Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγος και Ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγος και Ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΣΧΑΤΑ

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΟΙ ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΣΧΑΤΑ
Από τις Διδαχές του Γέροντος Ανθίμου


     Η Ορθόδοξη πίστη μας είναι πηγή με άφθονο γάργαρο νερό «που αναβλύζει αιώνια ζωή» (Ιωάν. 4, 14). Δυστυχώς, ελάχιστοι όμως, από τους νέους μας φεύγουν από την πηγή την καθάρια και πηγαίνουν στους βούρκους να βρουν νερό, να πιούν. Εδώ ισχύει ο λόγος του αποστόλου Παύλου: «Οι κακές συναναστροφές καταστρέφουν τον καλό χαρακτήρα» (Α΄ Κορ. 15, 33). Συναναστρεφόμενοι οι νέοι μας με διάφορους αλλόθρησκους παρασύρονται, γιατί είναι ακατατήχητοι στην πίστη, σαν τα ψόφια ψάρια, που πηγαίνουν όπου το ρεύμα του ποταμού τούς οδηγεί…

     Εμείς οι Ορθόδοξοι δεν πιστεύσαμε, μήτε πιστεύουμε απλώς και ως έτυχε. Μήτε θυσιάζουμε την ζωή μας και όλες τις χαρές του κόσμου για μια πίστη και μια αλήθεια που δεν έχουμε εξετάσει την ορθότητά της. Κάθε ένας μας έχει το σπίτι του, έχει το κτήμα του, έχει την περιουσία του. Όλα αυτά τα βεβαιώνουμε με τα συμβόλαια που έχουμε και τους μάρτυρες που διαθέτουμε. Στην πίστη για συμβόλαια έχουμε την Παλαιά Διαθήκη, η οποία έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά τριακόσια χρόνια πριν την γέννηση του Χριστού και μάλιστα από Εβραίους, που είναι πολέμιοι του Χριστού· μάρτυρες δε έχουμε αυτούς που είδανε με τα ίδια τους τα μάτια τα θαυμαστά του Θεανθρώπου Ιησού· πρώτον τους Αποστόλους και δεύτερον τους Έλληνες, που πήγαν να Τον συναντήσουν και είδαν την νίκη της Αναστάσεως, την Ανάληψή Του στους ουρανούς και την επιφοίτηση του Παναγίου Πνεύματος στους μαθητές Του.


     Ο νους του ανθρώπου μέχρι την ηλικία των δέκα έξη ετών είναι ατελής και γι’ αυτό πέφτει σε πολλά παραπτώματα. Οι γονείς σε αυτή την ηλικία επιβάλλεται να ανατρέφουν τα τέκνα τους «με παιδεία και με νουθεσία Κυρίου» (Εφεσ. 6, 4). Αν τα παιδιά διδαχθούν από τους γονείς τους τα σωστά και βάλουν στερεή βάση και μπουν στον δρόμο τον ευθύ και αληθινό, που προφυλάσσει την υγεία του σώματος αλλά και την ψυχή ανεβάζει στο «καθ’ ομοίωσιν», τότε θα έχουν διαρκείς επιτυχίες στην ζωή τους και ζήσουν υγιείς, γιατί από τις καταχρήσεις της ανοησίας τους άλλοι είναι νευροπαθείς και άλλοι σχιζοφρενείς. Για να προλάβουμε όλες αυτές τις αρρωστημένες καταστάσεις πρέπει να έχουμε πρότυπό μας την εν Χριστώ ζωή και να είμαστε κοντά στην Εκκλησία, που είναι η κοινή μητέρα μας. Αυτή είναι η βασιλεία του Θεού, είναι το ίδιο το σώμα του Χριστού. Πρέπει να υποτασσόμαστε στην κεφαλή της Εκκλησίας μας, που είναι ο Χριστός, καθώς το σώμα υποτάσσεται στην κεφαλή. Αν επιστρέψει η νεολαία και υποταχθεί στον Χριστό, θα σωθεί, όπως επιβεβαιώνει ο Ίδιος: «Θα γιατρεύσω όσους επιστρέφουν σε Μένα» (Ματθ. 13, 15).

     Σήμερα οι νέοι έχουν εγωιστικό φρόνημα. Δεν δέχονται εύκολα να υποταχθούν στην Εκκλησία. Κάθε νέος έχει την δική του νοοτροπία. Όλοι τους είναι ανυπότακτοι, είναι τυφλοί και, όπως λέγει ο Κύριος: «Όταν ένας τυφλός οδηγεί τυφλόν, θα πέσουν και οι δύο στο χαντάκι» (Ματθ. 14, 15). Ευτυχώς πολλοί από αυτούς, αφού βάδισαν τον στρεβλό και ανάποδο δρόμο της ζωής, τον δρόμο του κακού, μετά συνήλθαν και γι’ αυτό τώρα και στο Άγιον Όρος έρχεται πλήθος νέων και στερεώνονται στην πίστη· γίνονται, να πούμε, οι πρώην διεφθαρμένοι σώφρονες και καλοί και οι πρώην παραστρατημένοι έρχονται στην οδό της ζωής και γίνονται πάλι μέλη της Εκκλησίας μας με την Χάρη του Χριστού. Έπαθαν και, ως παθόντες και αφού μίσησαν τα πάθη, συνέρχονται και σωφρονούν.


     Γίνονται πιο σταθεροί από αυτούς που δεν έχουν πάθει. Ο Παντοδύναμος Θεός μας που εποίησε τους αοράτους Αγγέλους και τα ορατά πάντα στην γη και τον ουρανό και τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα Αυτού και ομοίωσιν» (Γεν. 1, 26), σαν τον πατέρα της Παραβολής του Ασώτου περιμένει την επιστροφή των άτακτων παιδιών. Ο πρώτος Αδάμ από τον εγωισμό του μας έφερε εδώ στον τόπο του κλαυθμώνος, στον τόπο της εξορίας. Εμείς πρέπει να γίνουμε τέκνα του δεύτερου Αδάμ, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, για να ανέλθουμε στον ουρανό, στην πατρίδα μας την πραγματική και να βλέπουμε την δόξα Του και το αμήχανο κάλλος της παναγίας Του μορφής. Επιστροφή, βέβαια, χωρίς Εκκλησία και χωρίς μυστηριακή ζωή δεν νοείται. Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού. Κεφαλή της είναι ο Ίδιος ο Κύριος. Το σώμα χωρίς την κεφαλή δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Με εννοήσατε; Έξω από την Εκκλησία όσο και να κοπιάσει ο νέος δεν θα σωθεί. Το είπε ο Κύριος: «Χωρίς Εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα» (Ιωάν. 15, 5). Όποιος συνέλθει από το μεθύσι της αμαρτίας και αλλάξει τον κακό δρόμο που βαδίζει και παρακαλέσει τον Θεό να τον βοηθήσει, Αυτός δεν θα του αρνηθεί την βοήθειά Του. Μας το έχει υποσχεθεί ότι, άμα Τον παρακαλέσουμε, θα τρέξει και θα έλθει αρωγός μας: «Γιατί όποιος ζητάει λαβαίνει κι όποιος ψάχνει βρίσκει κι όποιος χτυπά την πόρτα αυτή του ανοίγεται» (Ματθ. 7, 8). – «Όποιος ολόθερμα ζητά κάτι, θα του το δώσω και θα ανοίξω την πόρτα της ευσπλαγχνίας Μου σε όποιον την κτυπήσει και απαιτήσει την αμέριστη αρωγή και προστασία Μου». Τα λόγια αυτά του Θεού δεν χωρούν καμιά αμφιβολία για την ταχινή Του βοήθεια. Αρκεί να το ζητήσουμε…

     Δύο πράγματα ωθούν τους νέους να εγκαταλείψουν την Ορθοδοξία και να πορεύονται στις ανατολικές θρησκείες. Πρώτα η άγνοια και δεύτερον η πονηρή περιέργεια. Δεν βλέπετε και αυτοί οι φακίρηδες έρχονται εδώ στο Άγιον Όρος να ιδούν την πραγματική θέωση του ανθρώπου. Να καταλάβουν ότι απόλυτος προορισμός του ανθρώπου είναι ανέβει στο «καθ’ ομοίωσιν» και να ενωθεί με τον Θεό. Αν δεν το πετύχει, καλύτερα να μην γεννιόταν, γιατί δεν ωφελείται και χίλια χρόνια να ζήσει, που δεν έζησε κανείς, αφού τέρμα έχει την ατέλειωτη κόλαση. Οι νέοι πηγαίνουν στις πλάνες, για να ησυχάσουν από τον έλεγχο της συνειδήσεως. Πηγαίνουν εκεί, για να βρουν άλλον θεό, που ανέχεται την ακαθαρσία, την βρωμιά, την παραλογία και την ψευτιά, όπως λέει και ο Μωάμεθ, να βρεθούν σε έναν ευδαιμονικό παράδεισο, όπου αιωνίως θα τρώνε πιλάφια, θα πίνουν ποτάμια σιρόπια, θα πορνεύουν και θα ασελγούν. Μπορούν, όμως, να φάνε οι πεθαμένοι; Μπορούν να πιούν; Μπορούν να πορνεύουν; Φυσικά όχι. Πιστεύουν, λοιπόν, οι νέοι τα εύκολα αυτά ψεύδη και παρασύρονται, ενώ βλέπετε, και αυτοί οι λογικοί φακίρηδες του Θιβέτ και των άλλων μερών της Ασίας έρχονται εδώ να ιδούν την πραγματική θέωση του ανθρώπου, πώς δηλαδή αυτός φθάνει στο «καθ’ ομοίωσιν». Πώς το επιτυγχάνει με την βία και την άσκηση σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου μας: «Η Βασιλεία των Ουρανών κερδίζεται με βία ασκήσεων, αγώνων και προσπαθειών και αυτοί που την αρπάζουν και την κατακτούν είναι αυτοί που αγωνίζονται» (Ματθ. 11, 12). Αυτή είναι, αγαπητοί μου, η οδός για την Βασιλεία του Θεού. Να βιάζουμε τον εαυτό μας να μην πράξουμε το κακό και όχι να βιάζουμε τον εαυτό μας να προδώσουμε την πίστη, να προδώσουμε το αγαθό, για να σωθούμε, δήθεν, αιωνίως. Έχουμε την αλήθεια! Οι νέοι μας πρέπει να αποφεύγουν τις Σειρήνες που πρόσκαιρα θέλγουν, αλλά οδηγούν στην καταστροφή. Ο Χριστός είναι ο μόνος που οδηγεί αυτούς που τηρούν τις εντολές Του στο λιμάνι της σωτηρίας και οι νέοι μας πρέπει να ενστερνισθούν το μήνυμα αυτό.


     Σήμερα η ανθρωπότητα βρίσκεται στην χειρότερη κατάστασή της από κτίσεως κόσμου. Ο δρόμος που ακολουθεί είναι δρόμος παρακμής, δρόμος διαφθοράς, δρόμος σκοταδισμού, δρόμος που οδηγεί στον όλεθρο. Οι άνθρωποι με τις καταχρήσεις, και ιδίως τις σαρκικές, πάσχουν και λογικώς και σωματικώς. Η θεραπεία τους είναι πολύ δύσκολη. Μόνο ο παντοδύναμος και πανάγαθος Θεός με τις πρεσβείες των πολλών Αγίων –που εδώ στην Ελλάδα είναι πλήθος αμέτρητο– και πάντων των εκατομμυρίων Μαρτύρων, Οσίων, Αποστόλων και Ομολογητών, μπορεί να λυπηθεί τον λαό Του και να του δώσει φώτιση. Με αυτή μόνο ο άνθρωπος θα διορθωθεί και θα βαδίσει ορθά. Το έλεος και η ευσπλαγχνία του Θεού αλλάζει τις διαθέσεις του κόσμου. Σήμερα η κατάσταση της σήψεως είναι χειρότερη από αυτή της εποχής των Σοδόμων. Ο βόρβορος της αμαρτίας υπερχείλισε και πλημμύρισε τον κόσμο. Λυπούμαι για την απώλεια τόσου πλήθους ψυχών. Ο φιλάνθρωπος Κύριος γι’ αυτό ήλθε στην γη, για να ανεβάσει το αμαρτωλό πλάσμα Του στον ουρανό. Μας έδωσε την Χάρη και πήρε την αμαρτωλή σάρκα μας και την καθάρισε και την αγίασε και την θέωσε. Έβαλε τον άνθρωπο να καθίσει στα δεξιά του θρόνου της μεγαλοσύνης Του. Πώς εμείς μπορούμε να απολογηθούμε για την αχαριστία που δείχνουμε στην τόση Του ευσπλαγχνία;

     Έχουμε φθάσει σήμερα στα πρόθυρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Πότε θα γίνει; Ο Θεός μόνο ξέρει, κανείς άλλος! Το πρώτο σημείο που μας δίνει γι’ αυτήν ο άγιος Ιππόλυτος Ρώμης στα ερμηνευτικά του είναι το κράτος των Ιουδαίων. Ακούσατε τι λέγει: «Καθώς ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού και Θεός, ένωσε σε μία Πίστη όλα τα έθνη, έτσι και ο αντίχριστος θα συνάξει το διασκορπισμένο γένος των Ιουδαίων». Και αυτό άρχισε να πραγματοποιείται το 1948. Το δεύτερο σημείο έχει σχέση με τον ναό του Σολομώντος. Καθώς ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού του ζώντος, «ήγειρε τον ναόν του σώματός Του» και αναστήθηκε από τους νεκρούς, ούτω και ο Αντίχριστος θα ανεγείρει τον κατεδαφισμένο ναό του Σολομώντος, μέσα στον οποίο κατά τον απόστολο Παύλο (Β΄ Θεσσ. 2, 4) θα ανακηρύξει τον εαυτό του θεό, θα υψώσει αυτόν υπέρ παν σέβασμα και θα καθίσει στον ναό του Θεού με την αξίωση ότι αυτός είναι Θεός. Θα προηγηθεί, λοιπόν, το κτίσιμο του ναού του Σολομώντος και μετά θα ακολουθήσει η έλευση του Αντιχρίστου, τον οποίον «ο Κύριος θα τον εξολοθρεύσει με την πνοή του στόματός Του και θα τον αφανίσει κατά την Παρουσία Του» (Β΄ Θεσσ. 2, 8).


     Ας αφήσουμε, όμως, αδελφοί μου, τον Θεό να αποφασίσει την ώρα της θριαμβευτικής ελεύσεώς Του στην γη, για να κρίνει ζώντες και νεκρούς. Εμείς ας προσπαθήσουμε να αποφύγουμε την αμαρτία, γιατί αυτή είναι πραγματικός θάνατος, αφού μας απομακρύνει, μας χωρίζει από τον Θεό, από την όντως Ζωή, από το Φως, από την ατελεύτητη χαρά, από όλα τα αγαθά. Είθε, ο καλός Θεός να φωτίσει τα πλάσματά Του και μάλιστα τους Έλληνες που «γυρεύουν τη σοφία» (Α΄ Κορ. 1, 23), αλλά τώρα αντί για σοφία πηγαίνουν στους φακίρηδες και στα μέντιουμ, να τους διδάξουν μωρία.

ΓΕΡΩΝ ΑΝΘΙΜΟΣ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ
(1913–1996)


[Χαραλάμπους Μ. Μπούσια:
«Ο Γέρων Άνθιμος
ο Αγιαννανίτης»
–Ο σοφός και θεοφόρος
σύγχρονος πατέρας του Άθωνος–
Κεφ. 2ο, §4, §8–§9,
σελ. 122–125 και 138–143,
Εκδόσεις «Μυγδονία»,
Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 2000.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016

«ΑΥΤΗ ΝΟΜΙΖΕΙ ΟΤΙ ΕΙΜΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ;»

«ΑΥΤΗ ΝΟΜΙΖΕΙ ΟΤΙ ΕΙΜΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ;»


     Η επικοινωνία δεν είναι απαραίτητο να έχει πάντα τη μορφή του άμεσου αρθρωμένου λόγου. Μπορεί να είναι και έμμεση. Πραγματικά, οι πολλές μορφές έμμεσης επικοινωνίας είναι συχνά πιο αποτελεσματικές από την άμεση επικοινωνία στη μετάδοση συναισθημάτων σε κρίσιμες στιγμές.

     Κάποτε ένα μικρό αγόρι πήγε με τη μητέρα του και την αδελφή του σ’ ένα εστιατόριο για να γευματίσουν. Αφού η μητέρα και η αδελφή του έδωσαν την παραγγελία τους, η σερβιτόρα απευθύνθηκε στο μικρό αγόρι και το ρώτησε: «Νεαρέ κύριε, εσύ τι θα πάρεις;». Αλλά, πριν εκείνο απαντήσει, η αδελφή του είπε: «Θα παραγγείλω εγώ γι’ αυτόν». Η γκαρσόνα επανέλαβε την ερώτηση στο αγόρι. Αλλά η απάντηση πνίγηκε αυτή τη φορά από τη μητέρα, που είπε: «Θα παραγγείλω εγώ γι’ αυτόν». Η σερβιτόρα απτόητη επανέλαβε την ερώτηση στο αγόρι: «Νεαρέ κύριε», είπε σταθερά, «τι θα πάρεις;». «Ένα χάμπουργκερ!», είπε το αγόρι. «Πώς το θέλεις; Λίγο ψημένο, μισοψημένο ή καλοψημένο;». «Καλοψημένο». «Και τι θέλεις σ’ αυτό; Μουστάρδα, πίκλες, κρεμμύδια, καρυκεύματα, σάλτσα ντομάτας, απ’ όλα;». «Μουστάρδα, πίκλες, κρεμμύδια, καρυκεύματα, σάλτσα ντομάτας, απ’ όλα». Η σερβιτόρα επανέλαβε την παραγγελία: «Έρχεται ένα χάμπουργκερ καλοψημένο, με μουστάρδα, πίκλες, κρεμμύδια, καρυκεύματα, σάλτσα ντομάτας, απ’ όλα»· και, όταν απομακρύνθηκε και έφυγε για να εκτελέσει τις παραγγελίες, το αγόρι αναφώνησε κατάπληκτο: «Πω, πω, μαμά! Αυτή νομίζει ότι είμαι άνθρωπος;».

     Η σερβιτόρα μετέδωσε σεβασμό, ευαισθησία και αποδοχή, χωρίς να χρησιμοποιήσει καμιά απ αυτές τις λέξεις.

     Η επικοινωνία μπορεί να είναι πιο άμεση έστω κι αν είναι λιγότερο σαφής λεκτικά. Όλοι γνωρίζουμε την ενθάρρυνση που έρχεται κάποτε από την απλή παρουσία ενός άλλου προσώπου. Όλοι έχουμε βιώσει σημάδια κινδύνου που μεταδίδονται με χειρονομίες ή ακούσιες κινήσεις. Πραγματικά, υπάρχουν εκατοντάδες τρόποι με τους οποίους λέμε σε έναν άλλο άνθρωπο αν ακούμε ή αν ενδιαφερόμαστε, χωρίς να χρησιμοποιήσουμε συγκεκριμένες λέξεις…

π. ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΦΑΡΟΣ


[π. Φιλόθεου Φάρου:
«Ταξίδι Αυτοανακάλυψης»,
Κεφ. 4ο, σελ. 179–181,
Εκδόσεις «Αρμός»,
Οκτώβριος 20096.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

«ΛΟΙΠΟΝ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ;»

«ΛΟΙΠΟΝ, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ;»


     Οι νέοι μας, αργά ή γρήγορα, έχουν ένα αίσθημα περίπου σαν κι αυτό: «Αν ο Θεός υπάρχει και μας αγαπά, τότε γιατί ο κόσμος είναι τόσο κακός; Γιατί υπάρχουν τόσα πράγματα άσχημα, άθλια, χαλασμένα, χαμένα και, όχι μόνο το χαοτικό κακό, αλλά και το διεστραμμένο κακό, το κακό που, κατά κάποιο τρόπο, έγινε για να μας κάνει ν’ αμφιβάλλουμε;».

     Υπάρχουν, πράγματι, σκοτεινές δυνάμεις που δίνουν στο κακό αυτόν τον διεστραμμένο χαρακτήρα και που κάνουν ώστε ο Θεός ολοένα και περισσότερο να ξεχνιέται ή κάποτε να προκαλεί και φόβο. Δεν μπορούμε να μη νιώθουμε ότι ενυπάρχει στο κακό μια επιθυμία να μας κάνει συνεχώς ν’ αμφιβάλλουμε. Αυτό είναι άλλωστε εκείνο που μέσα στο κείμενο της Γένεσης αποκαλείται «προπατορικό αμάρτημα». Ο άνδρας και η γυναίκα άρχισαν να αμφισβητούν την καλοσύνη του Θεού: σκέφτηκαν πως ο Θεός ήταν ένας τύραννος που τους απαγόρευε τερατωδώς να γευθούν τον καρπό από το δέντρο της ζωής, ενώ το φίδι ήταν αυτό που τους το υπέδειξε! Και, τελικά, αμφέβαλαν για την αγάπη που είχε γι’ αυτούς ο Θεός.

     Το επιχείρημα ενάντια στην πίστη που συνεχώς επαναλαμβάνεται, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά, είναι το εξής: «Κοιτάξτε τι φρικτός που είναι ο κόσμος! Αν υπήρχε, όπως λέτε, ένας παντοδύναμος “Θεός αγάπης”, ο κόσμος δεν θα ήταν τόσο απαίσιος!». Αυτό ήταν ήδη και το επιχείρημα του Ιβάν Καραμαζώφ στο γνωστό μυθιστόρημα (1808) του κορυφαίου Ρώσου συγγραφέα Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (1821–1881): «Πώς να αποδεχτείς έναν κόσμο, έστω έναν κόσμο καλά τακτοποιημένο, αν θα χρειαζόταν γι’ αυτό, ως τίμημα, το μαρτύριο κι ενός μόνου παιδιού; Αρνούμαι αυτόν τον κόσμο και επιστρέφω το εισιτήριό μου στον Θεό!». Ζούμε σε μια κοινωνία, όπου επιστρέφουμε πίσω το εισιτήριό μας στον Θεό και όπου, μ’ αυτό το επιχείρημα, αρνιούμαστε την ύπαρξή Του.


     Πρέπει, αλήθεια, να πούμε στους νέους ότι ο Θεός δεν είναι «παντοδύναμος», με το νόημα που εμείς δίνουμε αυθόρμητα σ’ αυτή τη λέξη. Χρειάστηκε, ασφαλώς, μια παντοδυναμία για τη δημιουργία και άλλων ελεύθερων όντων. Εμείς δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε παρά μόνο απαυγάσματα, εικόνες, αλλά δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν άλλον. Ο Θεός δημιούργησε έναν άλλον και του έδωσε επίσης τον χώρο της ελευθερίας του, γιατί η αγάπη δεν μπορεί να καταναγκάζει.

     Οι Πατέρες της Εκκλησίας, ιδιαίτερα οι Έλληνες Πατέρες, έλεγαν: «Ο Θεός μπορεί να κάνει τα πάντα, όχι όμως ν’ αναγκάσει τον άνθρωπο να Τον αγαπήσει». Η παντοδυναμία Του πραγματώνεται λοιπόν μέσα σε μια …«παν–αδυναμία»(!): αφήνει να υπάρξει ο άλλος μέσα στην ελευθερία του, ελευθερία που μπορεί να στραφεί προς το καλό όπως και προς το κακό. Πρόκειται για ένα μυστήριο θεμελιώδες: ο Θεός δεν μπορεί να δράσει μέσα στον κόσμο, παρά μόνο μέσα από καρδιές που ανοίγονται ελεύθερα προς Αυτόν και τότε δρα σαν ένα κύμα φωτός, ειρήνης και αγάπης. Δεν μπορεί καθόλου να δράσει «απ’ έξω», όπως θα έκανε π.χ. ένας δικτάτορας ή ένας τυφώνας. Ο Ρώσος θρησκειοφιλόσοφος Νικόλαος Μπερντιάεφ (1874–1948) έλεγε μάλιστα ότι, «ο Θεός έχει λιγότερη εξουσία από έναν αστυνόμο»!

     Αν ξεκινάει κανείς με την ιδέα μιας παντοδυναμίας που κάνει τα πάντα, τότε ο Θεός κάνει ώστε η δημιουργία Του να είναι θαυμάσια, αλλά ταυτόχρονα και αποτυχημένη: αυτό, όμως, δεν στέκει! Αλλά, αν πούμε: «αυτό που είναι θαυμάσιο, είναι αυτό που κάνει ο Θεός» και, «αυτό που είναι αποτυχημένο, είναι αυτό τούτο το κακό που προσπαθεί να χαλάσει το έργο του Θεού», τότε μπορούμε να τοποθετηθούμε σωστά μέσα σ’ αυτό τον αγώνα.

     «Λοιπόν, πού είναι ο Θεός;», έλεγε ακόμα ο Ιβάν Καραμαζώφ, «όταν μερικά σκυλιά κυνηγούν και κατασπαράζουν ένα παιδί;». Ε, λοιπόν! Ο Θεός είναι μέσα στο μικρό παιδί που υποφέρει και πεθαίνει! Είναι ακριβώς η εμπειρία που διηγείται ο Νομπελίστας Ελί Βιζέλ (1928–2016). Βρισκόταν σ’ ένα στρατόπεδο, στεκόταν μια νύχτα μπροστά σ’ έναν κρεμασμένο και σκεφτόταν: «Αλλά πού είναι, λοιπόν, ο Θεός;». Είχε τότε ξαφνικά αυτή τη διαίσθηση μέσα του: ο Θεός είναι ο κρεμασμένος! Πρόκειται για το μυστήριο του Σταυρωμένου Θεού, έτσι όπως ακριβώς μας το αποκάλυψε ο Ίδιος ο Χριστός.


     Πάντα μου άρεσε πολύ αυτή η σκέψη του Γάλλου μυθιστοριογράφου Φρανσουά Μοριάκ (1885–1970): «Αν συναντήσετε κάποιον, που να θέλει να σας εξηγήσει την προέλευση του κακού καθαυτή, στείλτε μου αυτό το πρόσωπο να το πνίξω!». Γιατί σημασία έχει, όχι να μιλάμε θεωρητικά για το κακό, αλλά να σπάσουμε αυτή τη σπείρα του κακού, όπου οι άνθρωποι με τη σκέψη ότι «ο κόσμος είναι κακός», καταλήγουν να πιστεύουν ότι «ο Θεός δεν υπάρχει»! Και όσο οι άνθρωποι νομίζουν πως ο Θεός δεν υπάρχει, τόσο ο κόσμος γίνεται πιο κακός. Είναι ένας τρομερός φαύλος κύκλος αυτός και πρέπει να τον σπάσουμε μ’ αυτό το άνοιγμα της καρδιάς που επιτρέπει στον Θεό να μπει μέσα στη δημιουργία Του: αν άνδρες και γυναίκες ανοίγονται ελεύθερα προς τον Θεό, τότε οι θείες ενέργειες (καλοσύνης, αγάπης, αληθινής δημιουργικής δύναμης), θα μπορέσουν να αναβλύσουν μέσα στον κόσμο.

     Εκείνος, πάντως, που είναι ο πιο αποκλεισμένος, εκείνος που είναι ο πιο ξεχασμένος, εκείνος που είναι ο πιο υποτιμημένος, αυτός είναι ο Θεός! Κοιτάζει και διερωτάται αν υπάρχουν καρδιές που ελεύθερα εγκαταλείπονται και ανοίγονται προς Αυτόν. Αν μέσω αυτών μπορεί να περάσει μέσα στον κόσμο, τότε ο κόσμος θ’ αλλάξει. Από ’δω φαίνεται και η σημασία του Μοναχισμού, επειδή οι μοναχοί είναι εκείνοι που ανοίγουν κάτι σαν πηγές απ’ όπου μπορεί ν’ αναβλύσει αυτό το κύμα φωτός, ειρήνης και αγάπης…

ΟΛΙΒΙΕ ΚΛΕΜΑΝ
(1921–2009)


[Ολιβιέ Κλεμάν:
«Ταιζέ
(Ένα νόημα στη ζωή)»,
κεφ. 5ο, σελ. 64–68,
Σειρά: «Διάλογοι»,
Εκδόσεις «Μαΐστρος»,
Αθήνα, Οκτώβριος 2015.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ


     Πολλοί τρομάζουν με τη σκέψη ότι προσευχόμαστε για τους νεκρούς και απορούν τι σκοπό έχει αυτή η προσευχή και τι ελπίζουμε να πετύχουμε μ’ αυτή. Λένε: «Μα, είναι δυνατόν ν’ αλλάξει η τύχη των νεκρών, αν εμείς προσευχηθούμε γι’ αυτούς; Θα πειστεί ο Θεός με την προσευχή μας να κάνει αδικία και να χαρίσει στους νεκρούς κάτι το οποίο δεν είναι άξιοι να απολαύσουν;».

     Αν πιστεύουμε ότι οι προσευχές μας για τους ζώντες τούς βοηθούν, γιατί να μην ισχύει το ίδιο και για τους νεκρούς; Μία είναι η ζωή. Και «ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζώντων», όπως λέει ο Χριστός στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο (βλ. Λουκ. 20, 38). Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ζωής μας, αλλά ένας σταθμός της. Η εξελικτική πορεία της ζωής του ανθρώπου δεν παγιώνεται τη στιγμή του θανάτου του. Κι έτσι δεν είναι άσκοπη η αγάπη που εκφράζουμε, όταν προσευχόμαστε για τους νεκρούς. Εάν υποθέσουμε ότι η αγάπη έχει δύναμη στη γη αυτή, εφόσον είμαστε ζωντανοί, αλλά δεν έχει καμιά δύναμη μετά το θάνατο, είναι σαν να διαψεύδουμε το λόγο της Αγίας Γραφής: «Η αγάπη είναι ισχυρή σαν το θάνατο» (Άσμ. Ασμ. 8, 6). Και η εμπειρία της Εκκλησίας είναι ότι η αγάπη είναι πιο δυνατή από το θάνατο. Είναι λάθος να νομίζουμε ότι η ζωή ενός ανθρώπου χάνει τις σχέσεις της και τις αναφορές της προς αυτούς που συνεχίζουν την επίγεια ζωή τους, τη στιγμή που ο άνθρωπος αυτός πεθαίνει.


     Όσο ζούμε στη γη είναι σαν να σπέρνουμε σπόρους. Αυτοί οι σπόροι φυτρώνουν στις ψυχές των άλλων ανθρώπων και επηρεάζουν τη ζωή τους. Από τους καρπούς των σπόρων αυτών ωφελούνται όχι μόνο εκείνοι που τους καλλιεργούν, αλλά κι εκείνοι που σπέρνουν. Ο γραπτός και ο προφορικός λόγος, όπως τα λόγια ενός ιεροκήρυκα, ενός φιλοσόφου, των ποιητών ή των πολιτικών, μπορούν να αλλάξουν τη ζωή ενός ανθρώπου κι ακόμα και την τύχη ολόκληρης της ανθρωπότητας. Και, αν κάνουν καλό ή κακό, είναι πάντα υπεύθυνος εκείνος που τα είπε ή τα έγραψε. Η ζωή των συγγραφέων –και σ’ αυτόν τον κόσμο και στον άλλο– επηρεάζεται οπωσδήποτε από την επίδραση που έχει το έργο τους στις επόμενες γενεές.
     Αυτό που σπέρνει ο άνθρωπος εξακολουθεί να έχει επιπτώσεις στη ζωή του, μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία. Κι έτσι η τελική κρίση του ανθρώπου δεν καθορίζεται μόνο από το πώς έζησε τα λίγα χρόνια του πάνω σ’ αυτή τη γη, αλλά και από τις καλές ή κακές συνέπειες που είχε η ζωή του στη ζωή των άλλων ανθρώπων.
     Όσοι δέχτηκαν το σπόρο, όπως η γόνιμη γη, μπορούν να επηρεάσουν την κατάσταση της ψυχής του νεκρού, όταν ικετεύουν τον Θεό γι’ αυτόν τον άνθρωπο, ο οποίος έγινε η αιτία να αλλάξει η ζωή τους και που έδωσε νόημα στην ύπαρξή τους. Στρέφονται στον Θεό, εκφράζοντας σταθερή αγάπη γι’ αυτόν τον νεκρό, πίστη και ευγνωμοσύνη. Έτσι, περνούν στην αιώνια Βασιλεία, που ξεπερνάει τα όρια του χρόνου, και επηρεάζουν την κατάσταση της ψυχής του νεκρού. Δεν ζητάμε από τον Θεό να κάνει αδικία. Δεν Του ζητάμε μόνο να συγχωρήσει στον νεκρό ό,τι κακό έκανε, αλλά να τον αναπαύσει για το καλό που έκανε. Κι αυτό το καλό το βρίσκουμε σαν μια μαρτυρία μέσα στη ζωή όσων ευεργετήθηκαν απ’ αυτόν.


     Η προσευχή μας για έναν κεκοιμημένο είναι προσφορά ευγνωμοσύνης και αγάπης, μόνο όταν η ζωή μας είναι συνέχιση της ζωής του και του αγώνα του. Δεν παρακαλούμε τον Θεό να γίνει άδικος, ούτε φανταζόμαστε ότι έχουμε εμείς περισσότερη ευσπλαχνία και αγάπη από τον Θεό. Ούτε ακόμα Του ζητάμε να γίνει περισσότερο ελεήμων απ’ ό,τι θα ήτανε από μόνος Του. Εκείνο που κάνουμε είναι να καταθέτουμε μπροστά στο κριτήριο του Θεού μια επιπλέον μαρτυρία και να Τον παρακαλούμε να τη λάβει υπόψη Του και να χαρίσει την ανάπαυση σ’ αυτόν που η ζωή του είχε τόσο μεγάλη σημασία για τη ζωή μας. Πρέπει να καταλάβουμε καλά ότι δεν προσευχόμαστε να πείσουμε τον Θεό να ευσπλαχνιστεί τον κεκοιμημένο. Σκοπός μας είναι να καταθέσουμε μαρτυρία· ότι αυτό το πρόσωπο δεν έζησε μάταια, ότι στη ζωή του έκανε έργα αγάπης και ενέπνευσε και στους άλλους την αγάπη.


     Κάθε άνθρωπος, που στην επίγεια ζωή του ήταν για τους άλλους πηγή αγάπης, έχει παρουσιάσει στον Θεό, για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, κάτι σπουδαίο. Παρά ταύτα, χρειάζεται να καταθέσουν μαρτυρία και οι ζώντες, για όσα τους πρόσφερε. Και αυτό δεν είναι απλώς θέμα καλής θελήσεως ή θέμα συναισθηματικό. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέει, να μην περιορίζουμε την προσευχή μας σε λόγια μόνο, αλλά ολόκληρη η προσευχή μας να γίνει προσευχή στον Θεό. Κι έτσι, αν θέλουμε να προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους, η ζωή μας πρέπει να είναι ανάλογη με την προσευχή μας. Δεν αρκεί μόνο να εκφράζουμε πότε–πότε ένα συναίσθημα που ξυπνάει γι’ αυτούς μέσα μας και τότε μόνο να παρακαλούμε τον Θεό γι’ αυτούς. Έχει μεγάλη σημασία ο σπόρος που έσπειραν αυτές οι ψυχές να έχει καρποφορήσει μέσα μας το καλό, την αλήθεια και την αγιότητα, ώστε να μπορούμε τώρα να σταθούμε ενώπιον του Θεού και να Του πούμε: «Αυτός ο άνθρωπος έσπειρε μέσα μου το καλό, είχε στην ψυχή του κάτι που με ενέπνεε να κάνω το καλό. Κι έτσι το καλό που κάνω, δεν είναι δικό μου, αλλά δικό του». Με αυτήν την έννοια το δικό μου καλό (που έλαβα από την επίγεια ζωή κάπου που τώρα είναι κεκοιμημένος) είναι (και γίνεται στην άλλη ζωή) γι’ αυτόν η λύτρωσή του, αλλά και η δόξα του…

ΑΝΤΟΝΥ ΒLOOM
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΣΟΥΡΟΖ
(1914–2003)


[Antony Bloom:
«Ζωντανή Προσευχή»,
Κεφ. 5ο, σελ. 95–97,
Εκδόσεις «Ετοιμασία»,
Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου,
Καρέα Αττικής 19965.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

«ΑΦΕΣ ΗΜΙΝ… ΩΣ ΚΑΙ ΗΜΕΙΣ ΑΦΙΕΜΕΝ»

«ΑΦΕΣ ΗΜΙΝ… ΩΣ ΚΑΙ ΗΜΕΙΣ ΑΦΙΕΜΕΝ»


     Ναι, είναι αλήθεια· ότι ο Θεός πάντα ανυπομονεί να μας συγχωρήσει, πολύ περισσότερο απ’ όσο ανυπομονούμε εμείς να μετανοήσουμε. Κατά τον άγιο Ισαάκ τον Σύρο, «υπάρχει σ’ Αυτόν μια ενιαία αγάπη και συναντίληψη που διαχέεται σε όλη την κτίση· μια αγάπη άτρεπτη, άχρονη και αιώνια». Ενθυμούμενοι την αγωνία του Χριστού στη Γεθσημανή και τον σταυρικό θάνατό Του, ρωτούμε τον εαυτό μας: Τι περισσότερο μπορούσε να κάνει ο σαρκωθείς Θεός, για να μας κερδίσει και να μας ξαναφέρει κοντά Του, που δεν το έκανε; Η συγνώμη όμως δεν αρκεί μόνο να προσφέρεται, πρέπει και να γίνεται δεκτή. Ο Θεός κρούει τη θύρα της ανθρώπινης καρδιάς (βλ. Αποκ. 3, 20), αλλά δεν γκρεμίζει την πόρτα: αυτήν, πρέπει να την ανοίξουμε εμείς.

     Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αληθινό νόημα της λέξης «ὡς» στην «Κυριακή Προσευχή», το «Πάτερ Ημών». Δεν είναι ότι ο Θεός δεν επιθυμεί να μας συγχωρήσει. Αλλά εάν, παρά την αδιάπτωτη λαχτάρα του Θεού να συγχωρήσει, εμείς από την πλευρά μας, σκληραίνουμε τις καρδιές μας και αρνούμαστε τη συγνώμη στους άλλους, τότε, πολύ απλά, καθιστούμε τον εαυτό μας ανίκανο να δεχθεί τη θεία συγνώμη. Κλείνοντας την καρδιά μας στους άλλους, την κλείνουμε και στον Θεό· απορρίπτοντας τους άλλους, απορρίπτουμε και Εκείνον. Αν δεν συγχωρούμε, τότε μόνοι μας τοποθετούμε τον εαυτό μας έξω από το δούναι και λαβείν της αγάπης που γιατρεύει. Ο Θεός δεν μας αποκλείει· εμείς αποκλείουμε τον εαυτό μας.


     Η δική μας προσφορά συγνώμης προς τους άλλους, άρα, δεν είναι η αιτία της συγνώμης του Θεού προς εμάς· είναι όμως σίγουρα η προϋπόθεση, δίχως την οποία η συγνώμη του Θεού δεν μπορεί να εισχωρήσει μέσα μας. Η θεία συγνώμη είναι, πράγματι, ένα δώρο που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να «κερδίσουμε». Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, όμως, δεν είναι η αξία (αυτού του δώρου) αλλά η δυνατότητα (η δική μας να το βιώσουμε). Η σχέση μας με τον Θεό είναι σε συνεξάρτηση με τις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας. Κατά τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη (αλλά και πολλούς άλλους Πατέρες), «ο αδελφός μας είναι η ζωή μας». Αυτό ισχύει, όχι με τη συναισθηματική, αλλά με την οντολογική έννοια. Η αγάπη προς τον Θεό και η αγάπη προς τον πλησίον δεν είναι δύο αγάπες, είναι μία.

     «Ἄφες ἡμῖν… ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν»: Ο Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Μπλουμ (1914–2003) εφιστά την προσοχή μας: Κάθε φορά που λέμε αυτές τις λέξεις, «παίρνουμε τη σωτηρία στα χέρια μας»!

Τέσσερις Συμβουλές για τη Συγνώμη


     Ξεκινώντας να διασχίσουμε την «Ερυθρά Θάλασσα της Συγνώμης», ας θυμόμαστε κάποιες πρακτικές οδηγίες πλεύσης:

     [1] Μην αργείς, αλλά και μη βιάζεσαι. Μην αργείς: ο καιρός της συγνώμης είναι πάντοτε (στο) τώρα. Μεγέθυνε τη στιγμή. Τα όπλα του διαβόλου είναι οι σκοτεινές σκέψεις για το παρελθόν και η αναβλητικότητα: πότε μας λέει «είναι πια πολύ αργά» και πότε μας λέει «είναι πολύ νωρίς». Αλλά εκεί που ο διάβολος λέει «χθες» ή «αύριο», το Πνεύμα του Θεού λέει «τώρα».

     Δεν πρέπει να λέμε από μέσα μας: «πρώτα να αλλάξω προς το καλύτερο και μετά θα είμαι έτοιμος να συγχωρήσω». Ακόμη χειρότερο είναι το: «άσε πρώτα να περιμένω να δω αν ο άλλος έχει όντως λυπηθεί για το κακό που έκανε και, αν έχει αληθινά διορθωθεί, τότε θα αποφασίσω αν θα τον συγχωρήσω». Αντίθετα, ας είμαστε σαν τον αγαθό Πατέρα στην ιστορία του Ασώτου. Ας παίρνουμε την πρωτοβουλία κι ας τρέχουμε να συναντήσουμε τον άλλο. Η συγνώμη πρέπει να προηγείται· είναι η αιτία της αλλαγής της δικής μας και των άλλων, δεν είναι το αποτέλεσμα. Διασκευάζω μια φράση του Ρουμάνου ορθόδοξου θεολόγου π. Δημητρίου Στανιλοάε (1903–1993): «Στον βαθμό που δεν συγχωρούμαι, είμαι ακατάληπτος για τον εαυτό μου».


     Το ζήτημα όμως έχει και μια άλλη πτυχή. Συγχώρησε τώρα, μέσα στην καρδιά σου· αλλά στις εξωτερικές σου εκδηλώσεις μην είσαι πολύ βιαστικός. Η συγχώρεση σημαίνει ίαση και η ίαση συχνά θέλει χρόνο. Η πρόωρη αίτηση συγνώμης μπορεί να κάνει την κατάσταση χειρότερη. Αν επιμείνουμε φορτικά, χωρίς να αναζητήσουμε διά της ενσυναισθήσεως να καταλάβουμε τι σκέπτεται και πώς νιώθει ο άλλος, μπορεί να διευρύνουμε το χάσμα που μας χωρίζει αντί να το γεφυρώσουμε. Χωρίς να αναβάλλουμε, συχνά είναι ανάγκη να σταθούμε –όχι με παθητική αδιαφορία, αλλά περιμένοντας με εγρήγορση να δείξει ο Κύριος– μέχρις ότου γίνει φανερός ο «καιρός», η στιγμή της ευκαιρίας. Ο αυτοκράτωρ Αύγουστος (;) είχε δίκιο: «Σπεύδε βραδέως».

     [2] Συγχώρεσε τον άλλο, αλλά να είσαι κι εσύ πρόθυμος να δεχθείς τη συγνώμη που σου προσφέρει. Είναι δύσκολο να συγχωρήσουμε· συχνά, όμως, είναι ακόμη δυσκολότερο να αναγνωρίσουμε ότι έχουμε ανάγκη να συγχωρεθούμε. Ας ταπεινωθούμε όσο χρειάζεται για να δεχθούμε το δώρο της συγνώμης του άλλου. Όπως σοφά παρατήρησε ο Charles Williams (1886–1945), «πολλές φορές η συμφιλίωση απέτυχε, επειδή και οι δύο πλευρές είχαν προσέλθει προετοιμασμένες να συγχωρήσουν, αλλά απροετοίμαστες να συγχωρεθούν».


     [3] Συγχώρεσε τους άλλους, αλλά συγχώρεσε και τον εαυτό σου. Πόσες φορές δεν έχουμε πει ή ακούσει, «ποτέ δεν θα συγχωρήσω τον εαυτό μου γι’ αυτό»! Όμως, πώς μπορούμε να δεχθούμε τη συγχώρεση από τους άλλους, αν δεν συγχωρούμε τον εαυτό μας; Και πάλι ο Charles Williams παρατηρεί ότι, παραμένοντας σε μια τέτοια κατάσταση «κατά το ήμισυ αγωνίας και κατά το ήμισυ θυμού», δημιουργούμε για τον εαυτό μας «μια χωριστή κόλαση». Ο Ιούδας μετάνιωσε για ό,τι έκανε, αλλά στην περίπτωσή του, η αυτογνωσία δεν του χάρισε νέα ελπίδα, αλλά απόγνωση· ανίκανος να δεχθεί του Θεού τη συγνώμη και άρα ανίκανος να συγχωρέσει τον εαυτό του, «βγήκε έξω και αυτοκτόνησε» (Ματθ. 27, 3–5). Ο Πέτρος, απ’ την άλλη, πήρε άλλο δρόμο. Ήρθε στον εαυτό του την ώρα που λάλησε ο πετεινός, έχυσε πικρά δάκρυα τύψεων, που όμως δεν τον οδήγησαν στην απελπισία. Βλέποντας τον Αναστάντα Κύριο στην όχθη της λίμνης, δεν απομακρύνθηκε από κοντά Του σε μια «χωριστή κόλαση», αλλά Τον πλησίασε με ελπίδα. Αποδεχόμενος τη συγχώρεση του Χριστού, συγχωρώντας ο ίδιος τον εαυτό του, έκανε μια καινούργια αρχή (βλ. Ματθ. 26, 75 και Ιωάν. 21, 15–19).

     [4] Ας προσευχηθούμε. Αν δεν μπορούμε ακόμη να βρούμε στην καρδιά μας τη δύναμη να συγχωρήσουμε κάποιον, τότε τουλάχιστον ας προσευχηθούμε γι’ αυτόν. Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866–1938) λέει ότι, «αν προσευχηθείς για τους εχθρούς σου, θα ειρηνεύσεις». Ας ζητήσουμε από τον Θεό να μην κάνουμε βαρύτερο το φορτίο του άλλου, να μη τον σκανδαλίσουμε ή γίνουμε λίθος προσκόμματος γι’ αυτόν. Κι αν, καθώς προσευχόμαστε, δεν μπορούμε να φθάσουμε στο σημείο να συγχωρήσουμε πραγματικά, τότε ας ζητήσουμε από τον Θεό, τουλάχιστον να γευθούμε την επιθυμία και τη λαχτάρα να συγχωρέσουμε. Υπάρχουν καταστάσεις κατά τις οποίες, αν επιθυμούμε αληθινά κάτι, το έχουμε ήδη επιτύχει. Σαν εκείνον τον άνδρα που έφερε το άρρωστο παιδί του στον Κύριο και φώναζε: «Πιστεύω, Κύριε! Βοήθα με μέσα στην απιστία μου!» (Μάρκ. 9, 24), ας φωνάξουμε κι εμείς με δάκρυα: «Συγχωρώ, Κύριε! Βοήθησέ με στη δυσκολία μου να συγχωρήσω!». Σιγά–σιγά, σταδιακά, θα έρθει επιτέλους η στιγμή που θα μπορούμε να θυμόμαστε με αγάπη (τον πλησίον που, για την ώρα, δεν συγχωρούμε).


     Επικαλούμενοι τη βοήθεια του Θεού εν προσευχή και αναγνωρίζοντας την ανημποριά μας, αναγκαζόμαστε να θυμηθούμε την πολύ σημαντική αλήθεια ότι η συγχώρεση είναι θείο προνόμιο. Δεν είναι μια δική μας πράξη, αλλά μια κίνηση του Θεού μέσα μας. Για να συγχωρήσουμε με την πλήρη και γνήσια έννοια της λέξης, πρέπει να είμαστε «ένθεοι». Εκείνος (ο Χριστός), «έλαμψε μέσα στις καρδιές μας, ώστε η υπερβολή της δύναμης (της αγάπης και της συγχώρεσης) που βιώνουμε, να προέρχεται από τον Θεό κι όχι από μας» (Β΄ Κορ. 4, 6–7). Αυτή η υπερβάλλουσα δύναμη του Θεού μάς προσφέρεται κυρίως διά των Μυστηρίων της Εκκλησίας· και κατά την πατερική ερμηνεία του «Πάτερ Ημών», υπονοούνται τουλάχιστον δύο από ιερά Μυστήρια σ’ ολόκληρη την προσευχή. Όταν λέμε: «Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον», δεν πρέπει να σκεφθούμε μόνο το υλικό ψωμί αλλά (κυρίως εκείνον) τον «Ἄρτον τὸν ἐξ Οὐρανοῦ» (πρβλ. Ιωάν. 6, 50), δηλ. τη θεία Ευχαριστία. Κατόπιν, στην αίτηση που ακολουθεί: «Ἄφες ἡμῖν… ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν», οφείλουμε να θυμόμαστε την άφεση των αμαρτιών που λάβαμε κατά το Βάπτισμα. Έτσι, η «Κυριακή Προσευχή» γίνεται –κατά τον ιερό Αυγουστίνο– μια συνεχής ανανέωση του Βαπτίσματος: Απαγγέλνοντας τα λόγια που ο Χριστός μάς έδωσε, «καθαριζόμαστε καθημερινά». Και τότε η συγχωρητικότητά μας δεν εξαρτάται απλώς από τα αισθήματά μας ή από την απόφαση της βούλησής μας. Έχει μια αντικειμενική βάση επί του Μυστηρίου της βαπτισματικής μας κάθαρσης.


     Αφού οι ορθόδοξοι χριστιανοί γονατίσουμε ο ένας ενώπιον του άλλου, κατά τον Εσπερινό της Συγνώμης, –για θυμηθείτε– τι κάνουμε την επόμενη μέρα, την Καθαρή Δευτέρα; Υπάρχει ακόμη το έθιμο να βγαίνουμε στην εξοχή και να τρώμε εκεί τα σαρακοστιανά μας. Και σ’ αυτή την πρώτη μετά τον χειμώνα έξοδό μας στο ύπαιθρο, μικροί και μεγάλοι, αφήνουμε τους χαρταετούς μας να πετάξουν με το ανοιξιάτικο αεράκι. Παρόμοια μπορεί να είναι και η εσωτερική μας εμπειρία, όταν αρχίσουμε να συγχωρούμε ο ένας τον άλλο. «Συγχωρώ», σημαίνει μπαίνω σε μια πνευματική άνοιξη· βγαίνω από το σκοτάδι στο φως, από τον «αυτισμό» μου στην ανοιχτωσιά και στην ελευθερία· ανεβαίνω στο ύψωμα, αφήνω τον αέρα να με χτυπήσει στο πρόσωπο και πετώ νοερούς χαρταετούς, χαρταετούς ελπίδας και χαράς. Όπως είπε κάποτε για έναν ιερέα (τον π. Σταύρο) ο γιος του: «Αυτός είναι ελεύθερος, επειδή συγχωρεί».

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΔΙΟΚΛΕΙΑΣ
ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ WARE


[Μητροπολίτου Διοκλείας
Κάλλιστου Ware:
«Πώς να εισέλθω στην καρδιά;»
–Μυστικές αναβάσεις
στο Όρος του Κυρίου–
Κεφ. 3ο, σελ. 124–132,
Μετάφραση:
Πολυξένη Τσαλίκη-Κιοσόγλου,
Επιμέλεια έκδοσης:
Βασίλης Αργυριάδης,
Εκδόσεις «Εν Πλω»,
Αθήνα Μάιος 2015.
Επιμέλεια ανάρτησης,
εύρεση, επιλογή φωτογραφιών,
έρευνα θέματος,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.