Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ
—Πρότυπο φλογερής μετανοίας
και συγκινητικής επιστροφής—


     Η οσία μήτηρ ημών Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο. Σε ηλικία δώδεκα ετών εγκατέλειψε τους γονείς της και εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου επί δεκαεπτά χρόνια έζησε βίο έκλυτο και άστατο. Προσποριζόταν τα προς το ζην ζητιανεύοντας και υφαίνοντας λινά υφάσματα, ενώ πρόσφερε το κορμί της στους άνδρες, κινούμενη όχι τόσο από την εξαθλίωση, όπως άλλες φτωχές γυναίκες, αλλά σαν να καταφλεγόταν από το πυρ μιας ακατάσχετης επιθυμίας. Μία ημέρα, βλέποντας πλήθος Αιγυπτίων και Λιβύων να κατευθύνονται προς το λιμάνι, τους ακολούθησε και επιβιβάστηκε σε πλοίο για τους Αγίους Τόπους, προσφέροντας το κορμί της για να πληρώσει το ναύλο. Όταν έφθασαν στα Ιεροσόλυμα, ακολούθησε το πλήθος και κατευθύνθηκε προς την βασιλική της Αναστάσεως, ανήμερα της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Όταν όμως έφθασε στο κατώφλι του Ναού, μια δύναμη αόρατη την εμπόδισε να εισέλθει, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές της, ενώ όλοι οι άλλοι προσκυνητές εισέρχονταν χωρίς καμιά δυσκολία. Μένοντας μόνη σε μια γωνιά του νάρθηκα, συνειδητοποίησε ότι ο ρύπος της φαύλης βιοτής της την εμπόδιζε να πλησιάσει το Τίμιο Ξύλο. Αναλύθηκε σε λυγμούς, τύπτοντας τα στήθη της· και, βλέποντας μια εικόνα της Παναγίας, προσευχήθηκε λέγοντας: «Παρθένε Δέσποινα, εσύ που γέννησες κατά σάρκα τον Θεό, γνωρίζω ότι δεν είμαι άξια να βλέπω τη σεπτή Σου εικόνα, εσύ που είσαι πάναγνη στη ψυχή και στο σώμα, και ότι εξαιτίας των αμαρτιών μου προκαλώ τον βδελυγμό. Καθώς, όμως, ο Θεός που γεννήθηκε από Σένα έγινε άνθρωπος για να καλέσει τους αμαρτωλούς στη μετάνοια, βοήθησέ με τώρα να εισέλθω στον Ναό ώστε να προσκυνήσω τον Τίμιο Σταυρό του Υιού Σου· και, όταν αξιωθώ να τον προσκυνήσω, να γίνεις εγγυήτρια προς τον Υιό Σου ότι θα εγκαταλείψω τον κόσμο και τις ηδονές και θα ακολουθήσω την οδό της σωτηρίας που εσύ θα μου υποδείξεις». Η εικόνα αυτή λέγεται «Η Εγγυήτρια των αμαρτωλών», τιμάται σήμερα στο Άγιον Όρος και βρίσκεται μέσα στο Σπήλαιο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου, στην κορφή ενός απόκρημνου βράχου κοντά στη Μεγίστη Λαύρα.


     Αμέσως, ένιωσε να μην εμποδίζεται πλέον από την αόρατη δύναμη, εισήλθε στον Ναό και προσκύνησε με θέρμη τον Τίμιο Σταυρό. Επιστρέφοντας στην εικόνα της Θεοτόκου, υποσχέθηκε ότι ήταν έτοιμη να ακολουθήσει τον δρόμο που θα της υποδείκνυε. Φωνή εξ ουρανού ακούστηκε τότε και της είπε: «Αν περάσεις τον Ιορδάνη, θα βρεις μεγάλη ανάπαυση».

     Βγαίνοντας από την εκκλησία, αγόρασε τρεις άρτους με την ελεημοσύνη που της έδωσε ένας προσκυνητής, πληροφορήθηκε ποιος δρόμος οδηγούσε στον Ιορδάνη και έφθασε το βράδυ στον Ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Πλύθηκε στα νερά του ποταμού, κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, έφαγε το μισό από τους τρεις άρτους και αποκοιμήθηκε στην όχθη. Το επόμενο πρωί, διέσχισε τον ποταμό Ιορδάνη και εγκαταβίωσε στην έρημο επί σαράντα επτά έτη χωρίς να συναντήσει ποτέ ούτε άνθρωπο ούτε κάποιο ζωντανό.


