Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Ο ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΒΕΒΗΛΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ

Ο ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΒΕΒΗΛΟΣ
ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ


     Μετά τα είκοσι χρόνια μου, ήμουν πια ποιητής και γνωστός σε όλη την πατρίδα μου. Συνεργαζόμουν στο ραδιόφωνο, αρθρογραφούσα στα πιο μεγάλα περιοδικά και τις εφημερίδες. Είχα βραβευτεί για κάποια βιβλία μου. Οι μεγάλοι λογοτέχνες της χώρας με επαινούσαν και έλεγαν για μένα τα καλύτερα. Έδειχναν να έχουν πολλές ελπίδες για το ταλέντο μου. Δεν κέρδιζα χρήματα όμως ώστε να βοηθήσω τον πατέρα μου που οι ανάγκες του ήταν επιτακτικές.

     Ο ίδιος αισθανόταν πολύ περήφανος που είχε γιο ποιητή. Πίστευε ότι στον κόσμο το ανθρώπινο μεγαλείο ξεκινά με τους αγίους, τους ποιητές και τους φιλοσόφους. Στην Ορθοδοξία μας η προσευχή και η ποίηση δεν διαχωρίζονται. Και η μια και η άλλη στοχεύουν στο ωραίο, το υπερβατικό, το θεϊκό. Την προσευχή και την ποίηση τις ορίζουν οι νόμοι της ομορφιάς και της αρμονίας και ο άνθρωπος μέσω της ομορφιάς αποτείνεται στο σύμπαν και το αιώνιο. Η κορυφαία θεολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας –η επιτομή της πίστης και της προσευχής– λέγεται «Φιλοκαλία», που σημαίνει «έρως του ωραίου». Ωραίο και θείο είναι ένα και το αυτό· το θείο είναι ωραίο και το ωραίο θείο. Κάθε άγιος, κάθε μοναχός είναι φιλόκαλος, εραστής της ομορφιάς, γιατί ο Θεός είναι η ύψιστη ωραιότητα.


     Οι μοναχοί, οι ερημίτες, οι ασκητές και οι άγιοι ονομάζονται και «καλόγεροι» ή όπως λέγεται στην ελληνοβυζαντινή γλώσσα, εκείνοι που έχουν «καλά γεράματα». Ο ποιητής, ο ζωγράφος, ο καλλιτέχνης πουθενά αλλού δεν βρίσκεται τόσο μέσα στο κλίμα του, στον χώρο του, όσο μέσα στην Εκκλησία και την Ορθοδοξία. Όντας ποιητής, προσεγγίζω τον Θεό περισσότερο από όσο ένας άλλος. Μετά τον ιερέα, ο ποιητής είναι εκείνος που βρίσκεται πλησιέστερα στον Θεό. Ένας σημαντικός ρωμαιοκαθολικός καρδινάλιος του περασμένου αιώνα, ο καρδινάλιος Pitra (1812–1889), υποστήριζε: «Ευφυέστερη και πιο γενναιόδωρη από τον Πλάτωνα, ο οποίος βραβεύει τον ποιητή αλλά από την άλλη τον εξαφανίζει στο περιθώριο, η Ορθοδοξία άνοιξε στον ποιητή τους ναούς της, του πρόσφερε τιμητική θέση στο θυσιαστήριό της, του δάνεισε τις μελωδίες της για να πληρώσει τις πολλές ώρες της προσευχής της, μέρα και νύχτα. Πουθενά αλλού η ποίηση δεν τιμήθηκε τόσο από Εκκλησία όσο από την Ορθοδοξία στην χώρα του Ομήρου» (βλ. Καρδιναλίου Pitra, Hymnographie de lEglise Grecque, Ρώμη 1867, σελ. 23).
     Σπουδαίοι ποιητές, ζωγράφοι, μουσικοί και ρήτορες ανακηρύχθηκαν άγιοι, όπως ο Ρωμανός ο Μελωδός, Ιωσήφ ο Υμνογράφος, ο Ναρσής ο χαριτωμένος, ο Ανδρέας Κρήτης, ο Εφραίμ ο Σύρος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός ή Χρυσορρόας. Όπως και ζωγράφοι ανακηρύχθηκαν άγιοι, και πρώτος ο Αντρέι Ρουμπλιώφ, ο σημαντικότερος Ρώσος ζωγράφος. Ποίηση και προσευχή είναι η προς τον ουρανό κλίμαξ, η σκάλα που ανέρχεται. Και ο πατέρας μου ένιωθε περήφανος για μένα. Δεν είχα γίνει –δυστυχώς- ιερέας, αλλά να που έγινα ποιητής· έτσι, στα σκαλοπάτια που ανεβαίνουν στον ουρανό, βρέθηκα ακριβώς πίσω από τον ιερέα.


     Ένα πρωινό ο πατέρας μου απροειδοποίητα έφτασε στην πρωτεύουσα. Ήταν τεράστια η έκπληξή μου. Γιατί ποτέ του δεν ταξίδευε εδώ εξόν απ’ το φθινόπωρο, να πάει στο ταμείο του Υπουργείου Θρησκευμάτων και να δανειστεί κάτι από τους μισθούς του. Για να είναι σε θέση να στείλει πάλι τα αδέλφια μου στο σχολείο, να τους ψωνίσει βιβλία και υποδήματα.
     Όμως τώρα δεν ήταν φθινόπωρο, κι εκείνος ήταν εδώ! Αυτόματα διαισθάνθηκα πως κάτι σοβαρό συμβαίνει. Πολύ σοβαρό!
     Ο πατέρας μου ήρθε στο μικρό διαμέρισμά μου, κάπου στο κέντρο της πρωτεύουσας, κατά τις πεντέμισι το πρωί. Ώρα που φτάνουν στην πολιτεία τα τραίνα από τις μακρινές επαρχίες μας. Ενοχλήθηκα πολύ που με ξύπνησαν. Χτυπούσε παρατεταμένα το κουδούνι να ανοίξω. Μόλις είχα πέσει στο κρεβάτι. Πεντέμισι το πρωί συνήθιζα να πέφτω για ύπνο. Είχα μεγάλη ανάγκη να δουλεύω σκληρά προκειμένου να πληρώνω στο Πανεπιστήμιο δίδακτρα και μαθήματα. Εργαζόμουν σε εφημερίδες γράφοντας χρονικά πάνω σε διάφορα συμβάντα.
     Το πιο βάρβαρο σε τούτο το επάγγελμα ήταν η αγρύπνια μέχρι τη στιγμή που θα κυκλοφορήσουν οι πρώτες εκδόσεις, στις πέντε περίπου το πρωί. Απαγορεύεται να διαφύγει από τον ρεπόρτερ μια πυρκαγιά, ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, κάποια τραγωδία που γίνεται χαράματα. Και περιέργως, όλα τα ενδιαφέροντα συμβάντα που αναζητούν στις στήλες τους οι εφημερίδες, γίνονται τις πρώτες πρωινές ώρες. Το έχω παρατηρήσει αυτό. Όφειλα λοιπόν να ξενυχτώ κάθε βράδυ δίπλα στο τηλέφωνο πάνω απ’ τη μεγάλη πολιτεία. Μόνο άμα φώτιζε η μέρα πήγαινα να κοιμηθώ.

