Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Παΐσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιος Παΐσιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2022

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΥΦΗΜΙΑΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΠΑΪΣΙΟ

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΥΦΗΜΙΑΣ

     Στις 26 Φεβρουαρίου 1974 (με το παλιό ημερολόγιο) ο Πατήρ Παΐσιος επέστρεψε στο Άγιον Όρος. Την επόμενη ημέρα, 27 Φεβρουαρίου, κατά τις δέκα η ώρα το πρωί, ενώ έκανε την Ακολουθία των Ωρών με κομποσχοίνι, άκουσε ξαφνικά χτύπημα στην πόρτα και μία απαλή γυναικεία φωνή να λέει: «Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών». Παραξενεύτηκε και ρώτησε: «Ποιος είναι;». Άκουσε την ίδια φωνή να λέει: «Η Ευφημία!». «Ποια Ευφημία;», σκέφθηκε, «Μήπως καμμιά γυναίκα έκανε την τρέλλα να έρθει στο Άγιον Όρος;». Το χτύπημα επαναλήφθηκε τρεις φορές. Με το τέταρτο χτύπημα, η πόρτα, αν και ήταν κλεισμένη με σύρτη, άνοιξε μόνη της και μπήκε μέσα η Αγία Μεγαλομάρτυς Ευφημία! Την συνόδευε ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, ο οποίος δεν μπήκε μέσα μαζί της, αλλά αμέσως εξαφανίσθηκε.

     Η Αγία έλαμπε ολόκληρη. Τα ενδύματά της, όπως και τα πάνινα υποδήματα που φορούσε, είχαν ένα ουράνιο γαλάζιο χρώμα. Στην παρουσία της ο Όσιος ένιωσε «ειρήνη, η οποία έγινε θεία ευφροσύνη». Αλλά, για να βεβαιωθεί τελείως ότι ήταν πράγματι η Αγία και όχι δαιμονική φαντασία, της ζήτησε να προσκυνήσουν την Αγία Τριάδα, λέγοντας προς αυτήν: «Πες: “Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός”!». Η Αγία το επανέλαβε απαλά κάνοντας συγχρόνως και μία μετάνοια, όχι όμως προς το Εκκλησάκι, όπως εκείνος, αλλά προς το κελλί του. Ο Όσιος παραξενεύθηκε, αλλά αμέσως κατάλαβε ότι η Αγία κοίταζε προς το εικονάκι της Αγίας Τριάδος, που ήταν κρεμασμένο πάνω από την πόρτα του κελλιού του. «Πιο δυνατά!», της είπε.

     Το ξαναείπε η Αγία λίγο πιο δυνατά.

     –Πιο δυνατά! της είπε και πάλι.

     Κι εκείνη το επανέλαβε ακόμη πιο δυνατά.

     «Καὶ τοῦ Υἱοῦ!», είπε ο Όσιος.

     «Καὶ τοῦ Υἱοῦ!», επανέλαβε η Αγία.

     «Καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος!», συνέχισε ο Όσιος, και η Αγία το επανέλαβε κάνοντας και τις μετάνοιες.

     –Τώρα να σε προσκυνήσω κι εγώ, της είπε, και την προσκύνησε με ευλάβεια.

     Ασπάσθηκε τα πόδια της, τα χέρια και την άκρη της μύτης. Έπειτα, κάθισαν στον μικρό διάδρομο, όπου υπήρχε ένα μπαουλάκι και ένα σκαμνάκι, και η Αγία τού διηγήθηκε τον βίο και τα μαρτύριά της. Την ώρα που τα διηγείτο, ο Όσιος δεν τα άκουγε απλώς, αλλά ένιωθε ότι τα έβλεπε και τα ζούσε.

     –Πώς άντεξες τόσα μαρτύρια; την ρώτησε.

     –Αν ήξερα πόση δόξα έχουν οι Άγιοι στον Ουρανό, θα ήθελα να περάσω ακόμη μεγαλύτερα μαρτύρια! απάντησε η Αγία.

     Έπειτα, την συμβουλεύθηκε για τρία θέματα που τον απασχολούσαν: το ένα θέμα ήταν εκκλησιαστικό· του είχαν ζητήσει την γνώμη του για ένα ζήτημα, και η Αγία τού επιβεβαίωσε ότι η απάντηση που είχε δώσει ήταν η σωστή. Το δεύτερο ήταν η έκδοση του Βίου του Αγίου Αρσενίου και το τρίτο θέμα ήταν δύο ζητήματα που αφορούσαν το Ησυχαστήριο.

