Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ



[1]

     Ο Γέροντας Ιερώνυμος (1883–16/10/1966), ήταν ογδόντα ετών όταν τον γνώρισα το 1963. Ήταν πανύψηλος και είχε μια πολύ επιβλητική μορφή. Αμέσως μόλις με είδε, άρχισε να μου περιγράφει τα μέλη της οικογένειάς μου, τον πατέρα μου, τη μητέρα μου, τ’ αδέρφια μου, με τέτοιο τρόπο, που τότε μόνο αντιλήφθηκα ότι μέχρις εκείνη τη στιγμή πολύ λίγο τους είχα καταλάβει.
     Ήμουν φοιτήτρια όταν τον γνώρισα. Κι αμέσως ένιωσα πολύ μεγάλο ζήλο να βρίσκομαι όσο το δυνατό συχνότερα κοντά στην αγία αυτή μορφή. Έτσι, πήγαινα και τον συναντούσα κάθε δυο–τρεις εβδομάδες. Ό,τι και να σας πω για τον Γέροντα Ιερώνυμο, δεν είναι δυνατό ν’ αποδώσει την πραγματική του εικόνα. Τα λόγια είναι πάμφτωχα, για να μπορέσω να παρουσιάσω αυτόν τον άγιο άνθρωπο.

     Είχε σε πολύ μεγάλο βαθμό όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Είχε αγαπήσει μ’ όλη του τη ψυχή τον Χριστό μας, την Παναγία μας, τους Αγίους μας, την Εκκλησία μας. Είχε διαποτιστεί από το πνεύμα των αγίων ασκητών και των γεροντάδων της Καππαδοκίας και ο ίδιος υπήρξε μια αντάξια συνέχειά τους. Ζούσε συνεχώς στην κατάνυξη και στην προσευχή.
     Δεν μπορούσε να πει «ο Χριστός μας», χωρίς να γεμίσουν τα μάτια του δάκρυα. Κάποια φορά, όταν και πάλι δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του, είπε: «Τα μάτια μου είναι μικρά και τα δάκρυα πολλά· δεν χωρούν! Πήγαινε έξω, ν’ αναπαυθώ λίγο».
     Συχνά, ενώ συνομιλούσε με κάποιον ή με κάποιους, αισθανόταν επιτακτική την ανάγκη να μείνει μόνος, όχι φυσικά «για ν’ αναπαυθεί», όπως έλεγε, αλλά για να προσευχηθεί, να διαβάσει το αγαπημένο του Ψαλτήρι ή να πει «Χριστέ μου, Κύριέ μου!» και να χυθούν όλα τα δάκρυα που συγκρατούσε, όση ώρα μιλούσε.

     Το προορατικό του χάρισμα ήταν τόσο έντονο, που τρόμαζες κι ένιωθες δέος, αλλά και ντροπή για τον εαυτό σου και για τις αμαρτίες σου. Δεν χρειαζόταν να του μιλούμε εμείς για τα προβλήματά μας, για τις αδυναμίες, για τις πτώσεις μας. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μιλούσε εκείνος για όλα αυτά, με κεκαλυμμένο τρόπο, ώστε να μην εντυπωσιάσει ή ν’ αποκαλυφθεί.
     Ήταν πάντοτε χαρούμενος και για τη χαρά προέτρεπε τα εξής: «Νά ’στε χαρούμενοι. Τη χαρά να τη δέχεστε, την απελπισία όχι· να της κλείνετε την πόρτα. Δεν είμαστε μόνοι μας. Είναι ο Χριστός μαζί μας, που μας αγαπά και θέλει να μας βοηθήσει. Μη φοβάστε!».


     Γεννήθηκε το 1883 στο Μικρασιατικό Γκέλβερι της Καππαδοκίας. Οι κάτοικοι των αγιασμένων τόπων της Καππαδοκίας, όπως είναι γνωστό, διακρίνονται για τη βαθιά θρησκευτικότητά τους. Το Γκέλβερι λεγόταν παλαιότερα «Κελλίβαρα», λόγω των πολλών κελλιών στα οποία είχε καταφύγει πλήθος ασκητών. Τα κελλιά αυτά ήταν λαξευμένα και κρυμμένα μέσα στους πελώριους βράχους της περιοχής. Σ’ εκείνα τα μέρη, όπως έλεγε ο Γέροντας, ακόμη και οι κοσμικοί ζούσαν όπως οι μοναχοί· με αγρυπνίες, προσευχές, νηστείες και πάρα πολλή ευσέβεια.

     Το όνομά του ήταν Βασίλειος· Βασίλειος Αποστολίδης. Οι ευλογημένοι γονείς του ονομάζονταν Ανέστης και Ελισάβετ. Ήδη, από την κοιλιά της μητέρας του, ήταν κεκλημένος από τον Θεό. Η μητέρα του, η Ελισάβετ, ήταν ένας μυστικός και εσωτερικός άνθρωπος, άνθρωπος κυρίως της προσευχής και των δακρύων, που επηρέασε βαθύτατα τον μικρό Βασίλειο. 
     Μεταφέρω αυτούσια τα λόγια του Γέροντος:
     «Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι τη μητέρα μου που ήταν ώρες, ιδίως τις νύχτες, γονατιστή και σχεδόν έκλαιγε πάντοτε. Προσευχόταν. Όταν ήμουν στο σχολείο και τη θυμόμουν, στα διαλείμματα δεν έβγαινα έξω, αλλά ακουμπούσα το κεφάλι μου στα χέρια μου πάνω στο θρανίο κι έκλαιγα.
     –Τι έχεις; μου έλεγε ο δάσκαλος. Τι σε πονά;
     –Το κεφάλι μου πονά κι η κοιλιά μου, του έλεγα.
     Αυτό, όμως, γινόταν συχνά. Μια μέρα, πήγε ο δάσκαλος και βρήκε τη μητέρα μου και της το είπε. Όταν πήγα στο σπίτι, με πήρε παράμερα η μητέρα μου και με ρώτησε γιατί έκλαιγα.
     –Δεν με πονά τίποτε, μητέρα! Αλλά θυμάμαι εσένα, που όλο κλαις, και δεν μπορώ να κρατήσω τα δάκρυά μου και κλαίω. Εσύ, μητέρα, γιατί κλαις; Μήπως για τη φτώχεια μας;
     –Εγώ, παιδί μου, δεν κλαίω για τη φτώχεια μας. Κλαίω και παρακαλώ τον Θεό για όλο τον κόσμο. Αλλά περισσότερο κλαίω για σένα. Βλέπω μερικά σημάδια σε σένα, που δεν τα βλέπω στα άλλα παιδιά. Παρακαλώ, λοιπόν, τον Θεό να σε αξιώσει να γίνεις αυτό που σε έχει προορίσει και να μη σ’ εγκαταλείψει ποτέ. Μη μπεις, παιδί μου, στον κόσμο· ιερέας, να γίνεις! Δεν είναι τίποτε, παιδί μου, ο κόσμος. Εγώ τη γνώρισα τη ζωή και δεν είναι τίποτε. Μου δίνεις τον λόγο σου;
     –Ναι, σου τον δίνω, μητέρα!
     –Τώρα, παιδί μου, εσύ πρέπει πάντα να προσέχεις περισσότερο από τα άλλα παιδιά. Ν’ ακούς ό,τι σου λέω…».
     Κι άρχισε ο μικρός Βασίλειος τη ζωή της αφιέρωσης και της αγάπης του στον Χριστό μας, με ρίζες τα δάκρυα της μητέρας του! Πολλές φορές τον έχαναν και, όταν τον ανακάλυπταν, τον έβρισκαν να κοιμάται ή να προσεύχεται και να κλαίει κάτω από τις Αγίες Τράπεζες, μικρών παλαιών εξωκκλησιών.


     Ο Γέροντας Ιερώνυμος είχε πολύ ωφεληθεί από δύο αγίους Γέροντες, τους οποίους συχνά ανέφερε· τον Γέροντα Μισαήλ και τον Γέροντα Γρηγόριο. Είναι πάμπολλα τα όσα έχει διηγηθεί γι’ αυτούς τους Γέροντες. Αναφέρω μόνο δύο.
     Για τον Γέροντα Γρηγόριο, ο οποίος ήταν παράλυτος, διηγόταν ο Γέροντας Ιερώνυμος ότι, σε κάθε δύσκολη ή σοβαρή υπόθεση, όσες φορές του ζητιόταν η γνώμη του, παρακαλούσε να τον ανεβάσουν με το κρεβάτι του στην κορυφή ενός βουνού. Τον άφηναν εκεί μόνο του, χωρίς κανέναν να τον φροντίζει και επέστρεφαν, όπως άλλωστε τους το ζητούσε ο ίδιος, μετά από οκτώ μέρες, για να τον παραλάβουν. Όταν επέστρεφε, δεν μπορούσαν ν’ ατενίσουν το πρόσωπό του, το οποίο έλαμπε! Οι δε συμβουλές του, ήταν όλες καρποί του Αγίου Πνεύματος.
     Για δε τον, επίσης Γκελβεριώτη, Γέροντα Μισαήλ, ο οποίος είχε το χάρισμα των δακρύων και της αδιάλειπτης προσευχής, αφηγούνταν ότι ανέβαινε στο βουνό πριν από την ανατολή του ηλίου, ύψωνε τα χέρια του στον ουρανό προσευχόμενος και τα κατέβαζε μετά τη δύση του ηλίου.

     Με την πάροδο των ετών, ο πόθος του Βασιλείου αύξανε. Αφιερώθηκε στην Εκκλησία. Χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Αμισού (ή αλλιώς Αμασείας ή και Σαμψούντας στα Τουρκικά) Άνθιμο (Αλεξούδη· 1824–1909) και υπηρέτησε για δέκα περίπου έτη ως διάκονος στην πατρίδα του, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη και στον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο.
     Πήγε κι έμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα στους Αγίους Τόπους. Έλεγε δε συχνά ο Γέροντας: «Όταν προσεύχομαι, νοερώς βρίσκομαι στον Γολγοθά, όπου σταύρωσαν τον Χριστό μας, στον Πανάγιο Τάφο Του, στο Όρος των Ελαιών, στη Βηθλεέμ». Δηλαδή νοερώς πάντοτε μεταφερόταν στους Αγίους Τόπους και μετά δακρύων «βρισκόταν για ώρες εκεί».

     Στην Ελλάδα μετέβη αρχές του 1922, με πολλούς άλλους Έλληνες από την ευλογημένη Κωνσταντινούπολη. Χειροτονήθηκε ιερέας και πήρε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτη από τον Μητροπολίτη Καρυστίας Παντελεήμονα (Φωστίνη· 1888–1962). Έκτοτε, ζηλότυπα, μέχρι την κοίμησή του, το έτος 1966, τον κράτησε και τον χάρηκε η νήσος Αίγινα, της οποίας αγίασε τους δρόμους, τα βουνά, τα μονοπάτια και τις παραλίες. Αγαπούσε πολύ την Αίγινα λόγω του ότι εκεί είχε ζήσει ο Άγιος Νεκτάριος. Διετέλεσε πνευματικός πατέρας για ορισμένο χρονικό διάστημα των μοναζουσών της ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος – Αγίου Νεκταρίου, καθώς και των μοναχών της, τότε, ανδρώας ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου «Χρυσολεοντίσσης». Ήταν ο άγγελος και η ψυχή της Αίγινας. Συχνά πήγαινε στο Άγιον Όρος για προσωπική ωφέλεια και εξομολόγηση.



     Τον πρώτο καιρό υπηρέτησε ως εφημέριος στο νοσοκομείο της Αίγινας, όπου ανήγειρε και τον ναό του νοσοκομείου. Ως ιερέας λειτούργησε πολύ λίγο, διότι σαράντα μέρες μετά τη χειροτονία του, είδε μια φοβερή οπτασία· αντί για το τεμάχιο του πρόσφορου, είδε τον Κύριο Ιησού Χριστό μας ως βρέφος επάνω στην Αγία Τράπεζα και δεν τολμούσε για πολλή ώρα να χρησιμοποιήσει την αγία λαβίδα. Κήρυττε, έψαλλε, συμβούλευε. Κι ύστερα από λίγο καιρό, αποσύρθηκε στο Ησυχαστήριό του «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου», το οποίο αυτός ανήγειρε. Σ’ όποιον τον επισκεπτόταν έδειχνε απέραντη αγάπη και σεβασμό· αυτό έκαμνε προς όλους αδιακρίτως. Το Ησυχαστήριό του, όντως, ήταν η κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Άλλος άνθρωπος έμπαινες και άλλος έβγαινες. Κι αν ακόμη κάποιος από τους επισκέπτες δεν κατανοούσε τα λόγια του Γέροντος εκείνη τη στιγμή, ερχόταν η ώρα που διαπίστωνε ότι τα λόγια του ήταν αληθινά και θεόπνευστα.

     Τα πρώτα χρόνια, την περίοδο 1935–1940, μετά από άδεια που έδωσε ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, ο γνωστός Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (ο Α΄· 1868–1938· Αρχιερατεία στην Αθήνα: 1923–1938), τ απογεύματα των Κυριακών, πήγαινε ο πατήρ Ιερώνυμος στην Αθήνα και κήρυττε στον Μητροπολιτικό ναό. Το γνώριζαν αυτό πολλοί συμπατριώτες του και πήγαιναν και τον άκουγαν και έκλαιγαν και μιλούσαν κατόπιν μαζί του για τους πόνους και τα προβλήματά τους. Πολλοί απ’ αυτούς, χάρη στη συμπαράσταση, την αγάπη και τη βοήθεια του Γέροντος, γλύτωσαν από βέβαιη αυτοκτονία, ένεκα του μεγάλου πόνου και της πραγματικά δυσβάσταχτης αθλιότητας που έζησαν μετά τον ξεριζωμό τους από την αγιασμένη πατρίδα τους. Κι όσους δεν πήγαιναν στην εκκλησία, πήγαινε και τους ανακάλυπτε εκείνος, χάρη στο διορατικό του χάρισμα, είτε στα χαμόσπιτά τους είτε στα μικρά πρόχειρα μαγαζάκια τους στον Πειραιά και στην Αθήνα. Εκεί που απελπίζονταν, έβλεπαν ξαφνικά το χαρούμενο και ιλαρό, το γεμάτο αγάπη πρόσωπο του Γέροντος. Και, τότε, άλλαζαν όλα...

     Αμέσως μόλις έφευγα από κοντά του, κατέγραφα όσα έλεγε σ’ εμένα και σε άλλους. Συχνά δε, επειδή έμενα δύο, τρεις ή και τέσσερις ώρες εκεί και, συν τω χρόνω, έρχονταν κι άλλοι επισκέπτες, μου έλεγε: «Εσύ κόρη, πήγαινε μέσα και σιώπησε». «Μέσα», εννοούσε το διπλανό κελλί, απ’ όπου όμως όλα όσα λέγονταν, ακούγονταν σαν να ήμουν κι εγώ ανάμεσά τους, οπότε, απευθείας τα κατέγραφα· όσα απ’ αυτά, εννοείται, δεν ήταν απόρρητα.
     Με μια ματιά έκανε τη διάγνωση και, ανάλογα με τον χρόνο που είχε, μιλούσε για τα κυριότερα προβλήματα ή θέματα και έδινε τις πνευματικές συνταγές που είχε ανάγκη ο καθένας χωριστά. Αν δεν είχε χρόνο, γιατί ήταν πολλά τα άτομα, έλεγε μια κουβέντα, μια φράση, αλλά ήταν εκείνη που κυρίως χρειαζόταν το συγκεκριμένο πρόσωπο.


     Κάποτε, τον επισκέφθηκε ένας γνωστός μου αρχιμανδρίτης. Έγινε αρχικά ο χαιρετισμός της αγάπης, του φίλησε το χέρι ο κληρικός και ο Γέροντας τον ρώτησε ...εάν πίστευε ότι υπάρχει Θεός! Ο αρχιμανδρίτης θύμωσε πάρα πολύ απ’ αυτήν την ερώτηση και του είπε:
     –Σ’ εμένα το λες αυτό, Γέροντα; Εγώ είμαι προϊστάμενος σε ναό, με πέντε ιερείς και δυο διακόνους. Κάνω ομιλίες, κάνω κατηχητικά, έχω τόσα πνευματικοπαίδια…
     Ο Γέρων Ιερώνυμος, δεν απάντησε.
     Τον πήρε μέσα κι εκεί έγινε μεταξύ τους ο εξής διάλογος:
     –Από το «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν» μέχρι το «Δι’ εὐχῶν» είσαι μόνος στο ιερό ή έχεις και παρέα;
     –Πολλές φορές έχω και πνευματικά μου τέκνα, Γέροντα.
     –Τους μιλάς καθόλου;
     –Βέβαια. Όταν βρω χρόνο, τους λέω και καμμιά κουβέντα για ωφέλεια.
     –Να, παιδί μου, γιατί δεν πιστεύεις ότι υπάρχει Θεός! Διότι, εάν πίστευες, μπροστά στα Τίμια Δώρα, μετά τη μετουσίωση, το στόμα σου θα το είχες κλειστό!
     Ο αρχιμανδρίτης, έμεινε άναυδος. Πήρε ένα δυνατό δίδαγμα και ωφελημένος αναχώρησε.

     Μια παρέα πέντε–έξι ατόμων τον είχε κάποτε επισκεφθεί μια μέρα. Την ώρα που έφευγαν και του φιλούσαν το χέρι ένας–ένας, λέει σε μια κοπέλλα, χωρίς να τον ακούσουν οι άλλοι: «Πιασίματα, όχι!». Όπως μου είπε η ίδια η κοπέλλα κατόπιν, έκανε συντροφιά με κάποιο πρόσωπο και δεν πρόσεχε όσο έπρεπε. Σε άλλη πάλι της ίδιας συντροφιάς, είπε: «Τα φυστίκια που είδες, δεν ανήκουν σ’ εμάς· είναι του γείτονα. Αν ήταν δικά μας, θα σου δίναμε πολλά!». Εκείνη έμεινε άναυδη, διότι, πηγαίνοντας προς τον Γέροντα, είχε δει τις φυστικιές έξω από το Ησυχαστήριο και σκέφτηκε μέσα της: «Τι ωραία, να μας έδιναν λίγα φυστίκια!».

     Στους κληρικούς έλεγε:
     «Είσαι βελόνα στα χέρια του Θεού. Να προσέξεις να μην είσαι σκουριασμένη βελόνα, για να μπορεί Αυτός να κάνει καλά το έργο Του».


     Μια γνωστή μου, είχε ένα δεκαπεντάχρονο γιο, πολύ ζωηρό, ο οποίος δημιουργούσε πολλά προβλήματα στο σπίτι. Κλαίγοντας, λοιπόν, μια μέρα είπε στον Γέροντα:
     –Γέροντα, κάντε, σας παρακαλώ, πάρα πολλή προσευχή για το παιδί μου. Είναι πολύ σκληρό για εμάς, διότι, ενώ τον παιδαγωγούμε και τον νουθετούμε χριστιανικά, δυστυχώς δεν γίνεται «καλό» παιδί.
     Ο Γέροντας, τότε, της είπε:
     –Άκουσε να σου πω· έχεις μεγάλη ευθύνη για το παιδί σου και να ξέρεις ότι ο Θεός θα σου ζητήσει στην άλλη ζωή ή το παιδί σου σωσμένο ή πληγές στα γόνατά σου. Θα προσπαθείς μεν με τις νουθεσίες και τις συμβουλές να βοηθήσεις το παιδί σου. Αν, όμως, δεν τα καταφέρνεις, θα γονατίζεις και θα προσεύχεσαι τόσο πολύ, που θα δημιουργηθούν πληγές στα γόνατά σου. Μόνο τότε θα μπορείς να πεις: «Χριστέ μου! Έκανα ό,τι μπορούσα, αλλά δεν μπόρεσα να σώσω το παιδί μου!».

