Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

ΤΟ «ΠΟΔΑΡΙΚΟ» ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ

ΤΟ ΠΟΔΑΡΙΚΟ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ



     Μια μέρα, ρώτησα τον Άγιο Γέροντα Πορφύριο (1906—1991) εάν είναι σωστό να πιστεύουμε στο κοινώς λεγόμενο «ποδαρικό», και μου διηγήθηκε το παρακάτω συμβάν:
     «Ένα πρωϊνό πήγε ένας παπάς, παιδί μου, σ’ έναν μανάβη για ν’ αγοράσει μήλα. Βέβαια, στο μέρος αυτό υπήρχαν και άλλοι εκεί μανάβηδες, οι οποίοι, είχαν μήλα και, από τους οποίους, αγόραζε ο κόσμος. Όμως αυτός εκεί, ειδικά εκείνη την ημέρα, δεν είχε πουλήσει τίποτα.
     »Ο παπάς που μπήκε μέσα, τον καλημέρισε και του ζήτησε μία σακκούλα να διαλέξει μερικά. “Ναι, παππούλη!”, του απάντησε ο μανάβης και τού ’δωσε την σακούλα, αφήνοντάς τον να διαλέξει μόνος του σιγά—σιγά. Μέχρι να πάρει την ποσότητα των μήλων που ήθελε ο παπάς, είχε μαζευτεί τόσος κόσμος που δεν προλάβαινε να τον εξυπηρετήσει! Σε λίγη ώρα τα είχε σχεδόν όλα ξεπουλήσει και δεν ήξερε πώς να ευχαριστήσει τον παπά!».
     Στο τέλος, τον ρωτώ:
     —Δηλαδή, παππούλη μου, πρέπει να παραδεχόμαστε ένα τέτοιο πράγμα;
    
Μου απάντησε, τότε:
     «Ναι, παιδί μου. Όχι, όμως, όλες τις φορές. Όταν ο άνθρωπος, είναι άνθρωπος του Θεού, η Xάρη του Θεού τον ακολουθεί συνεχώς και γίνονται διάφορα θαύματα…».

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΣΩΤ. ΤΖΑΒΑΡΑΣ





[ Αναστασίου Σωτ. Τζαβάρα:
«Αναμνήσεις 
από τον Γέροντα Πορφύριο»,
σελ. 23—24.
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου 
«Μεταμόρφωσις του Σωτήρος».
Μήλεσι Αθήνα, 
Σεπτέμβριος 19945.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]






   Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΧΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

    Ο χρόνος, όπως και το δάκρυ του ανθρώπου, ετάχθησαν να «κυλούν» αθόρυβα μες τη ζωή. Άλλοτε αφόρητα αργά κι άλλοτε με αφάνταστη βιάση.
     Μα, αυτό που πάντα ακούγεται καλά και καθαρά, είναι ο χτύπος της καρδιάς που συχωρνά και αγαπά: είτε στο επίγειο «εδώ και τώρα», είτε στην παραδείσια αιωνιότητα του Θεού. 


Φωτογραφία: Ο ΧΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

     Ο χρόνος όπως και το δάκρυ του ανθρώπου, ετάχθησαν να «κυλούν» αθόρυβα μες στη ζωή. Άλλοτε αφόρητα αργά κι άλλοτε με αφάνταστη βιάση...
     Μα, αυτό που πάντα ακούγεται καλά και καθαρά, είναι ο χτύπος της καρδιάς που συγχωρνά και αγαπά: είτε στο επίγειο «εδώ και τώρα», είτε στην παραδείσια αιωνιότητα του Θεού...

«ΣΕ ΜΙΑ ΩΡΑ!...»

«ΣΕ ΜΙΑ ΩΡΑ!»

     Η Νεκταρία, σήμερα, είναι μία κοπέλα 23 χρόνων. Όταν ήταν να γεννηθεί, ανήμερα του Αγίου Νεκταρίου, υπήρχαν κάποιες επιπλοκές στον τοκετό, τις οποίες όμως ο γιατρός, απέφευγε να τις αναφέρει στον πατέρα της για να μην τον τρομάξει. Παρ' όλ' αυτά, εκείνος κάτι υποψιάστηκε και τηλεφώνησε στον μακαριστό Γέροντα π.Αμβρόσιο Λάζαρη (1912—2006), για να ζητήσει με πίστη την δική του βοήθεια. 
     —Μεσολάβησε στον φίλο σου, τον Άγιο Νεκτάριο, γιατί κάτι δεν πάει καλά εδώ, του είπε. 
     Ο Γέροντας Αμβρόσιος δεν μίλησε για λίγο, αλλά έπειτα ήταν πολύ σίγουρος: 
     —Μην ανησυχείς! Σε μία ώρα!... 
     —Τί, «σε μία ώρα»; 
     —Σε μία ώρα θα γεννηθεί!... 
     Ήταν πρωΐ. Δέκα μόλις λεπτά μετά απ' αυτό το τηλεφώνημα, βγήκε ο γιατρός και είπε στον πατέρα: 
     —Καλό απόγευμα! Απ' ό,τι φαίνεται, θ' αργήσουμε. Έχει πιαστεί κάπου ο λώρος...
     Αλλά, σε μία ώρα ακριβώς μετά το τηλεφώνημα με τον Γέροντα Αμβρόσιο Λάζαρη, ήρθε πάλι ο γιατρός, αυτή τη φορά, ήρεμος και χαμογελαστός: 
     —Όλα, καλά! Να σου ζήσει η κόρη!
     Το απόγευμα της ίδιας κιόλας μέρας, πήγε ο πατέρας του κοριτσιού και βρήκε τον Γέροντα Αμβρόσιο, στο Μετόχι της Μονής Δαδίου. 
     —Τί έγινε, Γέροντα; Τί έκανες το πρωΐ; «Σε μία ώρα», μου είπες εσύ, κι ο γιατρός, άλλα έλεγε τη μία κι άλλα την άλλη! 
     —Πού, να ξέρει ο γιατρός;! έκανε εκείνος. Την ώρα που με πήρες εσύ τηλέφωνο, ήταν εδώ ο Άγιος Νεκτάριος. Κι αυτός μου είπε να σε πληροφορήσω, πως το παιδί θα γεννηθεί «σε μία ώρα»!...

     Η Νεκταρία, σήμερα, είναι μία κοπέλα 23 χρόνων. Όταν ήταν να γεννηθεί, ανήμερα του Αγίου Νεκταρίου, υπήρχαν κάποιες επιπλοκές στον τοκετό, τις οποίες όμως ο γιατρός απέφευγε να τις αναφέρει στον πατέρα της για να μην τον τρομάξει. Παρ’ όλ’ αυτά, εκείνος κάτι υποψιάστηκε και τηλεφώνησε στον μακαριστό Γέροντα π.Αμβρόσιο Λάζαρη (1912—2006), για να ζητήσει με πίστη την δική του βοήθεια. 
     —Μεσολάβησε στον φίλο σου, τον Άγιο Νεκτάριο, γιατί κάτι δεν πάει καλά εδώ, του είπε. 
     Ο Γέροντας Αμβρόσιος, δεν μίλησε για λίγο αλλά έπειτα ήταν πολύ σίγουρος: 
     —Μην ανησυχείς! Σε μία ώρα!... 
     —Τί, «σε μία ώρα»; 
     —Σε μία ώρα θα γεννηθεί!... 
     Ήταν πρωΐ. Δέκα μόλις λεπτά μετά απ’ αυτό το τηλεφώνημα, βγήκε ο γιατρός και είπε στον πατέρα:  
     —Καλό απόγευμα! Απ’ ό,τι φαίνεται, θ’ αργήσουμε. Έχει πιαστεί κάπου ο λώρος...
     Αλλά, σε μία ώρα ακριβώς μετά το τηλεφώνημα με τον Γέροντα Αμβρόσιο Λάζαρη, ήρθε πάλι ο γιατρός, αυτή τη φορά, ήρεμος και χαμογελαστός: 
     —Όλα, καλά! Να σου ζήσει η κόρη!
     Το απόγευμα της ίδιας κιόλας μέρας, πήγε ο πατέρας του κοριτσιού και βρήκε τον Γέροντα Αμβρόσιο, στο Μετόχι της Μονής Δαδίου. 
     —Τί έγινε, Γέροντα; Τί έκανες το πρωΐ; «Σε μία ώρα», μου είπες εσύ, κι ο γιατρός, άλλα έλεγε τη μία κι άλλα την άλλη! 
     —Πού, να ξέρει ο γιατρός;! έκανε εκείνος. Την ώρα που με πήρες εσύ τηλέφωνο, ήταν εδώ ο Άγιος Νεκτάριος. Κι αυτός μου είπε να σε πληροφορήσω, πως το παιδί θα γεννηθεί «σε μία ώρα»!...


Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΣΚΟΡΠΙΖΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ...

Φωτογραφία: Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΣΚΟΡΠΙΖΕΙ 
Ο ΘΕΟΣ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ...

     «Να κρατάτε την Αργία της Κυριακής, γιατί αυτή τη μέρα σκορπίζει ο Θεός το Άκτιστο Φως σε όλη την οικουμένη. Λάμπει ολόκληρος ο κόσμος από το Άκτιστο Φως!... 
     Δεν θα φεύγεις ποτέ από την Εκκλησία, εάν δεν ακούσεις το "Δι' ευχών" πρώτα. Γιατί μέχρι εκείνη την ώρα είναι όλοι οι Άγγελοι, όλοι οι Άγιοι, ο Ίδιος ο Θεός μέσα στην Εκκλησία. Με το "Δι' ευχών" ανεβαίνουν στον Ουρανό. Θα το ακούσεις, θα πάρεις αντίδωρο και τότε θα φύγεις...».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ (1912—2006)

     «Να κρατάτε την Αργία της Κυριακής, γιατί αυτή τη μέρα σκορπίζει ο Θεός το Άκτιστο Φως σε όλη την οικουμένη. Λάμπει ολόκληρος ο κόσμος από το Άκτιστο Φως!... 
     Δεν θα φεύγεις ποτέ από την Εκκλησία, εάν δεν ακούσεις το “Δι’ εὐχῶν”, πρώτα. Γιατί μέχρι εκείνη την ώρα είναι όλοι οι Άγγελοι, όλοι οι Άγιοι, ο Ίδιος ο Θεός μέσα στην Εκκλησία. Με το “Δι’ εὐχῶν”, ανεβαίνουν στον Ουρανό. Θα το ακούσεις, θα πάρεις αντίδωρο και τότε θα φύγεις...».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ (1912—2006)

Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

«ΤΕΤΟΙΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΘΕΛΕΙ Ο ΘΕΟΣ!...»

«ΤΕΤΟΙΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΘΕΛΕΙ Ο ΘΕΟΣ!...»

     Ήταν κάποια γυναίκα πάμφτωχη σ' ένα μικρό χωριό της Αιτωλοακαρνανίας και είχε τρία παιδιά. Κατάφερε να τα μεγαλώσει με απίστευτες στερήσεις και δυσκολίες, όμως, με μία μοναδική αξιοπρέπεια! Αυτή, ήταν η κυρα-Βασιλική. 
     Πέθανε παραμονή της Παναγίας του 1998. Την επόμενη μέρα, 15 Αυγούστου, το φτηνό φέρετρο με την σορό της,που ήταν πάνω στην καρότσα του μικρού αγροτικού ημιφορτηγού του ιερέα, κατευθυνόταν προς το κοιμητήριο. 
     Στην πορεία της κηδείας, ακολουθούσαν μερικοί συγχωριανοί της και συζητούσαν για τα βάσανα που είχε περάσει όσο αυτή ζούσε, όταν, ξαφνικά, ευωδίασε όλος ο γύρω τόπος: χιλιάδες άνθη και λουλούδια να υπήρχαν, πραγματικά, δεν θα μύριζαν τόσο! Όλοι τους, παραξενεύτηκαν και απόρησαν. Αλλά δεν είχαν καμμία εξήγηση να δώσουν γι' αυτό. 
     Ανάμεσα σ' εκείνους που την συνόδευαν, ήταν κι ένα πνευματικό τέκνο του μακαριστού Πατρός Γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη (1912—2006), χαρισματικού Πνευματικού της Ιεράς Μονής Δαδίου. Μετά από λίγες μέρες από αυτό το θαυμαστό, αλλά, για πολλούς ανεξήγητο γεγονός, πήγε προς τον θεοφώτιστο Γέροντα Αμβρόσιο αυτό το πνευματικό του τέκνο, αναφέροντάς του το όλο συμβάν. Πολύ λακωνικά και επιγραμματικά, του είπε μονάχα ότι, «μία γυναίκα πέθανε και ευωδίασε ο τόπος». Αυτό, μόνον. 
     Ο Γέροντας Αμβρόσιος, στην αρχή, έμεινε σιωπηλός. Έπειτα, μπήκε μέσα στο δωμάτιό του, έμεινε για λίγο εκεί, και μετά επέστρεψε. Λέγοντας τα παρακάτω εξηγηματικά και κατατοπιστικά λόγια: 
     —Αυτή, αγίασε! Και, ξέρεις τον λόγο; Γιατί, ποτέ στην ζωή της, δεν παραπονέθηκε! Τέτοιους ανθρώπους, θέλει ο Θεός! Για να γεμίσει τον Παράδεισο και να κάνει την Δευτέρα Παρουσία. Κατάλαβες;...

[«Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης — Ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου», μέρος α', κεφ. 3ο, §5, σελ. 100, εκδ. (α') Π.Κυριακίδη, Αθήνα Νοέμβριος 2008.]

     Ήταν κάποια γυναίκα πάμφτωχη σ’ ένα μικρό χωριό της Αιτωλοακαρνανίας και είχε τρία παιδιά. Κατάφερε να τα μεγαλώσει με απίστευτες στερήσεις και δυσκολίες, όμως, με μία μοναδική αξιοπρέπεια! Αυτή, ήταν η κυρα–Βασιλική.
     Πέθανε παραμονή της Παναγίας του 1998. Την επόμενη μέρα, 15 Αυγούστου, το φτηνό φέρετρο με την σορό της, που ήταν πάνω στην καρότσα του μικρού αγροτικού ημιφορτηγού του ιερέα, κατευθυνόταν προς το κοιμητήριο. 
     Στην πορεία της κηδείας, ακολουθούσαν μερικοί συγχωριανοί της και συζητούσαν για τα βάσανα που είχε περάσει όσο αυτή ζούσε, όταν, ξαφνικά, ευωδίασε όλος ο γύρω τόπος: χιλιάδες άνθη και λουλούδια να υπήρχαν, πραγματικά, δεν θα μύριζαν τόσο! Όλοι τους, παραξενεύτηκαν και απόρησαν. Αλλά δεν είχαν καμμία εξήγηση να δώσουν γι’ αυτό το γεγονός. 
     Ανάμεσα σ’ εκείνους που την συνόδευαν, ήταν και ένα πνευματικό τέκνο του μακαριστού πατρός Γέροντος Αμβροσίου Λάζαρη (1912—2006), χαρισματικού Πνευματικού της Ιεράς Μονής Δαδίου. Μετά από λίγες μέρες από αυτό το θαυμαστό, αλλά, για πολλούς ανεξήγητο γεγονός, πήγε προς τον θεοφώτιστο Γέροντα Αμβρόσιο αυτό το πνευματικό του τέκνο, αναφέροντάς του το όλο συμβάν. Πολύ λακωνικά και επιγραμματικά, του είπε μονάχα ότι, «μία γυναίκα πέθανε και ευωδίασε ο τόπος». Αυτό, μόνον. 
     Ο Γέροντας Αμβρόσιος, στην αρχή, έμεινε σιωπηλός. Έπειτα, μπήκε μέσα στο δωμάτιό του, έμεινε για λίγο εκεί, και μετά επέστρεψε. Λέγοντας τα παρακάτω επεξηγηματικά και κατατοπιστικά λόγια: 
     —Αυτή, αγίασε! Και, ξέρεις τον λόγο; Γιατί, ποτέ στην ζωή της, δεν παραπονέθηκε! Τέτοιους ανθρώπους, θέλει ο Θεός! Για να γεμίσει τον Παράδεισο και να κάνει την Δευτέρα Παρουσία. Κατάλαβες;!...

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ (1912–2006) 

[«Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης — Ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου», μέρος α΄, κεφ. 3ο, §5, σελ. 100, εκδ. (α΄) Κυριακίδη, Αθήνα Νοέμβριος 2008.]

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΟΛΟΧΡΥΣΟΣ ΔΙΑΚΟΣ


Ο ΟΛΟΧΡΥΣΟΣ ΔΙΑΚΟΣ


      Μέρα που είναι, ολοκληρωτικά αφιερωμένη στην πανίερη μνήμη του αγίου Πρωτομάρτυρος και Αρχιδιακόνου Στεφάνου, καλό είναι να αναφερθούμε σε μία «ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν» εξαίσια εμφάνιση του μεγάλου αυτού αγίου της Εκκλησίας μας. Την εμφάνιση αυτή την κατέγραψε ο Λάζαρος Μοναχός Διονυσιάτης (1892–1974) στις κατανυκτικές του «Διηγήσεις», αφού πρώτα την παρέλαβε αυτούσια ως προφορική και αξιόπιστη μαρτυρία απευθείας από τον πολιό και σοφό Καθηγούμενο της Μονής Διονυσίου, Αρχιμ. Γαβριήλ (1886–1983).


     Την Κυριακή 14 Ιουλίου του 1958, ο αντιπρόσωπος της Μονής Διονυσίου στις Καρυές του Αγίου Όρους, Γέρων Δομέτιος, κάλεσε τον αντιπρόσωπο της Μονής του Ρωσικού, έναν ευλαβέστατο ιερομόναχο, τον π.Νικόστρατο, προκειμένου να τελέσει αυτός την Θεία Λειτουργία στο Διονυσιάτικο Κονάκι.

     Σύμφωνα, λοιπόν, με την ομολογία του αντιπροσώπου της Μονής Διονυσίου, αλλά και άλλων αδελφών, ο εν λόγω ιερομόναχος ήρθε στο Κονάκι προς το τέλος της ακολουθίας του όρθρου και, συγκεκριμένα, όταν έψαλλαν οι Πατέρες την «Δοξολογία». Κοίταξε καλά μέσα το εσωτερικό της εκκλησίας, παρ’ όλ’ αυτά δεν μπήκε μέσα, παρά μονάχα στάθηκε έξω απ’ αυτήν, στα εκεί παρακείμενα στασίδια του εξωνάρθηκα. Στεκόταν λοιπόν εκεί με πολλή ευλάβεια και, κατά κάποιο τρόπο, λες και ήταν συνεπαρμένος και εκστατικός από αυτά που μόνο αυτός έβλεπε μυστικά. 

     Ο Διονυσιάτης αντιπρόσωπος, ο Γέρων Δομέτιος, βλέποντας ότι ο ιερομόναχος που κάλεσε για να λειτουργήσει δεν μπήκε μέσα στην εκκλησία, απορούσε. Και, μετά από λίγο, πήγε και του επανέλαβε αποφασιστικά το κάλεσμα:
     –Ορίστε, πάτερ! Ελάτε μέσα στον Ναό για να πάρετε «καιρό»!

     (Σημ.: Ο «Καιρός» λέγεται μία σύντομη και αυτοτελής ακολουθία που τελούν πάντοτε οι ιερείς, πριν την είσοδό τους μέσα στο ιερό προκειμένου να τελέσουν την ακολουθία της Προθέσεως και κατόπιν την Θεία Λειτουργία).


     Τότε, του απαντά ο Ρώσος ιερομόναχος:
     –Μα, τι λες Γέροντα! Αφού μέσα έχετε ήδη άλλον παπά και λειτουργεί. Τι να μπω να κάνω εγώ;
     Τ’ άκουσε αυτά ο Αντιπρόσωπος Δομέτιος κι απόρησε. Και με καταφανή την έκπληξή του, του λέει:
     –Λειτουργία από άλλον παπά, μέσα;
     Και ο π.Νικόστρατος τού απαντά με φυσικότητα:
     –Μα, πώς δεν γίνεται Θεία Λειτουργία, μέσα! Αφού πριν από λίγο ένας διάκος βγήκε και μας θύμιασε όλους, όπως και τις εικόνες του τέμπλου της Εκκλησίας και, μόλις τώρα, μπήκε μέσα στο ιερό. Πώς εξηγείται λοιπόν να μην έχετε εσείς άλλον παπά μέσα, αφού εκείνος ο διάκος που βγήκε από το ιερό βήμα, είναι φορεμένος με ολόχρυση στολή και με ολόχρυσο θυμιατό στα χέρια. Μόνος του, λοιπόν, λειτουργεί αυτός ο διάκος; Χωρίς παπά;


     Ακούγοντας αυτά ο Γέρων Δομέτιος και οι υπόλοιποι αδελφοί καθώς και μερικοί άλλοι Πατέρες που ήρθαν από τα γειτονικά Κελλιά των Καρυών, όλοι τους, κατάλαβαν ότι προφανώς κάποια θεία οπτασία θα είδε ο ιερομόναχος π.Νικόστρατος· το δίχως άλλο, τον Άγιο Πρωτομάρτυρα και Αρχιδιάκονο Στέφανο! Και, παρ’ όλο που τον παρακαλούσαν να μπει μέσα στο ιερό για να συλλειτουργήσει μαζί με αυτόν τον παράδοξο Διάκονο –που μόνο αυτός είδε· κι ας μην τον είδαν οι άλλοι Πατέρες– ο π.Νικόστρατος δεν δέχονταν.


     Στο τέλος, μόλις και μετά βίας, πείσθηκε ο ευλαβέστατος αυτός ιερομόναχος να εισέλθει μέσα στο ιερό και να κάνει την Θεία Λειτουργία. Εκεί μέσα, συνήλθε, ήρθε στα συγκαλά του, και κατάλαβε ότι όλα όσα είδε πριν λίγο, δεν ήταν παρά εμφάνεια και επίσκεψη του ίδιου του Αρχιδιακόνου και Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, στο όνομα του οποίου τιμάται το ναΐδριο του Διονυσιάτικου Αντιπροσωπείου–Κονακίου στις Καρυές!

     Όταν μετά την Λειτουργία έγινε το καθιερωμένο κέρασμα στο αρχονταρίκι, μόνος του ο π.Νικόστρατος, ο Ρώσος ιερομόναχος, ομολόγησε και είπε στους εκεί συμπαρόντες αδελφούς:
     –Να γνωρίζετε, Πατέρες, ότι έχετε μεγάλη χάρη εδώ στην Εκκλησία σας. Πολύ σας αγαπά ο Άγιος Στέφανος! Δεν είναι δα και λίγο πράγμα να έρθει εδώ ο ίδιος ο Άγιος Στέφανος και να σας θυμιάζει!...



[ (1) Λαζάρου Μοναχού Διονυσιάτου 
(1892–1974):
κεφ. 72ο, σελ. 146–148·
Έκδοσις Ιεράς Μονής Διονυσίου,
Άγιον Όρος 20004.
(2) Μωϋσέως Μοναχού Αγιορείτου 
(1952–2014):
«Μέγα Γεροντικό 
εναρέτων Αγιορειτών 20ου αιώνος»,
τόμ. γ΄, σελ. 1393· 
Εκδόσεις «Μυγδονία»,
Θεσ/νίκη, Σεπτέμβριος 20111.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

