Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιορείτικα πρόσωπα και περιστατικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγιορείτικα πρόσωπα και περιστατικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

«ΑΜΑ ΧΑΘΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ…»

«ΑΜΑ ΧΑΘΕΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ…»

     Έλεγε ο άνθρωπος του Θεού, ο μυστικός αθωνίτης ασκητής, ο Γερο–Δαμασκηνός ο «Κομποσχοινάς» (†6-1-1993), από την Καλύβη της Αναλήψεως, της Κουτλουμουσιανής Σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος, τα εξής:

     «Η Ελλάδα είναι το βασίλειον του Χριστού και της Παναγίας. Άμα χαθεί η Εκκλησία, θα χαθεί και η Ελλάδα!».

 

[ «Από την

ασκητική και ησυχαστική

αγιορειτική παράδοση»,

Μέρος 3ο, Κεφ. 39ο, σελ. 495.

Άγιον Όρος, 2011.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]






 

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση

των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται

απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

ΟΣΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΗΝΟΣ


ΟΣΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΗΝΟΣ


     Ο όσιος πατήρ ημών Παύλος ήταν γιος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβή (811-813) [1] και της αξιοθαύμαστης Προκοπίας, θυγατέρας του αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄. Στο άγιο Βάπτισμα έλαβε το όνομα Προκόπιος. Μετά την εκθρόνιση του Μιχαήλ Α΄, ο σφετεριστής Λέων ο Αρμένιος (813-820) διέταξε να ευνουχιστεί ο Παύλος, ο οποίος νεαρός ακόμη άρχισε να καταγίνεται στη μελέτη των αγίων Γραφών και στη σύνθεση ιερών ύμνων και απέκτησε τόση φήμη για τις γνώσεις του, ώστε έλαβε την προσωνυμία «ύπατος των φιλοσόφων». Κρυφά ωστόσο έτρεφε τον πόθο να εγκαταλείψει τις απολαύσεις του κόσμου, τα πλούτη και τη δόξα, για να ακολουθήσει τον δρόμο που χάραξαν οι άγιοι Πατέρες. Αφού πήρε τέλος την απόφαση, άλλαξε τα πλούσια ενδύματά του με εκείνα ενός ζητιάνου και αναχώρησε κρυφά από την ένδοξη Βασιλεύουσα για να τρέξει σαν διψασμένο ελάφι στο Άγιον Όρος του Άθω. Εγκαταστάθηκε κοντά στη Μονή, τη λεγομένη σήμερα «Ξηροποτάμου», που είχε ιδρυθεί παλαιότερα από την αυτοκράτειρα Πουλχερία [10 Σεπτ.], αλλά είχε καταστραφεί σε μία επιδρομή Σαρακηνών. Έκτισε εκεί ένα μικρό κελλί, στο οποίο περνούσε τις ημέρες και τις νύκτες του προσευχόμενος αδιάλειπτα. Στα πλησιόχωρα ζούσε ένας ερημίτης, ο Κοσμάς, από τον οποίο έλαβε ο Προκόπιος τη μοναχική κουρά με το όνομα Παύλος. 


     Επιδόθηκε έκτοτε με ανανεωμένο ζήλο σε όλους τους αγώνες της αρετής: νήστευε και προσευχόταν σαν ασώματος άγγελος, στρωμνή είχε το σκληρό χώμα, προσκέφαλο μόνο μια πέτρα και εργόχειρο είχε τη μετάνοια, την αγάπη απέναντι σε όλους και τη βαθειά ταπεινοφροσύνη. Γρήγορα έγινε γνωστός και αγαπητός στους πατέρες του Άθω. Εν τω μεταξύ, ο συγγενής του, αυτοκράτορας Ρωμανός Λεκαπηνός (920-944), τον αναζητούσε παντού και, όταν τον ανακάλυψε, τον πίεσε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη να δει τους δικούς του. Ο φτωχός μοναχός, ντυμένος στα κουρέλια, έγινε δεκτός ως επίγειος άγγελος από τους τρανούς και τους πρίγκιπες. Θεράπευσε τον αυτοκράτορα διά της προσευχής του και διά επιθέσεως των χειρών, και κατόπιν αιτήματος του ηγεμόνα έμεινε για κάποιο διάστημα στη Βασιλεύουσα ως διδάσκαλος των δύο γιων του, χωρίς όμως να αλλάξει διόλου τον Κανόνα του και την πολιτεία που ακολουθούσε στην έρημο. Όταν ο όσιος Παύλος έκρινε ότι ήταν καιρός να επιστρέψει στον Άθω, ο αυτοκράτορας τού έδωσε χρυσό και εργάτες αρκετούς για να ξανακτίσει τη Μονή της Πουλχερίας, ενώ λίγο αργότερα έστειλε τον γιο του Θεοφύλακτο, που ήταν τότε πατριάρχης, για να προβεί στον καθαγιασμό του ναού. Αναχωρώντας ο άνθρωπος του Θεού έλαβε από τον αυτοκράτορα ένα μεγάλο τεμάχιο Τιμίου Ξύλου, για να κατατεθεί μονίμως στο άγιο Βήμα του Καθολικού [2].


     Επειδή δεν άργησε να συγκεντρωθεί ικανός αριθμός μοναχών στη μονή για να ασκηθούν στην αρετή, ο όσιος Παύλος, επιθυμώντας βίο περισσότερο ησυχαστικό, αποσύρθηκε στις πλαγιές του Άθω, σε τόπο απομονωμένο, που ήταν εξάρτημα της μονής. Αλλά κι εκεί ήλθαν να τον βρουν μαθητές. Κτίσθηκε νέα μονή, αποτραβηγμένη κάπως από την ακτή για να προστατεύεται από τις συχνές επιδρομές των πειρατών, η οποία αφιερώθηκε στον άγιο Γεώργιο [23 Απρ.], αλλά συνηθίζεται σήμερα να φέρει το όνομα του κτίτορά της, «του Οσίου Παύλου» [3].


     Πληροφορηθείς από τον Θεό την ημέρα της τελευτής του, ο όσιος Παύλος συγκέντρωσε τους αδελφούς των δύο μονών και τους παρότρυνε να ακολουθούν πιστά το παράδειγμα και τις διδαχές του, μέχρις αίματος αν χρειαζόταν. Κατόπιν, με δάκρυα στα μάτια, ζήτησε συγχώρεση από όλους, στρώθηκε, ενεδύθη τον μανδύα του και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Το πρόσωπό του έλαμψε τότε σαν ήλιος, ώστε οι παρευρισκόμενοι έπεσαν κατά γης, ανίκανοι να αντέξουν την υπερκόσμια λάμψη του. Αφού ανέπεμψε την προσευχή του αγίου Ιωαννικίου [4 Νοεμ.], που συνήθιζε να επαναλαμβάνει: «Ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Τριὰς Ἁγία, δόξα Σοι» [4], έτεινε τα χέρια και με τους οφθαλμούς στραμμένους στον ουρανό παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο. Το σκήνωμά του ενταφιάσθηκε σύμφωνα με τις οδηγίες του στη Σιθωνία της Χαλκιδικής, απ’ όπου μεταφέρθηκε θαυματουργικώς στην Κωνσταντινούπολη, όπου μπορούσε να το τιμά όλος ο λαός.


— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —
[1]  Ακολουθούμε εδώ την αγιορειτική παράδοση που καταθέτει ο άγιος Νικόδημος. Τόσο ο «Βίος» του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου [5 Ιουλ.] όσο και τα αρχειακά έγγραφα μαρτυρούν ωστόσο την παρουσία του Παύλου του Ξηροποταμηνού στα τέλη του 10ου αιώνα. Ήταν ένας από τους επιφανέστερους μοναχούς του Άθω και ανακαλύπτοντας ο ίδιος με τη δύναμη του Πνεύματος που ενοικούσε σε αυτόν την πραγματική ταυτότητα του Αθανασίου κατά τη εορταστική σύναξη των Χριστουγέννων του 958 στον Ναό του «Πρωτάτου», προείπε το λαμπρό μέλλον του και ανήγγειλε ότι θα γινόταν «κεφαλή του Όρους αυτού και όλοι θα υποταχθούν σ’ αυτήν» (βλ. σχετικά το Συναξάρι της 5ης Ιουλίου). Εν συνεχεία (το 970), εμφανίζεται επικεφαλής των μοναχών που αντιτίθεντο στα λαμπρά οικοδομήματα του Αθανασίου και εστάλησαν σε αποστολή στον αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή, υπέγραψε δε το «Τυπικόν» (το γνωστό και ως «Τράγος») που ρύθμιζε την οργάνωση του Αγίου Όρους. Ίδρυσε τη Μονή Ξηροποτάμου (πριν το 956), που τότε ονομαζόταν «του Αγίου Νικηφόρου», κατόπιν δε αποσύρθηκε σε ένα μετόχι της μονής αυτής, στη σημερινή τοποθεσία της Μονής Αγίου Παύλου, όπου ίδρυσε μονύδριο στο οποίο για λίγο διάστημα διατήρησε το όνομα Ξηροποτάμου και η ηγουμενία του οποίου περιήλθε μετά τον θάνατό του στον μαθητή του Παύλο Β΄ (†1018).
[2]  Το πολύτιμο τίμιο αυτό κειμήλιο, το σημαντικότερο  από άποψη μεγέθους τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου στον κόσμο, που φέρει μάλιστα και ίχνος ενός των Ήλων, εξακολουθεί ακόμη να βρίσκεται και να τιμάται πανεύσημα στη Μονή Ξηροποτάμου.
[3]  Η ιερά πανήγυρις της Μονής ωστόσο παραμένει η εορτή του αγίου Γεωργίου.
[4]  Σύντομη ευχή που λέγεται προς το τέλος του Αποδείπνου ή του Μεσονυκτικού.


Σ υ ν α ξ ά ρ ι ο ν .
   Τῇ ΚΗ΄ τοῦ μηνὸς Ἰουλίου, ὁ Ὅσιος Παῦλος ὁ Ξηροποταμηνός, ὁ ἱδρύσας τὰς δύο Μονάς, τὴν τοῦ Ξηροποτάμου καὶ τὴν τοῦ Ἁγίου Παύλου, ἤτοι τὴν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, ὁ ἐν ἔτει ῳκ΄ (820) ἀκμάσας, ἐν εἰρήνῃ τελειοῦται.
   Στιχ. Μονὰς ὁ Παῦλος ἱδρύσας κάτω δύο,
            Μονὰς κατοικεῖ τὰς ἄνω μετ’ Ἀγγέλων.
    Εἰκάδη ὀγδοάτῃ Παῦλος, γηθόσυνος ἔνθεν ἤρθη.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Βασιλείου ἀξίας ἀνταλλαξάμενος, τὸν θεΰφαντον τριβώνα τῆς ὁσίας ζωῆς, ὡς ἀστὴρ ἑωθινὸς ἐν Ἄθῳ ἔλαμψας, καὶ ὁδηγεῖς φωτιστικῶς, Μοναζόντων τοὺς χορούς, πρὸς κτῆσιν τὴν τῶν κρειττόνων, Παῦλε Πατέρων ἀκρότης, καὶ πρεσβευτὰ ἡμῶν πρὸς Κύριον.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
ς ἀνάκτων βλάστημα, Παῦλε θεόφρον, κληρονόμος ἄξιος, καὶ υἱὸς ὤφθης εὐκλεής, τοῦ οὐρανίου Παντάνακτος, δι’ ἰσαγγέλου ζωῆς Πάτερ Ὅσιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
φθης βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ὡς ἀνάκτων γόνος, κληρονόμος δι’ ἀρετῶν· σὺ γὰρ Πάτερ Παῦλε, ἀγγελικῶς βιώσας, τῆς ὑπὲρ νοῦν εὐκλείας, λαμπρῶς ἠξίωσαι.





[ (1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος), σελ. 322–324.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση Κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 2008.
(2) Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου:
«Συναξαριστής ΙΒ μηνών ενιαυτού»,
Τόμ. Γ΄, σελ. 393,
Έκδοση «Δόμος»·
Αθήναι, 20052.
(3) Ματθαίου Λαγγή:
«Μέγας Συναξαριστής»,
Τόμ. Ζ΄, σελ. 572–580·
Αθήναι, Φεβρουάριος 19985.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2020

«ΔΕΝ ΘΑ Σ’ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΩ! ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ!»

«ΔΕΝ ΘΑ Σ’ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΩ! ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ!»

     Ο γνωστός και περίφημος για τη νηπτική και αγγελική του ζωή, Γερο–Θεοφύλακτος (1897–1986), ευλαβούνταν και αγαπούσε πολύ την Παναγία μας σαν γνήσιο και ταπεινό τέκνο της. Όμως, ιδιαίτερη ευλάβεια έδειχνε προς την εικόνα της Παναγίας, το «Άξιον Εστίν». Στην ιερά Καλύβη όλων των Αγίων Αναργύρων, όπου ασκούνταν για καιρό μόνος, μέσα στο ομώνυμο, μικρό και κατανυκτικό ναό τους, μπαίνοντας στην είσοδο αριστερά, κρεμόταν στον τοίχο η ιερή εικόνα της.

 

     Αυτή η πάντερπνη και τόσο γλυκιά εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου πολλές φορές δεχόταν τις πύρινες προσευχές του Γερο–Θεοφύλακτου αλλά και τα «ανθρώπινα» κατά καιρούς παράπονά του. Άλλωστε ο ίδιος ο Γέροντας του, ο πατήρ Ιωακείμ Σπετσιέρης (1858–1943) και μετέπειτα ο Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης (1898–1959) τού είχαν μάθει να καταφεύγει και να προστρέχει από καρδίας στη «γλυκυτάτη Μανούλα μας», την Παναγία, σε κάθε του δυσκολία και θλίψη.

 

     Οι θλίψεις και οι στενοχώριες δεν λείπουν ποτέ, ιδιαίτερα από τη σκληρή και απαράκλητη ζωή των αληθινών μοναχών, των ισόβια αγωνιστών του Πνεύματος. Όταν, κάποτε, ο Γερο–Θεοφύλακτος βρέθηκε μπροστά στην αγία εικόνα της Θεοτόκου με αφόρητους πόνους σωματικούς, απαρηγόρητος έκλαιγε μπροστά της και επικαλούνταν ακατάπαυστα τ’ όνομά της. Οπότε, ακούει τότε να βγαίνει μια γλυκιά φωνή και να του λέει στοργικά:

     —Δεν θα σ’ εγκαταλείψω!... Μη φοβάσαι!...

 

     Κάθε σωματικό και πνευματικό άλγος διαλυόταν και παρηγοριόταν τελείως μπροστά σ’ αυτή την ιερά εικόνα ο απλός και τόσο χαριτωμένος Γερο–Θεοφύλακτος. Η εικόνα αυτή, κατόπιν προτροπής της Αδελφότητος των «Κυριλλαίων», που βρίσκεται λίγο πιο κάτω από την Καλύβη των Αγίων Αναργύρων, μεταφέρθηκε και βρίσκεται πια μόνιμα στον αριστερό χορό του Κυριακού (της μεγάλης κεντρικής εκκλησίας) της Νέας Σκήτης για προστασία και σκέπη όλων των ενασκουμένων εκεί Πατέρων της.

     Άλλη φορά, βλέποντας κάποιος από τους Πατέρες τον Γέροντα Θεοφύλακτο να είναι έμπλεος χαράς και άφραστης αγαλλιάσεως, τον ρώτησε με απορία:

     —Παππού, γιατί χαίρεσαι έτσι;…

 

     Κι εκείνος, δείχνοντας με το χέρι του την εικόνα της Παναγίας, του είπε:

     —Μα, δεν βλέπεις την Παναγία μας τι κάλλος έχει;!...

     Ποιος ξέρει «τι» ακριβώς να ζούσε ο Γέροντας βλέποντας το Θεοχαρίτωτο και πάνσεπτο πρόσωπο της Παναγίας μας!...

 

     Όλοι οι Αγιορείτες Πατέρες ευλαβούνται, τιμούν και σέβονται υπερβαλλόντως την Παναγία μας· και Αυτή, με τη σειρά της, δίδει άφθονα τις θεομητερικές της ευλογίες προς αυτούς, στον καθημερινό τους αγώνα. Η Κυρία Θεοτόκος, που έδωσε τις μεγάλες υποσχέσεις της προς τον Άγιο Πέτρο τον Αθωνίτη [12 Ιουν.] για τη διαχρονική προστασία και φύλαξη των Αγιορειτών, δεν τις αρνήθηκε και ούτε τις αρνείται· αλλά πάντοτε, με τον έναν ή τον άλλον, εμφανή ή αφανή τρόπο, προστατεύει, σκέπει και, όπως πιστοποιεί το ανωτέρω συμβάν με τον Γερο–Θεοφύλακτο, παρηγορεί και συντρέχει τα τέκνα της.

 

 

[ Ιερομονάχου Προδρόμου:

«Ο Γέρων Θεοφύλακτος ο Νεοσκητιώτης·

το ευωδέστατον άνθος της Χάριτος»,

Κεφ. 4ο, σελ. 113–115,

Έκδοσις Ιερά Καλύβη

«Σύναξις των Αγίων Αναργύρων»,

Νέα Σκήτη – Άγιος Όρος, 2007.

Α΄ δημοσίευση:

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

Ο ΓΕΡΟ–ΑΒΒΑΚΟΥΜ, Ο ΛΑΥΡΙΩΤΗΣ


Ο ΓΕΡΟ–ΑΒΒΑΚΟΥΜ, Ο ΛΑΥΡΙΩΤΗΣ


     Όχι πρόσφατα, αλλά πριν από σαράντα τόσα χρόνια, το 1979, ανεπαύθη ο Γερο–Αββακούμ, ο οποίος έμενε στην ιερά Μονή της Λαύρας και είχε το χάρισμα να αποστηθίζει ολόκληρα κεφάλαια από την Αγία Γραφή. Παλιά, ασκήτευε στην έρημο της Βίγλας, αλλά ένα περιστατικό τον έκανε να φύγει κατατρομαγμένος για τη Λαύρα, όπου έμεινε μέχρι τις τελευταίες μέρες που πλησίαζε πια να φύγει για την αληθινή ζωή.

     Μια μέρα, λοιπόν, τότε που βρισκόταν στην Βίγλα ο Γερο–Αββακούμ, ενώ έκαμνε κομποσχοίνι επάνω σ’ ένα βράχο, του παρουσιάστηκε ξαφνικά ο διάβολος «ὡς ἄγγελος φωτός» (Β΄ Κορ. 11, 14) και του λέει:
     –Αββακούμ, Αββακούμ! Ο Θεός μ’ έστειλε να σε πάρω στον Παράδεισο, γιατί έγινες πια άγγελος· άντε, έλα να πετάξουμε!
     –Πώς να πετάξω; Εσύ έχεις φτερά και πετάς.
     –Κι εσύ, Αββακούμ, έχεις φτερά. Έγινες άγγελος, αλλά δεν το βλέπεις!
     Τότε ο Γερο–Αββακούμ έκανε ταπεινά τον σταυρό του και είπε:
     –Παναγία μου! Και τι είμαι εγώ για να πετάξω;…

     Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα ταπεινά λόγια του και βλέπει εκείνον τον, δήθεν, άγγελο, να μεταβάλλεται απότομα σε μαύρο αλλόκοτο κατσίκι, με φτερά ωσάν της νυχτερίδας, να πετάγεται κάτω στον γκρεμό προς τη θάλασσα και να εξαφανίζεται.

     Κατατρομαγμένος τότε ο Γερο–Αββακούμ και, ευχαριστώντας την Παναγία που τον προστάτεψε, γιατί θα τον γκρέμιζε στο χάος ο πονηρός, πηγαίνει στην Καλύβη του, παίρνει τον τουρβά του και φεύγει για τη Μονή της Λαύρας και κοινοβιάζει εκεί για περισσότερη σιγουριά. Στο ασκητήριό του μετά πήγαινε τρεις–τέσσερις φορές τον χρόνο και έκανε Λειτουργίες και πάλι επέστρεφε στη Μονή της Λαύρας.


     Όταν πλησίαζε πια να κοιμηθεί, είχε λάβει πληροφορία από τον Θεό και πήγε πίσω στο Ασκητήριό του, για να αφήσει τα οστά του εκεί στη μετάνοιά του, όπου είχε αφήσει και τις σάρκες του, όταν ήταν νεώτερος, για να εξαϋλωθεί κάπως, όπως το απαιτεί και το Αγγελικό Σχήμα. Εκεί στη Βίγλα τον επισκέπτονταν οι Πατέρες και τον έβλεπαν πολύ χαρούμενο. Ένας Πατέρας απορούσε γι’ αυτό και του είπε:
     –Πολύ χαρούμενο σε βλέπω, Γερο–Αββακούμ, ενώ κοντεύεις πια να πεθάνεις!
     Ο Γερο–Αββακούμ, απάντησε:
     –Και γιατί να μην είμαι χαρούμενος, αδελφέ μου; Αφού αγωνίστηκα, όσο μπορούσα, από νέος με τη Χάρη του Θεού, τώρα χαίρομαι που θα πάω κοντά στον Χριστό.
     Έτσι χαρούμενοι φεύγουν οι καλοί αγωνισταί του Χριστού!

     Έλεγε ο ίδιος χαρακτηριστικά:
     «Εγώ δεν έχω τίποτα δικό μου. Όλα τα δικά μου, της ευσπλαχνίας και της Χάριτος του Θεού είναι. Άδειασα τον εαυτό μου για τον Χριστό. Δεν έχω τίποτα άλλο παρά τον Χριστό και την χαρά. Η φτώχεια είναι ωραία, διότι ελαφρώνει, ευκολύνει. Πρέπει κανείς να είναι άδειος, για να εισέλθει ο Χριστός. Όταν ο Χριστός είναι μαζί μου, τότε είναι η χαρά εντός μου!…».

     «Την Αγία Γραφή μελετούσα σε όλη τη ζωή μου, αλλά κυρίως κατά τα χρόνια της νεότητάς μου, και εκεί κατέφευγα κι εγώ για τη λύση όλων των δυσκολιών και των προβλημάτων μου. Εκεί να καταφεύγετε κι εσείς, για ν’ αντλείτε δύναμη και χάρη για τον αγώνα της ζωής και της σωτηρίας σας και για να αποβαίνετε επωφελείς στο περιβάλλον και τους δικούς σας, ώστε να μην κινδυνεύετε, αλλά να σώζεσθε και να σώζετε!».

     «Είναι αδύνατον μόνοι μας να ανταπεξέλθουμε στον αγώνα τούτο κατά του κοσμικού φρονήματος, κατά του διαβόλου και κατά των παθών και των αδυναμιών μας. Μόνο με σύμμαχο τη δύναμη του Κυρίου θα αναδειχθούμε νικητές».

     «Δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε στις ικανότητές μας, την λογική και την εξυπνάδα μας, αλλά το θέλημα και τον λόγο του Θεού. Ένα μικρό και απλό χωρίο της Παλαιάς ή της Καινής Διαθήκης, μπορεί να αποτελέσει την ασφαλέστερη κατοχύρωση και την ισχυρότερη δύναμη αντιμετώπισης κάποιου πειρασμού, από όλη την σοφία των ανθρώπων του σύμπαντος κόσμου. Γιατί ο διάβολος δεν μπορεί να αντισταθεί σε συγκεκριμένο παράγγελμα και θέλημα του Παντοδύναμου Θεού, έτσι όπως αυτό αποκαλύπτεται και διατυπώνεται μέσα στην Αγία Γραφή».

     «Να διαβάζετε την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, να διαβάζετε και τους Αγίους Πατέρες. Να πλησιάζετε συχνά και τον Πνευματικό σας και να τηρείτε τις συμβουλές του. Αν τα κάνετε αυτά, και στη ζωή σας τούτη θα είστε ευτυχισμένοι και την άλλη θα την έχετε εξασφαλισμένη».


[ (1) Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
«Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα»,
κεφ. 19ο, σελ. 99–100,
Έκδοσις Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης,
Αύγουστος 19943·
(2) Επισκόπου Ροδοστόλου
Χρυσοστόμου (Αναγνωστόπουλου):
«Γράμματα και άρματα στον Άθωνα»,
τόμ. 2ος, μέρος 1ο, κεφ. 26ο και 35ο,
σελ. 122–134 και 163–179,
Εκδόσεις Λαυριώτικου Κελλίου
«Οι Άγιοι Πάντες»,
Άγιον Όρος 2000·
(3) Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου:
«Η ειρήνη των αρετών
και η ταραχή των παθών»,
κεφ. 4ο, σελ. 72,
Έκδοση «Τήνος»,
Αθήνα 19894·
(4) Στην υπότιτλη φωτογραφία:
ο Γερο–Αββακούμ,
με το καθαρό και στοχαστικό του βλέμμα
(από την «Αγιορειτική Φωτοθήκη»).
(5) Α΄ Δημοσίευση:
Παρασκευή 13 Ιουνίου 2013.
(6) Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2020

«ΕΙΜΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΙΛΛΙΑΝΟΣ!»


«ΕΙΜΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΙΛΛΙΑΝΟΣ!»


     Αφού τακτοποίησε κάπως το νέο του Κελλί, την Παναγούδα, ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος, εγκαταστάθηκε εκεί στα τέλη Μαΐου του 1979. Και ύστερα από λίγες ημέρες του συνέβη το πρώτο θαυμαστό γεγονός.

     Ήταν 2 Ιουνίου (με το παλαιό ημερολόγιο) και ήθελε να δει ποιος Άγιος γιόρταζε την επόμενη ημέρα, για να κάνει τον Εσπερινό με κομποσχοίνι. Επειδή τα Μηναία, που είχε φέρει από το Κελλί του «Τιμίου Σταυρού», ήταν ακόμη μέσα στα χαρτοκιβώτια, έψαχνε τα γυαλιά του για να διαβάσει τα μικρά γράμματα από ένα ημερολόγιο τσέπης που είχε πρόχειρο. Αφού έψαξε αρκετά και δεν τα βρήκε, άρχισε τον Εσπερινό της 3ης Ιουνίου· και, στο κομποσχοίνι για τον εορταζόμενο Άγιο, έλεγε: «Άγιοι της ημέρας, πρεσβεύσατε υπέρ ημών!». Και στη νυκτερινή του Ακολουθία, αφού πάλι έψαχνε επί ένα μισάωρο με τρία τέταρτα τα γυαλιά του και δεν τα έβρισκε, άρχισε να επαναλαμβάνει το ίδιο: «Άγιοι της ημέρας, πρεσβεύσατε υπέρ ημών!».

     Ξαφνικά, εμφανίσθηκε μπροστά του ένας λαμπροφόρος αξιωματικός, ο οποίος τον πλησίασε με καλωσύνη και πατρική στοργή, μεταδίδοντάς του μία ανέκφραστη αγαλλίαση.


     Ο Πατήρ Παΐσιος πήρε τότε θάρρος και τον ρώτησε:
     –Πού υπηρετούσατε και πώς λέγεστε;
     –Είμαι ο Άγιος Λουκιλλιανός, του είπε εκείνος.
     Ο Πατήρ Παΐσιος δεν άκουσε καλά και ρώτησε:
     –Ο Άγιος Λογγίνος;
     –Όχι, ο Άγιος Λουκιλλιανός, του είπε πάλι.
     Επειδή ο Γέροντας δεν θυμόταν ότι υπήρχε τέτοιος Άγιος, τον ξαναρώτησε:
     –Ο Άγιος Λουκιανός;
     –Όχι· ο Άγιος Λου-κιλ-λι-α-νός! επανέλαβε ο Άγιος προς τον Όσιο Παΐσιο, προφέροντας την κάθε συλλαβή του ονόματός του χωριστά.

     Και τότε ο Άγιος Λουκιλλιανός στράφηκε σε έναν νεαρό γιατρό με άσπρη ιατρική ποδιά, που ήταν δίπλα του, και του ζήτησε να εξετάσει τον Όσιο. Ο νεαρός αυτός γιατρός, ψηλός στο ανάστημα και με ολόλευκο λεπτό πρόσωπο, ήταν ο Άγιος Παντελεήμων, ο προστάτης της Σκήτης Κουτλουμουσίου, η οποία βρίσκεται απέναντι από το Κελλί της Παναγούδας. Αφού λοιπόν τον εξέτασε, είπε στον Άγιο Λουκιλλιανό τη διάγνωση: «Τα τραύματά του έχουν θεραπευθεί· μόνο για το δίπλωμα θα τα λάβουμε υπ’ όψιν μας».


     Όταν οι δύο Άγιοι έφυγαν, ο Όσιος ένιωθε μεγάλη χαρά και διπλή ξεκούραση. Έψαξε καλύτερα για τα γυαλιά του και, όταν τα βρήκε, είδε στο ημερολόγιο ότι στις 3 Ιουνίου ήταν η μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Λουκιλλιανού!

     «Είναι ζωντανή η παρουσία των Αγίων!», έγραψε σε επιστολή του, «Και όταν εμείς δεν τους βρίσκουμε, εκείνοι μας βρίσκουν! Ακόμη ο Άγιος με χορταίνει με την αγάπη του και με ξεκουράζει ψυχικά και σωματικά με την παραδεισένια χαρά που μου έδωσε».

     Την άλλη μέρα το πρωί, όταν ήρθε ο μοναχός που τον βοηθούσε, ο Γέροντας χαμογελώντας τον ρώτησε: «Άγιος Λουκιλλιανός, ε;» και του διηγήθηκε την εμφάνιση των Αγίων. Και όταν διάβασε το Συναξάρι του Αγίου, εξεπλάγη συνειδητοποιώντας την εξής «σύμπτωση»: ο κατά πλάτος Βίος του Αγίου, που βρίσκεται στην Ι. Μ. Ιβήρων, καταχωρείται στις 27 Φεβρουαρίου, ημερομηνία δηλαδή κατά την οποία του είχε εμφανισθεί η Αγία Ευφημία. Η σχέση αυτή του Μάρτυρος με την Αγία, που τόσο ευλαβείτο, αλλά και η εγγύτητα του χρόνου και ιδίως του τόπου του μαρτυρίου των δύο Αγίων, τον χαροποίησαν ιδιαίτερα.

     Έκτοτε ο Γέροντας Παΐσιος τιμούσε τον Άγιο Λουκιλλιανό κατ’ έτος και έβαλε την εικόνα του στην Εκκλησία του Κελλιού του. Πήγε κατόπιν στην Κουτλουμουσιανή Σκήτη και προσκύνησε τον Άγιο Παντελεήμονα. Ανέφερε δε ότι η εικόνα του στο προσκυνητάρι μοιάζει πολύ με την αγία μορφή του.

     Αυτό το θαυμαστό γεγονός παρηγόρησε τον Άγιο Γέροντα και έδιωξε την κόπωση και τις στενοχώριες που περνούσε εκείνη τη μεταβατική περίοδο με την εγκατάστασή του στην «Παναγούδα».


[ (1) «Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης»,
Κεφ. 12ο, §1, σελ. 386–388,
Έκδοσις Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Βασιλικά Θεσσαλονίκης,
Ιούνιος 20162.
(2) Ιερομονάχου Ισαάκ:
«Βίος Γέροντος Παϊσίου
του Αγιορείτου»,
Κεφ. ΙΒ΄, §2, σελ. 288–290,
Άγιον Όρος 20086.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ


ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
ΤΗΣ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ


     Στο Άγιον Όρος βρίσκεται το Μοναστήρι του Ζωγράφου, το οποίο τιμάται στο όνομα του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Μέσα στο καθολικό αυτής της Μονής, δίπλα στον κίονα του δεξιού χορού, υπάρχει μια θαυμάσια εικόνα του Αγίου, από τις πιο θαυματουργές του Όρους.

     Αλλά ποιο είναι το ιστορικό της; Όταν βασίλευε στο Βυζάντιο ο Λέων ο Σοφός (909 μ.Χ.), τρία αδέλφια από την Αχρίδα, ο Μωϋσής, ο Ααρών και ο Βασίλειος, θέλησαν να γίνουν μοναχοί. Γι’ αυτό πήγαν στο Άγιον Όρος, όπου έχτισαν ένα Μοναστήρι. Όμως διαφώνησαν μεταξύ τους για το ποιος θα έπρεπε να ήταν ο άγιος προς τον οποίον θα το αφιέρωναν. Γι’ αυτό, με νηστεία και προσευχή, παρακάλεσαν τον Θεό να φανερώσει το θέλημά Του. Ετοίμασαν, λοιπόν, το σανίδι όπου θα ιστορούσαν την εικόνα και το τοποθέτησαν μέσα στη νεόχτιστη Εκκλησία.

     Ένα βράδυ, ενώ και οι τρεις τους προσεύχονταν μέσα στα κελλιά τους, ένα ασυνήθιστο φως, λαμπρότερο και από αυτό του ηλίου, απλώθηκε από την Εκκλησία σ’ όλο τον γύρω τόπο κι έφτασε ως τα κοντινά υψώματα. Την άλλη μέρα το πρωί, πήγαν στον Ναό και εκεί τους κατέλαβε έκπληξη, φόβος, θαυμασμός και δέος για το πραγματικά παράδοξο που έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια: Επάνω στο άγραφο και ανιστόρητο ξύλο, επάνω στο κενό και αζωγράφιστο σανίδι, είχε αποτυπωθεί θαυμάσια η ζωντανή μορφή του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Από αυτή, λοιπόν, τη μορφή έβγαινε εκείνη η ουράνια λάμψη, η οποία καταύγαζε όλο τον μοναστηριακό τόπο την προηγούμενη νύχτα. Από αυτό το εκπληκτικό θαύμα της αχειροποίητης εικόνας του Αγίου Γεωργίου, η Μονή του Ζωγράφου αφιερώθηκε άπαξ διά παντός στο σεπτό όνομά του.

     Πολλά και αναρίθμητα θαύματα έγιναν από τότε και από παντού έφταναν οι πιστοί για να προσκυνήσουν τη χάρη του Αγίου. Ο αυτοκράτωρ, στη Βασιλεύουσα, όταν άκουσε το θαύμα, τόσο πολύ ευλαβήθηκε τον Άγιο, ώστε ήρθε ο ίδιος αυτοπροσώπως, με ζήλο και με αγάπη πολλή, για να δει και να προσκυνήσει την εικόνα του Τροπαιοφόρου. Το ίδιο έκαμε και ο ηγεμόνας των Βουλγάρων, ονόματι Ιωάννης, από το Τύρνοβο, και βοήθησαν τη Μονή του Ζωγράφου, η οποία, έκτοτε, υψώθηκε μεγαλόπρεπη και περικαλλής.


     Ένας, όμως, δεσπότης, ακούγοντας για τα πολυάριθμα θαύματα της αχειροποίητης εικόνας του Μεγαλομάρτυρος, μέσα του αμφέβαλλε και απιστούσε λέγοντας με αφροσύνη πνεύματος ότι όλ’ αυτά δεν ήταν παρά τεχνάσματα και επινοήσεις των μοναχών, που σκοπό είχαν τη φιλοχρηματία και τον πλουτισμό, καθώς και άλλα παρόμοια. Πήγε, λοιπόν, ο ίδιος στο Μοναστήρι και, μόλις οι μοναχοί τον οδήγησαν με πολλή τιμή μέσα στον Ναό, αυτός, χωρίς σεβασμό και ευλάβεια, με φανερή την απαξίωση και, συνάμα, την περιέργεια, στάθηκε με αλαζονεία και κομπασμό μπροστά στην ιερή εικόνα. Σαν αγέρωχος, υπερόπτης και ανευλαβής που ήταν, άπλωσε με θράσος και αναίδεια το χέρι του και άγγιξε το θείο πρόσωπο του Μεγαλομάρτυρος. Ευθύς αμέσως –ω, του θαύματος!– ακινητοποιήθηκε το δάκτυλο του χεριού του επάνω στο ιστορημένο πρόσωπο της Εικόνος και στάθηκε εντελώς αδύνατο να αποκολληθεί από την εικόνα. Μάταια προσπαθούσε η συνοδεία του και οι πατέρες να τον ελευθερώσουν. Το κόλλημα του δακτύλου του ήταν η παίδευση του αγίου που απέρριπτε. Μετά από λίγο, μέσα σε φρικτούς πόνους, οι πατέρες αναγκάστηκαν να του κόψουν το δάκτυλο προκειμένου να απαγκιστρώσουν το χέρι του από την επιφάνεια της αχειροποίητης εικόνας. Ακόμη και σήμερα στην αριστερή παρειά (μάγουλο) και κοντά στη ζωγραφισμένη μύτη του Αγίου, είναι ορατό και ευδιάκριτο αυτό το οικτρό δακτυλικό υπόλειμμα του ταπεινωμένου δεσπότη. Και μένει εκεί σαν απόδειξη της ζωντανής παρουσίας των αγίων στη ζωή μας, της ζωντάνιας της Ορθοδόξου Πίστεώς μας και της μεγάλης χάριτος, της δυνάμεως και της παρρησίας που έχει λάβει από τον Αθλοθέτη Χριστό ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος για να στηρίζει, να ενισχύει και να χαροποιεί όλους τους πιστούς και, εάν και εφ’ όσον αυτό χρειαστεί εξαιτίας της δικής αμαρτίας ή απιστίας, να παιδαγωγεί και να παραδειγματίζει κάθε αθεόφοβο, άθεο, άπιστο και βέβηλο τολμητία άνθρωπο, που εκπειράζει και εναντιώνεται στην ευεργετική και παντοδύναμη χάρη του Παναγίου Πνεύματος, τη χάρη δηλαδή που έχουν όλοι οι Άγιοι του Χριστού, εξαιρέτως δε ο άγιος ένδοξος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος και θαυματουργός, του οποίου την ευλογία και σκέπη των μεγάλων πρεσβειών του, είθε να έχουμε όλοι στην καρδιά, τη ζωή και τον αγώνα μας!


[ «Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος»,
Κεφ. Β΄ («Θαύματα του Αγίου»),
σελ. 74-76.
Έκδοση
Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου
Ηλίων Ευβοίας·
Αιδηψός, Ιούνιος 1999.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.