Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡ-ΑΝΤΩΝΑΚΗ

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡ-ΑΝΤΩΝΑΚΗ


     κυρ-Ἀντωνάκης ἤτανε νοικοκύρης καλός, μὰ ἡ τύχη του ἔγραφε νὰ πάρει μιὰ γυναῖκα ἀνάποδη καὶ γλωσσού. Ὅσο ἤτανε ἐκεῖνος σιγομίλητος σὰν πνευματικός, τόσο ἡ κυρία του ἤτανε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Χρόνια μαλώνανε, κι ὅσο ἔκανε ὑπομονὴ ὁ κυρ-Ἀντωνάκης, τόσο σκύλιαζε κείνη ἡ Δαλιδά, ὅπως τὴν ἔλεγε.

     Σὰν εἶδε κι ἀπόειδε, σοφίστηκε τοῦτο τὸ σύστημα: Παράγγειλε σ’ ἕναν μαραγγὸ ἕνα ἀναλόγιο μ’ ἕνα συρτάρι, καὶ τό ’βαλε μέσα στὴν κάμαρή του. Ἀγόρασε κ’ ἕνα τεφτέρι σὰν Τετραβάγγελο καὶ τὸ κλείδωσε μέσα στὸ συρτάρι. Κι ὅποτε ἄρχιζε νὰ φωνάζει ἡ γυναῖκα του, δὲ μιλοῦσε ὁλότελα, μόνο ἔβαζε τὸ δάχτυλό του στὸ στόμα του κ’ ἔλεγε: «Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου». Καὶ παρευθὺς κλειδωνότανε στὸν ὀντά του, ἔβγαζε τὸ τεφτέρι, τ’ ἄνοιγε ἀπάνου στ’ ἀναλόγιο, κ’ ἔπιανε κ’ ἔγραφε, ἔγραφε, ἴσαμε ποὺ σκοτείνιαζε. Ὕστερα τὸ ξανακλείδωνε στὸ συρτάρι καὶ πάγαινε στὸν καφενέ.

     ραγες τί νά ’γραφε;

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
(1895–1965)


[Φώτη Κόντογλου:
«Ἔ ρ γ α »
Τόμος Α΄,
«Τὸ Ἀϊβαλὶ ἡ πατρίδα μου»,
Κεφ. 26ο, σελ. 231,
Ἐκδοτικὸς Οἶκος «Ἀστήρ»,
Ἀθῆναι, Ὀκτώβριος 19957.
Ἐπιμέλεια ἀνάρτησης,
ἐπιλογὴ θέματος καὶ φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση
τῶν ἀναρτήσεων ἀπὸ τὸ «Εἰλητάριον»,
ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρεται ἀπαραίτητα
ὡς πηγὴ προέλευσης.

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

«ΟΠΩΣ ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ ΑΓΓΙΖΟΥΝΕ…»

«ΟΠΩΣ ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ ΑΓΓΙΖΟΥΝΕ…»


     «Όπως τα βλέφαρα αγγίζουνε τό ’να τ’ άλλο, έτσι κι οι πειρασμοί είνε κοντά στους ανθρώπους. Και τα οικονόμησε έτσι ο Θεός με σοφία, για τη δική σου ωφέλεια, για να χτυπάς με υπομονή την πόρτα Του, κι από το φόβο των λυπηρών να Τον θυμάται ο λογισμός σου, και να Τον σιμώσεις με την προσευχή, και ν’ αγιαστεί η καρδιά σου με το να Τον συλλογίζεσαι· και σαν Τον επικαλεστείς, θα σ’ ακούσει, και θα μάθεις πως ο Θεός είναι ’Κείνος που θα σε γλυτώσει. Και θα νοιώσεις ’Κείνον που σ’ έπλασε και που νοιάζεται για σένα και που σε φυλάγει και πού ’πλασε διπλό τον κόσμο για σένα, τον έναν σα δάσκαλο και πρόσκαιρο παιδευτή, τον άλλον σαν πατρογονικό σπίτι σου κι ωραία κληρονομιά σου. Δε σ’ έκανε ο Θεός απαλλαγμένον από τα λυπηρά, μήπως θαρρευόμενος στη Θεότητα, κληρονομήσεις ό,τι κληρονόμησε ’κείνος που πρώτα λεγότανε Εωσφόρος, κ’ ύστερα γίνηκε Σατανάς· και πάλι δε σ’ έκανε αλύγιστο κι ασάλευτον, για να μη γίνεις σαν τ’ άψυχα τα κτίσματα, και σου δοθούνε τ’ αγαθά δίχως κέρδος και δίχως μισθό, όπως στα άλογα είνε τα φυσικά χαρίσματα τα χτηνώδικα. Γιατί είνε εύκολο σ’ όλους να καταλάβουνε, πόση ωφέλεια και πόση ’φχαρίστηση και ταπείνωση κερδίζει ο άνθρωπος, περνώντας τούτα τα ’μπόδια».

ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ
ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
(1895–1965)



[Φώτη Κόντογλου:
«Ο μυστικός κήπος»,
κεφ. 7ο, σελ. 162–163,
Εκδοτικός Οίκος «Αστήρ»,
Αθήναι, Μάιος 19863.]







Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΠΟΥ ΕΥΦΡΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΠΟΥ ΕΥΦΡΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ


     «Ἱκανὴ εἶνε ἡ ἀγάπη νὰ θρέψει τὸν ἄνθρωπο ἀντὶς φαγητὸ καὶ πιοτό· αὐτὸ εἶνε τὸ κρασὶ ποὺ εὐφραίνει τὴν καρδιὰ τ’ ἀνθρώπου. Μακάριος ὅποιος ἤπιε ἀπὸ τοῦτο τὸ κρασί· ἀπ’ αὐτὸ ἤπιανε οἱ ἀκόλαστοι καὶ φχαριστηθήκανε, οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ ξεχάσανε τὸν σκοτεινὸ δρόμο τους, κ’ οἱ μέθυσοι καὶ γενήκανε νηστευτές, κ’ οἱ πλούσιοι καὶ ποθήσανε τὴ φτώχεια, κ’ οἱ φτωχοὶ καὶ πλουτήσανε μὲ τὴν ἐλπίδα, κ’ οἱ ἄρρωστοι καὶ γινήκανε δυνατοί, κ’ οἱ ἁπλοϊκοὶ καὶ γινήκανε σοφοί».

ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ
ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
(1895–1965)



[Φώτη Κόντογλου:
«Ὁ μυστικὸς κῆπος»,
κεφ. 7ο, σελ. 163,
Ἐκδοτικὸς Οἶκος «Ἀστήρ»,
Ἀθῆναι, Μάϊος 19863.]







Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΑΠΕΙΝΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΗ ΖΩΗ, ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ!

ΤΑΠΕΙΝΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΗ ΖΩΗ,
ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ!


«Ταπεινή και ήσυχη ζωή, θα πει αληθινή ζωή. Όποιος ζει μακριά από την ταραχή του κόσμου κι από τις διάφορες έγνοιες που φορτώνουνται οι άνθρωποι για να ζαλίζουνται, με την ιδέα πως χαίρουνται τη ζωή, αυτός λοιπόν που ζει αποτραβηγμένος με μια μικρή κι αγαπημένη συντροφιά, αυτός κατά την ιδέα μου, ζει αληθινά. Είναι σαν τον άνθρωπο που περπατά σιγά-σιγά και περιεργάζεται και φχαριστιέται από όσα βλέπει στον δρόμο του, σταματά όποτε θέλει, συλλογίζεται, δεν βιάζεται, ενώ οι άνθρωποι που ζούνε με πολλές σκοτούρες και φασαρίες, έχοντας την ιδέα πως αυτή είναι η πνευματική ζωή, που τη λένε και “έντονη, γεμάτη, δημιουργική” και μ’ άλλα τέτοια τρανταχτερά ονόματα, αυτοί λοιπόν μοιάζουνε με κείνον που τρέχει γρήγορα μ’ ένα αυτοκίνητο, και δεν προφταίνει να δει τίποτα, κι έτσι δεν νοιώθει τίποτα, δεν αισθάνεται τίποτα, δεν φέρνει στο νου του τίποτα».

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ (1895–1965)


[Φώτη Κόντογλου:
Έργα Στ΄ – «Μυστικά Άνθη»,
σελ. 206,
εκδοτικός οίκος «Αστήρ»,
Αθήνα, Σεπτέμβριος 19924.]






Τετάρτη 3 Ιουνίου 2015

ΑΘΕΪΑ· ΤΟ ΚΑΥΧΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

ΑΘΕΪΑ·
ΤΟ ΚΑΥΧΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ


     Αθεΐα. Τίτλος μεγάλος και καύχημα για τον σημερινόν άνθρωπο. Όποιος τον αποχτήσει, γίνεται παρευθύς στα μάτια των άλλων σοφός κι ας είναι αλογάριαστος, υπεράξιος κι ας είναι ανάξιος, επιστήμονας κι ας είναι κουφιοκέφαλος.
     Σήμερα ο κόσμος είναι βουτηγμένος στο σκοτάδι της απιστίας και στον παγερό ίσκιο του θανάτου. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουνε γυρίσει πάλι στην κατάσταση που βρισκότανε η ανθρωπότητα σε ’κείνα τα φοβερά χρόνια που εξουσιάζανε την οικουμένη οι Ρωμαίοι. Δηλαδή, σε πολλά ξαναπέσανε στο κτήνος κι ας μη το παραδέχουνται. Οι σημερινοί άνθρωποι ζούνε όπως ζούσανε και ’κείνοι, δίχως τα λεπτά αισθήματα που φανερώνουνε πως ο άνθρωπος είναι τιμημένος και σφραγισμένος με μια θεϊκή σφραγίδα.


     «Ψωμί και θεάματα!», φώναζε ’κείνος ο εξαγριωμένος όχλος μ’ αφρισμένο στόμα· το ίδιο φωνάζει κι η σημερινή ανθρωπότητα, μόνο με άλλα λόγια. Τα είδωλα εκεινών ήτανε οι μονομάχοι που παλεύανε με τις αρκούδες και με τα λιοντάρια, καθώς κι οι πόρνες που ξεγυμνωνόντανε μπροστά στον κόσμο. Τα ίδια είδωλα λατρεύουνε και προσκυνάνε κι οι σημερινοί άνθρωποι· και σ’ αυτό το προσκύνημα παίρνουνε μέρος σήμερα όλοι οι κάτοικοι της γης, επειδή σε τούτο συνεργούνε τα διάφορα μηχανήματα που εφευρεθήκανε για να υπηρετούνε τους αμαρτωλούς πόθους τους. Ο διάβολος έχει τυλιγμένη με την ουρά του την υδρόγειο και χαίρεται βλέποντας πού κατάντησε τον άνθρωπο, που θαρρεί πως είναι λεύτερος κι εξουσιαστής του κόσμου, ενώ είναι ο ελεεινός σκλάβος του. Αυτή η κατάσταση σε κάνει να φέρνεις στον νου σου τούτα τα λόγια του Δαβίδ: «Ἄνθρωπος, ἐν τιμῇ ὤν, οὐ συνῆκεν. Παρεσυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς». Δηλαδή: «Ο άνθρωπος, μ’ όλο που πλάσθηκε τιμημένος από τον Θεό, δεν το κατάλαβε. Ανακατεύθηκε μαζί με τα κτήνη τα ανόητα κι έγινε ίδιος μ’ αυτά» (βλ. Ψαλμ. 48:13).


     Δεν μιλώ για τον άνθρωπο που έχει πόθο να πιστέψει, μα δε μπορεί, μ όλο που κατά βάθος πάντα η αιτία της απιστίας είναι η περηφάνεια, αυτή η οχιά, που κρύβεται τόσο επιτήδεια μέσα στον άνθρωπο, που δε μπορεί να την καταλάβει.


     Όπως και νά ’ναι, οι άνθρωποι που αγωνίζουνται και πολεμάνε με τον άπιστο εαυτό τους, έχουνε όλη τη συμπόνεσή μας. Γι’ αυτούς παρακαλούμε, όσοι πιστεύουνε, να τους βοηθήσει ο Θεός να πιστέψουνε, όπως έκανε και σε ’κείνον τον πατέρα που είχε αρρωστήσει το παιδί του και παρακάλεσε τον Χριστό να το γιατρέψει. Και ’Κείνος του είπε: «Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σε ’κείνον που πιστεύει». Και τότε ο πατέρας του παιδιού έκραξε με δάκρυα: «Πιστεύω, Κύριε! Βοήθα με στην απιστία μου!» (Μάρκ. 9:24)· δηλαδή (ήταν σαν Του να έλεγε): «Έχω πόθο να πιστέψω. Κι Εσύ, Κύριε, δυνάμωσέ τον».


     Οι άπιστοι, για τους οποίους μιλούμε, δεν είναι τέτοιοι. Όχι μοναχά δεν κλάψανε ποτέ, για να ανοίξουνε με τον πόνο και με τη συντριβή την κλεισμένη πόρτα, την πόρτα της μετανοίας, όπως έκανε κείνος ο δυστυχισμένος πατέρας που γράφει το Ευαγγέλιο, αλλά μήτε συγκινηθήκανε ποτέ τους, μήτε αισθανθήκανε καμιά πίκρα για την απιστία τους, μήτε νοιώσανε πως έχουνε γι’ αυτό καμιά ευθύνη, κανένα φταίξιμο. Όλο το φταίξιμο είναι του Θεού· που δεν φανερώνεται μπροστά τους να τους πει: «Ελάτε! Ψηλαφήστε Με, πιάστε Με, μιλήστε μαζί Μου όπως μιλάτε μεταξύ σας, αναλύστε Με με τη χημεία σας, κομματιάστε Με με το μαχαίρι της ανατομίας σας, ζυγίστε Με, μετρήστε Με, ικανοποιήστε τις άπιστες αισθήσεις σας, χορτάστε με τ αχόρταγο λογικό σας!».


     Αυτοί οι αυτοτιτλοφορούμενοι άπιστοι, που επιδείχνουνε την εξυπνάδα τους, φουσκωμένοι από τον κούφιον αγέρα της περηφάνειας κι από την πονηρή ευστροφία του μυαλού τους, δεν είναι σε θέση, οι δύστυχοι, να νοιώσουνε πόσο ανόητοι και στενόψυχοι φαίνουνται σε ’κείνους που πιστεύουνε. Γιατί, για να πιστέψουνε, ζητάνε κάποιες αποδείξεις που κάνουνε τον πιστό να τους ελεεινολογεί για την περιορισμένη αντίληψη που έχουνε για το πνεύμα και για τα πνευματικά ζητήματα. Ο πιστός ξέρει πολύ καλά ως πού μπορούνε να φτάξουνε οι διαλογισμοί του άπιστου, γιατί κι αυτός, σαν άνθρωπος, τους έχει εκείνους τους λογισμούς· τους λογισμούς της σάρκας, τους λογισμούς τούτου του κόσμου. Ενώ, ο άπιστος, είναι ανύποπτος για όσα έχει μέσα του ο πιστός και για ό,τι βρίσκεται παραπέρα από την πρακτική γνώση του, δηλαδή για τα μυστήρια που είναι κρυμμένα από τα μάτια του και που γι’ αυτό θεωρεί πως δεν υπάρχουνε. Κι από την ανοησία του κορδώνεται και μιλά με καταφρόνηση για ’κείνους που είναι σε θέση να νοιώσουνε τη βαθύτερη σύσταση του κόσμου, ενώ αυτός, ο δυστυχής, είναι τυφλός και κουφός και θεωρεί πως τ’ ακούει όλα και πως τα βλέπει όλα. 


     Ο πιστός έχει πνευματικά μάτια και πνευματικά αυτιά, καθώς και κάποια «ὑπὲρ αἴσθησιν» (αισθητήρια). Ο άπιστος, πώς να πάρει είδηση από ’κείνον τον μυστικό κόσμο μόνο με τα χονδροειδή μέσα που έχει, δηλαδή με τις σωματικές αισθήσεις; Πώς να πιάσει τα λεπτά κι αλλόκοτα μυστήρια εκείνου του κόσμου, αφού, ο δυστυχής, δεν έχει τις κεραίες που χρειάζουνται για να τα πιάσει;


     Ο Απόστολος Παύλος γράφει στην Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή του, με τον τρόπο που γνωρίζει μοναχά αυτός (να γράφει), για το τι είναι σε θέση να νοιώσει ο πιστός και (για) το τι μπορεί να νοιώσει ο άπιστος:
     «Λαλούμε», λέγει, «τη σοφία του Θεού που είναι μέσα σε μυστήριο και που είναι κρυμμένη· τη σοφία που προόρισε ο Θεός, πριν από τους αιώνες, για δόξα δική μας· και που, αυτή τη σοφία, δεν τη γνώρισε κανένας από τους άρχοντες τούτου του κόσμου (δηλαδή, τους σοφούς της κοσμικής σοφίας)· και που, αυτή η σοφίαμ ξεσκεπάζει αυτά που, κατά τη Γραφή, δεν τα είδε (ανθρώπινο) μάτι και που δεν τ’ άκουσε (ανθρώπινο) αυτί και που δεν ανεβήκανε στην καρδιά κανενός ανθρώπου, (όλα) εκείνα που ετοίμασε ο Θεός για ’κείνους που Τον αγαπούνε. Αλλά σε ’μας τα φανέρωσε (όλ’ αυτά) ο Θεός, με το Πνεύμα Του το Άγιο.


     Επειδή το Άγιο Πνεύμα όλα τα ερευνά, (καθώς) και τα βάθη του Θεού. Γιατί, ποιος άνθρωπος γνωρίζει το μέσα του ανθρώπου, παρά μονάχα το πνεύμα του ανθρώπου που είναι μέσα στον άνθρωπο; Έτσι και τα μυστήρια του Θεού· δεν τα γνωρίζει κανένας παρά μοναχά το Πνεύμα του Θεού. Κι εμείς δεν πήραμε το πνεύμα του κόσμου (δηλαδή, τη φιλοσοφία και την κοσμική γνώση), αλλά το Πνεύμα του Θεού, για να γνωρίσουμε όσα χάρισε σε ’μας ο Θεός.
     Κι αυτά (τα χαρίσματα) δεν τα εκφράζουμε με λόγια που διδάσκεται η ανθρώπινη σοφία, αλλά με λόγια που διδάσκει το Άγιο Πνεύμα, μιλώντας σε πνευματικούς ανθρώπους με πνευματικό τρόπο. Πλην, ο άνθρωπος που έχει τη σαρκική γνώση (τον ορθολογισμό), δεν παραδέχεται όσα διδάσκει το Πνεύμα του Θεού, γιατί τα νομίζει για ανοησίες και (γιατί) δεν είναι σε θέση να καταλάβει πώς ανακρίνεται πνευματικά (από Αυτό το Ίδιο το Πνεύμα). Ο πνευματικός όμως άνθρωπος, (μπορεί και) ανακρίνει κάθε άνθρωπο, ενώ αυτός από κανέναν (κοσμικό και σαρκικό άνθρωπο) δεν ανακρίνεται (βλ. Α΄ Κορ. 2:6–15).


     Η απιστία υπήρχε πάντα. Μα σήμερα, με την αποτρόπαια ματαιοδοξία που μας τρώγει, την επιδείχνουμε σαν να μας δίνει τη μεγαλύτερη αξία. Όποιος έχει πίστη στον Θεό και στην αλήθεια που φανέρωσε, είναι καταφρονεμένος, σα στενόμυαλος κι ανόητος, και τραβά πάνω του όλα τα περιγελάσματα. Λογαριάζεται για «βλαμμένος» από τον πολύν κόσμο, μάλιστα από τον κόσμο που ξέρει να «τα καταφέρνει» στη ζωή, να «πετυχαίνει», να βγάζει λεφτά, να καλοπερνά, να μη δίνει πεντάρα για τίποτα, κατά το ρητό που λέγει: «Να φάμε, να πιούμε κι αύριο ας πεθάνουμε». Για τούτο, χρειάζεται να έχει μεγάλο θάρρος και να περιφρονά την εκτίμηση του κόσμου και το υλικό συμφέρον του, όποιος λέγει πως έχει πίστη στον Θεό.


      Ενώ εκείνον που δεν πιστεύει σε τίποτα, α΄) Τον έχει ο κόσμος σε μεγάλη υπόληψη και σεβασμό, μάλιστα δε, όσο περισσότερο άπιστος λέγει πως είναι, τόσο περισσότερη είναι η εκτίμηση που φανερώνει ο «έξυπνος» και «σοβαρός» κόσμος στο πρόσωπό του. Ο τέτοιος άνθρωπος είναι συνοφρυωμένος, με λίγα και βαριά λόγια, αράθυμος κι απότομος, «θετικός άνθρωπος», «γερό μυαλό». β΄) Όλα του έρχονται βολικά, και δεν σκοτίζεται, δεν στενοχωριέται για τίποτα. Δεν έχει ευθύνες και ζαλούρες: «Εδώ κάτω», λέγει, «είναι η Κόλαση κι ο Παράδεισος. Η ζωή, είναι για να την απολαβαίνουνε οι έξυπνοιΟι κοιμισμένοι κι οι αφιονισμένοι, ας πεθάνουνε!».


     Εξάλλου, δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το να κάνεις τον άπιστο! Πατάς ένα μονάχο κουμπί, κι όλα σου έρχονται βολικά. Ο διάβολος είπε στον Χριστό: «Πέσε, προσκύνησέ με, και θα γίνουνε οι πέτρες ψωμιά»· «οἱ λίθοι ἄρτοι».


     Λέγει, λοιπόν, ο «έξυπνος»: «Να κάθεσαι, άνθρωπος με τετρακόσια μυαλά, να χάνεις τον καιρό σου με χαζομάρες σαν τις γριές, με θεούς, με κόλαση και με παράδεισο, με καντήλια, με θυμιατά, με δισκοπότηρα, με παπάδες και με καλόγριες;! Και, σε ποια εποχή; Στην εποχή μας, που η επιστήμη στέλνει ανθρώπους στους πλανήτες;! Ακούς, φίλε μου, βλακεία που έχει αυτός ο κόσμος;!».


     Αυτά, λένε για τους πιστούς οι «έξυπνοι» και οι τιμημένοι τούτου του κόσμου, και τους χειροκροτούνε οι πολλοί, που τους έχουνε για φρόνιμους σε όλα, επειδή δεν κυνηγάνε ίσκιους, αλλά έχουνε μυαλό γερό και επιτυχαίνουνε σε ό,τι καταπιαστούνε.


     Ναι! Επιτυχαίνουνε, γιατί, μ’ έναν λόγο, η απιστία είναι «η πλατιά η θύρα και ο ευρύχωρος ο δρόμος» (βλ. Ματθ. 7:13), που δεν πιστεύουνε πως είναι αυτός που «οδηγεί στην απώλεια» όπως είπε ο Χριστός, αλλά στην επίγεια ευδαιμονία. Ενώ η πίστη είναι «η στενή η θύρα και ο δρόμος που είναι γεμάτος θλίψεις και δοκιμασίες» (βλ. Ματθ. 7:14), που δεν πιστεύουνε όμως πως αυτός είναι «που οδηγεί προς τη ζωή», αλλά στην επίγεια δυστυχία και περιφρόνηση. «Πολλοί είναι εκείνοι που περνάνε την πλατιά πύλη», κατά τον λόγο του Κυρίου, «και λίγοι εκείνοι που βρίσκουν τη στενή πύλη».


     Όλοι οι άπιστοι λένε πως αν βλέπανε ένα θαύμα, θα πιστεύανε. Μα η πίστη δεν έρχεται με τη βία, αλλά με τη συγκατάθεση της ψυχής. Γι’ αυτό, σε όσους ζητάνε θαύμα για να πιστέψουνε, δεν δίνεται· κατά τον λόγο που είπε ο Χριστός στους Φαρισαίους: «Πονηρή και μοιχαλίδα γενιά! Που ζητάει θαύμα και θαύμα δεν πρόκειται να της δοθεί!» (Ματθ. 16:4). Αλλά και θαύμα να δει ένας άπιστος, η περηφάνεια δεν τον αφήνει να πιστέψει, για να μη φανεί ευκολόπιστος και καταφρονεθεί.


     Η παγερή απιστία κι ο χιονιάς του μηδενισμού έχουνε κάνει τη ψυχή του ανθρώπου μιαν αποτρόπαιη έρημο. Αληθινά, οι σημερινοί άνθρωποι είναι «αυτοί που δεν έχουν ελπίδα» (βλ. Α΄ Θεσσ. 4:13), που λέγει ο Απόστολος Παύλος. Και σ’ έναν κόσμο που δεν υπάρχει το χαροποιό φως της ελπίδας, ποια ευτυχία μπορεί να υπάρξει; Ρωτώ να μάθω! Και τούτοι οι (σημερινοί) κατάδικοι της απελπισίας πασχίζουνε να ψευτοπαρηγορηθούνε με κάτι γιατροσόφια, καταγινόμενοι, άλλοι με τα μάταια ψαξίματα του κατασκότεινου μυαλού τους, άλλοι με λογής–λογής μανίες, άλλοι με λογοτεχνίες, με θέατρα, με στοιχήματα, με κουβέντες δίχως σημασία, και με ένα σωρό μάταια και ψεύτικα. Σωστά έγραφε ο Βλάσιος Πασκάλ (Blaise Pascal, 16231662) για τους τέτοιους άθεους τούτα τα λόγια: «Αληθινά, είναι για δόξα της θρησκείας το να έχει για εχθρούς της κάποιους ανθρώπους τόσο ανόητους!».
     Αυτοί οι δυστυχισμένοι άνθρωποι λένε πως νοιώθουνε μέσα τους ένα σωρό ανησυχίες, κι ωστόσο δεν καταλαβαίνουνε καμιά ενόχληση από την αλαζονεία, από τη φιλοδοξία, από την ακολασία, μ’ έναν λόγο, από την κάθε λογής πνευματική ασκήμια κι ακαταστασία που φωλιάζει μέσα τους. Πώς, λοιπόν, να γυρέψουνε το γιατρό, αφού δεν νοιώθουνε την αρρώστιά τους; Η αποκτήνωση τούς χαρίζει τη μακαριότητα.


     «Όποιος δεν ένοιωσε την ειρήνη, δεν ένοιωσε τη χαρά», λέγει ένας άγιος. Μα, μπορεί να ειρηνέψει μια ψυχή δίχως την ελπίδα; Και, μπορεί να υπάρχει ελπίδα, εκεί που φωλιάζει ο θάνατος; Η μυρουδιά του θανάτου βρίσκεται μέσα στον άθεο· και ’κείνος, ο δυστυχής, θαρρεί πως αυτή η βρώμα βρίσκεται μέσα στις ψυχές που ευωδιάζουνε από την ελπίδα του Θεού! Αυτό το λέγει, με τούτον τον εξαίσιον τρόπον, ο Απόστολος Παύλος: «Εμείς, που έχουμε την πίστη, είμαστε ευωδία του Θεού, που ευωδιάζουμε και για τους σωσμένους αλλά και για τους χαμένους. Και σε ’κείνους, που έχουνε μέσα τους τη μυρουδιά του θανάτου, μυρίζουμε θάνατο· ενώ σε ’κείνους, που έχουνε μέσα τους τη μυρουδιά της ζωής, μυρίζουμε ζωή...» (Β΄ Κορ. 2:15–16).


ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
(1895–1965)







[Φώτη Κόντογλου: «Έργα»,
τόμος Στ΄ – «Μυστικά Άνθη»,
κεφ. 28ο, σελ. 152–155,
κεφ. 40ο, σελ. 215–219,
εκδόσεις «Αστήρ»,
Αθήνα, Σεπτέμβριος 19924.]











Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

«ΚΥΡΙΕ, ΜΗ Μ’ ΕΛΕΗΣΕΙΣ!»

«ΚΥΡΙΕ, ΜΗ Μ’ ΕΛΕΗΣΕΙΣ!»

[Ὁ «κυρ–Φώτης» ὁ Κόντογλου, γι’ ἄλλη μιὰ φορὰ μᾶς διηγεῖται μιὰ ὄμορφη καὶ πάντερπνη ἱστορία κι’ ἐμεῖς –σαγηνευμένοι μαθητὲς στὴν ἕδρα τοῦ μαστορικοῦ του λόγου– γευόμαστε ὅλη τὴ θαλπωρὴ καὶ τὴ ζεστασιὰ ποὺ ἀποστάζει τὸ δίδαγμά της: Ἡ ἁγιότητα εἶναι τὸ ἀθεώρητο κάλλος τῆς ταπείνωσης καὶ τὸ ἀναφαίρετο προνόμιο τῆς ἁπλότητας καὶ τῆς ἀκακίας. Ὁ ἁπλὸς ὁ ἄνθρωπος, δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ μείνει ἀχώριστος ἀπὸ τὴ Χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὅσο κι’ ἂν αὐτὸς φωνάζει μέσα στὴν εὐλογημένη ἀνηξεριά του «νὰ μὴν ἐλεηθεῖ», τὸ μεγάλο ἔλεος τοῦ Χριστοῦ κυριολεκτικὰ τὸν «καταδιώκει» συνεχῶς «πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ» (πρβλ. Ψαλμ. κβ΄ 6), στολίζοντάς τον ἀπροσδόκητα μὲ ἀνυποψίαστη καὶ μυστικὴ ἁγιότητα ποὺ περιγελᾶ τὶς συνήθεις ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀκλόνητους νόμους τῆς φύσεως...]


     «Γιὰ νὰ καταλάβετε ἀκόμα πιὸ καλὰ τί μακάρια ἁπλότητα εἴχανε ἐκεῖνοι οἱ παληοὶ εὐλογημένοι ἄνθρωποι, θὰ σᾶς πῶ μιὰν ἱστορία:
     Μιὰ φορὰ ἤτανε ἕνας νέος τσομπάνης καὶ ’κεῖ ποὺ φύλαγε τὰ γίδια του, σὲ μιὰν ἔρημη ἀκρογιαλιά, πῆγε γιαλὸ ἕνα καράβι, καὶ βγήκανε οἱ γεμιτζῆδες νὰ πάρουνε νερό. Πῆγε κοντά τους κι’ ο τσομπάνης καὶ θαύμαζε τὴ βάρκα καὶ τοὺς ἀνθρώπους. 
     Ὕστερα τράβηξε μὲ τὰ γίδια του, κι’ ὁ καπετάνιος τὸν ἄκουσε ποὺ κάθε τόσο ἔλεγε: Κύριε, μὴ μ’ ἐλεήσεις!· τὸν φώναξε νὰ πάγει κοντὰ καὶ τοῦ εἶπε πὼς δὲν πρέπει νὰ παρακαλᾶ ἔτσι τὸν Θεό, ἀλλὰ νὰ λέγει: Κύριε, ἐλέησέ με!.


     Σὲ λίγο πήρανε οἱ θαλασσινοὶ τὰ βαρέλια, τὰ πήγανε στὸ καράβι καὶ κάνανε πανιά. Ὁ τσομπάνης, στὸ μεταξύ, ξέχασε τὰ λόγια ποὺ τοῦ ’χε πεῖ ὁ καπετάνιος, κ’ ἔτρεξε γλήγορα στὴν ἀκροθαλασσιά, κ’ ἔπιασε καὶ φώναζε: Καπετάνιο! Πῶς εἶπες νὰ λέγω;. Μὰ τὸ καράβι ἔπαιρνε δρόμο κ’ ἡ φωνή του δὲν ἔφτανε ὣς ἐκεῖ.
     Ὁ τσομπάνης ἐμπῆκε στὴ θάλασσα, φωνάζοντας ὁλοένα. Βλέπει ὁ καπετάνιος τὸν τσομπάνη νὰ τρέχει ἀπάνω στὸ νερό, σὰν νὰ περπατοῦσε στὴ στεριά, καὶ νά ’ρχεται κατὰ τὸ καράβι, κράζοντάς τον: Καπετάνιο! Πῶς εἶπες νὰ λέγω;. Ὁ καπετάνιος, ἀνατρίχιασε· κατάλαβε πὼς ὁ τσομπάνης εἶχε ἁγιάσει ἀπὸ τὴν ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς του, δίχως νὰ τὸ γνωρίζει, καὶ τοῦ φώναξε: Λέγε το ὅπως τό ’λεγες! Λέγε το ὅπως τό ’λεγες!.
     Κι’ ὁ τσομπάνης γύρισε πίσω στὴ στεριὰ καὶ μουρμούριζε: Κύριε, μὴ μ’ ἐλεήσεις!».


ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
(1895–1965)


[Φώτη Κόντογλου:
«Ἔργα», Τόμ. Α΄,
«Τὸ Ἀϊβαλὶ ἡ πατρίδα μου»,
κεφ. 43ο («Μακάρια ζωή»), σελ. 317,
Ἐκδοτικὸς Οἶκος «Ἀστήρ»,
Ἀθῆναι, Ὀκτώβριος 19957.
Τὰ ἔργα ποὺ κοσμοῦν τὴν παροῦσα ἀνάρτηση 
εἶναι τῆς Βρετανίδας Mary Fedden (19152012)
(1) «Goatherd With Goats» και (2) «Ireland».]







Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

«ΦΩΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ»

«ΦΩΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΝ»
 
Απάνου στα κεραμίδια της εκκλησιάς ανεμίζουνται κάτι ψιλά χορτάρια. 
Από μέσα όμως από τον κουμπέ είναι ο Παντοκράτορας, 
σαν να σκύβει από τον ουρανό 
«ἐπιβλέπων ἐπὶ πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων». 
Η κεφαλή Του είναι μεγαλόπρεπη με πυκνά και άφθονα μαλλιά, 
οπού πέφτουνε στον αριστερόν ώμο Του. 
Το γένι Του είναι πυκνό. 
Η έκφρασή Του είναι απλή, με ταπείνωση και με πραότητα· 
έχει ωστόσο ένα θεϊκό μεγαλείο. 
Πλατύλαιμος, μ’ ανοιχτό πουκάμισο, με φαρδειές πλάτες 
και με τα χέρια ανασηκωμένα, όπως πάγει ο γύρος. 
Είναι περιτυλιγμένος μέσα σ’ έναν φαρδύν μανδύα, 
σα να αγκαλιάζει όλον τον κόσμο. 
«Ἄβυσσος ὡς ἱμάτιον τὸ περιβόλαιον Αὐτοῦ»! 
Με το δεξί χέρι Του βλογά τον κόσμο, 
και με τ’ αριστερό Του κρατά το Βαγγέλιο, τον Νόμο του Θεού.
Ησυχία βασιλεύει όλη την ημέρα μέσα στον τρούλλο, ακόμα και τότες 
που βουΐζουνε όξω η θάλασσα και τα δέντρα από τον άνεμο. 
Διάφορα μαμούδια πετάμενα, χρυσόμυιγες, μελίσσια, 
φτερουγίζουνε εκεί απάνου και βοΐζουνε ολόγυρα στους Προφήτες, 
ύστερ’ ανεβαίνουνε κλωθογυρίζοντας στο μεγάλο Παντοκράτορα· 
μάλιστα μια σφύγκα έχει κολλημένη τη χωματένια φωλιά της 
σε μια ζαρωματιά που σκεδιάζει το πουκάμισό Του. 
Ο Χριστός όλα τα δέχεται με καλωσύνη.

Προς το βράδυ, 
ένα χρυσαφένιο γλυκό φως μπαίνει μέσα στον αγιασμένον πύργο, 
σα να τον γεμίζει με θυμίαμα. 
Τούτην την ιερή ώρα που βασιλεύει ο ήλιος, 
βουΐζει ο τελευταίος φτερωτός προσκυνητής, 
ένας αθώος καντηλοσβήστης. 
Σιμώνει με ευλάβεια στο θεϊκό πρόσωπο, προσκυνά το μέτωπο, 
μια χαϊδεύει το μουστάκι, μια τα άγια τα μαλλιά, 
ύστερ’ ανεσπάζεται το χέρι Του, φτερουγίζει στο Βαγγέλιο, 
σα να μετρά τα μαργαριτάρια που το πλουμίζουνε, 
παίρνει βόλτα στους ώμους του Θεού, 
ψάχνει μέσα στις δίπλες που κάνει το φόρεμά Του. 
Παίρνει βόλτα πολλές φορές τον κουμπέ, 
οσμίζοντας το λιβάνι και το κερί που μοσκοβολά 
από αιώνες κολλημένο απάνου στον καπνισμένον θόλο. 
Ώρα πολλή ακούγεται το ίσο που βαστά 
’κείνο το αθώο μαμούδι, ο λεγόμενος χαμπαρολόγος, 
σα να μη θέλει να χωριστεί από τον Χριστό 
για να πετάξει στα βουνά, 
σα να λέγει με το βουρβούρισμά του: 
«Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά Σου, Κύριε τῶν δυνάμεων!». 
Τ’ άγιο ’κείνο φτερωτό, σα νά ’ναι κανένα μικρό Σεραφείμ, 
αγάλλεται μέσα στην ανοιχτή αγκαλιά 
του «Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν», του Τρισαγίου. 
Κι Εκείνος βλέπει από πάνου με πραότητα. 
Το χέρι Του δεν κουράζεται ν’ απλώνει σε σχήμα ευλογίας, 
δε σαλεύει για να διώξει το αθώο πεταλούδι που βουΐζει στ’ αυτιά Του, 
μπαίνει στα μάτια Του, χαϊδεύει το λαιμό Του. 
’Κείνο πάλε ξέρει πως είναι ο πατέρας του 
και δε φοβάται την αυστηρή ματιά Του, 
κι ολοένα μουρμουρίζει, ως που μονομιάς κόβεται το βούϊσμα, 
γιατί βγήκε από το στενό θυρίδι κι έφυγε στον αγέρα.
Από κάτου, ’κείνη την ώρα, 
λέγει ο καλόγερος με φωνή ήσυχη 
το «Φῶς Ἱλαρόν», 
ενώ ο ήλιος βασιλεύει και τελειώνει η μέρα.
«Φῶς ἱλαρὸν ἁγίας δόξης ἀθανάτου Πατρός,
οὐρανίου, ἁγίου, μάκαρος, Ἰησοῦ Χριστέ,
ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν,
ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν,
ὑμνοῦμεν Πατέρα, Υἱὸν καὶ ἅγιον Πνεῦμα, Θεόν.
Ἄξιόν Σε ἐν πᾶσι καιροῖς ὑμνῆσθαι φωναῖς αἰσίαις,
Υἱὲ Θεοῦ, ζωὴν ὁ διδούς,
διὸ ὁ κόσμος Σὲ δοξάζει».
Δάκρυα έρχονται στα μάτια τ’ ανθρώπου ακούγοντας αυτά τ’ αρχαία λόγια, οπού ’ναι απλά κι αιώνια σαν το βασίλεμα του ήλιου. 
Το βιβλίο, πού ’ναι ακουμπισμένο απάνου στ’ αναλόγι, 
γράφει πως είναι ποίημα Αθηνογένους του Μάρτυρος
Παμπάλαιος ύμνος, που τον λένε κάθε βράδυ, σαν τελειώνει η μέρα, 
από δύο χιλιάδες χρόνια ίσαμε το σήμερα, 
απλοί ανθρώποι που βαστάνε από τους αρχαίους Έλληνες, 
σαν και τούτον τον Αγιονορείτη καλόγερο, 
πού ’ναι και στο πρόσωπο σαν τους παλαιούς.
Ακατάλυτη Ελληνική φύτρα! 
Ποτές δε θα ξεραθείς, ποτές δε θα πεθάνεις! 
Από το γέρικο και τιμιώτατο κορμί σου, 
πετιούνται ολοένα καινούργια βλαστάρια, 
που γεύοντάς τα και τ’ αγρίμια ημερεύουνε! 
Σε κάθε καινούργια γέννα σου χαίρεται ο κόσμος, 
μα οι οχτροί σου τα κράζουνε στερνοπαίδια, 
ως που δεν αργείς να φέρεις άλλον 
δράκο στον κόσμο, κι αποσβολώνουνται!
Ας παρατήσουνε πια τους παλαιούς Έλληνες, 
κι ας ακούσουνε τον καινούργιο Πίνδαρο 
(σημ.: τον Βασίλη Μιχαηλίδη· 1849–1917), 
που κράζει από την Κύπρο:
«Ἡ Ῥωμιοσύνη εἶν’ φυλὴ συνόκαιρη τοῦ κόσμου.
Κανένας δὲν εὑρέθηκε γιὰ νὰ τὴν ἐξαλείψῃ,
κανένας, γιατὶ σκέπει την ’πὸ τἅψη ὁ Θεός μου.
Ἡ Ῥωμιοσύνη θὰ χαθῇ ὅντας ὁ κόσμος λείψῃ».

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ (1895–1965)
[Φωτίου Κόντογλου:
«Έργα Α΄Το Αϊβαλί, η Πατρίδα μου»,
κεφ. 47ο, σελ. 327–331,
«Αστήρ», Αθήνα 19957.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]








Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.