ΤΑ ΠΕΤΡΙΝΑ ΡΕΒΙΘΙΑ

Φωτογραφία: ΤΑ ΠΕΤΡΙΝΑ ΡΕΒΙΘΙΑ 
     «Μια από τις μέρες που βρισκόμουν στην Ιερουσαλήμ, πρόσεξα ότι μερικοί κάτοικοι της Βηθλεέμ, αραβόφωνοι Χριστιανοί, μοίραζαν στους προσκυνητές -επί αμοιβή- πέτρινα ρεβίθια. Τους ρώτησα από πού τα βρίσκουν. Μου είπαν ότι μεταξύ της Ιερουσαλήμ και της Βηθλεέμ, αριστερά του αμαξωτού δρόμου που οδηγεί στην Βηθλεέμ, υπάρχει ένα παλαιό αλώνι, εκεί όπου βρίσκονται τα πέτρινα ρεβίθια. Για να έχω σαφή γνώση του πράγματος, την άλλη μέρα, πήρα για οδηγό έναν που είχε στην κατοχή του αυτά τα πέτρινα ρεβίθια και πήγα επί τόπου. 
     -Να, το αλώνι! Από 'δω είναι τα πέτρινα ρεβίθια, μου είπε ο οδηγός μου σαν φτάσαμε. 
     Όντως, αριστερά του δρόμου, υπάρχει ένα ευρύχωρο αλώνι, σκαλισμένο στην πέτρα. Παλιά τα αλώνια ήταν με γερή πέτρα, την οποία, την εξομάλυναν και την ισοπέδωναν καλά. Κι αυτό γιατί οι πέτρες στην Βηθλεέμ και γύρω από αυτήν είναι τόσο εύπλαστες, που τις κόβουν με το πριόνι. 
Μπήκαμε μέσα στο αλώνι. Στις άκρες του, είχαν συσσωρευθεί χώματα και χαλίκια. Εκεί, ανάμεσά τους, βρισκόντουσαν τα πέτρινα ρεβίθια. Μάζεψα πάνω από μια οκά. Από αυτά, άλλα ήταν καλώς ώριμα, άλλα ήταν μικρότερα και λιγότερο ώριμα, και μερικά ήταν ακοπάνιστα με το έξω τους ένδυμα (φλοιό). 
     Αφού ρώτησα πολλούς, πώς γίνεται και, γιατί μόνον εκεί, σ' αυτό το αλώνι να βρίσκονται αυτά τα απολιθωμένα ρεβίθια, πήρα την απάντηση, ότι, η Παναγία μας μαζί με τον Μνήστορα τον Ιωσήφ, όπως λέει και το θείο και ιερό Ευαγγέλιο, ανέβαιναν στα Ιεροσόλυμα από την Ναζαρέτ. Επειδή όμως ο Ιωσήφ καταγόταν από την Βηθλεέμ, είχε κι εκεί συγγενείς, πήγαιναν στην Βηθλεέμ κι έμεναν εκεί για μερικές μέρες. 
     Μια μέρα, ενώ πήγαινε η Κυρία Θεοτόκος, από την Βηθλεέμ προς τα Ιεροσόλυμα, μαζί με τον Μνήστορα Ιωσήφ και με τον Ιησού Χριστό, όταν Αυτός -κατά το ανθρώπινον- ήταν μικρό παιδάκι, ένας κάτοικος της Βηθλεέμ, ήταν εκεί στο αλώνι που είπαμε, και κοπάνιζε ρεβίθια. Λέει η Παράδοση, ότι, τα ζώα, μόλις έβλεπαν την Θεοτόκο που είχε στην αγκαλιά Της τον Χριστό, που ήταν μικρό παιδάκι, έμεναν ακίνητα μέχρι ότου να περάσει η Παναγία μας μαζί με το Χριστό. Μόλις, λοιπόν, είδαν την Θεοτόκο με τον Χριστό τα ζώα με τα οποία αλώνιζε τα ρεβίθια αυτός ο Βηθλεεμίτης, σταμάτησαν, ακινητοποιήθηκαν. Η Θεοτόκος και ο Ιωσήφ χαιρέτισαν εκείνον τον άνθρωπο και τον ρώτησαν τί αλωνίζει. Αυτός, λόγω του ότι τα ζώα ακινητοποιήθηκαν με παράδοξο και ανεξήγητο τρόπο, οργίστηκε. Και τους απάντησε με οργή: "Πέτρες, αλωνίζω!". Αμέσως, τα ρεβίθια του έγιναν πέτρες και βρίσκονται εκεί μέχρι σήμερα. 
     Εγώ που πήγα εκεί επί τόπου και εξέτασα με προσοχή αυτά τα πέτρινα ρεβίθια, πείσθηκα ότι έτσι ακριβώς έχει το πράγμα. Το αλώνι, σώζεται ανέπαφο κοντά στον αμαξωτό δρόμο και μέσα σ' αυτό βρίσκονται αυτά τα ρεβίθια πετρωμένα, μια κι έχουν μεταβληθεί σε πέτρες...».

[Αρχιμανδρίτου Ιωακείμ Σπετσιέρη (1858-1943): «Απομνημονεύματα», μέρος 2ο, κεφ. 32ο, σελ. 152-154, έκδοσις (2η) Καλύβης «Σύναξης Αγίων Αναργύρων», Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος, Μάρτιος 1998.]

     «Μια από τις μέρες που βρισκόμουν στην Ιερουσαλήμ, πρόσεξα ότι μερικοί κάτοικοι της Βηθλεέμ, αραβόφωνοι Χριστιανοί, μοίραζαν στους προσκυνητές –επί αμοιβή– πέτρινα ρεβίθια. Τους ρώτησα “από πού τα βρίσκουν”. Μου είπαν ότι, μεταξύ της Ιερουσαλήμ και της Βηθλεέμ, αριστερά του αμαξωτού δρόμου που οδηγεί στην Βηθλεέμ, υπάρχει ένα παλαιό αλώνι, εκεί όπου βρίσκονται τα πέτρινα ρεβίθια. Για να έχω σαφή γνώση του πράγματος, την άλλη μέρα, πήρα για οδηγό έναν που είχε στην κατοχή του αυτά τα πέτρινα ρεβίθια και πήγα επί τόπου. 
     –Να, το αλώνι! Από ’δω είναι τα πέτρινα ρεβίθια! μου είπε ο οδηγός μου, σαν φτάσαμε.
     Όντως, αριστερά του δρόμου, υπάρχει ένα ευρύχωρο αλώνι, σκαλισμένο στην πέτρα. Παλιά, τα αλώνια, ήταν φτιαγμένα με γερή πέτρα, την οποία, την εξομάλυναν και την ισοπέδωναν καλά. Κι αυτό γιατί οι πέτρες, εκεί στην Βηθλεέμ και γύρω από αυτήν, είναι τόσο εύπλαστες, που τις κόβουν με το πριόνι! 
    Μπήκαμε μέσα στο αλώνι. Στις άκρες του, είχαν συσσωρευτεί χώματα και χαλίκια. Εκεί, ανάμεσά τους, βρισκόντουσαν τα πέτρινα ρεβίθια. Μάζεψα πάνω από μια οκά. Από αυτά, άλλα ήταν καλώς ώριμα, άλλα ήταν μικρότερα και λιγότερο ώριμα, και μερικά ήταν ακοπάνιστα με το έξω τους ένδυμα (τον φλοιό). 
     Αφού ρώτησα πολλούς “πώς γίνεται και γιατί μόνον εκεί, σ' αυτό το αλώνι, να βρίσκονται αυτά τα απολιθωμένα ρεβίθια”, πήρα από αυτούς την απάντηση, ότι, η Παναγία μας μαζί με τον Μνήστορα τον Ιωσήφ, όπως λέει και το θείο και ιερό Ευαγγέλιο, ανέβαιναν στα Ιεροσόλυμα από την Ναζαρέτ. Επειδή όμως ο Ιωσήφ καταγόταν από την Βηθλεέμ, είχε και εκεί συγγενείς, πήγαιναν και στην Βηθλεέμ κι έμεναν κι εκεί για μερικές μέρες. 
    Μια μέρα, ενώ πήγαινε η Κυρία Θεοτόκος, από την Βηθλεέμ προς τα Ιεροσόλυμα, μαζί με τον Μνήστορα Ιωσήφ και με τον Ιησού Χριστό, όταν Αυτός –κατά το ανθρώπινο– ήταν μικρό παιδάκι, ένας κάτοικος της Βηθλεέμ, ήταν εκεί στο αλώνι που είπαμε και κοπάνιζε ρεβίθια. Λέει η Παράδοση, ότι, τα ζώα, μόλις έβλεπαν την Θεοτόκο που είχε στην αγκαλιά Της τον Χριστό, σαν μικρό παιδάκι που Αυτός ήταν, έμεναν από σεβασμό ακίνητα μέχρις ότου να περάσει η Παναγία μας μαζί με το Χριστό. Έτσι, μόλις λοιπόν τα ζώα με τα οποία αλώνιζε τα ρεβίθια αυτός ο Βηθλεεμίτης είδαν την Θεοτόκο να περνάει μαζί με τον Χριστό, σταμάτησαν, ακινητοποιήθηκαν. Η Θεοτόκος και ο Ιωσήφ χαιρέτισαν εκείνον τον άνθρωπο και τον ρώτησαν “τί αλωνίζει”. Αυτός, λόγω του ότι τα ζώα ακινητοποιήθηκαν με παράδοξο και ανεξήγητο τρόπο, οργίστηκε. Και τους απάντησε με οργή και αυθάδεια:
Πέτρες, αλωνίζω!. Αμέσως, τα ρεβίθια του έγιναν πέτρες και βρίσκονται εκεί μέχρι σήμερα. 
     Εγώ που πήγα εκεί επί τόπου και εξέτασα με προσοχή αυτά τα πέτρινα ρεβίθια, πείσθηκα ότι έτσι ακριβώς έχει το πράγμα. Το αλώνι, σώζεται ανέπαφο κοντά στον αμαξωτό δρόμο και μέσα σ’ αυτό βρίσκονται αυτά τα ρεβίθια πετρωμένα, μια κι έχουν μεταβληθεί σε πέτρες...».

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΙΩΑΚΕΙΜ ΣΠΕΤΣΙΕΡΗΣ (1858–1943)

[Αρχιμανδρίτου Ιωακείμ Σπετσιέρη (1858–1943): «Απομνημονεύματα», μέρος 2ο, κεφ. 32ο, σελ. 152-154, έκδοσις (2η) Καλύβης «Σύναξης Αγίων Αναργύρων», Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος, Μάρτιος 1998.]


Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Φωτογραφία: ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

   «Οι άνθρωποι έχουν πολλά ελαττώματα και ιδιοτροπίες. Να τους διορθώσουμε όλους, είναι αδύνατον. Δεν μένει, λοιπόν, άλλη λύση από το να μάθουμε να υπομένουμε και να τους ανεχόμαστε όλους. 
    Αρκετοί άνθρωποι είναι αγνώμονες. Αν περιμένουμε ανταπόδοση, θα στεναχωρεθούμε. Αν όμως δεν περιμένουμε, τότε θα είμαστε ήρεμοι. 
     Από τους ανθρώπους να δεχόμαστε ό,τι μας δίνουν. Σε κάποιον προσφέρεις ένα πέλαγος αγάπης. Κι αυτός, ανταποκρίνεται με τον εξής τρόπο: παίρνει ένα σταγονόμετρο και σου λέει: "Άνοιξε τα χέρια σου!". Μια..., δύο..., και σου δίνει δύο σταγόνες αγάπης! Τί, να κάνουμε;! Δεκτό κι αυτό! 
    Όταν σας αδικούν οι άνθρωποι, να ξέρετε ότι αποκτάτε μετοχές στον Ουρανό. Όταν μας αδικούν οι άνθρωποι, μας δικαιώνει ο Θεός. 
    Γενικά, τους ανθρώπους, να τους δεχόμαστε όπως είναι και όχι όπως θα θέλαμε να είναι. Έλεγε το αρχαίο ρητό: "Νάφε και μέμνησο απιστείν". Να είστε προσεκτικοί και όχι εύπιστοι. Να πιστεύετε στον Θεό, και να δυσπιστείτε στους ανθρώπους και στον εαυτό σας». 

[πατήρ Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος (1939-1989)]

     «Οι άνθρωποι έχουν πολλά ελαττώματα και ιδιοτροπίες. Να τους διορθώσουμε όλους, είναι αδύνατον. Δεν μένει, λοιπόν, άλλη λύση από το να μάθουμε να υπομένουμε και να τους ανεχόμαστε όλους.
     Αρκετοί άνθρωποι είναι αγνώμονες. Αν περιμένουμε ανταπόδοση, θα στεναχωρηθούμε. Αν όμως δεν περιμένουμε, τότε θα είμαστε ήρεμοι. 
     Από τους ανθρώπους, να δεχόμαστε ό,τι μας δίνουν. Σε κάποιον προσφέρεις ένα πέλαγος αγάπης. Κι αυτός ανταποκρίνεται με τον εξής τρόπο: παίρνει ένα σταγονόμετρο και σου λέει: “Άνοιξε τα χέρια σου!... Μια..., δύο..., τρεις…”, και σου δίνει δύο–τρεις σταγόνες αγάπης!
     Τί, να κάνουμε;! Δεκτό κι αυτό! 
     Όταν σας αδικούν οι άνθρωποι, να ξέρετε ότι αποκτάτε μετοχές στον Ουρανό. Όταν μας αδικούν οι άνθρωποι, μας δικαιώνει ο Θεός. Γενικά, τους ανθρώπους να τους δεχόμαστε όπως είναι και όχι όπως θα θέλαμε εμείς να είναι. Έλεγε το αρχαίο ρητό: “Νᾶφε καὶ μέμνησο ἀπιστεῖν”. Να είστε προσεκτικοί και όχι εύπιστοι. Να πιστεύετε στον Θεό και να δυσπιστείτε στους ανθρώπους και στον εαυτό σας». 

π.ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ (19391989)



Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

ΤΟ ΔΩΡΟ, Ο ΔΩΡΗΤΗΣ!...


     «Ο Θεός ο Ίδιος, παίρνει για μας μορφή “δώρου”, αφού γίνεται άνθρωπος και “δωρίζεται” στους ανθρώπους με την άπειρη αγάπη Του, πλησιάζοντάς μας, έτσι, στον ύψιστο βαθμό· Αυτή, είναι η χαρά των Χριστουγέννων!...».

π.ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ (1903–1993)

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

ΑΓΑΘΟΤΗΤΑ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΚΟΛΑΣΗ


       Ἔγινε ἡ παρακάτω ἐρώτηση στὸν μακαριστό, λόγιο καὶ σοφὸ Γέροντα π. Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο (1930–1989):
       –Πῶς συμβιβάζεται ἡ Ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ὕπαρξη τῆς Κολάσεως;
       Καὶ ’κεῖνος, ἀπάντησε:
       –Δὲν πρέπει νὰ θεωροῦμε τὴν Κόλαση σὰν ἔκφραση τιμωρητικῆς διάθεσης τοῦ Θεοῦ. Κόλαση, σημαίνει παντελῆ «ἀπουσία» Του. Καὶ σὰν τέτοια ποὺ εἶναι αὐτή, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς μας ἐλεύθερης ἐπιλογῆς. Ὅταν κάποιος λέει στὸν Θεὸ (μὲ τὴν ζωή του): «Ἀπόστα ἀπ’ ἐμοῦ· ὁδούς Σου εἰδέναι οὐ βούλομαι! (δηλαδή· ‘‘Φύγε ἀπὸ ’μένα, Θεέ! Δὲν θέλω νὰ ξέρω τοὺς δρόμους τῶν ἐντολῶν Σου καὶ τῆς σωτηρίας Σου!’’)» (Ἰὼβ κα΄ 14), τότε, Αὐτός, καίτοι Πανάγαθος, δὲν τὸν σώζει μὲ τὸ ζόρι. Δίκαιος ὤν, ὁ Θεός, ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο νὰ «ἀπολαύσει» πλήρως τὴν ἐπιλογή του, –δηλαδή, τὴν Κόλαση. Ὅπως καὶ στὸν Ἅγιο προσφέρει τὴν τρυφὴ τοῦ Παραδείσου Του. Δηλαδή, ἐμεῖς εἴμαστε ποὺ ἐπιλέγουμε τελικὰ τὸν «τόπο» τῆς αἰωνίου κατοικίας μας καί, ὁ Θεός, ἁπλῶς προσυπογράφει τὶς ἐπιλογές μας, ὡς Δίκαιος ποὺ Αὐτὸς είναι.
       Μὲ δυὸ λόγια: Ἡ ἀνεξάντλητη Δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, «ἐξαντλεῖται» στὶς ἐπιλογὲς τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας μας.

