Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

ΟΣΟ ΒΟΟΥΜΕ, ΤΟΣΟ ΘΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!

ΟΣΟ ΒΟΟΥΜΕ, ΤΟΣΟ ΘΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ!

     
     Κυριακή ΙΔ΄ του Λουκά· «Τοῦ τυφλοῦ» (βλ. Λουκ. 18, 35–43) κατά το χειμερινό ευαγγελιοδρόμιο των Κυριακών. «Τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν». Κάποιος τυφλός καθόταν πλάι στο δρόμο ζητιανεύοντας. Πόσο του μοιάζουμε αυτού του τυφλού ζητιάνου! Όταν δεν έχεις το ζωογόνο Φως Του, κάθεσαι, ακινητοποιείσαι και μουδιάζεις· τα χαρίσματα, οι εφέσεις, οι πόθοι, οι δυνάμεις, οι δυνατότητες, οι αξίες και οι ικανότητες, όλη σου η ύπαρξη μένει αργή, ανενεργή, ζητιανεύοντας από κάπου αόριστα φως, ελπίδα, δύναμη και χαρά. Αλλά, παρά την οδύνη της αορασίας μας, τελικά δεν πειράζει που είμαστε τυφλοί όλοι. Άλλος λίγο, άλλος πολύ. Πάγκοινη και γνωστή η βρότεια τυφλότητα, η ανθρώπινη αφεγγιά του νου. Πιο πολύ πειράζει που δίνουμε τόση αυτοκτονική σημασία στον «προάγοντα» κόσμο· τον κόσμο των παθών, των σκιών, των αδυναμιών, των λυπών, των φόβων και των ενοχών μας· τον κόσμο που, μια ζωή και για μια ζωή, δεν κάνει τίποτ’ άλλο από το να μας «επιτιμά για να σωπάσουμε». Το θρησκευτικό σύστημα αγαπά υπερβαλλόντως τη σιωπή, γιατί είναι το ίδιο πιστός ουραγός πάσης ανελευθερίας. Ο Χριστός όμως αγαπά τη λαλιά και την έκφραση της καρδιάς μας και αυτή είναι που προκαλεί με την ανεξιχνίαστη αγάπη Του μέσα από τις συμβάσεις του βίου ως αγνό κέλευσμα της δικής μας ελευθερίας προς Αυτόν. Αν θέλουμε να ζήσουμε τον Χριστό, είναι ανάγκη να θραύσουμε τη σιωπή των τύπων και των ευτρεπισμών. Όποιος πειθαναγκάζεται σε μια αλάλητη ζωή, επιτείνει μέσα του την τυφλότητα που κυριαρχεί κατά κανόνα στον αφώτιστο κόσμο. Ο χρόνος κάποτε καθίσταται κρίσιμος για τη σωτηρία μας, γι’ αυτό όχι άλλη σιωπή! Το είναι μας αφουγκράζεται με αγωνία το πέρασμα της ὀντως Ζωής και αναστατώνεται. Ο πόθος για την αληθινή ζωή, τη ζωή του Χριστού στα φυλλοκάρδια μας, τώρα μετατρέπεται σε ολόθερμο, ικέσιο φθόγγο, σε κραυγή που κατασυγκινεί το θείο. Αρχίζουμε αίφνης να καταλαβαίνουμε ότι η θεία Αγάπη δεν μας εγκατέλειψε κι ας πιστεύαμε πολλές φορές κάτι τέτοιο. «Ὁ Ἰησοῦς παρέρχεται». Ο Ιησούς περνάει από ’μας και προσεγγίζει τη σκοτία και σκοτοδίνη μας. Σιμώνει την αβλεψία και την αφεγγιά μας. Περνάει κοντά και μέσα στην ανυποψίαστη ζωή μας το αγαλλίαμα, το ποθούμενο και το ανέσπερο Φως της ψυχής μας· ο Χριστός. Το μόνο που μας μένει είναι, τώρα πια, είναι να «βοούμε» ακράτητα σαν τον επαίτη τυφλό: «Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με!». Όσο κάνουμε το λάθος και υποχωρούμε στο άστοργο επιτίμιο που μας επιφυλάσσει ο ψυχόλεθρος κόσμος και το ανάλγητο σύστημά του, όσο σιωπούμε και δεν ελευθερώνουμε την κραυγή της ψυχής μας, όσο κρατούμε φιμωμένες και ανέκφραστες τις λαχτάρες του είναι μας, τόσο το πικρό σκοτάδι θα καθηλώνεται, θα ριζώνει και θα παραμένει μέσα μας κι εμείς θα βουλιάζουμε ανήμποροι μέσα σε αυτό. Όσο βοούμε, τόσο θα βλέπουμε. Θα βλέπουμε εξακολουθητικά Αυτόν, που είναι το Φως, η Ζωή, αλλά και η Οδός, δηλαδή ο μυστικός και προσωπικός μας τρόπος προς το Φως και τη Ζωή. Και όσο θα βλέπουμε, βοώντας και κραυγάζοντας με μεθυστική αγάπη, τόσο η ζωή μας θα σταματήσει να φοβάται και να «προσαιτεῖ» μόνη, «παρὰ τὴν ὁδόν» της φθοράς και των φθειρομένων, έξω από τα υπερήφανα και βλοσυρά τείχη μιας ανεγκάρδιας και απρόσωπης πόλης, δηλαδή της κάθε άφιλης, άχαρης, άπτερης και αυτασφαλισμένης κοινωνίας, στην οποία πολλοί θα θέλανε να ανήκουμε αναπόσπαστα και υποτακτικά· γιατί η καρδιά μας θα έχει γίνει ανείπωτα ελεύθερα ένα με το Φως, ένα με την ανεκδιήγητη χαρά για τούτο το Φως που ελάβαμε, για το Φως που λαμβάνουμε, όσο εμείς βοούμε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με!».

π. Δαμιανός





Επιτρέπεται 
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων 
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου