Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ

     «Πολλές φορές, το μαρτύριο του Πνευματικού Πατέρα είναι, ή να καταστραφεί ο ίδιος ριψοκινδυνεύοντας, ή να καταστραφεί το έργο του, μένοντας σε εξωτερικούς νόμους και κανονισμούς.«

     »Υπάρχουν Πνευματικοί Πατέρες, οι οποίοι για να είναι “ασφαλείς” οι ίδιοι, τηρούν το γράμμα του Νόμου. Και αυτό οπωσδήποτε τούς δίνει μια “ασφάλεια”!«

     »Όμως, πιο ασφαλείς είναι εκείνοι οι Πνευματικοί που ριψοκινδυνεύουν για την αγάπη του αδελφού και κάνουν οικονομία, βιώνοντας το Πνεύμα του Νόμου.«

     »Κάνοντας οικονομία, μέσα από καρδιακή προσευχή, αισθάνονται ακριβώς ότι για την αγάπη του αδελφού “παρέβησαν” το γράμμα του κανόνος. Και αυτός ο έλεγχος τούς κρατά στην Ταπείνωση· η οποία Ταπείνωση φέρνει Χάρη.«

     »Αντίθετα, αυτοί που δικαιώνουν τους εαυτούς τους ως “τηρητές” του Νόμου, δυσκολεύονται στην σωτηρία. Και όσοι δε Πνευματικοί Πατέρες είναι υπερβολικά αυστηροί, αυτοί δεν μπορούν να κρατήσουν κοντά τους, τους ανθρώπους· ούτε και μπορούν να τους βοηθήσουν!...».


ΑΓΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ

(1896–1993)

Μαθητής και Βιογράφος

του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου.

Θεολόγος, μέγας Ησυχαστής,

εμπειρικός Διδάσκαλος της Εκκλησίας μας

περί κεφαλαιωδών βιωμάτων Προσευχής,

θείου Φωτός, Ασκήσεως και ιεράς Νήψεως.

Κτήτωρ και Καθηγούμενος

της Ιεράς Πατριαρχικής

και Σταυροπηγιακής Μονής

Τιμίου Προδρόμου,

Έσσεξ Αγγλίας.




Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση

των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται

απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ CLAMAR


ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ CLAMAR


     «Ενώ ήμουν ήδη στη Γαλλία (1922-1925), στο εργαστήριο που είχα στο Clamar, ήρθα σε κατάσταση βαθύτερης αμηχανίας. Πολλά τότε μου ήταν ασαφή…
     »Ευρισκόμενος στη Δύση ανάμεσα σε χριστιανούς άλλων παραδόσεων –έχω κυρίως υπ’ όψιν μου τώρα τους Ρωμαιοκαθολικούς που επικρατούν στη Γαλλία–, δεν μπορούσα ακόμη να διακρίνω σε ποιόν χώρο θα ήταν δυνατόν να προσεγγίσω τον αληθινό Θεό και επιδόθηκα σε τέτοια προσευχή, που πολλές φορές με αποσπούσε από τον κόσμο αυτόν. Στην “απόγνωσή” μου από τη συνείδηση της μηδαμινότητάς μου, παρακαλούσα τον Θεό να μην αποκρύψει από μένα τις οδούς προς Αυτόν.
     »Η περίοδος αυτή της ζωής μου ήταν φοβερή!

     »Εκείνη την εποχή άφησα το Clamar και μετακόμισα πάλι στο κεντρικό Παρίσι. Πολλές φορές για προσευχή έμπαινα σε Καθολικούς ναούς που ήταν ανοικτοί για τον κόσμο ολόκληρη τη μέρα.
     »Και να, κάποια φορά, βυθισμένος στην προσευχή για πολλή ώρα –πράγμα που ήταν συνηθισμένο για μένα εκείνο τον καιρό–, είδα έναν καθολικό ιερέα να με πλησιάζει και να μου λέει ότι συχνά με έβλεπε να προσεύχομαι με ζήλο και θα ήθελε να γνωρίσει ποιός είμαι.
     »Κατά τη συνομιλία μου μαζί του τον κοίταξα με έκπληξη· όλα στη μορφή του μου ήταν εντελώς ξένα. Παράδοξο!...

     »Μετά από αυτό εγώ, αν και δεν έδειξα καμία αναστάτωση, ωστόσο σταμάτησα να πηγαίνω σε Ρωμαιοκαθολικούς Ναούς. Τότε, για πρώτη φορά πήγα σε Ορθόδοξο Ρωσικό Ναό της οδού Daru. Παρά την “ακαταστασία” που επικρατούσε εκεί, αισθάνθηκα έντονα μια πλημμύρα θερμής προσευχής και ένοιωσα “οικειότητα” μέσα μου!…».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ
(1896–1993)


[ Αρχιμανδρίτου
Σωφρονίου Σαχάρωφ:
«Το μυστήριο της Χριστιανικής Ζωής»,
Α΄ βιβλ., κεφ. 3ο, σελ. 109–111.
Έκδοση
Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου·
Έσσεξ Αγγλίας, 20101.
Α΄ δημοσίευση:
Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2019

ΔΙΑΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ


ΔΙΑΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ


     «Ένα από τα ερωτήματα που με απασχολούσαν ήταν το πώς είναι ποτέ δυνατόν να ζήσεις “αναμάρτητα” μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο. Γιατί όλες μας οι πράξεις είναι τόσο ασήμαντες, σε σχέση με όσα απαιτεί από εμάς το πνεύμα του Ευαγγελίου, το οποίο, στο τέλος φαίνεται να είναι απλώς αδύνατο και ουτοπικό.
     »Και κατά τη διαμονή μου στον Άθωνα, όπως συνέβαινε και πριν να γίνω μοναχός, κάποιες φορές η προσευχή μου διακοπτόταν από “θεομάχους” λογισμούς.
     »Θυμάμαι πόσο φοβερά βασανίστηκα κάποτε από αυτό το γεγονός, από το ότι δηλαδή δεν κατάφερα ούτε να μην κατακρίνω με τις σκέψεις ούτε να μην υπερηφανεύομαι ούτε να μην αισθάνομαι αντιπάθειες κλπ. Και, αφού όλα αυτά δεν τα κατάφερα, άρχισα με τον Θεό ένα είδος “διαμάχης” της τάξεως που θα λεχθεί παρακάτω.
     »Έτσι, σε μια στιγμή από τη μαρτυρική μου παράσταση μπροστά στο κριτήριο του Λόγου του Θεού, παρά τις προσπάθειές μου, αισθάνθηκα την άκρα αδυναμία μου να παραμείνω στο πνεύμα των Εντολών Του. Και θυμάμαι που πρόφερα τότε αυτούς τους άφρονες λόγους:
     —“Μιλάς, λοιπόν, Εσύ για την έσχατη και φοβερή Κρίση! Αλλά πώς άραγε θα κρίνεις Εσύ εμένα; Ποιό είναι το δικό Σου το Είναι; Ποιές είναι οι δικές Σου δυνατότητες και ποιές οι δικές μου; Εγώ είμαι άνθρωπος· Αν δεν κοιμηθώ, αν δεν φάω κλπ., θα πεθάνω! Κι αν κάποιος ή κάτι με χτυπήσει, πάλι μπορώ να πεθάνω! Και Εσύ, λοιπόν, θα κρίνεις εμένα;! Μα, Εσύ δεν έχεις καν το δικαίωμα να με κρίνεις! Για να είσαι δικός μου Κριτής, σύμφωνα με κάθε έννοια δικαιοσύνης, οφείλεις πρώτα Εσύ ο Ίδιος να βρεθείς σε όμοιες με μένα συνθήκες. Εσύ, όμως, είσαι Άπειρος με τη δύναμη του άναρχου Είναι Σου. Ενώ εγώ, μέσα στη φθαρτότητά μου, είμαι όμοιος με το σκουλήκι!...”.


     »Η προσευχή μου απευθυνόταν “γενικά” προς τον Θεό. Και, αφού παρέμεινα αρκετά σε αυτή τη “διαμάχη”, ξαφνικά, μου έγιναν κατανοητά μέσα μου τα λόγια του Χριστού. Έλαβα μέσα στην καρδιά μου την εξής απάντηση:
     “Ο Πατέρας δεν κρίνει και δεν καταδικάζει κανέναν, αλλά όλη την εξουσία της Κρίσης την έχει δώσει στον Υιό Του, γιατί Αυτός έγινε και είναι Υιός Ανθρώπου” (βλ. Ιωάν. 5, 22 και 27).
     »Και στη “διαμάχη” αυτή με τον Θεό, βγήκα τελικά νικημένος: Εμένα θα με κρίνει ο Άνθρωπος–Χριστός· Αυτός, που εκπλήρωσε τον Νόμο, Εκείνος που δημιούργησε όλα αυτά.
     »Μέχρι εκείνη τη στιγμή πολλές φορές είχα διαβάσει αυτούς τους λόγους, αλλά ποτέ μου δεν τους κατανόησα με αυτή την έννοια.
     »Ένιωσα ντροπή. Μεγάλη ήταν και η συστολή μου: Πάντοτε ζούσα σε συνθήκες που ήταν πολύ ευκολότερες από εκείνες που πέρασε όλη η επίγεια ζωή του Χριστού.
     »Στ’ αλήθεια! Αυτός έχει το απόλυτο δικαίωμα να κρίνει όλον τον κόσμο. Κανένας δεν Τον ξεπέρασε ποτέ κατά τα παθήματά Του. Εξωτερικά, πολλοί μεν είναι εκείνοι που υπέμειναν και υπομένουν ακόμη και τώρα φρικτά βασανιστήρια μέσα στους θαλάμους των σύγχρονων φυλακών, αλλά ποιοτικά ο δικός Του άδης –ένας “άδης αγάπης”!– είναι (και θα είναι!) οδυνηρότερος όλων των άλλων ανθρώπων…».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ
(1896–1993)


[ (1) Αρχιμανδρίτου
Σωφρονίου (Σαχάρωφ):
«Περί Προσευχής»·
Κεφ. 2ο, σελ. 63–64.
Έκδοσις
Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου·
Έσσεξ Αγγλίας, 19942.
(2) Του ιδίου:
«Γράμματα στη Ρωσία»·
Κεφ. Α΄, σελ. 37.
Έκδ., όπ. π.,
Έσσεξ Αγγλίας, 20091.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
απόδοση κειμένου στη δημοτική:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2018

ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ


ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΟ


     Αφηγείται ο Γ. Δημητρίου τα εξής για τον μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο Σαχάρωφ (1896–11/7/1993):
     Τον Γέροντα Σωφρόνιο τον γνώρισα, γιατί ο πνευματικός μου πατέρας, ο πατήρ Χερουβείμ (Καράμπελας· 1920–1979), ηγούμενος και ιδρυτής της Μονής του Παρακλήτου στον Ωρωπό Αττικής, ήτανε παλιός του φίλος. Ζούσανε μαζί, όταν ο πατήρ Σωφρόνιος απεσύρθη από τη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα και ζούσε στην έρημο, όπου διακονούσε ως πνευματικός των ασκητών της ερήμου.

1. «Δεν πας να πάρεις την ευχή του π. Σωφρονίου;»

     Επειδή ταξίδευα τακτικά στο Λονδίνο, ο μακαριστός Γέρων Χερουβείμ μού είπε: «Δεν πας να πάρεις την ευχή του πατρός Σωφρονίου και να τον γνωρίσεις;». Τότε είχα διαβάσει το βιβλίο του «Ο Γέρων Σιλουανός», που είχε μεταφραστεί (και) στα Ελληνικά.
     Πήγα στο Essex, αφού πρώτα είχα τηλεφωνηθεί μαζί του, και με δέχθηκε σ’ ένα πολύ σεμνό και απλό γραφείο. Ο τοίχος του γραφείου αυτού ήταν ζωγραφισμένος από τον πατέρα Σωφρόνιο, ο οποίος ήταν και άριστος καλλιτέχνης ζωγράφος.
     Κάθισα κοντά του για μια ώρα. Κι επειδή πήγαινα από πνευματικό του αδελφό, ξανοίχτηκα μαζί του. Μου μίλησε αρκετά και οικοδομήθηκα πάρα πολύ. Είχα την τύχη να τον ξαναδώ πριν μερικά χρόνια. Πήγα πάλι μ’ έναν φίλο μου, ο οποίος ήτανε κι αυτός από τα πνευματικά τέκνα του πατρός Πορφυρίου. Πήγαμε στο Essex.

2. «Την ώρα που ανέτελλε ο ήλιος…»

     Τότε ήταν που θυμήθηκα μια ιστορία που μου έλεγε ο πατήρ Χερουβείμ γι’ αυτόν τον άγιο, ο οποίος φωτίστηκε από το Άγιο Πνεύμα. Τα έργα του, όποιος τα διαβάσει, καταλαβαίνει ότι είναι γεμάτα αποκάλυψη. Εκεί, λοιπόν, θυμήθηκα τι μου έλεγε ο μακαριστός π. Χερουβείμ. Κάτι που ήξερε και δεν ήθελε να αποκαλυφθεί προτού πεθάνει ο π. Χερουβείμ.
     Αυτό, λοιπόν, που μου είχε αποκαλύψει ο π. Χερουβείμ ήταν ότι ο πατήρ Σωφρόνιος προσευχόταν συνεχώς με το «Πάτερ ἡμῶν». Στεκόταν κι έβλεπε την ανατολή, ξεκινώντας από το βράδυ και σηκώνοντας τα χέρια του στον ουρανό. Έλεγε τόσο αργά την κάθε λέξη, ώστε να συνειδητοποιεί την κάθε υπαρξιακή πτυχή της σχέσης του με τον Πατέρα. Συνέχιζε την προσευχή μέχρι να τελειώσει το «Πάτερ ἡμῶν» την ώρα που ανέτελλε ο ήλιος το πρωί. Από το βράδυ μέχρι το πρωί. Έμενε σε μία στάση προσευχής ακίνητος μέχρι πρωίας. Ήταν πολύ συγκινητικό.

3. Η τρύπια πεταμένη φανέλα

     Επίσης, μου είπε ο Γέροντας Χερουβείμ και μια ιστορία του, την οποία ιστορία την είπα στον Γέροντα Σωφρόνιο, κατά τη δεύτερή μου επίσκεψη στο Μοναστήρι του στο Essex, όταν του πήγα και τα χαιρετίσματα από τον Γέροντα Πορφύριο.
     Του είπα:
     –Γέροντα, άκουσα μια ιστορία για σας· ότι χαρίσατε όλα τα υπάρχοντά σας και το μόνο που σας έμεινε να χαρίσετε ήταν μια τρύπια φανέλα. Όταν τη χαρίσατε κι αυτή την φανέλα, τη χαρίσατε σ’ έναν οδοιπόρο, σ’ έναν ζητιάνο οδοιπόρο του Αγίου Όρους…
     Ο Γέροντας μού απάντησε:
     –Ναι, βρε αδελφέ, σωστά σου τα είπε ο μακαριστός Γέροντας π. Χερουβείμ! Κάτι, όμως, δεν σου είπε.
     Και πρόσθεσε ευθέως το εξής:
     –Ότι αυτός ο ζητιάνος την πέταξε κι εγώ την ξαναβρήκα, γιατί ντρεπόταν να φορέσει τη φανέλα αυτή!...

4. «Επτά ανθρώπους!»

     Ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Γαλίτης, θυμάται και αφηγείται για τον Γέροντα Σωφρόνιο:
     –Θυμάμαι κάποτε, κάνοντας περιπάτους στο Μοναστήρι του στο Essex -ο Γέρων Σωφρόνιος παρά τις πολλές δεκαετίες των ετών που είχε στην πλάτη του, μπορούσε και περπατούσε άνετα- γύρισα και του είπα:
     –Γέροντα, εσείς έχετε κάνει τόσα χρόνια αναχωρητής και άλλα τόσα χρόνια πνευματικός των ασκητών του Αγίου Όρους. Έχετε γράψει για το άκτιστο φως, για τις πνευματικές αυτές εμπειρίες. Έχετε συναντήσει ανθρώπους, οι οποίοι έχουν γνωρίσει, έχουν δει αυτό το άκτιστο φως;
     Η απάντησή του ήταν:
     –Επτά ανθρώπους.
     Τον ρώτησα, στη συνέχεια, αν οι άνθρωποι εκείνοι γνώριζαν τι είναι το άκτιστο φως. Μου απάντησε ότι μόνο δύο γνώριζαν.
     Και μου εξήγησε:
     –Υπήρχαν πολλοί, που γνώριζαν τι είναι το άκτιστο φως, τι είναι αυτές οι εμπειρίες της θέωσης κι έρχονταν και μου έλεγαν: «Είχα αυτή κι αυτή την αίσθηση, είχα αυτή την εμπειρία. Μήπως είναι το άκτιστο φως;…». «Όχι», τους έλεγα. Άλλοι, όμως, απλοϊκοί άνθρωποι έρχονταν και μου έλεγαν: «Μου συνέβη αυτή η συγκλονιστική εμπειρία. Τι πράγμα ήταν αυτό;…». Και τους εξηγούσα τότε τι ήταν…

5. «Βάλατε φωτοστέφανο στον Γέροντα;»

     Ο Άγιος Σιλουανός (1866–1938) ήταν πάντοτε το υπόδειγμα και το πρότυπό του και ο προστάτης άγιός του. Τα πάντα ήταν σ’ αναφορά μ’ αυτόν. Καταλάβαινες ότι, όπως εμείς δεν έχουμε ύπαρξη χωρίς τον φυσικό, τον βιολογικό μας πατέρα, στον οποίον οφείλουμε -όπως και στη μητέρα μας- τη φυσική ύπαρξή μας, έτσι και ο Γέρων Σωφρόνιος ένιωθε ότι όφειλε την πνευματική του ύπαρξη στον Γέροντα και Διδάσκαλό του, τον Άγιο Σιλουανό. Όπως γράφει και στο βιβλίο του, «κατά τα τελευταία έτη του Γέροντα, από το 1931 μέχρι την τελευταία του ημέρα, 11/24 Σεπτεμβρίου 1938, συνέβη να ήμαστε στο διάστημα αυτό ο πιο κοντινός του άνθρωπος».
     Πριν ακόμη ανακηρυχθεί άγιος, το 1989, ο Άγιος Σιλουανός, ο Γέρων Σωφρόνιος τον αποκαλούσε «άγιο». Στον ναό, που έκτισε και στον οποίον ζωγράφισε τον Άγιο Σιλουανό, τον ζωγράφισε με φωτοστέφανο. Όταν το είδα, του είπα: «Βάλατε φωτοστέφανο στον Γέροντα Σιλουανό;». Χαμογέλασε και δεν είπε τίποτε. Προείδε και την επίσημη ανακήρυξη του Γέροντα Σιλουανού σε άγιο…


[ Κλείτου Ιωαννίδη:
«Γεροντικό του 20ου αιώνος»·
κεφ. 14ο, §3–§4,
σελ. 255–256 και 259–261.
Εκδόσεις Νεκτ. Παναγόπουλος.
Αθήνα, Οκτώβριος 19991.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

ΕΝΑ ΤΡΙΗΜΕΡΟ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ


ΕΝΑ ΤΡΙΗΜΕΡΟ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ


     Μία Μεγάλη Σαρακοστή βρέθηκα στο Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ Αγγλίας για το Τριήμερο. Το Μοναστήρι πήρε άλλη όψη. Μία γλυκιά μελαγχολία γέμιζε την ψυχή και η σκέψη προσπαθούσε να τακτοποιήσει πολλές εκκρεμότητες της ψυχής, ώστε να βάλει καινούργια αρχή στη ζωή της, αναθεωρώντας πολλά πράγματα. Όλα και όλοι στο Μοναστήρι βοηθούσαν στον αγώνα αυτόν.

     Οι ακολουθίες κατανυκτικές, η παρουσία του μακαριστού Γέροντα Σωφρονίου (Ζαχάρωφ, 1896–1993) συγκινητική· συμμετείχε και αυτός στο αυστηρό πρόγραμμα του Τριημέρου. Όμως το απόγευμα της πρώτης ημέρας, την ώρα του Αποδείπνου, έπαθα υπογλυκαιμία και βγήκα έξω να πιω λίγο νερό και να βρω λίγη ζάχαρη.

     Πήγα στην κουζίνα· εκεί βλέπω τον Γέροντα Σωφρόνιο να ψάχνει κάτι. Του είπα πως θα πρέπει να βάλω κάτι στο στόμα μου, γιατί δεν νιώθω καλά. «Ναι», μου είπε, «γι’ αυτό ψάχνω να βρω λίγο χαλβά, ψωμί και ελιές να σου δώσω να φας. Να, εδώ είναι αυτά…». Τα έβαλε σε ένα πιάτο και μου είπε να πάω στο δωμάτιό μου να φάω· έτσι και έγινε.

     Μετά πήγα στον Ναό, αλλά τους συνάντησα όλους στην έξοδο, γιατί είχε τελειώσει το Απόδειπνο. Συνάντησα και τον Γέροντα Σωφρόνιο και αμέσως με ρώτησε:
     –Είσαι καλά;
     –Ναι, Γέροντα, ευχαριστώ! απάντησα.

     Κι εκείνος έφυγε με αργό βηματισμό προς το σπιτάκι του…

ΔΗΜΗΤΡΑ Β. ΔΑΒΙΤΗ


[ (1) Δήμητρας Β. Δαβίτη:
«Αναμνήσεις από τον
Γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ»·
κεφ. 6ο, §7, σελ. 125–126,
Εκδόσεις «Άθω»·
Αθήναι, Απρίλιος 20013.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 24 Μαΐου 2016

Η ΠΙΟ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Η ΠΙΟ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ


     «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη συμφορά από το να είναι κάποιος ανόητος, έστω και αν κανένας από αυτούς δεν το συνειδητοποιεί. Και κάτι που είναι ακόμη χειρότερο: Η πλειονότητα των ανθρώπων δεν είναι ικανοποιημένη με την “μοίρα” τους· αλλά είναι φοβερά δύσκολο να συναντήσεις άνθρωπο που δεν είναι ικανοποιημένος με τον νου του. Με τόση βεβαιότητα μιλούν όλοι για το δίκιο τους! Και η πιο συνηθισμένη απάντηση είναι το “όχι” απέναντι στη σκέψη του άλλου».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ
(1896–1993)



[Αρχιμανδρίτου
Σωφρονίου Σαχάρωφ:
«Γράμματα στη Ρωσία»,
Επιστ. 45η, σελ. 213,
Έκδοση
Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου,
Έσσεξ Αγγλίας 2009.
Α΄ δημοσίευση:
Παρασκευή 23 Μαΐου 2014.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.


Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Η ΥΠΑΚΟΗ

Η ΥΠΑΚΟΗ


     Η ορθόδοξη ασκητική παιδεία έχει πολλές πλευρές. Μία από αυτές είναι η μοναχική υπακοή, για την οποία θα προσπαθήσουμε συμπληρωματικά να διατυπώσουμε κάποιες ουσιώδεις θέσεις για την έννοια της πλευράς αυτής της ορθόδοξης ασκήσεως.

     Η υπακοή, όπως κάθε άλλη υψηλή πολιτεία, έχει πολλές βαθμίδες, ανάλογες με την πνευματική ηλικία του υποτακτικού. Στην αρχή μπορεί να έχει χαρακτήρα σχεδόν παθητικής υποταγής της θελήσεως ενώπιον του πνευματικού πατέρα λόγω της κατά Θεόν εμπιστοσύνης προς αυτόν. Στην τελειότερη μορφή της είναι μια ενεργητική κίνηση του ανθρώπινου πνεύματος, που οδηγείται από την εντολή του Χριστού που υπέρμετρα αγάπησε τον κόσμο.

     Η στάση του έμπειρου υποτακτικού χαρακτηρίζεται από το ότι εντείνει την προσοχή και τη θέλησή του, για να αντιληφθεί τη σκέψη και τη θέληση του άλλου προσώπου και στη συνέχεια αγωνίζεται με την πνευματική αγάπη να κάνει πράξη, να πραγματοποιήσει αυτή τη θέληση, τη σκέψη του αδελφού. Με την πράξη αυτή της υπακοής ο άνθρωπος δέχεται μέσα του νέα ζωή, πλαταίνει την καρδιά του, πλουτίζει το νου του. Η περαιτέρω εξέλιξη της εργασίας αυτής της υπακοής οδηγεί τον υποτακτικό να αρχίσει να αισθάνεται την «υπόστασή» του στο άλλο πρόσωπο, πράγμα που δείχνει ότι και στον ίδιο αποκαλύπτεται η υποστατική αρχή. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει: «Αν κάποιος πει “αγαπώ το Θεό”, μισεί όμως τον αδελφό του, είναι ψεύτης. Γιατί, πραγματικά, αυτός που δεν αγαπάει τον αδελφό του, τον οποίο βλέπει, πώς μπορεί να αγαπάει το Θεό, τον οποίο δε βλέπει; Αυτή την εντολή μάς έδωσε ο Χριστός: Όποιος αγαπάει το Θεό πρέπει ν’ αγαπάει και τον αδελφό του» (Α΄ Ιωάν. 4:20–21). Αυτή είναι και η ακολουθία ή η δομή της υπακοής. Όποιος αγαπά τον αδελφό, είναι φυσικό να θέλει να εκπληρώνει το θέλημα του αγαπημένου, να ταπεινωθεί μπροστά του. Αν δεν δείχνουμε ταπείνωση μπροστά στον αδελφό και δεν κάνουμε υπακοή σε έργα πάντα μικρά κατά κανόνα, τότε πώς θα είμαστε ταπεινοί μπροστά στο Θεό και υπάκουοι σε Αυτόν κατά την εκπλήρωση του μεγάλου, αιωνίου θελήματός Του; Πώς θα ανταποκριθούμε στην εντολή, «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» ή «αγαπάτε τους εχθρούς υμών»; Γι’ αυτό, λοιπόν, η άσκηση της υπακοής είναι απαραίτητη όχι μόνο σε σχέση με τον Θεό, αλλά και σε σχέση με τον πλησίον, εφόσον μας ζητά κατορθωτά πράγματα που δεν αντίκεινται στο θέλημα του Θεού.


     Κατά τον μαρτυρικό αγώνα της υπακοής στον αδελφό αναπτύσσουμε μέσα μας την ικανότητα για μια πλατύτερη και βαθύτερη αποδοχή του θείου θελήματος, πράγμα που μας εξομοιώνει με τον Μονογενή Υιό του Πατρός, κάνει το πνεύμα του ανθρώπου φορέα όλης της ανθρωπότητας, δηλαδή παγκόσμιο, καθ’ ομοίωση της παγκοσμιότητας του Ίδιου του Χριστού, που προσεύχεται για όλον τον Αδάμ. Χωρίς την καλλιέργεια αυτής της υπακοής ο άνθρωπος μένει αναπόφευκτα «κύκλος κλειστός», πάντοτε μηδαμινός μπροστά στη θεία αιωνιότητα. Όσο και αν είναι «μορφωμένος» ο άνθρωπος, χωρίς την ευαγγελική υπακοή η θύρα του εσωτερικού του κόσμου παραμένει ερμητικά κλεισμένη και η αγάπη του Χριστού δεν μπορεί να εισχωρήσει και να διαποτίσει με την παρουσία της αυτόν τον κόσμο.

     Όταν ο άνθρωπος δεν έχει διάθεση να κάνει υπακοή, αυτό αποτελεί βέβαιο σύμπτωμα ψυχικής ασθένειας. Οι ψυχικά άρρωστοι είναι ανίκανοι να αντιληφθούν τη σκέψη ή τη θέληση άλλου προσώπου. Χωρίς την υπακοή ο άνθρωπος θα μένει πάντα κλεισμένος στη μέγγενη της εγωιστικής του «ατομικότητας», που είναι αντίθετη με την αρχή της «υποστάσεως». Έξω από τη χριστιανική παιδεία της υπακοής ο άνθρωπος μένει τυφλός και κωφός για τη Θεία Αποκάλυψη, η οποία μας δόθηκε με το Γεγονός της Υποστατικής σαρκώσεως του Λόγου, γιατί η υποστατική αρχή αναπτύσσεται στον άνθρωπο που βρίσκεται σε κοινωνία με τη Θεία Υπόσταση. Γι’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι αληθινή θεολογία χωρίς τον αγώνα της υπακοής είναι ακατόρθωτη. Μιλούμε βέβαια για τη θεολογία, εννοώντας την ως κατάσταση και όχι ως πολυμάθεια, που μπορεί να απέχει από την πραγματική ζωή, όσο απέχει η γη από τον ουρανό.


     Η επιστήμη της αγίας υπακοής είναι πραγματικά μεγίστη, και χρειάζεται εντατική προσευχή, για να ανοίξουν τα πνευματικά μας μάτια και να δούμε την υπεροχή αυτής της μοναχικής αυτής επιστήμης ή καλύτερα της χριστιανικής υπακοής. Χωρίς την αφομοίωσή της ο κόσμος ποτέ δεν θα πετύχει την ειρήνη, αλλά θα μένει πάντοτε δεμένος στα άλυτα δεσμά της καθολικής έχθρας. Αντίθετα, αν ο κόσμος στρεφόταν με όλη του τη δύναμη στην αφομοίωση της θαυμαστής αυτής επιστήμης, θα γνώριζε ίσως τη μεταμορφωτική της δύναμη κι έτσι ο ανείπωτα εφιαλτικός παραλογισμός της σύγχρονης πραγματικότητας θα χανόταν σαν το σκοτάδι της νύχτας μπροστά στον ήλιο που ανατέλλει.

