Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΘΩΝΙΤΙΣΣΑ

ΠΑΝΑΓΙΑ ΑΘΩΝΙΤΙΣΣΑ


     Ήταν ένα γεροντάκι που μόλις άκουγε τ’ όνομα της Παναγίας έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Ήταν ένας Καυσοκαλυβίτης που όποτε γύριζε πλευρό τη νύχτα έψελνε το «Ἀξιόν ἐστι». Ήταν ένας Γρηγοριάτης ηγούμενος πού ’χε «φάει» την εικόνα Της από τους πολλούς ασπασμούς. Ήταν ένας Νεοσκητιώτης που παρακαλούσε όποιον έβλεπε να μιλήσει, να γράψει, να εκδώσει ό,τι υπήρχε για την Παναγία. Ήταν ένας μακαρίτης Ιβηρίτης που έπασχε από αγάπη προς την Πορταΐτισσα. Ένας Φιλοθεΐτης έλεγε: «Ἔχομεν βεβαίας τὰς ἐλπίδας εἰς τὴν Γλυκοφιλοῦσσαν» Παναγία· η μάνα των Αγιορειτών.

     Η Παναγία. Πάνω απ’ όλες τις αγίες. Μητέρα του Θεού και των ανθρώπων. Η καλύτερη παραμυθία. Η πιο σίγουρη πρέσβειρα των πιστών. Η πιο ταπεινή, η πιο καλή, η πιο σεμνή, η πιο υπάκουη, η πιο υπομονετική, η σιωπηλή, η γενναία, η πρώτη, η βασίλισσα, η Κυρία, η Έφορος, η Οικονόμισσα, η φωτοφόρος νεφέλη και μανναδόχος στάμνα.


     Χαρά να την αντικρύσεις. Ευχαρίστηση να την επικαλείσαι. Ευλογία να σ’ επισκέπτεται. Ελπίδα βέβαιη να την παρακαλάς. Βοήθεια μεγάλη η σκέπη της. Πού να βρεις τα ωραία λόγια να την εγκωμιάσεις; Πόσο φτωχή είναι η γλώσσα για τα μεγάλα ονόματα; Πόσο έχει φθαρεί η γλώσσα από την κατάχρηση. Έτσι σιωπάς και τα λες όλα. Όπως σιωπηλή ακολουθούσε παντού τον αγαπητό Υιό Της. Μέχρι σταυρού.

     Αθωνίτισσα Θεοτόκε, το ακοίμητο κανδήλι, το αγνό κερί, οι Χαιρετισμοί, η Παράκληση, το Θεοτοκάριο, τα Θεοτοκία δεν σου αρκούν. Μήτε γονυκλισίες και τάματα και προσφορές και κομποσχοίνια. Την καθαρότητα της καρδιάς ζητάς για νά ’λθει ο Υιός Σου και να φέρει θεοτόκες και θεοφόρες ώρες αγίας θεοψίας και φωτοχυσίας…


     Μητέρα του Θεού, μητέρα των ανθρώπων, μητέρα των πονεμένων, μητέρα των αγωνιώντων, μητέρα των θλιβομένων, σύντροφε των μονομάχων του Θεού, των καλογέρων. Όπως και να το κάνουμε είναι ανώτερες ψυχές οι Αγιορείτες, αφού επέλεξαν ν’ αφοσιωθούν μόνιμα στην Αθωνίτισσα Θεοτόκο.

     «Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσον ἡμᾶς»· του «Ἄξιόν ἐστι» του πανσέπτου ναού του Πρωτάτου της πρωτεύουσας των Καρυών· της «Κουκουζέλισσας» της Μεγίστης Λαύρας· της Βατοπεδινής «Ἐσφαγμένης»· της «Πορταΐτισσας» των Ιβήρων· της «Τριχερούσης» του Χιλιανδαρίου· του «Ἀκαθίστου» της Διονυσίου· της «Φοβερᾶς Προστασίας» του Κουτλουμουσίου· της «Γερόντισσας» του Παντοκράτορος· της «Γοργοϋπηκόου» της Δοχειαρίου· της «Μυροβλύτισσας» του Αγίου Παύλου· της «Ὁδηγήτριας» του Ξενοφώντος και, τόσες άλλες, σ’ εκκλησίες και παρεκκλήσια, κελλιά και καλύβια…


     Χαρά του κόσμου κι ελπίδα των απελπισμένων η Παναγία. Για να χαίρεσαι και να ελπίζεις και να μην είσαι στην ορφάνια της μοναξιάς θέλει αγώνα, θυσία και γνώση. Για να ξεσυννεφιάσει η καρδιά θέλει νά ’λθει ο ήλιος της ταπεινοφροσύνης και, πριν απ’ αυτόν, η αυγή της απλότητας και της πραότητας.

     Η Παναγία είχε κυρίως την ταπείνωση, την απλότητα και την πραότητα. Αυτά ήταν αιτία χαράς και δωρεά χαράς σ’ ένα κόσμο που τα έχει μεγάλη ανάγκη. Τα παιδιά της Παναγίας πρέπει νά ’χουν αυτές τις αρετές, για να δώσουν κάτι στον αναμένοντα και πάσχοντα κόσμο. Η λύπη του κόσμου είναι η έλλειψη της χαράς.

     Η Παναγία είναι η χαρά της χαράς μας, που απομακρύνει τον φόβο και την λύπη. 
     Πότε θα κατέβουμε πάλι στο θρανίο;
     «Ὑπεραγία Θεοτόκε, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν»!... 


     Έδωσα κι εγώ σαν παιδί και νέος τις ελπίδες μου, εδώ κι εκεί: σε λογοτέχνες, που βρίσκουν τόσα λόγια· σε ποιητές, πως μπορούσαν να εμπνευσθούν τέτοιους στίχους· σε μεγάλους του κόσμου, μα στο τέλος δεν λυτρώθηκα.

     Μέχρι που λησμονήθηκα και λιμενίσθηκα στο λιμάνι Της και δεν βάσταξα μια ελπίδα δική μου, για μένα. Ήξερα θα χάσω. Με απογοήτευσαν τα βιβλία, οι φίλοι, οι γιατροί κι άλλοι που θα περίμενες ακόμη περισσότερο.


     Πολλοί θέλουν να μάθουν ποιος είμαι, τις σπουδές μου, την καταγωγή μου, τις μελέτες μου, τις σκέψεις μου, τα προγράμματά μου. Αλήθεια, μέσα μου γελάω δυνατά· γιατί αυτά τα ρωτούν στους μεγάλους. Είναι πάντως αλήθεια πως νέος είχα γράψει μια αυτοβιογραφία με πολλές λεπτομέρειες, που ίσως κάποιοι θα την βρίσκανε χρήσιμη, την έσκισα όμως σύντομα. Δεν προσδοκώ αναγνώριση και τιμή. «Την κάθε ελπίδα μου σ’ Εσένα αναθέτω, Παναγία μου»! Παράλαβέ με. Γιάνε μου τα πάθη. Αυτό μόνο ζητώ. Και δεν ταπεινολογώ. Πάρτε συνεντεύξεις από άλλους…


ΜΩΫΣΗΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1952–2014)





[Μωϋσέως Μοναχού Αγιορείτου (†):
«Αθωνικό Απόδειπνο»,
κεφ. 8ο, σελ. 45–48,
κεφ. 15ο, σελ. 72,
κεφ. 16ο, σελ. 76–78,
εκδόσεις «Αρμός»,
Αθήνα, Φεβρουάριος 1994.]








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου