Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2019

ΣΥΓΝΩΜΗ, ΠΟΥ...


ΣΥΓΝΩΜΗ, ΠΟΥ...


     —Συγνώμη, που έφυγα έτσι βιαστικά,
χωρίς να σε χαιρετήσω!...
     —Αα, μη το σκέφτεσαι καθόλου!
Εγώ μια ζωή σε χαιρετώ,
δίχως νά ’χω φύγει ακόμη!...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ, ΘΕΕ!


ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ, ΘΕΕ!


     Φοβάμαι πως τις περισσότερες φορές στη ζωή αυτή είμαστε εκ των πραγμάτων κουτοί με τη βούλα της ευθύνης μας. Μετά, όταν πάθουμε για τα καλά και πέρα ως πέρα από την ενδοβλακεία των παθών και των εγωισμών μας, μένει μονάχα ν’ αναρωτιόμαστε μετά πάσης αφελείας: «Γιατί πνίγεται η ψυχή μου και γιατί βαλτώνουν οι σχέσεις μου;». Πού είσαι, Θεέ! Ν’ αρπάξεις τη χιλιοτσαλακωμένη ύπαρξή μας, να την κάνεις δική Σου, να την κάνεις πνευματικά και καρδιακά έξυπνη και υπέροχη! Αλλά ο Θεός δεν «αρπάζει» κανέναν. Η ανθρώπινη ελευθερία δεν φοβάται ποτέ την θεϊκή παντοδυναμία, γιατί η πρώτη είναι και θεόσδοτη και θεοειδής. Αν ο Θεός στραφεί εναντίον της δικής μας ελευθερίας, είναι σαν να τα βάζει με τον Εαυτό Του, ακυρώνοντάς Τον υπερούσια. Είμαστε κατά κάποιο τρόπο ένα αδαμικό αδιέξοδο γι’ Αυτόν. Το μόνο που κάνει ο Θεός είναι να γυροφέρνει αθόρυβα την ευτέλειά μας, στέλνοντας συνεχώς προς αυτήν επινοήσεις, εμπνεύσεις και χάριτες μήπως και αξιοποιηθούν κάποτε, κάπως, από ’μας. «Ψιλά γράμματα!», θα μου πει κάποιος «ενοχαθώος ασκεφτούλης». Μα, εκεί στα «ψιλά» ή στα αθέατα «γράμματα» κουρνιάζει η θεία μεγαλειότητα, το σιγηλό μυστήριο της σχέσης μας με Αυτόν· με Αυτόν, που ενώ πανυπάρχει ως αιώνια πηγή και κέντρο της ζωής όλων μας, ταυτόχρονα κρύβεται από ’μας σαν ανύπαρκτος, απόμακρος και ξένος. Επομένως, θέλει ψάξιμο η Αγάπη, γιατί είναι στη φύση της η Ταπείνωση. Μονάχα η βλακεία της αμαρτίας και της απιστίας μάς τα φέρνει όλα ετοιμοπαράδοτα και μας θέλει όλους άψαχτους για όλα. Όσο όμως εμείς ψάχνουμε την Αγάπη, τόσο μας βρίσκει Αυτή, άλλο τόσο μας επισκέπτεται και μας καταλαμβάνει. Αυτή είναι η σειρά του εν λόγω υπέρλογου και υπέροχου αγιοπλαστικού μυστηρίου· σειρά, που δεν δέχεται καμία άλλη εμβόλιμη σειρά από κανέναν.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2019

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ


     Ελάχιστα και πενιχρά τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας για τον βίο του αγίου Στυλιανού. Επιλεγμένος εκ κοιλίας μητρός από Θεού ο όσιος Στυλιανός, απαλλάχθηκε από την απάτη και ματαιότητα του κόσμου τούτου καθώς μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο. Υπερείχε όλων των άλλων μοναχών κατά τη σκληραγωγία και την επίπονη άσκηση. Διέπρεψε για την ανδρεία του στους ασκητικούς αγώνες και, μετά από μερικά χρόνια κοινοβιακής ζωής, αναχώρησε για να διαγάγει την ησυχαστική πολιτεία μέσα σε μια απόκοσμη σπηλιά. Εκεί λάβαινε την τροφή του από το χέρι ενός αγγέλου και σύντομα ανέλαβε να μεσιτεύει λυσιτελώς στον Θεό για την ανακούφιση των ασθενών και ιδιαιτέρως για τη θεραπεία των παιδικών ασθενειών και των στείρων γυναικών.


     Έτσι, πολλές άτεκνες γυναίκες που επικαλούνταν με πίστη τ’ όνομά του και ιστορούσαν κατόπιν την αγία του εικόνα με ευλάβεια ψυχής, αξιώνονταν να γίνουν μητέρες· αλλά και τα άρρωστα νήπια λυτρώνονταν ταχέως από την ασθένειά τους με τη χάρη του. Γι’ αυτό και η παράδοση της λαϊκής ευσέβειας θέλει τον όσιο Στυλιανό να προστατεύει, να θάλπει και να «στυλώνει» με τη χάρη του τα νήπια και γενικά όλα τα παιδιά. Στις περιπτώσεις αυτές η μεσιτεία του οσίου έχει αποτελέσματα ακόμη και στις μέρες μας για όσους τον επικαλούνται με πίστη.


     Αυτή η πολύ ιδιαίτερη χάρη του αγίου στα παιδιά αποτυπώθηκε και παγιώθηκε στην εικονογραφική απόδοση της οσιακής μορφής του. Σε βυζαντινές και κυρίως στις μεταβυζαντινές εικόνες παρουσιάζεται σαν ένας ιλαρός γέροντας που από το ένα χέρι βαστάζει στοργικά ένα σπαργανωμένο βρέφος και από το άλλο ένα ανοικτό ειλητάριο, στο οποίο αναγράφεται η εξής φράση αναφορικά με το χάρισμα που έλαβε από τον Θεό: «Παίδων φύλαξ πέφυκα, ἀλλὰ Θεοῦ τὸ δῶρον» («Είμαι φύλακας των παιδιών, αλλά αυτό είναι δώρο που έλαβα απ’ τον Θεό»).


     Η κάρα του αγίου βρίσκεται στη μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος. Αποτμήματα του ιερού λειψάνου του βρίσκονται επίσης και στις Μονές: Δαμάστας Φθιώτιδος, Λειμώνος Λέσβου, Δαδίου Φθιώτιδος και Κάτω Ξενιάς Αλμυρού Μαγνησίας.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Στήλη ἔμψυχος, τῆς ἐγκρατείας, στῦλος ἄσειστος, τῆς Ἐκκλησίας, Στυλιανὲ ἀνεδείχθης μακάριε· ἀνατεθεὶς γὰρ Θεῷ ἐκ νεότητος, κατοικητήριον ὤφθης τοῦ Πνεύματος, Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
γιασθεὶς ἀπὸ μητρώας νηδύος, ὥσπερ ὁ θεῖος Σαμουὴλ θεοφόρε, ἀσκητικῶς ἐδόξασας Χριστὸν τὸν Θεόν· ὅθεν τῶν ἰάσεων, ἀνεδείχθης ταμεῖον, καὶ προστάτης ἔνθεος, νεογνῶν καὶ νηπίων· ὁ γὰρ δοξάζει σε λαμπρῶς, ὃν ἀπὸ βρέφους, Στυλιανὲ ἐδόξασας.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Στήλη θεοχάρακτος καὶ σεπτή, ἀρετῶν ποικίλων, ὁ σὸς βίος πέλει ἡμῖν, Στυλιανὲ Πάτερ, θεοπρεπῶς ῥυθμίζων, ἡμῶν τὰς διανοίας, τῶν εὐφημούντων σε.






[ (1) Αγίου Νικοδήμου:
«Συναξαριστής
των ΙΒ΄ μηνών του ενιαυτού»·
Τόμ. Α΄, σελ. 559,
Εκδόσεις «Δόμος»,
Αθήνα 2005.
(2) Ιερομονάχου Μακαρίου:
«Νέος Συναξαριστής»·
Τόμ. 3ος, σελ. 263,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήνα 2012.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΕΡΚΟΥΡΙΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΕΡΚΟΥΡΙΟΣ


     Καταγόμενος από την Επαρχία Ασίας (δυτική Μικρά Ασία) και από πατέρα Σκύθη που είχε μεταστραφεί κρυφά στον χριστιανισμό, ονόματι Γορδιανός, ο άγιος αθλητής του Χριστού Μερκούριος υπηρετούσε στον ρωμαϊκό στρατό επί βασιλείας Δεκίου και Βαλεριανού (249-260). Βρισκόταν σε εκστρατεία κατά των βαρβάρων, όταν μία ημέρα τού παρουσιάσθηκε ένας λαμπρός άγγελος και του έδωσε ένα ξίφος και την εντολή να ορμήσει στη μάχη, έχοντας εμπιστοσύνη στη βοήθεια του Δεσπότη Χριστού. Γεμάτος θάρρος από το όραμα αυτό, ο νέος ξεχύθηκε μέσα στη συμπλοκή, προχώρησε μόνος μέσα στις εχθρικές γραμμές, ανοίγοντας δρόμο με το ουράνιο σπαθί του και έφθασε μέχρι τον στρατηγό των βαρβάρων Ρήγα, τον οποίο και σκότωσε σε μονομαχία. Τα βαρβαρικά στρατεύματα, μαθαίνοντας τον θάνατο του αρχηγού τους, πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε άτακτη φυγή.

     Όταν ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε τη γενναία πράξη του Μερκουρίου, τον κάλεσε κοντά του, τον έβαλε να καθίσει στο τραπέζι του και τον τίμησε με τον τίτλο του στρατηγού παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Θαμπωμένος από τις τιμές και τις απολαύσεις της αυλής, ο νεαρός χριστιανός λησμόνησε προς στιγμήν τα καθήκοντά του απέναντι στον μόνο αληθινό Βασιλέα. Του φανερώθηκε όμως τη νύκτα ο ίδιος άγγελος πάλι και του υπενθύμισε ότι το ξίφος εκείνο με το οποίο είχε νικήσει, είχε δοθεί σε αυτόν από τον Χριστό ως σημείο του αγώνα του μαρτυρίου που θα χρειαζόταν να δώσει. Ο Μερκούριος αφυπνίσθηκε τότε από τον ύπνο της αμελείας και την επομένη, ενώ ο αυτοκράτορας τον είχε καλέσει να προσφέρει θυσία στην Αρτέμιδα, εκείνος αρνήθηκε να παρουσιασθεί. Όταν κλήθηκε από τον ηγεμόνα, ομολόγησε την πίστη του με ζήλο και πέταξε κάτω τα στρατιωτικά του διάσημα, με σκοπό να δείξει ότι ήταν έκτοτε αποφασισμένος να εγκαταλείψει κάθε είδους επίγεια δόξα και να αντιμετωπίσει τον θάνατο για τον Χριστό.

     Ρίχθηκε αμέσως στη φυλακή και υποβλήθηκε σε σκληρά βασανιστήρια. Όλα τα υπέμεινε με ιλαρότητα, αφού ο ίδιος εκείνος άγγελος τού είχε φανερωθεί στο κελλί του για να του δώσει θάρρος και ελπίδα. Αρχικά, τον έδεσαν σε τέσσερα παλούκια υπομένοντας πολλές μαχαιριές· έπειτα, κρεμασμένος πάνω από ένα μαγκάλι, δέχθηκε αφόρητους σπαθισμούς από παντού και το αίμα του κυλούσε τόσο άφθονο που έσβησε τελικά τη φωτιά. Τον κρέμασαν κατόπιν ανάποδα έχοντας δέσει ταυτόχρονα μια βαρύτατη πέτρα στην κεφαλή του και τον μαστίγωσαν με μαστίγιο με τέσσερις χάλκινες λωρίδες. Τέλος, τον μετέφεραν στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και αποκεφαλίσθηκε με διαταγή του αυτοκράτορα. Ο άγιος Μερκούριος ήταν μεγαλόσωμος και ωραίος στην όψη, έχοντας ξανθά τα μαλλιά και, σύμφωνα με τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, εμφανισιακά τον στόλιζε και ένα φυσικό κοκκινάδι που έλαμπε στις νεανικές παρειές του. Μαρτύρησε σε ηλικία μόλις εικοσιπέντε ετών, αλλά κληρονόμησε αιώνια και άφθαρτη δόξα στην ουράνια στρατιά των αγίων Μαρτύρων του Ιησού Χριστού.


     Η αγιολογική παράδοση, παρά το διάβα του χρόνου, στηριζόμενη ακλόνητα στην πύρινη προσευχή αλλά και σε ένα αποκαλυπτικό όραμα του αγίου επισκόπου της Καισαρείας της Καππαδοκίας, του Μεγάλου Βασιλείου [1 Ιαν.], θέλει και θεωρεί τον άγιο Μερκούριο, περίπου εκατό χρόνια μετά τη μαρτυρική του τελείωση, ως αιφνίδιο πλην όμως θεόσταλτο καθαιρέτη του Ιουλιανού του Παραβάτη (βλ. Ιωάννου Μαλάλα ή Μαλέλα [491-578] σ. 333-334 και «Πασχάλιον Χρονικόν» [10ος αι. – «Baticanus 1941»] σ. 552, εκδ. Βόννης)· γεγονός που επέφερε την οριστική παύση του σκληρού διωγμού εκ μέρους του παγανιστή και χριστομάχου ηγεμόνα. Αυτό ακριβώς υπαινίσσεται εξάλλου και το δίστιχο (ενός Χριστοδούλου) προς τον άγιο: «καὶ νεκρὸς ἐχθρὸν σὺ πατάσσεις Κυρίου».

     Αλλά, τι ακριβώς είχε συμβεί;
     Τον καιρό που ζούσε ο Μέγας Βασίλειος (330-379), ο Ιουλιανός ο Παραβάτης (330-26 Ιουνίου 363), αυτός ο ασεβής και ειδωλολάτρης βασιλιάς, θέλοντας να εκστρατεύσει εναντίον της Περσίας, κατά την πορεία του προσέγγισε και σταμάτησε έξω από την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο Μέγας Βασίλειος γνώριζε τον Ιουλιανό από τότε που φοιτούσε στην Αθήνα έχοντάς τον συσπουδαστή. Πρόλαβε και ενημέρωσε έγκαιρα τον λαό της Καισαρείας και τον σύναξε για να προϋπαντήσουν τον αυτοκράτορα. Μην έχοντας ο άγιος άλλο δώρο, που απαιτούσε να προσφέρει προς αυτόν ο αγέρωχος ηγεμόνας, του έδωσε μονάχα τρεις κρίθινους άρτους, από τους οποίους έτρωγε κι αυτός. Όταν ο βασιλιάς είδε αυτό το ευτελές δώρημα του φτωχού και ασκητή επισκόπου, θίχτηκε η αλαζονεία του και διέταξε τους υπηρέτες του να δώσουν περιφρονητικά στον άγιο Βασίλειο ξερό χόρτο από το λιβάδι. Βλέποντας αυτή την καταφανή καταφρόνηση ο ανδρειόφρων επίσκοπος της Καισαρείας είπε προς τον βασιλιά: «Εμείς, βασιλιά μου, σου δώσαμε απ’ αυτό που τρώμε κι εμείς στο τραπέζι μας και σου προσφέραμε κάτι, έστω ελάχιστο, όπως το περίμενες. Η βασιλεία σου, όμως, αντάμειψε αυτή μας την προσφορά από εκείνο που εσύ τρως!». Θύμωσε τότε πολύ ο Παραβάτης και λέει προς τον άγιο Βασίλειο: «Δέξου τώρα το δώρο που σου δίνω εγώ κι όταν επιστρέψω από την Περσία νικητής, έχω να κάψω την πόλη σου, να αιχμαλωτίσω και τούτον τον μωρό και ασύνετο λαό που εξαπατάς, γιατί τους θεούς που εγώ προσκυνώ όλοι αυτοί τους ατιμάζουν εξαιτίας σου, οπότε κι εσύ, τότε που θα γυρίσω, θα λάβεις την πρέπουσα τιμωρία από μένα!». Με τέτοιες βαριές απειλές άφησε ο Ιουλιανός τον Μέγα Βασίλειο κι έφυγε για την Περσία.
     Κάλεσε εκ νέου ο Μέγας Βασίλειος τον λαό της Καισαρείας και τους απηύθυνε τις εξής συμβουλές: «Μη λυπηθείτε, αδελφοί μου χριστιανοί, τα χρήματά σας, μονάχα φροντίστε για τη ζωή σας. Φέρτε ό,τι χρήματα έχει ο καθένας, να τα μαζέψουμε σ’ ένα μέρος, κι όταν ακούσουμε ότι επιστρέφει πίσω ο βασιλιάς, θα τα ρίξουμε όλα σωρούς κάτω στο δρόμο απ’ όπου θα περάσει, ώστε βλέποντάς τα αυτός, σαν φιλοχρήματος που είναι, να κατευναστεί ο θυμός του και να μην πραγματοποιήσει τίποτα απ’ όσα σκέφτεται να κάνει εναντίον μας». Ο λαός έκανε πρόθυμα αυτό που του είπε ο άγιός του. Σύναξαν άπειρο πλούτο, χρυσάφι, ασήμι, πολύτιμους λίθους και τα τοποθέτησαν όλα στο Σκευοφυλάκιο για να φυλάσσονται εκεί, αφού πρώτα έγραψε ο κάθε κάτοικος της Καισαρείας τ’ όνομά του επάνω σε αυτό που προσέφερε.
     Όταν έμαθε ο Άγιος ότι σε λίγο επιστρέφει ο Παραβάτης βασιλιάς, σύναξε όλο το πλήθος των χριστιανών, συν γυναιξί και τέκνοις, προστάζοντάς τους να νηστεύσουν όλοι μαζί για τρεις συνεχείς ημέρες. Κατόπιν, ανέβηκαν όλοι τους επάνω σ’ ένα όρος της Κασαρείας που λεγόταν «Δίδυμον», πάνω στο οποίο ήταν κτισμένος ένας ναός προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έμειναν όλη τη νύχτα άγρυπνοι σ’ αυτόν τον ναό προσευχόμενοι, κλήρος και λαός, και με συντετριμμένη καρδιά παρακαλούσαν τον πολυεύσπλαχνο Σωτήρα Χριστό και την πανάχραντη Μητέρα Του να μεταλλάξουν την κακοποιό βουλή του ασεβέστατου βασιλιά. Στέκοντας σε πύρινη προσευχή ο άγιος Βασίλειος, εκεί στο μέσον του λαού του Θεού, είδε σαν σε όραμα ένα πλήθος στρατιάς των αγγέλων να περικυκλώνουν το όρος και εν μέσω αυτής της στρατιάς έναν μεγαλοπρεπή θρόνο όπου καθόταν μια υπερένδοξη γυναίκα, η οποία είπε προς τους παραστεκούμενους αγγέλους: «Φωνάξτε μου τον Μερκούριο, προκειμένου να μεταβεί και να καθαιρέσει τον εχθρό του Υιού μου, τον Ιουλιανό!». Φάνηκε τότε στον Μέγα Βασίλειο ότι παρουσιάσθηκε ο άγιος Μερκούριος κι αφού έλαβε αυτοπροσώπως την προσταγή αυτής της Κυρίας, η οποία δεν ήταν άλλη εκτός από την Παναγία, έφυγε τάχιστα για την αποστολή που του ανατέθηκε.


     Όταν είδε ο άγιος Βασίλειος αυτή την οπτασία, κατέβηκε μαζί με τους κληρικούς του στην πόλη της Καισαρείας, όπου ήταν κτισμένος ένας ναός του αγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, μέσα στον οποίο βρισκόταν το ιερό του λείψανο μαζί με τα στρατιωτικά του όπλα, τα οποία τιμούσαν με σεβασμό και δέος οι χριστιανοί. Η Καισάρεια ήταν ο τόπος της μαρτυρικής τελευτής του αγίου Μερκουρίου και θεωρούνταν ως ο τρανός της πολιούχος. Όταν μπήκε στον ναό του Μάρτυρος ο Μέγας Βασίλειος, είδε να απουσιάζει από εκεί το λείψανό του καθώς και τα όπλα του. Ρώτησε αμέσως τον σκευοφύλακα για ποιο λόγο και πώς λείπουν τα μαρτυρικά αγιάσματα, μα εκείνος δεν γνώριζε απολύτως τίποτα. Τότε ήταν που κατάλαβε ο Μέγας Βασίλειος ότι ήταν πέρα για πέρα αληθινό το όραμα που είδε, αγρυπνών και προσευχόμενος, επάνω στο «Δίδυμον» όρος και εννόησε, επίσης, ότι εκείνη τη νύχτα αποτελειώθηκε ο ασεβής ο Ιουλιανός, ο όντως Αποστάτης και Παραβάτης, ο άσπονδος εχθρός του Χριστού και σκληρός πολέμιος της Εκκλησίας.
     Μόλις έμαθε ο κόσμος τα παράδοξα τούτα γεγονότα, φώναξε με μια φωνή: «Σκεφτήκαμε να δώσουμε τα πλούτη μας στον ασεβή βασιλιά για να σώσουμε τη ζωή μας· τώρα, να μη τα προσφέρουμε στον Βασιλιά του ουρανού και της γης, που μας έσωσε και μας χάρισε τη ζωή;». Ο άγιος Βασίλειος, ο αγαθός και φωτισμένος ποιμένας της Καισαρείας, επαίνεσε την προαίρεσή τους και, αφού πρώτα τους προέτρεψε να πάρουν ό,τι ήθελε ο καθένας, στο τέλος μοιράστηκαν όλα τα εναπομείναντα πλούτη σε πτωχοκομεία, νοσοκομεία, γηροκομεία, ορφανοτροφεία κ.α., αποκλειστικά για την ανακούφιση των αναγκεμένων και πονεμένων αδελφών.

     Η κάρα του αγίου Μερκουρίου ευρέθη, όπως λέγεται, στο Ocnele της Βλαχίας και μεταφέρθηκε στην επισκοπή του Ramnicu-Vilcea από τον επίσκοπο Ιωσήφ το 1766. Από εκεί μεταφέρθηκε στη Ρωσία, απ’ όπου επεστράφη στη Ρουμανία το 1956. Σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο των Τεχνών στο Βουκουρέστι.


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Οὐράνιον Ἄγγελον, χειραγωγὸν ἀσφαλῆ, πρὸς δόξαν ἀρίδηλον, ὡς τοῦ φωτὸς κοινωνός, Μερκούριε ἔσχηκας· ὅθεν τῷ ἀθανάτῳ, Βασιλεῖ πειθαρχήσας, ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν, ὡς γενναῖος ὁπλίτης· διὸ τοὺς σοὶ προσιόντας, μάκαρ περίσωζε.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
σπερ θεῖον θώρακα, ἠμφιεσμένος, τοῦ Χριστοῦ τὴν δύναμιν, ἀθλητικῶς ἀνδραγαθεῖς, καταπυρσεύων τοὺς ψάλλοντας· χαῖρε Μαρτύρων τὸ κλέος Μερκούριε.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ
φθης νεανίας πανευπρεπής, οἷα στρατιώτης, τοῦ Σωτῆρος περιφανής· φύσεως γὰρ ὥρᾳ, τὴν ἄθλησιν ἀνθήσας, Μερκούριε θεόφρον, Χριστῷ δεδόξασαι.






[ (1) «Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
υπό Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου.
Τόμ. 3ος (Νοέμβριος), σελ. 252–253.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήνα, Απρίλιος 20122.
(2) Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου:
«Συναξαριστής
των ΙΒ΄ μηνών Ενιαυτού»·
Τόμος Α΄, σελ. 556.
Εκδόσεις «Δόμος»·
Αθήνα, 20052.
(3) «Θρησκευτική και Ηθική
Εγκυκλοπαίδεια»·
Τόμος 8ος, σελ. 1002,
(άρθρο του Β. Ν. Γιαννόπουλου)·
Αθήναι, 1966.
(4) Σωφρόνιου Ευστρατιάδου
(Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως):
«Αγιολόγιον
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
σελ. 333·
Έκδοσις
της «Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος»·
Αθήναι, 1995 (ανατύπωση).
(5) Ματθαίου Λαγγή:
«Μέγας Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
i. Τόμος 1ος, σελ. 35–37,
Αθήναι, 19996·
ii. Τόμος 11ος, σελ. 636–642,
Αθήναι, 19985.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2019

Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


Η ΝΗΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


     Από τη 15η του Νοεμβρίου αρχίζει η νηστεία των Χριστουγέννων, η δεύτερη σε αρχαιότητα και διάρκεια νηστεία της Εκκλησίας μας, μέσα στην οποία όλοι οι πιστοί χριστιανοί προετοιμάζονται πνευματικά, ψυχικά και σωματικά, με τη θεία Εξομολόγηση και τη θεία Κοινωνία, με την προσευχή καθώς και με κάθε ελεημοσύνη, αγαθοεργία και έργα αγάπης, για τη μεγάλη Δεσποτική εορτή των Χριστουγέννων.
     Η νηστεία αυτή, όπως προαναφέραμε, αρχίζει από την 15η Νοεμβρίου και λήγει την 24η Δεκεμβρίου, την παραμονή των Χριστουγέννων. Η δε παραμονή των Χριστουγέννων θεωρείται ημέρα ακόμη πιο έντονης νηστείας, διότι κατ’ αυτή την ημέρα τρώμε μόνον ξηρά τροφή και αλάδωτο.
     Σε όλη τη διάρκεια αυτής της νηστείας δεν καταλύουμε (δηλαδή δεν τρώμε) κρέας, γαλακτερά και αυγά. Αντίθετα, επιτρέπεται να καταλύουμε (επιτρέπεται δηλαδή να τρώμε) ψάρι όλες τις ημέρες –εκτός φυσικά από την Τετάρτη και την Παρασκευή– από την αρχή της νηστείας (από την 15η Νοεμβρίου) μέχρι και την 17η Δεκεμβρίου. Ψάρι καταλύουμε επίσης και κατά την ημέρα της Θεομητορικής εορτής των Εισοδίων της Θεοτόκου, οποιαδήποτε ημέρα κι αν αυτή πέσει. Όμως, από την 18η μέχρι και την 23η Δεκεμβρίου επιτρέπεται μόνο η κατάλυση οίνου και ελαίου.
     Επίσης, να επισημάνουμε ότι σε όλη αυτή τη σημαντική περίοδο νηστείας και προσευχής όλα ανεξαιρέτως τα Μνημόσυνά μας παύουν να είναι αρτύσιμα και είναι μόνον νηστίσιμα. Δεν γίνεται ιερολογηθεί Μνημόσυνο και δεν γίνεται να ευλογηθεί τράπεζα ή κέρασμα Μνημοσύνου, κατά το οποίο δεν παρατίθεται νηστίσιμη τροφή. Εάν θέλουμε να είμαστε απόλυτα συνεπείς προς την Ορθόδοξη Παράδοση, εάν θέλουμε να ωφεληθούν πραγματικά οι ψυχές των κεκοιμημένων μας και εάν θέλουμε να πάρουμε κι εμείς την ευλογία της Εκκλησίας μας, επιβάλλεται σε όλα γεύματα και σε όλα τα κεράσματα των Μνημοσύνων μας να προσφέρονται νηστίσιμες και όχι αρτύσιμες τροφές.
     Εννοείται πως, όλοι όσοι έχουν διεγνωσμένα θέματα υγείας και λαμβάνουν φάρμακα, όσοι βρίσκονται σε κατάσταση ασθένειας, ευπάθειας, αδυναμίας και κατάπτωσης, οικονομούνται (δηλαδή τακτοποιούνται) διαφορετικά, όσο αφορά την καθημερινή τους διατροφή, καθ’ όλη την περίοδο αυτής της νηστείας, αφού πρώτα βεβαίως απευθυνθούν στον Πνευματικό τους, τον ενημερώσουν για την κατάστασή τους και πάρουν την ανάλογη ευλογία από αυτόν.
     Όμως, μετά το πέρας της Χριστουγεννιάτικης θείας Λειτουργίας και για όλο το επόμενο εορταστικό Δωδεκαήμερο (δηλαδή μέχρι και την προπαραμονή των Θεοφανείων, 4 Ιανουαρίου), μπορούμε καταλύσουμε (να φάμε) ελεύθερα και κανονικά όλα τα αρτύσιμα φαγητά· δηλαδή έχουμε «κατάλυση εις πάντας».
     Καλό και ευλογημένο αγώνα και καλό στάδιο νηστείας!






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ


ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ
Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης·
ο Θαυματουργός,
ο Κήρυξ της Χάριτος και του Φωτός.


     Ο άγιος πατήρ ημών Γρηγόριος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ο Παλαμάς και θαυματουργός [1], γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, το 1296. Οι γονείς του, αριστοκράτες που είχαν μετοικήσει από τη Μικρά Ασία μπροστά στον κίνδυνο της εισβολής των Τούρκων, ανήκαν στην αυλή του ευσεβούς αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328). Παρά το υψηλό του αξίωμα, ο πατέρας του Κωνσταντίνος ήταν άνθρωπος αφοσιωμένος στον Θεό και την προσευχή, και του συνέβη κάποτε, την ώρα που βρισκόταν στη Σύγκλητο, να μην ακούσει τον αυτοκράτορα που του απηύθυνε τον λόγο· τόσο πολύ βυθισμένος ήταν στην προσευχή! Εκοιμήθη όταν ο Γρηγόριος ήταν ακόμη νέος, αφού ενεδύθη το μοναχικό Σχήμα. Η γυναίκα του, Καλλονή, επιθυμούσε επίσης να γίνει μοναχή, αλλά περίμενε να εξασφαλίσει τη μόρφωση των επτά παιδιών της. Εμπιστεύθηκε το μεγαλύτερο, τον Γρηγόριο, στους καλύτερους δασκάλους των θύραθεν επιστημών και εκείνος σε μερικά χρόνια απέκτησε τέλεια γνώση της φιλοσοφικής σκέψεως· σε βαθμό, μάλιστα, που ο δάσκαλός του νόμιζε ότι άκουγε τον ίδιο τον Αριστοτέλη! Παρά τις διανοητικές του επιτυχίες, ο νέος αυτός δεν είχε στραμμένο το ενδιαφέρον του παρά στα πράγματα του Θεού. Σύχναζε στους ονομαστούς μοναχούς της Βασιλεύουσας και έκαμε πνευματικό του πατέρα τον Θεόληπτο Φιλαδελφείας [2], ο οποίος τον εισήγαγε στην ιερά νήψη και τη νοερά προσευχή.

     Περί το 1316, ο Γρηγόριος έλαβε την απόφαση να εγκαταλείψει τη ματαιότητα του κόσμου και πήρε μαζί του στον μοναχικό βίο τη μητέρα του, δύο αδελφές, δύο αδελφούς και πλήθος υπηρετών του. Πηγαίνοντας πεζή στο Άγιον Όρος, ο Γρηγόριος και οι δύο αδελφοί του εγκαταστάθηκαν στα περίχωρα της Μονής Βατοπαιδίου, υπό την καθοδήγηση του τότε περιβόητου Γέροντος Νικοδήμου που είχε έλθει από το όρος το λεγόμενο «του Αυξεντίου», στη Νικομήδεια.

     Γυμνασμένος παιδιόθεν να βάζει σε πράξη θεμελιώδεις αρετές όπως η υπακοή, η ταπεινοφροσύνη, η πραότητα, η νηστεία, η αγρυπνία και οι διάφορες σκληραγωγίες που επιτρέπουν την καθυπόταξη της σαρκός στο πνεύμα, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, παρά το νεαρό της ηλικίας του, έκανε γρήγορες προόδους στην άσκηση της προσευχής. Νυχθημερόν απευθυνόταν ακατάπαυστα προς τον Θεό με καρδιοστάλακτους λυγμούς που διέκοπταν την ησυχία των μακάριων νυκτών του, λέγοντας με ιερό πόθο: «Φώτισόν μου το σκότος! Φώτισόν μου το σκότος!». Μετά από λίγο καιρό, η Κυρία Θεοτόκος, προς την οποία προσέφευγε με πίστη ήδη από τη νεότητά του, του έστειλε τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο για να του υποσχεθεί την προστασία και την εύνοιά της στη ζωή αυτή αλλά και την άλλη, την αιώνια και άληκτη εν Χριστώ.

     Τρία χρόνια μόλις αργότερα, ο πρόωρος θάνατος του αδελφού του Θεοδοσίου, τον οποίο σύντομα ακολούθησε εκείνος του Γέροντος Νικοδήμου, ώθησε τον Γρηγόριο και τον άλλο αδελφό του, Μακάριο, να μπουν στη Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Ορίσθηκε εκεί ψάλτης και γέννησε τον θαυμασμό των συμμοναστών του με τον ζήλο του στην άσκηση όλων των ευαγγελικών αρετών. Ο βίος του ήταν τόσο αυστηρός που έμοιαζε σαν να ήταν άσαρκος: μπορούσε έτσι να μένει τρεις μήνες δίχως ύπνο! Παρ’ ότι τέλειος στην κοινοβιακή πολιτεία, η ψυχή του ωστόσο ποθούσε το μέλι της ησυχίας. Για τον λόγο αυτό αποσύρθηκε μετά από τρία χρόνια στη Σκήτη την ονομαζόμενη «Γλωσσία» (σημ. «Προβάτα»), υπό την καθοδήγηση ενός περιβόητου μοναχού, του Γρηγορίου από το Βυζάντιο [6 Απρ.] [3]. Από την κάθαρση των παθών, μπόρεσε έτσι να υψωθεί με την προσευχή προς τη θεωρία των μυστηρίων της κτίσεως. Χάρη στη μόνωση και την ησυχία, ο Γρηγόριος κρατούσε διαρκώς προσηλωμένη τη διάνοιά του στα βάθη της καρδιάς του για να επικαλείται εκεί τον Κύριο Ιησού με κατάνυξη, έτσι ώστε γινόταν όλος προσευχή και δάκρυα γλυκά κυλούσαν από τα μάτια του, σάμπως από δύο αέναες βρύσες.


     Οι αδιάκοπες όμως επιδρομές των Τούρκων πειρατών ανάγκασαν σύντομα τον Γρηγόριο με τη συνοδεία του να εγκαταλείψουν τον τόπο. Με δώδεκα μοναχούς, ο άγιος αποφάσισε να πάει να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους και να βρει καταφύγιο στο όρος Σινά, αλλά εμποδίστηκε στο σχέδιό του αυτό και έμεινε για λίγο στη Θεσσαλονίκη, όπου συμμετείχε στις δραστηριότητες ενός πνευματικού κύκλου, εμπνευστής του οποίου ήταν ο μελλοντικός πατριάρχης Ισίδωρος [4] που προσπαθούσε να διαδώσει ευρύτερα την πρακτική της νοεράς προσευχής στους πιστούς, δίνοντάς τους την ευκαιρία να επωφεληθούν από την εμπειρία των μοναχών. Το 1326 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, αφού έλαβε σε μια οπτασία τη διαβεβαίωση ότι η χειροτονία του ήταν όντως θέλημα Θεού. Αναχώρησε κατόπιν για την περιοχή της Βέροιας και συνέστησε Σκήτη σε τόπο ήδη ηγιασμένο από τον όσιο Αντώνιο τον Νέο [17 Ιαν.], όπου για πέντε χρόνια επιδόθηκε σε μία πιο αυστηρή ακόμη άσκηση: έμενε έγκλειστος τις πέντε ημέρες της εβδομάδας νηστεύοντας, αγρυπνώντας και προσευχόμενος λουσμένος στα δάκρυα, και εμφανιζόταν μόνον το Σάββατο και την Κυριακή για να τελέσει τη θεία Λειτουργία, να συμμετάσχει σ’ ένα αδελφικό γεύμα και να συζητήσει για κάποια πνευματικά θέματα με τους συνασκητές του. Συνέχισε έτσι να αναβιβάζει τον νου του στη θεωρία και να έρχεται σε άμεση κοινωνία με τον Θεό μέσα στην καρδιά του.


     Όταν εκοιμήθη η μητέρα του, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και έφερε από εκεί τις αδελφές του, τις οποίες και εγκατέστησε σε ένα ασκητήριο πλησίον του δικού του. Δεν μπόρεσε ωστόσο να βρει ανάπαυση για πολύ χρόνο, διότι η περιοχή ερημωνόταν τακτικά από τις επιδρομές των Αλβανών. Πήρε την απόφαση να επιστρέψει στον Άθω και εγκαταστάθηκε στο κελλί του Αγίου Σάββα, πιο πάνω από τη Μεγίστη Λαύρα. Η νέα αυτή διαμονή ήταν γι’ αυτόν ευκαιρία να απομονωθεί περισσότερο από τους ανθρώπους για να συνομιλεί απερίσπαστα με τον Θεό. Μονάχα σε εξαιρετικές περιπτώσεις πήγαινε στο μοναστήρι και με τους σπάνιους επισκέπτες του επικοινωνούσε μόνον την Κυριακή και τις εορτές. Με τον τρόπο αυτό, από την εξωτερική ακόμη θεωρία, ο Γρηγόριος έφθασε στη θεοπτία μέσα στο φως του Αγίου Πνεύματος και στην επαγγελθείσα, από τον Χριστό προς τους τέλειους μαθητές Του, μυστική και άφραστη θέωση. Μια μέρα είδε σ’ ένα όνειρο ότι κρατούσε στα χέρια του ένα αγγείο γεμάτο γάλα· αυτό άρχισε να αναβλύζει σαν πηγή και ξεχείλισε με δύναμη παντού· και, καθώς χυνόταν, μεταβλήθηκε αίφνης σε κρασί που γέμισε τα χέρια του, τα ενδύματά του και τον γύρω χώρο με θεϊκή ευωδία. Ήταν ένα θεόσταλτο σημάδι που τον πληροφορούσε ότι είχε φθάσει πια ο καιρός να διδάξει στους αδελφούς του τα μυστήρια που του είχε αποκαλύψει ο Θεός. Συνέταξε τότε μερικές ασκητικές πραγματείες και το 1335 ορίσθηκε ηγούμενος της Μονής Εσφιγμένου. Ο ζήλος του όμως και οι απαιτήσεις του δεν κατανοήθηκαν από τους διακόσιους μοναχούς που ζούσαν με πνευματική ρηχότητα εκεί· έτσι, μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στο ερημητήριό του.

     Την εποχή αυτή, ένας μοναχός καταγόμενος από την Καλαβρία, ο Βαρλαάμ, απέκτησε λαμπρή φήμη στους λόγιους κύκλους της πρωτεύουσας, χάριν της ικανότητάς του στις αφηρημένες, θεωρητικές εικοτολογίες. Αρεσκόταν ιδιαιτέρως στον σχολιασμό των συγγραμμάτων του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου [3 Οκτ.], έδινε όμως σε αυτά μια φιλοσοφική ερμηνεία, καθιστώντας τη γνώση του Θεού αντικείμενο όχι εμπειρίας, αλλά ψυχρών συλλογισμών. Έχοντας κάνει τη γνωριμία κάποιων απλών μοναχών, ο εκλεπτυσμένος αυτός ουμανιστής είχε σκανδαλισθεί από τις μεθόδους προσευχής τους και από τη θέση που παραχωρούσαν στο αισθητό στοιχείο εντός της πνευματικής ζωής. Βρήκε την ευκαιρία αυτή για να διαβάλει τους μοναχούς και να τους κατηγορήσει για αίρεση (1337).

     Μπροστά στις κατηγορίες του νοησιαρχικού μοναχού Βαρλαάμ από την Καλαβρία, οι ησυχαστές απευθύνθηκαν τότε (1337) στον Γρηγόριο, ο οποίος έγραψε πολλές αντιρρητικές πραγματείες, στις οποίες απαντούσε στις χονδροειδείς πλάνες του Βαρλαάμ τοποθετώντας τη μοναχική πνευματικότητα σε μία ευρεία δογματική σύνθεση και σε μία εσωτερική θαυμαστή ζωή την οποία αδυνατεί παντελώς ο αφώτιστος κόσμος να κατανοήσει και να εκτιμήσει συνάμα. Κατέδειχνε ο άγιος Πατέρας ότι η άσκηση και η προσευχή είναι η απόληξη ολόκληρου του μυστηρίου της Σωτηρίας και αποτελούν το μέσον που διαθέτει, κατά το μέτρο των δυνάμεων και των εφέσεών του, ο κάθε πιστός για να κάνει να ανθίσει μέσα του η Χάρη που του έχει χορηγηθεί κατά το άγιο Βάπτισμα. Υπερασπιζόταν εξάλλου το βάσιμο των μεθόδων που χρησιμοποιούν οι ησυχαστές για να προσηλώσουν τον νου μέσα στην καρδιά, διότι μετά από την Ενανθρώπηση του Χριστού, οφείλουμε να αναζητούμε τη Χάρη του Πνεύματος στα σώματά μας, τα καθαγιασμένα από τα άχραντα Μυστήρια και εγκεντρισμένα διά της θείας Ευχαριστίας στο Σώμα του Χριστού. Η Χάρη αυτή είναι η ίδια η Δόξα του Θεού που, αναβλύζοντας από το σώμα του Χριστού την ημέρα της Μεταμορφώσεως θάμβωσε τους μαθητές (Ματθ. 17), και η οποία, απαστράπτοντας τώρα μέσα στην καθαρισμένη από τα πάθη καρδιά, μας ενώνει πραγματικά με τον Θεό, μας φωτίζει, μας θεώνει ως ακατάλυτος αρραβώνας της άφθαρτης δόξας που θα λάμψει στα σώματα των αγίων μετά την Ανάσταση των πάντων.


     Βεβαιώνοντας έτσι την πραγματικότητα της θεώσεως, ο άγιος Γρηγόριος δεν αρνιόταν ότι ο Θεός είναι απολύτως υπερβατικός και απερινόητος στην ουσία Του. Ακολουθώντας τους παλαιούς Πατέρες, αλλά με σαφέστερο τρόπο, διακρίνει στον Θεό την κατά πάντα αμέθεκτη ουσία και τις αιώνιες, δημιουργικές και προνοιακές ενέργειες, διά των οποίων ο Κύριος κάνει τα κτιστά όντα να μετέχουν αληθινά στο είναι Του, στην ενότητα της θείας φύσεως.

     Για τον άγιο Γρηγόριο, λοιπόν, ο Θεός δεν είναι η αφηρημένη και ασαφής έννοια των φιλοσόφων, αλλά είναι Αγάπη, Πρόσωπο ζων και «Πυρ καταναλίσκων», όπως διδάσκει η Γραφή (Εβρ. 12, 29), που κάνει τα πάντα για να μας θεώσει. Οι λαμπρές απαντήσεις του αγίου Ιεράρχου, αφού αναγνωρίστηκαν πρώτα από τους ηγέτες της Αθωνικής Πολιτείας στον «Αγιορειτικό Τόμο» (1340), που είχε συνταχθεί από τον Γρηγόριο, υιοθετήθηκαν στη συνέχεια από την Εκκλησία, η οποία καταδίκασε τον Βαρλαάμ –και μαζί του τον φιλοσοφικό ουμανισμό που έμελλε σύντομα να πλοηγήσει την ευρωπαϊκή αναγέννηση– σε δύο Συνόδους που συγκαλέσθηκαν στην Αγία Σοφία το 1341.

     Ο Βαρλαάμ καταδικασμένος κατέφυγε στην Ιταλία, η διαμάχη όμως δεν είχε κλείσει. Ο Γρηγόριος, που για να συντάξει τις πραγματείες του είχε ζήσει για κάποιο χρονικό διάστημα έγκλειστος σε ένα σπίτι στη Θεσσαλονίκη, δεν πρόφθασε να επιστρέψει στο ασκητήριό του στο Άγιον Όρος, και ένας από τους παλαιούς φίλους του, ο Ακίνδυνος, υιοθετώντας την ουσία των σκολιών και αδόκιμων επιχειρημάτων του Καλαβρού, κατηγόρησε τον Γρηγόριο ότι εισήγαγε νεωτερισμούς με τη διάκριση θείας ουσίας και ενέργειας. Διαιτητής καταρχήν μεταξύ Βαρλαάμ και Γρηγορίου, ο Ακίνδυνος, ήταν ένας από τους συντηρητικούς και αβαθείς τυπολάτρες που αρκούνταν να επαναλαμβάνουν απλές διατυπώσεις για να καταδικάσουν τους ουμανιστές, δίχως να αναζητήσουν να διεισδύσουν στο πνεύμα της ιεράς Παραδόσεως. Τότε ξέσπασε ένας τρομερός εμφύλιος πόλεμος (1341-1347), που οφειλόταν στην αντιζηλία ανάμεσα στον μέγα δούκα Αλέξιο Απόκαυκο και τον φιλόδοξο Ιωάννη Καντακουζηνό, φίλο του Παλαμά. Ο πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας πήρε το μέρος του Απόκαυκου και διαμέσου του Ακίνδυνου κίνησε δίκη κατά του Γρηγορίου, η έκβαση της οποίας ήταν να αφορισθεί ο άγιος και να καταδικασθεί σε φυλάκιση. Κατά τα τέσσερα έτη του πικρού εγκλεισμού του, ο Γρηγόριος δεν χαλάρωσε τη δραστηριότητά του: διατήρησε εκτεταμένη αλληλογραφία και συνέταξε σημαντική πραγματεία εναντίον του Ακίνδυνου. Κατά το 1346, καθώς ο Καντακουζηνός άρχισε να υπερισχύει, η Άννα Παλαιολογίνα της Σερβίας (1365) που ασκούσε την αντιβασιλεία, ανέλαβε την υπεράσπιση του Γρηγορίου και καθαίρεσε τον πατριάρχη, την παραμονή κιόλας της θριαμβευτικής εισόδου του Καντακουζηνού στη Βασιλεύουσα. Ο Καντακουζηνός όρισε τον Ισίδωρο πατριάρχη (1347-1350) και συνεκάλεσε νέα Σύνοδο για να δικαιώσει τους ησυχαστές (8 Φεβρουαρίου 1347). Η διένεξη, ωστόσο, δεν έλαβε οριστικό τέλος παρά το 1351, με τη σύγκλιση μιας τρίτης Συνόδου η οποία έκρινε και καταδίκασε τον ουμανιστή Νικηφόρο Γρηγορά. Στον «Συνοδικό Τόμο» το δόγμα του Γρηγορίου για τις άκτιστες ενέργειες και τη θεία Χάρη αναγνωρίσθηκε ως κανόνας πίστεως για την Ορθόδοξη Εκκλησία.


     Ο Ισίδωρος προχώρησε στη χειροτονία μιας σειράς νέων επισκόπων και εμπιστεύθηκε στον Γρηγόριο τον θρόνο της Θεσσαλονίκης (Μάρτιος 1347). Καθώς όμως η πόλη βρισκόταν στα χέρια των Ζηλωτών, αντιπάλων του Καντακουζηνού, ο νέος μητροπολίτης δεν μπόρεσε να εγκατασταθεί στην έδρα του. Βρίσκοντας καταφύγιο στη Λήμνο για λίγο καιρό, όπου επέδειξε ηρωική αφοσίωση κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας, ο Γρηγόριος μπόρεσε τελικά να επιστρέψει στην πόλη, ανευφημούμενος ως εικόνα του τροπαιούχου Χριστού με πασχάλιους ύμνους. Στις πολυάριθμες ποιμαντικές του δραστηριότητες έδωσε την ευκαιρία στους πιστούς να επωφεληθούν από τα άφθονα χαρίσματα που απέκτησε στη γεμάτη αμετεώριστη και καθαρή προσευχή ερημία του. Άφησε να λάμψει στην πόλη το φως που φώτιζε την καρδιά του και μοίρασε αφειδώς τις θεόπνευστες διδαχές του, επιμένοντας στον στενό δεσμό που πρέπει να ενώνει την προσευχή και τη μυστηριακή ζωή στον βίο του κάθε χριστιανού. Με τη δύναμη του Χριστού, έκανε επίσης πλήθος θαυμάτων και θεράπευσε πολλούς.

     Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού προς την Κωνσταντινούπολη, έπεσε στα χέρια των Τούρκων και κρατήθηκε αιχμάλωτος στη Μικρά Ασία ένα χρόνο. Η σχετική ελευθερία που διέθετε και η ευρύτητα του πνεύματός του, του επέτρεψαν να κάνει τότε φιλικές θεολογικές συζητήσεις με μουσουλμάνους θεολόγους και με τον γιο του εμίρη Ορχάν (1354-1355). Απελευθερώθηκε χάρη σε λύτρα που ήρθαν από τη Σερβία, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου συνέχισε το έργο του ποιμενάρχη και θαυματουργού. Στα τέλη του 1354, ο Ιωάννης Ε΄ Παλαιολόγος εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη και ανάγκασε τον Καντακουζηνό να παραιτηθεί [5]. Εκθρόνισε τον πατριάρχη άγιο Φιλόθεο [11 Οκτ.] και στράφηκε εναντίον των οπαδών του αγίου Γρηγορίου. Ο Νικηφόρος Γρηγοράς, που είχε καταδικασθεί από τη Σύνοδο του 1351, επανέλαβε τις κατηγορίες του ισχυριζόμενος ότι δεν έπρεπε να αποδίδεται στον Θεό παρά μία απλή ουσία. Ο αυτοκράτορας διοργάνωσε δημόσια συζήτηση μεταξύ του τελευταίου αυτού και του Γρηγορίου, παρουσία ενός λογάτου του πάπα, η οποία κατέληξε στην επιβεβαίωση της Συνοδικής αποφάσεως (1355).

     Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη, ο άγιος ανέλαβε εκ νέου τα ποιμαντικά του καθήκοντα. Καθώς δοκιμαζόταν από μια μακροχρόνια και βαριά ασθένεια, του εμφανίσθηκε ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος για να τον καλέσει να τον συναντήσει εν μέσω του παραδείσιου χορού των αγίων ιεραρχών, την ημέρα μετά την εορτή του. Και, πράγματι, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς παρέδωσε την ιερή και θεοπτική ψυχή του στον Θεό στις 14 Νοεμβρίου του 1357. Όταν εκοιμήθη, το πρόσωπό του ακτινοβολούσε φως, όμοιο με εκείνο που καταύγαζε τον άγιο Στέφανο (Πράξ. 6, 15). Ο Θεός έδειξε με τον τρόπο τούτο, στο πρόσωπο του πιστού δούλου Του, την αλήθεια της διδασκαλίας Του για την πραγματικότητα της, διά του ακτίστου φωτός του Αγίου Πνεύματος, θεώσεως του ανθρώπου. Ο θείος Γρηγόριος ανακηρύχθηκε άγιος το 1368 και για το πλήθος των θαυμάτων του τιμάται έως σήμερα ως συμπολιούχος της Θεσσαλονίκης μαζί με τον άγιο Δημήτριο.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 [1]  Ο άγιος Γρηγόριος εορτάζεται και τη Β΄ Κυριακή των Νηστειών, μετά την εορτή της Ορθοδοξίας. Η τιμή του αγίου Γρηγορίου άρχισε αμέσως μετά τον θάνατό του, κατόπιν των θαυμάτων που έγιναν κοντά στη σορό του, στη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, αναπτύχθηκε έντονα και η τιμή του στο Άγιον Όρος. Το 1363, ο άγιος πατριάρχης Κάλλιστος [20 Ιουν.] ανέθεσε στους επισκόπους της περιοχής Θεσσαλονίκης να συντάξουν έκθεση των θαυμάτων του και των μαρτυριών της αγιότητάς του. Η έκθεση αυτή που εστάλη στον άγιο πατριάρχη Φιλόθεο τον Κόκκινο [11 Οκτ.] στην Κωνσταντινούπολη, επέτρεψε την επίσημη αναγνώριση της τιμής του και δημοσιεύθηκε στον Τόμο της Συνόδου του Μαρτίου-Απριλίου 1368. Στη Μεγίστη Λαύρα, η μνήμη του μετατέθηκε στις 5 Νοεμβρίου, επειδή συνέπιπτε με εκείνη του αγίου Φιλίππου, ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία του αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης [9 Νοεμ.], στη Θεσσαλονίκη εορταζόταν στις 13 μαζί με εκείνη του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Στις πρώτες τοιχογραφίες που τον εικονίζουν (Ι. Μ. Βατοπαιδίου), δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατό του, ονομάζεται «Νέος Χρυσόστομος». Τον κατά πλάτος «Βίον» του συνέγραψε ο άγιος Φιλόθεος ο Κωνσταντινουπόλεως· «Λόγος Ἐγκωμιαστικὸς εἰς τὸν ἐν Ἁγίοις Πατέρα ἡμῶν Γρηγόριον Ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τὸν Παλαμᾶν» (εκδ. «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας», Θεσσαλονίκη 1984).
 [2]  Γεννημένος κατά το 1250 στη Νίκαια, μετά από σύντομο γάμο, έγινε μοναχός στο Άγιον Όρος, όπου απέκτησε βαθιά πείρα του μυστικού βίου. Μητροπολίτης Φιλαδελφείας το 1283, διεύθυνε την ηρωική άμυνα της πόλεως εναντίον των Τούρκων το 1310 και εκπλήρωσε επάξια τα ποιμαντικά του καθήκοντα στις δύσκολες συνθήκες τις εποχής εκείνης μέχρι την κοίμησή του, το 1322. Πνευματικός πατέρας της Ειρήνης Χούμναινας Παλαιολογίνας και σύμβουλος της Μονής Φιλανθρώπου Σωτήρος, την οποία είχε ιδρύσει αυτή, είναι συγγραφέας σημαντικών πνευματικών πραγματειών, εκ των οποίων ορισμένες συμπεριελήφθησαν στη «Φιλοκαλία» και, σύμφωνα με τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, υπήρξε ο βασικός πρόδρομος του Ησυχασμού. Δυστυχώς, όμως, δεν συγκαταλέγεται ακόμη μεταξύ των αγίων (βλ. «Θεόκλητος Φιλαδελφείας ο Ομολογητής (1250-1322), Βίος και Έργα», επιμ. Ιωάννης Κ. Γρηγορόπουλος, εκδ. «Τέρτιος», Κατερίνη 1996).
 [3]  Ο θεολόγος, λόγιος και ιστορικός συγγραφέας Νικηφόρος Γρηγοράς (1295-1360) τον ονομάζει «Γρηγόριος ο Δριμύς». Πρόκειται ίσως για τον όσιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη [6 Απρ.].
 [4]  Καταγόμενος από τη Θεσσαλονίκη, ο άγιος Ισίδωρος (Βούχειρας) έζησε για λίγο στο Άγιον Όρος, αλλά χρειάσθηκε να επιστρέψει στη γενέτειρά του, όπου για δέκα περίπου χρόνια επιδόθηκε να διαδώσει την πρακτική της νοεράς προσευχής μεταξύ των λαϊκών. Εκάρη μοναχός από τον άγιο Γρηγόριο (1335), έγινε ένας από τους πιστότερους οπαδούς του και τον συνόδευσε στη Σύνοδο του 1341. Εξελέγη μητροπολίτης Μονεμβασίας, καθαιρέθηκε εξαιτίας των θέσεών του υπέρ των ησυχαστών. Μετά τη νίκη του Ιωάννου Καντακουζηνού έπαυσε να είναι σε δυσμένεια και εξελέγη πατριάρχης (1347), γεγονός που του επέτρεψε να ανεβάσει τον άγιο Γρηγόριο στο αξίωμα του μητροπολίτου Θεσσαλονίκης. Εκοιμήθη εν ειρήνη μετά από τρία μόλις χρόνια (1350), αφήνοντας πίσω του τη φήμη αγίου. Ο άγιος Φιλόθεος Κόκκινος συνέταξε τον «Βίον» του, η μνήμη του όμως δεν έχει ακόμη συμπεριληφθεί στο αγιολόγιο της Εκκλησίας.
[5]  Έγινε τότε μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ.


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ

Ἦχος πλ. δ΄.
ρθοδοξίας ὁ φωστήρ, Ἐκκλησίας τὸ στήριγμα καὶ διδάσκαλε, τῶν Μοναστῶν ἡ καλλονή, τῶν Θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος, Γρηγόριε θαυματουργέ, Θεσσαλονίκης τὸ καύχημα, Κῆρυξ τῆς Χάριτος· ἱκέτευε διὰ παντός, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἦχος πλ. δ΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸ πολύφωνον στόμα τῆς θείας Χάριτος, τῶν Ὀρθοδόξων δογμάτων, τὸν ἀληθῆ θησαυρόν, ἀνυμνοῦμέν σε πιστῶς Πάτερ Γρηγόριε· τῆς Ἐκκλησίας γὰρ φωστήρ, ἀνεδείχθης φαεινός, καὶ κλέος Θεσσαλονίκης· ἥτις ἐν σοὶ καυχωμένη, λαμπρῶς γεραίρει τοὺς ἀγῶνάς σου.

—ΚΟΝΤΑΚΙΑ—

Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὸ τῆς σοφίας ἱερὸν καὶ θεῖον ὄργανον, Θεολογίας τὴν λαμπρὰν συμφώνως σάλπιγγα, ἀνυμνοῦμέν σε Γρηγόριε θεοῤῥῆμον· Ἀλλ’ ὡς νοῦς Νοῒ τῷ πρώτῳ παριστάμενος, πρὸς αὐτὸν τὸν νοῦν ἡμῶν Πάτερ ὁδήγησον, ἵνα κράζωμεν· χαῖρε κῆρυξ τῆς χάριτος.

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Θεσσαλονίκη ἡ περίβλεπτος πόλις, τὴν σὴν ἁγίαν ἑορτάζουσα μνήμην, πρὸς εὐφροσύνην συγκαλεῖται ἅπαντας· ταύτης ποιμενάρχης γάρ, θεοφόρος ἐδείχθης, καὶ σοφὸς διδάσκαλος, Ἐκκλησίας ἁπάσης· χαριστηρίους ὅθεν σοι ᾠδάς, ᾄδομεν πάντες, Γρηγόριε μέγιστε.

Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Θεσσαλονίκης τὸν ποιμένα τὸν πανάριστον, καὶ Ἐκκλησίας τὸν φωστῆρα τὸν πολύφωτον, ἀνυμνήσωμεν ἐν ᾄσμασι θεηγόροις· τοῦ φωτὸς γὰρ τοῦ ἀδύτου ὤφθη σκήνωμα, καὶ παρέχει φωτισμὸν καὶ Χάριν ἄφθονον, τοῖς κραυγάζουσι· Χαίροις, Πάτερ Γρηγόριε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Χαίροις Ἐκκλησίας λαμπρὸς φωστήρ, καὶ Θεσσαλονίκης, ποιμενάρχης θεοειδής· χαίροις τοῦ ἀκτίστου, φωτὸς ὄργανον θεῖον, καὶ θεολόγων στόμα, Πάτερ Γρηγόριε.





[ «Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
υπό Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου.
Τόμ. 3ος (Νοέμβριος),
σελ. 145–152.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήνα, Απρίλιος 20122.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.