     Όταν η Αγία έφυγε, άφησε τον Όσιο σε κατάσταση «θείας τρέλλας». Έμεινε κλεισμένος στο Καλυβάκι του, μέσα στην παραδεισένια ατμόσφαιρα που είχε φέρει η Αγία με την επίσκεψή της και όπου ήταν διάχυτη μία ουράνια ευωδία. Ο νους του ήταν προσηλωμένος στην ιερή μορφή της, η δε καρδιά του κόντευε να σπάσει από γλυκειά αγάπη και ανέκφραστη χαρά. «Με παλάβωσες! Με παλάβωσες, Αγία Ευφημία!», φώναζε. «Ξέρεις πώς με έκανες; Τέτοια λεπτή γλυκύτητα!».

     Ύστερα από δώδεκα μέρες ο Όσιος επισκέφθηκε το Ησυχαστήριο, θέλοντας να κάνει και τις Αδελφές κοινωνούς της ουράνιας ευφροσύνης που ο ίδιος ζούσε. Τις ημέρες που έμεινε εκεί, ήταν φανερό ότι ζούσε ακόμη στην ατμόσφαιρα της θείας επισκέψεως. Ένα βράδυ, μία Αδελφή τον βρήκε να ασπάζεται με θερμό πόθο μία εικόνα της Αγίας Ευφημίας. Ήταν όλος αλλοιωμένος από θεία αλλοίωση. Και, καθώς κόχλαζε μέσα του η θεία αγάπη, ο αέρας της αναπνοής του έβγαινε ηχηρός, σαν θερμός ατμός. Η κατάσταση αυτή έμοιαζε με εκείνη που τέσσερις μήνες νωρίτερα είχε περιγράψει σε επιστολή του: «Η ακριβή αγάπη προς τον Θεό, με τις θυσίες της, γλυκοβράζει στην καρδιά, και σαν τον ατμό πετιέται ο θείος έρως, ο οποίος δεν μπορεί να συγκρατηθεί και ενώνεται με τον Θεό».

     Αργότερα, εις ανάμνησιν αυτής της θείας επισκέψεως, ο Όσιος έγραψε ένα τροπάριο που το έψαλλε με όλη του την καρδιά, όταν ήταν μόνος του: «Ποίοις εὐφημιῶν ᾄσμασιν εὐφημήσωμεν τὴν Εὐφημίαν, τὴν καταδεχθεῖσαν ἀπὸ ἄνωθεν καὶ ἐπισκεφθεῖσαν κάτοικον μοναχὸν ἐλεεινὸν ἐν τῇ Καψάλᾳ. Ἐκ τρίτου τὴν θύραν πάλιν τοῦ ἔκρουσε, τετάρτη ἠνοίχθη μόνη ἐκ θαύματος καὶ εἰσελθοῦσα μὲ οὐράνιον δόξαν, τοῦ Χριστοῦ ἡ Μάρτυς, προσκυνοῦντες ὁμοῦ Τριάδα τὴν Ἁγίαν βεβαιοῦσα οὕτω τὴν ἀσφάλειαν τῆς εἰρήνης καὶ τῆς θείας εὐφροσύνης».

     Βοήθησε, επίσης, τις Αδελφές να αγιογραφήσουν και την εικόνα της Αγίας Ευφημίας, σε στάση να χτυπάει την πόρτα του Κελλιού του. Ένα ξύλινο εικονάκι με φωτογραφία αυτής της εικόνας το είχε για πολύ καιρό επάνω στο προσκέφαλό του, στο κελλί του στο Άγιον Όρος. Το εικονάκι αυτό, από τους συνεχείς θερμούς ασπασμούς του, ξεφλουδίσθηκε, και δεν φαινόταν πλέον η μορφή της Αγίας· «έφυγε» από το χαρτί και «τυπώθηκε» στην καρδιά του. «Οι Άγιοι», έγραψε ο Όσιος σε επιστολή του, «χαίρονται, όταν τυπώνονται στις καρδιές των ανθρώπων. Όταν ασπάζεται ο Χριστιανός τις άγιες εικόνες και ζητάει βοήθεια, εάν έχει ευλάβεια, με τον ασπασμό που κάνει με την καρδιά του, ρουφάει όχι μόνον την Χάρη του Χριστού, της Παναγίας ή των Αγίων, αλλά ρουφάει μέσα στην καρδιά του και τον Χριστό ολόκληρο ή την Παναγία ή τους Αγίους, και τοποθετούνται πια στο Τέμπλο του Ναού του. Ναός του Αγίου Πνεύματος ο άνθρωπος!».