       Τὸν ρώτησαν πάλι:
       –Τότε γιατί κάνουμε τὰ Μνημόσυνα, ἀφοῦ «ἐν τῷ Ἅδῃ, οὐκ ἐστι μετάνοια»;
       Καὶ αὐτός, ἀπάντησε:
       –Διάβασες τὴν «Ἐπιμνημόσυνη Ἀκολουθία» καμμιὰ φορὰ προσεκτικά;
       –Ὄχι!
       –Νὰ τὴν διαβάσεις! Δὲν μιλᾶ πουθενὰ γιὰ «μετάνοια». Ἀναφέρει μόνο ἐκφράσεις (αἰτήματα παρακλήσεως), ὅπως: «Ἀνάπαυσον τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου Σου… Ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, συγχώρησον…» κ.τ.τ.. Αὐτὸ ποὺ συμβαίνει, καλό μου παιδί, εἶναι τὸ ἑξῆς:
       Ἕνας ὑπόδικος, καταδικάζεται σὲ θάνατο (ὁ ἁμαρτωλὸς γιὰ τὴν Κόλαση). Οἱ συγγενεῖς του καὶ ἡ μητέρα του (ἡ Ἐκκλησία), κάνουν Αἴτηση Χάριτος (Ἐπιμνημόσυνη Δέηση) στὸν ἀνώτατο ἄρχοντα (τὸν Θεό). Ἂν Αὐτὸς θέλει, χαρίζει τὴν ποινὴ στὸν κατάδικο. Ἂν δὲν θέλει, ἡ ποινὴ ἐκτελεῖται.
       –Μά, καλά, Γέροντα! Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἐπεκτείνεται καὶ στὴν Κόλαση;
       –Ἀφοῦ, παιδάκι μου, αὐτὸ εἶναι ἄπειρο· ὑπάρχει χῶρος ἢ κατάσταση ποὺ νὰ τὸ ἐμποδίζουν νὰ «ἐπεκταθεῖ»;… 

π.ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ (1930–1989) 

[«Ὑποθῆκες Ζωῆς – Ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὴ διδασκαλία τοῦ Πατρὸς Ἐπιφανίου Ι. Θεοδωρόπουλου», σελ. 242–243, Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Κεχαριτωμένης Θεοτόκου» Τροιζῆνος, 1997.] 

«ΤΟΝ ΒΛΕΠΕΙΣ ΑΥΤΟΝ ΕΚΕΙ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΕΠΑΝΩ;»

«ΤΟΝ ΒΛΕΠΕΙΣ ΑΥΤΟΝ
ΕΚΕΙ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΕΠΑΝΩ;»


     «Τον βλέπεις Αυτόν εκεί στον Σταυρό επάνω; Αυτός κρατάει το σύμπαν στα χέρια Του, έτσι, στην παλάμη Του. Ήρθε για σένα εδώ. Για μένα, για τον κόσμο ολόκληρο. Κι εμείς, Τον κρεμάσαμε πάνω στο Ξύλο. Αυτός, όμως, δεν πέθανε! Ζει! Και, Αυτός είναι, που έπλασε εσένα, εμένα, όλους στον κόσμο. Και μας λέει: Εγώ είμαι εδώ, παιδιά! Σε Μένα, ελάτε! Κάντε προσευχή, κι Εγώ θα σας βοηθήσω!

     »Όχι, να πηγαίνουμε κόντρα στον Κύριο, γιατί χαθήκαμε! Ακούτε; Δεν υπάρχει αλλού σωτηρία! Άμα φύγεις απ’ τον Κύριο, χάθηκες! Έπεσες στα γρανάζια του κακούργου, που μας κυνηγάει να μας σκοτώσει. Δεν τον ξέρεις εσύ ποιος είναι. Είναι μέσα στα καταχθόνια, του Άδου τα βασίλεια. Ούτε τ’ όνομά του να μην ξαναπείς. Τόσο μισερός είναι. Κατάλαβες;…«

     »Να φυλάττετε τις εντολές του Χριστού. Αυτή είναι η βάση για να μπούμε στον Ουρανό. Δείτε και στην “Κλίμακα” του Αγίου Ιωάννου, ότι, σιγά–σιγά φτάνει ο άνθρωπος στον Θεό. Δεν μπορούμε μ’ ένα σάλτο ν’ αγιάσουμε. Όταν επιδιώκεις το αγαθό, τις αγαθές πράξεις, τις αρετές, τότε θέλεις να τις ξανακάνεις. Σου γίνεται συνήθεια. Πληρώνεσαι ψυχικά. Αν στη ζωή μας τηρήσουμε τις εντολές του Θεού, θα γίνουμε προφήτες, άγιοι, θαυματουργοί, θα ανασταίνουμε πνευματικά και ψυχικά τους ανθρώπους.«

     »Παραβίαση των θείων εντολών σημαίνει χαστούκι στο πρόσωπο του Χριστού. Λες ψέματα; – δίνεις ένα χαστούκι στον Χριστό. Κάνεις μοιχεία; – τότε, Του δίνεις δύο χαστούκια!...»

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ
(1912–2006)

[«Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης
Ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου»,
Μέρος Β΄ («Νουθεσίες»),
σελ. 184–185,
Εκδόσεις Κ. Κυριακίδη,
Νοέμβριος 20081.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Η ΦΩΤΟΧΥΣΙΑ ΤΩΝ ΥΜΝΩΝ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Η ΦΩΤΟΧΥΣΙΑ ΤΩΝ ΥΜΝΩΝ
ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


     Τότε ποὺ ἤμουνα σὲ μικρὴ ἡλικία, περνοῦσα μὲ τοὺς δικούς μου τὶς γιορτὲς ἀπάνω σ’ ἕνα θαλασσοδαρμένο βουνό, τὴν Ἁγιά–Παρασκευή.
     Τὶς περισσότερες ὧρες πήγαινα καὶ καθόμουνα μέσα στὴ μικρὴ εὐωδιασμένη ἐκκλησιά, ὄχι μοναχὰ κατὰ τὶς ἀκολουθίες, ἀλλὰ καὶ τὴν ὥρα ποὺ δὲν ἤτανε μέσα κανένας ἄλλος, παρεκτὸς ἀπὸ μένα. Διάβαζα τ’ ἀρχαῖα τροπάρια, καὶ βρισκόμουνα σὲ μιὰ κατάσταση ποὺ δὲν μπορῶ νὰ τὴ μεταδώσω στὸν ἄλλον. Πρὸ πάντων ὁ ἰαμβικὸς Κανόνας «Ἔσωσε λαόν», μὲ κεῖνες τὶς παράξενες καὶ μυστηριώδεις λέξεις, μ’ ἔκανε νὰ θαρρῶ πὼς βρίσκουμαι στὶς πρῶτες μέρες τῆς Δημιουργίας, ὅπως ἤτανε πρωτόγονη ἡ φύση ποὺ μ’ ἔζωνε, ὁ θεόρατος βράχος ποὺ κρεμότανε ἀπάνω ἀπὸ τὴ μικρὴ ἐκκλησιά, ἡ θάλασσα, τ’ ἄγρια δέντρα καὶ τὰ χορτάρια, οἱ καθαρὲς πέτρες, τὰ ρημονήσια ποὺ φαινότανε πέρα στὸ πέλαγο, ὁ παγωμένος βοριᾶς ποὺ φυσοῦσε κ’ ἔκανε νὰ φαίνουνται ὅλα κατακάθαρα, τ’ ἀρνιὰ ποὺ βελάζανε, οἱ τσομπάνηδες ντυμένοι μὲ προβιές, τ’ ἄστρα ποὺ λάμπανε σὰν παγωμένες δροσοσταλίδες τὴ νύχτα!
     Ὅλα τά ’βλεπα μέσ’ ἀπὸ τοὺς χριστουγεννιάτικους ὕμνους, μέσ’ ἀπὸ τὰ ἰαμβικὰ ἐκεῖνα ἀποκαλυπτικὰ λόγια, σὰν καὶ τοῦτα:

     «Ἄγων ἅπαντας πρὸς σέλας ζωηφόρον,
     Θεὸς πεφυκὼς ἐκ πηλῶν ἀνηλίων…»

     «Ἐξ ὕψους ὁ αἰνετὸς κατασκίου δασέος…»

     «Ἥκεις πλανῆτιν πρὸς νομὴν ἐπιστρέφων
     τὴν ἀνθοποιὸν ἐξ ἐρημαίων λόφων…»

     Αὐτοὶ οἱ «ἐρημαῖοι λόφοι», σὰν τὸ βουνὸ ποὺ ζοῦσα ἀπάνω του, τί μυστικὸν ἀντίλαλο εἴχανε μέσα στὴν ψυχή μου! Ὤ, τί εἶναι αὐτὴ ἡ γλῶσσα! Λόγια εἶναι αὐτά, ἢ ἀντιφεγγίσματα ἀπὸ ἕναν ἄλλον κόσμο, γεμάτον ἀπὸ τὴ μυστικὴ φωτοχυσία τῆς ἀθανασίας!

     «Ἔδειξεν ἀστὴρ τὸν πρὸ ἡλίου Λόγον,
     ἐλθόντα παῦσαι τὴν ἁμαρτίαν μάγοις,
     σαφῶς πενιχρόν, εἰς σπέος τὸν συμπαθῆ.
     σε σπαργάνοις ἑλικτόν· ὃν γεγηθότες
     ἴδον τὸν αὐτὸν καὶ βροτὸν καὶ Κύριον».

     Πῶς νὰ τὰ μεταφράσω αὐτὰ τ’ ἀμετάφραστα; Οἱ ἴδιες οἱ λέξεις ἔχουνε τὴν μαγικὴ δύναμη, ὄχι μόνο τὸ νόημά τους.

     «Νεῦσον πρὸς ὕμνους οἰκετῶν, εὐεργέτα,
     ἐχθροῦ ταπεινῶν τὴν ἐπῃρμένην ὀφρύν·
     φέρων τε, παντεπόπτα, τῆς ἁμαρτίας
     ὕπερθεν, ἀκλόνητον ἐστηριγμένους,
     μάκαρ, μελῳδοὺς τῇ βάσει τῆς πίστεως».

     Δηλαδή: «Δέξου, στῆσε τὸ αὐτί σου στοὺς ὕμνους ποὺ ψέλνουμε ἐμεῖς οἱ δοῦλοι σου, ὦ εὐεργέτη, καὶ ταπείνωσε τὸ ἀνασηκωμένο φρύδι τοῦ ἐχθροῦ (τὴν ἀλαζονεία τοῦ διαβόλου), ὑψώνοντας, Ἐσὺ ποὺ τὰ βλέπεις ὅλα, ἐμᾶς τοὺς ὑμνωδούς σου, ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, στηριγμένους ἀκλόνητα στ’ ἀσάλευτο θεμέλιο τῆς πίστεως».

     «Θεὸς ὢν εἰρήνης, Πατὴρ οἰκτιρμῶν,
     τῆς μεγάλης βουλῆς σου τὸν ἄγγελον,
     εἰρήνην παρεχόμενον, ἀπέστειλας ἡμῖν.
     Ὅθεν, θεογνωσίας πρὸς φῶς ὁδηγηθέντες,
     ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζοντες, δοξολογοῦμέν σε, φιλάνθρωπε».

     Δηλαδή: «Ἐσὺ ποὺ εἶσαι Θεὸς τῆς εἰρήνης, Πατέρας πονετικός, ἔστειλες σὲ μᾶς τὸν μαντατοφόρο τῆς μεγάλης βουλῆς σου (νὰ σώσεις τὸν κόσμο), καὶ τὸν εἰρηνοδότη. Κ’ ἐμεῖς, λοιπόν, ὁδηγημένοι στὸ φῶς τῆς θεογνωσίας, ἀγρυπνούμε τὴ νύχτα καὶ σὲ δοξολογοῦμε, φιλάνθρωπε».

     Τὸ παρακάτω τροπάρι θαρρεῖ κανένας πὼς γράφτηκε γιὰ τὴ σημερινὴ κατάσταση:

     «Τὴν ἀγριωπόν, ἀκρατῶς γαυρουμένην,
     ἄσεμνα βακχεύουσαν ἐξοιστρουμένου
     κόσμου καθεῖλες πανσθενῶς ἁμαρτίαν·
     οὓς εἵλκυσε πρίν, σήμερον τῶν ἀρκύων
     σώζεις δέ, σαρκωθεὶς ἑκών, εὐεργέτα».

     Δηλαδή: «Τὴν ἀγριωπὴ ἁμαρτία τοῦ ἀφηνιασμένου κόσμου, ποὺ ἤτανε γεμάτη περηφάνεια καὶ τρελλαμένη ἀπὸ τὸν οἶστρο τῆς ἀκολασίας, τὴν ἐγκρέμισες ὁλότελα. Καὶ ’κείνους ποὺ τράβηξε πρὶν (ἡ ἁμαρτία), τοὺς σώσεις σήμερα ἀπὸ τὶς παγίδες της, παίρνοντας σάρκα, ὦ εὐεργέτη!».

     Ἀλίμονο! Ὁ Χριστὸς κατάργησε τὴν προπατορικὴ ἀμαρτία, ποὺ εἶχε κάνει τὸν κόσμο ἄγριο καὶ τρελλὸν ἀπὸ τὴν σαρκικὴ ἀκολασία, ἀνοίγοντας τὴ θύρα τῆς λύτρωσης σὲ ὅσους θέλουνε νὰ σωθοῦνε. Μὰ γιὰ κείνους ποὺ δὲν ἀκοῦνε τὰ λόγια του καὶ δὲν νοιάζουνται γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς τους, ἡ θύρα αὐτὴ τῆς εὐσπλαχνίας εἶναι κι’ ἀπομένει κλειστὴ στὸν αἰώνα.
     Σήμερα ὁ κόσμος εἶναι πάλι «ἐξοιστρημένος» καὶ βουτηγμένος μέσα στὴν «ἀγριωπόν, ἀκρατῶς γαυρουμένην, καὶ ἄσεμνα βακχεύουσαν ἁμαρτίαν», ὅπως ἤτανε τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκε ὁ Κύριος καὶ Λυτρωτής μας, κι’ ἀκόμα περισσότερο.
     Γι’ αὐτό, εἶναι καλότυχοι ὅσοι ἔχουνε μέσα στὴν καρδιά τους τὸν Χριστό. Καλότυχοι ὅσοι κόψανε κάθε ἐλπίδα ἀπὸ τοῦτον τὸν «ἀγριωπὸν» καὶ κατάμαυρον κόσμο, καὶ πήγανε κοντὰ στὸν Χριστὸ ποὺ κείτεται στὴ φάτνη, μαζὶ μὲ τὸ ἀθῶο βόδι καὶ τὸ ἥμερο γαϊδουράκι. Σ’ αὐτοὺς τοὺς λίγους καὶ τοὺς καταφρονεμένους δόθηκε ἡ βασιλεία.
     Λοιπόν, ἂς εὐχαριστήσουνε τὸν Κύριο μὲ χαροποιὰ δάκρυα, κι’ ἂς ψάλλουνε μὲ γλυκόφωνα στόματα τὸν ἐπινίκειον ὕμνο:

     «Ἔθνη τὰ πρόσθεν τῇ φθορᾷ βεβυσμένα,
     ὄλεθρον ἄρδην δυσμενοῦς πεφευγότα,
     ὑψοῦτε χεῖρας σὺν κρότοις ἐφυμνίοις,
     μόνον σέβοντα Χριστὸν ὡς εὐεργέτην
     ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς συμπαθῶς ἀφιγμένον».

     Δηλαδή: «Ὦ ἔθνη, ποὺ εἴσαστε πρὶν βουτηγμένα στὴ φθορὰ καὶ στὸν θάνατο, καὶ ποὺ ξεφύγατε ὁλότελα ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τοῦ πονηροῦ διαβόλου, ὑψώσετε τὰ χέρια σας μὲ χαρὰ καὶ μὲ ἀγαλλίαση, λατρεύοντας μοναχὰ τὸν Χριστό, τὸν εὐεργέτη σας, ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο μας ἀπὸ συμπόνεση, γιὰ νὰ μᾶς σώσει». 

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ (1895–1965)

[Φωτίου Κόντογλου: 
«Ἔργα»,
Τόμ. Α΄: 
«Τὸ Ἀϊβαλί, ἡ Πατρίδα μου»,
κεφ. 11ο, σελ. 114–117,
Ἐκδοτικὸς Οἶκος «Ἀστήρ», 
Ἀθῆναι, 19957.
Ἐπιμέλεια ἀνάρτησης,
ἐπιλογὴ θέματος καὶ φωτογραφιῶν,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΑΓΙΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

ΑΓΙΑΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ


     Τὴν πνευματικὴ χαρὰ καὶ τὴν οὐράνια ἀγαλλίαση ποὺ νοιώθει ὁ χριστιανὸς ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα, δὲν μπορεῖ νὰ τὴ νοιώσει, μὲ κανέναν τρόπο, ὅποιος τὰ γιορτάζει μοναχὰ σὰν μιὰ συγκινητικὴ συνήθεια, ποὺ εἶναι δεμένη περισσότερο μὲ τὶς συνηθισμένες χαρὲς τοῦ κόσμου, μὲ τὸν χειμῶνα, μὲ τὰ χιόνια, μὲ τὸ ζεστὸ τζάκι.