     Κατά τα πρώτα δεκαεπτά έτη παραμονής στην έρημο, με τα ενδύματά της κουρελιασμένα πλέον, υπέφερε αγόγγυστα τον καύσωνα της ημέρας και το ψύχος της νυκτός και τρεφόταν με ρίζες και άγρια χόρτα. Πέρα από τις δοκιμασίες της σαρκός, είχε να αντιμετωπίσει τις βίαιες επιθέσεις των παθών και την ενθύμηση των αμαρτημάτων της, που είχαν γίνει δεύτερη φύση μέσα της· με αναρίθμητες εδαφιαίες μετάνοιες παρακαλούσε την Παναγία να της σταθεί αρωγός. Με την προστασία του Θεού, ο Οποίος τίποτα δεν επιθυμεί περισσότερο από το να επιστρέψει εις Αυτόν ο αμαρτωλός για να ζήσει (πρβλ. Ιεζ. 33, 11), εκρίζωσε από την καρδία της όλα τα πάθη, διά της ασκήσεως, και κατόρθωσε να μεταμορφώσει το πυρ της σαρκικής επιθυμίας σε φλόγα θείου έρωτος, χάρις στον οποίο άντεχε, ωσάν ον ασώματο, την τραχύτητα της ερήμου.

     Μετά από πολλά χρόνια, ένας άγιος γέροντας ονόματι Ζωσιμάς [4 Απρ.], ο οποίος, ακολουθώντας την παράδοση που εγκαινίασε ο όσιος Ευθύμιος ο Μέγας [20 Ιαν.] είχε μεταβεί στην έρημο πέραν του Ιορδάνη για το διάστημα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αντιλήφθηκε μία ημέρα έναν άνθρωπο, με σώμα κατάμαυρο από τον ήλιο και μαλλιά άσπρα σαν βαμβάκι που έφθαναν στους ώμους. Άρχισε αμέσως να τρέχει πίσω από την παράδοξη μορφή αυτή, ικετεύοντάς την να τον ευλογήσει και να του εμπιστευθεί κάποιον σωτηριώδη λόγο, αλλ’ όσο εκείνος πλησίαζε τόσο η μορφή απομακρυνόταν. Όταν πλησίασε τόσο, ώστε να ακούει την φωνή της, η Μαρία τον κάλεσε με το όνομά του, εκείνον που δεν τον είχε δει ποτέ πριν, του αποκάλυψε ότι ήταν γυναίκα και τον παρακάλεσε να της δώσει το ράσο του ώστε να κρύψει τη γυμνότητά της.


     Περιχαρής που συνάντησε επιτέλους έναν θεοφόρο άνθρωπο, ο οποίος είχε φθάσει στην τελειότητα του μοναχικού βίου, ο αββάς Ζωσιμάς επέμενε να πληροφορηθεί τα του βίου της αγίας, και εκείνη με δάκρυα τού διηγήθηκε την πρότερή της ζωή και τη μετάνοιά της. Όταν ολοκλήρωσε τη διήγησή της, παρακάλεσε τον αββά να ξαναέλθει στις όχθες του Ιορδάνη το επόμενο έτος την Μεγάλη Πέμπτη φέρνοντας τη θεία Ευχαριστία.

     Όταν έφθασε η ημέρα εκείνη, ο Ζωσιμάς είδε την οσία Μαρία να εμφανίζεται στην απέναντι όχθη του ποταμού. Έκανε το σημείο του Σταυρού και διέσχισε τον Ιορδάνη βαδίζοντας πάνω στα νερά. Κοινώνησε με δάκρυα των Αχράντων Μυστηρίων και είπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλην Σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά Σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν Σου» (βλ. Λουκ. 2, 29–30). Κατόπιν, αποχαιρέτησε τον Ζωσιμά και του παρήγγειλε να μεταβεί την επόμενη χρονιά στον τόπο της πρώτης τους συνάντησης.


     Όταν συμπληρώθηκε ένα έτος, ο Ζωσιμάς βρήκε στο σημείο εκείνο το σώμα της οσίας απλωμένο στη γη, με τα χέρια σταυρωμένα στο στέρνο και το πρόσωπο στραμμένο προς την ανατολή. Η συγκίνηση και τα δάκρυα εμπόδισαν τον αββά να δει αμέσως ένα μήνυμα που η οσία Μαρία είχε χαράξει στο χώμα με τα χέρια της και το οποίο έλεγε: «Αββά Ζωσιμά, θάψε το σώμα της ταπεινής Μαρίας ενθάδε, ώστε να επιστρέψει εις τον χουν αυτό που χους εστι, και ευχήσου δι’ εμέ. Απεβίωσα την πρώτη του μηνός Απριλίου, το ίδιο βράδυ του Πάθους του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αφού προηγουμένως κοινώνησα των θείων Μυστηρίων».

     Μαθαίνοντας το όνομα της οσίας, ο Ζωσιμάς βρήκε κάποια παρηγοριά στη θλίψη του και θαύμασε διαπιστώνοντας ότι μέσα σε λίγες ώρες η Μαρία είχε διανύσει απόσταση μεγαλύτερη από πεζοπορία είκοσι ημερών. Προσπάθησε μάταια να σκάψει λάκκο στο χώμα μ’ ένα κομμάτι ξύλο και αίφνης είδε ένα λιοντάρι να πλησιάζει το σώμα της Μαρίας και να γλείφει τα πόδια της. Το πρόσταξε τότε ο αββάς να σκάψει λάκκο και πράγματι το θηρίο έσκαψε τον τάφο όπου ο αββάς εναπόθεσε ευλαβικά το σώμα της αγίας.


     Επιστρέφοντας στη μονή του ο αββάς διηγήθηκε τα θαυμάσια που επιτελεί ο Κύριος υπέρ εκείνων οι οποίοι αποστρέφονται την αμαρτία και επιστρέφουν ολόψυχα σ’ Εκείνον. Από αμαρτωλή πωρωμένη, η οσία Μαρία κατέστη πηγή ελπίδος και υπόδειγμα μετανοίας για πλήθος ψυχών που στενάζουν από το βάρος των αμαρτιών τους. Για τον λόγο αυτόν οι Πατέρες καθιέρωσαν πανηγυρικά τη μνήμη της την τελευταία Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ως εύγλωττη ενθάρρυνση προς όσους αμελούν τα της σωτηρίας τους, διακηρύττοντας ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή η μετάνοια δύναται να τους φέρει στον Θεό. Ο Βίος της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, του μεγάλου αυτού προτύπου της μετανοίας, βίος που συνέγραψε ο άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων [11 Μαρτ.], αναγιγνώσκεται κατά τη διάρκεια της Ακολουθίας του Μεγάλου Κανόνος του Αγίου Ανδρέα Κρήτης [4 Ιουλ.], στον Όρθρο της Πέμπτης πριν την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών, και στο τέλος κάθε ωδής ψέλνονται υπομνηστικά δύο τροπάρια της Αγίας.


Σ υ ν α ξ ά ρ ι ο ν .
Μὴν Ἀπρίλιος, ἔχων ἡμέρας λ΄.
Ἡ ἡμέρα ἔχει ὥρας ιγ΄ καὶ ἡ νὺξ ὥρας ια΄.

        Τῇ Α΄ τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τῆς ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.
Στιχ. Ἀπῆρε πνεῦμα, σὰρξ ἀπεῤῥύη πάλαι·
        Τὸν ὄστινον γῆ κρύπτε νεκρὸν Μαρίας.
         Πρώτῃ Ἀπριλίου Μαρίη θάνεν εὖχος ἐρήμου.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθεῖσα ἐνθέως Σταυροῦ τῇ χάριτι, τῆς μετανοίας ἐδείχθης φωτοφανὴς λαμπηδών, τῶν παθῶν τὸν σκοτασμὸν λιποῦσα πάνσεμνε· ὅθεν ὡς ἄγγελος Θεοῦ, Ζωσιμᾷ τῷ ἱερῷ, ὡράθης ἐν τῇ ἐρήμῳ, Μαρία Ὁσία Μῆτερ, μεθ’ οὗ δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄.
ν σοὶ Μῆτερ ἀκριβῶς, διεσώθη τὸ κατ’ εἰκόνα· λαβοῦσα γὰρ τὸν Σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττουσα ἐδίδασκες, ὑπερορᾶν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτου· διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Μαρία τὸ πνεῦμά σου.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Εἰς τὸν Ὅσιον Ζωσιμᾶν.
Ἦχος γ΄. Θείας Πίστεως.
Θάμβους πέπλησαι, ὅτε κατεῖδες, 
τὴν θεόφρονα, σεμνὴν Μαρίαν, 
ἐν ἐρήμῳ Ζωσιμᾷ ὥσπερ ἄγγελον· 
διακονήσας δὲ ταύτῃ θερμότατα, 
τῆς ἄνω δόξης ὁμοῦ ἠξιώθητε· 
μεθ’ ἧς πρέσβευε, 
Κυρίῳ τῷ Παντοκράτορι, 
δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.


