Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

ΠΑΠΑ–ΑΝΘΙΜΟΣ Ο «ΤΣΟΥΒΑΛΝΤΗΣ»

ΠΑΠΑ–ΑΝΘΙΜΟΣ Ο «ΤΣΟΥΒΑΛΝΤΗΣ»


     Ο πατήρ Άνθιμος πατρίδα είχε την Σόφια της Βουλγαρίας, όπου και εφημέρευε σαν έγγαμος ιερεύς σε ενορία. Μετά τον θάνατο της πρεσβυτέρας του, γύρω στα 1841, ήρθε στο Περιβόλι της Παναγίας, και φυτεύτηκε εκεί σαν καλός βολβός, όπως θα δούμε πιο κάτω, και άνθισε και ευωδίασε.

     Η πρώτη του μετάνοια ήταν η ιερά Μονή της Σίμωνος Πέτρας, όπου εκάρη μοναχός. Μετά όμως που άρχισε να κάνει τον διά Χριστόν σαλό και να κρύβει τον εσωτερικό του πλούτο, είχε κάνει μετάνοια και όλον τον υπόλοιπο Άθωνα, γιατί συνέχεια γύριζε στην έρημο και έμενε άλλοτε μέσα σε σπηλιές και άλλοτε μέσα σε κουφάλες δέντρων. Κατά καιρούς δε, εμφανιζόταν στην ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος (το λεγόμενο «Ρωσικό»), γιατί εκεί καταλάβαινε τις ακολουθίες που γίνονταν στα Ρωσικά. Συνήθως κρυβόταν στο νάρθηκα του ναού και από εκεί παρακολουθούσε. Όταν, όμως, έβλεπε κανέναν πατέρα να τον παρακολουθεί και να τον προσέχει με ευλάβεια, άρχιζε να κάνει ανοησίες ή να παραμιλάει μόνος του και πολλές φορές να κάνει και αστεία και, έτσι, τους χαλούσε τον λογισμό. Παρέμενε δε στην Μονή ανάλογα, άλλοτε λίγες μέρες και άλλοτε περισσότερες και μετά εξαφανιζόταν πάλι στον Άθωνα, τελείως μόνος του, δύο ή τρεις μήνες, και ξανά εμφανιζόταν στον Άγιο Παντελεήμονα, το Ρωσικό.

     Στην αρχή της θείας τρέλας του, επί πέντε χρόνια, φορούσε ένα παλιό ράσο και μετά μπαλωμένα. Αργότερα κατέληξε να φοράει ένα παλιό τσουβάλι, στο οποίο άνοιγε μια τρύπα στην κορυφή, για να βγάζει το κεφάλι του, και δυο για τα χέρια του και έτσι πια εμφανιζόταν παντού. Γι’ αυτόν τον λόγο και τον ονόμασαν «Τσουβάλντη». Αλλά και αυτό ακόμη το τσουβάλι το προφύλαγε όταν γύριζε μέσα στο δάσος για να μη σχιστεί και έσχιζε το κορμί του στα κλαριά. Όσοι φυσικά δεν είχαν βάθος εσωτερικό, αλλά έκριναν εξωτερικά, τον έλεγαν «παλαβό». Αλλά ο πατήρ Άνθιμος τούς προβλημάτιζε, όταν τους έλεγε τους λογισμούς που είχαν. Έτσι οικοδομούσε πνευματικά αυτούς που είχαν καλή διάθεση, αποκαλύπτοντας τους λογισμούς τους.


     Βλέπει κανείς τους διά Χριστόν σαλούς, επειδή έχουν πολλή ταπείνωση, να έχουν και πολλή καθαρότητα, δηλαδή πνευματική διαύγεια και, έτσι, γνωρίζουν και τις καρδιές των ανθρώπων αλλά ακόμη και τα μυστήρια του Θεού. Έτσι και ο πατήρ Άνθιμος, ο οποίος την δική του καθαρή καρδιά την είχε σκεπασμένη με ένα παλιό τσουβάλι!

     Στο Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος, όταν πήγαινε, δεν έμπαινε μέσα, αλλά έμενε και αυτός όπου έμεναν οι εργάτες της Μονής και συνέχεια στην ίδια τράπεζα των εργατών καθόταν πάντα να φάει. Ο ηγούμενος της Μονής φαίνεται πως κάτι πληροφορήθηκε και είπε στον διακονητή μοναχό να φροντίζει τον Γέροντα ασκητή, τον πατέρα Άνθιμο. Έκτοτε ο διακονητής, ο τραπεζάρης των εργατών, τον είχε σε ευλάβεια και τον βοηθούσε και τον παρακολουθούσε. Έτσι απέκτησε και ιδιαίτερη εμπιστοσύνη και μπορούσε να καταλάβει και ορισμένες απ’ τις κρυφές αρετές του.


     Μια από τις μεγάλες του αρετές ήταν και το χάρισμα που είχε στο θέμα της νηστείας· μπορούσε να νηστεύει πολλές μέρες! Κάποτε είχε πάει στο Ρωσικό Μοναστήρι πριν την νηστεία των Αγίων Αποστόλων, πολύ εξαντλημένος, και ο διακονητής τον δέχθηκε με πολλή χαρά και του ετοίμασε να φάει. Ο Γέροντας άρχισε να τρώει, ενώ ο διακονητής που υπηρετούσε εκεί μπαινοέβγαινε και κοίταζε τον Γέροντα που έτρωγε συνέχεια και τον κατέκρινε: «Τέτοιος ξηραμένος και αδύνατος μοναχός, πώς μπορούσε να φάει τόσο πολύ!». Έτσι συγχυσμένος από αυτούς τους λογισμούς της κατακρίσεως ο τραπεζάρης έφυγε για το κελί του. Ο πατήρ Άνθιμος, αφού τελείωσε το φαγητό του, πήγε και κάθισε στην πόρτα του κελιού του αδελφού. Βλέποντας τον φίλο του πως ήταν συγχυσμένος από αυτούς τους λογισμούς, τον λυπήθηκε και, για να τον βοηθήσει, αναγκάστηκε να του αποκαλύψει την αιτία, ώστε να είναι προσεκτικός για τους άλλους, να μη κατακρίνει, αλλά και εμείς οι άλλοι να ωφεληθούμε από αυτό και να προσέχουμε την κατάκριση. Παίρνοντάς τον, λοιπόν, από το χέρι, τον ρώτησε:
     –Μήπως ξέρεις, αδελφέ μου, τι θα πει ταπεινοφροσύνη;
     Ο αδελφός, από συστολή, του απάντησε:
     –Όχι, δεν ξέρω.
     Τότε ο Γέροντας τού είπε:
     –Η ταπεινοφροσύνη συνίσταται σε τούτο: στο να μην κατακρίνεις κανέναν, αλλά να λογιάζεις τον εαυτό σου χειρότερο από όλους. Να, μόλις τώρα πλανήθηκες και με κατέκρινες, επειδή «έφαγα πολύ». Αλλά δεν ήξερες πόσες μέρες δεν έχω φάει καθόλου. Θυμάσαι, όταν ήμουν εδώ τελευταία και έφαγα;
     Ο αδελφός απάντησε:
     –Θυμάμαι, πάτερ. Εδώ μαζί μας ήσουν την Κυριακή του Θωμά και έφαγες, αλλά από τότε δεν σε είδα.
     Ο Γέροντας τού είπε:
     –Ε, βλέπεις πόσες μέρες δεν έχω φάει; [Δηλαδή είχε να φάει από την Κυριακή του Θωμά μέχρι την νηστεία των Αγίων Αποστόλων!] Εσύ όμως με κατέκρινες, επειδή «έφαγα πολύ»! Αδελφέ μου, τα θεία χαρίσματα είναι διάφορα. Στον καθένα μας κάτι δίνεται από τον Θεό. Να, σ’ εμένα ο Θεός έδωσε την δύναμη να υποφέρω το κρύο και την πείνα. Μήπως θα μπορούσες να βαστάς κι εσύ τόσο; Μπορείς να ταπεινωθείς, να βγάλεις το ζωστικό και να πάμε ως το γειτονικό Μοναστήρι και, μ’ αυτά τα ρούχα, να περάσεις τον χειμώνα στην κορυφή του Άθωνα; Αλλά κι εσύ, σαν ψάλτης, πώς ψάλεις στον Θεό; Οι σκέψεις σου βρίσκονται περισσότερο αλλού, στον περισπασμό, παρά στον Θεό. Άκουσε κι εμένα πώς θα ψάλλω.


