Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονυσιάτικες Διηγήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονυσιάτικες Διηγήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ


     Ένα από τα σημαντικότερα κειμήλια της Ιεράς Μονής Διονυσίου είναι η «Παναγία του Ακαθίστου», δώρο του Αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού του Γ΄ (1338–1390) στον Κτίτορα της Μονής Άγιο Διονύσιο κατά το έτος 1375. Είναι η ίδια εικόνα ενώπιον της οποίας εψάλησαν για πρώτη φορά οι «Χαιρετισμοί» της Θεοτόκου στην Κωνσταντινούπολη στον Ναό των Βλαχερνών (8 Αυγούστου 626) προς ευχαριστία για τη σωτηρία της Πόλης από τους Πέρσες και Αβάρους, επί Αυτοκράτορος Ηρακλείου (575–641) και Πατριάρχου Σεργίου του Α΄ (†638), ύστερα από τη γνωστή πολιορκία κατά το 626.

     Η παράδοση αναφέρει πως είναι μία από τις εβδομήντα «μικρές» εικόνες του Ευαγγελιστού Λουκά. Η ύλη της εικόνας είναι κηρός και μαστίχη και η μορφή της αρκετά αλλοιωμένη με δυσδιάκριτα χαρακτηριστικά καθώς έχει πολλές φορές αναβλύσει ευώδες μύρο. Βρίσκεται στο ομώνυμο παρεκκλήσιο, το οποίο είναι ενωμένο στη βορειοδυτική πλευρά της Λιτής του Καθολικού και καθημερινά ενώπιόν της διαβάζονται οι «Χαιρετισμοί».

     Εορτάζει το Σάββατο του Ακαθίστου, την Ε΄ Εβδομάδα των Νηστειών, κατά το οποίο για περισσότερη λαμπρότητα μεταφέρεται στο Καθολικό της Μονής και τίθεται επί ειδικού θρόνου. Οι διαστάσεις της εικόνας είναι περίπου 31 x 27 εκατοστά. Στην ασημένια επένδυση της θαυματουργικής αυτής εικόνας και στο παμπάλαιο ξύλο της, παμπάλαιες επιγραφές μάς πληροφορούν πως η εικόνα αυτή είναι που κρατούσε στα χέρια του ο Πατριάρχης Σέργιος (Πατριαρχία: 610–638) και περιερχόμενος τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, εμψύχωσε στρατιώτες και λαό και έδιωξε όλους τους πολεμίους το 626.


     Κατά το 1592, Αλγερινοί πειρατές άρπαξαν την αγία εικόνα και ο αρχηγός τους την έκλεισε μέσα σε κιβώτιο και απέπλευσε, απειλώντας και υβρίζοντας τους μοναχούς. Τη νύχτα, βλέπει τρεις φορές στο όνειρό του την Υπεραγία Θεοτόκο να τον απειλεί και να του λέει: «Γιατί, πονηρέ άνθρωπε, με ασφάλισες μέσα στη φυλακή; Γύρισέ με πίσω στο κατάλυμά μου, όπου περνούσα ήσυχα και ειρηνικά!». Αυτός, δεν κατάλαβε, περιφρόνησε αυτά τα λόγια και ούτε που τα συλλογιζόταν. Αλλά αμέσως σηκώθηκε σφοδρός άνεμος και φοβερή θαλασσοταραχή, ώστε το πλοίο κινδύνευε να βυθιστεί. Μόνο τότε θυμήθηκε την αγία εικόνα, οπότε έτρεξε στο κιβώτιο και το βρήκε σπασμένο σε πολλά μέρη του και την αγία εικόνα λουσμένη μέσα σε πολύ ευωδέστατο μύρο που έρρεε συνεχώς.
     Μόλις την πήρε στα χέρια του, αμέσως άρχισε να κατευνάζει ο σφοδρός άνεμος και η τρικυμία και οι σύντροφοί του τον παρακινούσαν να τη γυρίσουν πίσω στο Μοναστήρι. Προσορμίστηκαν στο λιμάνι, ειδοποίησε τους μοναχούς για την εικόνα και τους παρακαλούσε να κατέβουν κάτω στον αρσανά (στον μοναστηριακό λιμένα) να την παραλάβουν με τιμές. Οι μοναχοί μόλις άκουσαν αυτό το θαύμα, αμέσως κατέβηκαν ντυμένοι με τις ιερατικές στολές και, έχοντας μαζί τους λαμπάδες και θυμιατά, παρέλαβαν την αγία εικόνα και την έβαλαν πίσω στη θέση της. Ο δε πειρατής έδειχνε το σπασμένο κιβώτιο, καθώς και τα ρούχα του που ήταν βρεγμένα από το ευωδέστατο εκείνο μύρο, ώστε όλοι θαύμασαν. Και πολλοί από τους συντρόφους του εγκατέλειψαν την εγκληματική και απάνθρωπη πειρατεία, μετανόησαν, άφησαν τον αρχηγό τους κι έμειναν στο Μοναστήρι, όπου βαπτίσθηκαν και έγιναν Μοναχοί.

     Το έτος 1767 έκλεψε αυτή την αγία εικόνα μια σπείρα λωποδυτών από τη Δαλματία. Στο δρόμο όμως της επιστροφής έγιναν αντιληπτοί από Έλληνες βοσκούς, που τους την πήραν και την έφεραν στη Σκόπελο. Οι τότε δημογέροντες του νησιού αρνήθηκαν να επιστρέψουν την εικόνα πίσω στους Διονυσιάτες Πατέρες που είχαν έρθει εν τω μεταξύ για να την πάρουν. Μετά από τρεις μέρες όλο το νησί τιμωρήθηκε με πανώλη και οι Σκοπελίτες, μετανοημένοι, επέστρεψαν την εικόνα στο Μοναστήρι, αφιερώνοντας μάλιστα προς αυτό και ένα μετόχι από το νησί τους.

ΑΠΟ ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ «ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ»


     Ο μοναχός Άνθιμος που καταγόταν από την Πάτρα και ήταν μαραγκός στο επάγγελμα, απεβίωσε στη Μονή του Διονυσίου σε ηλικία 72 ετών, το σωτήριο έτος 1917. Αυτόν εμείς προλάβαμε και να τον δούμε και την ομιλία του ν’ απολαύσουμε, αλλά και τη διήγηση που παραθέτουμε πιο κάτω να γίνουμε αυτήκοοι μάρτυρες.

     Κατά το έτος 1916, διανύοντας εγώ το δεύτερο έτος της ζωής του δοκίμου μοναχού στη Μονή, προσβλήθηκα από ελονοσία. Νοσηλευόμουν αναγκαστικά στο θεραπευτήριο της Μονής. Και ο μακαρίτης Άνθιμος μοναχός πολλές φορές ερχόταν και μ’ επισκεπτόταν. Και με την καλοκάγαθη διάθεση της ψυχής του με παρηγορούσε. Μου έλεγε να ελπίζω στη βοήθεια της Παναγίας μας, της μεγάλης μας Ιατρού και Προστάτιδας των Μοναχών. Και προς επίρρωση αυτών των λεγομένων του, μου διηγήθηκε κι ένα θαυματούργημα που έγινε προσωπικά σ’ αυτόν.

     Μου είπε, λοιπόν, τα εξής:
     –Κι εγώ, παιδάκι μου, όταν ήμουν στην ηλικία σου, μάλιστα νεόκουρος μοναχός, 25 ετών, με βρήκε μια μεγάλη ασθένεια, ώστε για ένα μεγάλο διάστημα είχα γίνει ένα πτώμα. Όμως, ευχαριστώ την Παναγία μας που με λυπήθηκε και μ’ έκανε καλά.
     Τον ρωτάω:
     –Από τι ασθένεια έπασχες, γέροντα, κι έγινες όπως είπες «ένα πτώμα»;
     –Ρωτάς «από τι ασθένεια», παιδί μου! Τόσο πολύ αδυνάτησαν τα μέλη του σώματός μου, που σε λίγο καιρό παρέλυσα ολόκληρος. Τα πόδια μου αδυνάτησαν και βάδιζα με δεκανίκια. Και σα να μην έφθανε αυτό, ένα σύννεφο ήρθε κι έπεσε πάνω στα μάτια μου και μόλις που μπορούσα να δω και να διακρίνω κάτι. Φρόντισε, βέβαια, το Μοναστήρι και ήρθαν δύο γιατροί αλλά, δυστυχώς, καμιά ωφέλεια απ’ αυτούς δεν είδα. Μάλιστα, όσο περνούσε ο καιρός, εγώ χειροτέρευα. Τότε να μ’ έβλεπες! Κλάματα, μέρα–νύχτα!
     Έλεγα: «Αχ, Χριστέ μου!... Τι ’ν‘ αυτό το κακό που με βρήκε;!... Ο πιο αμαρτωλός, τελικά, εγώ είμαι;!... Από τώρα στο νοσοκομείο;!... Νέο καλογεράκι και να με υπηρετούν οι γέροι;!... Παράλυτος;!... Τυφλός;!... Αλίμονό μου!... Ας πεθάνω, καλύτερα!...».
     Τέτοια κι άλλα πολλά σαν κι αυτά, όσα δεν μπορείς να φανταστείς, έλεγα στον Χριστό μας, με δάκρυα και παράπονο.


     Πολλοί αδελφοί μού έλεγαν να πάω έξω στον κόσμο, τάχα σε καλύτερους γιατρούς. Αλλά, ένας ευλαβής μοναχός που μ’ αγαπούσε απ’ τη ψυχή του και με λυπόταν που βρισκόμουν σ’ αυτή την κατάσταση, σαν άκουσε που με συμβούλευαν να πάω έξω στους γιατρούς, με πλησιάζει, με παρηγορεί και μου δίνει θάρρος.

     Με την αδελφική του αγάπη, τονώνει την πίστη μου και με προτρέπει να προσπέσω στην Παναγία, στην εικόνα Της που έχουμε εδώ στη Μονή του Διονυσίου, την Εικόνα της «Παναγίας του Ακαθίστου». Να πάω να Την παρακαλέσω με πίστη θερμή και με δάκρυα. Μάλιστα δε, τώρα που πλησιάζει κι η γιορτή Της (ήταν Μεγάλη Τεσσαρακοστή· και η εικόνα «του Ακαθίστου» γιορτάζει το Σάββατο του Ακαθίστου, της 5ης Εβδομάδος των Νηστειών της Σαρακοστής). Και Αυτή, σαν πονετική Μητέρα που είναι, έχοντας πέλαγος ευσπλαχνίας, να κάνει και σ’ εμένα τον ταλαίπωρο το έλεός Της.

     Πείσθηκα σ’ αυτή τη συμβουλή του αδελφού και στράφηκα μ’ όλη μου τη ψυχή και την καρδιά προς την Παναγία, παρακαλώντας Την με δάκρυα. Κι όταν ήρθε η γιορτή Της (το 5ο Σάββατο της Αγίας Τεσσαρακοστής), ήδη από την παραμονή το βράδυ πήγα και κλείστηκα μέσα στην εκκλησία, στο Καθολικό της Μονής μας, στο παρεκκλήσι όπου φυλάσσεται η εικόνα Της.

     Εκεί, σιμά στην εικόνα, δεν έπαυα να βάζω μετάνοιες, όσες μπορούσα. Απ’ τον πολύ μου τον κόπο, στο τέλος, απόκαμα. Και με πήρε ο ύπνος εκεί μπροστά στην εικόνα Της. Αλλ’ ω, Πανύμνητε Μήτερ! Πόσο μεγάλη είναι η χάρη Σου και η ευσπλαγχνία Σου!...

     Βλέπω, αδελφέ μου, την Παναγία ντυμένη στα ολόχρυσα, μέσα σ’ ένα λαμπρότατο φως, ν’ αστράφτει από λάμψη και από δόξα, να βρίσκεται δυο πήχεις ψηλά πάνω από τη γη και να με κοιτάζει με ιλαρότητα.
     Άνοιξε το πανάγιο και μελίρρυτο στόμα Της και μου λέει:
     –Γιατί κλαις, παιδί μου, Άνθιμε;
     –Πώς να μη κλαίω, Παναγία μου! Δε βλέπεις τα χάλια μου, πώς έγινα;
      Μου λέει, πάλι, η Παναγία:
     –Όχι, μη κλαις! Έγινες καλά! Να επιμελείσαι στο εξής τη σωτηρία σου!
     Κι αφού είπε αυτά, με ευλόγησε με μεγάλη συμπάθεια αγάπης και χάθηκε...


     Τότε εγώ ξύπνησα. Και νόμιζα στην αρχή ότι ήταν ένα «όνειρο» αυτό που είδα. Τρίβω τα μάτια μου· έβλεπα τις καντήλες που έκαιγαν! Κάνω κουράγιο και σηκώνομαι όρθιος. Βλέπω να περπατάω με ευκολία! Ωωω! Τότε, πια, συνήλθα κι ήρθα στον εαυτό μου! Και κατάλαβα ότι η Παναγία με θεράπευσε και από τις δυο μου τις ασθένειες! Ωωω! Πόση χαρά μού ήρθε! Πόσα δάκρυα έχυσα ευχαριστώντας την Παναγία! Πόσους ύμνους έψαλα, αδελφέ μου, δεν περιγράφεται!

     Μετά από λίγο ήρθε κι ο εκκλησιαστικός κι άνοιξε τον Ναό. Κι όταν αυτός με είδε εντελώς υγιή, όπως κι όλοι οι Πατέρες, δοξολογούσαν τον Κύριο. Όλοι τους, μέσα από τη ψυχή τους, ευχαριστούσαν την Παναγία για την άπειρη αγάπη και συμπάθεια που έχει σ’ όλους τους χριστιανούς και ιδιαίτερα σ’ εμάς τους μοναχούς.


     Στο τέλος ο π.Άνθιμος πρόσθεσε για τον εαυτό του και το εξής: «Αχ, παιδί μου! Τότε είχα πολλή ευλάβεια. Όταν έλεγα το “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με”, λες κι “έβραζε” μέσα στην καρδιά μου η Ευχή!...».

     Αυτά και άλλα πολλά άκουσα από τον Γερο–Άνθιμο. Κι αφού τον ευχαρίστησα για τα όσα μου είπε, πολλά εκ των οποίων μου διαφεύγουνε, διότι τα σημειώνω τώρα (29/8/1956), μετά από σαράντα χρόνια, για να μη λησμονηθούν τελείως, αλλά να μείνουν για τη δόξα, την τιμή και για την ευχαριστία προς Πανυπερευλογημένη και Πανένδοξη Δέσποινά μας και Αειπάρθενη Μαρία. Αμήν.

ΛΑΖΑΡΟΣ
ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
(1892–1974)


(1) Λαζάρου Μοναχού Διονυσιάτου
(1892–1974):
«Διονυσιάτικαι Διηγήσεις»,
§49, σελ. 136—140,
Έκδοσις Ιερά Μονή Διονυσίου·
Άγιον Όρος, 19881.
(2) Ιερομονάχου Μαξίμου:
«Η Μητέρα των Χριστιανών»
(Θεομητερικές Εορτές,
Θαύματα στον Άθωνα,
Η Παναγία στην Ελλάδα),
β΄ μέρος, β΄ κεφ., §7, 
σελ. 147–149·
Άγιον Όρος, 1989.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης, 
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση,
μεταφορά και απόδοση
του κειμένου στη Δημοτική:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Ο ΠΑΤΗΡ ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ

Ο ΠΑΤΗΡ ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΡΩΣΙΚΟ


     Όταν συμπλήρωσα τη μοναχική μου «δοκιμή» το σωτήριο έτος 1911, η ιερή μετάνοιά μου, η Μονή Διονυσίου, έστειλε τη λέμβο της στο Μετόχι του «Μονοξυλίτη», όπου βρισκόμουν, για να με παραλάβει, ώστε τη μεθεπόμενη Παρασκευή της Ε΄ εβδομάδας των Νηστειών –κατά την οποία, σημειωτέον, συνέπιπτε εκείνη τη χρονιά και η γιορτή του Ευαγγελισμού–, να λάβω το ποθεινότατο σε μένα αγγελικό Σχήμα.

     Με πολλή συγκίνηση αποχαιρέτησα τους αδελφούς και συνδοκίμους μου και, αφού πήρα τη συγχώρεση απ’ αυτούς, κατέβηκα αυθημερόν στην ακρογιαλιά του Μετοχίου· και, έχοντας ευνοϊκό τον καιρό, φτάσαμε ιστιοπλοϊκώς στην ιερά Μονή του Ξενοφώντος. Από εκεί, όμως, αντιστράφηκε ο άνεμος και με πολύ κόπο μπήκαμε το βράδυ στο λιμενίσκο της ιεράς Μονής του Ρωσικού.

     Αφού αποφασίσαμε την εκεί αναγκαστική μας διανυκτέρευση, πήρα ευλογία από τους υπόλοιπους λεμβούχους πατέρες να μπω μέσα στη Μονή του Ρωσικού με σκοπό και την Ακολουθία του Μεγάλου Κανόνος ν’ ακούσω, αλλά και να γνωρίσω από κοντά τον φημισμένο για την αρετή και για τη μεγάλη του ταπείνωση Έλληνα Τυπικάρη, τον πάτερ Γερόντιο.


     Μπαίνοντας σ’ αυτή τη μεγαλοπρεπή Μονή, έμεινα στην αρχή άφωνος από τις τεράστιες οικοδομές της που υπήρχαν μέσα σε αυτήν, αλλά και από την άμεμπτη φιλοκαλία και καθαρότητά της. Συνηθισμένος όμως όπως ήμουν εγώ στο ερημητήριο του «Μονοξυλίτη», απαρεσκόμουν κάπως στο πολύβουο και πολυάνθρωπο περιβάλλον αυτής της Μονής, η αδελφότητα της οποίας αριθμούσε τότε πάνω από χίλιους μοναχούς, καθώς και εκατοντάδες ξένους φτωχούς και γηραλέους ανθρώπους που περιέθαλπε. Σίγουρα θα επέστρεφα πίσω στη λέμβο, αν φυσικά υπήρχε χώρος σ’ αυτή για να διανυκτερεύσω.

     Κατά καλή, για μένα, συγκυρία, η ορθρινή Ακολουθία του Μεγάλου Κανόνος αρχίζει σ’ αυτό το Μοναστήρι το βράδυ, ας πούμε σαν ένα είδος Αγρυπνίας· ενώ στις άλλες Μονές γίνεται «Βαθύς Όρθρος». Έτσι λοιπόν, αφού χτύπησαν τα σήμαντρα, έσπευσα και κατέλαβα το πρώτο στασίδι «των αρχαρίων», που ήταν στο δεξί κλίτος του Ναού, ώστε από εκεί να μπορώ να παρακολουθώ απευθείας την τάξη της Ακολουθίας, αλλά και τον αγαπητό σε μένα πατέρα Γερόντιο, η θέση του οποίου, όπως είχα πληροφορηθεί, ήταν στο στασίδι δίπλα στον Ηγούμενο.


     Μετά από λίγο άρχισε η ιερή Ακολουθία μέσα σε άκρα σιγή και με την παροιμιώδη ευταξία και ακινησία των Ρώσων μοναχών. Και όταν, μετά τον «Εξάψαλμο» και τα «Τριαδικά» τροπάρια, άρχισε ο ασπρομάλλης και σεβάσμιος Γέρων να λέει το: «Βοηθὸς καὶ σκεπαστὴς ἐγένετό μοι εἰς σωτηρίαν (“Βοηθός και σκεπαστής έγινε σε μένα ο Θεός για να μου προσφέρει τη Σωτηρία”)», ευφράνθηκε η καρδιά μου και μέχρι το μεδούλι της ύπαρξής μου πλημμύρισα από κατάνυξη από τη γλυκύτατη ψαλμωδία του και από την πολλή του κατάνυξη. Κι έβλεπα, σα σε όραμα, τον σεβαστό αυτόν πρεσβύτη μοναχό να σκουπίζει τα δάκρυά του καθώς έψελνε: «Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν τὰς τοῦ ἀθλίου μου βίου πράξεις; (“Πότε, επιτέλους, θ’ αρχίσω κι εγώ να θρηνώ τις πράξεις της αθλίας μου ζωής;”)»· όταν δε έψαλλε το ακροτελεύτιο Θεοτοκίο της Α΄ ωδής του Κανόνος, τόσο πολύ πυρακτώθηκε από την κατάνυξη η καρδιά του, που σήκωσε τα χέρια του προς την εικόνα της Παντάνασσας και προσβλέποντας με άκρα ευλάβεια στο αγγελικό της πρόσωπο, με δάκρυα πολλά, αλλά και με υιική οικειότητα, έψαλλε· «Παναγία, ἡ ἐλπὶς τῶν σὲ ἐκ πόθου παρακαλούντων, ἄρον τὸν κλοιὸν ἀπ’ ἐμοῦ τὸν βαρύν, τὸν τῆς ἁμαρτίας (“Παναγία, εσύ που είσαι η ελπίδα όσων με πόθο σε παρακαλούν, πάρε από μένα τον βαρύ κλοιό της αμαρτίας”)». Τις άλλες ωδές του Κανόνος τις έψαλλαν εκ περιτροπής κι άλλοι πατέρες, ανά μία ο καθένας, όπως συνηθίζεται άλλωστε στο Άγιον Όρος.

     Όταν, μετά το «Συναξάριον» του Όρθρου, έμελλε να γίνει η ανάγνωση του καθιερωμένου Βίου της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, παρατήρησα μια αναταραχή στο μέχρι τότε ακίνητο πλήθος των μοναχών, καθώς και μια μετακίνηση των γεροντότερων απ’ αυτών ιδιαίτερα προς το δισκέλι της ανάγνωσης του πατρός Γεροντίου.


     Αυτόν τον Βίο, για το άκρως κατανυκτικό και για το θεματικά επίκαιρό του, τον διαβάζει στα κοινόβια ο Ηγούμενος. Μη γνωρίζοντας, όμως, ο Ηγούμενος σ εκείνο στο Μοναστήρι την Ελληνική επειδή ήταν Ρώσος και, επιπλέον, επειδή οι πρώτες και επίσημες αναγνώσεις σ’ αυτή τη Μονή γίνονται κατά κανόνα στην Ελληνική, ανέλαβε την ανάγνωση του βίου, ο πρώτος στην τάξη μεταξύ των Ελλήνων μοναχών, ο Γέρων Γερόντιος.

     Στη ζωή μου άκουσα πολλούς καλούς και ρητορικούς αναγνώστες. Ομολογώ όμως ότι, ακόμη και μέχρι σήμερα, δεν βρήκα άλλον εφάμιλλο διαβαστή όσο αφορά την κατανυκτική απόδοση του κειμένου με το ύφος και με την απαγγελία του μακαριστού Γέροντος Γεροντίου. Και ήταν μοναδικό το θέαμα και αλησμόνητη η σκηνή, να βλέπει κανείς περισσότερο από πενήντα ηλικιωμένους μοναχούς και, μάλιστα, ξενόγλωσσους Ρώσους, όλοι αυτοί να συνωστίζονται γύρω από το δισκέλι της ανάγνωσης του διαβαστή Γεροντίου, και άλλοι απ’ αυτούς να είναι γονατισμένοι και κάποιοι άλλοι –οι υπέργηροι– να κάθονται οκλαδόν και, δίχως να κουνούν τα βλέφαρά τους, ν’ ατενίζουν και να κρέμονται κυριολεκτικά από τα χείλη του γηραιού Τυπικάρη, μη καταλαβαίνοντας βέβαια τα περισσότερα λόγια, όπως νομίζω, αλλά ωστόσο να συναρπάζονται από τον κατανυκτικό τόνο και γενικά από την υπέροχη ανάγνωσή του!


     Κι όσο προχωρούσε αυτή η ανάγνωση, η απαράμιλλη σε συγκίνηση, τόσο θερμαινόταν κι η φωνή του Γέροντος και ήταν, πια, έκδηλη και φανερή η εσωτερική του πνευματική συντριβή· ο οποίος Γέροντας σταματούσε για λίγο το διάβασμα, τάχα για να καθαρίσει τη φωνή του μ’ έναν υπόκωφο βήχα. Όταν όμως έφτασε στη σπαρακτική εκείνη στιχομυθία μεταξύ του Αββά Ζωσιμά και της Οσίας Μαρίας, κατά την οποία τη ρωτάει ο Αββάς: «Πές μου, Οσία του Θεού!» κι αυτή πάλι αποκρίνεται προς αυτόν: «Αββά Ζωσιμά μου!», δεν μπόρεσε ο γλυκύς Γέροντας Γερόντιος να συγκρατήσει τον εαυτό του από τη συγκίνηση και ξέσπασε η καρδιά κι η φωνή του σε λυγμούς και σε ακατάσχετα δάκρυα, που μετέφεραν τη συγκίνηση σ’ όλο το εκκλησίασμα. Έτρεξε αμέσως προς αυτόν ο σεβάσμιος Καθηγούμενος και, αφού τον πήρε από το μπράτσο, τον οδήγησε προς το στασίδι του.

     Ήμουν 22 χρονών τότε· και η τρυφερή μου καρδιά καιγόταν από τη γλυκιά χαρμολύπη και από την κατάνυξη. Και νόμιζα ότι έβλεπα και άκουγα αυτόν τον ίδιο τον Αββά Ζωσιμά να μιλάει απευθυνόμενος προς την μακαριότατη Οσία Μαρία. Επειδή όμως δεν ήμουν και τελείως αμέτοχος της πονηρής κρίσης, σκεφτόμουν μέσα μου ότι η τόση κατάνυξη του Γέροντος Γεροντίου μπορεί να προερχόταν απλώς και μόνο από τα κατανυκτικότατα τροπάρια του Μεγάλου Κανόνα και από τον βίο της Οσίας. Όμως, ρώτησα και έμαθα ότι, ο οσιότατος αυτός Γέρων Γερόντιος είχε την Οσία Μαρία την Αιγυπτία σύντροφο και προστάτιδα στη μοναχική του ζωή. Εξαιτίας του διακονήματός του βρισκόταν νύχτα–μέρα μέσα στον ναό και, κατά τις ώρες της παύσης των ακολουθιών, αυτός καθόταν στο νάρθηκα και με το αριστερό του χέρι «τραβούσε» κομποσχοίνι, ενώ με το δεξί του σκούπιζε τα δάκρυά του μ’ ένα κομμάτι πανί που το κρατούσε ειδικά γι’ αυτό το λόγο. Αυτό το κομμάτι πανί, όταν κατέβαινε κάτω στην παραλία, το έπλενε στη θάλασσα θεωρώντας το, όπως εγώ νομίζω, νά ’ναι ήδη βαπτισμένο στο λουτρό της παλιγγενεσίας που είναι τα δάκρυα σύμφωνα με τον Μέγα Αρσένιο.


     Γι’ αυτόν τον όσιο άνθρωπο έμαθα από έναν γέρο συμπολίτη του μοναχό ότι, όταν αυτός ήταν νέος έξω στον κόσμο και φρόντιζε τα κτήματά του τα οποία βρισκόταν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τις Κυδωνιές της Μικράς Ασίας, ένας βάρβαρος Τούρκος ή μάλλον Τάταρος, που είχε έρθει πρόσφυγας από τη Ρωσία μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, αυτός επιτέθηκε με ανήθικους σκοπούς σε μια μικρή παιδούλα που ήταν εκεί και μάζευε χόρτα για το φαγητό της. Έτρεξε λοιπόν ο Γερόντιος για να σώσει αυτή την ομόφυλη και ομόθρησκη κόρη και στη μεταξύ τους πάλη που ακολούθησε με τον αγαρηνό, φονεύθηκε ο δεύτερος. Κι έτσι, αυτός ο καλός ζηλωτής, ο κατά κόσμον Γεώργιος, εκών άκων αναχώρησε για το Άγιον Όρος και για καλύτερη ασφάλεια προσήλθε στη Μονή του Ρωσικού, όπου έγινε μοναχός και μετονομάσθηκε Γερόντιος.

     Όπως αφηγούνται από τους επιζήσαντες συμμοναστές του και όσοι τον γνώρισαν, για μια ολόκληρη 50ετία έζησε σ’ αυτή τη Μονή του Ρωσικού, ήσυχα και πιο άκακα κι από ένα αρνί. Δεν αναμίχθηκε καθόλου στις μεταξύ των Ελλήνων και Ρώσων έριδες και, όταν επικράτησαν οι τελευταίοι, οι Έλληνες μοναχοί έφευγαν για να ζήσουν κάπου αλλού στο Άγιον Όρος, παίρνοντας μάλιστα γι’ αυτή τους τη φυγή σεβαστό χρηματικό ποσό από τους Ρώσους, αυτός ο μακάριος δεν έδωσε καμία σημασία σ’ αυτόν το δελεασμό, αλλά παρέμεινε στη μετάνοιά του πιστός λειτουργός και τέλειος ζηλωτής της μητρικής του γλώσσας και της εκκλησιαστικής τάξης. Έζησε συνολικά 87 έτη και εκοιμήθη εν Κυρίω το 1918, αφήνοντας αλησμόνητη μνήμη οσίου μοναχού και ακραιφνούς Έλληνα... 

ΑΡΧΙΜ. ΓΑΒΡΙΗΛ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
(1886–1983)


[ (1) Αρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου:
«Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους»,
μέρος α΄, κεφ. 18ο, σελ. 60–65,
έκδοσις Ιεράς Μονής Διονυσίου,
Άγιον Όρος, Αύγουστος 20022·
(2) «Από τον κήπο του Παππού»
–Αγιορειτικές Διηγήσεις
Αρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου–,
μέρος β΄, κεφ. 1ο, σελ. 47–51,
εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 19941·
(3) Για τον Μέγα Αρσένιο:
«Το Μέγα Γεροντικόν»,
τόμ. α΄, κεφ. γ΄, §2, σελ. 306–307,
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Το Γενέσιον της Θεοτόκου»,
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 19941·
(4) Ο «Μονοξυλίτης»·
πρόκειται για εύφορο αμπελικό Μετόχι
που ανήκει στη Μονή Διονυσίου
και το οποίο βρίσκεται 10 χλμ. 
από την οριοθετική γραμμή του Αγίου Όρους,
κοντά στη «Θηβαΐδα» και τη Μονή Ζωγράφου. 
Παλαιότερα, υπήρχαν εκεί δύο μονές:
η «Μονοξυλίτου» και η «Αγίων Αναργύρων». 
Στα 1083 παραχωρήθηκε από τη Σύναξη
και τον Πρώτο στη Μονή Ξενοφώντος.
Αργότερα γίνεται κτήμα της Λαύρας
και στα μέσα του 17ου αι. περνάει
στην κυριαρχία της Μονής Διονυσίου.
Το έδαφος της περιοχής είναι αμμουδερό,
πολύ κατάλληλο για την καλλιέργεια αμπελιών
(βλ. Δωροθέου Μοναχού:
«Άγιον Όρος· Μύηση στην ιστορία
και τη ζωή του»,
τόμ. α΄, μέρος β΄, κεφ. vi, σελ. 305,
εκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη 19861
(5) Για τη «σπαρακτική στιχομυθία»
μεταξύ αββά Ζωσιμά και οσίας Μαρίας,
βλ. «Βίος Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας»,
§ιστ΄ και §κη΄, σελ. 54 και 70:
«Εἶπέ μοι πάντα διὰ τὸν Κύριον…»,
έκδοση Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα,
Άγιον Όρος 19964·
(6) Για το οδυνηρό φαινόμενο
του πανσλαβισμού στο Άθωνα,
βλ. Δωροθέου Μοναχού:
όπ. π., τόμ. α΄, μέρος α΄,
κεφ. xxv, σελ. 183–191·
(7) «Βαθύς όρθρος»:
Η ακολουθία του όρθρου
κατά τις εορτάσιμες μέρες.
Αρχίζει νωρίτερα από τις καθημερινές,
έχει πλουσιότερο τυπικό
και πανηγυρικότερο τόνο.
(8) «Το δισκέλι(ιον) της ανάγνωσης»:
Πτυσσόμενο αναλόγιο 
όπου τοποθετείται το βιβλίο,
από το οποίο ο διατεταγμένος μοναχός
διαβάζει κάποιο πατερικό κείμενο ή βίο αγίου
κατά τη διάρκεια της ακολουθίας 
ή του γεύματος.
(9) Η μεταφορά του κειμένου 
στην απλή δημοτική, 
αποτελεί δικό μας εγχείρημα
με τα όποια τυχόν λάθη του
στο τελικό αποτέλεσμα.
Ζητούμε γι’ αυτό εκ προοιμίου
την επιείκεια του επισκέπτη–αναγνώστη.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή κειμένου και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΘΑΥΜΑΣΙΩΝ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ
ΘΑΥΜΑΣΙΩΝ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


1. «Γλυκαίνομαι να εγκωμιάζω τις αρετές σου, Πρόδρομε»

     Θα σας διηγηθώ τώρα ένα αληθινό γεγονός που έγινε σ’ ένα νεόκουρο μοναχό, ο οποίος, παίρνοντας θάρρος σε μένα, μου το εκμυστηρεύθηκε πολύ εμπιστευτικά:
     «Τον Τίμιο Πρόδρομο, που εικονίζεται με αυστηρή μορφή στο προσκυνητάρι που βρίσκεται εντός του Καθολικού της Μονής Διονυσίου, μπροστά στον δεξιό κίονα, προφανώς και τον γνωρίζεις! Όσες φορές του μιλάω και ατενίζω στο πρόσωπό του, μου φαίνεται σα νά ’ναι ζωντανός. Μέσα μου αισθάνομαι σαν παιδί που μιλάει προς τον πατέρα του. Όταν, για πρώτη φορά, Δευτέρα βράδυ, διάβαζα στο Απόδειπνο τους Χαιρετισμούς του Αγίου Προδρόμου, καθώς ήμουν τότε νέος μοναχός και στεκόμουν μπροστά στην εικόνα του, με πολλή ευλάβεια και αγάπη, όταν έφτασα στο λόγο των Χαιρετισμών: “εὐφημῶν γὰρ ἥδομαι τὰ σά, ἀπορῶν δὲ λόγου, δειλιῶν Πρόδρομε, αὐτὸς δὲ ἐνισχύων με...
 (=Γλυκαίνομαι να εγκωμιάζω τις αρετές σου, Πρόδρομε! Διστάζω όμως και δειλιάζω, μια που δε βρίσκεται μέσα μου λόγος ικανός για να εκφράσω τούτο τον έπαινο· εσύ όμως δωσ’ μου δύναμη σ’ αυτό!) —ω, τα θαυμάσιά σου, προστάτη μου, Τίμιε Πρόδρομε!– αισθάνθηκα μια υπερφυσική χάρη μες στην καρδιά μου και μου φάνηκε σα να σήκωσε ο Τίμιος Πρόδρομος ολόκληρο το σώμα μου ψηλά πάνω από τη γη, γεμίζοντάς με ολόκληρο με άρρητη χαρά και αγαλλίαση.
     Κάποτε παρακαλούσα για χρόνια τον Τίμιο Πρόδρομο για ένα ζήτημα πνευματικής φύσεως και δε λάμβανα καμία πληροφορία γι’ αυτό. Οπότε μια μέρα, όταν ασπάστηκα την αγία του εικόνα, τον παρακάλεσα με περισσότερη έμφαση, έχοντας μέσα μου λύπη και διαμαρτυρόμενος κάπως για τη σιωπή του. Αναχωρώντας από την αγία εικόνα, άκουσα μια νοερή φωνή στη διάνοιά μου, που με πληροφορούσε και με παρηγορούσε επαρκώς για το ζήτημα που τον παρακαλούσα. Ευχαρίστησα θερμά τον Προστάτη μου και στο εξής ειρήνευσα μέσα μου».


2. Ανέλπιστο θαύμα της αγίας Δεξιάς του Τιμίου Προδρόμου

     Στην εορτή του Αγίου Πνεύματος του έτους 1961, μετά τη Θεία Λειτουργία, ο εφημέριος ιερομόναχος Παύλος ήρθε και μου διηγήθηκε τη θαυματουργία της αγίας Δεξιάς του Τιμίου Προδρόμου που έγινε σ’ αυτόν, ως εξής:
     «–Κατάλαβες τι μου συνέβη σήμερα στη Λειτουργία, πάτερ Λάζαρε;
     –Τι; Για εξήγησέ μου καλύτερα, σε παρακαλώ!
     –Βεβαίως, με άκουγες στον Όρθρο, πόσο δυσκολευόμουνα στις εκφωνήσεις, πώς είχε φράξει ο λαιμός μου από τη φαρυγγίτιδα που με τυραννάει κατά καιρούς.
     –Ναι, το κατάλαβα. Κι έλεγα μάλιστα μέσα μου: “άραγε, πώς θα τα καταφέρει στη Λειτουργία ο παπάς;”.

     –Άκου λοιπόν: όταν συναχθήκαμε οι ιερείς στην εκκλησία για να πάρουμε “καιρό”, βλέπω τον εαυτό μου νά ναι σε κακή κατάσταση. Πριν βάλει “Εὐλογητὸς” ο Καθηγούμενος, πήγα και τον παρακάλεσα να βγάλει την αγία Δεξιά του Τιμίου Προδρόμου να την ασπαστώ και να με σταυρώσει μ αυτή. Δέχθηκε αμέσως ο Καθηγούμενος, σταύρωσε το κεφάλι μου με την αγία Προδρομική Δεξιά, λέγοντας και τη συνήθη ειδική ευχή που υπάρχει γι’ αυτές τις περιπτώσεις. Την ασπάστηκα κι εγώ με πολλή ευλάβεια κι αγάπη, παρακαλώντας συγχρόνως τον Τίμιο Πρόδρομο να με λυπηθεί και να με γιατρεύσει απ αυτή την ασθένεια που με τυραννούσε, για να μπορέσω –εις δόξαν Θεού– να κάνω τις εκφωνήσεις με ευχέρεια φωνής· και για να μπορέσω να πω και το Ευαγγέλιο με ευκολία και ευρυφωνία, όπως το λέμε συνήθως εμείς σε τέτοιες Δεσποτικές εορτές.

     Αυτά, περίπου, είπα προς τον Τίμιο Πρόδρομο όταν ασπαζόμουν την αγία του Δεξιά. Και –ω, της θαυμάσιας και ταχείας σου αντιλήψεως, Τίμιε του Χριστού Πρόδρομε!– αμέσως ένιωσα την ενέργεια της θείας Χάριτος, μαλάκωσε ο λάρυγγάς μου κι άνοιξε η φωνή μου! Γέμισα από θείο ζήλο κι έκανα τις εκφωνήσεις με πολλή ευλάβεια κι αγάπη. Είπα και το Ευαγγέλιο μ όλη μου την άνεση και την ευκολία, μέσ’ από το βάθος της ψυχής και της καρδιάς μου. Μ όλη μου την ευλάβεια και με ευγνωμοσύνη, ευχαρίστησα τον πανάγαθο προστάτη μας, τον πανένδοξο Βαπτιστή και Πρόδρομο του Κυρίου, με τις πρεσβείες του οποίου, είθε να έχουμε όλοι μας αγαθό τέλος και να μπούμε στη Βασιλεία των Ουρανών. Αμήν, γένοιτο!...».


3. «Βλέπω έναν γίγαντα μπροστά μου, με τα μαλλιά ξέπλεκα»

     Για τη συνέχεια ο λόγος αφορά ένα ευλογημένο αδελφό της Μονής Διονυσίου, τον πατέρα Βησσαρίωνα, ο οποίος καταγόταν από τη Χαλκίδα της Εύβοιας. Εκοιμήθη εν Κυρίω το 1952, σε ηλικία 76 ετών. Πριν την κοίμησή του, ήταν Οικονόμος σ’ ένα Μετόχιο της Μονής Διονυσίου στη Συκιά Χαλκιδικής, το λεγόμενο «Καλαμίτσι». Προαισθάνθηκε το θάνατό του κι αφού αποχαιρέτησε τους γνωστούς και τους φίλους του, τους είπε πολύ απλά ότι «πηγαίνει πίσω στο Μοναστήρι για να πεθάνει (!)». Μόλις αποβιβάσθηκε στην αποβάθρα της Μονής Διονυσίου, έκλινε τα γόνατα της ψυχής και της καρδιάς του κι ευχαριστούσε ολόψυχα τον Τίμιο Πρόδρομο που τον αξίωσε να έλθει πίσω στη Μονή της μετανοίας του, για να αποδώσει το «κοινόφλητο χρέος» της εν Κυρίω αποδημίας του· η οποία, πραγματοποιήθηκε μετ από δυο μέρες, αφού πρώτα αποχαιρέτησε όλους τους αδελφούς του και συγχωρέθηκε μαζί τους. Αυτός ο τρισμακάριστος μοναχός είχε σαν «σύνοικο», θησαυρισμένη μέσα στην καρδιά του, πολλή και ζέουσα, την αγία ταπείνωση και την πίστη. 
     Κάποτε βρήκε την ευκαιρία ο π.Λάζαρος και τον ρώτησε:
     –Άκουσα, π.Βησσαρίων, όταν το Μοναστήρι μας σε είχε διορίσει Οικονόμο στο Μετόχι της, εκεί στα Μεριανά της Χαλκιδικής, ότι είδες τον Τίμιο Πρόδρομο, με τον οποίον και συνομίλησες κιόλας. Αν το θυμάσαι αυτό το γεγονός κι αν θέλεις, πες μου το και σ’ εμένα, όπως ακριβώς συνέβη, για να το σημειώσω ώστε να μαθαίνουν και οι νεώτεροι. Πώς είδες τον Τίμιο Πρόδρομο ζωντανό και μίλησες μαζί του;...
     Ο Γερο–Βησσαρίων, μειδίασε για λίγο και, με τη συνηθισμένη του απλότητα, άρχισε να λέει:
     «Αδελφάκι μου, καθώς ξέρεις, το Μοναστήρι μας με διόρισε Οικονόμο στα 1916 και, όσο μπορούσα, φρόντιζα για τις εκεί δουλειές του Μετοχίου. Εσύ μυλωνάς έκανες και ξέρεις ότι πολλές φορές μαζεύονται πολλοί νοματαίοι στο μύλο. Μια μέρα, δυο χωριάτες ήρθαν στα παζάρια και, ο ένας απ’ αυτούς, αγόρασε τη φοράδα του άλλου. Εκείνος που την αγόρασε, πήγε μέσα στην Εκκλησία και προσκύνησε. Άφησε μάλιστα μπροστά στην εικόνα του Τιμίου Προδρόμου και μερικά χρήματα και μου είπε ν’ ανάψω κι ένα κερί. Εγώ πήγα κι άναψα τα καντήλια και βλέπω, μετά από λίγο, να λείπουν τα χρήματα. Μα, δε ξέρεις πόση στεναχώρια μού ’ρθε! Με σκλήρυνε κι εμένα ο πειρασμός και, όπως κουβεντιάζουμε τώρα μαζί, πήγα μπροστά στην εικόνα του Αγίου Προδρόμου και του λέω:
     –Άγιε Πρόδρομε, δεν είσαι εσύ εδώ; Γιατί αφήνεις να σου παίρνουν τα χρήματα μπροστά από την εικόνα σου; Ααα!..., δε σου ανάβω το καντήλι!...
     Έτσι, λοιπόν, άναψα μόνο της Παναγίας το καντήλι κι έφυγα. Ναι, αλλά μέσα μου, η καρδιά μου, χτυπούσε λιγάκι. Πήγα στο μήλο, ανέβηκα πάνω στο σπίτι, έφαγα λίγο ψωμί, αλλά συγχυσμένος! Θυμόμουνα ότι το καντήλι του Τιμίου Προδρόμου το είχα αφήσει επίτηδες σβηστό, αλλά ο
κοτσουνούρης (=ο διάβολος, ο πονηρός) δεν μ’ άφηνε! Πολύ με σκλήρυνε! Μάλιστα δε, έλεγα μέσα μου:Άϊ, να δούμε τι θα γίνει!... Το καντήλι δεν το ανάβω εγώ απόψε!....
     Κοιμήθηκα, λοιπόν, με τη σύγχυση που είχα μέσα μου, καθώς επέμενα στη γνώμη μου. Έτυχε νά ναι πανσέληνος, τότε. Το φεγγάρι, ήταν σαν ήλιος. Κι απ το παράθυρο του κελιού μου, έμπαινε μέσα το φως. Καθώς, λοιπόν, κοιμόμουν μόνος μου –τότε δεν είχα άλλον αδελφό μαζί μου για συνοδεία– κατά τα μεσάνυχτα, αισθάνομαι μια γερή σκουντιά!
     Ξυπνώ και βλέπω έναν γίγαντα μπροστά μου, με τα μαλλιά ξέπλεκα. Απ’ το φόβο μου, άρχισα να τρέμω και μόλις που μπόρεσα να του πω:
     –Πώς ήρθες εδώ;
     Για απάντηση, μου λέει με ύφος σοβαρό:
     –Το πώς ήρθα, να μη το ρωτάς! Αλλά, για πες μου: Γιατί δε μου ανάβεις το καντήλι;
     Αμέσως, με πολύ φόβο, με φωνή που έτρεμε και με δάκρυα στα μάτια, του λέω:
     –Να με συγχωρέσεις, Άγιε!... Έσφαλα!...
     Κλαίγοντας, τού ’βαλα τότε τρεις μετάνοιες στα πόδια και τον παρακαλούσα να με συγχωρέσει. Τότε, ακούω τον Τίμιο Πρόδρομο, με γλυκιά και ήρεμη φωνή, να μου λέει:
     –Παιδί μου, Βησσαρίων! Λες ότι “δεν είμαι ’δω”! Και, αν εγώ “δεν είμαι ’δω”, τότε, ποιος σε φυλάει εσένα, εδώ τόσα χρόνια, σ’ αυτή την ερημιά που είσαι, από τους ληστές και απ
 τ’ άλλα τα κακοποιά στοιχεία;
     –Άγιέ μου, του λέω, σε παρακαλώ να με συγχωρέσεις! Δε θα το ξανακάνω!
     –Πήγαινε ν’ ανάψεις το καντήλι στην εικόνα μου και να το κηρύττεις και να το λες και σ’ άλλους, ότι, κάνουν θαύματα οι εικόνες. Γιατί πολλοί άρχισαν να λένε ότι οι εικόνες δε θαυματουργούν!
     Αυτά, μου είπε ο Άγιος κι έγινε άφαντος. Εγώ, κατευθείαν εκείνη την ώρα κιόλας πήγα στην εκκλησία και –ω, του θαύματος!– βλέπω όλα τ
 απολεσθέντα χρήματα στον ίδιο ακριβώς τόπο, όπως ήταν και πριν, μπροστά στην εικόνα του Αγίου! Ποιος ξέρει τι λαχτάρα να τράβηξε εκείνος ο κλέφτης κι έφερε πίσω τα χρήματα στην εικόνα, την ίδια κιόλας νύχτα!». 
     Σαν άκουσα τη διήγηση του π.Βησσαρίωνος, τον ρώτησα:
     –Τι ενδύματα φορούσε ο Τίμιος Πρόδρομος;
     Και μου απάντησε:
     –Να! Όπως τον βλέπεις και στην εικόνα: με την προβιά. Αλλά, τέτοιον ψηλό άνθρωπο, δεν είδα άλλον στη ζωή μου! Μα, τι να σου πω! Άνδρας, πελώριος! Γίγαντας!
     –Σε πιστεύω, του λέω· γιατί και ο Χριστός μάς λέει στο Ευαγγέλιο (Ματθ. ια΄ 11), ότι, «Οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν, μείζων Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ» (=«Σας βεβαιώνω πως μάνα δεν γέννησε ως τώρα άνθρωπο πιο μεγάλο από τον Βαπτιστή Ιωάννη!»)· αν και ο λόγος αυτός του Κυρίου υπονοεί πρωτίστως το πλήθος των αρετών και τη μεγάλη αγιότητα του Τιμίου Προδρόμου. Όμως, έχει επίσης ισχύ και για τη σωματική του διάπλαση· γιατί τα λόγια του Κυρίου περιλαμβάνουν και τα δύο αυτά θέματα. 




4. «Μα, τούτο είναι θαύμα του Τιμίου Προδρόμου»

     Διηγήθηκε ο Γέροντας Χρύσανθος στον μοναχό Λάζαρο το εξής θαυμάσιο από τον Τίμιο Πρόδρομο:
     «Το 1939 ήμουν για ένα διάστημα τραπεζάρης. Πλησίαζε η γιορτή της Αγίας Δεξιάς του Τιμίου Προδρόμου (την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών), κατά την οποία, ως συνήθως, εμείς οι μοναχοί της Μονής Διονυσίου, μικροπανηγυρίζουμε. Εγώ από την προπαραμονή μέτρησα το ψωμί και ήταν όλο κι όλο 250 πίτες. Τότε, αντί για τους συνηθισμένους άρτους, ψήνονταν “πίτες”, από τις οποίες η κάθε μία υπεραρκούσε για ένα άτομο. Για τη γιορτή του Τιμίου Προδρόμου έπρεπε να δώσω για ευλογία στους ξένους προσκυνητές μία ή δύο πίτες τον καθένα. Λογαριάζω καλά το ψωμί και βλέπω ότι δε θα φτάσει να περάσω τη γιορτή μ’ αυτό. Πηγαίνω στον Ηγούμενο. Του λέω ότι το ψωμί δε θα μας φτάσει και ότι πρέπει αύριο, παραμονή της γιορτής, να ζυμώσουμε.
     Ο Ηγούμενος, πάλι, δεν ξέρω τι σκέφτηκε μέσα του και μου λέει: “Όχι, δε θα ζυμώσουμε”. “Μα, Γέροντα, δε θα μας φτάσει το ψωμί· θα ντροπιαστούμε στους ξένους να μην έχουμε ψωμί στη γιορτή του Τιμίου Προδρόμου!”. Αυτός πάλι τα ίδια: “Όχι, θα περάσουμε μ’ αυτό!”. Τι να κάνω λοιπόν; Για να μη φιλονικώ έφυγα λυπημένος και καταστεναχωρημένος.
     Πήγα στην τράπεζα. Μοίρασα το ψωμί σε δυο κοφίνια. Έβαλα στο ένα κοφίνι 150 πίτες και στο άλλο 100. Αυτά έγιναν την Παρασκευή το πρωί. Σκέφτηκα, εν τω μεταξύ, για την τράπεζα του Σαββάτου, το βράδυ να μουσκέψω παξιμάδι και να τραπεζώσω προκειμένου να οικονομήσω έτσι την ανάγκη. Την Παρασκευή λοιπόν και το Σάββατο το πρωί, για δύο τράπεζες που έγιναν, ξοδεύτηκαν οι 150 πίτες που υπήρχαν στο ένα κοφίνι. Αφού τελείωσε η τράπεζα του Σαββάτου το πρωί, το αδειανό πλέον κοφίνι το πήγα και τ άφησα μέσα στο “παρακελλαρίκι” (=μικρός χώρος αποθήκευσης τροφίμων), όπου έχουμε το παξιμάδι και τη ρακή. Μου έμειναν μονάχα 100 πίτες που τις φύλαγα για να τις τραπεζώσω αύριο στη γιορτή του Αγίου, ανήμερα.
     Το απόγευμα του Σαββάτου πήγα στο “παρακελλαρίκι” για να πάρω παξιμάδι καθώς και το μπαγκράτσι για να μουσκέψω μέσα σ αυτό το παξιμάδι όπως είχα αποφασίσει από πριν και –ω, τα θαυμάσιά σου, Τίμιε Πρόδρομε!– βλέπω το αδειανό κοφίνι που είχα βάλει εγώ εκεί το πρωί, να είναι γεμάτο ψωμί φρέσκο! Τρίβω τα μάτια μου. Μήπως είναι πλάνη του πονηρού; Μήπως δε βλέπω καλά; Σ’ αυτό το κοφίνι εγώ είχα βάλει 150 πίτες και τις ξόδευσα τις δύο προηγούμενες μέρες. Τι είναι τούτο; Τι είναι το άλλο; Μα, φυσικά, τούτο είναι θαύμα του Τιμίου Προδρόμου! Τρέχω λοιπόν στον Γέροντα χαρούμενος και του λέω όλη την ιστορία· μάλιστα, τον προσκαλώ να έρθει και ο ίδιος μόνος του, να δει το θαύμα οφθαλμοφανώς και να πιστέψει. Πράγματι, ήρθε και πιστοποίησε το θαύμα και δώσαμε κι οι δυο μας την οφειλόμενη δόξα και τιμή στον Τίμιο Πρόδρομο.
     Και νά ’βλεπες, την άλλη μέρα, παρακαλούσα τους ασκητές και τους ξένους προσκυνητές που μας ήρθαν να πάρουν μαζί τους, όχι μία, αλλά από πέντε κι από έξι πίτες ο καθένας, κηρύττοντας συνάμα σε όλους αυτό το θαυμάσιο που μας έγινε από τον Τίμιο Πρόδρομο…». 


5. «Δε γνωρίζω εγώ ποιος είναι για προϊστάμενος;»

     Κατά το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου του σωτηρίου έτους 1937, με συνάντησε έξω από το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου –το παρεκκλήσι που βρίσκεται απέναντι στο νοσοκομείο της Μονής Διονυσίου– ο προρρηθείς αδελφός Χρύσανθος και, εμπιστευτικά, με πολλή συντριβή και κατάνυξη, πήρε να μου λέει τι ακριβώς του συνέβη την προηγούμενη νύχτα:
     «Εγώ, αδελφέ Λάζαρε, όπως γνωρίζεις, μια που έβλεπες τις κινήσεις και τις ενέργειες που έκαμνα εδώ και πόσα χρόνια τώρα, επιθυμούσα πολύ να γίνω προϊστάμενος της Μονής. Κι αφού για πολλά χρόνια προσπάθησα παρακαλώντας τον ένα και τον άλλο, και τον Ηγούμενο πολλές φορές τον ζάλιζα γι’ αυτό το ζήτημα –και, όπως αποδεικνύεται τώρα, κατά θεία οικονομία δεν το κατόρθωσα– με τη συνεργεία βέβαια και του πονηρού, ήρθα σε τόση λύπη και στενοχώρια και, τόσο απελπίσθηκα και τόσο σκοτίσθηκε ο νους μου, που αποφάσισα …ν’ αυτοκτονήσω! “Ακούς εκεί!”, έλεγα με το λογισμό μου, “τόσους πιο νέους από μένα να τους κάνουν προϊσταμένους κι εγώ που γέρασα και που εργάσθηκα σε τόσα διακονήματα, να με καταφρονούν! Αυτό, πια, δεν το ανέχομαι! Θα κατέβω κάτω στη θάλασσα, θα δώσω μια βουτιά να πνιγώ κι ας όψονται αυτοί μετά!”.
     Αυτά μελετούσα μέσα μου για πολλές μέρες, μέχρι που πήρα την τελική απόφαση να πράξω το νοούμενο. Αλλά με την πρεσβεία του Αγίου Προστάτη μας, του Τιμίου Προδρόμου, με λυπήθηκε ο Θεός κι ένευσε στο λογισμό μου, πριν πράξω αυτό που σκεφτόμουν, να κάνω ένα τριημέρι, δηλαδή για τρεις συνεχείς μέρες να κλειστώ μέσα στο κελλί μου, να μη γευθώ τίποτε, να κλείσω πόρτες και παράθυρα για να μη μπαίνει από πουθενά φως και, έτσι ευρισκόμενος μέσα στο σκοτάδι, προσευχόμουν συνέχεια για δύο μερόνυχτα, χωρίς να γευθώ τίποτε, ούτε νερό, ούτε να πλαγιάσω στο κρεβάτι, αλλά έτσι προσευχόμενος, άλλοτε όρθιος κι άλλοτε καθιστός, μόλις με άρπαζε λίγος ύπνος, μόλις ξυπνούσα πάλι προσευχόμουν.
     Το τρίτο βράδυ λοιπόν, περίπου 3 με 4 η ώρα τη νύχτα, γίνεται μια φοβερή λάμψη κι έφεξε όλο το κελί μου· συνάμα δε, ακούω μια ηχηρή φωνή που μου έλεγε: “Γιατί δεν ησυχάζεις; Γιατί είσαι ταραγμένος και σκέφτεσαι να κατέβεις κάτω στη θάλασσα να πνιγείς;”. Εγώ, αδελφέ μου, μόλις είδα εκείνη τη λάμψη κι άκουσα και τη φωνή, μού ’φυγε όλη εκείνη η στενοχώρια και η λύπη που με βασάνιζε κι άρχισα συνέχεια να κλαίω, να κλαίω, να κλαίω, και να χύνω ακατάπαυστα δάκρυα και να ζητώ συγνώμη, ομολογώντας ότι έσφαλα και ότι πλανήθηκα από τον πονηρό: “Συγχώρεσέ με, Άγιε!...”.
     Η φωνή, επανέλαβε: “Γιατί παράτησες τη ψαλτική; Τι έχεις εδώ και μια βδομάδα τώρα και δεν πλησιάζεις στο χορό, αλλά γυρίζεις εδώ κι εκεί και ζητάς να γίνεις προϊστάμενος; Δε γνωρίζω εγώ ποιος είναι για προϊστάμενος; Κι όταν εγώ δε θέλω, πώς μπορείς να γίνεις εσύ προϊστάμενος; Δε γνωρίζω εγώ ποιος είναι για προϊστάμενος;”. Εγώ, έκλαιγα συνέχεια κι ήμουν πεσμένος στο πάτωμα και τον παρακαλούσα να με συγχωρέσει. Του υποσχέθηκα ότι από ’δω και πέρα θα ησυχάσω πραγματικά και ότι θα ξαναπάω στο χορό και ότι ποτέ ξανά δε θα ζητήσω να γίνω προϊστάμενος. Αφού είπα αυτά, χάθηκε η λάμψη, έπαυσε ο έλεγχος προς εμένα, αμέσως ειρήνευσα αδελφέ μου, κι όταν σήμανε η ακολουθία, ήρθα στην εκκλησία κι άκουσα την ακολουθία του όρθρου και τη λειτουργία στο παρεκκλήσιο».
     Όλα τα παραπάνω τ’ άκουσα με θαυμασμό και με έκπληξη. Και μου τά ’λεγε αυτά, ο ίδιος ο αυτόπτης και παθών αδελφός, τα οποία και τα σημειώνω τώρα, για να τα γνωρίζουν οι μεταγενέστεροι αδελφοί. Ας σημειωθεί δε, ότι ο αδελφός Χρύσανθος είχε πολλή απλότητα γι’ αυτό και έτυχε του θείου ελέους και της ιδιαίτερης προστασίας από τον Τίμιο Πρόδρομο. Διότι για μια 25ετία έψελνε στο δεξιό χορό με πολύ ζήλο και ευλάβεια.


6. Θαυμαστή και φοβερή διάσωση
από τον ίδιο τον Τίμιο Πρόδρομο

     Κάποιος αδελφός από τους Προϊσταμένους της Μονής Διονυσίου, όταν έμαθε ότι για την τιμή και δόξα του Τιμίου Προδρόμου σημειώνω και καταγράφω στα χρονικά της Μονής μας όλα τα κατά καιρούς θαύματά του, μ’ επισκέφθηκε στο κελί μου και μου εκμυστηρεύτηκε ένα γεγονός, αφού πρώτα, μετά από δική του παράκληση, τον διαβεβαίωσα ότι τ’ όνομά του ούτε πρόκειται να γραφεί ούτε να ανακοινωθεί.
     Αναθάρρησε μετά απ’ αυτό που του είπα και μου διηγήθηκε τα παρακάτω:
     «Εγώ, αδελφέ μου Λάζαρε –όπως θα θυμάσαι– το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου του έτους 1955, στάλθηκα από το Μοναστήρι μας στη Θεσσαλονίκη για αγορά μερικών αναγκαίων ειδών διατροφής και άλλων χρήσιμων πραγμάτων.
     Φθάνοντας λοιπόν στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με τη συνήθειά μας, έμεινα στο ξενοδοχείο. Μένοντας εκεί –αλίμονο σε μένα το δύστυχο!– με την ενέργεια του σατανά, μπλέχτηκα σ’ ένα μεγάλο κι απροσδόκητο πειρασμό. Αν δεν με πρόφταινε η θεία Χάρη και η προστασία του Τιμίου Προδρόμου, ακόμη δεν ξέρω ποιό θα ήταν τώρα το κατάντημά μου κι αν θα βρισκόμουν εγώ σήμερα στο Μοναστήρι».
     Λέγοντας αυτά τα λόγια ο αδελφός, είδα να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του από την ανάμνηση και μόνο της δοκιμασίας που ο ίδιος πέρασε και της εκπληκτικής θαυματουργίας που του έγινε στη συνέχεια. Για λίγο σιώπησε. Εγώ, τον ενθάρρυνα και πάλι να μου πει ό,τι ακριβώς του συνέβη διαβεβαιώνοντάς τον, γι’ ακόμη μια φορά, ότι αυτή του η διήγηση θα λογισθεί σαν εξομολόγηση και ότι κανείς από τους έξω δεν πρόκειται να μάθει τ’ όνομά του, ούτε ακόμη κι αυτός ο ηγούμενος.
     Και ο αδελφός συνέχισε:
     «Όταν νύχτωσε, ήμουν μόνος στο δωμάτιό μου. Μία κοπέλα, νέα κι όμορφη, έτυχε να μένει και αυτή εκεί μαζί με τον αδελφό της. Την είχα γνωρίσει μικρή στο πατρικό της πριν από δέκα χρόνια, μια και η οικογένειά της μας ήταν γνώριμη στο Μοναστήρι. Στο μεταξύ, ο αδελφός της εκείνη τη νύχτα έλειπε. Έμαθε που έμενα στο τάδε δωμάτιο κι έχοντας όλο το οικογενειακό θάρρος, μια και με γνώριζε όπως σου προείπα, μ’ επισκέφτηκε. Μετά το συνηθισμένο χαιρετισμό, αρχίσαμε να μιλάμε. Τη ρώτησα να μάθω για τον πατέρα της καθώς και για τ’ άλλα μέλη της οικογένειάς της. Κι αυτή παρομοίως με ρώτησε για κάποιους πατέρες που γνώριζε. Πέρασε γύρω στη μία ώρα συνομιλώντας έτσι. Στο τέλος, μου πρότεινε να πάμε στο δωμάτιό της να με φιλέψει απ’ το φαγητό που είχε φάει με τον αδελφό της εκείνη τη μέρα, το οποίο το είχε διαθέσιμο λόγω της έκτακτης και αιφνίδιας αναχώρησης του αδελφού της. Ήθελε να μου δώσει και μερικά εκλεκτά φρούτα απ’ το χωριό τους. Και λέγοντάς με πολλά τέτοια, με θερμοπαρακαλούσε να ενδώσω.
     Εγώ, στην αρχή, αντέλεγα και αντιδρούσα σ’ αυτήν την παράκαιρη συναναστροφή, αλλ’ αυτή όμως επέμενε. Μ’ έπιασε απ’ το χέρι και τι δεν έλεγε! “Μια στιγμή θα πάμε μόνο και θα φύγεις μετά”. Ω, συμφορά μου, αδελφέ μου! Καταλαβαίνεις σε τί δύσκολη θέση βρέθηκα. Από τη μια σκεφτόμουν το παράλογο, το άτοπο και το άγνωστο που με περίμενε μέσα σ’ αυτήν την παγίδα. Από την άλλη, τα γλυκά της λόγια, τα παρθενικά της κάλλη, τα πυρωμένα βέλη του νόμου της σάρκας που μας αντιστρατεύεται όλους, η νύχτα, η μοναξιά… Ζαλίστηκα κι άρχισα να υποχωρώ και να ενδίδω στο θέλημά της. Επίσης, να πω ότι, μέσ’ από το βάθος της ψυχής και της καρδιάς μου παρακαλούσα και ικέτευα τον Τίμιο Πρόδρομο να με προστατεύσει να μη γίνω παίγνιο και περίγελο δαιμόνων.
     Για να μη στα πολυλογώ, πήγαμε στο δωμάτιό της, στον αντίκρυ όροφο, σ’ ένα άλλο διαμέρισμα που απείχε πολύ απ’ το δικό μου και, μόλις μπήκαμε μέσα, αυτή κλείδωσε καλά την πόρτα και ετοιμαζόταν να με φιλέψει. Φαντάζεσαι τώρα την χαρά, τον αλαλαγμό και τον θρίαμβο των δαιμόνων από την παραλίγο συντελεσμένη τους νίκη!
     Αλλά, ω, τα θαυμάσια θαυματουργήματά σου, μέγιστε Προστάτη μας, πανένδοξε Βαπτιστή και Πρόδρομε του Κυρίου!
     Ενώ θεωρούνταν πια τελειωμένο γεγονός η συντριβή μου και η κατάπτωσή μου στην αμαρτία, εμφανίζεται αμέσως μία φωταυγέστατη αστραπή που φώτισε όλο το δωμάτιο σαν να το φώτιζαν πολλά μαζί ηλεκτρικά φώτα. Και, μέσα σ’ αυτό το αστραφτερό φως, παρουσιάζεται ο μέγας Πρόδρομος Ιωάννης και μ’ αρπάζει απ’ το στήθος και, μέσα σε μια στιγμή, χωρίς καν να καταλάβω το παραμικρό, βρέθηκα στο δικό μου δωμάτιο, στην άλλη άκρη του ορόφου.
     Όταν συνήλθα από την κατάπληξή μου και κατάλαβα τη μεγάλη χάρη και την προστασία που μου έγινε από τον πανάγιο Προστάτη μου, τον Τίμιο Πρόδρομο, όλη εκείνη τη νύχτα την πέρασα με προσευχή και με πολλά δάκρυα χαράς, ευγνωμοσύνης και ευλάβειας. Θαύμασα τη μεγάλη προστασία και αγάπη που έχει ο Τίμιος Πρόδρομος σ’ εμάς τους Διονυσιάτες μοναχούς, τα ελάχιστα τέκνα του».
     Κι εγώ τότε του είπα:
     «Σαν άνθρωπος που είσαι κι εσύ, γλίστρησες· και σίγουρα η έκβαση αυτού του πειρασμού θα ήταν για μεγάλη σου ψυχική ζημιά. Ο Πανάγαθος Θεός όμως σε σκέπασε για την υπακοή που έκανες και για τη διακονία σου. Αλλά και εξαιτίας των ευχών και των παρακλήσεων των πατέρων της Μονής, παρενέβη ο Τίμιος Πρόδρομος, ο οποίος σε γλύτωσε από μεγάλο ψυχικό ολίσθημα». 


ΛΑΖΑΡΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
(1892–1974)





[Λαζάρου Μοναχού Διονυσιάτου:
«Διονυσιάτικαι Διηγήσεις»,
(1) κεφ. 62ο, σελ. 127–128·
(2) κεφ. 65ο, σελ. 132–133·
(3) κεφ. 44ο, σελ. 84–86·
(4) κεφ. 61ο, σελ. 125–126·
(5) κεφ. 59ο, σελ. 119–120,
(6) κεφ. 56ο, σελ. 112–114,
έκδοσις Ιεράς Μονής Διονυσίου,
Άγιον Όρος 20004.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων
και ολική μεταφορά τους στη δημοτική:
π. Δαμιανός.]




Ἀφιερώνεται
σ’ ἕναν ἀληθινὸ φίλο, ἀκόλουθο καὶ ἱκέτη τοῦ Προδρόμου,
ζωντανὸ φορέα ἀδιάλειπτης εὐχῆς καὶ μαρτυρικῆς σοφίας,
ποὺ εἶναι γιὰ μένα, ἐδῶ καὶ χρόνια, 
πολύτιμο καὶ σπάνιο δῶρο Θεοῦ.






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.