Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

«ΕΣΥ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ…»

«ΕΣΥ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ…»


«Εσύ και το καλοκαίρι
το κάνεις χειμώνα.
Τώρα είσαι καλύτερα· είναι άνοιξη.
Σε λίγο θα είναι καλοκαίρι.
Εσύ το καλοκαίρι
σκέφτεσαι τα κρύα του χειμώνα
και πουντιάζεις!...».

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)



[Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
« Λ ό γ ο ι »
Τόμ. Β΄: «Πνευματική αφύπνιση»,
μέρος 2ο, κεφ. 3ο, σελ. 129.
Εκδόσεις Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»·
Σουρωτή Θεσσαλονίκης, Νοέμβριος 19991.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Η ΠΑΝΩΡΙΑ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

Η ΠΑΝΩΡΙΑ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ



Στο υπερώον που ζητάει, κάθε φορά, η αγάπη Σου να εισέλθουμε, για να γευθούμε εκείνο το ουρανόσταλτο Πυρ, αντιστέκεται κοχλασμένη μέσα μας η υπερηφάνεια. Πάνω από τη γη βρίσκονται οι μυρόδροσες πνοές του Πνεύματος, οι απαρχές της καινότητας και του εγκαινισμού μας, μια άλλη, αφάνταστη ζωή που δε μοιάζει της φαντασμένης χωμάτινης ζωής μας.

Το να βρεθούμε πάλι όλοι μαζί «ομοθυμαδόν», στέκεται πια τιτάνιος άθλος για μας· ίσως μια οχληρή ουτοπία, ίσως ένα αγγελικό ιδανικό, ίσως η τάξη της θεραπείας μας βγαλμένη από την ένθεη αρμονία. Μα, η ενότητα των καρδιών και φρονημάτων, έδωσε τη θέση της στο θέλημα και την έριδα, στη φιλοπρωτία και τη σκληρότητα, στην ανταρσία και τη σύγχυση. Οι γλώσσες μας πολλές, όσες και τα πάθη μας. Στα ανειρήνευτα σπλάχνα μας, ένα το σαράκι, ένας ο καημός, ένας και ο πόθος μας, αφού μία και η αγία ενότητα προς την οποία μας κάλεσες καθολικά.

Όμβρισε, βρέξε, πέμψε τώρα πολλή και άπλετη τη φλόγα Σου, Παράκλητε! Ψυγήθηκαν ανείπωτα οι ψυχές· πάει να νικήσει σιωπηλά η κρυστάλλινη πάχνη του κόσμου· από τα ανήλια καταγώγια που βρεθήκαμε, εκστομίσαμε στεντόρειους λόγους που δεν υπέγραψε ποτέ η σοφία· υφάναμε μεγαλεπήβολα σχέδια που υιοθέτησε χαρούμενα η ματαιότητα· πλέξαμε εύτολμα όνειρα κι ελευθερώσαμε μεθυσμένες ελπίδες· άφλογοι, αφώτιστοι, άθερμοι κι απαρηγόρητοι υψώνουμε άληκτους οδυρμούς· αδύναμοι και άβουλοι, απορούμε και λουφάζουμε πίσω από τις απροσμέτρητες ανομίες μας.

Έρχεται η πανώρια Πεντηκοστή… 
Ο θόλος του κάθε Παντοκράτορα, γεμίζει χρηστότητα και κερνάει τις ψυχές ισχύ αναμειγμένη με την ειρήνη. Δεν έχουμε να ρωτήσουμε τίποτα, δεν απορούμε όπως πρώτα με αβάσταχτο θυμό· έφυγε η αντάρα της λογικής από μέσα μας κι επήλθε μια γνώση που θεράπευσε όλα τα άλγη της αγνωσίας μας. Μια ξένη και οικεία καταλλαγή παύει το παράλογο και το πικρό της σύγχυσης. 

Έφτασε η πανώρια Πεντηκοστή!... 
Αρχίζει να πάλλεται το μυστικό βίωμα που καραδοκούσε η κενή ζήση μας στο σιωπηλό εξωνάρθηκα μιας εκκλησίας· στο ιερό και ησύχιο βήμα των πιο μύχιων προσευχών και λαχτάρων μας, επέρχεται ένα ζεστό φέγγος, μια ψυχότροφη θαλπωρή· αναθαρρούμε ένδακρεις μέσα στη μέθεξη μιας πύρινης και άσβεστης λατρείας που νικά κάθε πόνο και κάθε μαρασμό, κάθε αδυναμία και κάθε πτώση. Παράκλητε Αγαθέ, η παράκληση, το στήριγμα κι η βακτηρία όλων, έλα και σκήνωσε μέσα μας!...


π. Δαμιανὸς










ΝΑ ΜΗ ΝΑΡΚΩΘΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΝΗ ΝΕΚΡΩΘΟΥΜΕ!

ΝΑ ΜΗ ΝΑΡΚΩΘΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΝΑ ΝΗ ΝΕΚΡΩΘΟΥΜΕ!


Ένας γνωστός μου κληρικός μού εκμυστηρεύθηκε τα εξής λόγια που στάζουν σοφία μιας άλλης αιματηρής όσο και πολύτιμης πείρας, που στέκει παντοτινά απρόσιτη και απόμακρη από την επανάπαυση και τους συμβιβασμούς που χαρίζει σήμερα ο κόσμος στους ουραγούς του, αλλά και πέρα από κάθε θρησκευτική φαντασία και νοοτροπία ευσεβιστικού καφενείου: «Έπρεπε να γίνω παπάς, για να καταλάβω το μέγεθος της βαρβαρότητας και της απιστίας του κόσμου· αλλά και της σκληρότητας και της υποκρισίας των συγκληρικών μου». 

Η πνευματική ελευθερία του αυθεντικού ποιμένος, εάν και όταν αυτή υπάρχει, πρέπει να δοκιμαστεί πικρά –λέω εγώ– από κάθε πλευρά. «Ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ ἐδοκίμασεν (καὶ δοκιμάζει) αὐτοὺς» η θεία αγάπη. Ο καλός Θεός, να αναπαύει όλους τους προσφιλείς μας κεκοιμημένους (εν όψει του σημερινού Ψυχοσάββατου), αλλά επίσης να αναπαύει με τη Χάρη Του και τις καρδιές όσων (φιλόχριστων ποιμένων και χριστοηθών ποιμενόμενων) αγωνίζονται να μη ναρκωθούν και να μη νεκρωθούν ποτέ! Παρά τις πολύπλευρες αφόρητες πιέσεις…

π. Δαμιανός











Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΤΕΡΓΑ ΤΗΣ ΣΙΒΗΡΙΑΣ

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΤΕΡΓΑ ΤΗΣ ΣΙΒΗΡΙΑΣ



     ...Περνάω σε μια σύντομη αλλά πιστή περιγραφή της δράσης μου, ως ιεροκήρυκας, στις φυλακές των καταναγκαστικών έργων των Νέρτινσκ αλλά και άλλων φυλακών της περιοχής Βαϊκάλης. Όπως έχω ήδη πει, ακόμα και όταν ήμουν λαϊκός επισκεπτόμουν κάποιες από τις φυλακές των κάτεργων του Νέρτινσκ, όπου κήρυττα στους δυστυχισμένους κρατούμενους. Όταν όμως έγινα μοναχός και χειροτονήθηκα ιερέας, μπόρεσα πλέον πιο ελεύθερα να συνεχίσω το έργο μου σ’ αυτές τις φυλακές. Την περιγραφή μου θα την αρχίσω από τη φυλακή της Τσιτά. Μετά τη χειροτονία μου, διορίστηκα εφημέριος στην εκκλησία αυτής της φυλακής που ήταν ο τελευταίος σταθμός, από τον οποίο έστελναν τους κρατούμενους στα κάτεργα.


     Μόλις απόκτησα πιο στενές σχέσεις με τους φυλακισμένους, κατάλαβα αμέσως ότι αυτό που χρειάζονται από μένα είναι να τους δείχνω αληθινή αγάπη. Η αγάπη αυτή, πρέπει να είναι ειλικρινής και δραστήρια. Αν δεν υπήρχε μια τέτοια αγάπη, καλύτερα να ήμασταν άγνωστοι μεταξύ μας. Οι άνθρωποι αυτοί, αδικήθηκαν στη ζωή τους και είναι εξαγριωμένοι με όλους και με όλα. Για να τους βγάλει ο ιερέας από αυτή την κατάσταση, πρέπει να πατά γερά και με τα δυο του τα πόδια στο έδαφος της ενεργητικής, της έμπρακτης αγάπης. Αλίμονο, σ’ εκείνον τον ιερέα, ο οποίος θα προτιμήσει τις αρχές της φυλακής από τους φυλακισμένους!


     Όταν λοιπόν συγγένεψα μ’ αυτόν τον κόσμο, όταν τους αγάπησα με αυταπάρνηση, τότε είδα ότι και για μένα οι θύρες της ψυχής τους είναι ορθάνοιχτες και ότι μου δόθηκε η απόλυτη ελευθερία οποιαδήποτε στιγμή να ερευνώ (πάντα με διάκριση, με σεβασμό και με αγάπη, εννοείται!) και τα πιο κρυφά της βάθη! Πρέπει να ομολογήσω ότι αυτός ο κόσμος των εγκληματιών, κατά τη γνώμη μου, –γνώμη που είναι καρπός της προσωπικής μου πείρας– είναι πιο ιδανικός, πιο ηθικός, ακόμα και πιο θρησκευτικός, από εμάς τους ελεύθερους πολίτες του ελεύθερου κόσμου.
     Από τα χέρια μου πέρασαν περίπου είκοσι πέντε χιλιάδες άνθρωποι, τους οποίους πολλές φορές τους εξομολόγησα, τους κοινώνησα αλλά και προσπάθησα με τα κηρύγματά μου να τους πείσω να αλλάξουν τη ζωή τους και να πιστέψουν στο Ευαγγέλιο του Χριστού. Μεταξύ τους, υπήρχαν θαυμάσιοι τύποι, για τους οποίους και θα μιλήσω στη συνέχεια…


     Στις ομιλίες μου προσπαθούσα να αποδείξω στους φυλακισμένους ότι, για μας, δεν υπάρχει καμιά διαφορά μεταξύ των ανθρώπων· ότι όλοι οι άνθρωποι είναι παιδιά του ενός Θεού· ότι Εκείνος μας αγαπά πάρα πολύ και ελεεί και τον χειρότερο αμαρτωλό και εγκληματία, όπως και τον μεγαλύτερο άγιο· και ότι συχνά η αγάπη του Θεού, από συμπόνια προς τον αμαρτωλό, τον πλησιάζει πολύ περισσότερο από έναν μεγάλο άγιο. Ο Θεός, δια του Μονογενούς Του Υιού, σκόρπισε σε μας την απέραντη αγάπη Του και την αγαθότητά Του και, μόλις εμείς ανοίξουμε την καρδιά μας σ’ αυτήν την αγάπη, αμέσως από το ξεχείλισμα αυτής της αγάπης του Κυρίου, θα ανακράξουμε με θαυμασμό: «Εσύ, Κύριε, επισκέφτηκες τη βρώμικη και λερωμένη, με το αίμα του πλησίον, κατοικία της ψυχής μου;!...». Έτσι, σ’ αυτόν τον κόσμο των κακούργων, σ’ αυτούς τους ανθρώπους, έψαχνα μέσα τους την εικόνα του Θεού, για να ανταποκριθεί αυτή κατόπιν στην πρόσκληση του Θεού. Ω, το θαύμα του Χριστού! Πώς και με τι αγάπη, μερικοί απ’ αυτούς, έπαιρναν και κατάπιναν τα λόγια της αγάπης του Χριστού, που έλεγα προς αυτούς!


     Μια μέρα, ένας κατάδικος με αλυσίδες, με πλησίασε κλαίγοντας.
     –Παππούλη!... Κοίταξέ με, σώσε με!... Θέλω τον Θεό, τον Θεό θέλω!... Τα κηρύγματά σας, έκαναν να ξαναζήσει η ψυχή μου και τώρα αυτή αναζητά τον Θεό... Ω, τον Θεό θέλω!...
     –Γιε μου! Ώστε ξαναζωντάνεψες;
     –Ναι, ξαναζωντάνεψα, παππούλη! Και σας ικετεύω· δώστε μου τον Θεό!... Εγώ, τον Θεό θέλω!...



     Όλοι οι κατάδικοι είχαν φύγει από την εκκλησία. Έμεινε μόνος αυτός ο αλυσοδεμένος κατάδικος με τη φρουρά δίπλα του. Τον οδήγησα μέσα στο ιερό, όπου με ακολούθησε σαν υπάκουο παιδί.
     –Πρώτ’ απ’ όλα, φίλε μου, έλα να προσευχηθούμε.
     –Να προσευχηθούμε, παππούλη! απάντησε εκείνος.
     Προσευχόμασταν για δέκα λεπτά περίπου. Η προσευχή του, ήταν φλογερή. Μετά την προσευχή, τον παρακάλεσα να καθίσει στην καρέκλα.


     –Φίλε μου, χαρά μου! Χαίρομαι πάρα πολύ που, με τέτοια θερμότητα, ψάχνεις να βρεις τον Θεό. Ο Θεός, όμως, μόνο από τη θύρα της μετανοίας μπαίνει στη ψυχή του αμαρτωλού ανθρώπου. Άνοιξε τη θύρα αυτή· αυτό είναι στο χέρι σου!...


     –Θα σας πω πρώτα για τη ζωή μου και μετά θα εξομολογηθώ. Κατάγομαι από την Οδησσό κι έχω σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο. Δεν το τελείωσα, επειδή άρχισα να πίνω. Έφυγα από την Οδησσό και πήγα στην πόλη Ροστώφ. Γύρευα την καλή ζωή, δηλαδή να ζω οικονομικά άνετα. Όταν ήμουν 25 χρονών, από το Ροστώφ πήγα στον Καύκασο. Εκεί ρίχτηκα, όπως λένε, ολότελα σε μια αιμοσταγή ζωή. Εκεί, επίσης, σχημάτισα έξι ληστοσυμμορίες. Δεν λυπούμασταν κανέναν. Οι άνθρωποι των πέντε ομάδων γρήγορα συνελήφθηκαν από την αστυνομία και μόνο η δική μου κρυβόταν πάνω στα βουνά, στα δάση και στις άγριες χαράδρες του Καυκάσου. Πάντα σχεδόν ήμασταν βουτηγμένοι στο ανθρώπινο αίμα. Εγώ ο ίδιος, με τα δικά μου τα χέρια, σκότωνα ακόμα και έγκυες γυναίκες. Είχαμε πολλά χρήματα και χρυσαφικά. Κι εγώ, τι έκανα εγώ! Με τα ίδια μου τα χέρια έσφαξα δύο ιερείς! Για το πόσες γυναίκες βίασα, ούτε λόγος να γίνεται!


     –Και τι σας ανάγκασε να πράξετε τέτοια κακουργήματα;
     –Παππούλη! Τα πάθη μάς κάνουν να γινόμαστε άγρια ζώα· και τα πάθη αυτά, σε μας, τα μεγαλώνει και τα σκληραίνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννιόμαστε, μεγαλώνουμε και ζούμε.
     Όταν βλέπεις ότι όλος ο κόσμος ζει με τη βία, ότι οι νόμοι, οι αρχές και οι εξουσίες αποτελούν το πιεστήριο με το οποίο καταπιέζεται η ανθρωπότητα από τα χέρια μιας μικρής ομάδας ανθρώπων, τότε, παρά τη θέλησή σου, ανάβουν μέσα σου τα πάθη και γίνεσαι, στο τέλος, αποφασισμένος για όλα! Τελικά, εξαγριώνεσαι· γίνεσαι σαν το άγριο ζώο. Πιστέψτε με, παππούλη, υπάρχουν στιγμές που θέλεις να καταστρέψεις όλον τον κόσμο και να τον κάψεις! Ο κόσμος, πρέπει να καταστραφεί! Δεν υπάρχει σ’ αυτόν τίποτα· εκτός από την υποκρισία, τη βία και την αχρειότητα…


     Όταν συναντώ ιερείς, αρχιερείς ή οποιεσδήποτε άλλες κοσμικές αρχές, σκέφτομαι:
     «Αχ, άνθρωποι, άνθρωποι! Πόσο μικροί είστε, εσείς και η υποκρισία σας, με το ένστικτο της βίας που κουβαλάτε! Μήπως εσείς δεν είστε οι δήμιοί μας, οι δήμιοι της ανθρώπινης ψυχής; Θεωρείτε τον εαυτό σας “ποιμένα” της Εκκλησίας του Χριστού, τηρητή των νόμων της δικαιοσύνης και φωτιστή του αγράμματου λαού. Στην πραγματικότητα, όμως, όλοι εσείς είστε οι δήμιοι!».


     Ανατριχιάζω, όταν βλέπω τον ιερέα να δίνει τη Θεία Κοινωνία στον καταδικασμένο σε θάνατο, λίγο πριν τη θανατική του εκτέλεση. Σκέφτομαι, τότε: «Ποιόν, άραγε, να κρέμασαν; Τον εγκληματία ή τον Χριστό;». Αυτό, κάνουν οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας του Χριστού!


     Ή, εδώ, ο προϊστάμενος της φυλακής· ζει σαν να είναι άρχοντας! Παίρνει μισθό 120 ρούβλια το μήνα και τα παιδιά του τα στέλνει στα καλύτερα σχολεία. Έχει ολόκληρο κοπάδι κυνηγητικά σκυλιά κι όταν θα φύγει μετά από έξι–επτά χρόνια υπηρεσίας στη φυλακή, θα έχει μαζί του πόσες χιλιάδες ρούβλια!
     Αυτό είναι, αγαπητέ μου παππούλη, που μας κάνει εμάς εγκληματίες. Κι εγώ τώρα, όταν άκουσα από σας την έκκληση να στραφούμε προς τον Θεό, βεβαιώθηκα ότι μας αγαπάτε ειλικρινά και ότι θέλετε να σωθούμε.


     Ω, μπροστά στην ειλικρινή αγάπη δεν θα μείνει ασυγκίνητος κανένας εγκληματίας! Έτσι κι εγώ, αν και ένας απ’ αυτούς, στην αγάπη που μας δείξατε, ανταποκρίνομαι με τη δική μου αγάπη. Αν ο κόσμος μάς αγαπούσε, όπως μας αγαπάτε εσείς, θα γινόμασταν άγιοι. Αυτό σημαίνει αγάπη! Μπροστά στην αγάπη, ούτε νόμοι, ούτε η δύναμη, ούτε το κακό δεν θα σταθούν. Αλλά, τώρα, αναρωτιέμαι: θα μου συγχωρήσει, άραγε, ο Θεός τις αμαρτίες μου;


     –Παιδί μου αγαπητό, οι αμαρτίες σου οι οποίες θα συγχωρηθούν ενώπιον του Θεού, τις παίρνω εγώ! του απάντησα.
     Όταν το άκουσε αυτό ο κατάδικος, έπεσε στα πόδια μου κι άρχισε να κλαίει τόσο δυνατά, ώστε ακουγόταν σ όλη την εκκλησία.
     –Ω, άγγελέ μας επουράνιε! Που κατέβηκες σε μας για να μας παρηγορήσεις, τους κακόμοιρους! έτσι μου έλεγε, αγκαλιάζοντας τα πόδια μου.


     Έκλαιγα κι εγώ μαζί του. Τρεις μέρες αργότερα, εξομολογήθηκε σε μένα και τον κοινώνησα των Αχράντων Μυστηρίων. Και τρεις βδομάδες μετά απ’ αυτό το γεγονός, τον απαγχόνισαν στη φυλακή της Τσιτά. Δύο μέρες πριν τον θάνατό του, τον επισκέφτηκα στον θάλαμό του, όπου τον βρήκα να προσεύχεται θερμά με πολλά δάκρυα. Καταλάβαινε ότι οι μέρες της ζωής του ήταν, πια, μετρημένες.
     Πιστεύω ακράδαντα ότι αυτός βρήκε τον Θεό…


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ



[Αρχιμανδρίτου Σπυρίδωνος:
«Από όσα είδα και έζησα…
(Αναμνήσεις από την ιεραποστολή μου
στα κάτεργα της Σιβηρίας)»,
κεφ. 7ο, §4, σελ. 58–59 και 69–73,
εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη (1998;).]













Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

ΚΟΣΜΙΚΗ ΕΥΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ

ΚΟΣΜΙΚΗ ΕΥΓΕΝΕΙΑ
ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ


     Όποιος θέλει να ζήσει ειρηνικά, πρέπει να προσέξει ιδιαίτερα τις σχέσεις του με συγγενείς και φίλους. Να μην ξεγελιέται από την ευγένεια που ίσως συναντά. Η κοσμική ευγένεια μπορεί να κάνει πολύ κακό, γιατί έχει υποκρισία. Η εξωτερική συμπεριφορά μπορεί να παρουσιάζει έναν τέλειο άγιο, αλλά, όταν αποκαλυφθεί ο εσωτερικός του κόσμος, να είναι τελείως το αντίθετο.

     Να, μερικοί άνθρωποι έχουν μια καλωσύνη, έχουν και μια ευγένεια, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν και πνευματική αρχοντιά, θυσία. Το να υπάρχουν καλά στοιχεία, είναι άλλο θέμα. Αυτός που έχει κοσμική ευγένεια και υποκρίνεται, μπορεί να κάνει πολύ κακό, γιατί ξεγελιέται ο άλλος, ανοίγει την καρδιά του και χαραμίζει τελικά την ευλάβειά του στον κοσμικό άνθρωπο, που δεν ξέρει τι θα πει ευλάβεια. Είναι σαν να δίνει χρυσές λίρες σε ανθρώπους που ξέρουν μόνον τις μπρούντζινες δραχμές. Ακόμη, πρέπει να μη χάνει κανείς την ώρα του άσκοπα νουθετώντας πνευματικά ανθρώπους, οι οποίοι αναπαύονται στις κοσμικές συζητήσεις και στο να εκφέρουν εγωιστικά γνώμες.

     Μερικές φορές όμως παρατηρείται το εξής, ακόμη και στις σχέσεις των πνευματικών ανθρώπων. Πάει να πει ένας τον πόνο του σε κάποιον, και αυτός δεν θέλει να τον ακούσει, για να μη στερηθεί την χαρά του. Μπορεί να προσποιηθεί ότι είναι βιαστικός ή να αλλάξει κουβέντα, για να έχει την ησυχία του. Αυτό είναι τελείως σατανικό. Σαν να πεθαίνει ο άλλος δίπλα μου και εγώ να πηγαίνω πιο πέρα και να τραγουδώ. Πού είναι το «να κλαις με αυτούς που κλαίνε» (Ρωμ. 12:15); Και μάλιστα, όταν πρόκειται για θέματα σοβαρά εκκλησιαστικά και ως Χριστιανός δεν συμμερίζεται την ανησυχία του άλλου, τότε αυτός ο άνθρωπος δεν συμμετέχει στο Σώμα της Εκκλησίας.



     Πολύ βοηθάει το να είναι κανείς απλός στις σχέσεις του με τους άλλους, να έχει γι’ αυτούς πάντοτε καλό λογισμό και μην παίρνει όλους τους ανθρώπους στα σοβαρά. Να αποφεύγει τις συζητήσεις που γίνονται δήθεν για πνευματική ωφέλεια και φέρνουν μόνον πονοκέφαλο. Να μην περιμένει πνευματική κατανόηση από ανθρώπους που δεν πιστεύουν στον Θεό. Καλύτερα να εύχεται γι’ αυτούς να τους συγχωρήσει ο Θεός και να τους φωτίσει. Να μιλάει στον καθέναν με την δική του γλώσσα και να μη φανερώνει τις μεγάλες αλήθειες που πιστεύει και ζει, γιατί δεν θα τον καταλάβουν, επειδή μιλάει σε άλλη συχνότητα και σε διαφορετικό μήκος κύματος.

     Μερικοί λένε: «θέλω να γνωρίσουν και οι άλλοι τον Χριστό, όπως Τον γνώρισα κι εγώ», και κάνουν τον δάσκαλο στους άλλους. Πρέπει όμως η ζωή τους να συμφωνεί με αυτά που διδάσκουν. Όταν με την ζωή τους διδάσκουν άλλον Χριστό και δεν ανταποκρίνονται σε αυτά που λένε, τότε δεν μπορούν να πουν ότι γνώρισαν τον Χριστό. Και αν κανείς δεν έχει βιώματα, θα είναι έξω από την πραγματικότητα και, αργά ή γρήγορα, θα τον προδώσει ο εαυτός του.

     Όταν με πόνο και αληθινή αγάπη πλησιάσουμε κάποιον, τότε η αληθινή αυτή αγάπη του Χριστού αλλοιώνει τον πλησίον μας. Ο άνθρωπος που έχει αγιότητα, όπου κι αν βρεθεί, δημιουργεί κατά κάποιον τρόπο γύρω του ένα ηλεκτρομαγνητικό πνευματικό πεδίο και επηρεάζει όσους βρίσκονται μέσα σ’ αυτό. Βέβαια, πρέπει να προσέχουμε να μη σπαταλάμε την αγάπη μας και να μη δίνουμε την καρδιά μας εύκολα, γιατί πολλές φορές μερικοί εκμεταλλεύονται την δική μας καρδιά και μας την κάνουν κιμά ή άλλοτε δεν μπορούν να μας καταλάβουν και μας παρεξηγούν.


ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)



[Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
« Λ ό γ ο ι »
1) Τόμ. Β΄: «Πνευματική αφύπνιση»,
μέρος 2ο, κεφ. 3ο, σελ. 128–129,
Νοέμβριος 19991·
2) Τόμ. Δ΄: «Οικογενειακή ζωή»,
μέρος 4ο, κεφ. 1ο, σελ. 162–163,
Δεκέμβριος 20021·
εκδόσεις Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης.]











     

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ


     Μόνο οι ευγενείς, ευαίσθητες, καλότεχνες και ευήθεις ψυχές μπορούν να αντιλαμβάνονται και να εκτιμούν την άδολη και ανυπόκριτη ευγένεια του τρόπου των άλλων, όπως αυτή έχει. Πέρα από μύθους, εξιδανικεύσεις και ωραιοποιήσεις. Για την πλειονότητα όμως των σχέσεων του κόσμου· των ανθρώπων που στέκονται στρατωνισμένοι μέσα στο συνηθισμένο και το ανύποπτο· των υπάρξεων που φυλακίζονται στον πύργο των συμβάσεων και της επανάπαυσης· εκείνων που παίρνουν εύθυμα τη στράτα της ρηχότητας και της αβάθειας· των άλλων που ζουν πλασματικά κάτω από τη σκιά του λίγο, του τίποτα και του καθόλου· κάποιων άλλων πάλι που βαλτώνουν στη θολούρα της σκαιότητας και της αβεβαιότητας, για όλους αυτούς και για πολλούς ακόμη, ισχύει το τρίπτυχο της αναισθησίας, του κυνισμού και της αδιαφορίας.

     Πολλές φορές, προσποιούμαστε αντιδραστικά πως δεν κατανοούμε την αξία και το κάλλος της ευγένειας, ερμηνεύοντάς την ανεπιτυχώς σαν κάτι ριζικά διαφορετικό και αντίστροφο απ’ αυτό που η ίδια είναι αυτή καθεαυτή (όπως: υποκρισία, κολακεία, αδυναμία, ενδοτικότητα, δολιότητα, κ.α.). Κι αυτό γιατί; Προφανώς για να απωθήσουμε σιωπηλά το θλιβερό γεγονός της απουσίας της μέσα μας. Πράγματι, η ευγένεια που φέρουν και εκφράζουν οι άλλοι, καρδιακά και ειλικρινά έναντί μας, δε γίνεται να μη μας θυμίζει, ως ένα βαθμό, αυτό που αρνηθήκαμε να είμαστε και να έχουμε στη ζωή μας. Και η άρνηση αυτή, βρίσκει και δίνει διέξοδο στην εκ μέρους μας συχνή διαστρέβλωση που επιφυλάσσουμε προς τον ευγενή και ανεπιτήδευτο τρόπο του συνανθρώπου μας. Και αυτή η διαδικασία, το δίχως άλλο, υπηρετεί και συμφέρει την εικόνα μας· αυτό που πάντα θέλουμε να εμφανίζουμε προς τα έξω· ουσιαστικά δηλαδή το οικείο μας ψέμμα· την ατομική μας μαρκίζα· τη βιτρίνα που στέκεται μπροστά από την ύπαρξή μας· την αφανή χάλκευση των καταστάσεων που αμαρτύρητα ζούμε και βιώνουμε.


     Έτσι, λοιπόν, έχουμε «ανάγκη» βασικά να καλύπτουμε και καλυπτόμαστε· να αποφεύγουμε κάθε αποκάλυψη που ακουμπά τον εσωτερικό μας κόσμο, τον κατειλημμένο από την τραχύτητα, τη βαναυσότητα και την προπέτεια. Έχουμε «ανάγκη» να εφευρίσκουμε ή να ενστερνιζόμαστε διαρκώς «έξυπνους» τρόπους ώστε να πείθουμε πρωτίστως τον εαυτό μας για το κακό και μελανό του το χάλι, το οποίο, ας σημειωθεί, ότι μας είναι κατά πάντα «αθώο» και «ακίνδυνο»· σχεδόν «αγγελικό»! Έχουμε «ανάγκη» να συνθηκολογούμε με το «δεν πειράζει» της δήθεν υπεροχής και της δύναμης που γεννάει η σκληρότητα και η αναλγησία της καρδιάς μας. Έχουμε «ανάγκη» να είμαστε εξωτερικά χαρούμενοι, ακμαίοι, δοτικοί, άτρωτοι, αλύγιστοι, άκαμπτοι, άτυπτοι, εφησυχασμένοι και ανενόχλητοι, όταν και όποτε στρεφόμαστε συνειδητά σε επιλογές ζωής που δεν ευωδιάζουν από ήθος, αρχοντιά, λεβεντιά, ακεραιότητα, εντιμότητα, ευπρέπεια και κάλλος. Έχουμε «ανάγκη» να υποστηρίζουμε σθεναρά ακόμη και την έσχατη ασχήμια ή φθήνια που μας διέπει ανομολόγητα, γιατί στην ουσία απεχθανόμαστε την αγία ταπείνωση από την οποία προέρχεται κάθε ομορφιά και κάθε τι πολύτιμο. Έχουμε «ανάγκη» να είμαστε πεισματικά αυτάρκεις, αμετάπειστοι, ισχυρογνώμονες και ανήκοοι, ακόμη και όταν η μοναδική αποκαρδιωτική συντροφιά του είναι μας κατάντησε να είναι η ενδόμυχη ένδεια της ψυχής μας. Έχουμε «ανάγκη» να υποκρινόμαστε άψογα ότι δεν έχουμε ανάγκη από καμιά προσωπική μετάνοια, από καμιά θεόσδοτη άφεση του εαυτού μας, από κανέναν αγώνα, από καμιά προσπάθεια να βρούμε το νήμα του αληθινού εαυτού μας, από καμιά ψυχότροφη αρετή, από κανέναν Σωτήρα Θεό, αρκεί να μην πέσουμε στα μάτια του αγέρωχου, αταπείνωτου και περήφανου, μα και τόσο μαρτυρικά κενού εαυτού μας.

     Του εαυτού μας: αυτού του ακαθαίρετου, του λατρεμένου και προσκυνητού ειδώλου της γενικά αγενούς και ειδικά αναιδούς ζήσης μας. Μια τέτοια ζήση γίνεται, αργά ή γρήγορα, το αγαπημένο καταφύγιο ή προπύργιο της εγκόσμιας σκληρότητας. Μα η σκληρότητα δεν είναι ούτε αιώνια ούτε ακατάπαυστη. Κάνει κάποιους ορισμένους σαθρούς κύκλους για να φρενάρει απότομα σε μιαν ακαταμάχητη και καθαρτική παίδευση Θεού. Σταματάει πάραυτα μόλις καταπιεί τον κάτοχό της και συντελεσθεί πλήρως η πτώση του ανθρώπου. Μέχρι να βρει το μοναδικό και αναντικατάστατο αντίδοτό της, που είναι εκείνο που αρχικά εδίωκε απηνώς: την ευγένεια και την καλότητα του ήθους. Την ευγένεια που, κάποτε, εμείς οι ίδιοι και κανείς άλλος εκτός από μας, την απορρίψαμε από το σκηνικό της ζωής μας και την εξορίσαμε από το νου και την καρδιά μας. Την καρδιοστάλακτη εκείνη ευγένεια που στο θρυμματισμένο τώρα, καθώς πορευόμαστε έμφοβοι προς το πάντα, μονάχοι και αβοήθητοι, διψάμε και καρτερούμε και ικετεύουμε να μας δοθεί, είτε από κάποιον ευγενή άνθρωπο είτε από τον Ίδιο τον άρχοντα και ελεήμονα Θεό, τόσο πολύ!...


π. Δαμιανός












Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

«ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ, ΠΟΥ ΘΑ ΘΕΡΑΠΕΥΣΩ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΟΥ;»

«ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ,
ΠΟΥ ΘΑ ΘΕΡΑΠΕΥΣΩ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΟΥ;»



     Την περίοδο του εξαμήνου του 2006, που έμενα στο Κολουέζι, έμαθα με μεγάλη μου κατάπληξη πως ο ιθαγενής ιερεύς μας, ο παπα–Λάζαρος, θεράπευσε ένα παιδάκι έξι ετών, το οποίο ήταν παράλυτο από μάγια. Η ιστορία είναι αληθινή, διότι μου την διηγήθηκε ο ίδιος ο παπα–Λάζαρος, ο οποίος για τη μεγάλη του αρετή και απλότητα, έχει λάβει από τον Θεό το χάρισμα να θεραπεύει ασθενείς και να διώχνει δαιμόνια.

     Στα μέσα του Δεκεμβρίου του 2005, τον έστειλε ο προϊστάμενός του, αρχιμ. π. Μελέτιος (τώρα, Επίσκοπος Κολουέζι και πάσης Κατάγκας) στην κωμόπολη Μουτσάτσια για να επιτελέσει εκεί τις Ακολουθίες του Δωδεκαημέρου. Με τα άθλια μέσα της συγκοινωνίας, παρότι η απόσταση είναι 200 χιλιόμετρα, επιτέλους έφτασε σε δύο μέρες, αφού το αυτοκίνητο τη μια φορά χάλασε και την άλλη κόλλησε στη λάσπη.


     Επιτέλους ο π. Λάζαρος έφτασε στην κωμόπολη. Προχωρεί προς την εκκλησία (μια χορτοκαλύβα, κυριολεκτικά!) του Αγίου Σάββα. Μπροστά του, βρέθηκε μια κακοντυμένη γυναίκα που κρατούσε το παράλυτο παιδί της στην αγκαλιά της. Το σώριασε μπροστά του και, χωρίς χαιρετισμό και δεύτερη κουβέντα, του λέει:
     –Πάτερ, θέλω να μου θεραπεύσεις το παιδί μου!
     –Ποιος είμαι εγώ, κυρία μου, ένας άνθρωπος αμαρτωλός, που θα θεραπεύσω το παιδί σου; Ποια εκκλησία ακολουθείς;
     –Ανήκω στην Καθολική εκκλησία.
     –Πήγαινε, τότε, στους ιερείς της εκκλησίας σου. Αυτοί, να στο θεραπεύσουν.
     –Πήγα και μ’ έδιωξαν. Μου είπαν: «Δεν μπορούμε ’μεις· πήγαινε στους Ορθόδοξους».


     Ο π. Λάζαρος βρέθηκε σε αμηχανία. Από τη μια μεριά, η γυναίκα να μην υποχωρεί· να έχει πετάξει το παράλυτο παιδί της στα πόδια του και να τον θερμοπαρακαλεί για τη θεραπεία του. Από την άλλη, ο ίδιος να αισθάνεται την αναξιότητά του και να διστάζει να βγάλει το Ευχολόγιο. Τελικά, μια εσωτερική θεία δύναμη τον ώθησε και πήρε την απόφαση. Θεώρησε ότι ίσως είναι θέλημα Θεού να διαβιβασθούν στο παιδί οι ευχές της Εκκλησίας μας. Πράγματι, έβγαλε το Ευχολόγιο της Εκκλησίας μας στη γλώσσα σουαχίλι, γονάτισε μπροστά στο παιδί κι άρχισε να διαβάζει τους Εξορκισμούς του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου.

     Στο τέλος, όπως μου είπε ο ίδιος, με απόλυτη φυσικότητα και ξένος από κάθε έννοια και αίσθημα κενοδοξίας, σηκώθηκε και είπε προστακτικά στο παιδί: «Στο Όνομα του Ιησού Χριστού, σήκω πάνω και περπάτησε!».
     Πράγματι, το παιδάκι που, μέχρι εκείνη την στιγμή περπατούσε δύσκολα με τα τέσσερα, άρχισε να σηκώνει το κορμάκι του και να στέκεται στα πόδια του.

     Η μητέρα του, κλαίγοντας από χαρά και ευχαριστώντας τον Θεό και τον θεοπειθή ταπεινό ιερέα Του, κρατώντας το θεραπευμένο παιδί της από το χέρι, διαλαλούσε το θαύμα σ’ όλη την κωμόπολη Μουτσάτσια. Σήμερα, μάνα και γιος, είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί και χαίρουν άκρας υγείας.
     Όσοι δυσπιστούν για το θαύμα αυτό, ας φθάσουν μέχρι το Κολουέζι του Κονγκό και όχι μόνο θ’ απολαύσουν το χαριτωμένο και αγιασμένο πρόσωπο του πατρός Λαζάρου, αλλά θ’ ακούσουν και θα δουν όσα έγραψα παραπάνω...

2. Ο άγνωστος, αυστηρός και οπλισμένος Αξιωματικός



     Ένας εργάτης της Εταιρείας Μεταλλευμάτων «Τζεκαμίν», καταγόμενος από το χωριό Μουσονόι, είχε κάτι διαφορές μ’ έναν Χριστιανό δικό μας. Συνηθισμένος και εύκολος δρόμος τακτικής γι’ αυτούς, προκειμένου να εκδικηθούν κάθε πραγματικό ή όχι εχθρό τους, είναι η καταφυγή στον μάγο. Εκείνος, του έδωσε δαιμονικά φάρμακα και οδηγίες για να σκοτώσει τον άνθρωπο που μισούσε.

     Ένα απόγευμα, κατευθύνθηκε για το σπίτι εκείνου του Χριστιανού μας, που βρίσκεται κοντά στην Ορθόδοξη Εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, με σκοπό να εφαρμόσει το σατανικό του σχέδιο. Μπαίνοντας μέσα στο προαύλιο, πρόβαλε ξαφνικά μπροστά του ένας άγνωστος και αυστηρός Αξιωματικός, με το δόρυ στο χέρι του. Τον απείλησε ότι θα τον καρφώσει, εάν προχωρήσει ένα βήμα μπροστά.

     Εκείνος, από το φόβο του, έπεσε κάτω σα νεκρός. Μετά από λίγο, σηκώθηκε. Ο Αξιωματικός, όμως, είχε χαθεί. Επιστρέφοντας στο σπίτι του, έπεσε στο κρεβάτι άρρωστος. Έμεινε και στο νοσοκομείο οκτώ μήνες. Τώρα είναι καλά στην υγεία του. Ο φόβος όμως παραμένει μέσα του, από την παράξενη εκείνη παρουσία του οπλισμένου Αξιωματικού, του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου…

3. «Ονομάζομαι παπα–Κοσμάς, που πέθανα πριν λίγα χρόνια»



     Ο υποδιάκονος Απόστολος, μου είπε και το εξής όνειρο κάποιου συγχωριανού του, που μένει τώρα στην Μπουντούμπα:
     «Στο χωριό μου κάποια μέρα, με πλησίασε ένας άνθρωπος, με τ’ όνομα Kipazula, ο οποίος δεν είναι Ορθόδοξος. Ήρθε να μου διηγηθεί πως είδε στον ύπνο του τον μακαριστό π. Κοσμά τον Γρηγοριάτη (19421989· μεγάλος, θερμός, ακατάβλητος ιεραπόστολος του Ζαΐρ που αναλώθηκε στην ιεραποστολική διακονία με απαράμιλλο ζήλο, εκπληκτική αυτοθυσία και πρωτοφανή αγάπη· κατά κόσμον Ιωάννης Ασλανίδης, από τα Θεοδόσια του Νομού Κιλκίς, μετέπειτα Γρηγοριάτης ιερομόναχος, άφησε την τελευταία του πνοή ξαφνικά, μετά από τροχαίο δυστύχημα κατά την ήσυχη δύση της Παρασκευής, 27 Ιανουαρίου, του έτους 1989· η ανιδιοτελή του ζωή και το θυσιαστικό του παράδειγμα ενέπνευσαν πολλούς, ώστε πλέον να αποτελεί μία ανεξάλειπτη και αλησμόνητη αναφορά για την Ορθόδοξη Ιεραποστολή και των υπέροχων ιδεωδών της στην πυρίκαυστη Αφρική, αλλά και ιερό καύχημα της Μονής της μετανοίας του, της Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους). 
     Αυτός, λοιπόν, μου είπε τα εξής:


     “Κάποια μέρα, πήγα να ψαρέψω. Επιστρέφοντας στο σπίτι μου, έπεσα στο κρεβάτι άρρωστος. Δεν μπορούσα ούτε να κινηθώ. Κατάλαβα ότι μου είχαν κάνει μάγια. Τότε, μια νύχτα, είδα το εξής όνειρο: Είδα ότι ήρθε και σταμάτησε κοντά στο σπίτι μου ένα αυτοκίνητο που έτρεχε με πολλή ταχύτητα. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω ένας ευρωπαίος με άσπρα ρούχα και μεγάλη γενειάδα. Κρατούσε στα χέρια του κι ένα βαλιτσάκι. Εγώ, φοβήθηκα πολύ. Αυτός, άνοιξε το βαλιτσάκι του, έβγαλε ένα μαντήλι (=επιτραχήλιο) και με ρώτησε:
     –Με γνωρίζεις ποιος είμαι;
     –Όχι, του είπα.
     –Εγώ είμαι Ορθόδοξος παπάς. Ονομάζομαι παπαΚοσμάς, που πέθανα πριν λίγα χρόνια. Πήγαινε στην Εκκλησία των Ορθοδόξων και πες εκεί τον κατηχητή και στους Χριστιανούς να κάνουν προσευχή για σένα και θα γίνεις καλά. Και, αν πάλι αρρωστήσεις, να έρθεις να παρακαλέσεις εμένα και θα σε βοηθήσω”…».

4. Το μαγικό είδωλο κολλημένο σε χέρι Καθολικού



     Ο π. Ιωσήφ από το Λουμπουμπάσι μάς είπε ένα πρωτοφανές περιστατικό που συνέβη στην Κινσάσα, την πρωτεύουσα του Κονγκό. Όταν ο ίδιος ζούσε σ’ αυτή την πόλη, διότι εκεί γεννήθηκε, συνέβη ένα περιστατικό σε μια εκκλησία των Ρωμαιοκαθολικών. Τότε, τόσο ο ίδιος ο π. Ιωσήφ, όσο και οι γονείς και τ’ αδέλφια του, ήταν όλοι τους Ρωμαιοκαθολικοί.

     Υπεύθυνος της «εκκλησίας» αυτής, ήταν ένας ιερέας που είχε έρθει από το Βέλγιο για να εργασθεί εκεί ιεραποστολικά. Κατόρθωσε με τον προσωπικό του ζήλο να οδηγήσει πολλούς Αφρικανούς στην εκκλησία του. Απέναντι όμως απ’ το δρόμο, είχε στήσει το «στρατηγείο» του ένας μάγος.

     Κάθε απόγευμα και, μάλιστα, στις ώρες που είχε ακολουθίες αυτός ο Καθολικός ιερέας, ο μάγος χτυπούσε τα τύμπανά του, μάζευε τον κόσμο κι έκανε τις μαγικές του τελετές. Έβαζε τα ξύλινα ειδωλάκια να χοροπηδούν, τους ανθρώπους να τραγουδούν και, γενικά, να δημιουργούν μέγα θόρυβο και αναστάτωση στις θρησκευτικές τελετές του Καθολικού ιερέα.


     Ο Καθολικός τού συνέστησε κάποια άλλη ώρα να καλεί τους οπαδούς του, αλλά ο μάγος δεν άκουγε. Τον παρακάλεσε να μη θορυβούν, αλλά και πάλι εκείνος ήταν αμετάπειστος.

     Αναγκάστηκε μια μέρα ο ιερέας και πήγε κατευθείαν μέσα στη δαιμονική σύναξη. Αγριεμένος καθώς ήταν, άρπαξε τα ξύλινα ειδωλάκια του μάγου να τα πετάξει, αλλά, τι έπαθε ο δυστυχής! Ένα απ’ αυτά, το μεγαλύτερο, κόλλησε στην παλάμη του χεριού του και δεν έφευγε με κανέναν τρόπο! Το τραβούσε ο Καθολικός παπάς, αλλά μάταια κόπιαζε. Πέρασαν δυο ολόκληρες μέρες και το μαγικό αυτό αντικείμενο ήταν ακόμη κολλημένο στο χέρι του. Ο μάγος τού είπε: «Αν μ’ αφήσεις ήσυχο να κάνω τη δουλειά μου, τότε ούτε και τα δικά μου αντικείμενα θα σ’ ενοχλήσουν».

     Έδωσε υπόσχεση ο Ρωμαιοκαθολικός ότι δεν θ’ ασχοληθεί πάλι με τα δικά του έργα. Έτσι, με τη διαταγή του μάγου, αποκολλήθηκε το μικρό ξύλινο είδωλο· αλλά κι ο παπάς, από τη ντροπή και την αγανάκτησή του, με το πρώτο αεροπλάνο αναχώρησε οριστικά για την πατρίδα του, το Βέλγιο...

5. «Πρέπει να πάτε στους Ορθόδοξους»



     Μέσα στον Ιούλιο του 2006, μας είχε έρθει μια χήρα γυναίκα με τα δυο παιδιά της, τα οποία ήταν δαιμονισμένα. Την πλησιάσαμε με άλλους ντόπιους ιερείς, για να μάθουμε το ιστορικό της ζωής της και μας εξιστόρησε την περιπέτειά της.

     Ζούσε στην πόλη Μπουκάβου, του Ανατολικού Κονγκό. Είναι στο θρήσκευμα μουσουλμάνα κι επειδή αρρώστησαν τα δυο της παιδιά, τα πήγε στον μάγο για να τα θεραπεύσει. Τελικά, με τα μαγικά του, τα παιδιά δαιμονίστηκαν τελείως. Στη συνέχεια, η πονεμένη αυτή μητέρα, μετέφερε τα παιδιά της και στον ιμάμη, τον υπεύθυνο του τζαμιού τους και ζήτησε και τη δική του βοήθεια. Εκείνος, όντας κι αυτός θύμα και θύτης των σατανικών τελετών, προξένησε μεγαλύτερο κακό στα καημένα τα παιδιά.


     Απελπισμένη τότε η μάνα, έτρεξε στη μεγάλη εκκλησία των Καθολικών, όπου βρήκε εκεί τους ιερείς και τους παρακάλεσε να διαβάσουν ευχές για τη θεραπεία των παιδιών της. Τότε, όπως η ίδια μας είπε, της απάντησαν οι ντόπιοι Καθολικοί ιερείς:
     –Εμείς δεν μπορούμε να βγάλουμε τα δαιμόνια από τους ανθρώπους. Η εκκλησία μας, δεν έχει αυτή τη δύναμη. Πρέπει να πάτε στους Ορθόδοξους. Μονάχα η δική τους Εκκλησία εκδιώκει τα δαιμόνια και θεραπεύει τέτοιους ασθενείς.
     –Και, πού βρίσκεται η Εκκλησία τους;
     –Θα πάρεις το τραίνο και θα ταξιδέψεις στο Νότιο Κονγκό. Θα φτάσεις στο Κολουέζι. Εκεί, είναι το Κέντρο τους.

     Πράγματι, η χαροκαμένη αυτή μάνα, έφτασε μετά από πολλές ταλαιπωρίες στο Κολουέζι, όπου μας διηγήθηκε όλο αυτό το συμβάν. Οι πατέρες της Ιεραποστολής με την ευλογία του τότε προϊσταμένου αρχιμ. π. Μελετίου, άρχισαν το πνευματικό τους έργο. Και δεν άργησε ο Πανάγαθος Θεός ν’ απαλλάξει αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα από τη μανία και την οργή των δαιμόνων.

     Έφυγα τον Αύγουστο του 2006 για την Ελλάδα και δεν ξέρω τι έκανε, μετά τη θεραπεία των παιδιών της, αυτή η γυναίκα· αν δηλαδή έμεινε εκεί ή αν επέστρεψε πίσω στην πατρίδα της…


ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ





[Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου:
«Η δράσις της μαγείας στην Αφρική»,
όλη η πεντάδα των αποσπασμάτων
από το 2ο κεφάλαιο:
1) σελ. 168–170· 2) σελ. 160·
3) σελ. 147–148· 4) σελ. 132–134·
5) σελ. 167–168,
 εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη 20091.]