Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2021

ΕΥΛΑΒΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ

ΕΥΛΑΒΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ

     Ο μακαριστός Γέροντας π. Αμβρόσιος Λάζαρης (1912–2006) είχε σε μεγάλη ευλάβεια τον Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλύτη και προέτρεπε σε κάποιον από τη Θεσσαλονίκη να πηγαίνει στον Ναό του και να του ζητά ό,τι θέλει. Τόνιζε, μάλιστα, ότι ο Άγιος είναι συνέχεια κοντά στον Χριστό και, άρα, μπορεί να Του ζητήσει κάτι με πολλή παρρησία, γι’ αυτό και ανήκει στους ελάχιστους αγίους της Εκκλησίας μας που μυροβλύζουν…


 

[ «Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης»

–Ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου–

Τόμ. Α΄, μέρος Β΄,

κεφ. 1ο, §60, σελ. 186·

Ιερά Μονή Δαδίου και

εκδοτικός οργανισμός Π. Κυριακίδη,

Αθήνα, Νοέμβριος 2008.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]




 

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση

των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται

απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2021

ΣΥΝΑΞΑΡΙΑ ΤΗΣ 25ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ΣΥΝΑΞΑΡΙΑ ΤΗΣ 25ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

  Τῇ αὐτῇ ᾐμέρᾳ,

  μνήμη τῶν ἁγίων νοταρίων μαρτύρων

  Μαρκιανοῦ καὶ Μαρτυρίου.

  Οι άγιοι Μαρκιανός και Μαρτύριος, έζησαν στην Κωνσταντινούπολη την εποχή του αρειανόφρονος αυτοκράτορος Κωνσταντίου. Ήταν αρχοντικής καταγωγής και όλοι τούς θαύμαζαν για την παιδεία τους, για την πραότητα των τρόπων τους και για την ευλάβειά τους. Έγιναν «νοτάριοι», δηλαδή γραμματείς του αγίου πατριάρχου Παύλου, του Ομολογητού, ο οποίος έμελλε να εξοριστεί και να δολοφονηθεί στην Αρμενία από τους οπαδούς του Αρείου. Ο Μαρκιανός και ο Μαρτύριος, άφοβοι μπροστά στις απειλές της εξορίας και του θανάτου, συνέχισαν να κηρύττουν την Ορθόδοξη Πίστη ενώπιον του λαού, λέγοντας με παρρησία ότι ο Χριστός είναι Υιός του Θεού, ομοούσιος με τον Πατέρα και φύσει Θεός. Οι λέξεις αυτές, γεμάτες άπεφθη θεολογία και διαπρύσια ομολογία, ήταν για εκείνους πολυτιμότερες και από την ίδια τη ζωή τους. Σταθεροί έως τέλους στην Πίστη τους, έλαβαν εν τέλει τον στέφανο του μαρτυρίου διά ξίφους, και ενταφιάσθηκαν κοντά στην πύλη, τη λεγομένη «Μελανδησία». Όταν επανήλθε η ειρήνη στην Εκκλησία του Χριστού, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ανήγειρε πάνω από τον τάφο τους περικαλλή ναό, αφιερωμένο στη σεπτή μνήμη τους.

  Τῆ αὐτῇ ἡμέρᾳ,

  μνήμη τῆς ἁγίας Ταβιθᾶς τῆς Ἐλεήμονος.

  Για την αγία Ταβιθά, ή αλλιώς Δορκάς / Δορκάδα, μάς πληροφορούν οι «Πράξεις των Αποστόλων» (βλ. Πράξ. 9, 36-42), γράφοντάς μας τα εξής γι’ αυτήν:

  Στην Ιόππη ήταν μια μαθήτρια που την έλεγαν Ταβιθά –στα ελληνικά σημαίνει «Δορκάδα». Αυτή είχε κάνει πολλές αγαθοεργίες και ελεημοσύνες στη ζωή της. Εκείνες τις μέρες συνέβη να αρρωστήσει και να πεθάνει. Την έλουσαν λοιπόν και την έβαλαν στο ανώγειο. Η Λύδδα ήταν κοντά στην Ιόππη· και, όταν οι μαθητές άκουσαν ότι ο Πέτρος ήταν εκεί, του έστειλαν δύο άντρες και τον παρακαλούσαν να πάει προς αυτούς όσο γίνεται πιο γρήγορα. Ο Πέτρος ξεκίνησε και πήγε μαζί τους. Μόλις έφτασε, τον ανέβασαν στο ανώγειο. Αμέσως τον περικύκλωσαν όλες οι χήρες, κλαίγοντας και δείχνοντας τα ρούχα που είχε φτιάξει γι’ αυτούς η Δορκάδα όσο ζούσε. Ο Πέτρος τότε τους έβγαλε όλους έξω, γονάτισε και προσευχήθηκε. Κατόπιν, γύρισε στη νεκρή και είπε: «Ταβιθά, σήκω πάνω!». Αυτή άνοιξε τα μάτια της, κι όταν είδε τον Πέτρο ανασηκώθηκε. Ο Πέτρος τής έδωσε το χέρι του και τη σήκωσε. Ύστερα, φώναξε τους πιστούς και τις χήρες και τους την παρουσίασε ζωντανή. Αυτό έγινε γνωστό σε όλη την Ιόππη και πολλοί ήταν εκείνοι που πίστεψαν στον Κύριο…

  Τῆ αὐτῇ ἡμέρᾳ,

  μνήμη τοῦ ἁγίου μάρτυρος Ἀναστασίου.

  Παραμένει άγνωστη η χρονολογία, κατά την οποία ο άγιος Αναστάσιος μόνος του παρουσιάσθηκε ενώπιον των θηριογνωμόνων τυράννων που καταδίωκαν τους χριστιανούς και ομολόγησε άφοβα τον Χριστό ως αληθινό Θεό, δημιουργό του σύμπαντος και λυτρωτή του γένους των ανθρώπων. Το θάρρος του αγίου και η αποφασιστικότητα των λόγων του κατήσχυναν την αδυναμία των ειδωλολατρών, οι οποίοι όρμησαν επάνω του, τον αποκεφάλισαν και έριξαν το σώμα του στη θάλασσα. Μια ευλαβής γυναίκα όμως, βρήκε το σκήνωμά του στην ακτή, το μύρωσε, και το τύλιξε με οθόνια, ενταφιάζοντάς το με τιμή. Αργότερα, πάνω από τον τάφο του αγίου έκτισε ναό προς τιμήν του, και το τίμιο λείψανό του επιτέλεσε εκεί πολλά θαύματα.

   Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ,

  μνήμη τοῦ ὁσίου Μαρτυρίου τοῦ Διακόνου.

  Ο όσιος Μαρτύριος, εξαιτίας της μεγάλης καθαρότητας και των γενναίων αγώνων του για την αρετή, είχε αποκτήσει άφθονη Χάρη από τον Θεό. Όταν υπηρετούσε ως διάκονος μέσα στο ιερό Βήμα, εάν κάποιος του ζητούσε να προσευχηθεί και να ικετεύσει γι’ αυτόν προς τον Κύριο, ήταν απολύτως βέβαιο ότι πολύ σύντομα θα ελάμβανε απάντηση στο αίτημά του. Οι δαίμονες τον φοβόνταν, διότι, μέσω των προσευχών του, τους έδιωχνε από τους ανθρώπους, τους οποίους βασάνιζαν ποικιλοτρόπως. Αφού ο όσιος Μαρτύριος ο Διάκονος διήνυσε βίο μικρό και θεάρεστο, εκοιμήθη εν ειρήνη.

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις,

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν,

ἐλέησον καὶ σῶσον πάντας ἡμᾶς.

Ἀμήν.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου

Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμ. 2ος, Οκτώβριος,

σελ. 275–277,

Διασκευή από τα Γαλλικά:

Ιερό Κοινόβιο

Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,

Ορμύλια Χαλκιδικής,

Εκδόσεις «Ίνδικτος»,

Αθήναι Οκτώβριος 20092.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]




 

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση

των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται

απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


ΟΙ ΔΥΟ ΒΟΕΣ

ΟΙ ΔΥΟ ΒΟΕΣ

     Βρισκόμαστε για το έργο του Χριστού μας στο ιεραποστολικό κλιμάκιο του κράτους Μπουρούντι της Ανατολικής Αφρικής. Σε μία από τις ποιμαντικές του περιοδείες ο μητροπολίτης μας σεβ. Κεντρώας Αφρικής, (νυν μακαριστός) Ιγνάτιος (Μανδελίδης· 1930-2017), ανάμεσα στα άλλα ψυχωφελή και διδακτικά του λόγια, μας ανέφερε το Πάσχα του 2005 και το παρακάτω σημαντικό περιστατικό μαγείας…

     Στο ιεραποστολικό κλιμάκιο της Κεντρικής Αφρικής με έδρα την πόλη Κανάγκα, στο οποίο προΐσταται ο ίδιος ο μητροπολίτης μας, ένας μαθητής γυμνασίου, πέρασε ένα πρωινό έξω από μία Ορθόδοξη Εκκλησία. Από απλή περιέργεια μπήκε μέσα. Άκουσε τις ωραίες ψαλμωδίες, είδε την κατανυκτικότητα του ιερού χώρου, την ευλάβεια των ομογενών του, και παραξενεύτηκε για την προέλευση και την αποστολή αυτής της Εκκλησίας. Ρώτησε κι έμαθε περισσότερα για την Εκκλησία μας και δεν άργησε να γραφτεί στους καταλόγους των Κατηχουμένων. Μετά από έξι περίπου μήνες βαπτίσθηκε, εν αγνοία των γονέων του, οι οποίοι, σημειωτέον, ήσαν φανατικοί ειδωλολάτρες.

     Πράγματι, η Χάρη του ιερού Βαπτίσματος τον στερέωσε αρκετά στην Ορθόδοξη Πίστη και τον έπεισε ότι αυτή είναι η αληθινή Εκκλησία του Χριστού, όπου ο άνθρωπος μπορεί να βρει τη σωτηρία της ψυχής του. Με χαρά, λοιπόν, ανήγγειλε το γεγονός αυτό στους γονείς του και προσπάθησε να τους πείσει ότι πρέπει κι αυτοί ν’ ακολουθήσουν αυτή την Εκκλησία, τη μόνη αληθινή Εκκλησία, αν πράγματι θέλουν να ζήσουν και στην άλλη ζωή αιωνίως συν Χριστώ.

     Οι γονείς του και, ιδιαίτερα ο πατέρας του, τόσο πολύ εξοργίσθηκε, ώστε όχι μόνο χτύπησε τον γιο του, αλλά έτρεξε και στον μάγο -που ήταν και ο πρόεδρος του χωριού του- να ζητήσει τη βοήθειά του για την επιστροφή, το ταχύτερο δυνατόν, του παιδιού του προς την πατροπαράδοτη αφρικανική πίστη τους. Ο μάγος, χωρίς περιστροφές, τον πληροφόρησε ότι δεν έχει τη δύναμη να το κάνει αυτό, διότι μια ανεξήγητη ανώτερη δύναμη σκεπάζει τους Ορθοδόξους από τη στιγμή που βαπτίζονται και κατόπιν. Όμως, θα προσπαθήσει… Τότε ο πατέρας, βαθιά ταραγμένος και δαιμονικά απελπισμένος, δεν δίστασε να ζητήσει από τον μάγο τον φόνο του ίδιου του παιδιού του (!!!), διότι η πράξη του αυτή (το ότι το παιδί του έγινε Ορθόδοξος) είναι καθαρή προσβολή προς τους «θεούς» των προγόνων τους. Υποσχέθηκε, μάλιστα, στον μάγο ότι, αν εκτελέσει την επιθυμία του, θα τον πληρώσει ό,τι και να του ζητήσει. Ο μάγος τού έδωσε ελπίδες και υποσχέσεις και άρχισε το σκοτεινό έργο του, επικαλούμενος τη μισάνθρωπη βοήθεια του σατανά.

     Την επομένη το πρωί, ο νεοφώτιστος νέος πήγαινε στο σχολείο του. Καθ’ οδόν, ξαφνιάστηκε και σταμάτησε απότομα. Είδε με τρόμο να έρχονται με απίστευτη ταχύτητα κατά πάνω του δύο βόες. Μέσα στην ταραχή και στην αμηχανία του, έκανε αμέσως με πίστη το σημείο του Σταυρού, επικαλούμενος εκ βαθέων τη δύναμη του Χριστού, όπως άλλωστε είχε διδαχθεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας.

     Το αποτέλεσμα ήταν θεαματικότατο και αποτελεσματικότατο. Οι βόες στράφηκαν αμέσως προς τα πίσω, σαν να τους έδιωχνε μια αόρατη δύναμη. Ο νέος, με τη δύναμη του Σταυρού του Χριστού, είχε νικήσει τους βοόμορφους δαίμονες, που εν τω μεταξύ είχαν σταλεί από τον μάγο για να τον κατασπαράξουν. Μετά τα μαθήματά του στο σχολείο, επέστρεψε στο σπίτι του. Με πολλή χαρά ανακοίνωσε στους γονείς του το πώς διασώθηκε από βέβαιο θάνατο από τα δύο μεγάλα και τρομακτικά φίδια που είδε ξαφνικά μπροστά του.

     Ο πατέρας του φάνηκε ότι χάρηκε γι’ αυτή τη διάσωση του γιου του, χωρίς όμως να φανερώσει κάτι από το μυστικό και αποτρόπαιο σχέδιο που είχε ετοιμάσει εναντίον του παιδιού του. Μετά το μεσημεριανό φαγητό, έτρεξε στον μάγο και τον ρώτησε με έκδηλη την απορία του:

     –Χθες, κ. πρόεδρε, είχαμε καταστρώσει το πρόγραμμα μαζί και την υπόθεση της πληρωμής σου για τον φόνο του παιδιού μου, που επαναστάτησε και εγκατέλειψε την πίστη των προγόνων μας. Τι έκανες, λοιπόν;

     –Είναι αλήθεια, φίλε μου, έστειλα στον γιο σου, την ώρα που πήγαινε στο σχολείο, δύο ισχυρούς δαίμονες, με τη μορφή δύο βοών, για να τον πνίξουν. Και περιμένω κι εγώ να μάθω τι ακριβώς έγινε!…

     –Είναι αλήθεια αυτό. Τα φίδια εμφανίστηκαν, αλλά πριν καν ορμήσουν και κουλουριαστούν στο σώμα του παιδιού μου, αυτό έκανε ένα σημείο στον εαυτό του, σημείο που το λένε οι χριστιανοί «Σταυρό», κι αμέσως τα φίδια, τρομαγμένα, γύρισαν προς τα πίσω και εξαφανίστηκαν από μπροστά του.

     –Σου το έλεγα, φίλε μου, ότι στους Ορθοδόξους Χριστιανούς υπάρχει μια ακατανίκητη δύναμη, η οποία καταστρέφει συνεχώς τα έργα μας. Όπου εμφανιστεί η Εκκλησία τους και αυτοί, εμείς δεν έχουμε πλέον τη δύναμη να κάνουμε τίποτα, διότι μας νικάει η δύναμη του Θεού τους!...

     Ο πατέρας του παιδιού έφυγε, σοβαρά προβληματισμένος μετά απ’ αυτή τη συνάντηση με τον μάγο. Για πρώτη φορά μέσα του, άρχισε να αμφιβάλλει για την αξία και δύναμη της προγονικής θρησκείας του. Πήρε ιδιαίτερα τον γιο του κι άρχισε να τον ρωτά ποιο είναι αυτό το δυνατό «σημείο» και πώς έφυγαν οι δύο βόες από κοντά του.

     Ο Θεός, εδώ, έκαμε ένα πολύ μεγαλύτερο θαύμα. Σήμερα, οι γονείς αυτού του παιδιού είναι Ορθόδοξοι πιστοί Χριστιανοί. Ευχαριστούν τον Χριστό και τον γιο τους, που με το ανήκουστο πάθημά του, διδάχθηκαν για την υπεροχή και μοναδικότητα της Εκκλησίας μας· αργότερα κατηχήθηκαν, διδάχθηκαν και βαπτίσθηκαν για να μπορούν να αγωνίζονται για την αιώνια σωτηρία της ψυχής τους. Δόξα, λοιπόν, στον φιλάνθρωπο Θεό και Κύριό μας, χιλιάδες φορές!



 

[ Μοναχού

Δαμασκηνού Γρηγοριάτου:

«Η δράσις της μαγείας στην Αφρική»,

κεφ. 2ο, §40, σελ. 163–166·

Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»,

Θεσσαλονίκη 20092.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]





Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση

των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται

απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Παρασκευή, 12 Μαρτίου 2021

«ΚΥΡΙΕ, ΜΗ Μ’ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙΣ!»

«ΚΥΡΙΕ, ΜΗ Μ’ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙΣ!»

     Ένα χειμωνιάτικο πρωινό, ο περίφημος ρουμάνος ασκητής, Κλεόπας Ιλίε, βρισκόταν στο ιερό ενός μοναστηριακού ναού και διάβαζε γονατιστός την ακολουθία της θείας Μεταλήψεως. Μετά από λίγη ώρα, μπήκε στην εκκλησία για να προσευχηθεί μια γυναίκα που είχε έρθει στο μοναστήρι από το βράδυ…

     «Προσκυνούσε όλες τις εικόνες και έκανε παντού μετάνοιες», διηγείται ο π.Κλεόπας. «Δεν γνώριζε ότι κάποιος ήταν μέσα στην εκκλησία. Την παρατηρούσα συνεχώς από την Ωραία Πύλη. Εκείνη, αφού προσκύνησε τις εικόνες, γονάτισε στο μέσον της εκκλησίας, ύψωσε τα χέρια της και έλεγε μέσ’ από την καρδιά της αυτά τα λόγια:

     —Κύριε, μη μ’ εγκαταλείπεις!... Κύριε, μη μ’ εγκαταλείπεις!...

     »Είδα τότε ένα λαμπρό κίτρινο φως γύρω της και τρόμαξα! Η γυναίκα έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσευχόταν σιωπηλά. Η φωτεινή νεφέλη που την περιέλουσε, μεγάλωσε περισσότερο και μετά σιγά-σιγά εξαφανίστηκε. Αφού έσβησε το θείο φως, σηκώθηκε στα πόδια της και βγήκε έξω από την εκκλησία. Ήταν μια απλή γυναίκα από τα γειτονικά χωριά μας.«

     »Ιδού λοιπόν, ποιος έχει το δώρο της Προσευχής! Να, που οι λαϊκοί ξεπερνούν καμιά φορά εμάς τους μοναχούς! Εγώ έκανα μετά Προσκομιδή και, από τη μεγάλη μου συγκίνηση, άρχισα να κλαίω και έτρεμα με τα χαρτιά της μνημονεύσεως στο χέρι. Μόνον ο Θεός γνωρίζει, τελικά, ποιοι και πόσοι είναι οι εκλεκτοί Του σ’ αυτόν τον κόσμο!...».

 

[ «Χαρίσματα και Χαρισματούχοι»

Τόμος Γ΄, Μέρος Ι΄,

Κεφ. 17ο, §7, σελ. 217–218.

Έκδοση:

Ιεράς Μονής Παρακλήτου·

Ωρωπός Αττικής, 19977.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π.Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση

των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται

απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2021

ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ

ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ

Σ υ ν α ξ ά ρ ι ο ν.

     Τῇ ΙΖ΄ (17η) τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου, ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς ὁ Βυζάντιος, ὁ ἐν Μυτιλήνῃ μαρτυρήσας ἐν ἔτει ᾳψϞε΄ (1795), ἀγχόνῃ τελειοῦται.

     Στιχ. Ὕμνος νεάζων Θεοδώρῳ τῷ νέῳ

              Χριστοῦ ἀθλητῇ ἐνδίκως ἁρμοστέος.

     Ο άγιος Θεόδωρος γεννήθηκε το 1774 σε ένα χωριό κοντά στην Κωνσταντινούπολη και δούλευε μαθητευόμενος στην υπηρεσία ενός χριστιανού ζωγράφου στο παλάτι του σουλτάνου Μαχμούτ. Παρά την ευσεβή παιδεία του και την εκ νεότητος εντρύφησή του στις Γραφές και την προσευχή, τα πλανερά θέλγητρα των κοσμικών απολαύσεων και της τρυφής τον έκαναν να αρνηθεί τον Χριστό και να ασπασθεί το Ισλάμ. Μετά από τρία χρόνια σαρκικού και επιπόλαιου βίου στην αυλή, μια τρομερή επιδημία που έσπειρε τον θάνατο σε ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης μέχρι και του σουλτανικού περιβάλλοντος, τον έκανε να συναισθανθεί τη ματαιότητα των απολαύσεων του κόσμου τούτου. Ερχόμενος στον εαυτό του, έφυγε κρυφά από το παλάτι μεταμφιεσμένος και, αφού συγκαταλέχθηκε με την Εκκλησία διά του χρίσματος του αγίου Μύρου, πήρε το πλοίο για τη Χίο, όπου πέρασε λίγο καιρό υπό την καθοδήγηση ενός πνευματικού γέροντα.

     Οι επανειλημμένες εξομολογήσεις, η μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων και η ανάγνωση των άθλων των Νεομαρτύρων, όπως του αγίου Πολυδώρου [4 Σεπτ.], τον οδήγησαν στη σθεναρή απόφαση να σφραγίσει τη μετάνοιά του χύνοντας κι ο ίδιος το αίμα του για τον Κύριο. Αφού υπερνίκησε με μεγάλους αγώνες τον πειρασμό να εγκαταλείψει την αγία απόφασή του, μετέβη στη Μυτιλήνη μαζί με έναν αδελφό, ο οποίος διαπνεόταν από θεοσεβή ζήλο και είχε ήδη χρηματίσει βοηθός του αγίου Πολυδώρου. Φόρεσε επί σκοπού τη μουσουλμανική ενδυμασία και την Πέμπτη της πρώτης εβδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, παρουσιάσθηκε στον δικαστή και ομολόγησε φλογερά την εις Χριστόν μεταστροφή του, ποδοπατώντας το πράσινο σαρίκι που είχε πετάξει καταγής.

     Έκπληκτος, αρχικά, ο δικαστής, παίρνοντάς τον για τρελό, τον έριξε στη φυλακή, αλυσοδεμένο, αφήνοντας ελεύθερους τους δεσμοφύλακες να τον μαστιγώνουν ή να τον προπηλακίζουν όπως και όσο ήθελαν. Την άλλη μέρα, αφού παρουσιάσθηκε εκ νέου στο δικαστήριο, οδηγήθηκε πάλι στη φυλακή και δέχθηκε τριακόσιους ραβδισμούς στα πόδια. Έπειτα άφησαν την πόρτα ανοιχτή για να μπορεί ο οποιοσδήποτε να έρχεται ελεύθερα να τον χτυπά. Κι έβλεπε τότε κανείς μέχρι και δεκαπέντε μουσουλμάνους να ξυλοκοπούν με λύσσα τον άγιο μάρτυρα, ο οποίος υπέμενε τα χτυπήματα αγόγγυστα, λέγοντας μόνο με πνιγμένη φωνή: «Είμαι χριστιανός!». Εν συνεχεία, στερέωσαν στους κροτάφους του δύο τούβλα που έσφιγγαν τόσο δυνατά με ένα σχοινί, ώστε τα μάτια του έβγαιναν από τις κόγχες τους. Καθώς ο άγιος επικαλούνταν με δυνατές κραυγές την άνωθεν βοήθεια, τον χτύπησαν στο στόμα με μπαστούνια, σπάζοντας τα δόντια του και αφήνοντάς τον ημιθανή.

     Ένας νέος χριστιανός, ο Γεώργιος, ο οποίος είχε διαβάσει άπληστα τους άθλους των αρχαίων μαρτύρων, προκάλεσε εκούσια τη φυλάκισή του για να μπορεί να παρακολουθεί από κοντά τους αγώνες του αγίου Θεοδώρου. Την ώρα που οι Τούρκοι ανέκριναν τον άγιο και τον υπέβαλλαν σε διάφορα μαρτύρια, ο Γεώργιος παρέμενε στο πλευρό του, ασπαζόμενος τα πόδια του και ενθαρρύνοντάς τον με τη φωνή του.

     Βγήκε, τέλος, η απόφαση για τη θανατική πνοή και οι δήμιοι ανέσπασαν βιαίως τον άγιο από τα δεσμά του και τον οδήγησαν χτυπώντας τον στον τόπο της θανάτωσης. Αφού ομολόγησε για μια τελευταία φορά τον Χριστό, τον κρέμασαν στην αγχόνη, αλλά το σχοινί έσπασε και ο Θεόδωρος έπεσε στη γη, πληγώνοντας τα γόνατά του. Τον ξανακρέμασαν και, τέλος, έλαβε έτσι τον πολυπόθητο στέφανο του μαρτυρίου. Επί τρεις ημέρες οι χριστιανοί έτρεχαν από όλα τα μέρη για να κόψουν ένα κομματάκι από το ένδυμά του και να το βουτήξουν στο τίμιο αίμα του που δεν σταματούσε να τρέχει από τις πληγές του, ενώ πραγματοποιούνταν πλήθος ιάσεις. Εν συνεχεία, ο άγιος Θεόδωρος κηδεύτηκε με ευλάβεια και έκτοτε τιμάται δικαίως ως ένας από τους μεγάλους προστάτες αγίους της Μυτιλήνης.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῷ Θεῷ ὥσπερ δῶρον φερωνύμως Θεόδωρε, δι’ ἀθλήσεως πόνων προσηνέχθης πολύτιμον· καὶ ἄμωμον θῦμα καὶ δεκτή, παμμάκαρ ἐγένου προσφορά· ὅθεν πόθῳ συνελθόντες, τοὺς σοὺς ἀγῶνας ἐν ὕμνοις γεραίρομεν, καὶ δόξαν προσάγομεν Θεῷ, τῷ θαυμαστῶς σε ἐνισχύσαντι, κατ’ ἐχθρῶν ὁρωμένων καὶ ἀοράτων πολύαθλε.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.

καινή σου ἄθλησις, ὡς ἑωσφόρος, φαεινὸς ἀνέτειλε, καὶ συνεκίνησεν ἡμᾶς, Χριστὸν δοξάσαι Θεόδωρε, τὸν σὲ ἐν ἄθλοις, στερρὸν ἀναδείξαντα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Φύλαττε σοὺς δούλους διὰ παντός, Θεόδωρε Μάρτυς, τοὺς τιμῶντάς σε εὐλαβῶς, καὶ πίστει καὶ πόθῳ, τελοῦντας σου τὴν μνήμην, ἀπὸ παντοίας βλάβης, καὶ περιστάσεως.


 

[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας».

Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),

σελ. 187–189.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Ξενοφών Κομνηνός.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήνα, Ιούνιος 20142.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π.Δαμιανός. ]





Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση

των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται

απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2021

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΟΝΗΣΙΜΟΣ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΟΝΗΣΙΜΟΣ

     Ο Ονήσιμος, φρυγικής καταγωγής, ήταν δούλος του Φιλήμονος, εύπορου πλην όμως ένθερμου χριστιανού από τις Κολοσσές, πολύ γνωστού για την ακλόνητη πίστη του και για τη διάπυρη αγάπη του προς τον πλησίον. Έχοντας διαπράξει μια κλοπή του κυρίου του, ο Ονήσιμος έφυγε κρυφά και βρήκε καταφύγιο στη Ρώμη, όπου συνάντησε τον Απόστολο Παύλο, κακοχούμενο δέσμιο τότε υπέρ του Ιησού Χριστού.

     Ελκυόμενος στην Πίστη του Χριστού από τη μορφή του Αποστόλου και επηρεασμένος βαθύτατα από τον αποστολικό του λόγο, ο Ονήσιμος αναγνώρισε το σφάλμα του, μεταστράφηκε στον Χριστιανισμό, βαπτίσθηκε, και δεν άργησε να δείξει με τη διαγωγή του τους ωραίους καρπούς των αγίων αρετών του. Ο δε Απόστολος Παύλος επιθυμούσε να κρατήσει κοντά του τον Ονήσιμο, διακριτικά φερόμενος όμως, δεν ήθελε να κάνει κάτι τέτοιο δίχως τη συγκατάθεση του Φιλήμονα και να λυπήσει έτσι τον μαθητή του.

     Με την ευκαιρία της αναχώρησης του αποστόλου Τυχικού [8 Δεκ.] από τη Ρώμη για τις Κολοσσές και τη Λαοδίκεια, έστειλε μαζί του λοιπόν προς τον Φιλήμονα τον πρώην φυγά και δούλο του, με μια Επιστολή στην οποία τον προέτρεπε να τον συγχωρήσει και να τον απελευθερώσει. Είναι η γνωστή «Ἐπιστολὴ πρὸς Φιλήμονα», που μας παραδόθηκε μεταξύ των δεκατεσσάρων Επιστολών του Αποστόλου Παύλου. Η Επιστολή αυτή, εκτός από τον βασικό παραλήπτη, τον Φιλήμονα, απευθύνεται και προς την Απφία, που ήταν, φαίνεται, σύζυγος του Φιλήμονα, καθώς και προς τον στρατιώτη Άρχιππο, γιο πιθανώς του Φιλήμονα, ο οποίος είχε κάποιο εκκλησιαστικό αξίωμα, μετέπειτα, στην Εκκλησία των Κολασσέων. Τη συστατική αυτή Επιστολή ο Απόστολος Παύλος την έγραψε την ίδια περίοδο που έγραψε και την προς Κολασσαείς επιστολή.

     Μέσα σε αυτή τη θεόπνευστη Επιστολή, ο ιερός Απόστολος παρακαλεί πολύ πατρικά τον Φιλήμονα να δεχθεί, όπως προαναφέρθη, ευνοϊκά τον Ονήσιμο, γράφοντας τα εξής (στιχ. 8-21):

     «Προτιμώ περισσότερο στ’ όνομα της αγάπης να σε παρακαλέσω για τον Ονήσιμο, το παιδί μου, που το γέννησα στη νέα Πίστη εδώ μέσα στη φυλακή. Αυτόν, που κάποτε ήταν άχρηστος για σένα και τώρα είναι χρήσιμος σ’ εμένα, σου τον στέλνω πίσω. Δέξου τον, λοιπόν, αυτόν που είναι τα ίδια μου τα σπλάχνα! Ήθελα να τον κρατήσω κοντά μου, ώστε να με διακονεί αντί για σένα, τώρα που εγώ βρίσκομαι στη φυλακή επειδή κηρύττω το Ευαγγέλιο. Χωρίς τη συγκατάθεσή σου όμως δε θέλησα να κάνω τίποτε, γιατί δε θέλω να σε αναγκάσω να κάνεις αυτό το καλό· προτιμώ να το πράξεις εσύ με τη θέλησή σου. Και ίσως γι’ αυτό απομακρύνθηκε από σένα ο Ονήσιμος προσωρινά, για τον λάβεις πίσω από μένα για πάντα. Όχι, πια, ως δούλο, αλλά ως κάτι πολύ παραπάνω από δούλο: ως αγαπητό αδελφό. Σ’ εμένα πάντως είναι πολύ αγαπητός, πολύ περισσότερο θα είναι και σ’ εσένα και ως άνθρωπος και ως χριστιανός. Αν, λοιπόν, με θεωρείς φίλο σου, δέξου τον σαν να ήμουν εγώ εκεί μπροστά σου. Κι αν σε ζημίωσε ή σου χρωστάει κάτι, χρέωσέ το σ’ εμένα. Εγώ, ο Παύλος, το γράφω αυτό τώρα με το ίδιο μου το χέρι, εγώ θα στο ξεπληρώσω! Ανακούφισε την καρδιά μου στ’ όνομα του Χριστού! Έχω εμπιστοσύνη ότι θα με υπακούσεις και, μάλιστα, είμαι βέβαιος ότι θα κάνεις ακόμη πολύ περισσότερα από όσα σου γράφω…».

     Ο καλός Φιλήμων έστερξε μετά χαράς στο αίτημα του Αποστόλου, δέχθηκε τον Ονήσιμο όχι ως δούλο πια, αλλά ως αδελφό εν Κυρίω, και τον έστειλε ελεύθερο πίσω στον Απόστολο Παύλο για να τον κάνει γνήσιο υπηρέτη του ιερού Ευαγγελίου.

     Μετά το μαρτύριο του «Αποστόλου των Εθνών», ο Ονήσιμος κήρυξε με ζήλο το μήνυμα της Σωτηρίας. Συνελήφθη και οδηγήθηκε στον Τέρτυλο, έπαρχο της Ρώμης, ο οποίος έτρεφε γι’ αυτόν ιδιαίτερο μίσος, επειδή ο Ονήσιμος είχε μεταστρέψει στην αληθινή Πίστη τη γυναίκα του αδελφού του. Όταν ο Τέρτυλος τον ρώτησε για ποιο λόγο είχε εγκαταλείψει τον κύριό του, εκείνος απάντησε: «Είμαι τώρα δούλος του μόνου αληθινού Κυρίου, του Ιησού Χριστού!». —«Και ποιος κατέβαλε τα χρήματα για να σε απελευθερώσει;». —«Ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος· Αυτός με εξαγόρασε με το ίδιο Του το αίμα!», απάντησε με παρρησία ο Ονήσιμος, και καθώς εξακολουθούσε να στηλιτεύει με περιφρόνηση τα είδωλα, ο έπαρχος τον παρέδωσε στα βασανιστήρια.

     Ο Ονήσιμος, όχι μόνο δεν αισθανόταν πόνο, αλλά έδειχνε να αντλεί πρωτόγνωρη ευχαρίστηση και χαρά από τις δοκιμασίες του. Μετά από δεκαοκτώ ημέρες φυλάκισης και βασανιστηρίων, ο τύραννος, βλέποντας ότι ο άγιος με την καρτερία του κινούσε τη συμπάθεια πλήθους ειδωλολατρών, τον εξόρισε στους Ποτιόλους, κοντά στη Νεάπολη (σημ.: Ποτσιόλι). Παρά την απαγόρευση των αρχών, ο Ονήσιμος σύντομα άρχισε να κηρύσσει το Ευαγγέλιο και κατόρθωσε να προσελκύσει στην Πίστη πολλούς. Ο Τέρτυλος, μαθαίνοντας τα νέα, διέταξε να τον συλλάβουν εκ νέου και να τον οδηγήσουν στη Ρώμη με αλυσίδες δεμένες στα πόδια. Καθώς ο Ονήσιμος αρνιόταν να θυσιάσει και απαντούσε με τόλμη στις ερωτήσεις του δικαστή, τον ξάπλωσαν ανάσκελα, με τα μέλη τεντωμένα, και για πολλή ώρα τον μαστίγωναν. Όσο περισσότερο ξεσκίζονταν οι σάρκες και έτρεχε το αίμα του, τόσο η ψυχή του έπαιρνε περισσότερη δύναμη από την προσδοκία των αιώνιων αγαθών. Τέλος, ο τύραννος διαπιστώνοντας ότι δεν επρόκειτο να πετύχει τίποτε, διέταξε να του συντρίψουν τα μέλη με ραβδιά και επέστρεψε στο πραιτώριο πριν λάβει τέλος η εκτέλεση.

     Ο άγιος απόστολος του Χριστού εξέπνευσε από τα κτυπήματα, και τα τίμια λείψανά του τα συνέλεξε μια ευσεβής γυναίκα της πόλεως. Ας σημειωθεί ότι ο άγιος Ονήσιμος μνημονεύεται επίσης και στις 22 Νοεμβρίου, μαζί με τους αγίους Φιλήμονα, Άρχιππο και Απφία «μαθητῶν γεγονότων Παύλου τοῦ Ἀποστόλου», καθώς και στην ιερή Σύναξη των αγίων Εβδομήκοντα Αποστόλων στις 4 Ιανουαρίου.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Ταῖς ἀκτίσι τοῦ Παύλου φωτισθεὶς τὴν διάνοιαν, ὤφθης ὑπηρέτης τοῦ Λόγου καὶ Ἀπόστολος ἔνθεος· καὶ ὄνησιν ἐβράβευσας ζωῆς, Ὀνήσιμε θεράπον τοῦ Χριστοῦ, διὰ λόγων καὶ θαυμάτων θεοπρεπῶν, τοῖς πίστει ἐκβοῶσί σοι· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι φαιδρῶς, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.

ς ἀκτὶς ἐξέλαμψας τῇ οἰκουμένῃ, ταῖς βολαῖς λαμπόμενος, ἡλίου μάκαρ παμφαοῦς, Παύλου τοῦ κόσμου φωτίσαντος· διό σε πάντες, τιμῶμεν Ὀνήσιμε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Παύλῳ τῷ θεόπτῃ μαθητευθείς, ὤφθης ἀληθείας, θεηγόρος μυσταγωγός· ὑπὲρ ἧς προθύμως, Ὀνήσιμε ἀθλήσας, ὀνήσιμον πηγάζεις, χάριν τοῖς χρήζουσι.


 

[ Ιερομονάχου Μακαρίου

Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·

Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),

σελ. 159–160.

Διασκευή από τα Γαλλικά:

Σωτήρης Γουνελάς.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Ιούνιος 20142.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]





Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση

των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται

απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2021

ΑΓΙΟΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ

ΑΓΙΟΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ

(ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΥΝΑΞΑΡΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ)

     Φωστήρ της Ορθοδοξίας και πρότυπο ευαγγελικής πολιτείας, άνθρωπος ειρήνης και καταλλαγής, ο άγιος Μελέτιος υπήρξε ένας από τους κύριους εργάτες της αποκατάστασης της ενότητας της Εκκλησίας, η οποία, παρά τις αποφάσεις της Συνόδου της Νίκαιας (325), συνέχισε να σπαράσσεται επώδυνα καθ’ όλη τη διάρκεια του 4ου αιώνα από τους οπαδούς της αίρεσης του Αρείου (256-336).

     Γόνος επιφανούς οικογένειας της Μελιτινής, στη Μικρά Αρμενία, έγινε πρεσβύτερος τιμώμενος από όλους για την ευρεία παιδεία του και την αρετή του. Η αφοσίωσή του στην αυστηρή τήρηση των θείων εντολών, τον κατέστησε άξιο σκεύος του Αγίου Πνεύματος και πηγή αναβρύουσα αγάπη, ειρήνη, χαρά και γαλήνη σε όσους τον πλησίαζαν. Ταπεινός στην καρδιά, πράος σαν τον Δαβίδ, σοφός όπως ο Σολομών, προικισμένος από τον Θεό με πνευματική αυθεντία παρόμοια με εκείνη του Μωυσέως, δίδασκε την αληθινή Πίστη με μέτρο και περίσκεψη, με τρόπο ώστε να συνενώνει το ποίμνιο του Χριστού που είχε διαχωρισθεί σε αναρίθμητες ομάδες. Η γλυκύτητα του προσώπου του, απελευθερωμένου από τα πάθη, από δόλους και μικρότητες, καθώς και η προσήνειά του, ήταν απόδειξη ότι επρόκειτο για γνήσιο εμβιωτή και εκφραστή της θείας Αληθείας.

     Εξελέγη κατ’ αρχήν επίσκοπος Σεβαστείας, μετά την καθαίρεση του Ευσταθίου (358), όπου αντιμετώπισε έναν λαό απείθαρχο και διαιρεμένο από φατρίες. Για τον λόγο αυτό αναγκάστηκε να εγκαταλείψει με πόνο την έδρα του και να μεταβεί στη Βέροια (σημ. Χαλέπι της Συρίας), χωρίς ωστόσο να πάψει να ενδιαφέρεται για τις υποθέσεις της επισκοπικής έδρας του.

     Μετά την καθαίρεση του αρειανόφρονα Ευδόξιου (370), ο οποίος λίγο αργότερα θα σφετεριζόταν τον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, ο Μελέτιος εξελέγη αρχιεπίσκοπος Αντιόχειας, της μητρόπολης της Ανατολής, η οποία βρισκόταν σε αξιοθρήνητη κατάσταση από την εποχή της εξορίας του αγίου Ευσταθίου (±360) [21 Φεβρ.]. Ο Μελέτιος είχε συγκεντρώσει όλες τις ψήφους, διότι οι αρειανόφρονες των διαφορετικών τάσεων, πιστεύοντας ότι ήταν ευνοϊκά διακείμενος προς την κακοδοξία τους, ήλπιζαν να κερδίσουν διά μέσω αυτού όλη την Ανατολή· οι δε Ορθόδοξοι, διαπιστώνοντας τις γνήσιες αρετές του, είχαν βαθιά εμπιστοσύνη ότι αυτές δεν μπορούσαν να είναι παρά η έκφραση της καθαρότητας της Πίστεως που ενδημούσε απλανώς εντός του. Συμφιλιώνοντας, λοιπόν, όλο το πλήρωμα διά της παρουσίας του, ο νέος επίσκοπος έγινε δεκτός στην πόλη με ευφροσύνη από το πλήθος, συμπεριλαμβανομένων των Εβραίων και των ειδωλολατρών, ως ζώσα εικόνα του Χριστού που εναγκαλίζει και φωτίζει τα πάντα. Η ενθρόνιση έλαβε χώρα με την παρουσία του αυτοκράτορα Κωνστάντιου (317-361), ευνοϊκά διακείμενου προς τους αρειανούς, ο οποίος πρότεινε δόλια στον Μελέτιο καθώς και σε άλλους επισκόπους να σχολιάσουν ενώπιον του λαού τον τόσο αμφιλεγόμενο στίχο της Αγίας Γραφής, τον οποίον οι αρειανοί χρησιμοποιούσαν στρεβλά κατά κόρον για να αρνηθούν το ομοούσιον του Υιού και Λόγου του Θεού: «Κύριος ἔκτισέ με ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ…» [«Ο Κύριος με δημιούργησε πριν απ’ όλα τα έργα Του…»] (Παρ. 8, 22). Παίρνοντας τον λόγο, μετά τον ακραίο αρειανό Γεώργιο Λαοδικείας (ποιμ.: 335-347) και τον ασαφή Ακάκιο Καισαρείας (ποιμ.: 340-366), ο Μελέτιος εξέθεσε με θαυμαστή ενάργεια το αληθινό δόγμα της Εκκλησίας. Χαιρετίστηκε με τις επευφημίες των Ορθοδόξων, προς μεγάλη αμηχανία των αιρετικών, οι οποίοι διαπίστωναν την παταγώδη διάψευση των καταχθόνιων προσδοκιών τους. Ο αρχιδιάκονος, ένας περιβόητος αρειανόφρων, είχε μάλιστα το θράσος να ορμήσει προς τον ιεράρχη για να του κλείσει με το χέρι το στόμα· ο Μελέτιος, όμως, έτεινε τότε το χέρι προς τον λαό και ένωσε τα τρία δάκτυλα του χεριού του, διπλώνοντας εν συνεχεία τα δύο από αυτά, για να δείξει ότι τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είναι φύσει ισότιμα και δεν αποτελούν παρά έναν και μόνο Θεό. Έξαλλοι οι αιρετικοί, άρχισαν αμέσως να ραδιουργούν κατά του νέου επισκόπου και έπεισαν εν τέλει τον αυτοκράτορα να τον εξορίσει στη Μελιτινή και να τοποθετήσει στη θέση του έναν αρειανόφρονα. Ο λαός, όμως, έτρεφε γι’ αυτόν τόση αγάπη, ώστε προσπάθησε να φονεύσει επί τόπου τον αξιωματούχο που ήλθε να συλλάβει τον Μελέτιο. Ο άγιος και αγαθός ιεράρχης τού έσωσε τη ζωή, καλύπτοντάς τον με τον μανδύα του, διδάσκοντας με τον τρόπο αυτό σε όλους τη μεγαθυμία έναντι των εχθρών μας.

     Οι οπαδοί του μετέβησαν σύσσωμοι μέχρι την Αρμενία για να επισκεφτούν τον εξόριστο ιεράρχη και να ακούσουν τις διδαχές του. Στην Αντιόχεια οι Ορθόδοξοι έδιναν το όνομά του στα παιδιά τους, ζωγράφιζαν τη μορφή του στους τοίχους των σπιτιών τους και συμπεριφέρονταν σαν να ήταν παρών, αρνούμενοι να έχουν πνευματική κοινωνία με τον παρείσακτο αιρετικό.

     Μετά τον θάνατο του αιρετικού αυτοκράτορα (361), ο διάδοχός του Ιουλιανός ο Παραβάτης (331-363), εξέδωσε διάταγμα που επέτρεπε την ελεύθερη άσκηση όλων των θρησκειών, με σκοπό να προετοιμάσει την αποκατάσταση της λατρείας των ειδώλων. Ο άγιος Μελέτιος μπόρεσε τότε να επιστρέψει στον επισκοπικό θρόνο του, μαζί με όλους τους Ορθοδόξους επισκόπους που είχαν εξοριστεί από τον Κωνστάντιο. Ο πληθυσμός έτρεξε σαν ένας άνθρωπος να προϋπαντήσει τον ποιμενάρχη του για να ασπασθεί τις χείρες και τους πόδες του, ως ζωντανή εικόνα του Κυρίου, και να λάβει την ευλογία του Θεού αγγίζοντας το πνευματοφόρο σώμα του. Η όψη του και μόνο ήταν αρκετή για να κατηχήσει τον λαό στις ευαγγελικές αρετές και ο ήχος της φωνής του αντηχούσε καθαρά το δόγμα της εν Χριστώ Αληθείας.

     Μετά την ενθουσιώδη αυτή υποδοχή, ο Μελέτιος διαπίστωσε ότι οι Ορθόδοξοι της πόλεως ήταν κι αυτοί διαιρεμένοι. Οι μεν είχαν παραμείνει πιστοί σε αυτόν, οι άλλοι όμως αμφισβητούσαν την εγκυρότητα της εκλογής του, στην οποία είχαν συμμετάσχει και αρειανοί, παρέμεναν επιδερμικά προσκολλημένοι στο γράμμα της Συνόδου της Νίκαιας, καθώς και στη μνήμη του αγίου Ευσταθίου, και αρνούνταν να τον δεχτούν ως νόμιμο επίσκοπο ώστε εξέλεξαν επίσκοπο τον πρεσβύτερο Παυλίνο (362-388). Το σχίσμα αυτό της ίδιας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τη στιγμή που ήταν αναγκαία η μεγαλύτερη δυνατή αλληλεγγύη, διήρκησε ογδόντα πέντε χρόνια, με την υποστήριξη των δυτικών (μέχρι το 485) και καθυστέρησε οικτρά τη νίκη της Ορθοδοξίας επί της αρειανικής αίρεσης, παρά τις υπομονετικές προσπάθειες του Μεγάλου Βασιλείου (330-379) [1 Ιαν.] να πείσει τους δυτικούς επισκόπους να αποκαταστήσουν κοινωνία με τον Μελέτιο. Ο άγιος αρχιεπίσκοπος, από την πλευρά του, προσπάθησε να συνεργαστεί φιλάνθρωπα με τον Παυλίνο και να ενδυναμώσει τον λαό του στην αληθινή Πίστη, με σκοπό να αντισταθεί στην όλο και πιο απτή απειλή του διωγμού των χριστιανών. Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός εξόρισε τον Μελέτιο και λίγο αργότερα πέθανε. Στον θρόνο πέρασε ο ευσεβής Ιοβιανός (331-364), ο οποίος ανακάλεσε τον Μελέτιο και άλλους επισκόπους από την εξορία. Ο ορθόδοξος, όμως, αυτοκράτορας εκοιμήθη αιφνίδια, μετά από οκτώ μήνες βασιλείας μόνο (Φεβρουάριος 364), και η εξουσία πέρασε στα χέρια του Ουάλη, φανατικού οπαδού του αρειανισμού και ανελέητου διώκτη των Ορθοδόξων. Για τρίτη φορά ο άγιος Μελέτιος αναγκάστηκε να πάρει τον δρόμο της εξορίας μαζί με όλους τους άλλους ομολογητές επισκόπους που εκθρόνισε ο ηγεμόνας. Αποσύρθηκε σε ένα από τα κτήματά του στις εσχατιές της Καππαδοκίας, όπου είχε τη δυνατότητα να συναντά συχνά τον Μέγα Βασίλειο, του οποίου την Πίστη ολόψυχα συμμεριζόταν, και ο οποίος κατέστη ένας από τους πιο δραστήριους υπέρμαχους της αποκατάστασής του στον θρόνο της Αντιόχειας.

     Εγκαταλείποντας την πόλη του, ο επίσκοπος είχε αφήσει πίσω του πιστούς μαθητές, διάπυρους υπερασπιστές της Ορθοδοξίας, όπως ο Διόδωρος που έγινε αργότερα επίσκοπος Ταρσού (378), ο Φλαβιανός (ποιμ.: 381-404), διάδοχός του στον θρόνο της Αντιόχειας, και κυρίως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (349-407) [13 Νοεμ.], τον οποίο είχε βαπτίσει και είχε αποσπάσει από τις θύραθεν σπουδές για να τον οδηγήσει στην εκ βάθους μελέτη της Αγίας Γραφής, πριν τον χειροτονήσει διάκονο.

     Εμψυχωμένος από το παράδειγμα του αγίου ποιμενάρχη και τις παραινέσεις των αναχωρητών, που έρχονταν από τα ασκητήριά τους στα γύρω βουνά για να τον ενθαρρύνουν, ο λαός της Αντιόχειας ήταν έτοιμος να υποστεί κάθε είδους διωγμό για την υπεράσπιση της Αληθείας και παρέμεινε ακλόνητος στην Πίστη απέναντι στις απειλές του αυτοκράτορα έως την επιστροφή του αγίου, μετά τον θάνατο του Ουάλη (378) και την έκδοση διατάγματος θρησκευτικής ελευθερίας από τον νέο αυτοκράτορα της Δύσης, Γρατιανό (αυτοκρ.: 375-383), μαθητή του αγίου Αμβροσίου (339-397) [7 Δεκ.]. Ο άγιος Μελέτιος συνεκάλεσε τότε δίχως χρονοτριβή Σύνοδο εκατόν πενήντα επισκόπων, οι οποίοι ομολόγησαν αναμφίλεκτα το Δόγμα της Νίκαιας και καταδίκασαν όλες τις αιρέσεις, διακηρύττοντας την αποδοχή του Κανόνα της Πίστεως (379).

     Ο ευσεβής αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μέγας (379-395) είδε, μόλις πριν την άνοδό του στον θρόνο, σε όραμα τον άγιο Μελέτιο να τον περιβάλλει με την αυτοκρατορική πορφύρα και να του θέτει το στέμμα στο κεφάλι. Έχοντας κατά νου να θέσει οριστικό τέρμα σε όλες τις διαιρέσεις που προκαλούσε ο αρειανισμός και οι άλλες αιρέσεις, συγκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη μεγάλη Οικουμενική Σύνοδο για να επιβεβαιώσει τις αποφάσεις της Συνόδου της Νίκαιας. Κάλεσε τότε τον άγιο Μελέτιο στη Βασιλεύουσα, τον υποδέχτηκε με μεγάλες τιμές και του ανέθεσε να προεδρεύσει των εργασιών της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου (Μάιος 381).

     Αφού συγκέντρωσε τις ψήφους των Πατέρων υπέρ της εγκυρότητας της μετάθεσης του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου (329-390) [15 Ιαν.] από τα Σάσιμα στην Κωνσταντινούπολη για το καλό της Εκκλησίας, ο άγιος Μελέτιος ασθένησε και παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο, κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων της Συνόδου. Η κηδεία του έγινε με κάθε επισημότητα και συγκέντρωσε τον λαό της Βασιλεύουσας γύρω από τον αυτοκράτορα και τους Πατέρες της Συνόδου. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης (335-395) [10 Ιαν.] εκφώνησε συγκινητικό λόγο, στον οποίο θρηνούσε την απώλεια εκείνου που υπήρξε για την Εκκλησία της Αντιόχειας, για τη Σύνοδο και για όλη την Ανατολή, «ο ιατρός των ψυχών», «ο στρατηγός της στρατιάς του Χριστού» και «ο κυβερνήτης του σκάφους της Εκκλησίας εν μέσω της τρικυμίας των αιρέσεων» (βλ. «Λόγος ἐπιτάφιος εἰς τὸν Μελέτιον, ἐπίσκοπον Ἀντιοχείας»· ΕΠΕ 11, Θεσ/νίκη 1991). Το τίμιο λείψανό του, αφού έτυχε σε όλες τις πόλεις που περνούσαν της υποδοχής που επιφυλάσσεται σε νικηφόρους στρατηγούς, μεταφέρθηκε με μεγαλοπρέπεια στην Αντιόχεια, όπου τελικά αποτέθηκε στον τάφο του αγίου Βαβύλα [4 Σεπτ.].

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.

Νόμον ἔνθεον, ἐμμελετήσας, τὴν οὐράνιον, γνῶσιν ἐκλάμπεις, τῇ Ἐκκλησίᾳ Ἱεράρχα Μελέτιε· τὴν γὰρ Τριάδα κηρύττων ὁμότιμον, αἱρετικῶν διαλύεις τὰς φάλαγγας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. β΄. Τὴν σωματικήν σου παρουσίαν.

Τὴν πνευματικήν σου παρρησίαν, δεδοικὼς ὁ ἀποστάτης, φεύγει Μακεδόνιος· τὴν πρεσβευτικὴν δὲ λειτουργίαν, ἐκπληροῦντές σου οἱ δοῦλοι, πόθῳ σοι προστρέχομεν, τῶν Ἀγγέλων ἐφάμιλλε Μελέτιε, ἡ πύρινος ῥομφαία Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἡ πάντας τοὺς ἀθέους κατασφάττουσα· ἀνυμνοῦμέν σε τὸν φωστῆρα, τὸν φωτίσαντα τὰ πάντα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Μελέτῃ δογμάτων πανευσεβῶν, τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀναβλύζεις τὸν γλυκασμόν, καὶ τῆς ἀνομίας, ἐξαίρεις τὴν πικρίαν, Μελέτιε παμμάκαρ, Τριάδος πρόμαχε.

 

Η ΜΑΡΙΑ

ΠΟΥ ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ ΣΕ «ΜΑΡΙΝΟΣ»

     Η οσία Μαρία ανατράφηκε μέσα στην ευλάβεια και την αγάπη προς τις αρετές από τον πατέρα της Ευγένιο, μέχρι την ημέρα που έχοντας η νεαρή κόρη φθάσει σε ηλικία γάμου, ο πατέρας της τής ανήγγειλε ότι θα ασπαζόταν τον μοναχικό βίο και της άφηνε για προίκα όλη την περιουσία του. Η Μαρία έπεσε τότε στα πόδια του ικετεύοντάς τον να μην την αφήσει στον κόσμο αυτό της ματαιότητας, στα νύχια των διάφορων λύκων που διαφθείρουν τις ψυχές. Με τα δάκρυά της κατάφερε να τον πείσει να τη δεχτεί ως συνασκητή του. Φόρεσε ανδρικά ρούχα και, περνώντας ως ευνούχος «Μαρίνος», έγινε δεκτή με τον πατέρα της σε ανδρώα μονή της περιοχής. Αλλάζοντας την εξωτερική της όψη, μετέτρεψε τη γυναικεία αδυναμία σε ανδρική τόλμη και δεν άργησε να ξεπεράσει όλους τους άλλους μοναχούς στα ασκητικά παλαίσματα, στη σιωπή και στην ταπεινή υποταγή. Έχοντας εμπιστοσύνη στην αρετή του νεαρού μοναχού, ο ηγούμενος τού ανέθεσε μια μέρα ένα καθήκον εκτός μοναστηριού. Το βράδυ σταμάτησε σε ένα πανδοχείο για να περάσει τη νύχτα. Εκεί είχε καταλύσει και μια ομάδα στρατιωτών. Ένας από αυτούς αποπλάνησε την κόρη του πανδοχέα, η οποία, καθώς βρέθηκε αργότερα έγκυος, κατηγόρησε τον νεαρό μοναχό ότι τη βίασε. Όταν η Μαρία, επιστρέφοντας στη μονή, βρέθηκε αντιμέτωπη με την κατηγορία αυτή, δέχθηκε την κατάκριση του ηγουμένου και τους χλευασμούς των άλλων μοναχών, δίχως να προσπαθήσει να δικαιολογηθεί. Κάποτε γεννήθηκε το παιδί και ο πανδοχέας ήλθε και το άφησε έξω από την πύλη του μοναστηριού. Η Μαρία, που μετά την εκδίωξή της διήγε πλάνητα βίο από μοναστήρι σε μοναστήρι, δέχθηκε το υποτιθέμενο παιδί της και το έθρεψε για τρία χρόνια με τους καρπούς της εργασίας της, εναποθέτοντας πάνω του την αγάπη του Χριστού. Μετά τον θάνατο του ηγουμένου έγινε πάλι δεκτή στην αδελφότητα μαζί με το παιδί και αποσύρθηκε σε ένα απομονωμένο κελλί για να αφοσιωθεί στην Προσευχή. Σύντομα όμως αρρώστησε και παρέδωσε τη ψυχή της στον Κύριο, δίχως να αποκαλύψει το μυστικό της σε κανέναν. Όταν οι αδελφοί ήλθαν να ετοιμάσουν το σώμα για την ταφή, ανακάλυψαν εμβρόντητοι ότι ο «Μαρίνος», ο μοναχός αυτός, που τον είχαν κατηγορήσει ως ακόλαστο και διαφθορέα, ήταν γυναίκα. Την ίδια μέρα έφεραν στη μονή την κόρη του πανδοχέα που είχε πέσει θύμα των δαιμόνων. Δεν την άφησαν, παρά μόνο αφού ομολόγησε το ψέμα της και αποκάλυψε το όνομα του ενόχου. Και τότε όλοι δόξασαν τον Θεό. Ας σημειωθεί δε, ότι η οσία Μαρία είναι μία από τις δεκατρείς γυναίκες, οι οποίες έζησαν απαθώς θαυμαστό ασκητικό βίο μεταμφιεσμένες σε άνδρες μέσα σε ανδρώες μονές.

 

ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

     Οι γονείς του αγίου Αντωνίου κατάγονταν από τη Φρυγία και είχαν αποτραβηχτεί στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης για να ξεφύγουν από τις διώξεις των εικονομάχων. Ο Αντώνιος στερήθηκε πολύ νωρίς τη μητέρα του και ανατράφηκε από τον πατέρα του. Αφιέρωνε τον χρόνο, που άλλα παιδιά περνούν με θορυβώδη και ανούσια παιγνίδια, στη μελέτη των Αγίων Γραφών και στη μίμηση των ιερέων που έβλεπε να θυμιάζουν την αγία Τράπεζα και να τελούν τη θεία Λειτουργία. Εκάρη μοναχός και επέδειξε μεγάλο ζήλο για τον ασκητικό βίο. Ακαταπόνητος στην προσευχή, τόσο στον ναό όσο και στο κελλί του, ταπείνωνε όλο και περισσότερο μέρα με τη μέρα τη σάρκα του με την αγρυπνία και τη νηστεία και για τον λόγο αυτό κρίθηκε σύντομα άξιος για την ιερωσύνη. Όταν, παρά τη θέλησή του, ορίστηκε ηγούμενος, κατάφερε να πείσει τον πατέρα του να γίνει μοναχός και να τεθεί υπό την καθοδήγησή του. Είχε τέτοιο ζήλο για την ελεημοσύνη, ώστε διέτρεχε με τα πόδια τους δρόμους των φτωχών συνοικιών, ψάχνοντας για ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Μια μέρα που ξεκίνησε για μια από τις εξορμήσεις του αυτές, ένας άγνωστος παρουσιάστηκε μπροστά του, τείνοντάς του ένα πουγγί γεμάτο νομίσματα και του είπε: «Πάρε αυτά να τα μοιράσεις στους φτωχούς!», και αμέσως εξαφανίσθηκε.

     Η φήμη της αγάπης του Αντωνίου για τον πλησίον ήταν τόσο μεγάλη, που, όταν ήλθε η στιγμή να εκλεγεί νέος πατριάρχης, επελέγη ομοφώνως από τον αυτοκράτορα και την Ιερά Σύνοδο (893). Παρά την προχωρημένη ηλικία του, ο άγιος πατριάρχης δεν μείωσε σε τίποτε τις σκληραγωγίες και συνέχισε να επιδαψιλεύει με ταπεινοφροσύνη σε όλο το πλήρωμά του τους θησαυρούς της αγάπης του. Τρέχοντας ακούραστος σαν να είχε φτερά, από ναό σε ναό, ανέπεμπε προς τον Θεό τη μεσιτεία του για τον λαό Του και μοίραζε απλόχερα χρήματα και τρόφιμα σε όσους είχαν ανάγκη. Κατά τα δύο χρόνια της πατριαρχίας του, έλαβε ιδιαίτερη μέριμνα να αποκαταστήσει την ειρήνη στην Εκκλησία, που ήταν ακόμη διαιρεμένη μεταξύ των φανατικών οπαδών του αγίου Φωτίου και του αγίου Ιγνατίου [βλ. Συναξάριο 6ης Φεβρ.]. Ανακαίνισε πλήθος ναών που είχαν καταστραφεί από τον χρόνο και ίδρυσε μονή, λίγο έξω από την πόλη, όπου αργότερα εορταζόταν η μνήμη του κάθε χρόνο. Κατά την τελευταία του ασθένεια δεν έπαψε να προσεύχεται για τον λαό του. Μόλις μαθεύτηκε ο θάνατός του (895), μια φτωχή γυναίκα με σπασμένο πόδι επικαλέστηκε ευλαβικά το όνομά του και γιατρεύτηκε κατά τον ύπνο της.


ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΗΣΤΟΣ

Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ

     Ο άγιος Χρήστος, αλβανικής καταγωγής, μετανάστευσε σε ηλικία σαράντα ετών στην Κωνσταντινούπολη, όπου ασκούσε το επάγγελμα του κηπουρού. Μια μέρα στην αγορά, συζητώντας με έναν Τούρκο για την τιμή των προϊόντων του, λογοφέρανε και ο Τούρκος για να εκδικηθεί συκοφάντησε τον Χρήστο ότι δεσμεύθηκε να ασπασθεί το Ισλάμ. Έσυρε τον άγιο στο δικαστήριο και επιβεβαίωσε την κατηγορία του με ψευδομάρτυρες. Παραμένοντας ακλόνητος στην ομολογία της Πίστεως στον Χριστό, ο Χρήστος υποβλήθηκε σε ραβδισμούς και κατόπιν τον έριξαν στη φυλακή. Εκεί βρισκόταν τότε κρατούμενος για πολιτικούς λόγους και ο περίφημος λόγιος και ποιητής Καισάριος Δαπόντε (1713-1784), που έγινε αργότερα μοναχός στο Άγιον Όρος. Φρόντισε να χαλαρώσει το τιμωρητικό ξύλο, όπου ήσαν ακίνητα και στριμωγμένα τα πόδια του μάρτυρα, και του προσέφερε λίγη τροφή για να τον ανακουφίσει. Ο στρατιώτης όμως του Χριστού αρνήθηκε λέγοντας: «Γιατί να φάω; Νηστικός και διψασμένος θέλω να πεθάνω για τον Χριστό!». Έπειτα του έδωσε μια ακονόπετρα που κρεμόταν στη ζώνη του, ώστε με τα χρήματα από την πώλησή της να τελέσει μερικές Λειτουργίες στη μνήμη του. Την ίδια μέρα, 12 Φεβρουαρίου του 1748, ήλθαν και πήραν τον άγιο για να τον αποκεφαλίσουν.

 

 

[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας».

Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),

σελ. 128–135.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Ξενοφών Κομνηνός.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήνα, Ιούνιος 20142.

Η παρούσα ανάρτηση 

αφιερώνεται

στη σεπτή μνήμη

του κατά σάρκα πατέρα μου,

Αντωνίου Τιμ. Σαράντη,

ο οποίος άφησε πολύ πρώιμα

την πολύτεκνη φαμίλια του

αυτήν ακριβώς τη μέρα,

πριν από 37 χρόνια

(Κυριακή 12–2–1984).

Αιωνία η μνήμη αυτού!

Επιμέλεια ανάρτησης:

π.Δαμιανός. ]




 

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.