—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄. Ταῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τοῖς τῶν ἀγώνων σου πόνοις θεόληπτε, τὸ τῆς ἐρήμου τραχὺ καθηγίασας· διό σου τὴν μνήμην δοξάζωμεν, ἐν ὑμνῳδίαις Μαρία τιμῶντές σε, Ὁσία Ὁσίων ἀγλάϊσμα.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῆς μετανοίας τὴν λαμπάδα τὴν πολύφωτον
Καὶ ἐγκρατείας τὴν εἰκόνα τὴν θεόγραφον,
Τὴν Μαρίαν ἀνυμνήσωμεν τὴν Ὁσίαν.
Ἐν ἐρήμῳ γὰρ ὡς ἄγγελος ἐβίωσε,
Καὶ τὸν τρώσαντα αὐτὴν πρώην κατῇσχυνε.
Ταύτῃ λέγοντες· χαίροις Μῆτερ ἰσάγγελε.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῆς ἁμαρτίας τὴν ἀχλὺν ἐκφυγοῦσα, τῆς μετανοίας τῷ φωτὶ αὐγασθεῖσα, τὴν σὴν καρδίαν ἔνδοξε προσῆξας τῷ Χριστῷ, τούτου τὴν Πανάμωμον, καὶ ἁγίαν Μητέρα, πρέσβυν συμπαθέστατον, προσενέγκασα· ὅθεν, καὶ τῶν πταισμάτων εὗρες ἀποχήν, καὶ σὺν Ἀγγέλοις, ἀεὶ ἐπαγάλλεσαι.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
πορνείαις πρότερον, μεμεστωμένη παντοίαις, Χριστοῦ νύμφη σήμερον, τῇ μετανοίᾳ ἐδείχθης· Ἀγγέλων τὴν πολιτείαν ἐπιποθοῦσα, δαίμονας, Σταυροῦ τῷ ὅπλῳ καταπατοῦσα· διὰ τοῦτο βασιλείας, ἐφάνης νύμφη Μαρία πάνσεμνε.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Εἰς τὸν Ὅσιον Ζωσιμᾶν.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῆς ἐγκρατείας καθαρθεὶς ταῖς ἰδέαις, 
ἱερωσύνης τῷ φωτὶ κατηυγάσθης, 
καὶ τῷ Θεῷ ὁσίως ἐλειτούργησας· 
ὅθεν ὁ ἄναρχος ἀμειβόμενος Λόγος, 
Μαρίαν σε ἠξίωσεν, ἐφευρεῖν τὴν Ὁσίαν· 
μεθ’ ἧς δυσώπει Πάτερ Ζωσιμᾶ, 
πᾶσι δοθῆναι, 
πταισμάτων συγχώρεσιν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Αἴγυπτον φυγοῦσα τὴν τῶν παθῶν, δάκρυσιν ἐκπλύνεις ἁμαρτίας τὸν μολυσμόν, καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ, τοῦ Ἰορδάνου Μῆτερ, ὡς ἄγγελος Μαρία, ὄντως ἠγώνισαι.

—ΕΤΕΡΟΝ ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Εἰς τὸν Ὅσιον Ζωσιμᾶν.
Χαίροις ἐναρέτων ἔργων φωστήρ, 
καὶ κατορθωμάτων, οὐρανίων μυσταγωγέ· 
χαίροις ὁ κηδεύσας, Μαρίαν τὴν Ὁσίαν, 
Πατέρων χαῖρε κλέος, 
Ζωσιμᾶ Ὅσιε.


—ΙΗ΄ ΤΡΟΠΑΡΙΑ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ—
Ἅπαντα ἐρανισθέντα
ἐκ τοῦ Μεγάλου Κανόνος.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Σήν μοι δίδου φωταυγῆ, ἐκ θείας ἄνωθεν προμηθείας, χάριν ἐκφυγεῖν, τῶν παθῶν σκοτασμόν, καὶ ᾆσαι προθύμως, τοῦ σοῦ βίου τὰ τερπνά, Μαρία κατορθώματα.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
ποκύψασα Χριστοῦ, τοῖς θείοις νόμοις τούτῳ προσῆλθες, τὰς τῶν ἡδονῶν ἀκαθέκτους ὁρμάς, λιποῦσα καὶ πᾶσαν, ἀρετήν πανευλαβῶς, ὡς μίαν ἐκατώρθωσας.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
πλωσας χεῖράς σου, πρὸς τὸν οἰκτίρμονα Θεόν, Μαρία ἐν ἀβύσσῳ, κακῶν βυθιζομένη· καὶ ὡς τῷ Πέτρῳ φιλανθρώπως χεῖρα βοηθείας, ἐξέτεινε τὴν σήν, ἐπιστροφὴν πάντως ζητῶν.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
λῃ προθυμίᾳ, πόθῳ προσέδραμες Χριστῷ, τὴν πρὶν τῆς ἁμαρτίας, ὁδὸν ἀποστραφεῖσα, καὶ ἐν ἐρήμοις ταῖς ἀβάτοις τρεφομένη, καὶ τούτου καθαρῶς, τελοῦσα θείας ἐντολάς.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Συνέχομαι κλύδωνι, καὶ τρικυμίᾳ Μῆτερ πταισμάτων· ἀλλ’ αὐτή με νῦν διάσωσον, καὶ πρὸς ὅρμον, θείας μετανοίας εἰσάγαγε.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
κέσιον δέησιν, νυνὶ Ὁσία προσαγαγοῦσα, πρὸς τὴν εὔσπλαγχνον πρεσβείᾳ σου, Θεοτόκον, ἄνοιξόν μοι θείας εἰσόδους σου.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
σώματον πολιτείαν, ἐν σώματι μετελθοῦσα, χάριν Ὁσία, πρὸς Θεοῦ μεγίστην ὄντως εἴληφας, τῶν πιστῶν τιμῶντων σε προΐστασο· διὸ δυσωποῦμεν· παντοίων πειρατηρίων, ἡμᾶς εὐχαῖς σου λύτρωσαι.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Μεγάλων ἀτοπημάτων, εἰς βάθος κατενεχθεῖσα, οὐ κατεσχέθης· ἀλλ’ ἀνέδραμες λογισμῷ κρείττονι, πρὸς τὴν ἀκροτάτην διαπράξεως, σαφῶς ἀρετὴν παραδόξως, Ἀγγέλων φύσιν, Μαρία καταπλήξασα.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
συγκρίτῳ ἔρωτι πανόλβιε, Ξύλον ποθήσασα, προσκυνῆσαι τῆς ζωῆς, ἠξίωσαι τοῦ πόθου· ἀξίωσον οὖν κἀμέ, τυχεῖν τῆς ἄνω δόξης.


Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
εῖθρον Ἰορδάνειον περάσασα, εὗρες ἀνάπαυσιν, τὴν ἀνώδυνον σαρκός, ἡδονὴν ἐκφυγοῦσα· ἧς καὶ ἡμᾶς ἐξελοῦ, σαῖς προσευχαῖς Ὁσία.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
να παθῶν, φλογὸν κατασβέσειας, δακρύων ἔβλυζες ἀεί, ὀχετοὺς Μαρία, ψυχὴν πυρπολουμένη· ὧν τὴν χάριν νέμεις, κἀμοὶ τῷ σῷ οἰκέτῃ.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
πάθειαν, ἐκτήσω οὐράνιον, δι’ ἀκροτάτης ἐπὶ γῆς πολιτείας Μῆτερ· διὸ τοὺς σὲ ὑμνοῦντας, ἐκ παθῶν ῥυσθῆναι, προσλήψεως δυσώπει.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Βοήσασα πρὸς τὴν ἄχραντον, Θεομήτορα, πρὶν ἀπεκρούσω, λύσσαν παθῶν βιαίως ὀχλούντων, καὶ κατήσχυνας, ἐχθρὸν τὸν πτερνίσαντα. Ἀλλὰ δὸς νῦν βοήθειαν ἐκ θλίψεως, κἀμοὶ τῷ δούλῳ σου.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
ν ἔστερξας, ὃν ἐπόθησας, Μῆτερ οὗτινος κατ’ ἴχνος ἥκες, οὗτος τὴν μετάνοιαν εὗρε, καὶ δεδώρηται, ὡς μόνος Θεὸς συμπαθής, ὃν ἀπαύστως ἱκέτευε, παθῶν λυτρωθῆναι ἡμᾶς, καὶ περιστάσεων.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
 τοῦ Φωτὸς τοῦ ἀδύτου Μήτηρ σε, φωτίσασα σκοτασμοῦ, ἔλυσε παθῶν· ὅθεν εἰσδεδεγμένη, τοῦ Πνεύματος τὴν χάριν, φώτισον Μαρία, τοὺς σὲ πιστῶς ἀνευφημοῦντας.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Θαῦμα καινόν, κατιδὼν ἐξίστατο, ὁ θεῖος ὄντως ἐν σοί, Μῆτερ Ζωσιμᾶς· Ἄγγελον γὰρ ἑώρα, ἐν σώματι, καὶ θάμβους· ὅλος ἐπληροῦτο, Χριστὸν ὑμνῶν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
πάσας ἐξέστησας, τῇ ξένῃ πολιτείᾳ σου, Ἀγγέλων τάξεις, βροτῶν τὰ συστήματα, ἀΰλως βιώσασα, καὶ φύσιν ὑπερβᾶσα· ἀνθ’ ὧν ὡς ἄϋλος τοῖς ποσίν, ἐπιβαίνουσα Μαρία, Ἰορδάνην διεπέρασας.

Ὁσία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Τὸν Κτίστην ἱλέωσαι, ὑπὲρ τῶν εὐφημούντων σε, Ὁσία Μῆτερ, ῥυσθῆναι κακώσεων, καὶ θλίψεων τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων· ἵνα ῥυσθέντες τῶν πειρασμῶν, μεγαλύνωμεν ἀπαύστως, τὸν δοξάσαντά σε Κύριον.




[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμος 8ος, σελ. 9–12,
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι, Φεβρουάριος 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΟΜΗΤΟΡΑ

ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΟΜΗΤΟΡΑ
–Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου–


     «Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με το λογισμό. και δεν έχασε ποτέ τη χάρη, αλλά και Αυτή είχε μεγάλες θλίψεις. Όταν στεκόταν δίπλα στον Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη της απέραντη σαν τον ωκεανό, και οι πόνοι της ψυχής της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί και η αγάπη Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο. Και αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί το θέλημά Του ήταν να δει η Θεοτόκος την Ανάσταση και ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνει παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.


     Εμείς δεν φτάνουμε το πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να εννοήσουμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς Της. Η αγάπη της ήταν τέλεια. Αγαπούσε άπειρα τον Θεό και Υιό Της, αλλ’ αγαπούσε και τον λαό με μεγάλη αγάπη. Και τι αισθανόταν, άραγε, όταν εκείνοι, που τόσο πολύ η ίδια αγαπούσε και που τόσο πολύ ποθούσε τη σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο της Υιό; Αυτό δεν μπορούμε να το συλλάβουμε, γιατί η αγάπη μας για τον Θεό και τους ανθρώπους είναι λίγη. Κι όπως η αγάπη της Παναγίας υπήρξε απέραντη και ακατάληπτη, έτσι απέραντος ήταν και ο πόνος της που παραμένει ακατάληπτος για μας.

     Η ψυχή μου γεμίζει από φόβο και τρόμο, όταν αναλογίζομαι τη δόξα της Θεομήτορος. Και είναι ενδεής ο νους μου και φτωχή και αδύναμη η καρδιά μου, αλλά η ψυχή μου χαίρεται, και οδηγούμαι να γράψω έστω και λίγα λόγια γι’ Αυτήν. Η ψυχή μου φοβάται να το αποτολμήσει, αλλά η αγάπη με πιέζει να μην κρύψω τις ευεργεσίες της ευσπλαχνίας της.


     Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε στην Γραφή ούτε τις σκέψεις Της ούτε την αγάπη Της για τον Υιό και Θεό Της ούτε τις θλίψεις της ψυχής Της κατά την ώρα της Σταυρώσεως, γιατί ούτε και τότε θα μπορούσαμε αυτά να τα συλλάβουμε. Η αγάπη Της για τον Θεό ήταν ισχυρότερη και φλογερότερη από την αγάπη των Χερουβείμ και των Σεραφείμ, και όλες οι δυνάμεις των αγγέλων και των αρχαγγέλων εκπλήσσονται με Αυτήν. Αν και η ζωή της Θεοτόκου καλύπτεται από αγία σιγή, ο Κύριος φανέρωσε στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας ότι η Παναγία αγκαλιάζει με την αγάπη Της όλον τον κόσμο και βλέπει Πνεύματι Αγίω τους λαούς της γης και, όπως ο Υιός Της, σπλαχνίζεται και ελεεί τους πάντες.


     Ω! Αν γνωρίζαμε πόσο αγαπά η Παναγία όλους εκείνους που τηρούν τις εντολές του Χριστού, και πόσο λυπάται και στενοχωρείται για εκείνους που δεν μετανοούν! Το γνώρισα αυτό εκ πείρας. Δεν ψεύδομαι, λέω την αλήθεια ενώπιον του Θεού, ότι γνωρίζω εν πνεύματι την Άχραντη Παρθένο. Δεν Την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μού έδωσε να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπη Της για μας. Χωρίς την ευσπλαχνία Της η ψυχή μου θα είχε χαθεί από πολύν καιρό. Εκείνη, όμως, ευδόκησε να μ’ επισκεφθεί και να με νουθετήσει, για να μην αμαρτάνω. Μου είπε: “Δεν μου είναι αρεστά τα έργα σου”. Τα λόγια της ήταν ευχάριστα, ήρεμα, μειλίχια, και συγκίνησαν την ψυχή. Πέρασαν πάνω από σαράντα χρόνια, αλλά η ψυχή μου δεν μπορεί να λησμονήσει εκείνη την γλυκειά φωνή, και δεν γνωρίζω πώς να ευχαριστήσω την αγαθή και σπλαχνική Μητέρα του Θεού.

     Αληθινά, αυτή είναι η βοήθειά μας ενώπιον του Θεού. Και μόνον το όνομά Της χαροποιεί την ψυχή. Αλλά και όλος ο ουρανός και όλη η γη χαίρονται με την αγάπη Της.


     Αξιοθαύμαστο και ακατανόητο πράγμα! Ζει στους ουρανούς και θεωρεί αδιαλείπτως τη δόξα του Θεού, αλλά δεν λησμονεί κι εμάς τους φτωχούς και αγκαλιάζει με την ευσπλαχνία Της όλη τη γη και όλους τους λαούς.

     Και αυτή την Άχραντη Μητέρα Του ο Κύριος την έδωσε σε μας. Αυτή είναι η χαρά και η ελπίδα μας. Αυτή είναι η πνευματική μας Μητέρα, που βρίσκεται κοντά μας κατά τη φύση ως άνθρωπος, και κάθε χριστιανική ψυχή ελκύεται προς Αυτήν με αγάπη».

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
(1866–1938)



[Αρχιμανδρίτου
Σωφρονίου (Σαχάρωφ):
«Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»,
Β΄ μέρος, Λόγος ΙΑ΄
(«Για τη Θεομήτορα»),
σελ. 469–472,
Έκδοση Ιεράς Σταυροπηγιακής
Μονή Τιμίου Προδρόμου,
Έσσεξ Αγγλίας 200310.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

ΘΕΙΑ ΑΓΑΠΗ – ΘΕΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

ΘΕΙΑ ΑΓΑΠΗ – ΘΕΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ


     «Αυτός που θέλει να μιλά για την αγάπη, είναι σαν να επιχειρεί να μιλά για τον Ίδιο τον Θεό. Η ανάπτυξη όμως της ομιλίας περί Θεού, είναι πράγμα επισφαλές για όσους δεν προσέχουν στη ζωή τους.

     Για την αγάπη, γνωρίζουν να μιλούν οι Άγγελοι· αλλά κι αυτοί, πάλι, ανάλογα με τον βαθμό της θείας ελλάμψεώς τους. Αγάπη, είναι ο Θεός. Και όποιος προσπαθεί να δώσει κάποιο ορισμό του Θεού, μοιάζει με τυφλό που μετρά στην άβυσσο τους κόκκους της άμμου.

     Η αγάπη, ως προς την ποιότητά της, είναι ομοίωση με τον Θεό –όσο, βέβαια, είναι δυνατό αυτή η ομοίωση να συμβεί στους ανθρώπους. Ως προς την ενέργειά της, είναι μέθη ψυχής. Και ως προς τις ιδιότητές της, είναι πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως.

     Κυρίως, η αγάπη είναι απόρριψη κάθε εχθρικής και αντίθετης σκέψης, εφόσον “η αγάπη δε σκέφτεται το κακό” (βλ. Α΄ Κορ. 13, 5).

     Η αγάπη, η απάθεια και η πνευματική, η κατά Χάρη υιοθεσία, μόνο στην ονομασία, τελικά, διαφέρουν. Όπως ταυτίζεται η ενέργεια στο φως, στη φωτιά και στη φλόγα, έτσι να σκέπτεσαι ότι συμβαίνει και σ’ αυτές.

     Όσο ποσό θείας αγάπης λείπει απ’ τον άνθρωπο, τόσο ποσό θείου φόβου υπάρχει μέσα του. Και όποιος δεν έχει θείο φόβο μέσα του, αυτός, ή είναι γεμάτος αγάπη ή είναι νεκρωμένος ψυχικά.

     Δεν είναι απρεπές, εάν από τα ανθρώπινα πράγματα πάρουμε και χρησιμοποιήσουμε κάποια παραδείγματα για τον πόθο και τον φόβο και την επιμέλεια και τον ζήλο και την δουλεία και τον έρωτα του Θεού.

     Μακάριος εκείνος που απέκτησε τέτοιο πόθο προς τον Θεό, σαν κι αυτόν που έχει ο μανιώδης εραστής προς την ερωμένη του.
     Μακάριος εκείνος που φοβήθηκε τον Κύριο, όσο οι υπόδικοι τον δικαστή.
     Μακάριος εκείνος που έδειξε τόση επιμέλεια και φροντίδα στα πνευματικά, όσο οι ευγνώμονες δούλοι προς τον κύριό τους.
     Μακάριος εκείνος που έδειξε τόση ζήλια για τις θείες αρετές, όση έχουν εκείνοι οι σύζυγοι που προσέχουν συνεχώς και τόσο ζηλότυπα τις γυναίκες τους.
     Μακάριος εκείνος που, την ώρα της προσευχής, στέκεται εμπρός στον Κύριο, όπως οι υπηρέτες εμπρός στον βασιλιά.
     Μακάριος εκείνος που προσπαθεί συνεχώς να περιποιείται και να αναπαύει τον Κύριο, όπως έτυχε να περιποιηθεί και να αναπαύσει σεβαστούς ανθρώπους.
     Δεν προσκολλάται τόσο πολύ η μητέρα στο βρέφος που θηλάζει, όσο εκείνος ο υιός της αγάπης στον Κύριο».

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΥΣ ΤΗΣ «ΚΛΙΜΑΚΑΣ»
(579–606)


[Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου:
«Κλίμαξ»,
Λόγος Λ΄
«Περί αγάπης, πίστεως και ελπίδος»,
§4–§5, σελ. 374–375,
Έκδοσις Ιερά Μονή Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής, 19998.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΑΠΙΣΤΙΑ

ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΑΠΙΣΤΙΑ


     Υπάρχει περίπτωση να πιστεύουμε ότι πιστεύουμε και αυτή η σθεναρή μας θρησκεία στην πράξη και τη ζωή να μην έχει καμιά οργανική σχέση με την Ορθόδοξη Πνευματικότητα, να μη σημαίνει καμία ζωντανή κοινωνία με τον Θεό, αλλά να βρίσκεται εκεί στη μαρκίζα της ζήσης μας για να κάνει μια «ευλογημένη συντροφιά» στην πολυκαιρισμένη μας αθεΐα και απιστία. Ανανεώνουμε συνεχώς μοτίβα επάλξεων και διακηρύξεων για να απωθήσουμε την πλήξη και την κενότητα του παλαιού εαυτού μας. Πότε θα βρει η καρδιά μας την αλήθεια του Θεού; Πότε θα βρούμε την καρδιά μας στην αγάπη Του; Πότε θα μπούμε μέσα στην «Άκτιστη Εκκλησία» που έλεγε κι ο Άγιος Πορφύριος; Η Προσευχή βαθμιαία μαθαίνει την καρδιά να αισθάνεται απλανώς την Παρουσία και το Πρόσωπο του Θεού και να κρούει με θεραπευτική λαχτάρα τη θύρα του ελέους Του. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό! Ένα «Κύριε Ελέησον» λέει κανείς με συντριβή και με αλάλητο πόνο και φεύγει από τη μέθη του εαυτού του, από τη θολούρα των λογισμών του. Όμως εμείς, εκεί! Να πιστεύουμε με όλη την απίστευτη απιστία μας. Αλλά, «ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις· ο Θεός δεν εμπαίζεται» (πρβλ. Γαλ. 6, 7).

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

«…ΚΙ ΑΝΑΓΚΑΖΟΜΑΙ ΝΑ ΕΡΧΟΜΑΙ ΩΣ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ!»

«…ΚΙ ΑΝΑΓΚΑΖΟΜΑΙ ΝΑ ΕΡΧΟΜΑΙ
ΩΣ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ!»


     –Μαρτυρία Λουκά Γεωργίου
     (Συνταγματάρχης Ε.Α., Σαλαμίνα):

     «Όταν υπηρετούσα στην Κύπρο, το 1989, ο λοχίας μού ανέφερε ότι, όταν αυτός φοιτούσε στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ, είχε έναν φίλο δημοσιογράφο από Θεσσαλονίκη, ο οποίος γνώριζε πολύ καλά τον Γέροντα Παΐσιο τον Αγιορείτη (1924–1994). Αυτός, λοιπόν, ο δημοσιογράφος τού είπε ότι κάποια εποχή (δε θυμόταν ακριβώς πότε) έπρεπε να πάει στην Αμερική, για να συναντήσει κάποιον Ελληνοαμερικάνο για κάποιο επαγγελματικό ραντεβού. Πήγε, λοιπόν, συνάντησε τον Ελληνοαμερικάνο, τελείωσε τη δουλειά που είχε και στη συνέχεια επισκέφτηκαν ορισμένες πόλεις της Αμερικής.
     »Κάποια στιγμή, ενώ οδηγούσε ο δημοσιογράφος, μπήκαν σ’ ένα στενό δρομάκι. Στην άκρη του δρόμου εμφανίστηκαν κάποιοι με μαχαίρια και άγριες διαθέσεις. Του λέει, λοιπόν, ο Ελληνοαμερικάνος: “Κάνε όπισθεν να φύγουμε, γιατί εδώ σε σφάζουνε για ένα δολάριο!”. Προσπάθησε να κάνει όπισθεν, αλλά τους είχαν κλείσει στη μέση και τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα. Πετάγεται ο Ελληνοαμερικάνος και του λέει: “Κάνε κάτι να σωθούμε!”. “Τι να κάνω;”, του λέει ο δημοσιογράφος. Του λέει μέσα στην απελπισία του ο Ελληνοαμερικάνος: “Σκέψου κάτι, εσύ που πηγαίνεις στο Άγιον Όρος, διότι θα μας σφάξουν!”. Ο δημοσιογράφος, σ’ εκείνη τη δύσκολη ώρα που βρέθηκε, επικαλέσθηκε τη βοήθεια του Παππούλη και, ξαφνικά, βρέθηκαν σε μια άλλη συνοικία, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν τι έγινε.
     »Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, πήγε κατευθείαν στο Άγιον Όρος, στην Καλύβα του Πατρός Παϊσίου. Μόλις τον είδε ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος, τον κτύπησε χαμογελαστός στον ώμο και του λέει: “Μη με κουράζεις, βρε παιδί μου, κι αναγκάζομαι να έρχομαι ως την Αμερική!”».


[Νικολάου Α. Ζουρνατζόγλου
(Επισμηναγού Α.Ε.):
«Μαρτυρίες Προσκυνητών
–Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης–
(1924–1994)»,
Τόμ. Α΄,
Κεφ. Ι΄, §145, σελ. 385–386,
Εκδόσεις «Αγιοτόκος Καππαδοκία»,
Νοέμβριος 20116.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.