Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΡΥΦΩΝ

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΡΥΦΩΝ


     Ο ένδοξος μάρτυς του Χριστού Τρύφων καταγόταν από την Λάμψακο της Φρυγίας. Οι γονείς του, άνθρωποι ταπεινοί και ευλαβείς, του ενέπνευσαν από νεαρή ηλικία τις άγιες ευαγγελικές αρετές και από νωρίς έλαβε από τον Θεό το χάρισμα να θεραπεύει ανθρώπους και ζώα από τις ασθένειες και να εκδιώκει ακάθαρτα πνεύματα, εξακολουθώντας πάντα να ασκεί το ταπεινό επάγγελμα του χηνοβοσκού.     


     Κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Γορδιανού (238–244), ένας μαινόμενος δαίμονας κυρίευσε την θυγατέρα του ηγεμόνα, χωρίς οι γιατροί και οι μάγοι να μπορούν να κάμουν το παραμικρό γι’ αυτήν. Μια μέρα ο δαίμονας ανέκραξε: «Μόνο ο Τρύφων έχει την δύναμη να με διώξει!». Ο Γορδιανός έστειλε ευθύς αξιωματούχους σε όλη την αυτοκρατορία να αναζητήσουν τον άνθρωπο αυτόν. Τον βρήκαν να βόσκει γαλήνια τις χήνες του και οδήγησαν τον δεκαεπτάχρονο νέο στην Ρώμη. Φθάνοντας εκεί, ο Τρύφων με την δύναμη της προσευχής του εξέβαλε τον δαίμονα και τον ανάγκασε να εμφανιστεί στους κατοίκους της πόλεως με την μορφή μαύρου και αποκρουστικού σκύλου και να ομολογήσει ότι ήταν όργανο του μισόκαλου Σατανά και ότι ο ίδιος, όπως και οι όμοιοί του, ήσαν ανίσχυροι απέναντι στους χριστιανούς.     


     Ευγνώμων ο αυτοκράτορας, γέμισε τον Τρύφωνα δώρα τα οποία ο άγιος μοίρασε στους φτωχούς καθ’ όλη την διαδρομή της επιστροφής στην πατρίδα του. Γύρισε στις ειρηνικές ασχολίες του, επιτελώντας θαύματα και σκορπώντας γύρω θείες ευλογίες, μέχρι τα χρόνια του διωγμού του αυτοκράτορα Δεκίου (250). Τον κατήγγειλαν τότε στον έπαρχο της Ανατολής, Ακυλίνο, ως επικίνδυνο υπέρμαχο του χριστιανισμού. Στους στρατιώτες που στάλθηκαν να τον συλλάβουν παραδόθηκε ο άγιος από μόνος του και παρουσιάσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου στην Νίκαια ακτινοβολώντας ολόκληρος θεία χάρη και αντιμετωπίζοντας με περιφρόνηση και παρρησία τόσο τις κολακείες όσο και τις απειλές του έπαρχου.     


     Πρώτα τον κρέμασαν στο τιμωρητικό ξύλο και επί τρεις ώρες τον κτυπούσαν με τα ξύλινα ξίφη που χρησιμοποιούσαν οι στρατιώτες στις ασκήσεις τους. Ο Τρύφων, όμως, έδειχνε να είναι ξένος στον πόνο και ο τύραννος διέταξε τότε να τον δέσουν πίσω από το άλογό του και να τον αναγκάσουν να τρέχει ανυπόδητος πάνω στους χαλικόστρωτους και παγωμένους δρόμους. Όταν τον έφεραν πίσω στην Νίκαια, αρνήθηκε να προσφέρει λατρεία στην εικόνα του αυτοκράτορα· τότε του έμπηξαν καρφιά στα πόδια και τον έσυραν έτσι στο κέντρο της πόλεως. Η αγάπη του, όμως, για τον Χριστό μεταμόρφωνε τους πόνους του νεαρού μάρτυρος σε θείες τρυφές και το θέαμα του μαρτυρίου προκάλεσε τον θαυμασμό του πλήθους. Οι στρατιώτες εξάρθρωσαν τα μέλη του, τον ράβδισαν λυσσαλέα και έκαψαν όλο το σώμα του με δαυλούς, ο άγιος όμως υπέμεινε τα πάντα με χαρά, προσευχόμενος υπέρ των δημίων του. Και αίφνης, στέφανος από άνθη, κεκοσμημένος με πολύτιμους λίθους ήλθε εξ ουρανού και έστεψε την κεφαλή του. Ο Ακυλίνος, ανίσχυρος και καταγέλαστος, έδωσε τότε διαταγή να τον πάρουν έξω από την πόλη και να τον αποκεφαλίσουν. Πριν, όμως, προλάβει ο δήμιος να κατεβάσει το φονικό ξίφος, ο άγιος μάρτυς παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό.


      Οι χριστιανοί της Νίκαιας έσπευσαν να τιμήσουν το τίμιο λείψανό του, αλλά ο άγιος τούς φανερώθηκε και τους αποκάλυψε ότι η θέση του ήταν στην γενέτειρά του. Ενταφιάστηκε λοιπόν στην Λάμψακο, όπου επιτέλεσε πλήθος θαυμάτων ανά τους αιώνες. Οι πιστοί επικαλούνται με πίστη την βοήθειά του για την προστασία κήπων, αμπελιών και καλλιεργειών από ακρίδες ερπετά και κάθε είδους βλαβερά ζώα.
    

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τρυφὴν τὴν ἀκήρατον,
ἰχνηλατῶν ἐκ παιδός,
βασάνους ὑπήνεγκας,
ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ,
καὶ ἤθλησας ἄριστα·
ὅθεν τὴν τῶν θαυμάτων,
κομισάμενος χάριν,
λύτρωσαι πάσης βλάβης,
καὶ παντοίας ἀνάγκης,
Τρύφων Μεγαλομάρτυς,
τοὺς σὲ μακαρίζοντας.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος α΄. Χορὸς ἀγγελικός.
Χορὸς τῶν ἀθλητῶν,
τοῦ Δεσπότου μαρτύρων,
εὐφραίνεται λαμπρῶς,
ἐπὶ τῇ πανενδόξῳ,
τοῦ Μάρτυρος σήμερον,
πανηγύρει τοῦ Τρύφωνος,
οὗ γὰρ ἔστεψεν
ἀμαραντίνῳ στεφάνῳ,
Κάραν πάντιμον,
ὁ στεφοδότης τῶν ὅλων,
ὡς Μάρτυρα κράτιστον.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Μαρτύρων τε καύχημα,
καὶ τῶν θαυμάτων πηγή,
ἐδείχθης ἀείμνηστε,
Τρύφων πιστῶν καλλονή·
λάμπεις γὰρ ἐν τῷ κόσμῳ,
ταῖς βολαῖς τῶν χαρίτων,
ἤστραψας καὶ τῷ φέγγει
τοῦ σεπτοῦ μαρτυρίου·
δι’ ὃ ὡς στεφανίτης Χριστοῦ,
πρέσβευε σωθῆναι ἡμᾶς.


Κοντάκιον.
Ἦχος πλ. δ΄. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Τριαδικῇ στερρότητι,
πολυθεΐαν ἔλυσας,
ἐκ τῶν περάτων ἀοίδιμε τίμιος,
ἐν Κυρίῳ γενόμενος·
καὶ νικήσας τυράννους
ἐν Χριστῷ τῷ Σωτῆρι,
τὸ στέφος εἴληφας
τῆς μαρτυρίας σου,
καὶ χαρίσματα θείων ἰάσεων,
ὡς ἀήττητος.
Μεγαλυνάριον.
χνεσιν ἑπόμενος ἀκλινῶς,
Τρύφων Ἀθλοφόρε,
τοῦ γνωσθέντος ἐπὶ τῆς γῆς,
τῶν αὐτοῦ χαρίτων,
δοχεῖον ἀνεδείχθης,
καὶ ἱεροῖς ἀγῶσι
Μάρτυς διέπρεψας.
Ἕτερον Μεγαλυνάριον.
λλον ὡς ἀκέστορα
καὶ ἡμεῖς,
ἔχοντάς σε Τρύφων,
ἐξαιτοῦμεν σώζειν ἡμᾶς,
ἐκ παντοίων νόσων,
καὶ βλάβης καὶ κινδύνων,
ὡς Ἀναργύρων κλέος,
ὡς Μάρτυς ἔνδοξος.


[ (1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
σελ. 9–10·
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς·
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
(2) Τρύφωνος Αλεξοπούλου
(Ιατρού):
«Ακολουθία
του Αγίου και ενδόξου
Μεγαλομάρτυρος Τρύφωνος
του Θαυματουργού
(Ποίημα Οσίου Νικοδήμου
του Αγιορείτου)·
Μετά του Βίου αυτού
συγγραφέντος
υπό Συμεών του Μεταφραστού
(Νεοελληνική απόδοση)»,
βλ. σελ. 54–55, 70 και 85·
Αθήναι, 2003.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός. ]






   Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

ΤΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ


     Ο Ευρωπαίος άνθρωπος έχει καταδικάσει σε θάνατο και το Θεό και τη ψυχή. Έτσι όμως δεν καταδίκασε και τον εαυτό του σε θάνατο, από τον οποίο δεν υπάρχει καμιά ανάσταση; Κάντε, ειλικρινά και αμερόληπτα, τον απολογισμό της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, της ευρωπαϊκής επιστήμης, της ευρωπαϊκής πολιτικής, της ευρωπαϊκής κουλτούρας και του ευρωπαϊκού πολιτισμού και θα δείτε ότι στον Ευρωπαίο άνθρωπο έχουν φονεύσει το Θεό και την αθανασία της ψυχής. Και αν προσέξετε σοβαρά μέσα στην τραγικότητα της ανθρώπινης ιστορίας, οπωσδήποτε θα καταλάβετε ότι η θεοκτονία καταλήγει πάντα στην αυτοκτονία. Θυμάστε τον Ιούδα; Πρώτος αυτός φόνευσε το Θεό και μετά εξόντωσε τον εαυτό του. Και τούτο είναι νόμος αδυσώπητος που κυριαρχεί στον πλανήτη αυτό.


     Το οικοδόμημα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, επειδή οικοδομήθηκε χωρίς τον Χριστό, κατ’ ανάγκη θα καταρρεύσει και μάλιστα πολύ σύντομα, όπως προφήτευσε ο οραματιστής Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (1821–1881) και ο θλιμμένος Νικολάι Γκόγκολ (1809–1852) πριν από πόσα χρόνια. Και μπροστά στα μάτια μας πραγματοποιούνται οι προφητείες αυτών των ορθοδόξων Σλάβων προφητών. Δέκα ολόκληρους αιώνες ανεγείρονταν ο ευρωπαϊκός πύργος της Βαβέλ και εμείς αξιωθήκαμε να δούμε αυτό το τραγικό όραμα: Ορίστε, ένα πελώριο μηδέν ανεγέρθηκε! Ήρθε γενική σύγχυση. Άνθρωπος δεν καταλαβαίνει τον άνθρωπο, ψυχή δεν καταλαβαίνει άλλη ψυχή, ένα έθνος δεν καταλαβαίνει ένα άλλο έθνος. Ξεσηκώθηκε ο άνθρωπος εναντίον του ανθρώπου, βασιλεία εναντίον βασιλείας, λαός εναντίον κάποιου άλλου λαού, ακόμη και ολόκληρη ήπειρος εναντίον κάποιας άλλης ηπείρου.


     Ο ευρωπαίος άνθρωπος έφτασε στο μοιραίο ίλιγγο, οδήγησε τον υπεράνθρωπο στην κορυφή του πύργου της Βαβέλ του, θέλοντας να αποπερατώσει με αυτόν το οικοδόμημά του, αλλά ο υπεράνθρωπος, ακριβώς πάνω σ’ εκείνη την κορυφή, τρελάθηκε και γκρεμίστηκε από τον πύργο. Και πίσω του αυτός ο ίδιος ο πύργος γκρεμίζεται και θρυμματίζεται με τους πολέμους και τις επαναστάσεις. Ο homo europaeicus («ευρωπάνθρωπος») έπρεπε αναγκαστικά να τρελαθεί στο τέλος του πολιτισμού του· και ο θεοκτόνος ήταν αδύνατο να μη γίνει μετά αυτοκτόνος. Η φιλοσοφική σκέψη του Φρίντριχ Νίτσε (1844–1900) “Wille zur Macht” («Θέληση για δύναμη») μεταβλήθηκε σε “Wille zur Nacht” («Θέληση για τη νύχτα»).


     Νύχτα, νύχτα βαριά έχει καλύψει την Ευρώπη. Γκρεμίζονται τα είδωλα της Ευρώπης και δεν είναι μακριά η μέρα, κατά την οποία, δεν θα μείνει πέτρα πάνω στην πέτρα από την κουλτούρα και τον πολιτισμό της Ευρώπης, μέσα από τους οποίους αυτή ανήγειρε πόλεις και κατάστρεψε ψυχές, θεοποίησε τα κτίσματα και απέρριψε τον Κτίστη.


     Ερωτευμένος με την Ευρώπη ο Ρώσος στοχαστής Αλεξάντερ Χέρτσεν (1812–1870), έζησε ο ίδιος σ’ αυτή για πολύ καιρό. Προς το τέλος όμως της ζωής του, πριν από πάνω από εκατό σαράντα χρόνια, έγραφε: «Γι’ αρκετό καιρό μελετούσαμε το σκουληκοφαγωμένο οργανισμό της Ευρώπης· σ’ όλα τα επίπεδα είδαμε το δάχτυλο του θανάτου… Η Ευρώπη τώρα πορεύεται προς ένα φοβερό κατακλυσμό. Οι πολιτικές επαναστάσεις γκρεμίζονται κάτω από το βάρος της αδυναμίας τους· έφτιαξαν μεγάλα έργα, που όμως δεν εκπλήρωσαν τον σκοπό τους· γκρέμισαν την πίστη, αλλά δεν πέτυχαν την ελευθερία· άναψαν στις καρδιές των ανθρώπων πόθους που δεν μπόρεσαν να εκπληρώσουν… Πρώτος εγώ λιποψυχώ και φοβάμαι μπροστά στη σκοτεινή νύχτα που έρχεται. Χαίρε, μελλοθάνατε κόσμε! Αντίο, Ευρώπη!...».


     Άδειασε ο ουρανός, γιατί ο Θεός δεν βρίσκεται μέσα του. Άδειασε η γη, γιατί δεν έχει πάνω της αθάνατη ψυχή. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός έκαμε τους δούλους του νεκροταφείο. Και αυτός ο ίδιος έγινε ένα νεκροταφείο. «Θέλω να πάω στην Ευρώπη», δηλώνει ο Ντοστογιέφσκι, «και γνωρίζω ότι μεταβαίνω σ’ ένα νεκροταφείο…».


     Πριν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, την καταστροφή της Ευρώπης την προαισθάνονταν και την προέβλεπαν μονάχα οι θλιμμένοι οραματιστές, οι ορθόδοξοι Σλάβοι. Μετά από αυτόν τον πόλεμο, άρχισαν να την διαισθάνονται και μερικοί Ευρωπαίοι. Ο πλέον τολμηρός και ο πιο ειλικρινής απ’ αυτούς είναι αναμφίβολα ο γερμανός φιλόσοφος Όσβαλντ Σπένγκλερ (1880–1936), ο οποίος, μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, αναστάτωσε τον κόσμο με το συγκλονιστικό του βιβλίο: “Untergang des Abendlandes” («Η παρακμή της Δύσης»· 1918–1922). Σ’ αυτό καταδεικνύει και αποδεικνύει, με όλα τα μέσα που του προσφέρει η ευρωπαϊκή επιστήμη, η φιλοσοφία, η πολιτική, η τεχνική, η τέχνη και η θρησκεία, ότι η Δύση πέφτει και καταρρέει. Από τον πρώτο κιόλας παγκόσμιο πόλεμο, παρά τη φαινομενική αίγλη της, η ίδια η Δύση πνέει τα λοίσθια. Ο δυτικός πολιτισμός, ο πολιτισμός του γερμανού μάγου και αλχημιστή Γιόχαν Φάουστ (1480–1541), κατά τον Σπένγκλερ, άρχισε κατά τον 10ο αιώνα μ.Χ. και, τώρα, βρίσκεται σε κατάσταση αποσύνθεσης και καταστροφής και, τελικά, πρόκειται να εξαφανιστεί προς το τέλος του 22ου αιώνα. Μετά τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, σκέφτεται ο Σπένγκλερ, έρχεται ο πολιτισμός του Ντοστογιέφκι, ο πολιτισμός της Ορθοδοξίας.


     Μέσα από όλες τις πολιτιστικές του εφευρέσεις ο ευρωπαίος άνθρωπος πεθαίνει και εξαφανίζεται απότομα. Ο ναρκισσισμός της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας είναι ο τάφος, από τον οποίο η ίδια δεν θέλει, γι’ αυτό και δεν μπορεί να αναστηθεί. Το γεγονός ότι είναι ερωτευμένη με τη λογική της, αυτό είναι το μοιραίο πάθος της, που την ερημώνει. Η μόνη σωτηρία από αυτό το γεγονός είναι, όπως ισχυρίζεται ο Γκόγκολ, ο Χριστός. Ο κόσμος όμως, «διασκορπισμένος σε εκατομμύρια φωτεινά αντικείμενα που του σκορπίζουν τις σκέψεις του παντού, δεν έχει τη δύναμη να συναντηθεί άμεσα με τον Χριστό».


     Ο τύπος του Ευρωπαίου ανθρώπου που έχει κερδίσει όλο τον κόσμο, έχει χρεοκοπήσει μπροστά στα βασικά προβλήματα της ζωής. Ο ορθόδοξος Θεάνθρωπος όμως τα έχει λύσει όλα. Ο ευρωπαίος άνθρωπος έλυσε τα προβλήματα της ζωής με το μηδενισμό· ο Θεάνθρωπος με την αιώνια ζωή. Για τον ευρωπαϊκό «δαρβινοφαουστικό» άνθρωπο, το κύριο θέμα στη ζωή είναι η αυτοσυντήρηση· για τον άνθρωπο του Χριστού η αυτοθυσία. Ο πρώτος, λέει: «Θυσίασε τον άλλον για χάρη του εαυτού σου!»· ενώ ο δεύτερος: «Θυσίασε τον εαυτό σου για χάρη των άλλων!»… Ο Ευρωπαίος άνθρωπος δεν έχει λύσει το καταραμένο πρόβλημα του θανάτου· ο Θεάνθρωπος όμως, το έλυσε με την Ανάστασή Του.


     Αναμφίβολα, οι αρχές και οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής κουλτούρας και του πολιτισμού είναι χριστομάχες. Για πολύ καιρό διαμορφωνόταν ο τύπος του Ευρωπαίου ανθρώπου, μέχρις ότου αντικατέστησε αυτός τον Θεάνθρωπο Χριστό με τη φιλοσοφία και την επιστήμη του, με την πολιτική και την τεχνική του, με τη θρησκεία και την ηθική του. Με τα σύγχρονα τεχνικά μέσα και τις πολιτικοκοινωνικές επαναστάσεις, που είναι και αυτές γέννημα και θρέμμα αυτής της ίδιας της Ευρώπης, αυτός ο τύπος του Ευρωπαίου ανθρώπου καθίσταται πρότυπο του τέλειου ανθρώπου για όλη την οικουμένη! Έτσι, σαν να πραγματοποιείται ενώπιόν μας ο τραγικός λόγος της Αποκάλυψης: «Από το μεθυστικό κρασί της πορνείας της (Ευρώπης) έχουν πιει όλα τα έθνη. Οι βασιλιάδες της γης πόρνεψαν μαζί της και οι έμποροι όλου του κόσμου πλούτισαν από τη χλιδή της ακολασίας της» (Αποκ. 18, 3). Και, τι σπουδαίο έκανε η Ευρώπη για να την αγαπήσουν τόσο; Χρησιμοποίησε τον Χριστό «σαν μια γέφυρα μόνο, από την απολίτιστη βαρβαρότητα στην πολιτισμένη βαρβαρότητα, δηλαδή από την άτεχνη προς την έντεχνη βαρβαρότητα» (Episkop Nikolaj [Velimirović· 1881–1956], “Reci o Svecoveky”, σ. 334).


     Τα συμπεράσματά μου για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό εμπεριέχουν κάτι το πολύ καταστροφικό. Δεν πρέπει όμως να μας εκπλήσσει αυτό, γιατί αναφέρομαι για την πλέον καταστροφική περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας, για την αποκάλυψη που αφορά την Ευρώπη. Η φρίκη αυτής της αποκάλυψης συντρίβει και το σώμα και το πνεύμα της. Όντως, γι’ αυτόν που έχει μάτια για να βλέπει, η Ευρώπη και ο πολιτισμός της, που σήμερα προσδιορίζει τη μοίρα του κόσμου, βρίσκονται σιμά στο ηφαίστειο των αντιφάσεων· εάν δεν απομακρυνθούν από εκεί, είναι πολύ πιθανό σύντομα να εκραγούν και να επέλθει η οριστική καταστροφή ολόκληρου του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ
(1894–1979)



[Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς:
«Η Ορθόδοξος Εκκλησία και ο Οικουμενισμός»,
β΄ μέρος, κεφ. 3ο, σελ. 161–165,
μετάφραση των (τότε ιερομονάχων):
Αμφιλοχίου Ράντοβιτς και Αθανασίου Γιέβτις,
έκδοσις «Ορθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη 1974.
μεταφορά στην απλή δημοτική:
π. Δαμιανός.]









ΘΗΡΙΟΦΙΛΙΑ – ΘΗΡΙΟΜΑΧΙΑ

ΘΗΡΙΟΦΙΛΙΑ – ΘΗΡΙΟΜΑΧΙΑ


     Στην αρχή αρχίζουν όλα με μια εμπιστοσύνη και φιλία, από καθαρή αφέλεια. Αν όμως είχαμε πραγματικά αγάπη για τη ψυχή μας, θα είχαμε οπωσδήποτε προσοχή και σύνεση. Γιατί μόνο μ’ αυτές μπορεί να διακρίνει κανείς τη διαφορά ανάμεσα στο φίλο και το θεριό, τη θηριοφιλία και τη θηριομαχία. Και θηρία να νοήσεις συλλήβδην όλους τους πονηρούς ή απατηλούς λογισμούς που προσεγγίζουν την καρδιά του ανθρώπου πάντα ψευδοστοργικά και πάντα αιμοβόρα. Για τους οποίους, όχι μόνο η φιλία, αλλά ούτε ακόμη και αυτή η μάχη συμφέρει σε κανέναν…


π. Δαμιανός








Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

ΣΥΓΝΩΜΗ

ΣΥΓΝΩΜΗ


      Είχε πει τα εξής ο Άγιος Εφραίμ: «Αν συμβεί να λογομαχήσουν δύο αδελφοί, εκείνος που ζητά συγνώμη πρώτος, θα πάρει το στεφάνι της νίκης. Στεφανώνεται όμως και ο δεύτερος, αν δεν απορρίψει τη συγνώμη του πρώτου, αλλά φροντίσει και αυτός για τη συμφιλίωση».
      Ρώτησαν και κάποιον άλλον γέροντα να τους πει «τι είναι ταπείνωση» και αυτός αποκρίθηκε: «Το να συγχωρήσεις τον αδελφό σου, όταν σφάλει σ’ εσένα, προτού καν αυτός σου ζητήσει συγνώμη».

«ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ»


[«Ε υ ε ρ γ ε τ ι ν ό ς
Λόγοι και Διδασκαλίες Αγίων Πατέρων»,
τόμ. Γ΄, υπόθ. ΛΗ΄ (38), σελ. 317–318,
μετάφραση: Δημήτρης Χρισταφακόπουλος,
εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 20061.]








Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

ΤΟΥΤΗ Η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΠΝΟΗ

ΤΟΥΤΗ Η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΠΝΟΗ


     Όταν απουσιάζει η προσευχή από την καρδιά, θαρρείς πώς όλα σ’ αυτόν τον κόσμο γίνονται μάταια, άσκοπα, αδιάφορα, απειλητικά, αβάσταχτα, επίμοχθα και φοβερά. Τα «έργα» εδώ, όσο και «θεάρεστα» να είναι, μοιάζουν με θλιβερά πετροχαλάσματα που συσσωρεύονται για να καλύψουν το μέσα χάσμα που δίνει συνεχώς προς τα έξω μονάχα δριμύ άλγος. Είθε, όλες οι μνήμες που κρατά φυλαγμένες η κουρασμένη διάνοια, μνήμες από πρόσωπα, από σχέσεις και από την αβόλιστη ενδοχώρα του εαυτού μας, να γίνουν βαθμιαία αξεδίψαστη προσευχή της καρδιάς. Η προσευχή· τούτη η αρχέγονη και υπερκόσμια Πνοή του Θεού δεν γίνεται να μη δώσει την ατελεύτητη καθαρή ζωή της σε όποιον γυρέψει να τη ζήσει. Ο κόσμος αυτός, μέσα μας, τριγύρω μας, δεν έγινε εξαρχής για να μη ζήσει και πορευθεί αυθεντικά. Όλοι μας οι παλμοί ραγίζουν κραυγάζοντας με το χτύπο τους εκείνο το λυτρωτικό μυστικό, που όλο το εγκόσμιο σύστημα απαιτεί φθονερά να σιγήσουμε: η ζωή ανήκει στην Προσευχή, που είναι η ζηλευτή ζωή των απάντων. Και μέσα στις φλέβες του ανθρώπου, άρα και του κόσμου που ζει, εάν δεν κυλήσει ελεύθερα και αβίαστα η Προσευχή και, κυρίως, Αυτός και Εκείνος που δεν έπαυσε ποτέ από το να δίνει ευχή στα χείλη του κάθε ειλικρινά ευχόμενου ανθρώπου (πρβλ. Α΄ Βασ. 2:9), τότε είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι θα περάσει από μέσα τους η αρά του τίποτα, το κάθε κενό και άχθος, ο κάθε πόνος, ο κάθε μικρός ή μεγάλος θάνατος. Το πνεύμα μας από την επίμονη ιερή επίκληση εισέρχεται με ακραία και ακόρεστη λαχτάρα στη λατρεία του Θεού και μεταλαμβάνει κατάπληκτο αυτούσια ζωή, η πρωτόφαντη ενέργεια της οποίας, στέκεται στο επέκεινα κάθε άλλης γνώριμης ή περιγραπτής ζωής. Ευλογία Θεού!...


π. Δαμιανός









ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ

ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ


     Λειτουργούσε καθημερινώς. Όταν τον ρωτούσες, αν αύριο θα έχει Λειτουργία, απαντούσε στερεότυπα: «Αν θέλει ο Θεός, θα λειτουργήσω». Ξυπνούσε, πλενόταν, χτενιζόταν και με σταθερά βήματα, σιωπηλός κατευθυνόταν μπρος στην Ωραία Πύλη να «πάρει καιρό» («Καιρός»: μικρή ακολουθία που τελεί απαραίτητα ο ιερεύς πριν την ακολουθία της Πρόθεσης και τη Θ. Λειτουργία). Τυλιγμένος στο ράσο του και στο κουκούλι, διάφανος μέσα στο μισοσκόταδο του ναού, περιστοιχισμένος από τις πέντε μικρές γαλάζιες φλογίτσες των καντηλιών σαν από αστέρια του ουρανού. Κάποια στιγμή χτυπούσε το κουδουνάκι, για να μνημονεύσουμε τα πολλά ονόματα που για χρόνια μνημόνευε, μια και δέχτηκε γι’ αυτά κάποια μικρή ευλογία. 

     Πολλές φορές μνημονεύαμε δίπλα του μέσα στο ιερό. Λευκοντυμένος –μια άσπρη υφαντή στολή είχε όλα τα χρόνια– με κατάλευκα γένια και μαλλιά, με το βλέμμα σπινθηροβόλο και παρατεταμένο στα δίπτυχα (χαρτιά με ονόματα ψυχών) που κρέμονταν κυκλικά στην αγία Πρόθεση. Μπροστά του το Άγιο Ποτήριο σκεπασμένο, το Άγιο Δισκάριο να δέχεται τα ψίχουλα των ψυχών, ζώντων και τεθνεώτων, που αδιάλειπτα με τη λόγχη στο χέρι έβγαζε. Πιο ’κει η λουσέρνα (=είδος γυάλινου σφαιρικού φωτιστικού με φιτίλι και λάδι) έριχνε το ταπεινό φως της στα δίπτυχα των ονομάτων, στα άγια σκεύη, στα λευκά άμφια και σ’ ένα πρόσωπο εκπάγλου κάλλους, ροδαλό κι ακτινοβόλο, σαν βυζαντινής εικόνας. Το κεφάλι γυμνό–φαλακρό πολλαπλασίαζε τη φωτεινότητα και τη χάρη. 

     Τελείωνε το μνημόνευμα και έβαζε «ευλογητός» για την τρίτη και έκτη Ώρα. Θυμίαζε και έβαζε «ευλογημένη η βασιλεία». Σύννους, με κινήσεις σταθερές, σίγουρες, ελάχιστα αργές, ιεροπρεπής τελετουργός. Είχες την αίσθηση ότι έρχεται από ένα σεβαστό, βαθύ παρελθόν, για να συνεχίσει με σιγουριά σ’ ένα ατελείωτο μέλλον.

     Η φωνή του βαθύτονη, σιγαλερή, γλυκιά κι απόμακρη, βγαλμένη από τα έγκατα μιας άυλης ψυχής, μαρτυρία παρουσίας λόγου Θεού.


     Πώς να μέλπει (=να ψάλλει) τα της Θ. Λειτουργίας το διδάχτηκε από τον Γερο–Ιωσήφ στη νεότητά του. Ο Γερο–Ιωσήφ δεν άφηνε κανέναν άλλο να τον ξελειτουργάει και χαιρόταν τόσο στην ατμόσφαιρα που δημιουργούσαν, ώστε έλεγε: «Δεν πιστεύω να γίνεται στο Άγιον Όρος καλύτερη Θ. Λειτουργία». Απόλυτα συγκεντρωμένος στα τελούμενα, δεν έκανε το παραμικρό λαθάκι στα τόσα χρόνια που τον παρακολουθούσαμε. Και όταν εμείς λειτουργούσαμε, κάθε τόσο μ’ ένα απότομο ύψωμα του βλέμματος στιγμάτιζε κάτι που έπρεπε να διορθώσουμε. Ουδέποτε μιλούσε ή ασχολιόταν με τα τυπικά της Θ. Λειτουργίας. «Ο λειτουργός πρέπει να φυλάγεται από τυχόν αιτίες ταραχής». 

     Έλεγε: «Για μένα η Λειτουργία είναι προσευχή. Η πιο σπουδαία προσευχή». Αλλά απέφευγε να κατανύσσεται, για να μην τον ακούνε. Είχε δόγμα του να κρύβει την κατάνυξή του. Σε σπάνιες περιπτώσεις, που δεν μπορούσε να κρυφτεί γιατί τον έπαιρναν «σβάρνα» τα δάκρυα, σιωπούσε για λίγο.


     Θερμαινόταν ολόκληρος λειτουργώντας. Το πρόσωπο και το κεφάλι ήταν υπεραιμικά, ροδαλά σαν κάποιου χειρώνακτα. Συχνά κάθιδρα. Το καλοκαίρι πάντοτε θα άλλαζε μετά τη Λειτουργία. Τον δε χειμώνα, πού να τολμήσουμε να βάλουμε τη θερμάστρα πετρελαίου πάνω από το ένα! Εμείς τουρτουρίζαμε κι εκείνος ζεσταινόταν. Την αιτία την καταλάβαμε αργότερα. Όταν σταμάτησε να λειτουργεί, τότε ζητούσε να «ανεβάσουμε» τη θερμάστρα. 

     Κάποτε έκανε απόλυση και σήκωσε το συνήθως χαμηλωμένο βλέμμα του.
     –Γιατί με κοιτάς; ρώτησε τον αδελφό που τον ξελειτουργούσε μόνος.
     –Να, έτσι! του απάντησε ξερά.
     Όμως προσπαθούσε να χορτάσει, να καταφάει άπληστα το πανέμορφο, θεοχαρίτωτο εκείνο πρόσωπο, το γεμάτο γλυκιά φωτεινότητα και τέλεια αγνότητα. Τα πρόσωπο που τότε, τα πρώτα χρόνια, πριν σφραγισθεί από το γήρας, σήκωνε ένα βλέμμα αετού, που σε διαπερνούσε ως τα μύχια της ψυχής σου. Πολλοί νόμιζαν ότι πρόκειται για πνευματική ακτινογραφία. Όμως όχι! Το αετίσιο βλέμμα προερχόταν από καρδιά αρνίου. Απλή και απονήρευτη.


     Στο τέλος της Θ. Λειτουργίας απαραιτήτως κόλλυβα για τρισάγιο. Αν έδινες ονόματα, ζητούσε πρώτα τα κεκοιμημένα. Έλεγε: «Εμείς οι ζώντες κάτι μπορούμε να κάνουμε για τον εαυτό μας. Οι κεκοιμημένοι όμως από ’μας περιμένουν...». 

     Τη μεγάλη πατρική ευχή και την οσιακή πρεσβεία του Γέροντος Εφραίμ του Κατουνακιώτου (1912–1998) να έχουμε όλοι μας, σύμμαχο και βοηθό, στη ζωή και τον αγώνα μας!
     Αμήν. Γένοιτο.


[«Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης»,
κεφ. ε΄, §8, σελ. 119–121,
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Άγιος Εφραίμ»,
Κατουνάκια Αγίου Όρους, 2000.]







Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ· Η ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ·
Η ΚΑΤΑΞΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


     Ο άνθρωπος, δεν είναι μόνο ένα ελεύθερο και ευχαριστιακό ζώο, είναι και ένα κοινωνικό ζώο. Αυτό είναι το τρίτο διακριτικό του σημείο. Είναι, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, «ζώον πολιτικόν», επειδή γίνεται αληθινός άνθρωπος, γίνεται ο πραγματικός εαυτός του, μόνο όταν ζει σε μία «πόλη», μέσα σε μία οργανωμένη κοινωνία. Ακόμη και ο ερημίτης χρειάζεται να προετοιμαστεί για την ερημητική ζωή, συμμετέχοντας κατ’ αρχάς στην κοινοτική ζωή μιας μοναστικής αδελφότητας. Ο άνθρωπος είναι διαλογικός: σύμφωνα με τον Σκωτσέζο φιλόσοφο John Macmurray (1891–1976), «δεν μπορεί να υπάρξει άνθρωπος μέχρι να βρεθούν τουλάχιστον δύο άνθρωποι σε επικοινωνία».

1. «Ας κάνουμε τον άνθρωπο»


     «Και είπε ο Θεός· ας κάνουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική μας εικόνα και ομοίωση» (Γεν. 1, 26). «Ας κάνουμε τον άνθρωπο»: οι Έλληνες Πατέρες μάς λένε πως η φράση αυτή δείχνει σαν να συσκέπτονται όλα μαζί τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα της Αγίας Τριάδας, κατά την εικόνα δηλαδή του Θεού, που δεν είναι ακριβώς ένας, αλλά Μονάς εν Τριάδι. Ο άνθρωπος λοιπόν καλείται να φανερωθεί, όπως ο Θεός «εν κοινωνία» ή μέσα στην κοινότητα. Όπως ακριβώς ο Θεός δεν είναι μεμονωμένη μονάδα, αλλά ένωση τριών προσώπων, που κατοικεί το ένα μέσα στο άλλο, χάριν μιας κίνησης ακατάπαυστης της αμοιβαίας αγάπης, έτσι και ο άνθρωπος ολοκληρώνεται, μόνο όταν ζει μέσα στους άλλους και για τους άλλους. Γινόμαστε άνθρωποι μέσα από τη συμμετοχή.

2. Να μάθουμε πώς να μοιραζόμαστε το κρεμμύδι


     Ο Ρώσος λογοτέχνης Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (18211881), γι ακόμη μια φορά μας προσφέρει την κατάλληλη εικόνα. Στο έργο του «Αδελφοί Καραμαζώφ» (Νοέμβριος 1880), περιλαμβάνει ένα ανέκδοτο που άκουσε κάποτε για μια διεφθαρμένη γριά που ξύπνησε μετά το θάνατό της μέσα σε μια λίμνη φωτιάς. Ο φύλακας άγγελός της, προσπαθώντας να κάνει ο,τιδήποτε ήταν δυνατό για να τη βοηθήσει, μπόρεσε να θυμηθεί τη μόνη καλή πράξη που είχε κάνει σ’ ολόκληρη τη ζωή της: κάποτε, είχε δώσει ένα κρεμμύδι από τον κήπο της σε μια ζητιάνα. Έτσι, βρήκε και πήρε αυτό το κρεμμύδι, λέγοντας στην ηλικιωμένη γυναίκα να πιαστεί απ’ αυτό και να κρατηθεί γερά και, κατόπιν, άρχισε να την τραβάει έξω από τη λίμνη. Εκτός από αυτήν όμως, δεν ήταν και ο μοναδικός άνθρωπος που βρισκόταν μέσα στη λίμνη· όταν οι άλλοι εκεί είδαν τι συνέβαινε, μαζεύτηκαν γύρω της και κρεμάστηκαν από πάνω της με την ελπίδα να βγουν κι αυτοί έξω από τη λίμνη. Θορυβημένη όμως η γριά και θυμωμένη, άρχισε να τους κλωτσάει. «Φύγετε!», φώναζε· «Εμένα τραβούν έξω κι όχι εσάς. Το κρεμμύδι είναι δικό μου κι όχι δικό σας!». Τη στιγμή που πρόφερε αυτά τα λόγια, το κρεμμύδι έσπασε στα δύο και η δύστυχη γριά έπεσε ξανά μέσα στη λίμνη· καίγεται δε εκεί μέχρι σήμερα.

     Αν η ηλικιωμένη αυτή γυναίκα είχε πει «το κρεμμύδι είναι δικό μας», δεν θα είχε άραγε αυτό αποδειχθεί αρκετά στερεό για να τραβήξει όλους από τη φωτιά; Μόλις όμως είπε «είναι δικό μου κι όχι δικό σας», έπεσε από το ανθρώπινο επίπεδο. Αρνούμενη τη συμμετοχή, αποκήρυξε την προσωπικότητά της. Το γνήσιο ανθρώπινο πρόσωπο, πιστό στην εικόνα του Τριαδικού Θεού, είναι αυτό που συνεχώς λέει: όχι «εγώ», αλλά «εμείς»· όχι «δικό μου», αλλά «δικό μας».
     Η Προσευχή που μας δίδαξε ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, αρχίζει με το «Πάτερ ημών» και όχι με το «Πάτερ εμού». Αυτό που διακρίνει την πρώτη αποστολική κοινότητα των χριστιανών των Ιεροσολύμων, είναι ακριβώς η πράξη του μερισμού: «Όλοι τους ήταν αφοσιωμένοι στη διδασκαλία των Αποστόλων και στη μεταξύ τους κοινωνία, στη τέλεση της θείας Ευχαριστίας και στις προσευχές. Όλοι οι πιστοί ζούσαν μαζί και είχαν τα πάντα κοινά» (βλ. Πράξ. 2, 42–44). Πόσο μεγάλη ανάγκη είναι, εμείς οι χριστιανοί, μετά από τόσους αιώνες, να ξαναποκτήσουμε αυτή την αίσθηση της κοινότητας και να ξαναμάθουμε πώς να μοιραζόμαστε το κρεμμύδι!

3. Η μοιρασιά της αγάπης
με την αίσθηση του κατεπείγοντος


     Πρότυπο αυτού του μοιράσματος (της αγάπης και της κοινωνίας) προβάλλεται πάλι η Παρθένος Μαρία. Μόλις έλαβε το μήνυμα του Ευαγγελισμού, η άμεση αντίδρασή της ήταν «να σηκωθεί και να πάει γρήγορα σε μια πόλη της ορεινής Ιουδαίας» (βλ. Λουκ. 1, 39), για να μοιραστεί τα καλά νέα με την εξαδέλφη της την Ελισάβετ (βλ. Λουκ. 1, 39–56). Σημειώστε τη σπουδή, την αίσθηση του επείγοντος: αισθανόταν η Παναγία πώς δεν μπορούσε να κρατήσει τα νέα μόνο για τον εαυτό της.

4. «Πρόσωπο» και «όψη»


     Αυτό που δείχνει η παραβολή των προβάτων και των εριφίων (βλ. Ματθ. 25, 31–46) είναι πως το κριτήριο στην τελική Κρίση κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, δεν θα είναι ούτε οι εσωτερικές σκέψεις και τα αισθήματά μου, ούτε τα οράματα και οι εκστάσεις μου. Ούτε θα ερωτηθώ για τους ασκητικούς μου αγώνες, τη νηστεία και τις μετάνοιές μου. Θα ερωτηθώ όμως αν έθρεψα τους πεινασμένους, αν επισκέφτηκα τους φυλακισμένους και τους αρρώστους, αν φιλοξένησα τον άγνωστο αδελφό. Αυτά, είναι όσα θα ερωτηθώ. Μ’ άλλα λόγια· Πώς σχετίζομαι με τους συνανθρώπους μου; Μοιράστηκα όσα έχω; Ήμουν απλώς ένα άτομο, στραμμένο αποκλειστικά στον εαυτό μου; Ή ήμουν ένα αυθεντικό πρόσωπο, που έζησα σε διαρκή κοινωνία με τους άλλους; Δεν είναι απλή σύμπτωση πως η ελληνική λέξη «πρόσωπο» σημαίνει επίσης και «όψη». Είμαι ένα ζωντανό πρόσωπο και όχι κάποιο τυχαίο άτομο, μόνον όταν αντικρίζω τους άλλους, μόνον όταν ατενίζω τα μάτια τους και τους επιτρέπω επίσης ν ατενίσουν και τα δικά μου. Το Άγιο Πνεύμα που κατοικεί στην καρδιά μας, είναι ένα πνεύμα κοινωνίας: με το να καθιστά τον καθένα διαφορετικό από τον άλλο, ταυτόχρονα, μας κάνει όλους ένα.

5. «Θα έπρεπε να ήσουν επάνω στον καναπέ»


     Ζώντας σε μια κοινωνία που γίνεται όλο και πιο ψυχρή και μοναχική, η κλήση μας ως χριστιανών είναι να ξαναδώσουμε αξία στη σημασία της προσωπικής κοινωνίας. Δεν θα πρέπει να επιτρέψουμε στις μηχανές να κυριαρχήσουν.
     Υπάρχει η ιστορία για έναν άνθρωπο που πήγε να δει έναν ψυχίατρο. «Μου είναι ευκολότερο να συγκεντρωθώ», του είπε ο ψυχίατρος, «αν δεν κοιτάζω το πρόσωπό σου. Ξάπλωσε στον καναπέ κι εγώ θα καθίσω εδώ στη γωνία πίσω από την κουρτίνα». Μετά από λίγη ώρα ο άνθρωπος άρχισε ν ανησυχεί, επειδή η σιγή πίσω από την κουρτίνα ήταν αρκετά ύποπτη. Πατώντας στα δάχτυλα των ποδιών του, διέσχισε το δωμάτιο και κρυφοκοίταξε πίσω από την κουρτίνα. Οι υποψίες του επιβεβαιώθηκαν. Είδε μια καρέκλα και πίσω της μια πόρτα· όμως επάνω στην καρέκλα δεν καθόταν ο ψυχίατρος, αλλά ένα μαγνητόφωνο! Με το δίκιο του, ο άνθρωπος, ταράχτηκε. Είχε αφηγηθεί όλη την ιστορία του πολλές φορές σε διάφορους ψυχιάτρους και, μάλιστα, την είχε καταγράψει σε ταινία. Έτσι, έβγαλε κι αυτός ένα μαγνητόφωνο από τη τσάντα του, το έβαλε στον καναπέ, και το άναψε. Έπειτα, κατέβηκε, διέσχισε το δρόμο και κάθισε για έναν καφέ. Μέσα στο καφενείο βρήκε τον ψυχίατρο που έπινε ήδη τον καφέ του· ο άνθρωπος προχώρησε και κάθισε στο ίδιο τραπέζι. «Κοίταξε», διαμαρτυρήθηκε ο ψυχίατρος, «δεν θα έπρεπε να βρίσκεσαι εδώ· θα έπρεπε να είσαι επάνω στον καναπέ και να λες την ιστορία σου». «Πολύ σωστά!», απάντησε ο άνθρωπος. «Το μαγνητόφωνό μου μιλά στο μαγνητόφωνό σου!».

     Ως χριστιανοί, πρέπει να επιβεβαιώσουμε την ύψιστη σημασία της άμεσης μετοχής, της άμεσης συνάντησης, όχι της μηχανής προς τη μηχανή, αλλά του προσώπου προς το πρόσωπο…

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ WARE

[Κάλλιστου Ware:
«Η εντός ημών βασιλεία»,
κεφ. 2ο, §5, σελ. 58–62,
μετάφραση από αγγλικά:
Ιωσήφ Ροηλίδης,
εκδόσεις «Ακρίτας»,
Αθήνα, Σεπτέμβριος 20003.]