     Ο πατήρ Άνθιμος σήκωσε τότε τα χέρια του στον ουρανό και με δυνατούς λυγμούς έψαλε «Αλληλούια» και δάκρυα πολλά έρεαν συνέχεια από τα μάτια του. Ο τραπεζάρης τα έχασε και ένιωσε μεγάλη συντριβή. Έπειτα είπε ο Γέροντας στον μοναχό:
     –Βλέπεις, αδελφέ μου; Να μην κατακρίνεις κανέναν, διότι δεν ξέρεις εσύ σε ποιον δίνεται κάποιο χάρισμα, αλλά πρόσεξε περισσότερο τον εαυτό σου.
     Ο αδελφός έβαλε μετάνοια στον Γέροντα και ζήτησε συγχώρεση θαυμάζοντας την προαίρεση του Γέροντα. Από τότε και μετά ο Γερο-Άνθιμος άρχισε να εμπιστεύεται όλο και περισσότερο τον τραπεζάρη.

     Κάποιος άλλος αδελφός, μια άλλη φορά, γελάστηκε από τα προσχήματα του πατρός Ανθίμου και έλεγε μέσα του: «Τι “προορατικός” είναι αυτός; Μήπως όλοι οι προορατικοί τόσο πολύ τρώνε;». Ο Γέροντας, διακρίνοντας τους λογισμούς του, τον κάλεσε κοντά του και του είπε:
     –Συ, αδελφέ, θέλεις μεν να γίνεις μοναχός, οι λογισμοί σου όμως τρέχουν πάντα στη Ρωσία. Λοιπόν, να πας εκεί, να εκπληρώσεις την επιθυμία σου, αλλά θα επανέλθεις πίσω πάλι και τότε θα αξιωθείς να γίνεις μοναχός.
     Τα λόγια του Γέροντα εκπληρώθηκαν με κάθε ακρίβεια. Πράγματι, ο αδελφός αυτός πλανήθηκε από τους λογισμούς και έφυγε από το Μοναστήρι και επέστρεψε στη Ρωσία. Αλλά, μετά από ένα χρόνο, γύρισε πάλι πίσω στο Άγιον Όρος και εκάρη μοναχός στο ίδιο Μοναστήρι.

     Ο τραπεζάρης είχε σε μεγάλη ευλάβεια τον πατέρα Άνθιμο –τον είχε για άγιο– αλλά φοβόταν να του εκφράσει τον θαυμασμό του, ξέροντας ότι δεν του άρεζαν οι έπαινοι. Μια μέρα που ήλθε πάλι ο Γέροντας, ο τραπεζάρης χάρηκε και του ετοίμασε να φάει, αλλά ο ίδιος, από ευλάβεια προς αυτόν, δεν ήθελε να καθίσει μαζί του. Για να μη δώσει όμως αφορμή και το προσέξει αυτό ο Γέροντας, άρχισε να πηγαίνει εδώ κι εκεί στην τράπεζα. Σαν τελείωσε το φαγητό ο πατήρ Άνθιμος, σηκώθηκε από την τράπεζα και είπε:
     –Εντάξει, εντάξει! Στάσου! Ο Θεός να σε ελεήσει και να σε στερεώσει.


     Ένας από τους Ρώσους ιερομονάχους διηγήθηκε στον αδελφό πως, κυριευμένος από την νοσταλγία για την πατρίδα του μια μέρα, έβαλε τον λογισμό να φύγει από το Άγιον Όρος και να επιστρέψει στη Ρωσία. Και, ενώ σκεφτόταν αυτό, ξαφνικά μπήκε μέσα στο κελί του ο πατήρ Άνθιμος -ο οποίος προηγουμένως δεν ήταν εκεί- και του είπε:
     –Η Μητέρα του Θεού με έστειλε να σου πω, παπά, να μην πας στη Ρωσία, γιατί άμα βγεις από την έρημο στον κόσμο, τότε θα πέσεις στην αμαρτία.

     Έναν καιρό ο πατήρ Άνθιμος ησύχασε στα ύψη του Άθωνα για αρκετό χρονικό διάστημα. Ο τραπεζάρης αδελφός πολύ ανησύχησε και προσευχήθηκε στον Θεό να πληροφορήσει τον Γέροντα να έλθει στην Μονή να τον ωφελήσει πνευματικά. Του έλεγε δε ο λογισμός του: «Ίσως τώρα ο Γέροντας εκεί στην έρημο να έχει αποκάμει από τους κόπους του· κι εγώ, αν ήταν εδώ, θα τον οικονομούσα με λίγη τροφή και θα του έκανα ένα τσάι».
     Την άλλη μέρα, το πρωί, ο Γέροντας ήλθε στο Μοναστήρι και είπε στον φίλο του χαριτολογώντας:
     –Ορίστε! Κατά την επιθυμία σου ήλθα από τον Άθωνα κατάκοπος και με πόδια κομμένα από τις πέτρες. Το τσάι σου αξίζει έναν τέτοιον κόπο!
     Ο αδελφός είδε την προόρασή του και του ζήτησε συχώρεση για τον κόπο που του προξένησε.

     Κάποτε ο ίδιος αδελφός είχε μια βαριά λύπη και ακηδία και προσευχήθηκε στον Θεό να στείλει τον φίλο του πατέρα Άνθιμο να τον παρηγορήσει. Δεν πέρασαν λίγες ώρες και φάνηκε μπροστά του ο πατήρ Άνθιμος. Ο θλιμμένος αδελφός βλέποντάς τον, πολύ χάρηκε και ρώτησε:
     –Πώς έγινε, πάτερ, και ήρθες ακριβώς στην ώρα της ανάγκης μου;
     Ο Γέροντας χαμογελώντας τού απάντησε:
     –Εσύ ήθελες να με δεις και παρακάλεσες τον Θεό· γι’ αυτό ήρθα!


     Μια άλλη φορά στον Άγιο Παντελεήμονα, το Ρωσικό, την παραμονή της 1ης Οκτωβρίου, που τελείται ολονύκτια αγρυπνία εις τιμήν της Αγίας Σκέπης της Υπεραγίας Θεοτόκου, ο πατήρ Άνθιμος, μόλις έφθασε στο Μοναστήρι, παρά λίγο να ξεψυχήσει. Όταν συνάντησε τον γνωστό του αδελφό, του είπε:
     –Αυτή την νύχτα βρισκόμουν κοντά στο Μοναστήρι του Ζωγράφου, στην έρημο, και προσευχόμουν όρθιος, πάνω σε μια πέτρα. Την ώρα της προσευχής είδα την Μητέρα του Θεού να κατεβαίνει από τον ουρανό στο Μοναστήρι σας. Καθώς ήμουν γεμάτος χαρά μέσα σ’ αυτή την οπτασία, βιάστηκα να ’ρθώ, για να Την βρω εδώ, ώστε να σκεπάσει με το μαφόριό Της κι εμένα τον αμαρτωλό μαζί με εκείνους τους δούλους που Την τιμούν. Αλλά, μόλις ξεκίνησα από τον τόπο εκείνο για να τρέξω εδώ, ξαφνικά, φάνηκε ένα φίδι, πετάχτηκε με οργή επάνω μου και με δάγκωσε δυνατά στο πόδι. Εννόησα όμως ότι αυτό το εμπόδιο ήταν από φθόνο του μισόκαλου και δεν έδωσα σημασία στο δάγκωμα, αλλά βιαζόμουν να φθάσω στο Μοναστήρι σας.
     Ο αδελφός κοίταξε το πόδι του και, πράγματι, το τραύμα από το δάγκωμα ήταν σοβαρό. Η μεγάλη αγάπη του Γέροντα για τον Θεό τον είχε κάνει πιο αναίσθητο στα σωματικά παθήματα.


     Το έτος 1862, στον Άθωνα, ο χειμώνας ήταν ψυχρός και χιονώδης. Εκείνον τον καιρό ο πατήρ Άνθιμος ήταν στα ύψη του Άθωνα, στην βαθιά έρημο, και ζούσε στην κουφάλα ενός δένδρου. Πολύ χιόνι έπεσε και τον απέκλεισε εντελώς, τόσο, ώστε ήταν αδύνατο να βγει απ’ εκεί. Σαράντα έξι μέρες πέρασε χωρίς ψωμί. Σχεδόν πάντοτε, πριν την χειμωνιάτικη εποχή, βρισκόταν πιο κοντά στο Μοναστήρι. Οι γέροντες στο Ρωσικό έμαθαν ότι σε τέτοιον ψυχρό και χιονώδη εποχή ο πατήρ Άνθιμος δεν ήταν κοντά τους και άρχισαν να ανησυχούν γι’ αυτόν. Στο τέλος αυτών των σαράντα έξι ημερών ο Γέροντας έφθασε στο Μοναστήρι τελείως εξαντλημένος και ξυλιασμένος. Ο αδελφός, όταν τον είδε ξαφνικά, φώναξε από την χαρά του:
     –Αχ, Πάτερ! Πού είσαι; Κι εμείς απελπιστήκαμε πως δεν θα σε ξαναδούμε πια. Αλλά, πού ήσουν όλον αυτόν τον καιρό;
     –Εε, μέσα σε μια κουφάλα καθόμουν, απάντησε ο Γέροντας με χαμόγελο.
     –Και τι είχε εκεί να φας, Πάτερ; ρώτησε ο αδελφός.
     –Αδελφέ μου, Βίκτωρ, πόσα έπαθα από τους δαίμονες και από το ψύχος! Για όλα αυτά μόνο ο Θεός ξέρει. Αλλά ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής εμφανίστηκε και με έσωσε από τον θάνατο.

     Έναν καιρό ο Γέροντας Άνθιμος για πέντε μήνες δεν είχε έλθει στο Ρωσικό. Οι μοναχοί της Μονής δεν γνώριζαν την αιτία. Ανησυχούσαν και είχαν πολλούς λογισμούς: «Μήπως κάποιος από εμάς τον είχε στενοχωρήσει;» κτλ. Ο πνευματικός της Μονής ήξερε έναν ησυχαστή, προς τον οποίο ο πατήρ Άνθιμος είχε εμπιστοσύνη, και τον παρακάλεσε να μάθει την αιτία. Ο ησυχαστής ρώτησε τον πατέρα Άνθιμο κι εκείνος απάντησε:
     –Όσο θα με επαινούν και θα με τιμούν εκεί σαν άγιο, δεν θα πηγαίνω… Την τελευταία φορά, όταν ήμουν εκεί, ένας από τους ιερομόναχους έπεσε στα πόδια μου και μου είπε: «Προσεύχεσθε, άγιε πάτερ, για μένα τον αμαρτωλό να σωθώ δι’ ευχών σας!…». Βλέπεις; Πώς μπορώ να πάω εκεί, αφού με τιμούν σαν άγιο;
     Μετά από αυτό ο πατήρ Άνθιμος πήγαινε κάπως κρυφά στο Μοναστήρι και εμπιστευόταν στον πατέρα Βίκτωρα μερικά μυστικά γύρω από την ζωή του, επάνω στις συζητήσεις τους.

     Μια φορά πάλι που τον είχε επισκεφθεί και ο πατήρ Βίκτωρ τού ετοίμασε την τράπεζα, του είπε ο Γέροντας:
     –Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων επισκέφθηκε το Μοναστήρι σας εχθές.
     Εκείνη την ημέρα ήταν Κυριακή και, κατά την συνήθεια, ήρθαν ερημίτες, σκητιώτες και αρκετοί λαϊκοί, οι οποίοι έφαγαν στην τράπεζα και μετά τους έδωσαν και ευλογία.


     Ο πατήρ Άνθιμος πουθενά δεν είχε μόνιμη κατοικία, αλλά ολόκληρο το Άγιον Όρος ήταν κατοικία του. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του έμενε κοντά στο Μοναστήρι του Ζωγράφου (το Βουλγαρικό) και πολλές φορές βοηθούσε στο κτίσιμο, σε επιδιορθώσεις της Μονής, κουβαλώντας μάλιστα ο ίδιος πέτρες και νερό.

     Τον Αύγουστο του 1867, ο μεγάλος ασκητής για τελευταία φορά επισκέφθηκε το αγαπητό του Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος, το Ρωσικό. Μπήκε μέσα στην Μονή και πήγε αμέσως στον ξενώνα. Εκεί συνάντησε τον φίλο του πατέρα Βίκτωρα και του μιλούσε για πολλή ώρα, νουθετώντας τον για το πώς να νικήσει τους πονηρούς λογισμούς και τα πάθη. Στο τέλος, του είπε κατ’ ιδίαν:
     –Τώρα δεν θα έλθω πια εδώ, επειδή σύντομα θα πεθάνω.
     Πράγματι, έτσι έγινε. Στο τέλος του Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου ήλθε στην Μονή του Ζωγράφου και εκεί έπεσε άρρωστος. Τον έβαλαν στο νοσοκομείο της Μονής, στο οποίο έμεινε για δώδεκα μέρες. Την 9η Δεκεμβρίου του 1867, ο Πατήρ Άνθιμος άφησε το Περιβόλι της Παναγίας, όπου αγωνίστηκε φιλότιμα, και ανεπαύθη εν Κυρίω. Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)

[Μοναχού Παϊσίου Αγιορείτου:
«Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα»,
κεφ. 6ο, σελ. 47–56,
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 19943.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου