Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ
—Πρότυπο φλογερής μετανοίας
και συγκινητικής επιστροφής—


     Η οσία μήτηρ ημών Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο. Σε ηλικία δώδεκα ετών εγκατέλειψε τους γονείς της και εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου επί δεκαεπτά χρόνια έζησε βίο έκλυτο και άστατο. Προσποριζόταν τα προς το ζην ζητιανεύοντας και υφαίνοντας λινά υφάσματα, ενώ πρόσφερε το κορμί της στους άνδρες, κινούμενη όχι τόσο από την εξαθλίωση, όπως άλλες πτωχές γυναίκες, αλλά σαν να καταφλεγόταν από το πυρ μιας ακατάσχετης επιθυμίας. Μία ημέρα, βλέποντας πλήθος Αιγυπτίων και Λιβύων να κατευθύνονται προς το λιμάνι, τους ακολούθησε και επιβιβάστηκε σε πλοίο για τους Αγίους Τόπους, προσφέροντας το κορμί της για να πληρώσει το ναύλο. Όταν έφθασαν στα Ιεροσόλυμα, ακολούθησε το πλήθος και κατευθύνθηκε προς την βασιλική της Αναστάσεως, ανήμερα της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Όταν όμως έφθασε στο κατώφλι του ναού, μια δύναμη αόρατη την εμπόδισε να εισέλθει, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές της, ενώ οι άλλοι προσκυνητές εισέρχονταν χωρίς καμιά δυσκολία. Μένοντας μόνη σε μια γωνιά του νάρθηκα, συνειδητοποίησε ότι ο ρύπος της βιοτής της την εμπόδιζε να πλησιάσει το Τίμιο Ξύλο. Αναλύθηκε σε λυγμούς, τύπτοντας τα στήθη της, και βλέποντας μια εικόνα της Παναγίας προσευχήθηκε λέγοντας: «Παρθένε Δέσποινα, η τον Θεόν κατά σάρκα γεννήσασα, γνωρίζω ότι δεν είμαι άξια να βλέπω την σεπτή Σου εικόνα, Σε την πάναγνο στην ψυχή και στο σώμα, και ότι εξαιτίας των αμαρτιών μου προκαλώ τον βδελυγμό. Καθώς όμως ο εκ Σου τεχθείς Θεός έγινε άνθρωπος για να καλέσει τους αμαρτωλούς στην μετάνοια, βοήθησέ με να εισέλθω στον ναό ώστε να προσκυνήσω τον Τίμιο Σταυρό του Υιού Σου, και όταν αξιωθώ να τον προσκυνήσω, να γίνεις εγγυήτρια προς τον Υιόν Σου ότι θα εγκαταλείψω τον κόσμο και τις ηδονές και θα ακολουθήσω την οδό της σωτηρίας που θα μου υποδείξεις». Η εικόνα αυτή λέγεται «Η Εγγυήτρια των αμαρτωλών», τιμάται σήμερα στο Άγιον Όρος και βρίσκεται στο Σπήλαιο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, στην κορφή ενός απόκρημνου βράχου κοντά στην Μεγίστη Λαύρα.


     Αμέσως, ένιωσε να μην εμποδίζεται πλέον από την αόρατη δύναμη, εισήλθε στον ναό και προσκύνησε με θέρμη τον Τίμιο Σταυρό. Επιστρέφοντας στην εικόνα της Θεοτόκου, υποσχέθηκε ότι ήταν έτοιμη να ακολουθήσει τον δρόμο που θα της υποδείκνυε. Φωνή εξ ουρανού ακούστηκε τότε και της είπε: «Αν περάσεις τον Ιορδάνη, θα βρεις μεγάλη ανάπαυση».

     Βγαίνοντας από την εκκλησία, αγόρασε τρεις άρτους με την ελεημοσύνη που της έδωσε ένας προσκυνητής, πληροφορήθηκε ποιος δρόμος οδηγούσε στον Ιορδάνη και έφθασε το βράδυ στον ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Πλύθηκε στα νερά του ποταμού, κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, έφαγε το μισό από τους τρεις άρτους και αποκοιμήθηκε στην όχθη. Το επόμενο πρωί, διέσχισε τον ποταμό Ιορδάνη και εγκαταβίωσε στην έρημο επί σαράντα επτά έτη χωρίς να συναντήσει ποτέ ούτε άνθρωπο ούτε κάποιο ζωντανό.


     Κατά τα πρώτα δεκαεπτά έτη παραμονής στην έρημο, με τα ενδύματά της κουρελιασμένα πλέον, υπέφερε αγόγγυστα τον καύσωνα της ημέρας και το ψύχος της νυκτός και τρεφόταν με ρίζες και άγρια χόρτα. Πέρα από τις δοκιμασίες της σαρκός, είχε να αντιμετωπίσει τις βίαιες επιθέσεις των παθών και την ενθύμηση των αμαρτημάτων της· με αναρίθμητες εδαφιαίες μετάνοιες παρακαλούσε την Παναγία να της σταθεί αρωγός. Με την προστασία του Θεού, ο Οποίος τίποτα δεν επιθυμεί περισσότερο από το να επιστρέψει εις Αυτόν ο αμαρτωλός για να ζήσει (πρβλ. Ιεζ. 33, 11), εκρίζωσε από την καρδία της όλα τα πάθη, διά της ασκήσεως, και κατόρθωσε να μεταμορφώσει το πυρ της σαρκικής επιθυμίας σε φλόγα θείου έρωτος, χάρις στον οποίο άντεχε, ωσάν ον ασώματο, την τραχύτητα της ερήμου.

     Μετά από πολλά χρόνια, ένας άγιος γέροντας ονόματι Ζωσιμάς [4 Απρ.], ο οποίος, ακολουθώντας την παράδοση που εγκαινίασε ο όσιος Ευθύμιος ο Μέγας [20 Ιαν.] είχε μεταβεί στην έρημο πέραν του Ιορδάνη για το διάστημα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αντιλήφθηκε μία ημέρα έναν άνθρωπο, με σώμα κατάμαυρο από τον ήλιο και μαλλιά άσπρα σαν βαμβάκι που έφθαναν στους ώμους. Άρχισε αμέσως να τρέχει πίσω από την μορφή αυτή, ικετεύοντάς την να τον ευλογήσει και να του εμπιστευθεί κάποιον σωτηριώδη λόγο, αλλ’ όσο εκείνος πλησίαζε τόσο η μορφή απομακρυνόταν. Όταν πλησίασε τόσο ώστε να ακούει την φωνή της, η Μαρία τον κάλεσε με το όνομά του, εκείνον που δεν τον είχε δει ποτέ πριν, του αποκάλυψε ότι ήταν γυναίκα και τον παρακάλεσε να της δώσει το ράσο του ώστε να κρύψει την γυμνότητά της.


     Περιχαρής που συνάντησε επιτέλους έναν θεοφόρο άνθρωπο, ο οποίος είχε φθάσει στην τελειότητα του μοναχικού βίου, ο αββάς Ζωσιμάς επέμενε να πληροφορηθεί τα του βίου της αγίας, και εκείνη με δάκρυα τού διηγήθηκε την πρότερή της ζωή και την μετάνοιά της. Όταν ολοκλήρωσε την διήγησή της, παρακάλεσε τον αββά να ξαναέλθει στις όχθες του Ιορδάνη το επόμενο έτος την Μεγάλη Πέμπτη φέρνοντας την θεία Ευχαριστία.

     Όταν έφθασε η ημέρα εκείνη, ο Ζωσιμάς είδε την οσία Μαρία να εμφανίζεται στην απέναντι όχθη του ποταμού. Έκανε το σημείο του Σταυρού και διέσχισε τον Ιορδάνη βαδίζοντας πάνω στα νερά. Κοινώνησε με δάκρυα των Αχράντων Μυστηρίων και είπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλην Σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά Σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν Σου» (βλ. Λουκ. 2, 29–30). Κατόπιν, αποχαιρέτησε τον Ζωσιμά και του παρήγγειλε να μεταβεί την επόμενη χρονιά στον τόπο της πρώτης τους συνάντησης.


     Όταν συμπληρώθηκε ένα έτος, ο Ζωσιμάς βρήκε στο σημείο εκείνο το σώμα της οσίας απλωμένο στην γη, με τα χέρια σταυρωμένα στο στέρνο και το πρόσωπο στραμμένο προς την ανατολή. Η συγκίνηση και τα δάκρυα εμπόδισαν τον αββά να δει αμέσως ένα μήνυμα που η οσία Μαρία είχε χαράξει στο χώμα με τα χέρια της και το οποίο έλεγε: «Αββά Ζωσιμά, θάψε το σώμα της ταπεινής Μαρίας ενθάδε, ώστε να επιστρέψει εις τον χουν αυτό που χους εστι, και ευχήσου δι’ εμέ. Απεβίωσα την πρώτην του μηνός Απριλίου, το ίδιο βράδυ του Πάθους του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αφού προηγουμένως κοινώνησα των θείων Μυστηρίων».

     Μαθαίνοντας το όνομα της οσίας, ο Ζωσιμάς βρήκε κάποια παρηγοριά στην θλίψη του και θαύμασε διαπιστώνοντας ότι μέσα σε λίγες ώρες η Μαρία είχε διανύσει απόσταση μεγαλύτερη από πεζοπορία είκοσι ημερών. Προσπάθησε μάταια να σκάψει λάκκο στο χώμα μ’ ένα κομμάτι ξύλο και αίφνης είδε ένα λιοντάρι να πλησιάζει το σώμα της Μαρίας και να γλείφει τα πόδια της. Το πρόσταξε τότε ο αββάς να σκάψει λάκκο και πράγματι το θηρίο έσκαψε τον τάφο όπου ο αββάς εναπόθεσε ευλαβικά το σώμα της αγίας.


     Επιστρέφοντας στην μονή του ο αββάς διηγήθηκε τα θαυμάσια που επιτελεί ο Κύριος υπέρ εκείνων οι οποίοι αποστρέφονται την αμαρτία και επιστρέφουν ολόψυχα σ’ Εκείνον. Από αμαρτωλή πωρωμένη, η οσία Μαρία κατέστη πηγή ελπίδος και υπόδειγμα μετανοίας για πλήθος ψυχών που στενάζουν από το βάρος των αμαρτιών τους. Για τον λόγο αυτόν οι Πατέρες καθιέρωσαν πανηγυρικά την μνήμη της την τελευταία Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ως εύγλωττη ενθάρρυνση προς όσους αμελούν τα της σωτηρίας τους, διακηρύττοντας ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή η μετάνοια δύναται να τους φέρει στον Θεό. Ο Βίος της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, του μεγάλου αυτού προτύπου της μετανοίας, βίος που συνέγραψε ο άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων [11 Μαρτ.], αναγιγνώσκεται κατά την διάρκεια της Ακολουθίας του Μεγάλου Κανόνος του Αγίου Ανδρέα Κρήτης [4 Ιουλ.], στον Όρθρο της Πέμπτης πριν την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών, και στο τέλος κάθε ωδής ψέλνονται υπομνηστικά δύο τροπάρια της Αγίας.


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμος 8ος, σελ. 9–12,
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι, Φεβρουάριος 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΟΜΗΤΟΡΑ

ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΟΜΗΤΟΡΑ
–Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου–


     «Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με το λογισμό. και δεν έχασε ποτέ τη χάρη, αλλά και Αυτή είχε μεγάλες θλίψεις. Όταν στεκόταν δίπλα στον Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη της απέραντη σαν τον ωκεανό, και οι πόνοι της ψυχής της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί και η αγάπη Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο. Και αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί το θέλημά Του ήταν να δει η Θεοτόκος την Ανάσταση και ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνει παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.


     Εμείς δεν φτάνουμε το πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να εννοήσουμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς Της. Η αγάπη της ήταν τέλεια. Αγαπούσε άπειρα τον Θεό και Υιό Της, αλλ’ αγαπούσε και τον λαό με μεγάλη αγάπη. Και τι αισθανόταν, άραγε, όταν εκείνοι, που τόσο πολύ η ίδια αγαπούσε και που τόσο πολύ ποθούσε τη σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο της Υιό; Αυτό δεν μπορούμε να το συλλάβουμε, γιατί η αγάπη μας για τον Θεό και τους ανθρώπους είναι λίγη. Κι όπως η αγάπη της Παναγίας υπήρξε απέραντη και ακατάληπτη, έτσι απέραντος ήταν και ο πόνος της που παραμένει ακατάληπτος για μας.

     Η ψυχή μου γεμίζει από φόβο και τρόμο, όταν αναλογίζομαι τη δόξα της Θεομήτορος. Και είναι ενδεής ο νους μου και φτωχή και αδύναμη η καρδιά μου, αλλά η ψυχή μου χαίρεται, και οδηγούμαι να γράψω έστω και λίγα λόγια γι’ Αυτήν. Η ψυχή μου φοβάται να το αποτολμήσει, αλλά η αγάπη με πιέζει να μην κρύψω τις ευεργεσίες της ευσπλαχνίας της.


     Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε στην Γραφή ούτε τις σκέψεις Της ούτε την αγάπη Της για τον Υιό και Θεό Της ούτε τις θλίψεις της ψυχής Της κατά την ώρα της Σταυρώσεως, γιατί ούτε και τότε θα μπορούσαμε αυτά να τα συλλάβουμε. Η αγάπη Της για τον Θεό ήταν ισχυρότερη και φλογερότερη από την αγάπη των Χερουβείμ και των Σεραφείμ, και όλες οι δυνάμεις των αγγέλων και των αρχαγγέλων εκπλήσσονται με Αυτήν. Αν και η ζωή της Θεοτόκου καλύπτεται από αγία σιγή, ο Κύριος φανέρωσε στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας ότι η Παναγία αγκαλιάζει με την αγάπη Της όλον τον κόσμο και βλέπει Πνεύματι Αγίω τους λαούς της γης και, όπως ο Υιός Της, σπλαχνίζεται και ελεεί τους πάντες.


     Ω! Αν γνωρίζαμε πόσο αγαπά η Παναγία όλους εκείνους που τηρούν τις εντολές του Χριστού, και πόσο λυπάται και στενοχωρείται για εκείνους που δεν μετανοούν! Το γνώρισα αυτό εκ πείρας. Δεν ψεύδομαι, λέω την αλήθεια ενώπιον του Θεού, ότι γνωρίζω εν πνεύματι την Άχραντη Παρθένο. Δεν Την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μού έδωσε να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπη Της για μας. Χωρίς την ευσπλαχνία Της η ψυχή μου θα είχε χαθεί από πολύν καιρό. Εκείνη, όμως, ευδόκησε να μ’ επισκεφθεί και να με νουθετήσει, για να μην αμαρτάνω. Μου είπε: “Δεν μου είναι αρεστά τα έργα σου”. Τα λόγια της ήταν ευχάριστα, ήρεμα, μειλίχια, και συγκίνησαν την ψυχή. Πέρασαν πάνω από σαράντα χρόνια, αλλά η ψυχή μου δεν μπορεί να λησμονήσει εκείνη την γλυκειά φωνή, και δεν γνωρίζω πώς να ευχαριστήσω την αγαθή και σπλαχνική Μητέρα του Θεού.

     Αληθινά, αυτή είναι η βοήθειά μας ενώπιον του Θεού. Και μόνον το όνομά Της χαροποιεί την ψυχή. Αλλά και όλος ο ουρανός και όλη η γη χαίρονται με την αγάπη Της.


     Αξιοθαύμαστο και ακατανόητο πράγμα! Ζει στους ουρανούς και θεωρεί αδιαλείπτως τη δόξα του Θεού, αλλά δεν λησμονεί κι εμάς τους φτωχούς και αγκαλιάζει με την ευσπλαχνία Της όλη τη γη και όλους τους λαούς.

     Και αυτή την Άχραντη Μητέρα Του ο Κύριος την έδωσε σε μας. Αυτή είναι η χαρά και η ελπίδα μας. Αυτή είναι η πνευματική μας Μητέρα, που βρίσκεται κοντά μας κατά τη φύση ως άνθρωπος, και κάθε χριστιανική ψυχή ελκύεται προς Αυτήν με αγάπη».

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
(1866–1938)



[Αρχιμανδρίτου
Σωφρονίου (Σαχάρωφ):
«Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»,
Β΄ μέρος, Λόγος ΙΑ΄
(«Για τη Θεομήτορα»),
σελ. 469–472,
Έκδοση Ιεράς Σταυροπηγιακής
Μονή Τιμίου Προδρόμου,
Έσσεξ Αγγλίας 200310.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

ΘΕΙΑ ΑΓΑΠΗ – ΘΕΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

ΘΕΙΑ ΑΓΑΠΗ – ΘΕΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ


     «Αυτός που θέλει να μιλά για την αγάπη, είναι σαν να επιχειρεί να μιλά για τον Ίδιο τον Θεό. Η ανάπτυξη όμως της ομιλίας περί Θεού, είναι πράγμα επισφαλές για όσους δεν προσέχουν στη ζωή τους.

     Για την αγάπη, γνωρίζουν να μιλούν οι Άγγελοι· αλλά κι αυτοί, πάλι, ανάλογα με τον βαθμό της θείας ελλάμψεώς τους. Αγάπη, είναι ο Θεός. Και όποιος προσπαθεί να δώσει κάποιο ορισμό του Θεού, μοιάζει με τυφλό που μετρά στην άβυσσο τους κόκκους της άμμου.

     Η αγάπη, ως προς την ποιότητά της, είναι ομοίωση με τον Θεό –όσο, βέβαια, είναι δυνατό αυτή η ομοίωση να συμβεί στους ανθρώπους. Ως προς την ενέργειά της, είναι μέθη ψυχής. Και ως προς τις ιδιότητές της, είναι πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως.

     Κυρίως, η αγάπη είναι απόρριψη κάθε εχθρικής και αντίθετης σκέψης, εφόσον “η αγάπη δε σκέφτεται το κακό” (βλ. Α΄ Κορ. 13, 5).

     Η αγάπη, η απάθεια και η πνευματική, η κατά Χάρη υιοθεσία, μόνο στην ονομασία, τελικά, διαφέρουν. Όπως ταυτίζεται η ενέργεια στο φως, στη φωτιά και στη φλόγα, έτσι να σκέπτεσαι ότι συμβαίνει και σ’ αυτές.

     Όσο ποσό θείας αγάπης λείπει απ’ τον άνθρωπο, τόσο ποσό θείου φόβου υπάρχει μέσα του. Και όποιος δεν έχει θείο φόβο μέσα του, αυτός, ή είναι γεμάτος αγάπη ή είναι νεκρωμένος ψυχικά.

     Δεν είναι απρεπές, εάν από τα ανθρώπινα πράγματα πάρουμε και χρησιμοποιήσουμε κάποια παραδείγματα για τον πόθο και τον φόβο και την επιμέλεια και τον ζήλο και την δουλεία και τον έρωτα του Θεού.

     Μακάριος εκείνος που απέκτησε τέτοιο πόθο προς τον Θεό, σαν κι αυτόν που έχει ο μανιώδης εραστής προς την ερωμένη του.
     Μακάριος εκείνος που φοβήθηκε τον Κύριο, όσο οι υπόδικοι τον δικαστή.
     Μακάριος εκείνος που έδειξε τόση επιμέλεια και φροντίδα στα πνευματικά, όσο οι ευγνώμονες δούλοι προς τον κύριό τους.
     Μακάριος εκείνος που έδειξε τόση ζήλια για τις θείες αρετές, όση έχουν εκείνοι οι σύζυγοι που προσέχουν συνεχώς και τόσο ζηλότυπα τις γυναίκες τους.
     Μακάριος εκείνος που, την ώρα της προσευχής, στέκεται εμπρός στον Κύριο, όπως οι υπηρέτες εμπρός στον βασιλιά.
     Μακάριος εκείνος που προσπαθεί συνεχώς να περιποιείται και να αναπαύει τον Κύριο, όπως έτυχε να περιποιηθεί και να αναπαύσει σεβαστούς ανθρώπους.
     Δεν προσκολλάται τόσο πολύ η μητέρα στο βρέφος που θηλάζει, όσο εκείνος ο υιός της αγάπης στον Κύριο».

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΥΣ ΤΗΣ «ΚΛΙΜΑΚΑΣ»
(579–606)


[Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου:
«Κλίμαξ»,
Λόγος Λ΄
«Περί αγάπης, πίστεως και ελπίδος»,
§4–§5, σελ. 374–375,
Έκδοσις Ιερά Μονή Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής, 19998.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΑΠΙΣΤΙΑ

ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΑΠΙΣΤΙΑ


     Υπάρχει περίπτωση να πιστεύουμε ότι πιστεύουμε και αυτή η σθεναρή μας θρησκεία στην πράξη και τη ζωή να μην έχει καμιά οργανική σχέση με την Ορθόδοξη Πνευματικότητα, να μη σημαίνει καμία ζωντανή κοινωνία με τον Θεό, αλλά να βρίσκεται εκεί στη μαρκίζα της ζήσης μας για να κάνει μια «ευλογημένη συντροφιά» στην πολυκαιρισμένη μας αθεΐα και απιστία. Ανανεώνουμε συνεχώς μοτίβα επάλξεων και διακηρύξεων για να απωθήσουμε την πλήξη και την κενότητα του παλαιού εαυτού μας. Πότε θα βρει η καρδιά μας την αλήθεια του Θεού; Πότε θα βρούμε την καρδιά μας στην αγάπη Του; Πότε θα μπούμε μέσα στην «Άκτιστη Εκκλησία» που έλεγε κι ο Άγιος Πορφύριος; Η Προσευχή βαθμιαία μαθαίνει την καρδιά να αισθάνεται απλανώς την Παρουσία και το Πρόσωπο του Θεού και να κρούει με θεραπευτική λαχτάρα τη θύρα του ελέους Του. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό! Ένα «Κύριε Ελέησον» λέει κανείς με συντριβή και με αλάλητο πόνο και φεύγει από τη μέθη του εαυτού του, από τη θολούρα των λογισμών του. Όμως εμείς, εκεί! Να πιστεύουμε με όλη την απίστευτη απιστία μας. Αλλά, «ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις· ο Θεός δεν εμπαίζεται» (πρβλ. Γαλ. 6, 7).

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

«…ΚΙ ΑΝΑΓΚΑΖΟΜΑΙ ΝΑ ΕΡΧΟΜΑΙ ΩΣ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ!»

«…ΚΙ ΑΝΑΓΚΑΖΟΜΑΙ ΝΑ ΕΡΧΟΜΑΙ
ΩΣ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ!»


     –Μαρτυρία Λουκά Γεωργίου
     (Συνταγματάρχης Ε.Α., Σαλαμίνα):

     «Όταν υπηρετούσα στην Κύπρο, το 1989, ο λοχίας μού ανέφερε ότι, όταν αυτός φοιτούσε στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ, είχε έναν φίλο δημοσιογράφο από Θεσσαλονίκη, ο οποίος γνώριζε πολύ καλά τον Γέροντα Παΐσιο τον Αγιορείτη (1924–1994). Αυτός, λοιπόν, ο δημοσιογράφος τού είπε ότι κάποια εποχή (δε θυμόταν ακριβώς πότε) έπρεπε να πάει στην Αμερική, για να συναντήσει κάποιον Ελληνοαμερικάνο για κάποιο επαγγελματικό ραντεβού. Πήγε, λοιπόν, συνάντησε τον Ελληνοαμερικάνο, τελείωσε τη δουλειά που είχε και στη συνέχεια επισκέφτηκαν ορισμένες πόλεις της Αμερικής.
     »Κάποια στιγμή, ενώ οδηγούσε ο δημοσιογράφος, μπήκαν σ’ ένα στενό δρομάκι. Στην άκρη του δρόμου εμφανίστηκαν κάποιοι με μαχαίρια και άγριες διαθέσεις. Του λέει, λοιπόν, ο Ελληνοαμερικάνος: “Κάνε όπισθεν να φύγουμε, γιατί εδώ σε σφάζουνε για ένα δολάριο!”. Προσπάθησε να κάνει όπισθεν, αλλά τους είχαν κλείσει στη μέση και τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα. Πετάγεται ο Ελληνοαμερικάνος και του λέει: “Κάνε κάτι να σωθούμε!”. “Τι να κάνω;”, του λέει ο δημοσιογράφος. Του λέει μέσα στην απελπισία του ο Ελληνοαμερικάνος: “Σκέψου κάτι, εσύ που πηγαίνεις στο Άγιον Όρος, διότι θα μας σφάξουν!”. Ο δημοσιογράφος, σ’ εκείνη τη δύσκολη ώρα που βρέθηκε, επικαλέσθηκε τη βοήθεια του Παππούλη και, ξαφνικά, βρέθηκαν σε μια άλλη συνοικία, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν τι έγινε.
     »Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, πήγε κατευθείαν στο Άγιον Όρος, στην Καλύβα του Πατρός Παϊσίου. Μόλις τον είδε ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος, τον κτύπησε χαμογελαστός στον ώμο και του λέει: “Μη με κουράζεις, βρε παιδί μου, κι αναγκάζομαι να έρχομαι ως την Αμερική!”».


[Νικολάου Α. Ζουρνατζόγλου
(Επισμηναγού Α.Ε.):
«Μαρτυρίες Προσκυνητών
–Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης–
(1924–1994)»,
Τόμ. Α΄,
Κεφ. Ι΄, §145, σελ. 385–386,
Εκδόσεις «Αγιοτόκος Καππαδοκία»,
Νοέμβριος 20116.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

ΟΙ ΜΑΘΗΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ

ΟΙ ΜΑΘΗΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ


     Το 1929, όταν ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης (1897–1959) πέρασε από τη Θεσσαλονίκη, γνώρισε κάποιες ενάρετες χήρες, Μικρασιάτισσες, που είχαν μέσα τους πόθο και δίψα Θεού. Από τότε αλληλογραφούσε μαζί τους και προσπαθούσε να τις καθοδηγήσει προς την τελειότητα της προσευχής, στην πλήρη αφοσίωση και τη λατρεία του Θεού. Κι εκείνες, γευόμενες τους γλυκούς καρπούς της προσευχής, άρχισαν να επιζητούν το άγιο και αγγελικό Σχήμα.

     Τα γράμματα του Γέροντα Ιωσήφ προς αυτές ήταν απλά και ανεπιτήδευτα, αλλά γεμάτα σοφία και πολλή αγάπη. Σε κάποια απ’ αυτά έγραφε: «Ζήτησες, τέκνο του αγαθού μας Θεού, να μάθεις αν ο Κύριος θέλει να λάβεις το άγιο Σχήμα. Εσύ, αδελφή μου, από τότε που είδες και γνώρισες τον κόσμο, βαδίζεις στο δρόμο του Θεού και δεν ζήτησες ποτέ σου τίποτε άλλο εκτός από το θέλημα του Κυρίου. Λοιπόν, μην αμφιβάλλεις ότι έφτασε πια ο καιρός να φορέσεις κι εσύ το άγιο Σχήμα, αφού και, δίχως το Σχήμα, είσαι ήδη καλογριά· και τώρα που γέρασες, τι έργα ζητάς (να βρεις στον εαυτό του που να σε καθιστούν άξια να λάβεις το Σχήμα);»!

     Τελικά, το 1930, για να τις βοηθήσει καλύτερα, αποφάσισε να τις μαζέψει και να μείνει για λίγο μαζί τους. Του παραχωρήθηκε ένα άδειο μοναστήρι που ήταν σ’ ένα έρημο χωριό, τη Γεροβίτσα, που βρίσκεται κοντά στο Ζύρνοβο της Δράμας, το σημερινό Κάτω Νευροκόπι. Το μοναστήρι ήταν κατεστραμμένο, σχεδόν ερείπιο, γι’ αυτό και φώναξε τον αδελφό του, τον Λεονάρδο, από την Αθήνα, να τον βοηθήσει στα κτισίματα.

     Εκεί, στο Ζύρνοβο, έκανε πέντε μοναχές: την Θεοδώρα, που ήταν μια αγιασμένη ψυχή, την οποία και όρισε ως ηγουμένη· την Ευπραξία, που ανέλαβε την ηγουμενία μετά την κοίμηση της Θεοδώρας· μια άλλη δεύτερη Ευπραξία· την «Κλαιο-Μαρία»*, που όλο έκλαιγε από την πολλή κατάνυξη που είχε· και, τέλος, την Φεβρωνία.

     Οι μοναχές του Γέροντος Ιωσήφ ήταν πολύ ενάρετες ψυχές και όλες Πόντιες. Τις έμαθε τη νυκτερινή ακολουθία με τη Νοερά Προσευχή. Κι αυτές έλεγαν το Όνομα του Χριστού, μοιρολογώντας στα τούρκικα: «Ζακλίμ Ιησού! Ζακλίμ Ιησού!», δηλαδή «Γλυκύτατε Ιησού! Γλυκύτατε Ιησού!».


     Αγρυπνούσαν γονατισμένες κι έλεγαν λόγια στον Χριστό με πολύ κλαυθμό, η μια ξεχωριστά από την άλλη, στα κελάκια τους. Πήγαινε ο Γέροντας με το κομποσχοίνι να τις επισκεφθεί, να δει αν αγρυπνούσαν ή όχι, και δεν τον έπαιρναν είδηση από τον πολύ κλαυθμό και την κατάνυξη που είχαν!

     Η μοναχή Θεοδώρα είχε πολλή «πνευματική συγγένεια» με τον Γέροντα Ιωσήφ. Ο ίδιος αναφέρει σε μια από τις επιστολές του ότι και την αναπνοή της αισθάνθηκε κάποτε νοερά. Ενώ, δηλαδή, εκείνος ήταν πλέον στο Άγιον Όρος και προσευχόταν, ξαφνικά, τρόπον τινά «έφυγε» ο τόπος –διότι η Χάρη του Θεού δεν γνωρίζει περιορισμό από τόπο και χρόνο–, και την αισθάνθηκε δίπλα του, ενώ εκείνη ήταν έξω στον κόσμο.


     Ανάμεσα στις χήρες που έκειρε μοναχή ο Γέροντας ήταν και μια εξαιρετικά αγία ψυχούλα, η οσιότατη Ευπραξία. Ενώ ακόμα εκείνη ήταν λαϊκή στη Θεσσαλονίκη και ο Γέροντας Ιωσήφ με τον πατέρα Αρσένιο (τον συνασκητή του) στη Δράμα, αυτή είπε στις γνωστές της:
     –Είδα έναν Γέροντα, έτσι και έτσι, και αυτός θα με κάνει καλόγρια...
     –Άντε βρε, της είπαν αυτές, που πιστεύεις στα όνειρα!
     –Δεν ξέρω· έτσι είδα… απαντά αυτή.
     Πράγματι, όταν έφθασε ο Γέροντας Ιωσήφ στη Θεσσαλονίκη, κατά θεία συγκυρία, συναντήθηκαν και τελικά την έκειρε μοναχή με το όνομα Ευπραξία! Επειδή όμως ήταν Πόντια, Τραπεζούντια, δεν ήξερε τα Ελληνικά καλά και, αντί να λέει «Ευπραξία», έλεγε «Απραξία».
     –Πώς εκλήθης, αδελφή; τη ρωτούσαν.
     Κι εκείνη απαντούσε:
     –Απραξία!

     Όταν έγινε μοναχή, ακόμα και το Ψαλτήρι στα τούρκικα το διάβαζε. Όταν διάβαζε το «Ωρολόγιον» καθώς και άλλα εκκλησιαστικά βιβλία, δεν καταλάβαινε και γι’ αυτό έκλαιγε συνέχεια και παρακαλούσε θερμά τον Θεό να τη φωτίσει να «γινώσκῃ ἃ ἀναγινώσκῃ», δηλαδή να καταλαβαίνει αυτά που διαβάζει (πρβλ. Πράξ. 8, 30). Ένα βράδυ, μετά από ποταμούς δακρύων, είδε στον ξύπνιο της τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο που της έδωσε κάτι να πιει μ’ ένα κουταλάκι. Όταν ξύπνησε, αισθάνθηκε ότι μπορούσε πια να διαβάζει ο,τιδήποτε και να το καταλαβαίνει πλήρως! Αμέσως, πήρε το «Ωρολόγιον» και τα βιβλία της Εκκλησίας στα χέρια της, τα διάβαζε και τα καταλάβαινε όλα!


     Η Γερόντισσα Ευπραξία ήταν πολύ ασκητική, αλλά η μεγαλύτερη αρετή της ήταν ότι είχε πολλή πίστη στον Γέροντα. Ό,τι της έλεγε ο Γέροντας, το δεχόταν σαν αποκάλυψη!
     Μάλιστα, συχνά συνέβαινε και η ακόλουθη χαριτωμένη μεταξύ τους στιχομυθία: πριν ξεκινήσει την αγρυπνία της, πήγαινε στον Γέροντα Ιωσήφ και του έλεγε:
     –Γέροντα, πες τώρα «να έχω προσευχή».
     –Άντε, θα έχεις προσευχή.
     –Όχι «έτσι», Γέροντα! Δεν το είπες με την καρδιά σου. Πες, πες, πες! του ξαναλέει.
     –Άντε, θα έχεις πλημμύρα προσευχής! της λέει ο Γέροντας.
     –Ε, τώρα, ευχαριστώ, Γέροντα!
     Και πώς ο Θεός σφραγίζει πραγματικά το στόμα του Γέροντα! Πράγματι, με το που της έλεγε έτσι, μια πλημμύρα Χάριτος τής ερχόταν!
     Τόση πίστη είχε η αγαθή Γερόντισσα Ευπραξία προς τον Γέροντά της, που έλεγε:
     –Γέροντα, να σε πάρω στον ώμο μου, να σ’ έχω στον ώμο μου και, τότε, δεν φοβάμαι. Και στα Ιεροσόλυμα πηγαίνω περπατώντας!
     Κι επειδή είχε αυτή την ευλάβεια προς τον Γέροντά της, είχε πετύχει πολλά στην προσευχή. Έκανε πολλή ώρα καρδιακή προσευχή κι έφθασε σε μεγάλη απάθεια και σε υψηλή πνευματική κατάσταση. Όταν έμπαινε ο Γέροντας καμιά φορά στο κελί της, τη σκουντούσε και συνερχόταν, δηλαδή βρισκόταν σε προστάδιο θεωρίας. Σίγουρα θα είχε και εκστάσεις. Ήταν βέβαια πάντοτε καλής προαίρεσης, αγιασμένη και μυροβλυσμένη.
     Γι’ αυτό κι έλεγε ο Γέροντας πως η μοναχή Ευπραξία είχε τόση Χάρη απ’ τον Θεό, που στο μοναστήρι όταν ήταν, έβγαλε και δαιμόνιο από ένα παιδάκι.


     Να, τι είχε γίνει ακριβώς:
     Είχε έρθει ένα παιδί στο ναό του μοναστηριού κατά τη θεία Λειτουργία. Όταν τελείωσε η θεία Λειτουργία, το παιδί πλησίασε τον ιερέα, παρακαλώντας τον να του διαβάσει κάποια ευχή και να το σταυρώσει, διότι είχε δαιμόνιο.
     Ο ιερέας είπε στο παιδί:
     –Παιδί μου, πήγαινε σ’ εκείνη τη μοναχή να σε σταυρώσει· εκείνη έχει τη δύναμη να γίνεις καλά.
     Το παιδί έκανε υπακοή και πήγε και την παρακάλεσε:
     –Γερόντισσα, σταύρωσέ με!
     –Παιδί μου, του λέει τότε αυτή, στον ιερέα να πας· εκείνος έχει τη Χάρη και τη δύναμη. Εγώ είμαι μια απλή μοναχή.
     –Μα, λέει αμέσως το παιδί, εκείνος μ’ έστειλε σ’ εσένα να με σταυρώσεις. Σταύρωσέ με, σε παρακαλώ, αδελφή! Είναι τόσο δύσκολο;
     Ήρθε σε δύσκολη θέση η αγαθή Γερόντισσα, αλλά τι να κάνει μπροστά στην τόση επιμονή του παιδιού; Το σταύρωσε κι αμέσως το δαιμόνιο «όπου φύγει-φύγει»! Και το παιδί θεραπεύτηκε εντελώς.


     Ο παπα-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης (1912–1998) γνώρισε εξ ιδίας πείρας τη Χάρη που είχαν οι ευλαβείς αυτές Γερόντισσες και κάποτε διηγήθηκε τις ακόλουθες ιστορίες για την αδελφή Ευπραξία.
     «Κάποτε, περίμενα τον Γέροντα Ιωσήφ να έλθει απ’ έξω (από τον κόσμο προς το Άγιον Όρος). Είχε βγει έξω τη Διακαινήσιμο Εβδομάδα. Εν τω μεταξύ, είπε ο Γέροντας στις μοναχές:
     –Βρήκα ένα παπαδάκι καλό! (για μένα τό ’λεγε).
     Συνεννοήθηκε η Γερόντισσα Ευπραξία με τις άλλες και μού ’πλεξαν ένα σκουφάκι. Όταν ήρθε ο Γέροντας (μέσα στο Όρος), πήγε (κατευθείαν) στις «αλυκές» και δεν ανέβηκε πάνω στο καλυβάκι του, όπως συνήθιζε. Έτσι, κατεβήκαμε όλοι κάτω. Βγήκε στο λιμάνι από τη βάρκα και πλησίασα κοντά του.
     –Φόρεσε αυτό το σκουφάκι! μου λέει.
     Μόλις το φόρεσα, πήρα Χάρη, ενέργεια πνευματική, άναψα από προσευχή και θείο έρωτα.
     –Τι σκουφί είναι αυτό, Γέροντα; ρώτησα έκπληκτος.
     –Νά ’ξερες, λέγει ο Γέροντας Ιωσήφ, τι προσευχές έκανε η Γερόντισσα σ’ αυτό το σκουφάκι! Αυτά είναι “κειμήλια”!»**.

     Με τόση άσκηση και προσευχή πέρασαν όλη τους τη ζωή οι άγιες αυτές ψυχές. Πραγματικά διαμάντια! Η τελευταία από τις πέντε γερόντισσες που πέθανε, ήταν η Ευπραξία· έζησε περίπου 100 έτη.
     Ήταν στη Θεσσαλονίκη και, όταν ήλθε το τέλος της, είδε τους δαίμονες που ήλθαν να την πάρουν.
     Γύριζε προς τ’ αριστερά κι έλεγε:
     –Γκιτ! Γκιτ! Δηλαδή «φύγε!» στα τούρκικα κι έδιωχνε τους δαίμονες μ’ ανοιχτά μάτια και μ’ όλα τα λογικά της.
     Μετά, γύριζε προς τα δεξιά και, βλέποντας τους Αγγέλους, έλεγε:
     –Γκελ! Γκελ! Δηλαδή «Ελάτε! Ελάτε!».
     Και έτσι εκοιμήθη η τελευταία καλόγρια του οσίου Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή.


     Μια μοναχή, κάποτε, έγραψε στον Γέροντα ότι είναι άρρωστη και ότι, αν δεν κάνει εγχείρηση, θα πεθάνει. Αλλά επειδή η ασθένεια ήταν γυναικολογική, δεν ήθελε ο Γέροντας να γίνει εγχείρηση κι έκανε πολλή προσευχή γι’ αυτήν. Πάνω στην προσευχή πήρε την πληροφορία ότι η ασθένεια θα περάσει και έτσι της έγραψε τελείως αντίθετα από τη γνώμη του γιατρού, ότι δηλαδή θα ζήσει και χωρίς εγχείρηση.
     Εκείνη, ξανάγραψε στον Γέροντα ότι, αν δεν κάνει εγχείρηση, όπως της είπε ο γιατρός, θα πεθάνει.
     Ο Γέροντας όμως επανέλαβε:
     –Έχε πίστη, άφησέ τα όλα στον Θεό.
     Και, τελικά, η μοναχή τού έστειλε απάντηση ότι η ασθένειά της υποχώρησε.
     Στις αρχές ο Γέροντας Ιωσήφ ήταν ανυποχώρητος στον τομέα της αρρώστιας και των γιατρών. Αργότερα, όμως, προς τα τέλη της ζωής του, υποχωρώντας στις παρακλήσεις των υποτακτικών του, δέχτηκε φαρμακευτική περίθαλψη και είδε την ωφέλεια από τα φάρμακα, ομολογώντας ο ίδιος: «Ήλθαν κοντά μου πολλοί άρρωστοι, οι οποίοι με προσευχή και νηστεία θεραπεύτηκαν. Τώρα, όμως, δεν μ’ ακούει ο Κύριος, ακριβώς για να μάθω κι εγώ τα φάρμακα και τους γιατρούς και να γίνω συγκαταβατικός προς τους άλλους. Διάβασα και τις επιστολές του αγίου Νεκταρίου και είδα πόσο πρόσεχε (έδινε σημασία) στους γιατρούς και τα φάρμακα ένας τόσο μεγάλος άγιος! Ενώ, εγώ, ο φτωχός ασκητής, γέρασα μέσα στην έρημο κι ήθελα όλο μόνο με την πίστη να θεραπεύω. Τώρα, όμως, μαθαίνω κι εγώ ότι χρειάζονται και τα φάρμακα και η θεία Χάρη».


     Κάποτε, επισκέφθηκε ο Γέροντας ένα άλλο μοναστήρι, εκεί κοντά στη Δράμα και, επειδή πέρασε η ώρα, έτυχε να κοιμηθεί στον ξενώνα. Οι διακονήτριες μοναχές, που φρόντιζαν το κελί του Γέροντα, παρατήρησαν ότι όπως ακριβώς έστρωναν το κρεβάτι του, έτσι και το έβρισκαν την επομένη. Διότι, ο Γέροντας Ιωσήφ και ο συνασκητής του, ο πατήρ Αρσένιος, δεν κοιμούνταν στο πλευρό ούτε καν σε κρεβάτι, για άσκηση. Όταν όμως το έμαθε αυτό η ηγουμένη της μονής, τον κάλεσε και του είπε:
     –Ξέρεις να κάνεις υπακοή, Γέροντα;
     –Ξέρω!
     –Λοιπόν, από σήμερα θα ξαπλώνεις στο κρεβάτι, όταν ξεκουράζεσαι.
     Δυσκολεύτηκε λίγο εσωτερικά ο Γέροντας να εγκαταλείψει την άσκησή του, αλλά αποφάσισε να κάνει υπακοή. Για πρώτη φορά, ύστερα από χρόνια, κοιμήθηκε σε κρεβάτι. Και, τι συνέβη; Όταν ξύπνησε για την αγρυπνία του, είχε τόση διανοητική διαύγεια και ψυχική άνεση, που θαύμαζε τη δύναμη της υπακοής. Στη συνέχεια, όλη η αγρυπνία του πέρασε με πολλή επιτυχία. Και τότε ήταν που είπε στον πατέρα Αρσένιο:
     –Από σήμερα θα ξεκουραζόμαστε σε ξύλινα κρεβάτια.


     Η ζωή του Γέροντα Ιωσήφ, εκεί στη Δράμα, δεν διέφερε σε τίποτα από τη ζωή του στο Άγιον Όρος. Ζούσε με σκοπό την «ατέλεστη τελειότητα». Έτσι, μόλις άκουγε ότι κάποιος ήταν προχωρημένος στην αρετή, αμέσως έσπευδε να τον συναντήσει προς ωφέλειά του. Ενώ λοιπόν ήταν στο μοναστήρι, πήγαν κάποιοι και του είπαν:
     –Είναι μια μοναχή, στη Δράμα, που προφητεύει και λύνει όλα τα προβλήματα.
     –Θα πάω να τη δω! είπε ο Γέροντας.
     Αυτή η μοναχή μιλούσε δήθεν με την Παναγία, που της «προέλεγε» τα πάντα, ακόμα και για ανθρώπους που θα την επισκέπτονταν. Έτσι, πήγαινε προς αυτήν πολύς κόσμος.
     Πάει ο Γέροντας και της λέει:
     –Πώς πήρες αυτή τη Χάρη;
     –Είναι από τον Θεό, από το Άγιο Πνεύμα! ισχυρίστηκε εκείνη.
     –Και καταλαβαίνεις τις σκέψεις;
     –Ναι.
     –Θα βάλω μια σκέψη μέσα στην καρδιά μου, κι αν τη βρεις, εντάξει. Αν δεν τη βρεις, θα μουγγαθείς.
     Έβαλε ο Γέροντας στο νου του μια βρισιά κατά του διαβόλου, διότι κατάλαβε ότι ο διάβολος ήταν αυτός που της έλεγε όλα τα «προφητικά».
     –Πες μου τώρα τη σκέψη μου!
     Αυτή όμως βουβάθηκε. Δεν μπορούσε να μιλήσει καθόλου.
     –Μίλα!
     Δεν μπορούσε να μιλήσει.
     –Άμα μετανοήσεις και σταματήσεις να κάνεις προφητείες με τον διάβολο, θα σε σταυρώσω και θα γίνεις καλά.
     Αυτή ένευσε θετικά ότι δέχεται και τότε ο Γέροντας Ιωσήφ τη σταύρωσε, λύθηκε το στόμα της, και της είπε:
     –Είσαι πλανεμένη από εγωισμό και από οίηση. Να κοιτάξεις τις αμαρτίες σου και να μην το ξανακάνεις αυτό!
     Η μοναχή έγινε καλά, αλλά δυστυχώς μετά από λίγο καιρό ξαναγύρισε στην πλάνη της.


     Ο τότε οικείος Μητροπολίτης πολύ χαιρόταν με την ίδρυση της γυναικείας μονής από τον Γέροντα Ιωσήφ, διότι ήταν πνευματικός άνθρωπος. Με το ορθόδοξο φρόνημα που τον διέκρινε, πίστευε ακράδαντα ότι η λειτουργία μοναστηριών θα έφερνε πολλή ωφέλεια στο ποίμνιό του.
     Συνέβη όμως κάποια πρόσωπα, που δεν συμπαθούσαν τον Γέροντα, να τον συκοφαντήσουν πολύ άσχημα στον επίσκοπο για ζητήματα ηθικής φύσεως, όπως συνέβη και στον άγιο Νεκτάριο. Ο Μητροπολίτης, κατά παραχώρηση Θεού, ως άνθρωπος κι αυτός, παρασύρθηκε. Έδωσε βάση στις διαβολές χωρίς να τις ερευνήσει και, έτσι, άρχισε να καταδιώκει τον Γέροντα και να τον εμποδίζει στο έργο του.

     Ο Γέροντας κατανόησε τη θέση του ευλαβούς Μητροπολίτου και, για να μη δώσει συνέχεια στην υπόθεση, πήγε και κρύφτηκε σ’ ένα γνωστό του σπίτι. Εκεί, διάλεξε μια ήσυχη γωνιά και ησύχαζε σαν να ήταν μέσα σε σπήλαιο. Ανησυχούσε όμως πολύ, διότι δεν γνώριζε τι ν’ απέγιναν οι μοναχές του, αν τις έδιωξαν ή όχι. Και ενώ έτσι ανησυχούσε, συνέβη και χειρότερος πειρασμός: έμαθε ότι οι κομιτατζήδες πήγαν στο μοναστήρι, όπου ήσαν οι μοναχές του.
     Έτσι, λοιπόν, με μεγάλη αγωνία και πόνο έκανε πολλή προσευχή όλη την ημέρα. Το βράδυ, εξαντλημένος από την αγωνιώδη προσευχή και μισοξυπνητός όπως ήταν, βλέπει τον άγιο Νικόλαο, προς τιμήν του οποίου ήταν αφιερωμένο το μοναστήρι, να του λέγει:
     –Μη στενοχωριέσαι! Εγώ έχω υπό την προστασία μου τις μοναχές σου.
     Συνήλθε αμέσως και αισθάνθηκε παρηγοριά· δεν έφυγε τελείως ο φόβος και η αγωνία. Σε λίγο, εξαντλημένος από την κόπωση κι από τη στενοχώρια, μόλις βυθίστηκε για λίγο στον ύπνο, του εμφανίζεται η Παναγία και τον ασπάσθηκε· από δε τα φορέματά της εξέρχονταν άρρητη ευωδία.
     Ο Γέροντας τότε βρέθηκε σε κατάσταση απερίγραπτης μακαριότητας. Ο φόβος και η αγωνία του εξαφανίστηκαν εντελώς και για μήνες αισθανόταν την υπερκόσμια αυτή ευωδία των πάνσεπτων ενδυμάτων της Υπεραγίας Θεοτόκου. Λίγες ημέρες αργότερα, πληροφορήθηκε πως οι μοναχές του διαφυλάχθηκαν σώες και αβλαβείς από τους πειρασμούς.


     Εν τω μεταξύ, είχε ήδη συμπληρώσει πάνω από δύο χρόνια εκεί στη Δράμα. Πέθαναν δύο από τις μοναχές του κι απέμειναν τρεις. Κι επειδή ο επίσκοπος συνέχιζε να τις κυνηγάει, μετέβησαν στην Ουρανούπολη. Εκεί, οι καλόγριες είχαν ένα μύλο και από την εκεί εργασία τους συντηρούνταν.

     Όμως, όσο καιρό έμεινε έξω από το Άγιον Όρος ο Γέροντας Ιωσήφ δεν γευόταν τη Χάρη της θεωρίας όπως παλιά στην έρημο· γι’ αυτό γύρισε και είπε στον πατέρα Αρσένιο:
     –Τι κάνουμε; Ήρθαμε να σώσουμε τον κόσμο, να κάνουμε καλογριές και, τώρα, πού είναι ο Θεός; Έχασα τον Θεό μου!
     Έτσι, πήρε την αμετάκλητη απόφαση να γυρίσει οριστικά στην πολυπόθητη έρημο του Αγίου Όρους. Αλλά δεν μπορούσε και να παρατήσει τις μοναχές του· γι’ αυτό τις είπε: «Τώρα δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω άλλο μαζί σας. Θα πάω στο Άγιον Όρος να ζήσω σαν ασκητής. Θα μου κάνετε απόλυτη υπακοή και θα επικοινωνούμε με γράμματα». Και, όπως αποδείχθηκε, η αλληλογραφία κάλυψε πλήρως τις πνευματικές τους ανάγκες και όλες τους είχαν οσιακό τέλος μέσα στις οικογένειές τους…

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΗΣ


[Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου:
«Ο Γέροντάς μου,
Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης
(1897–1959)»,
κεφ. 2ο, §ζ΄, σελ. 97–107,
Έκδοσις Ιεράς Μονής Αγίου Αντωνίου
Αριζόνας USA, 2008.
*Ιερομονάχου Δημητρίου Καββαδία:
«Μοναζουσών Σύναξις»
–Θαυμαστόν γυναικείον Γεροντικόν
του 20ου αιώνος»–
κεφ. 9ο και 12ο,
σελ. 195–198 και 211–212,
Εκδοτική Παραγωγή «Επτάλοφος»,
Αθήναι, Απρίλιος 20051.
**Ιωσήφ Ιερομονάχου:
«Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης»,
μέρος Β΄, §8, σελ. 204–205,
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Άγιος Εφραίμ»,
Κατουνάκια, Αγίου Όρους
Ιούνιος 20001.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
έρευνα, προσάρτηση
και πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.