     Ανοίγοντας την πόρτα και αντικρίζοντας τον πατέρα μου, ένιωσα μεγάλη ευτυχία και μεγάλη νύστα. Για να μην κλείσουν τα μάτια μου, πήγα κι έριξα στο πρόσωπο κρύο νερό. Γύρισα και τον κοίταξα καλά, τον κοίταζα όπως κοιτούν μια εικόνα, όπως τον κοιτούσα την πρώτη στιγμή που τον γνώρισα. Αλλά όμως, αντί να χαρώ, η καρδιά μου μαύρισε. Ο πατέρας μου ήταν ντυμένος με ρούχα αγίου, με κουρέλια θέλω να πω. Ένα κουρέλι απέγινε το ράσο του, το μοναδικό ράσο που είχε σε όλη του τη ζωή. Φορούσε ένα και μόνο ράσο, έτσι όπως έχουμε ένα και μόνο πρόσωπο. Κάθε τόσο η πρεσβυτέρα το έπλενε νύχτα, το μπάλωνε και το τακτοποιούσε. Όμως τώρα, ύστερα από είκοσι χρόνια ιεροσύνης, το μονάκριβο ράσο του πατέρα μου δεν άντεξε άλλο… Είχε κουρελιαστεί, ήταν ένα κουρέλι που δεν ήταν μαύρο, ούτε μπλε, ούτε μπεζ. Δεν υπήρχε καν χρώμα στα κουρέλια, εδώ κι εκεί σκόρπια μπαλώματα. Το θέαμα τούτου του κουρελιάρη αγίου με πίκρανε τόσο ώστε έσκυψα και κοίταζα το πάτωμα. Η εικόνα του ήταν υπερβολικά πικρή για να την βαστάξω. Μου ξέσκιζε την καρδιά. Ο ιερέας αυτός στο κάτω-κάτω ήταν ο πατέρας μου, ό,τι περισσότερο αγαπούσα, μου ήταν ανυπόφορα όσα έβλεπα. Δεν άντεχα να κοιτώ το μαρτυρικό του πρόσωπο, τα κουρέλια που φορούσε.


     Όμως η πιο μεγάλη θλίψη τώρα άρχιζε. Όπως έπεσε εκεί η ματιά μου πρόσεξα τις μπότες στα πόδια του, κι είδα κάτι πιο φριχτό από το ράσο. Φορούσε τις ίδιες μπότες με τα χοντρά καρφιά που είχε πάντα· αφού ήταν το «άλογο του Χριστού», έπρεπε να είναι σαν άλογο πεταλωμένος. Πάντα πήγαινε με τα πόδια στις υποχρεώσεις του. Γι’ αυτό χρειαζόταν ψηλές μπότες, ήταν το βασικό εργαλείο της ιεροσύνης του πάνω στα πανύψηλα βουνά. Τώρα όμως οι μπότες δεν κρατούσαν παραπάνω. Είχαν τρυπήσει από παντού και φαίνονταν από τις τρύπες οι χοντροκομμένες άβαφες μάλλινες κάλτσες που του έπλεκε η πρεσβυτέρα, η μάνα μου. Φαίνονταν τα δάχτυλα των ποδιών του, παγωμένα, φλογισμένα απ’ τους ρευματισμούς και την κούραση. Έβλεπες μέσα από τις τρύπες τώρα και το γυμνό του δέρμα, ξασπρισμένο σαν την κιμωλία, δέρμα σχεδόν νεκρό.


     Έκλεισα τα μάτια μου. Πίεζα τα βλέφαρά μου να μη μου ξεφύγουν δάκρυα, έτσι όπως σφίγγουμε τα χείλη για να μην ξεφύγει ουρλιαχτό ή κραυγή πόνου. Να απωθήσω δάκρυα και κραυγή βαθιά στην καρδιά μου. Μέχρι τη μέρα που δάκρυα, ουρλιαχτό και κραυγή παθαίνουν έκρηξη, σκάνε όταν πια καταπιεστούν υπερβολικά. Κι όχι μονάχα τα δάκρυα ή οι κραυγές ξεπετιούνται τότε, αλλά και το στήθος, τα πλευρά, το δέρμα, όλα όσα έχει κανείς πάνω του ξεσπούν. Τότε είχα ακόμα τη δύναμη να τα σπρώχνω μέσα μου. Να υπομένω. Έσφιγγα τα δόντια μου, έσφιγγα τα χείλη μου, την καρδιά μου την κρατούσα σφιγμένη. Όλο το σύμπαν έσφιγγε την καρδιά μου.

     Ο πατέρας μου, κοκκίνισε· τράβηξε κι έκρυψε κάτω από τραπέζι γρήγορα-γρήγορα τα πόδια του, ντράπηκε, είχε κοκκινίσει από πόνο και ντροπή που εγώ ο γιος του είχα αντικρίσει τη μεγάλη του εξαθλίωση. Είπε για να δικαιολογηθεί: «Με τον πόλεμο δεν μπορούμε να φτιάξουμε παπούτσια, ούτε μπορούμε να τα επιδιορθώσουμε. Δεν βρίσκουμε πουθενά δέρμα. Σ’ εμάς στην Πετρόνταβα απαγορεύουν την επεξεργασία δέρματος· αν πιάσουν κανέναν να επεξεργάζεται δέρματα, τον πυροβολούν επί τόπου. Χωρίς ανάκριση, χωρίς δίκη, χωρίς μια κουβέντα, απλώς τον τουφεκίζουν. Δεν υπάρχει πια δέρμα σε ολόκληρη την περιοχή μας· κι άμα δεν έχεις δέρμα, δεν γίνεται να φτιάξεις παπούτσια.


     Του είπα:
     –Έχω ένα ζεύγος άρβυλα του σκι. Μου τα δώρισε κάποιος που αγαπάει τα ποιήματά μου… Έχει μεγάλο μαγαζί εδώ στο κέντρο. Πάρε τις.
     Έψαξα και βρήκα τα άρβυλα του σκι, εξέτασα τα πέλματα και τα σύγκρινα με τα τρύπια, σχεδόν εξαφανισμένα πέλματα στις μπότες του πατέρα μου. Φορούσαμε το ίδιο σχεδόν νούμερο και με έκανε περήφανο που είχαμε στα παπούτσια το ίδιο νούμερο. Πολύ περήφανο που κατάφερνα να τον βοηθήσω.
     –Θα τα χρειαστείς τα άρβυλά σου, μου είπε.
     –Όχι. Καθόλου δεν τα χρειάζομαι. Εγώ δεν έχω χρόνο ούτε να κοιμηθώ, όχι να κάνω σκι. Πεθαίνω συνεχώς απ’ τη νύστα. Πάντα μου νυστάζω.
     Ο πατέρας μου έσκυψε και κοίταζε τα άρβυλα έτσι όπως περιεργαζόμαστε ένα θησαυρό. Μέσα τους τα πόδια του θα σώζονταν απ’ το κρύο, τα νερά, τις λάσπες. Φορώντας τα παπούτσια μου θα μετέφερε ευκολότερα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, θα Τα πήγαινε πιο γρήγορα, με λιγότερους πόνους, πιο ξεκούραστα.
     –Μου λες αλήθεια; Δεν σου χρειάζονται;
     –Δεν φορούμε άρβυλα για σκι μέσα στην πόλη. Και για χρόνια δεν πρόκειται να πάρω άδεια, έχω να δουλέψω σκληρά. Δεν υπάρχει περίπτωση να πάω για σκι. Πάρε τα άρβυλα, είναι δικά σου. Ο Θεός μού τα έστειλε για να σου τα δώσω. Πες μου τώρα, γιατί βρίσκεσαι στην πρωτεύουσα;


     Μόλις το άκουσε τούτο, ξέχασε τη χαρά του, το πρόσωπό του σκοτείνιασε, έσφιξε τα χείλη, με ακουμπούσε η στενοχώρια του. Τον πονούσε να μου διηγιέται εκείνο που τον βασάνιζε.
     –Πάω να φτιάξω ένα καφέ, εσύ ξεκουράσου λίγο, βάλε να δοκιμάσεις τα παπούτσια. Εκεί είναι το μπάνιο. Να πιούμε ύστερα τον καφέ και να μιλήσουμε για τον λόγο που ήρθες.
     Βγήκα από το δωμάτιο. Τον άφησα μόνο. Στη μικρή κουζίνα, φτιάχνοντας τον καφέ, δεν κατάφερα να σταματήσω το κλάμα μου. Ήμουν απέραντα λυπημένος για τον πατέρα μου. Απερίγραπτα με πλήγωνε… αυτός και ολόκληρος ο μολδαβικός και ρουμανικός λαός μου. Πονούσα γιατί δεν έβλεπα από πουθενά φως, από πουθενά να μας έρχεται κάποια βοήθεια, κάποια πιθανότητα σωτηρίας – ούτε από αριστερά ούτε από δεξιά. Ο λαός μου πρέπει να υποφέρει. Και η βοήθεια μονάχα από ψηλά μπορούσε να έρθει, από τον Ουρανό. Από πουθενά αλλού δεν υπήρχε ελπίδα. Όπως λέχθηκε: «Πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαίνον, ἐκ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων» (Θεία Λειτουργία, «Οπισθάμβωνα Ευχή»). Σκουπίζω τα μάτια μου και χωρίς ελπίδα από δεξιά ή αριστερά, στέλνω την προσδοκία και του λαού μου, την προσδοκία στον Ουρανό.


     Φέρνοντας μέσα τον καφέ, βρίσκω τον πατέρα μου να χαμογελά. Φορούσε τα άρβυλα και χαμογελούσε. Αισθανόταν τα πόδια του ξεκούραστα.
     –Πες μου, γιατί έφτασες στην πρωτεύουσα, πατέρα;
     Ξέχασε αμέσως τα άρβυλα και ξανάγινε περίλυπος.
     –Με έπαυσαν. Σκοπεύουν να με δικάσουν.
     –Δεν έχεις πια δικαίωμα να τελείς τη θεία Λειτουργία; φώναξα.
     Δεν υπήρχε για μένα μεγαλύτερη συμφορά από όσες μπορούν να συμβούν κάτω από τον ήλιο. Τίποτα δεν συγκρίνεται μ’ αυτό. Αδύνατον να φανταστώ τον πατέρα μου ως κάτι άλλο εξόν από υπηρέτη του Θεού. Μου αρκούσε η απόγνωση που εγώ αποκλείσθηκα από την ιεροσύνη. Τον πατέρα μου όμως αδύνατον να μη τον σκέφτομαι ως ιερέα. Καλύτερα να τον δω νεκρό, παρά μακριά από το Θυσιαστήριο.
     –Δεν έχεις πια δικαίωμα να τελείς τη θεία Λειτουργία; ξαναρώτησα.
     –Έχω ακόμα το δικαίωμα, γιατί δεν υπάρχει άλλος ιερέας να πάρει τη θέση μου. Προσωρινά συνεχίζω να λειτουργώ, διοικητικά όμως έχω παυτεί, δεν πληρώνομαι. Έχω επ’ αόριστον παυτεί. Ετοιμάζονται να με δικάσουν και να με καταδικάσουν, γιατί πρόκειται για πολύ σοβαρή υπόθεση, πολύ βαριά. Γι’ αυτό ήρθα εδώ· βοήθησέ με!
     –Μα, τι έκανες;
     –Με κατηγορούν πως βεβήλωσα το κοιμητήριο.
     –Δεν μπορεί! Είναι συκοφαντία σίγουρα, δεν είναι;
     –Δεν είναι συκοφαντία, αλήθεια είναι.
     –Από καταβολής κόσμου, κανείς δεν είδε ιερέα να βεβηλώνει κοιμητήριο. Ιερείς έχουν διαπράξει απερίγραπτα κρίματα, αλλά κάτι τέτοιο, όχι! Ποτέ! Δεν είναι δυνατόν να βεβηλώνουν κοιμητήριο!
     –Ναι, μου απάντησε. Είμαι ένοχος, πρέπει να με βοηθήσεις. Είμαι βαριά ένοχος, πρέπει να έρθεις μαζί μου. Γιος μου είσαι, έλα να πάμε στο Υπουργείο Θρησκευμάτων. Πάμε μαζί να τους παρακαλέσεις να με λυπηθούν.
     –Αποκλείεται να σε πιστέψω, πατέρα. Σε ξέρω καλά. Αποκλείεται εσύ να έχεις βεβηλώσει το νεκροταφείο. Σε κανέναν ιερέα δεν μπορεί να συμβεί, ειδικά σε σένα. Δεν υπάρχει περίπτωση ποτέ μου να σε πιστέψω. Μα, τι λες πως έκανες;
     –Βεβήλωσα το κοιμητήριό μας.
     –Πώς έκανες κάτι τέτοιο δηλαδή;
     –Αναγκάστηκα να σταματήσω τις αδελφές σου και τον αδελφό σου από το σχολείο. Πρέπει να έρθεις να πάμε στο Υπουργείο, να μου δώσουν τον μισθό μου, δεν έχω άλλο πόρο ζωής. Μικρός μισθός, άθλιος, αλλά τίποτα άλλο δεν έχω. Δεν πρέπει να μου κόψουν την μισθοδοσία, είναι σα να με καταδικάζουν σε θάνατο, κι εμένα και την οικογένειά μας· τη μητέρα σου, τον αδελφό σου, τις αδελφές σου…
     Ο δύστυχος και πάμφτωχος πατέρας μου βρισκόταν σε πανικό. Δεν τον είχα ξαναδεί κατατρομαγμένο. Τρόμαζε για τις τεράστιες στερήσεις, τους αβάσταχτους πόνους που πλησίαζαν.
     –Πώς βεβήλωσες το κοιμητήριο; ξαναρώτησα.
     –Σου είπα, είμαι ένοχος. Είναι δίκαιο να με τιμωρήσουν. Κατά τον νόμο και τους κανονισμούς της αγίας μας Εκκλησίας έχω βεβηλώσει το κοιμητήριο. Όμως, να μη μου κόψουν τον μισθό, ας μου κόψουν καλύτερα το ένα μου πόδι. Δεν είμαι μόνος μου στον κόσμο. Έχω μαζί την ταλαίπωρη μητέρα σου, τις αδελφές σου, τον αδελφό σου. Έξι ψυχές ζούνε απ’ αυτόν τον μισθό. Παραδέχομαι πως έσφαλα, αλλά υπάρχει άνθρωπος σε τούτη τη γη που να μην αμάρτησε ποτέ; Μονάχα ο Δίκαιος Θεός είναι αναμάρτητος. Αχ! Ας με σπλαχνιστούν κι εμένα και τους δικούς μου…
     –Πες μου τι έγινε.


     –Φταίει ο πόλεμος, άρχισε ο πατέρας μου. Ο πόλεμος είναι που με έσυρε να εκτραπώ. Απ’ όταν ξέσπασε τούτος ο πόλεμος, όλο και συναντάς στους δρόμους ψυχές να περιπλανιούνται σαν χαμένα σκυλιά. Δραπέτες, λιποτάκτες, κατάδικους. Κάθε είδους και ποιότητας κυνηγημένους ανθρώπους. Οδοιπορούν και δεν ξέρουν πού πάνε, ανθρώπινα πλάσματα που επιπλέουν στο πέλαγος. Απ’ το χωριό μας ποτέ δεν περνούσαν ξένοι· τώρα, νύχτα και μέρα, εμφανίζονται άνθρωποι που μας έρχονται απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα. Από παντού μας έρχονται. Βαδίζουν μέσα από το χωριό και πάλι φεύγουν, χωρίς να έχουν ιδέα πού πάνε. Βαδίζουν μέσα από το χωριό, πατώντας στα νύχια, καταφοβισμένοι, κάθε λίγο στρέφονται και κοιτούν πίσω τους μήπως τους κυνηγά κανείς. Κάποιοι, κι ας φοβούνται, τολμούν και χτυπούν μια πόρτα, ικετεύουν να τους δώσουν να φάνε, να πιουν. Ανήκουν σ’ όλες τις εθνικότητες, είναι και Ρουμάνοι ανάμεσά τους, λίγοι λιποτάκτες. Οι περισσότεροι όμως είναι ξένοι, δεν ξέρουν ούτε λέξη ρουμάνικα. Κι ύστερα, τι να τις κάνουν τις λέξεις; Υπάρχουν καταστάσεις που ο άνθρωπος δεν έχει τι να κάνει τις λέξεις! Ό,τι έχουν να πουν, είναι ζωγραφισμένο στο πρόσωπό τους, στο περπάτημά τους, στις κινήσεις τους. Κάθε λέξη, κι η ελάχιστη, θα ήταν ρηχή. Όλοι τους λιμοκτονούν, είναι σε πανικό, διψούν, είναι κατάκοποι και απελπισμένοι. Αλλά πάνω από όλα απελπισμένοι, δεν ξέρουν για πού να τραβήξουν.


     Κάποιος απ’ αυτούς τους δυστυχισμένους έπεσε και πέθανε από εξάντληση έξω από το χωριό μας. Τον βρήκαν πρωί στην άκρη του δρόμου, ζαρωμένο και κοκαλωμένο από την παγωνιά. Κανείς δεν τον είχε δει να φτάνει, ούτε καν τα σκυλιά δεν γαύγισαν. Αν είχαν γαυγίσει, οι χωριανοί θα ξυπνούσαν, θα τον έβαζαν σ’ ένα σπίτι, θα του έδιναν να πιει λίγο γάλα, λίγο καλαμπόκι, κρύα πίτα «μαμαλίγκα». Θα του έδιναν μια γωνιά να πέσει, μια κουβέρτα, να συνέλθει μέχρι να ξημερώσει. Έτσι συνηθίζουν να φέρονται οι χωριανοί, όποτε πλάσματα χωρίς πατρίδα, απροστάτευτοι, χαμένοι, φτάνουν στο χωριό. Όμως αυτόν εκεί, αυτόν που βρέθηκε πεθαμένος, κανείς δεν τον πήρε μυρωδιά άμα έφτασε. Ούτε άνθρωπος ούτε σκύλος τον κατάλαβε. Λες κι έπεσε από τον ουρανό. Και πέθανε. Έρημος. Γερμένος στην άκρη του δρόμου, στα αγριόχορτα.
     Κουβάλησαν το πτώμα του στο σπίτι μας. Τον ακούμπησαν στον αυλόγυρο, στο κοιμητήριο, έτσι από παρόρμηση. Γιατί τους νεκρούς τούς φέρνουν στην εκκλησία πάντοτε, το εξήγησα στους αρμόδιους. Το ξέρεις, στα μέρη μας δεν υπάρχει αστυνομία, ούτε χωροφύλακες, ούτε νοσοκομείο ή νεκροτομείο. Τους νεκρούς τούς πάνε στην εκκλησία.
     Ακούμπησαν με σεβασμό το σώμα του στο νεκροταφείο και μετά ήρθαν και με φώναξαν· όλα αυθόρμητα, όλα παρορμητικά, το εξήγησα αυτό στους ανακριτές. Όταν ένα ανθρώπινο πλάσμα πεθαίνει, καλούν πρώτα-πρώτα τον πατέρα τους, τον ιερέα.


     Έτσι έγινε νωρίς το πρωινό εκείνο στο χωριό μας. Τον είδα ακουμπισμένο στα χόρτα, κάτω από το καμπαναριό, στην πύλη του νεκροταφείου, εκεί που τον είχαν τοποθετήσει οι άνθρωποι που τον είχαν βρει. Δεν γινόταν να τον βάλουν μέσα στην εκκλησία, γιατί η εξώπορτά της ήταν σφαλιστή. Ο πεθαμένος ήταν ένα νέο παλικάρι. Έδειχνε να προέρχεται από πολιτεία και φορούσε πουκάμισο και παντελόνι, είχε λευκή επιδερμίδα κι κοκκινωπό, όμορφο γενάκι. Είχε πρόσωπο αδύνατο, οστεώδες, ωχρό, με μια ιδιαίτερη σύσπαση. Έβλεπε κανείς στο πρόσωπό του, σαν σε ανοικτό βιβλίο το «διάβαζε» πως είχε φοβηθεί πολύ την ώρα που πέθαινε, πως είχε παλέψει απελπισμένα με τον χάρο. Έμοιαζε με άρρωστο παιδί. Μας πέρασε από τον νου μήπως είχε δραπετεύσει από νοσοκομείο, ίσως να ήταν αιχμάλωτος. Έχουν ίδια έκφραση οι αιχμάλωτοι και οι άρρωστοι, ίδια ακριβώς! Τα σκεφτόμασταν όλ’ αυτά έτσι όπως τον κοιτάζαμε. Τον πόνεσα. Κι όλοι όσοι τον τριγύριζαν εκεί στο νεκροταφείο, το πονούσαν το νεκρό παλικάρι. Λες και νιώθαμε φταίχτες. Ένα νέο παιδί, ξένο, τυραννισμένο, παρέδωσε ψυχή μέσα στο χωριό μας. Τόσο σιμά μας. Την ώρα που εμείς στα κρεβάτια μας κοιμόμασταν. Δεν τρέξαμε να τον σώσουμε τη στιγμή του θανάτου του. Έτσι συλλογιζόμασταν. Όλοι μας. Γι’ αυτό και αισθανόμασταν κάπως ένοχοι.


     Μεταφέραμε το νεκρό κορμί στην εκκλησία για να μην το κατασπαράξουν τα σκυλιά, οι γάτες, οι μύγες. Αυτό κάναμε πρώτο. Μετά έστειλα στο διπλανό χωριό, στη χωροφυλακή, έναν καβαλάρη να τους ειδοποιήσει. Όπως περιμέναμε τους χωροφύλακες, έβαλα δυο αναμμένα κεριά στο προσκεφάλι του παιδιού. Το φέρετρό του το είχαμε στο κέντρο του ναού. Ύστερα, φόρεσα το επιτραχήλιο και έψαλα την επικήδειο ακολουθία για την ανάπαυση της άγνωστης ψυχής.
     Οι χωροφύλακες κατέφτασαν απόγευμα. Έγδυσαν τον νεκρό, έψαξαν το σώμα του μήπως και ήταν δολοφονημένος. Τον εξέτασαν. Ύστερα, κατέληξαν πως δεν πρόκειται για έγκλημα και έφυγαν. Είπαν πως πέθανε από φυσικό θάνατο και θα συντάσσανε την αναφορά.
     Ρωτήσαμε.
     –Και ο νεκρός; Τι θα κάνουμε με τον νεκρό;
     –Μπορείτε να τον θάψετε, είπαν. Δεν υπάρχει λόγος να μη τον θάψετε. Είναι ένας νεκρός δίχως όνομα, ούτε κανένα χαρτί έχει πάνω του, τίποτα δεν έχει. Θάψτε τον!
     –Νομίζετε ότι είναι χριστιανός; τους ρωτήσαμε.
     –Αφού είναι πεθαμένος, τι σας νοιάζει αν είναι χριστιανός ή ειδωλολάτρης; γέλασαν οι χωροφύλακες.
     –Για να ξέρουμε πού θα τον θάψουμε.
     –Μην παραμπερδεύετε τα πράγματα! Σκάψτε μια τρύπα στο νεκροταφείο και χώστε τον σαν όλους τους πεθαμένους. Κι αν σας κάνει όρεξη, κάντε του και καμιά προσευχή. Δεν θα του κάνει κακό, είναι-δεν είναι χριστιανός. Για καλό είναι. Άντε, γεια σας!


     Όταν απομακρύνθηκαν οι χωροφύλακες, πλύναμε το πεθαμένο αγόρι. Τον ξυρίσαμε, του κόψαμε τα μαλλιά. Του φορέσαμε λευκό καθαρό πουκάμισο όπως είναι η συνήθεια. Μετά τον ενταφιάσαμε.
     –Χριστιανικά; Ήξερα πως η Ορθόδοξη Εκκλησία τελεί επικήδειο ακολουθία στους πιστούς που είναι βαφτισμένοι και πιστεύουν στα ιερά της Μυστήρια.
     –Μάλιστα. Τον κηδεύσαμε με όλες τις τιμές της Εκκλησίας μας για τους νεκρούς χριστιανούς.
     –Σφάλμα, είπα. Λάθεψες κατά τους νόμους και τους ιερούς κανόνες μας.
     –Ξέρω, έκανε ο πατέρας μου. Όμως, όσο του διάβαζα την ευχή για τους νεκρούς, παρασύρθηκα. Θυμάσαι τι λέει; «Ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σποδός». Στράφηκα γύρω στα μνήματα με τα γυμνά οστά και είπα: «Ἄρα τίς ἐστι, βασιλεὺς ἢ στρατιώτης… δίκαιος ἢ ἁμαρτωλός;».
     Δεν ήμουν σύμφωνος με αυτά. Η νέα γέννηση του χριστιανού είναι στην όγδοη μέρα, με την Ανάσταση του Χριστού, στο Βάπτισμα δηλαδή, δεν ήθελα όμως να λυπήσω κι άλλο τον πατέρα μου, τον ρώτησα μόνο:
     –Κι ύστερα;
     –Ύστερα, μην ξέροντας τίποτα για το ποιος είναι ο νεκρός νέος, προσευχηθήκαμε όλοι μαζί στον Θεό, να του συγχωρέσει τις αμαρτίες, να τον πάρει κοντά Του στον Παράδεισο με τους αγίους Του.
     –Αυτό μόνο;
     –Έγιναν κι άλλα. Του δώσαμε το όνομα «Θεόγνωστος», αφού δεν ξέραμε το όνομά του, του ψάλαμε όλη την επικήδειο ακολουθία, τοποθετήσαμε στο μνήμα του ένα ξύλινο σταυρό, που γράψαμε πάνω: «Ενθάδε κείται ο Θεόγνωστος ο οποίος απέθανε εις το χωρίον μας».
     Δεν ήταν καθόλου σύμφωνα με τους νόμους όσα έπραξε ο πατέρας μου, αλλά η καρδιά δεν ξέρει να διαβάζει γράμματα, η ανθρώπινη καρδιά πάντα μένει αναλφάβητη. Κι αν κάποιος δεν ξέρει να διαβάζει τους νόμους, είναι σα να μην υπάρχουν γι’ αυτόν. Ο πατέρας μου άκουσε μονάχα την καρδιά του πατέρα, όμως ως ιερέας έκανε τρομερό σφάλμα. Σαν πατέρας στάθηκε θαυμάσιος, πιο πάνω από το γράμμα του νόμου. Ένας πατέρας αγαπά περισσότερο από όσο σέβεται τους νόμους. Πάνω από τους νόμους αγαπά.
     –Έκανα την ταφή του «Θεόγνωστου» και ήμουν φοβερά συγκινημένος, σα να ήταν γνήσιο παιδί μου, κατά σάρκα. Επειδή ήταν ολομόναχος, ανώνυμος, παρατημένος στον κόσμο. Όλο το χωριό μαζεύτηκε και τον έκλαιγε, λες κι ήταν παιδί του καθενός.
     –Για όσα έκανες σου αξίζει μια επίπληξη, είπα. Μια αυστηρή παρατήρηση και μετά να λήξει το ζήτημα.
     –Δεν τελείωσα ακόμα. Ένα μήνα μετά, εμφανίσθηκαν στο πρεσβυτέριο χωροφύλακες και μαζί τους κάποιοι πολίτες. Κρατούσαν μιαν εντολή, να ξεθάψουν το σώμα του «Θεόγνωστου», πράγμα που έκαναν. Οι πολίτες που τους ακολουθούσαν, τον έγδυσαν, έσκυψαν και εξέταζαν πολύ προσεκτικά το πτώμα που ήταν πια σε αποσύνθεση. Τότε είπαν με βεβαιότητα πως ο νεκρός ήταν το παιδί τους. Μας ζήτησαν να τον φυλάξουμε μέσα στον ναό και να μην τον ξαναθάψουμε στον τάφο. Είπαν πως θα έρθουν αύριο να τον παραλάβουν. Και έφυγαν. «Θα τον κηδέψουμε στο ιουδαϊκό νεκροταφείο κατά τη θρησκεία του», είπαν.
     Δεν ήταν πια «Θεόγνωστος» ο Θεόγνωστος, αφού τον αναγνώρισαν οι δικοί του. Ο τάφος του άδειασε, όλοι στενοχωρηθήκαμε. Γιατί τον είχαμε υιοθετήσει για παιδί μας κι όλοι μας τον αγαπήσαμε. Με την κερασιά, τις πασχαλιές και τις τριανταφυλλιές που τις είχαμε φυτέψει, ο τάφος του ήταν ο ομορφότερος στο κοιμητήριο. Ένας-ένας ξεχωριστά οι χωριανοί, χωρίς να έχει υποχρέωση, ένιωθε χρέος του να τον περιποιείται. Μας έλειπε τώρα ο «Θεόγνωστος». Μας πλήγωνε ο άδειος τάφος…


     Ο πατέρας μου συνέχισε:
     –Στο μεταξύ, κάποιος κατέθεσε μήνυση στο Υπουργείο Θρησκευμάτων και στο Πατριαρχείο. Απαιτούσε να με περάσουν από δίκη και να καταδικαστώ για «ιεροσυλία κοιμητηρίου». Είχα, λέει, κηδέψει εκεί μέσα έναν ειδωλολάτρη. Ζητούσαν την απόλυσή μου, γιατί απέδωσα τιμές χριστιανού σε κάποιον που δεν ήταν χριστιανός. Έστειλαν έναν νομαρχιακό υπάλληλο να εξακριβώσει τα συμβάντα και αυτός έκρινε πως η μήνυση ευσταθούσε. Με απέλυσαν, μου έκοψαν τον μισθό. Προς το παρόν, συνεχίζω να τελώ ακολουθίες, γιατί δεν βρίσκουν αντικαταστάτη μου και δεν επιτρέπεται να μείνει το χωριό δίχως ιερέα. Με το που θα διορίσουν όμως νέο ιερέα, εγώ χάνω κάθε δικαίωμα να μπαίνω στην εκκλησία.
     Σπαραγμός συντάραζε τον πατέρα μου.
     –Έλα μαζί μου στο Υπουργείο, σε ικετεύω! Να μιλήσουμε μαζί στον υπουργό, να τον παρακαλέσουμε να με συγχωρέσει. Χωρίς τον μισθό η οικογένειά μας χάνει κάθε ελπίδα. Θα πεθάνουμε της πείνας, σου λέω, χωρίς υπερβολή.


     Πήγαμε μαζί στο Υπουργείο. Ο πατέρας μου περπατούσε δίπλα μου με τα άρβυλα για σκι που του είχα χαρίσει. Πάντοτε του άρεσε πολύ να περπατά στην άσφαλτο. Γιατί, όσο ζούσε, γύριζε σε βουνίσια μονοπάτια πατώντας χαλίκια και λιθάρια, ενώ τώρα η λεία άσφαλτος τού χάιδευε τα πέλματα. Σαν να πατάει πάνω σε βελούδο, μου έλεγε. Τον γέμιζε ευχαρίστηση, έλεγε, που πηγαίνει στην άσφαλτο χωρίς κάθε λεπτό να κοιτάει πού να πατήσει το πόδι του. Συνέχεια κινδυνεύει κανείς στα βουνά, σε κάθε βήμα, να πέσει και να σπάσει τα πόδια του, να βρεθεί γκρεμισμένος σε αβυσσαλέο γκρεμό. Όμως, τούτη τη φορά που βαδίζαμε, δεν την χαιρόταν την άσφαλτο. Πήγαινε σκεφτικός, σκιασμένος, υπέφερε! Υπέφερε που τον παύουν, που σταμάτησαν τον μισθό του, που τον σέρνουν στα δικαστήρια…

     Ο γραμματέας του Υπουργείου Θρησκευμάτων ήταν φίλος μου, υπήρξε κι αυτός δημοσιογράφος, ένας ηλικιωμένος εξαίρετος άνθρωπος. Μας υποδέχτηκε εγκάρδια στο γραφείο του με τις δερμάτινες πολυθρόνες. Ζήτησε τον φάκελο του πατέρα μου με τα στοιχεία «βεβήλωσης» του κοιμητηρίου. Τον κοίταξε και σκοτείνιασε το πρόσωπό του. Μετά, άκουσε προσεχτικά τον πατέρα μου δείχνοντας συμπάθεια και κατανόηση.
     –Πρόκειται για χοντροκομμένη κατηγορία, του είπα. Ένα ψύλλο τον κάνουν ελέφαντα. Παραδέχομαι πως υπάρχει παράβαση ενάντια στους νόμους και τις διατάξεις της Εκκλησίας, αλλά όχι και να φτάνουμε να λέμε για «βεβήλωση κοιμητηρίου»! Να φτάνουν στο σημείο να παύουν τον πατέρα μου, να του αφαιρούν τον μισθό, να τον καταδικάζουν σε θάνατο από πείνα, χωρίς τρόπο πια να επιζήσει, λόγω μιας ηλίθιας μήνυσης.
     –Δεν μιλάμε για απλή μήνυση, έκανε ο υπάλληλος. Πρόκειται για κάτι πιο σοβαρό, πολύ σοβαρό μάλιστα. Και οι δυο πλευρές επιμένουν ότι ο πατέρας σας ο ιερέας γνώριζε απολύτως ότι ήταν εβραίος ο ανώνυμος νεκρός. Διότι τον έγδυσαν για να τον πλύνουν. Τον είδαν εντελώς γυμνό. Το θεωρούν βέβαιο ότι ο πατέρας σας θα είδε την περιτομή του πεθαμένου νέου.
     –Στην περιοχή μας δεν απογυμνώνουν ποτέ εντελώς έναν νεκρό, εξήγησα. Από αιδώ, ποτέ δεν γίνεται αυτό. Δεν φέρονται όπως σε ένα νεκροτομείο ή σε νοσοκομείο. Για την Εκκλησία συνιστά ιερό και θρησκευτικό λουτρό.
     –Έχει κατατεθεί εγγράφως ότι ο νεκρός γυμνώθηκε τελείως, άρα λογικά συνάγεται πως έγινε αντιληπτή η περιτομή του, πως ήταν εβραίος. Και εφόσον ο νεκρός ήταν εβραίος, αποτελεί πράξη βίας ο ενταφιασμός του όπως αν ήταν χριστιανός. Υπέστη βιασμό με την θρησκευτική έννοια της λέξης. Του επέβαλαν μια ξένη θρησκεία ενώ ήταν πεθαμένος. Αυτά υποστηρίζει η οικογένειά του. Παράλληλα, η Εκκλησία κατηγορεί τον πατέρα σας ότι παραβίασε τους κανονισμούς κηδεύοντας εβραίο με τελετουργία που δικαιούται αποκλειστικά ένας χριστιανός. Και τα δυο μέρη κραυγάζουν πως πρόκειται για «βεβήλωση». Και οι δυο πλευρές θίχθηκαν. Και οι δυο απαιτούν, με σφοδρότητα μάλιστα, την τιμωρία του πατέρα σας. Η πράξη του είναι εξόχως βαριά. Κοντεύει να ξεσπάσει θρησκευτικός πόλεμος εκεί στην Πετροντάβα.


     Ο πατέρας μου έγινε κατάχλωμος. Το ίδιο κι εγώ.
     –Η Εκκλησία σάς θεωρεί ένοχο για «ιεροσυλία κοιμητηρίου». Η οικογένεια του νεκρού σάς θεωρεί ένοχο για «βεβήλωση πτώματος». Βρίσκεστε σε ιδιαιτέρως άσχημη θέση. Πολύ άσχημη! Αν το αντιληφθούν το θέμα οι εφημερίδες, θα ζήσουμε πάλι μια υπόθεση Ντρέιφους. Θα ανακατευτούν οι πάντες, άλλοι υπέρ και άλλοι κατά. Ο καθένας σήμερα μετατρέπει την κάθε πράξη σε πολιτική πράξη, όπως στον μύθο του Μίδα που μετέτρεπε σε χρυσό ό,τι έπιανε. Αγγίξατε με τα χέρια σας έναν νεκρό εβραίο και τον ευλογήσατε ως ιερέας χριστιανός. Ενέργεια επαρκής ώστε να διαπραχθούν εγκλήματα, επανάσταση, σφαγές… Οι άνεμοι των καιρών μας μυρίζουν θειάφι, όπως στην κόλαση. Μίσος, παράνοια, πάθη ξεχύνονται από παντού, έτοιμα να κάψουν τα πάντα σαν τις φλόγες της πυρκαγιάς. Η Ευρώπη όλη φλέγεται σήμερα. Πολύ θλίβομαι για τον γιο σας που ξεκινά τη ζωή του μέσα σε τόσο δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα… Πράξατε κάτι αφηρημένο και ευγενές που το μετέτρεψαν σε διπλό ειδεχθές έγκλημα. Πηγαίνετε στην ειρήνη του Θεού! Εγώ κλείνω τον φάκελό σας. Θα σας δοθεί ξανά ο μισθός σας.
     Σηκώθηκε όρθιος. Ο ανώτερος εκείνος υπάλληλος έσκυψε και φίλησε το χέρι του πατέρα μου.
     –Είστε ένας άγιος ιερέας και ένας άγιος άνθρωπος, πάτερ μου!
     Ο πατέρας μου έγινε κατακόκκινος σαν μαθητάκος ή σαν κορίτσι. Τα έχασε και δεν έβρισκε τι να πει.


     Χαρούμενοι που τακτοποιήθηκε επιτέλους η υπόθεση, φύγαμε από το Υπουργείο με έναν ίσκιο στενοχώριας στην καρδιά. Αντιλαμβανόμασταν πια ότι ζούσαμε σε μια ατμόσφαιρα δηλητηριασμένη, νοσηρή και σατανική. Γιατί θα έπρεπε να είσαι δαιμονισμένος για να θεωρήσεις ως κήρυξη πολέμου ανάμεσα σε εβραίους και χριστιανούς εκατέρωθεν, ως βλασφημία της Εκκλησίας, της Συναγωγής, του Χριστού και του Μωυσή, του πατέρα μου την πράξη· πράξη αγαθή, τρυφερή, λιγάκι παιδαριώδη, όπως κάποτε και οι πράξεις των αγίων… Ασύλληπτα ακραίο. Αλλά θα έχω κι εγώ αργότερα την ευκαιρία να νιώσω στο ίδιο το πετσί μου τα δηλητήρια της κόλασης που πνίγουν την ατμόσφαιρα του αιώνα μας. Με το που θα αφηγηθώ ποιος και πώς βεβήλωσε στο Kishinev το παρεκκλήσι της Σχολής μου, όπου πήγαινα και προσευχόμουν κατά τα νεανικά μου χρόνια, με έριξαν στην πυρά και ακόμα με ρίχνουν. Με ηδονή και όλα τα κράτη του Δυτικού κόσμου.
     –Φαίνεται πως πρέπει να συμβαίνει κάποιο σφάλμα για να ξεχωρίσουν οι αθώες καρδιές, έκανα στον πατέρα μου. Γίνονται αγνότεροι κάνοντας σφάλμα όσοι είναι αγνοί σαν εσένα. Και γίνονται αχρειότεροι όσοι είναι αχρείοι και χαμερπείς. Ακόμα κι αν κυκλοφορούν ως νομιμόφρονες και εντός δικαίου.
     Μετά προσκάλεσα τον πατέρα μου να πάμε μαζί σε ένα εστιατόριο. Αρνήθηκε, δεν προλάβαινε να φάει μαζί μου. Έπρεπε να πάρει το μεσημεριανό τραίνο και να επιστρέψει ξανά στην εκκλησία του, στην ενορία του, στη φτώχια του…


     Καθώς καθόμασταν στο σταθμό του Νότου και περιμέναμε το τραίνο, ένιωθα ευτυχισμένος που πάλι καθόμουν δίπλα του. Και ταυτόχρονα πονούσα που δεν είχα λεφτά να του αγοράσω καινούργιο ράσο, που δεν μπορούσα να του φτιάξω τα δόντια, που δεν του αγόρασα δυο πουκάμισα.
     Εκείνος, ανέβηκε σε ένα βαγόνι της τρίτης θέσης που είχε άσπρους πάγκους για καθίσματα. Στάθηκε στο παράθυρο σαν μέσα σε ωραία κορνίζα.
     –Ευλόγησέ με, πατέρα μου! του είπα και φιλούσα το χέρι του.
     Το τραίνο ξεκινούσε.
     –Ο Θεός να σε ευλογεί, γιε μου! Να σε ευλογεί διπλά, γιε μου!
     Και το τραίνο έφευγε παίρνοντας μαζί του στο παράθυρο ενός βαγονιού της τρίτης θέσης την εικόνα του αγίου πατέρα μου, ενώ με ευλογούσε, ενώ ο αέρας ανέμιζε τα κουρέλια του ράσου του…
     Ήταν η τελευταία φορά που τον κοίταζα σε τούτο τον κόσμο. Η τελευταία.

ΒΙΡΓΚΙΛ ΓΚΕΟΡΓΚΙΟΥ
(1916–1992)

[Βιργκίλ Γκεοργκίου:
«Από την 25η ώρα
στην αιώνια ώρα»
(Το άγγιγμα της σχέσης
με τον πατέρα)
Εισαγωγή–Απόδοση:
Μάρω Βαμβουνάκη,
κεφ. 15ο, σελ. 163–194,
Εκδόσεις «Αρμός»,
Αθήνα, 2014.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου