα, κατά την εορτή του Μεγάλου Βασιλείου, ήρθε μια φωνή προς την οσία Ειρήνη που της έλεγε: «Να υποδεχθείς τον ναύκληρο που έρχεται στο Μοναστήρι σου σήμερα και σου φέρνει οπωρικά· φάε με χαρά απ’ αυτά κι ας αγάλλεται η ψυχή σου». Όταν έψαλλαν τον Όρθρο στη Μονή της, έστειλε δυο μοναχές προς την πύλη λέγοντάς τις: «Πάτε στην πύλη και βάλτε μέσα τον ναύκληρο που θα βρείτε έξω».
     Όταν ήρθε προς την οσία ο άνθρωπος, αφού χαιρέτησε ο ένας τον άλλον, προσευχήθηκαν και κάθισαν. Έπειτα τον ρώτησε η αγία πώς και ήρθε μέχρι εκεί. Κι αυτός της είπε: «Ναύτης είμαι εγώ, κυρία μου, από το νησί της Πάτμου. Μπήκα σ’ ένα πλοίο με σκοπό να έρθω εδώ στην Πόλη για κάποια δουλειά μου. Όταν αρχίσαμε να ταξιδεύουμε κι ήμασταν στην άκρη του νησιού, είδαμε στη στεριά έναν ωραίο και θεοειδή γέροντα, ο οποίος μας φώναξε να τον περιμένουμε. Εμείς, μη μπορώντας να σταθούμε, μια και ήμασταν κοντά στους βράχους και είχαμε ενάντιο τον άνεμο, τρέχαμε. Τότε εκείνος φώναξε δυνατότερα προστάζοντας το πλοίο να σταθεί. Αμέσως –ω, τι θαύμα!– σταμάτησε το πλοίο και εκείνος ο ηλικιωμένος άνθρωπος ήρθε προς αυτό περπατώντας πάνω στα κύματα. Όταν πια έφτασε το πλοίο έβγαλε τρία μήλα μέσα από τον κόρφο του, μου τα έδωσε και μου είπε: «Δώσε αυτά στον Πατριάρχη, σαν φτάσεις στη Βασιλεύουσα, και πες του ότι του τα έστειλε ο Πανάγαθος Θεός και ο δούλος Του Ιωάννης από τον Παράδεισο». Μετά, έβγαλε άλλα τρία όμοια μήλα και μου λέει: «Αυτά, να τα πας δώρο στην Ηγουμένη της Μονής του Χρυσοβαλάντου που λέγεται Ειρήνη και να της πεις: “Φάγε απ’ αυτά που πεθύμησε η καλή σου η ψυχή· καθότι τώρα δα εγώ έρχομαι από τον Παράδεισο και σου τα έφερα για σένα!”». Κι αφού τα είπε αυτά, ευλόγησε τον Θεό και μας ευχήθηκε. Κι ευθύς αμέσως το πλοίο κίνησε κι αυτός έγινε άφαντος. Τα τρία μήλα τα έδωσα στον Πατριάρχη. Έφερα και στην αγιοσύνη σου και τα υπόλοιπα τρία».
     Ακούγοντας αυτά η οσία δάκρυσε από τη χαρά της και πολλές ευχαριστίες απέδωσε στον αγαπημένο Μαθητή και Απόστολο του Χριστού. Έβγαλε τα μήλα ο ναύκληρος από ένα μεταξένιο και χρυσοΰφαντο μαντήλι, όπου τα είχε φυλαγμένα με τιμή σαν θεία πράγματα που ήταν και, με πολλή ευλάβεια, τα έδωσε στην αγία. Και τούτα τα μήλα του Παραδείσου δεν έμοιαζαν καθόλου με τα επίγεια και πρόσκαιρα μήλα ούτε στη ωραιότητα, ούτε στην ευωδία, ούτε και στο μέγεθος. Ο ναύτης, αφού πήρε την ευλογία και τη συγχώρεση από την οσία, αναχώρησε.
     Η αγία νήστεψε μια βδομάδα ευχαριστώντας τον Κύριο για τη δωρεά που της έστειλε και για τη δόξα Του άρχισε κι έτρωγε για σαράντα μέρες τα μήλα κάθε μέρα από λίγο, δίχως να γευτεί ψωμί ή λάχανα ή άλλο φαγώσιμο. Και τόση ευωδία έβγαινε από το στόμα της, όταν έτρωγε από τα μήλα, που γέμισε τις οσφρήσεις όλων των αδελφών καθώς και όλο το Μοναστήρι, που ήταν σαν να έφτιαχναν εκεί καθημερινά μύρα και αρώματα πολύτιμα. Όλος ο αέρας γέμισε από τη θαυμάσια αυτή τερπνότητα του Παραδείσου.
     Κι όταν ήρθε η αγία και Μεγάλη Πέμπτη, μετά τη Μετάληψη, τεμάχισε η αγία και το δεύτερο μήλο και έδωσε από ένα κομμάτι στην κάθε μια αδελφή. Αυτές δεν ήξεραν τι ήταν, μόνο αισθάνονταν στο στόμα τους την ευωδία και τη γλυκύτητα και θαύμαζαν που ένιωθαν στη ψυχή τους πολλή ευφροσύνη και αγαλλίαση.
     Όταν πλησίασε το τέλος της επίγειας ζωής της, μια βδομάδα πριν παραδώσει τη ψυχή της στον Κύριο, μένοντας τελείως άσιτη, πήρε στα χέρια της το τρίτο μήλο και δοκιμάζοντάς το τρεπόταν η κατ’ άνθρωπον λύπη και αθυμία της σε ευθυμία και αγαλλίαση και χαιρόταν η πανόλβια οσία του Θεού Ειρήνη, αναλογιζόμενη ποια απόλαυση έμελλε να κληρονομήσει στην ουράνια Βασιλεία…

—Ἀπολυτίκιον.—
Ἦχος α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Βασιλείας γηΐνου πάλαι οὐκ ἔτυχες,
ἀλλ’ ἀφθάρτων στεφάνων νῦν σε ἠξίωσαι,
ὁ Νυμφίος σου Χριστὸς ὁ Ὡραιότατος·
ὧ καθιέρωσας σαὐτήν, ὅλη καρδίᾳ καὶ ψυχῇ,
Εἰρήνη Ὁσία Μῆτερ, Χρυσοβαλάντου ἡ δόξα,
ἡμῶν δὲ προσφυγὴ καὶ βοήθεια.
—Ἕτερον Ἀπολυτίκιον.—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Δόξαν ῥέουσαν, ὑπεριδοῦσα,
νύμφη ἄμωμος ὤφθης τοῦ Λόγου,
δι’ ἀσκήσεως Ὁσία ἐκλάμψασα·
ὡς οὖν Εἰρήνη τυχοῦσα τοῦ πόθου σου,
ἐν ὁμονοίᾳ ἡμᾶς διαφύλαττε, ἀξιάγαστε,
Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύουσα,
δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
—Κοντάκιον.—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τὴν τοῦ κόσμου εὔκλειαν, καταλιποῦσα Ὁσία,
τῷ Χριστῷ νενύμφευσαι, τῷ Βασιλεῖ τῷ ἀφθάρτῳ,
κάλλεσι, τῆς παρθενίας λελαμπρυσμένη,
σκάμμασι, τῆς ἐγκρατείας πεποικιλμένη·
διὰ τοῦτό σε Εἰρήνη,
ὁ σὸς νυμφίος λαμπρῶς ἐδόξασε.
—Μεγαλυνάρια.—
Τὴν Καππαδοκίας τὴν καλλονήν,
καὶ Χρυσοβαλάντου, ὁδηγίαν τὴν ἀσφαλῆ,
τὴν στηλογραφίαν, εἰρήνης οὐρανίου,
Εἰρήνην τὴν Ὁσίαν, ὕμνοις τιμήσωμεν.

ύου πολυτρόπων ἐκ συμφορῶν,
καὶ ἀῤῥωστημάτων, καὶ κινδύνων ψυχοβλαβῶν,
τοὺς ἐν εὐλαβείᾳ, θερμῶς ἐξαιτουμένους,
Εἰρήνη θεοφόρε, τὴν προστασίαν σου.





[(1) «Εμφανίσεις και θαύματα των αγγέλων»,
Μέρος Β΄, §37, σελ. 170–172,
Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής, 19986.
(2) «Οι δαίμονες και τα έργα τους»,
Β΄ μέρος, κεφ. 3ο, §17, σελ. 336–340,
Έκδοση ό.π., Σεπτέμβριος 20052.
(3) Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου (†):
«Ακολουθία της Οσίας Μητρός ημών
Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου»,
σελ. 17–18, 34, 46 και 48,
Έκδοσις Ιεράς Μονής
Οσίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου,
Λυκόβρυση Αττικής, 198514.
(4) Ματθαίου Λαγγή:
«Μέγας Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμος Ζ΄, Μήνας Ιούλιος,
σελ. 558–561 και 567,
Αθήναι 19985.
(5) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος, Ιούλιος, σελ. 318–321.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση Κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Ιούνιος 2008.
(6) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
αναγκαία μεταφορά στη δημοτική
και πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΥΜΑ

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΚΥΜΑ


     «Πολλοί άνθρωποι για πολλούς λόγους κολυμπούν στη θάλασσα. Μερικοί απ’ αυτούς ξέρουν πραγματικά καλό κολύμπι και όταν έρχεται καταπάνω τους το κύμα, σκύβουν και λουφάζουν από κάτω του μέχρι να περάσει. Έτσι εξακολουθούν να κολυμπούν ακίνδυνα. Αν όμως θελήσουν ν’ αντισταθούν, το κύμα τούς σπρώχνει έξω και τους εκσφενδονίζει πολύ μακριά. Πάλι, μόλις αρχίσουν να κολυμπούν έρχεται καταπάνω τους άλλο κύμα. Αν πάλι αντισταθούν, πάλι το κύμα θα τους σπρώξει και θα τους πετάξει έξω και το μόνο που κατορθώνουν είναι να συντρίβονται, χωρίς καθόλου να προχωρούν. Αν όμως, όπως είπα, σκύψουν και ταπεινωθούν κάτω από το κύμα, αυτό περνάει χωρίς να τους κάνει κακό. Εξακολουθούν τότε να κολυμπούν όσο θέλουν και τελειώνουν τη δουλειά τους.
     »Το ίδιο συμβαίνει και με τους πειρασμούς. Αν κανείς βαστάξει τον πειρασμό με υπομονή και ταπείνωση, τον ξεπερνάει χωρίς να πάθει κακό. Αν όμως παραμείνει με την καρδιά γεμάτη λύπη και ταραχή και θεωρώντας καθέναν αίτιο του κακού που του συμβαίνει, κολάζει τον εαυτό του, φορτώνοντας πάνω του τον πειρασμό. Έτσι όχι μόνο δεν ωφελείται απ’ αυτόν, αλλά και βλάπτεται. Γιατί ωφελούν πάρα πολύ οι πειρασμοί όποιον τους υπομένει ατάραχα».

ΑΒΒΑΣ ΔΩΡΟΘΕΟΣ


[Αββά Δωροθέου: 
«Έργα Ασκητικά»,
ΙΓ΄ Διδασκαλία,
§140–141, σελ. 312–313,
Εκδόσεις «Ετοιμασία»,
Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου,
Καρέα Αττικής, 19832.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ


     Να σου πω, να μου πεις, εγώ πιστεύω, εγώ θεωρώ, εγώ νομίζω, εγώ φαντάζομαι... Μετά τη μέθη των εντυπώσεων που προσφέρουν τα λόγια των εύκολων και αβαθών συναπαντημάτων, πάει να υψωθεί μια εγκεφαλική τέρψη και στο φινάλε τίποτα· ως συνήθως τίποτα και όπως πάντα τίποτα. Σύντομα η απογοήτευση και η αποκαρδίωση, μια βαριά θεόπικρη γείωση λεκιάζει το παρκέ της φιέστας μας. Κι επειδή όλοι μέσα μας είμαστε χορτάτοι από λόγια, βγαίνουμε αντιδραστικά στη γύρα των συντυχιών και τα κερνάμε συνέχεια προς τους άλλους και οι άλλοι σε κάποιους άλλους. Σαν το καθιερωμένο φοντάν ή το περιφερόμενο λικέρ στο σαλόνι των σιωπηλών καλεσμένων. Κι αν τα λόγια δεν στερέψουν αυτόματα, ωστόσο στεγνώνουν με μιας την καρδιά που τα απαρέσκεται. Το θέμα είναι ποιος από μας θα βγει από τη γυάλα του, από τη φιάλη της εγωπάθειας. Από το κλίμα του ενδοστρατωνισμού σιμά στο επιτελείο των λογισμών του. Οι λογισμοί μαζί με τα πάθη που αντιπροσωπεύουν δεν μας αφήνουν ελεύθερους να στραφούμε προς την πράξη, προς την ουσία των προσώπων και τον πυρήνα των πραγμάτων. Να πάψουμε να είμαστε άνευροι και αμμώδεις, υποτυπώδεις, άτονοι, υγροί και διαλυμένοι. Όλη η αρρώστια μας δεν είναι τόσο η εσωτερική εμπλοκή των νευρώνων όσο η καθίζησή μας στη γλυκιά αυταπάτη των ιδεών που τρέφουμε και κουβαλάμε. Άπρακτοι και αναποτελεσματικοί, ανίσχυροι και επιδερμικοί, τολμάμε και από πάνω να διεκδικούμε μερίδα στον πόθο, το ιδανικό και το ωραίο που γεννά και φέρνει ο κόπος. Παρά τις δηλώσεις μας και τις διαθέσεις μας δεν προσχωρούμε κανονικά στο είναι. Έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας τη συνθηκολόγηση, την ηττοπάθεια, την υποχώρηση και ολισθαίνουμε φοβερά, όποτε διαπιστώνουμε ότι είναι ανάγκη να νευρωθούμε στο έργο που δεν μπορούμε ή δεν γίνεται να αποφύγουμε, όποτε οφείλουμε να γίνουμε χαλκέντεροι στη συνέπεια. Ποτέ δεν υποψιαστήκαμε την αγάπη σαν άκαμπτη δύναμη δωρικότητας και ασφάλειας, τελείως απροσμάχητη έναντι στο κούφιο των μάταιων και φρούδων μας σκέψεων. Για το λόγο αυτό επιτελούνται τραγικές αυτοπροδοσίες και εγκαταλείψεις από τη μεριά μας, τις οποίες υποβαστάζει από τη μία η αυτολύπηση και από την άλλη η δικαιολογία. Μπροστά τάχα το όραμα και πίσω ο θλιβερός εαυτός μας: το αντίδοτό του. Κάνουμε ένα βήμα για να πείσουμε φίλους και γνωστούς ότι δήθεν προχωράμε. Προσφέρουμε ένα μισοαληθινό στίγμα συμπόρευσης για να βαυκαλίσουμε τις συνειδήσεις που δεν γνωρίζουν το βάθος μας. Και μόλις μεγαλώσει η ευθύνη, μόλις διογκωθεί το χρέος, μόλις αντικρίσουμε κατάφατσα το ενδεχόμενο της πράξης που αφορά το δικό μας προσωπικό μέρος, αίφνης κάτι παθαίνουμε και γυρίζουν τα μυαλά μας και τρέπουμε το είναι μας σε μια εξαίσια φυγή που μας βολεύει στο έπακρο. Αυτό δεν το είπαμε πουθενά, δεν το ομολογήσαμε σε κανέναν, το σκεπάσαμε με το μαστορικό μας Μπλα–Μπλα. Οι θεωρίες μας ήταν μόνιμα η ασπίδα μας και το καταφύγιό μας και στο τέλος «κύριοι»! Οι κ.Ανάξιοι και οι κ.Λίγοι. Αλλά οι σχέσεις, οι αυθεντικές σχέσεις, οι καρδιακές και οι αληθινές, δεν ζητούν από τη δίβουλη και συγχυσμένη καρδιά μας θεωρίες και φιλολογίες· ζητούν πράξη, αυταπάρνηση και γενναιότητα. Και αυτά, όσο εμείς σκεπαζόμαστε με τις λατρεμένες μας θεωρίες και όσο βουλιάζουμε μέσα στους αυτόχνωτους λογισμούς μας, δεν πρόκειται ούτε να τα βρούμε, ούτε να τα έχουμε ποτέ. Αντίθετα σε όλα τα παραπάνω, βλέπεις ο πρακτικός άνθρωπος, ακόμη και λάθος να κάνει στο διάβα του, πάντα σώζεται και σώζει, εκπλήσσει με την έμπρακτη αγάπη του: ο αγώνας του και η προσπάθειά του είναι το αδιάσειστο τεκμήριο των αισθημάτων της ακέραιης καρδιάς του. Αισθήματα και καρδιά: αυτά τα αληθινά και τα όμορφα που έχουν ανάγκη να βρουν και να έχουν όλοι οι φίλοι και οι γνωστοί –ακόμη και οι εχθροί σε ένα άλλο επίπεδο–, για να συνεχίσουν απτόητοι και ρωμαλέοι όλοι μαζί μέσα σε έναν άνευρο, ποταπό και σαπισμένο κόσμο. «Κοντός ψαλμός, αλληλούια!»· όποιος φοβάται να εκτεθεί, ψαλιδίζει το μυστήριο της ζωής στη ζωή του…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

«ΣΤΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΦΙΛΗΣΕ ΚΙ ΕΜΑΣ!»

«ΣΤΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΦΙΛΗΣΕ ΚΙ ΕΜΑΣ!»


     Ο σκοπός του πάνσοφου Συμεών –του διά Χριστόν Σαλού– ήταν πρώτα να σώσει ψυχές, είτε με τιμωρίες, που προκαλούσε με κωμικό τρόπο ή με μέθοδο, είτε με θαύματα που έκανε παριστάνοντας τον ανόητο, είτε με νουθεσίες που τις έλεγε κάνοντας τον τρελό· και έπειτα να μη γίνει γνωστή η αρετή του και αποκτήσει έπαινο και τιμές από τους ανθρώπους.

     Μια μέρα χόρευαν και γελούσαν σε ένα δρόμο κάτι κορίτσια και αποφάσισε να περάσει από εκεί. Όταν τον είδαν, άρχισαν αυτές να κατηγορούν τους μοναχούς. Ο δίκαιος για να τις σωφρονίσει, προσευχήθηκε και αμέσως ο Θεός τις τύφλωσε όλες. Άρχισαν τότε να λένε τί τις συνέβη και κατάλαβαν ότι αυτός τις τύφλωσε και άρχισαν να τρέχουν ξοπίσω του κλαίγοντας και φωνάζοντας: «Λύσε τα μάγια, Σαλέ! Λύσε τα μάγια!», γιατί νόμιζαν ότι τις τύφλωσε με μάγια.

     Τον έφτασαν, τον κράτησαν με τη βία και τον εξόρκιζαν να λύσει αυτό που έδεσε. Τις λέει, λοιπόν, παίζοντας: «Όποια από σας θέλει να γίνει καλά, ας έρθει να φιλήσω το μάτι της που τυφλώθηκε και θα γίνει καλά». Όσες θέλησε ο Θεός να γίνουν καλά –έλεγε ο όσιος– δέχτηκαν. Οι υπόλοιπες, που δεν δέχτηκαν να τις φιλήσει, έμειναν έτσι κλαίγοντας.

     Έφυγε τότε ο όσιος από κοντά τους, αλλά μετά από λίγο άρχισαν και οι υπόλοιπες να τρέχουν από πίσω του φωνάζοντας: «Σταμάτα, Σαλέ, σταμάτα! Για τ’ όνομα του Θεού! Σταμάτα και φίλησε κι εμάς!». Και έβλεπε κανείς να τρέχει μπροστά ο γέροντας και τα κορίτσια από πίσω του. Άλλοι έλεγαν ότι παίζουν μαζί του· άλλοι σκέφτονταν ότι τρελάθηκαν και τα κορίτσια. Έμειναν λοιπόν αθεράπευτα για πάντα. Έλεγε ο όσιος γι’ αυτό: «Αν δεν τις στράβωνε ο Θεός, θα ξεπερνούσαν στην ασωτία όλες τις γυναίκες της Συρίας. Έτσι, με την αρρώστια των ματιών τους γλυτώνουν από τα πολλά τους κακά».

ΛΕΟΝΤΙΟΣ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ


—Συναξάριον.—
Τῇ ΚΑ΄ (21η) τοῦ Ἰουλίου μηνός,
μνήμη τῶν Ὁσίων Πατέρων ἡμῶν Ἰωάννου
καὶ Συμεὼν τοῦ διὰ Χριστὸν σαλοῦ.

—Στίχοι.—
Ἔμφρων σὺ μωρός, ὃς βίον παίζων, Πάτερ,
Ὄφιν φρόνιμον λανθάνεις τέλους ἄχρι.
Ἔρημον εἵλου, ὦ Ἰωάννη μάκαρ,
Δι’ ἧς ἔρημα εἰργάσω σαρκὸς πάθη.

Ψευδαέφρων περίφρων Συμεὼν θάνεν εἰκάδι πρώτῃ.

—Ἀπολυτίκιον.—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
ς ἡνωμένοι δι’ ἐνθέου ἀγάπης,
σύμψυχοι ὤφθητε ἐν πᾶσι τοῖς τρόποις,
ὦ Ἰωάννη Ὅσιε καὶ θεῖε Συμεών·
ὁ μὲν βίον ἔνθεον, διελθὼν ἐν ἐρήμῳ·
ὁ δὲ σοφοῖς σκώμμασι, τὸν Βελίαρ μωράνας·
καὶ νῦν τῶν θείων ἄμφω ἀμοιβῶν,
κατατρυφῶντες, ἠμᾶς ἐποπτεύοιτε.

—Κοντάκιον.—
Ἦχος α΄. Χορὸς ἀγγελικός.
Τὸν βίον εὐσεβῶς, ἐκτελέσαντες πίστει,
δοχεία καθαρά, τῆς Τριάδος δειχθέντες,
Συμεὼν Ἰωάννη τε, θεοφόροι πανεύφημοι,
νῦν αἰτήσασθε, τὸν ἱλασμὸν καὶ εἰρήνην,
ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν, καταπεμφθῆναι πλουσίως,
Πατέρες πανόλβιοι.

—Ἕτερον Κοντάκιον.—
Ἦχος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τὸν ἐν σαρκί, ἀναφανέντα ἄσαρκον,
καὶ ἀρεταῖς, ὑπερκοσμίως λάμψαντα,
Συμεῶνα τὸν ἰσάγγελον
καὶ θεοφόρον εὐφημήσωμεν·
σὺν τούτῳ Ἰωάννην τὸν ἀοίδιμον,
γεραίροντες ὡς ἄγγελον ἐν σώματι·
ὁμοῦ γὰρ ὑπὲρ ἡμῶν πρεσβεύουσι.

—Μεγαλυνάριον.—
Χαίροις παμμακάριστε Συμεών,
ὁ ἀπομωράνας, τῆς κακίας τὸν σοφιστήν·
χαίροις Ἰωάννη, πολῖτα τῆς ἐρήμου,
Πατέρες θεοφόροι, Ἀγγέλων σύσκηνοι.



[ Λεοντίου Νεαπόλεως:
«Ο Άγιος Συμεών
ο διά Χριστόν Σαλός»
(Πρωτότυπο κείμενο, μετάφραση)·
Μετάφραση:
Γ. Μπουδούρης – Π. Γιαχαντζής,
Κεφ. VI, σελ. 90–91.
Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»·
Θεσσαλονίκη 19923.
Επιμέλεια ανάρτησης: 
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.