     Εκτός από τις προσωπικές για τον καθένα παραινέσεις και συμβουλές, τα βασικά θέματα γύρω στα οποία στρέφονταν οι συζητήσεις και οι συμβουλές του, ήταν:
     «Σ’ όλα να έχεις μέτρο· στην αγάπη του Χριστού μας, όχι!».
     «Αν δεν ζήσεις τη σιωπή, δεν μπορείς να κατανοήσεις την αξία της».
     «Να διαβάζετε το Ευαγγέλιο, το Ψαλτήριο, τους “Ασκητικούς Λόγους” του αββά Ισαάκ του Σύρου».
     Για την προσευχή έλεγε:
     «Όπως είπες σ’ εμένα αυτά τα λόγια, έτσι, με παράπονο και πόνο, να τα πεις στον Χριστό μας».
     Για τη μελέτη είπε τα εξής:
     «Όταν, διαβάζοντας, σου έρθει κατάνυξη, άφησε για λίγο το βιβλίο και κλάψε. Ζήσε την κατάνυξη· χαιρέτισε τη Χάρη!».
     Για τα δάκρυα, είπε:
     «Προσευχή χωρίς δάκρυα είναι να χτίζεις δίχως νερό. Όχι δάκρυα για προβλήματα, γι’ ασθένειες και για φτώχεια· αλλά δάκρυα από αγάπη για τον Χριστό μας. Εκείνος γνωρίζει τις ανάγκες σου· εσύ, μόνο να Τον αγαπάς. Πες: Κύριέ μου, Εσένα μόνο έχω. Κύριέ μου, μη μ’ εγκαταλείψεις, γιατί μετά χάνομαι, τίποτε δεν είμαι. Κύριε, βλέπεις, προσευχή δεν κάνω όση πρέπει, δάκρυα δεν έχω, δεν…, δεν…, είμαι αδιόρθωτος! Κύριε, πού θα πάει αυτή η κατάσταση;. Αυτά, να λες με πόνο και θα δεις πώς έρχονται τα δάκρυα!...».

     Ήταν πολύ χαρούμενος και πολύ χαριτωμένος άνθρωπος και όλους τους δεχόταν με πολλή καλοσύνη και χαρά. Έβλεπε κάποιον με συντριβή και φοβισμένο και του έλεγε: «Καλώς ήρθες. Πολύ χαρήκαμε. Να έρχεσαι όποτε μπορείς. Όταν έρχεσαι, άγγελο θεωρούμε ότι βλέπουμε».



     Ό,τι του έδιναν, τα έδινε σ’ όσους είχαν ανάγκη· και, μάλιστα, χωρίς εκείνοι να του έχουν μιλήσει για οποιοδήποτε οικονομικό πρόβλημά τους. Σε μια μοναχή που ήταν στενοχωρημένη γιατί δεν είχε να πληρώσει το λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος, χωρίς εκείνη να του πει τίποτε απολύτως, όταν πήγε να τον επισκεφθεί της είπε: «Πάρε αυτόν τον φάκελο, έχει χρήματα. Μη πεις όχι! Θα σου χρειαστούν». Εκείνη αναγκαστικά τα πήρε. Κι όταν πήγε στο σπίτι της, άνοιξε τον φάκελο και διαπίστωσε ότι περιείχε όσα ακριβώς έγραφε η ειδοποίηση – ο λογαριασμός της ΔΕΗ.

     Σε μια άλλη μοναχή, που είχε πάει την ημέρα της εορτής του Αγίου Νεκταρίου να προσκυνήσει στον Άγιο, είπε: «Μη μπερδεύεσαι στον κόσμο· πήγαινε άλλη μέρα στον Άγιο να προσκυνήσεις. Να προσέχεις το ράσο σου. Και να σου πω κάτι, για να με καταλάβεις· πολλές φορές καλώ τον Άγιο Νεκτάριο κι έρχεται εδώ και συνομιλούμε. Μέσα στην ησυχία, πολλά θα καταλάβεις πνευματικά».


ΣΩΤΗΡΙΑ ΝΟΥΣΗ
Νομικός – Θεολόγος,
Βιογράφος του Γέροντος Ιερωνύμου



[2]

     Στην Αίγινα είχε μια πολύ μεγάλη δοκιμασία. Προτού σας την αφηγηθώ, θα πρέπει να σας πω ότι, ο Γέρων Ιερώνυμος είχε πρακτικές γνώσεις ιατρικής· ήξερε κάποιες αλοιφές, κάποια φάρμακα που έκαναν πολύ καλό, θεράπευε τραύματα κλπ. Στη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα, πήγε στον Γέροντα Ιερώνυμο ένας Γερμανός. Είχε ένα τραύμα στο πόδι κι είχε πάει σε διάφορους γιατρούς, πλην όμως, δεν μπόρεσε να γίνει καλά. Κάποιοι τον συμβούλευσαν να πάει στον Γέροντα Ιερώνυμο. Ο Γέροντας στην αρχή δεν ήθελε. Φοβήθηκε μήπως τον κατηγορήσουν ότι υποκαθιστά τους γιατρούς, κάμνοντας θεραπείες. Αγρίεψε, όμως, ο Γερμανός κι έτσι ο Γέροντας αναγκάστηκε να δεχθεί. Και, πράγματι, θεράπευσε το τραύμα του.

     Φεύγοντας ο Γερμανός, άφησε ένα βλήμα. Ο Γέροντας δεν του καταλόγισε ποτέ δόλο γι’ αυτό. Κανείς δεν ξέρει γιατί το έκανε αυτό. Κάποτε ο Γέροντας, που είχε κατέβει στην πόλη της Αίγινας, είδε έναν αναπτήρα, ο οποίος ήταν φτιαγμένος από ένα βλήμα παρόμοιο σαν κι εκείνο που του άφησε ο Γερμανός. Επειδή ο Γέροντας ήξερε πολλές τέχνες –εργαζόταν σ’ όλη του τη ζωή– πήρε εκείνο το βλήμα (του Γερμανού) κι άρχισε να μαστορεύει πάνω σ’ αυτό, προσπαθώντας να το μετατρέψει σε αναπτήρα.


     Δυστυχώς, όμως, το βλήμα ήταν γεμάτο· έγινε έκρηξη, χτύπησε πολύ άσχημα στο αριστερό του χέρι, έμεινε αναίσθητος, τον μετέφεραν στο νοσοκομείο της Αίγινας πρώτα κι ύστερα στο νοσοκομείο του Πειραιά. Όπως μας έλεγε η Γερόντισσα Ευπραξία, η οποία είχε ζήσει πολλά χρόνια κοντά του, από την ημέρα που χτύπησε έλεγε πάντοτε «Δόξα Σοι, ὁ Θεός! Δόξα Σοι, ὁ Θεός!». Στο νοσοκομείο του Πειραιά του έκοψαν πλέον το χέρι, διότι είχε μολυνθεί. Εξαιτίας δε του ατυχήματος αυτού, έχασε όχι μόνο το χέρι του, αλλά και την ακοή του, την οποία μετά απέκτησε θαυματουργικά μετά από επέμβαση των Αγίων Αναργύρων.

     Ο ίδιος έλεγε: «Έχασα το ένα μου χέρι· ο Θεός επέτρεψε να μου το πάρουν. Δεν το χρειαζόμουν, φαίνεται. Έχω το άλλο μου χέρι. Αν θέλει να μου πάρει και το άλλο, ας μου το πάρει. Και καρκίνο αν θέλει, ας μου δώσει. Αρκεί να το παραχωρήσει ο Θεός κι εγώ να μπορέσω να το αντέξω». Ήταν απόλυτα αφιερωμένος κι απόλυτα δοσμένος στον Θεό. Δεν τον φόβιζαν οι θλίψεις, όσο η τυχόν απομάκρυνσή του από τον Θεό· αυτό πρόσεχε κι αυτό τον ενδιέφερε. Θυμάμαι, με πόση υπομονή αντιμετώπισε την ασθένειά του. Και, ξέρετε, υπέφερε πάρα πολύ. Ο καρκίνος που είχε μετέπειτα, του προκαλούσε φοβερούς πόνους. Ποτέ, όμως, δεν βαρυγκώμησε, ποτέ δεν παραπονέθηκε για ο,τιδήποτε. Πάντοτε έλεγε «Δόξα Σοι, ὁ Θεός!». Δόξαζε συνεχώς τον Θεό· τίποτε άλλο!


     Προείδε την κοίμησή του. Εκοιμήθη στις 16 Οκτωβρίου 1966, ημέρα Κυριακή. Από την προηγούμενη Δευτέρα κάλεσε τα πνευματικά του τέκνα, τους έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες. Ήταν πάρα πολύ συγκινητικό. Δεν μπορώ να σας μεταφέρω την ατμόσφαιρα που επικρατούσε· ήταν μια πραγματική μυσταγωγία. Μας είπε συγκεκριμένα: «Μέχρι την Κυριακή, αν θέλει ο Θεός, θα είμαι εν ζωή. Μετά, θα κοιμηθώ».
     Οποιονδήποτε θελήσει να ρωτήσει σήμερα ένας στην Αίγινα για τον Γέροντα Ιερώνυμο, θ’ ακούσει τα πιο συγκινητικά και τα πιο ζεστά λόγια. Κάνοντας ένα ακόμη ταξίδι στην Αίγινα, προκειμένου να συναντήσω περισσότερους ανθρώπους που τον είχαν γνωρίσει και να μάθω κάποια παραπάνω πράγματα, εκείνο που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, πέραν των όσων άκουσα για το διορατικό και το προορατικό του χάρισμα, για την ελεημοσύνη του, για την αγάπη του προς όλους, για τη διακριτικότητά του –θα μπορούσαμε να μιλούμε ώρες γι’ αυτά– ήταν ότι όλοι έλεγαν εν κατακλείδι ότι ο Γέρων Ιερώνυμος ήταν ένας άγιος. Δεν βρήκα ούτε έναν άνθρωπο, που ν’ αμφιβάλλει για την αγιότητά του! Γι’ αυτό και θα επιθυμούσα να κλείσω με τα λόγια ενός μεγάλου σύγχρονου θεολόγου και συγγραφέα: «Μόνο όσοι γνώρισαν από κοντά τους αγγέλους και τους αγίους, μπορούν να μιλήσουν για τον Γέροντα Ιερώνυμο της Αίγινας».


ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ
Συγγραφέας,
Βιογράφος του Γέροντος Ιερωνύμου





[Κλείτου Ιωαννίδη:
«Γεροντικό του 20ου αιώνος»,
κεφ. 26ο, σελ. 521–532,
 έκδοσις «Νεκτ. Παναγόπουλος»,
Αθήνα, Οκτώβριος 19991.
Ο πίνακας, του Σπύρου Βασιλείου:
«Καΐκια, Αίγινα», 1953.]



Συνήθιζε να κάνει την εξής ερώτηση:
«Ποιο έχει μεγαλύτερη δύναμη;
Το νερό ή η φωτιά;».
Κάπου μπερδεύονταν οι επισκέπτες του
μ’ αυτήν την ερώτηση.
«Το νερό», απαντούσε ένας.
«Άμα ρίξεις ένα ποτήρι νερό
σε μια μεγάλη φωτιά, θα σβήσει;»,
ρωτούσε τότε ο Γέροντας Ιερώνυμος.
«Η φωτιά έχει μεγαλύτερη δύναμη»,
έλεγε μετά ο επισκέπτης.
«Κι αν ρίξεις ένα μεγάλο τενεκέ νερό
πάνω σε μια μικρή φωτιά, δε θα σβήσει;»,
ξαναρωτούσε ο Γέροντας.
Και, κατέληγε:
«Επομένως, ούτε το ένα ούτε το άλλο·
η ποσότητα, είναι που έχει σημασία!
Γι’ αυτό
φροντίστε να έχετε το πνευματικό μέρος
περισσότερο αυξημένο,
ώστε να μη σας κατανικήσει το σαρκικό.
Αν η θέληση για την πνευματική ζωή
είναι μεγαλύτερη,
δεν θα σας βλάψει
οποιαδήποτε κοσμική σκέψη
ή προσβολή πειρασμού».











Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Ο ΠΑΤΗΡ ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ

Ο ΠΑΤΗΡ ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ


     Όταν συμπλήρωσα τη μοναχική μου «δοκιμή» το σωτήριο έτος 1911, η ιερή μετάνοιά μου, η Μονή Διονυσίου, έστειλε τη λέμβο της στο Μετόχι του «Μονοξυλίτη», όπου βρισκόμουν, για να με παραλάβει, ώστε τη μεθεπόμενη Παρασκευή της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών –κατά την οποία, σημειωτέον, συνέπιπτε εκείνη τη χρονιά και η γιορτή του Ευαγγελισμού–, να λάβω το ποθεινότατο σε μένα αγγελικό Σχήμα.

     Με πολλή συγκίνηση αποχαιρέτησα τους αδελφούς και συνδοκίμους μου και, αφού πήρα τη συγχώρεση απ’ αυτούς, κατέβηκα αυθημερόν στην ακρογιαλιά του Μετοχίου· και, έχοντας ευνοϊκό τον καιρό, φτάσαμε ιστιοπλοϊκώς στην ιερά Μονή του Ξενοφώντος. Από εκεί, όμως, αντιστράφηκε ο άνεμος και με πολύ κόπο μπήκαμε το βράδυ στο λιμενίσκο της ιεράς Μονής του Ρωσικού.

     Αφού αποφασίσαμε την εκεί αναγκαστική μας διανυκτέρευση, πήρα ευλογία από τους υπόλοιπους λεμβούχους πατέρες να μπω μέσα στη Μονή του Ρωσικού με σκοπό και την Ακολουθία του Μεγάλου Κανόνος ν’ ακούσω, αλλά και να γνωρίσω από κοντά τον φημισμένο για την αρετή και για τη μεγάλη του ταπείνωση Έλληνα Τυπικάρη, τον πάτερ Γερόντιο.


     Μπαίνοντας σ’ αυτή τη μεγαλοπρεπή Μονή, έμεινα στην αρχή άφωνος από τις τεράστιες οικοδομές της που υπήρχαν μέσα σε αυτήν, αλλά και από την άμεμπτη φιλοκαλία και καθαρότητά της. Συνηθισμένος όμως όπως ήμουν εγώ στο ερημητήριο του «Μονοξυλίτη», απαρεσκόμουν κάπως στο πολύβουο και πολυάνθρωπο περιβάλλον αυτής της Μονής, η αδελφότητα της οποίας αριθμούσε τότε πάνω από χίλιους μοναχούς, καθώς και εκατοντάδες ξένους φτωχούς και γηραλέους ανθρώπους που περιέθαλπε. Σίγουρα θα επέστρεφα πίσω στη λέμβο, αν φυσικά υπήρχε χώρος σ’ αυτή για να διανυκτερεύσω.

     Κατά καλή, για μένα, συγκυρία, η ορθρινή Ακολουθία του Μεγάλου Κανόνος αρχίζει σ’ αυτό το Μοναστήρι το βράδυ, ας πούμε σαν ένα είδος Αγρυπνίας· ενώ στις άλλες Μονές γίνεται «Βαθύς Όρθρος». Έτσι λοιπόν, αφού χτύπησαν τα σήμαντρα, έσπευσα και κατέλαβα το πρώτο στασίδι «των αρχαρίων», που ήταν στο δεξί κλίτος του Ναού, ώστε από εκεί να μπορώ να παρακολουθώ απευθείας την τάξη της Ακολουθίας, αλλά και τον αγαπητό σε μένα πατέρα Γερόντιο, η θέση του οποίου, όπως είχα πληροφορηθεί, ήταν στο στασίδι δίπλα στον Ηγούμενο.


     Μετά από λίγο άρχισε η ιερή Ακολουθία μέσα σε άκρα σιγή και με την παροιμιώδη ευταξία και ακινησία των Ρώσων μοναχών. Και όταν, μετά τον «Εξάψαλμο» και τα «Τριαδικά» τροπάρια, άρχισε ο ασπρομάλλης και σεβάσμιος Γέρων να λέει το: «Βοηθὸς καὶ σκεπαστὴς ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίαν (“Βοηθός και σκεπαστής έγινε σε μένα ο Θεός για να μου προσφέρει τη Σωτηρία”)», ευφράνθηκε η καρδιά μου και μέχρι το μεδούλι της ύπαρξής μου πλημμύρισα από κατάνυξη από τη γλυκύτατη ψαλμωδία του και από την πολλή του κατάνυξη. Κι έβλεπα, σα σε όραμα, τον σεβαστό αυτόν πρεσβύτη μοναχό να σκουπίζει τα δάκρυά του καθώς έψελνε: «Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν τὰς τοῦ ἀθλίου μου βίου πράξεις; (“Πότε, επιτέλους, θ’ αρχίσω κι εγώ να θρηνώ τις πράξεις της αθλίας μου ζωής;”)»· όταν δε έψαλλε το ακροτελεύτιο Θεοτοκίο της Α΄ ωδής του Κανόνος, τόσο πολύ πυρακτώθηκε από την κατάνυξη η καρδιά του, που σήκωσε τα χέρια του προς την εικόνα της Παντάνασσας και προσβλέποντας με άκρα ευλάβεια στο αγγελικό της πρόσωπο, με δάκρυα πολλά, αλλά και με υιική οικειότητα, έψαλλε· «Παναγία, ἡ ἐλπὶς τῶν σὲ ἐκ πόθου παρακαλούντων, ἄρον τὸν κλοιὸν ἀπ’ ἐμοῦ τὸν βαρύν, τὸν τῆς ἁμαρτίας (“Παναγία, εσύ που είσαι η ελπίδα όσων με πόθο σε παρακαλούν, πάρε από μένα τον βαρύ κλοιό της αμαρτίας”)». Τις άλλες ωδές του Κανόνος τις έψαλλαν εκ περιτροπής κι άλλοι πατέρες, ανά μία ο καθένας, όπως συνηθίζεται άλλωστε στο Άγιον Όρος.

     Όταν, μετά το «Συναξάριον» του Όρθρου, έμελλε να γίνει η ανάγνωση του καθιερωμένου Βίου της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, παρατήρησα μια αναταραχή στο μέχρι τότε ακίνητο πλήθος των μοναχών, καθώς και μια μετακίνηση των γεροντότερων απ’ αυτών ιδιαίτερα προς το δισκέλι της ανάγνωσης του πατρός Γεροντίου.


     Αυτόν τον Βίο, για το άκρως κατανυκτικό και για το θεματικά επίκαιρό του, τον διαβάζει στα κοινόβια ο Ηγούμενος. Μη γνωρίζοντας, όμως, ο Ηγούμενος σ εκείνο στο Μοναστήρι την Ελληνική επειδή ήταν Ρώσος και, επιπλέον, επειδή οι πρώτες και επίσημες αναγνώσεις σ’ αυτή τη Μονή γίνονται κατά κανόνα στην Ελληνική, ανέλαβε την ανάγνωση του βίου, ο πρώτος στην τάξη μεταξύ των Ελλήνων μοναχών, ο Γέρων Γερόντιος.

     Στη ζωή μου άκουσα πολλούς καλούς και ρητορικούς αναγνώστες. Ομολογώ όμως ότι, ακόμη και μέχρι σήμερα, δεν βρήκα άλλον εφάμιλλο διαβαστή όσο αφορά την κατανυκτική απόδοση του κειμένου με το ύφος και με την απαγγελία του μακαριστού Γέροντος Γεροντίου. Και ήταν μοναδικό το θέαμα και αλησμόνητη η σκηνή, να βλέπει κανείς περισσότερο από πενήντα ηλικιωμένους μοναχούς και, μάλιστα, ξενόγλωσσους Ρώσους, όλοι αυτοί να συνωστίζονται γύρω από το δισκέλι της ανάγνωσης του διαβαστή Γεροντίου, και άλλοι απ’ αυτούς να είναι γονατισμένοι και κάποιοι άλλοι –οι υπέργηροι– να κάθονται οκλαδόν και, δίχως να κουνούν τα βλέφαρά τους, ν’ ατενίζουν και να κρέμονται κυριολεκτικά από τα χείλη του γηραιού Τυπικάρη, μη καταλαβαίνοντας βέβαια τα περισσότερα λόγια, όπως νομίζω, αλλά ωστόσο να συναρπάζονται από τον κατανυκτικό τόνο και γενικά από την υπέροχη ανάγνωσή του!


     Κι όσο προχωρούσε αυτή η ανάγνωση, η απαράμιλλη σε συγκίνηση, τόσο θερμαινόταν κι η φωνή του Γέροντος και ήταν, πια, έκδηλη και φανερή η εσωτερική του πνευματική συντριβή· ο οποίος Γέροντας σταματούσε για λίγο το διάβασμα, τάχα για να καθαρίσει τη φωνή του μ’ έναν υπόκωφο βήχα. Όταν όμως έφτασε στη σπαρακτική εκείνη στιχομυθία μεταξύ του Αββά Ζωσιμά και της Οσίας Μαρίας, κατά την οποία τη ρωτάει ο Αββάς: «Πές μου, Οσία του Θεού!» κι αυτή πάλι αποκρίνεται προς αυτόν: «Αββά Ζωσιμά μου!», δεν μπόρεσε ο γλυκύς Γέροντας Γερόντιος να συγκρατήσει τον εαυτό του από τη συγκίνηση και ξέσπασε η καρδιά κι η φωνή του σε λυγμούς και σε ακατάσχετα δάκρυα, που μετέφεραν τη συγκίνηση σ’ όλο το εκκλησίασμα. Έτρεξε αμέσως προς αυτόν ο σεβάσμιος Καθηγούμενος και, αφού τον πήρε από το μπράτσο, τον οδήγησε προς το στασίδι του.

     Ήμουν 22 χρονών τότε· και η τρυφερή μου καρδιά καιγόταν από τη γλυκιά χαρμολύπη και από την κατάνυξη. Και νόμιζα ότι έβλεπα και άκουγα αυτόν τον ίδιο τον Αββά Ζωσιμά να μιλάει απευθυνόμενος προς την μακαριότατη Οσία Μαρία. Επειδή όμως δεν ήμουν και τελείως αμέτοχος της πονηρής κρίσης, σκεφτόμουν μέσα μου ότι η τόση κατάνυξη του Γέροντος Γεροντίου μπορεί να προερχόταν απλώς και μόνο από τα κατανυκτικότατα τροπάρια του Μεγάλου Κανόνα και από τον βίο της Οσίας. Όμως, ρώτησα και έμαθα ότι, ο οσιότατος αυτός Γέρων Γερόντιος είχε την Οσία Μαρία την Αιγυπτία σύντροφο και προστάτιδα στη μοναχική του ζωή. Εξαιτίας του διακονήματός του βρισκόταν νύχτα–μέρα μέσα στον ναό και, κατά τις ώρες της παύσης των ακολουθιών, αυτός καθόταν στο νάρθηκα και με το αριστερό του χέρι «τραβούσε» κομποσχοίνι, ενώ με το δεξί του σκούπιζε τα δάκρυά του μ’ ένα κομμάτι πανί που το κρατούσε ειδικά γι’ αυτό το λόγο. Αυτό το κομμάτι πανί, όταν κατέβαινε κάτω στην παραλία, το έπλενε στη θάλασσα θεωρώντας το, όπως εγώ νομίζω, νά ’ναι ήδη βαπτισμένο στο λουτρό της παλιγγενεσίας που είναι τα δάκρυα σύμφωνα με τον Μέγα Αρσένιο.


     Γι’ αυτόν τον όσιο άνθρωπο έμαθα από έναν γέρο συμπολίτη του μοναχό ότι, όταν αυτός ήταν νέος έξω στον κόσμο και φρόντιζε τα κτήματά του τα οποία βρισκόταν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τις Κυδωνιές της Μικράς Ασίας, ένας βάρβαρος Τούρκος ή μάλλον Τάταρος, που είχε έρθει πρόσφυγας από τη Ρωσία μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, αυτός επιτέθηκε με ανήθικους σκοπούς σε μια μικρή παιδούλα που ήταν εκεί και μάζευε χόρτα για το φαγητό της. Έτρεξε λοιπόν ο Γερόντιος για να σώσει αυτή την ομόφυλη και ομόθρησκη κόρη και στη μεταξύ τους πάλη που ακολούθησε με τον αγαρηνό, φονεύθηκε ο δεύτερος. Κι έτσι, αυτός ο καλός ζηλωτής, ο κατά κόσμον Γεώργιος, εκών άκων αναχώρησε για το Άγιον Όρος και για καλύτερη ασφάλεια προσήλθε στη Μονή του Ρωσικού, όπου έγινε μοναχός και μετονομάσθηκε Γερόντιος.

     Όπως αφηγούνται από τους επιζήσαντες συμμοναστές του και όσοι τον γνώρισαν, για μια ολόκληρη 50ετία έζησε σ’ αυτή τη Μονή του Ρωσικού, ήσυχα και πιο άκακα κι από ένα αρνί. Δεν αναμίχθηκε καθόλου στις μεταξύ των Ελλήνων και Ρώσων έριδες και, όταν επικράτησαν οι τελευταίοι, οι Έλληνες μοναχοί έφευγαν για να ζήσουν κάπου αλλού στο Άγιον Όρος, παίρνοντας μάλιστα γι’ αυτή τους τη φυγή σεβαστό χρηματικό ποσό από τους Ρώσους, αυτός ο μακάριος δεν έδωσε καμία σημασία σ’ αυτόν το δελεασμό, αλλά παρέμεινε στη μετάνοιά του πιστός λειτουργός και τέλειος ζηλωτής της μητρικής του γλώσσας και της εκκλησιαστικής τάξης. Έζησε συνολικά 87 έτη και εκοιμήθη εν Κυρίω το 1918, αφήνοντας αλησμόνητη μνήμη οσίου μοναχού και ακραιφνούς Έλληνα... 

ΑΡΧΙΜ. ΓΑΒΡΙΗΛ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
(1886–1983)


[ (1) Αρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου:
«Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους»,
μέρος α΄, κεφ. 18ο, σελ. 60–65,
έκδοσις Ιεράς Μονής Διονυσίου,
Άγιον Όρος, Αύγουστος 20022·
(2) «Από τον κήπο του Παππού»
–Αγιορειτικές Διηγήσεις
Αρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου–,
μέρος β΄, κεφ. 1ο, σελ. 47–51,
εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 19941·
(3) Για τον Μέγα Αρσένιο:
«Το Μέγα Γεροντικόν»,
τόμ. α΄, κεφ. γ΄, §2, σελ. 306–307,
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Το Γενέσιον της Θεοτόκου»,
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 19941·
(4) Ο «Μονοξυλίτης»·
πρόκειται για εύφορο αμπελικό Μετόχι
που ανήκει στη Μονή Διονυσίου
και το οποίο βρίσκεται 10 χλμ. 
από την οριοθετική γραμμή του Αγίου Όρους,
κοντά στη «Θηβαΐδα» και τη Μονή Ζωγράφου. 
Παλαιότερα, υπήρχαν εκεί δύο μονές:
η «Μονοξυλίτου» και η «Αγίων Αναργύρων». 
Στα 1083 παραχωρήθηκε από τη Σύναξη
και τον Πρώτο στη Μονή Ξενοφώντος.
Αργότερα γίνεται κτήμα της Λαύρας
και στα μέσα του 17ου αι. περνάει
στην κυριαρχία της Μονής Διονυσίου.
Το έδαφος της περιοχής είναι αμμουδερό,
πολύ κατάλληλο για την καλλιέργεια αμπελιών
(βλ. Δωροθέου Μοναχού:
«Άγιον Όρος· Μύηση στην ιστορία
και τη ζωή του»,
τόμ. α΄, μέρος β΄, κεφ. vi, σελ. 305,
εκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη 19861
(5) Για τη «σπαρακτική στιχομυθία»
μεταξύ αββά Ζωσιμά και οσίας Μαρίας,
βλ. «Βίος Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας»,
§ιστ΄ και §κη΄, σελ. 54 και 70:
«Εἶπέ μοι πάντα διὰ τὸν Κύριον…»,
έκδοση Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα,
Άγιον Όρος 19964·
(6) Για το οδυνηρό φαινόμενο
του πανσλαβισμού στο Άθωνα,
βλ. Δωροθέου Μοναχού:
όπ. π., τόμ. α΄, μέρος α΄,
κεφ. xxv, σελ. 183–191·
(7) «Βαθύς όρθρος»:
Η ακολουθία του όρθρου
κατά τις εορτάσιμες μέρες.
Αρχίζει νωρίτερα από τις καθημερινές,
έχει πλουσιότερο τυπικό
και πανηγυρικότερο τόνο.
(8) «Το δισκέλι(ιον) της ανάγνωσης»:
Πτυσσόμενο αναλόγιο 
όπου τοποθετείται το βιβλίο,
από το οποίο ο διατεταγμένος μοναχός
διαβάζει κάποιο πατερικό κείμενο ή βίο αγίου
κατά τη διάρκεια της ακολουθίας 
ή του γεύματος.
(9) Η μεταφορά του κειμένου 
στην απλή δημοτική, 
αποτελεί δικό μας εγχείρημα
με τα όποια τυχόν λάθη του
στο τελικό αποτέλεσμα.
Ζητούμε γι’ αυτό εκ προοιμίου
την επιείκεια του επισκέπτη–αναγνώστη.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή κειμένου και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

«Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ ΕΙΔΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ…»

«Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ
ΕΙΔΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ…»


     Ο Ηγούμενος της Μονής Αγίου Παύλου π. Ανδρέας (Ευαγγελάτος, από τον Αγκώνα Κεφαλονιάς· 22/1/1904–1/2/1987), ήταν ο πρώτος Αγιοπαυλίτης Ηγούμενος που άρχισε να δέχεται πατέρες για εξομολόγηση. Κάθε μέρα (1:30–3:00 μ.μ.), δεχόταν με αγάπη ψυχές στο ηγουμενείο. Την εξομολόγηση την άκουγε πάντα ήρεμα. Εάν του έλεγε κάποιος «Γέροντα, έπεσα εκεί», απαντούσε: «Τί να κάνουμε; Στο έλεος του Θεού να αποβλέπουμε!». Αλλά, εάν του έλεγε κάποιος ότι κατακρίνει τους άλλους, τότε αυτός γινόταν πολύ αυστηρός. Του έλεγε έντονα: «Έγινες Θεός; Δεν ντρέπεσαι;». Και, ύστερα, με ήρεμα λόγια οδηγούσε τον προσερχόμενο σε μετάνοια.


     Ήταν ευγενής άνθρωπος. Τιμούσε τους άλλους και ήθελε να τους βοηθά. Ρωτούσε, πριν του ζητήσουν: «Σου λείπει κάτι, μάτια μου;». Η συνήθης έκφρασή του, ήταν η λέξη «παιδάκι μου»· και μ’ αυτήν εξέφραζε όλη την εσωτερική διάθεση της αγαθής ψυχής του. Είχε πολλή αγάπη και οικονομούσε καρδιακά τους πατέρες. Όπου όμως δεν έπρεπε, γινόταν αυστηρός. Αλλά αυτή η αυστηρότητά του, έβγαινε από την αγάπη του για να βοηθήσει πραγματικά. Δεν πίστευε εύκολα σε «φώτα» και σε «αγγέλους», εάν πρώτα δεν εξακρίβωνε καλά.


     Έλεγε χαρακτηριστικά για τη μνήμη του Θεού στον άνθρωπο: «Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, είδε μια φορά στη ζωή της την Εικόνα της Παναγίας που δεν την επέτρεψε να μπει μέσα στον Ναό της Αναστάσεως. Και, αυτή η μνήμη της Εικόνας, την ενίσχυε για σαράντα χρόνια που ήταν μόνη της μέσα στην έρημο. Κι εμείς, θέλουμε να δούμε και το ένα και το άλλο και, πάλι, μέσα μας μνήμη Θεού δεν έχουμε!...».




[«Από την Ασκητική και Ησυχαστική
Αγιορειτική Παράδοση»,
μέρος 1ο, κεφ. ιζ΄, σελ. 207–208,
Άγιον Όρος, 20111.]