     Μοναχὰ ὁ ὀρθόδοξος χριστιανὸς γιορτάζει τὰ Χριστούγεννα πνευματικά, κι’ ἀπὸ τὴν ψυχή του περνᾶνε ἁγιασμένα αἰσθήματα, καὶ τὴ ζεσταίνουνε μὲ κάποια θέρμη παράδοξη, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ ἕναν ἄλλο κόσμο, τὴ θέρμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
     Ψυχὴ καὶ σῶμα γιορτάζουνε μαζί, εὐφραίνουνται μὲ τὴ θεία εὐφροσύνη, ποὺ δὲν τὴν ἀπογεύεται ὅποιος βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἐνῷ ἡ καρδιὰ τοῦ χριστιανοῦ, αὐτὲς τὶς ἁγιασμένες μέρες, εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὴν εὐωδία τῆς ὑμνωδίας, γεμάτη ἀπὸ μιὰ γλυκύτατη πνευματικὴ φωτοχυσία, ποὺ σκεπάζει ὅλη τὴν κτίση, τὰ βουνά, τὴ θάλασσα, τὸν κάθε βράχο, τὸ κάθε δέντρο, τὴν κάθε πέτρα, τὸ κάθε πλάσμα. Ὅλα εἶναι ἁγιασμένα, ὅλα γιορτάζουνε, ὅλα ψέλνουνε, ὅλα εὐφραίνουνται, ὅλη ἡ φύση εἶναι «ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ». Κανεὶς δὲν νοιώθει στὴν καρδιά του τέτοια χαρά, παρὰ μονάχα ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ ποὺ ζεῖ τὶς μέρες τῆς ζωῆς του μαζὶ μὲ τὸν Θεό, γιατὶ κανένας ἄλλος ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει τέτοια χαρά, τέτοια εἰρήνη. […]
     Ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ κ’ ἡ εἰρήνη εἶναι ἀλλιώτικη ἀπὸ τὴ χαρὰ κι’ ἀπὸ τὴν εἰρήνη τούτου τοῦ κόσμου. Γιὰ τοῦτο ὁ ἄνθρωπος ποὺ χαίρεται νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ πιεῖ ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀθάνατη βρύση τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς καὶ τῆς εἰρήνης, λέγει μαζὶ μὲ τὸν Δαβίδ: «Ἐξαπόστειλον, Κύριε, τὸ φῶς σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου· αὐτά με ὡδήγησαν καὶ ἤγαγόν με εἰς ὄρος ἅγιόν σου καὶ εἰς τὰ σκηνώματά σου· καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸν Θεὸν τὸν εὐφραίνοντα τὴν νεότητά μου».



     Ἂς γιορτάσουμε λοιπὸν κ’ ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ὠδαῖς πνευματικαῖς», καὶ τότε ὅλα τ’ ἄλλα «προστεθήσεται ἡμῖν», θὰ μᾶς δοθοῦνε, ἤγουν ἡ χαρὰ τοῦ σπιτοῦ, τῆς οἰκογένειας, τῆς φύσης, τῆς συναναστροφῆς, τῆς ἁγνῆς διασκέδασης, γιατὶ ὅλα θὰ τὰ γλυκαίνει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ τὰ ζεσταίνει ἡ θέρμη Ἐκείνου ποὺ εἶναι ὁ Ζωοδότης.
     Μέγα μάθημα τῆς ταπείνωσης εἶναι γιὰ ’μᾶς, ἀδελφοί μου, ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Ποῦ γεννήθηκε; Μέσα σὲ μιὰ φάτνη, σ’ ἕνα παχνὶ νὰ ποῦμε καλύτερα, γιὰ νὰ νοιώσουμε βαθύτερα τὴν ἀνείπωτη συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ, γιατὶ τ’ ἀρχαῖα λόγια κάνουνε νὰ φαίνουνται στὰ μάτια μας πλούσια καὶ τὰ φτωχὰ πράγματα. Ἡ μητέρα Του, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι της, ξένη σὲ ξένον τόπο, πῆγε καὶ Τὸν γέννησε μέσα σ’ ἕνα μαντρί. Τὸ βόδι καὶ τὸ γαϊδούρι Τὸν ζεστάνανε μὲ τὴν ἀνασαμιά τους. Τσομπάνηδες, Τὸν συντροφέψανε. Μαζὶ μὲ τὰ νιογέννητα ἀρνιὰ λογαριάστηκε ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Ἀδάμ. Ποιός ἄνθρωπος γεννήθηκε μὲ μεγαλύτερη ταπείνωση;
     Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος γράφει, στὸν Λόγο του γιὰ τὴν Ταπεινοφροσύνη, τὰ παρακάτω ἐξαίσια λόγια:
     «Θέλω ν’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου, ἀδελφοί μου, καὶ νὰ λαλήσω γιὰ τὴν ὑψηλὴ ὑπόθεση τῆς ταπεινοφροσύνης, κ’ εἶμαι γεμάτος φόβο, σὰν ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπο ποὺ ξέρει πὼς θὰ μιλήσει γιὰ τὸν Θεό. Γιατὶ ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι στολὴ τῆς θεότητας. Γιατὶ ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, αὐτὴ ντύθηκε, κ’ ἦρθε σὲ συνάφεια μαζί μας μ’ αὐτή, παίρνοντας σῶμα σὰν τὸ δικό μας. Κι’ ὅποιος τὴ ντύθηκε, ἀληθινὰ ἔγινε ὅμοιος μ’ Ἐκεῖνον, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὕψος Του, καὶ ποὺ σκέπασε τὴν ἀρετὴ τῆς μεγαλωσύνης Του καὶ τὴ δόξα Του μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη. Κι’ αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ μὴν κατακαεῖ ἡ κτίση ἀπὸ τὴ θωριά Του. Γιατὶ ἡ κτίση δὲν μποροῦσε νὰ Τὸν κοιτάξει , ἂν δὲν ἔπαιρνε (ὁ Χριστὸς) ἕνα μέρος ἀπ’ αὐτὴ (τὸ σῶμα Του), κ’ ἔτσι μίλησε μ’ αὐτή. Σκέπασε τὴ μεγαλωσύνη Του μὲ τὴ σάρκα, καὶ μ’ αὐτὴ ἦρθε σὲ συνάφεια μαζί μας, μὲ τὸ σῶμα ποὺ ἐπῆρε ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ Θεοτόκο Μαρία. Ὥστε, βλέποντάς Τον ἐμεῖς πὼς εἶναι ἀπὸ τὸ γένος μας καὶ πὼς μᾶς μιλᾶ σὰν ἄνθρωπος, νὰ μὴν τρομάξουμε ἀπὸ τὴ θωριά Του. Γι’ αὐτό, ὅποιος φορέσει τὴ στολὴ ποὺ φόρεσε ὁ Κτίστης (δηλαδὴ τὴν ταπεινοφροσύνη), τὸν Ἴδιον τὸν Χριστὸ ντύθηκε».
     (Τώρα), φάτνη εἶναι ἡ (κάθε) ταπεινὴ καρδιά, ποὺ μοναχὰ σ’ αὐτὴ πηγαίνει καὶ γεννιέται ὁ Χριστός.


     Ἡ Ἐκκλησία μας, φωτοβολᾶ μέσα στὸ χειμωνιάτικο σκοτάδι, γιορτάζοντας τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου. Ἀπὸ μέσα της, ἀκούγεται μιὰ ὑπερκόσμια μελωδία, σὰν ἐκείνη ποὺ ψέλνανε οἱ ἄγγελοι τὴ νύχτα ποὺ γεννήθηκε ὁ Κύριος, «ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων». Ποιός λαὸς ἄλλος, παρεκτὸς ἀπὸ ’μᾶς, ἔχει αὐτὴ τὴν εὐλογία; Ποιό ἄλλο ἔθνος τέρπεται κ’ εὐφραίνεται μὲ τέτοια οὐράνια ἀπηχήματα;

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ (1895–1965)


[(1) Φωτίου Κόντογλου: 
«Ἔργα»,
Τόμ. Α΄: 
«Τὸ Ἀϊβαλί, ἡ Πατρίδα μου»,
Κεφ. 11ο, σελ. 112–114,
Ἐκδοτικὸς Οἶκος «Ἀστήρ», 
Ἀθῆναι 19957.
(2) Ἐπιμέλεια ἀνάρτησης,
ἐπιλογὴ θέματος καὶ φωτογραφιῶν,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.