     Η μεγάλη του αγάπη για την «Μεγάλη αυτή Αγία, η οποία, ενώ του ήταν άγνωστη, του έκανε αυτήν την μεγάλη τιμή», έκαιγε άσβεστη μέσα του, μέχρι την ημέρα που, είκοσι χρόνια αργότερα, το 1994, την επομένη της εορτής της, πήγε να την συναντήσει στον Παράδεισο…



[ (1) «Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης»,

κεφ. 11ο, §16, σελ. 328–333.

Έκδοση

Ιερού Ησυχαστηρίου

«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,

Σουρωτή, Βασιλικά, Θεσσαλονίκης.

2η ανατύπωση, Ιούνιος 2016.

(2) Ιερομονάχου Χριστοδούλου

Αγιορείτου:

«Ο Γέρων Παΐσιος (Εζνεπίδης)»

–Πρώτος Τόμος–,

κεφ. 5ο, §1, σελ. 267–270,

Άγιον Όρος, 1994.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]





Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση

των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται

απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Πέμπτη 23 Ιουλίου 2020

«ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΕ ΕΔΩ!»


«ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ
ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΕ ΕΔΩ!»
(Μικρό σχόλιο για την ισλαμοποίηση
της Μεγάλης του Γένους Εκκλησίας,
της «Αγια–Σοφιάς».)


     Τον Οκτώβριο του 1972, ο τότε Ηγούμενος της Μονής Σταυρονικήτα χρειάσθηκε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη και στην Άγκυρα, για να αναζητήσει στο τουρκικό κτηματολόγιο κάποιους τίτλους της Μονής. Τον συνόδευσε λοιπόν ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924–1994) και προγραμμάτισαν μάλιστα να επισκεφθούν και τα Φάρασα, την πατρίδα του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου.
     Στην Κωνσταντινούπολη ο Όσιος θαύμασε την μεγαλοπρέπεια και τη χάρη των Ναών, αλλά και πόνεσε για την κακή κατάσταση, στην οποία είχαν περιέλθει. Στην Αγια–Σοφιά στάθηκε πίσω από μια κολόνα και προσευχόταν με δάκρυα. Ένας φύλακας που τον αντιλήφθηκε, τον έσπρωξε με θυμό λέγοντας: «Δεν επιτρέπεται να προσεύχεσθε εδώ!». Τότε εκείνος τον πήρε από το χέρι και του έδειξε ένα σημείο όπου υπήρχαν ούρα. «Αυτά επιτρέπονται;», τον ρώτησε ελεγκτικά.
     Επέστρεψε από το ταξίδι συγκινημένος για το προσκύνημα που αξιώθηκε να κάνει αλλά και λυπημένος για όσα αντίκρισε.
     Είπε: «Τι μεγαλείο υπήρχε στην Αγια–Σοφιά, τότε στους Βυζαντινούς χρόνους! Αφού είχαν μείνει έκπληκτοι οι Ρώσοι, ώστε να πουν: “Ο ουρανός στη γη!”. Και πώς είναι η Αγια–Σοφιά τώρα! Πόνεσε η ψυχή μου!».
     Πρόσθεσε δε στο τέλος: «Δεν ήθελε ο Θεός να υπάρχει το Βυζάντιο; Ήθελε, αλλά οι αμαρτίες του λαού και των αρχόντων έγιναν αιτία και χάθηκε…».


[ «Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης»,
Κεφ. 11ο, §12, σελ. 320–322,
Έκδοσις
Ιερόν Ησυχαστήριον
«Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης,
Ιούνιος 20162.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

«ΕΦΤΑΣΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ!»


«ΕΦΤΑΣΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ!»


     «Μην ανησυχείς, παιδί μου! Εγώ ετοιμάζομαι να κοιμηθώ και δεν θα είμαι εδώ, αλλά θα βλέπω από πάνω, διότι εδώ (στη γη) είμαστε όλοι προσωρινά. Η Τουρκία θα διαμελισθεί σε 3–4 κομμάτια. Ήδη, έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Εμείς θα πάρουμε τα δικά μας εδάφη. Οι Αρμένιοι τα δικά τους και οι Κούρδοι τα δικά τους. Το Κουρδικό θέμα έχει ήδη δρομολογηθεί. Αυτά θα γίνουν όχι τώρα, αλλά σύντομα· όταν θα πάψει αυτή η γενιά που κυβερνάει την Τουρκία και θ’ αναλάβει νέα γενιά πολιτικών. Τότε θα γίνει ο διαμελισμός της Τουρκίας. Πολύ σύντομα, οι προσευχές που γίνονται κάτω από την επιφάνεια της γης (σημ.: δηλαδή οι προσευχές των Κρυπτοχριστιανών), θα γίνονται επάνω στη γη. Και τα κεράκια που ανάβονται κάτω, θ’ ανάβονται επάνω. Θα τα δεις, παιδί μου! Πίστη και ελπίδα στον Θεό να υπάρχει, και θα χαρούν πολλοί. Όλ’ αυτά (που σου λέω), θα γίνουν στα χρόνια αυτά. Έφτασε ο καιρός!...».

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)



[ Μάρτιος του 1993·
Λόγος του ιδίου του
Αγίου Γέροντα Παϊσίου
προς τον Δημήτριο Λάμαρη
από την Πάφο της Κύπρου.
Από το βιβλίο του
Νικολάου Α. Ζουρνατζόγλου
«Μαρτυρίες Προσκυνητών»,
Τόμος Α΄, Κεφ. ΙΑ΄, §168, σελ. 423,
Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 20116.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2020

«ΕΙΜΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΙΛΛΙΑΝΟΣ!»


«ΕΙΜΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΙΛΛΙΑΝΟΣ!»


     Αφού τακτοποίησε κάπως το νέο του Κελλί, την Παναγούδα, ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος, εγκαταστάθηκε εκεί στα τέλη Μαΐου του 1979. Και ύστερα από λίγες ημέρες του συνέβη το πρώτο θαυμαστό γεγονός.

     Ήταν 2 Ιουνίου (με το παλαιό ημερολόγιο) και ήθελε να δει ποιος Άγιος γιόρταζε την επόμενη ημέρα, για να κάνει τον Εσπερινό με κομποσχοίνι. Επειδή τα Μηναία, που είχε φέρει από το Κελλί του «Τιμίου Σταυρού», ήταν ακόμη μέσα στα χαρτοκιβώτια, έψαχνε τα γυαλιά του για να διαβάσει τα μικρά γράμματα από ένα ημερολόγιο τσέπης που είχε πρόχειρο. Αφού έψαξε αρκετά και δεν τα βρήκε, άρχισε τον Εσπερινό της 3ης Ιουνίου· και, στο κομποσχοίνι για τον εορταζόμενο Άγιο, έλεγε: «Άγιοι της ημέρας, πρεσβεύσατε υπέρ ημών!». Και στη νυκτερινή του Ακολουθία, αφού πάλι έψαχνε επί ένα μισάωρο με τρία τέταρτα τα γυαλιά του και δεν τα έβρισκε, άρχισε να επαναλαμβάνει το ίδιο: «Άγιοι της ημέρας, πρεσβεύσατε υπέρ ημών!».

     Ξαφνικά, εμφανίσθηκε μπροστά του ένας λαμπροφόρος αξιωματικός, ο οποίος τον πλησίασε με καλωσύνη και πατρική στοργή, μεταδίδοντάς του μία ανέκφραστη αγαλλίαση.


     Ο Πατήρ Παΐσιος πήρε τότε θάρρος και τον ρώτησε:
     –Πού υπηρετούσατε και πώς λέγεστε;
     –Είμαι ο Άγιος Λουκιλλιανός, του είπε εκείνος.
     Ο Πατήρ Παΐσιος δεν άκουσε καλά και ρώτησε:
     –Ο Άγιος Λογγίνος;
     –Όχι, ο Άγιος Λουκιλλιανός, του είπε πάλι.
     Επειδή ο Γέροντας δεν θυμόταν ότι υπήρχε τέτοιος Άγιος, τον ξαναρώτησε:
     –Ο Άγιος Λουκιανός;
     –Όχι· ο Άγιος Λου-κιλ-λι-α-νός! επανέλαβε ο Άγιος προς τον Όσιο Παΐσιο, προφέροντας την κάθε συλλαβή του ονόματός του χωριστά.

     Και τότε ο Άγιος Λουκιλλιανός στράφηκε σε έναν νεαρό γιατρό με άσπρη ιατρική ποδιά, που ήταν δίπλα του, και του ζήτησε να εξετάσει τον Όσιο. Ο νεαρός αυτός γιατρός, ψηλός στο ανάστημα και με ολόλευκο λεπτό πρόσωπο, ήταν ο Άγιος Παντελεήμων, ο προστάτης της Σκήτης Κουτλουμουσίου, η οποία βρίσκεται απέναντι από το Κελλί της Παναγούδας. Αφού λοιπόν τον εξέτασε, είπε στον Άγιο Λουκιλλιανό τη διάγνωση: «Τα τραύματά του έχουν θεραπευθεί· μόνο για το δίπλωμα θα τα λάβουμε υπ’ όψιν μας».


     Όταν οι δύο Άγιοι έφυγαν, ο Όσιος ένιωθε μεγάλη χαρά και διπλή ξεκούραση. Έψαξε καλύτερα για τα γυαλιά του και, όταν τα βρήκε, είδε στο ημερολόγιο ότι στις 3 Ιουνίου ήταν η μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Λουκιλλιανού!

     «Είναι ζωντανή η παρουσία των Αγίων!», έγραψε σε επιστολή του, «Και όταν εμείς δεν τους βρίσκουμε, εκείνοι μας βρίσκουν! Ακόμη ο Άγιος με χορταίνει με την αγάπη του και με ξεκουράζει ψυχικά και σωματικά με την παραδεισένια χαρά που μου έδωσε».

     Την άλλη μέρα το πρωί, όταν ήρθε ο μοναχός που τον βοηθούσε, ο Γέροντας χαμογελώντας τον ρώτησε: «Άγιος Λουκιλλιανός, ε;» και του διηγήθηκε την εμφάνιση των Αγίων. Και όταν διάβασε το Συναξάρι του Αγίου, εξεπλάγη συνειδητοποιώντας την εξής «σύμπτωση»: ο κατά πλάτος Βίος του Αγίου, που βρίσκεται στην Ι. Μ. Ιβήρων, καταχωρείται στις 27 Φεβρουαρίου, ημερομηνία δηλαδή κατά την οποία του είχε εμφανισθεί η Αγία Ευφημία. Η σχέση αυτή του Μάρτυρος με την Αγία, που τόσο ευλαβείτο, αλλά και η εγγύτητα του χρόνου και ιδίως του τόπου του μαρτυρίου των δύο Αγίων, τον χαροποίησαν ιδιαίτερα.

     Έκτοτε ο Γέροντας Παΐσιος τιμούσε τον Άγιο Λουκιλλιανό κατ’ έτος και έβαλε την εικόνα του στην Εκκλησία του Κελλιού του. Πήγε κατόπιν στην Κουτλουμουσιανή Σκήτη και προσκύνησε τον Άγιο Παντελεήμονα. Ανέφερε δε ότι η εικόνα του στο προσκυνητάρι μοιάζει πολύ με την αγία μορφή του.

     Αυτό το θαυμαστό γεγονός παρηγόρησε τον Άγιο Γέροντα και έδιωξε την κόπωση και τις στενοχώριες που περνούσε εκείνη τη μεταβατική περίοδο με την εγκατάστασή του στην «Παναγούδα».


[ (1) «Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης»,
Κεφ. 12ο, §1, σελ. 386–388,
Έκδοσις Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Βασιλικά Θεσσαλονίκης,
Ιούνιος 20162.
(2) Ιερομονάχου Ισαάκ:
«Βίος Γέροντος Παϊσίου
του Αγιορείτου»,
Κεφ. ΙΒ΄, §2, σελ. 288–290,
Άγιον Όρος 20086.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 3 Μαΐου 2020

Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ


Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΑΠΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ


     «Κελλί “Τιμίου Σταυρού” – Απρίλιος 1974.
     »Σήμερα, Κυριακή των Μυροφόρων, πηγαίνοντας στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα την νύκτα για την θεία Λειτουργία, ο νους μου πήγαινε στην μεγάλη αγάπη των Μυροφόρων που νίκησε τον ανδρισμό των Αποστόλων. Θυμήθηκα μετά και τις “Μυροφόρες” της εποχής μας και θεώρησα καλό να γράψω αυτά που νιώθω αυτήν την αγία ημέρα, την Κυριακή των Μυροφόρων.«
 
     »Οι Μυροφόρες, είχαν μεγάλη εμπιστοσύνη στον Χριστό, είχαν πνευματική κατάσταση και εμπιστεύθηκαν στον Χριστό και γι’ αυτό δεν υπολόγισαν τίποτε! Αν δεν είχαν πνευματική κατάσταση, θα έκαμναν αυτό που έκαναν; Πού θα εμπιστεύονταν για να κάνουν αυτό που έκαναν; Ξεκίνησαν χαράματα, ώρα που απαγορευόταν η κυκλοφορία, με αρώματα στα χέρια για τον Πανάγιο Τάφο του Χριστού, από αγάπη για τον Χριστό. Γι’ αυτό και αξιώθηκαν να ακούσουν από τον Άγγελο το χαρμόσυνο μήνυμα της Αναστάσεως.«

     »Στην πνευματική ζωή και, ο πιο δειλός ακόμη, μπορεί να αποκτήσει πολύ ανδρισμό, αν εμπιστευθεί τον εαυτό του στον Χριστό, στην θεία βοήθεια. Μπορεί να πάει στην πρώτη γραμμή και να νικήσει. Ενώ, οι καημένοι οι άνθρωποι που θέλουν να κάνουν το κακό, και παλληκαριά να έχουν, φοβούνται, διότι αισθάνονται την ενοχή τους και μόνο στην βαρβαρότητά τους στηρίζονται.«


     »Ο άνθρωπος του Θεού έχει θεϊκές δυνάμεις· έχει και το δίκαιο με το μέρος του. Βλέπεις, ένα μικρό κουταβάκι κάνει “γαβ!–γαβ!” και φεύγει αμέσως ο λύκος γιατί αισθάνεται ενοχή. Οικονόμησε ο Θεός και ο λύκος να φοβάται ακόμη και από ένα κουταβάκι, γιατί αυτό έχει δικαιώματα στο σπίτι του νοικοκύρη του, –πόσο μάλλον ο άνθρωπος που πάει να κάνει κακό μπροστά σ’ εκείνον τον άνθρωπο, που έχει τον Χριστό μέσα του!«
 
     »Γι’ αυτό, μόνον τον Θεό να φοβόμαστε, όχι τους ανθρώπους, όσο κακοί και να είναι αυτοί. Ο φόβος του Θεού, και τον πιο δειλό, τον κάνει παλληκάρι! Όσο ενώνεται κανείς με τον Θεό, τόσο δεν φοβάται τίποτε! Ο Θεός, θα βοηθήσει στις δυσκολίες. Αλλά, για να δώσει ο Θεός την θεϊκή Του δύναμη, πρέπει και ο άνθρωπος να δώσει αυτό το λίγο που μπορεί.«

     »Να καλλιεργήσουμε το “χαροποιόν πένθος”, για να έρθει και η πραγματική χαρά. Αν ζήσουμε με ευλάβεια και κατάνυξη την Μεγάλη Εβδομάδα, θα ζήσουμε με πνευματική αγαλλίαση και θεία ευφροσύνη την Αγία Ανάσταση. Και είναι φυσικό αυτό· γιατί όλη την Μεγάλη Εβδομάδα ζούσαμε τα λυπηρά γεγονότα του Πάθους και ιδιαίτερα την Μεγάλη Παρασκευή. Επειδή το συναίσθημα της λύπης είναι βαθύτερο από το συναίσθημα της χαράς, δεν μπορούμε μέσα σε μια μέρα να ξεπεράσουμε αυτήν την ψυχική κατάσταση.«


     »Όχι, ότι δεν χαίρεται η ψυχή την Ανάσταση, αλλά δεν χαίρεται τόσο, όσο το απαιτεί η λαμπρή αυτή Ημέρα. Σιγά–σιγά, όμως, κατά την Διακαινήσιμο Εβδομάδα (καθώς και κατά τις Κυριακές του Πεντηκοσταρίου που ακολουθούν), φεύγει ο πόνος της Μεγάλης Εβδομάδας και η ψυχή γεμίζει με την αναστάσιμη χαρά.«
 
     »Εύχομαι, να χαίρεσθε πάντοτε, με αγαλλίαση πνευματική, με συνεχή πασχαλινή χαρά, με εσωτερική γλυκειά αναστάτωση!».

     Σαν εκείνη την ευλογημένη, την καρδιακή και την «γλυκειά αναστάτωση» που είχαν μέσα τους οι Άγιες Μυροφόρες Γυναίκες που εορτάζουμε, σήμερα και φέτος, μέσα στην χριστοαναστάσιμη χάρη και χαρά! Αμήν.

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)



[ Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου:
« Λ ό γ ο ι » ·
(1) Τόμ. Β΄: «Πνευματική Αφύπνιση»,
Μέρος 3ο, κεφ. 4ο, σελ. 226,
Νοέμβριος 1999.
(2) Τόμ. ΣΤ΄: «Περί Προσευχής»,
Μέρος 6ο, κεφ. 1ο, σελ. 203–204,
Ιούλιος 2012.
(3) «Επιστολές»,
Επιστολή Δ΄, σελ. 179,
Αύγουστος 1994.
(3α) σελ. 165, Ιανουάριος 2003.
Εκδόσεις
Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης.
Α΄ Δημοσίευση:
Κυριακή 4 Μαΐου 2014.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ, ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ, ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


     «Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας δεν έχει καμία έλλειψη. Η μόνη έλλειψη που παρουσιάζεται, είναι από μας τους ίδιους, όταν δεν αντιπροσωπεύουμε σωστά την Εκκλησία, από τον πιο μεγάλο στην ιεραρχία μέχρι τον απλό πιστό. Μπορεί να είναι λίγοι οι εκλεκτοί, όμως αυτό δεν είναι ανησυχητικό. Η Εκκλησία είναι Εκκλησία του Χριστού και Αυτός την κυβερνάει. Δεν είναι ναός που κτίζεται με πέτρες, άμμο και ασβέστη από ευσεβείς και καταστρέφεται με φωτιά βαρβάρων, αλλά είναι ο Ίδιος ο Χριστός· “Όποιος πέσει πάνω σ’ αυτόν τον λίθο θα τσακιστεί και σε όποιον πάνω πέσει αυτός ο λίθος θα τον κομματιάσει” (Ματθ. 21, 44). Ο Χριστός ανέχεται σήμερα μια κατάσταση. Ανέχεται και ενεργεί η θεία Χάρις για χάρη του λαού. Μια μπόρα είναι· θα ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, δεν θα σταθούν. Είδες που αναφέρει το Ευαγγέλιο; “Λυχνάρι μισοσβησμένο δεν θα το φυσήξω. Και καλάμι ραγισμένο δεν θα το αγγίξω” (Ησ. 42, 3· Ματθ. 12, 20). Εμείς οι μοναχοί, αλλά και οι κληρικοί, σκορπούμε αθεΐα, όταν δεν ζούμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο. Ο κόσμος έχει ανάγκη από τις αρετές μας, όχι από τα χάλια μας. Οι κοσμικοί αφορμή ζητούν, για να δικαιολογήσουν τις αμαρτίες τους. Γι’ αυτό θέλει πολλή προσοχή. Βλέπεις, εμείς δεν μπορούμε να πούμε αυτό που λέει ο Χριστός: “Ποιος από σας μπορεί να Με ελέγξει για κάποια αμαρτία;” (Ιωάν. 8, 46), αλλά “ποιος από σας μπορεί να με ελέγξει για κάποιο σκάνδαλο;”, αυτό πρέπει να μπορούμε να το πούμε. Ο Χριστός το είπε εκείνο, γιατί ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Εμείς είμαστε άνθρωποι. Έχουμε ατέλειες, έχουμε πτώσεις, τέλος πάντων, δεν κάνει να γινόμαστε αιτία να σκανδαλίζεται ο άλλος.«

     »Από την άλλη, αν φταίει ένας δεσπότης, ένας παπάς, ένας καλόγερος, δεν φταίει ο Χριστός! Αλλά οι άνθρωποι δεν πάνε ως εκεί. “Αντιπρόσωπος του Χριστού δεν είναι;”, λένε. Ναι, αλλά αναπαύεται ο Χριστός με αυτόν τον “αντιπρόσωπο”; Ή δεν σκέφτονται τι τον περιμένει αυτόν τον “αντιπρόσωπο” στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό μερικοί, που σκανδαλίζονται από μερικά γεγονότα, καταλήγουν να μην πιστεύουν, γιατί δεν καταλαβαίνουν, οι καημένοι, ότι όπως, αν φταίει ένας χωροφύλακας, δεν φταίει το έθνος, έτσι κι αν φταίει ένας παπάς, δεν φταίει η Εκκλησία.«


     »Στα εκκλησιαστικά θέματα όλες οι καταστάσεις δεν είναι να πάρεις θέση. Μπορεί να ανέχεται κανείς μια κατάσταση κάνοντας υπομονή, έως ότου δείξει ο Θεός τι πρέπει να κάνει. Άλλο είναι να ανέχεται κανείς μια κατάσταση και άλλο να την αποδέχεται, ενώ δεν πρέπει. Ύστερα, σε τέτοιες περιπτώσεις, ό,τι έχει να πει κανείς να το πει με σεβασμό, ανδρίκια· όχι να βρίζει και να δημοσιεύει. Να το πει ιδιαιτέρως στο ίδιο το πρόσωπο στο οποίο αφορά το θέμα με πόνο, από αγάπη, για να προσέξει μερικά πράγματα. Δεν είναι ειλικρινής και ευθύς εκείνος που λέει κατά πρόσωπο την αλήθεια, ούτε και εκείνος που τη δημοσιεύει, αλλά εκείνος που έχει αγάπη και αληθινή ζωή και μιλάει με διάκριση, όταν πρέπει, και λέει εκείνα που πρέπει την πρέπουσα ώρα.«

     »Εκείνοι που ελέγχουν με αδιακρισία, έχουν πνευματική σκότιση και κακία και βλέπουν τους ανθρώπους δυστυχώς σαν κούτσουρα. Και ενώ τους πελεκάνε αλύπητα, και υποφέρουν οι άνθρωποι, αυτοί χαίρονται για το τετραγώνισμα που τους κάνουν, για τον “κυβισμό”! Οι ελευθερωμένοι όμως άνθρωποι από τα πάθη τους, επειδή δεν έχουν κακία, το κακό το διορθώνουν με καλωσύνη. Αν δουν καμιά φορά κάπου λίγη ακαθαρσία που δεν καθαρίζεται, την σκεπάζουν με καμιά πλάκα, για να μην αηδιάσει ο άλλος που θα την δει.«

     »Να προσέχουμε να μη δημιουργούμε θέματα στην Εκκλησία ούτε να μεγαλοποιούμε τις μικρές ανθρώπινες αταξίες που γίνονται, για να μη δημιουργούμε μεγαλύτερο κακό και χαίρεται μετά ο πονηρός. Όποιος για μικρή αταξία ταράσσεται πολύ και ορμάει απότομα με οργή, δήθεν για να την διορθώσει, μοιάζει με ελαφρόμυαλο νεωκόρο που βλέπει να στάζει ένα κερί και ορμάει απότομα, με φόρα, για να το διορθώσει δήθεν, αλλά παίρνει σβάρνα ανθρώπους και μανουάλια και δημιουργεί μεγαλύτερη αταξία την ώρα της λατρείας. Δυστυχώς στην εποχή μας έχουμε πολλούς που ταράσσουν την Μητέρα Εκκλησία.«

     »Όσοι από αυτούς είναι μορφωμένοι, έπιασαν το δόγμα με το μυαλό και όχι με το πνεύμα των Αγίων Πατέρων. Όσοι πάλι είναι αγράμματοι, έπιασαν και αυτοί το δόγμα με τα δόντια, γι’ αυτό και “τρίζουν τα δόντια”, όταν συζητούν εκκλησιαστικά θέματα, και έτσι δημιουργείται μεγαλύτερη ζημία στην Εκκλησία από αυτούς, παρά από τους πολέμιους της Ορθοδοξίας μας.«


     »Είναι μερικοί, πάλι, που ασχολούνται με την κριτική ο ένας του άλλου· παρακολουθεί ο ένας τον άλλον περισσότερο από τον εαυτό του. Κοιτάζει τι θα πει ή τι θα γράψει ο άλλος, για να τον χτυπήσει κατόπιν αλύπητα, ενώ ο ίδιος, εάν έλεγε ή έγραφε το ίδιο πράγμα, θα το υποστήριζε με πολλές μαρτυρίες από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες. Το κακό που κάνει είναι μεγάλο, γιατί αφ’ ενός μεν αδικεί τον πλησίον του, αφ’ ετέρου δε τον γκρεμίζει μπροστά στα μάτια των πιστών. Όσοι δικαιολογούν την κακία τους με τον δήθεν έλεγχο των άλλων και όχι του εαυτού τους ή με το να δημοσιεύουν στον κόσμο εκκλησιαστικές καταστάσεις –ακόμη και πράγματα που δεν λέγονται– προφασιζόμενοι το “πείτε το στη συνάθροιση της Εκκλησίας” (Ματθ. 18, 17), ας κάνουν πρώτα αρχή από την μικρή τους εκκλησία, την οικογένειά τους, την αδελφότητά τους και, αν τους φανεί καλό, τότε ας ρεζιλέψουν και την Μητέρα Εκκλησία. Τα καλά παιδιά, νομίζω, ποτέ δεν κατηγορούν την μάνα τους.«

     »Όλοι χρειάζονται στην Εκκλησία. Όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σ’ αυτήν· και οι ήπιοι χαρακτήρες και οι αυστηροί. Όπως στο σώμα του ανθρώπου είναι απαραίτητα και τα γλυκά και τα ξινά, ακόμη και τα πικρά ραδίκια, γιατί το καθένα έχει τις δικές του ουσίες και βιταμίνες, έτσι και στο Σώμα της Εκκλησίας, όλοι είναι απαραίτητοι. Ο ένας συμπληρώνει τον χαρακτήρα του άλλου και όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να ανεχόμαστε, όχι μόνον τον πνευματικό χαρακτήρα του άλλου, αλλά ακόμη και τις αδυναμίες που έχει σαν άνθρωπος. Δυστυχώς, μερικοί έχουν παράλογες απαιτήσεις από τους άλλους. Θέλουν να έχουν όλοι ίδιο πνευματικό χαρακτήρα με τον δικό τους, και όταν κάποιος δεν συμφωνεί με τον χαρακτήρα τους, δηλαδή ή είναι λίγο επιεικής ή λίγο οξύς, αμέσως βγάζουν το συμπέρασμα ότι δεν είναι πνευματικός άνθρωπος».

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)


[ Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
Λόγοι Α΄,
«Με πόνο και αγάπη
για τον σύγχρονο άνθρωπο»,
Μέρος 4ο, κεφ. 2ο, §4–§5,
σελ. 318–324.
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης, Μάρτιος 19992.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.