     Να, όμως, ένα ακόμη αξιοπρόσεκτο αποτέλεσμα του άθλου της υπακοής. Μαθαίνοντας ο υποτακτικός να αποδέχεται μέσα του τις σκέψεις και το θέλημα των άλλων προσώπων, μαθαίνει συγχρόνως να ζει τις διάφορες καταστάσεις όχι μόνο ως ατομικές, αλλά ως αποκάλυψη αυτών που συμβαίνουν σε κάθε άνθρωπο στον κόσμο. Δεν ζει εγωιστικά μόνο τον δικό του πόνο, τα δικά του βάσανα, τις δικές του επιτυχίες, αλλά μεταφέρεται εν πνεύματι και στο πάθος όλων των ανθρώπων, γιατί ασφαλώς κάθε στιγμή εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση με τη δική μας. Από αυτό πηγάζει φυσικά και αβίαστα η προσευχή για τον κόσμο.

     Προσευχόμενος για τους ζωντανούς, μοιράζεται τη χαρά της αγάπης τους ή τη φρίκη της απογνώσεώς τους. Δοκιμάζοντας τον πόνο, προσεύχεται για όλους τους πάσχοντας στον κόσμο, σκύβει στο κρεβάτι όσων πεθαίνουν θλιμμένοι, εγκαταλελειμμένοι και αβοήθητοι μπροστά στον τρόμο του θανάτου. Μνημονεύοντας τους νεκρούς, μεταφέρεται με το νου του στα βάθη των αιώνων ή στέκεται με το πνεύμα του στην αθέατη, αλλά φοβερή οδό που καθημερινά περνούν εκατοντάδες χιλιάδες ψυχές που εγκατέλειψαν το σώμα τους, συνήθως μέσα σε φοβερή αγωνία.


     Έτσι και στην ψυχή του υποτακτικού αναπτύσσεται η χριστιανική συμπάθεια για όλη την ανθρωπότητα και η προσευχή του γίνεται φορέας ολόκληρου του κόσμου, δηλαδή «υποστατική», όμοια με την προσευχή του Χριστού στη Γεθσημανή. Με την προσευχή αυτή ο υποτακτικός αισθάνεται την ενότητά του με όλη την ανθρωπότητα και η αγάπη του για τον πλησίον, δηλαδή για κάθε άνθρωπο, αποβαίνει φυσική. Μια τέτοια προσευχή συντελεί αληθινά στη σωτηρία του κόσμου και κάθε χριστιανός οφείλει να τείνει προς αυτήν, κυρίως όμως οι ιερείς κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας. […]

     (Μια ενδεχόμενη) απώλεια της ορθόδοξης θεολογίας για το Πρόσωπο–Υπόσταση αναπόφευκτα θα οδηγήσει στην απόδοση ενός πρωτείου στο «γενικό» έναντι του «μερικού», στην αναζήτηση κάποιας «υπερ–προσωπικής αρχής». Και έτσι η υπακοή θα απαιτείται όχι σε σχέση προς τον άνθρωπο–πρόσωπο, αλλά προς τον «Κανόνα», το «Νόμο», το «Τυπικό», τη «Διοίκηση», το «Θεσμό» (Institution) κ.τ.λ. Μελετείστε όλα αυτά και θα δείτε πως σε μια τέτοια «απρόσωπη» προσέγγιση των εκδηλώσεων της ανθρώπινης ζωής χάνεται η ύψιστη έννοια της υπακοής που περικλείεται στις ευαγγελικές εντολές και στη θέση της εισέρχεται η «πειθαρχία». Και η τελευταία αυτή είναι βέβαια αναπόφευκτη στην κοινωνική ζωή των ανθρώπων, αλλά μόνο ως ένα ορισμένο όριο. Η απώλεια της «προσωπικής» χριστιανικής υπακοής θα μείνει χωρίς ανταμοιβή, παρ’ όλες τις τυχόν εξωτερικές επιτυχίες του «οργανισμού»…

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ
(1896–1993)


[Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ:
«Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»,
μέρος α΄, κεφ. δ΄, σελ. 142–147,
έκδοση Ιεράς Μονής Τίμιου Προδρόμου,
Έσσεξ Αγγλίας 200310.]







Τρίτη 11 Αυγούστου 2015

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΙΡΗΝΗ ΣΤΗ ΓΗ

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΙΡΗΝΗ ΣΤΗ ΓΗ


     «Κατά το χρόνο της επικοινωνίας μας με τους Πατέρες του Αγίου Όρους συναντήσαμε εννιά ανθρώπους, που αγαπούσαν να προσεύχονται για τον κόσμο και προσεύχονταν με δάκρυα αγάπης. Κάποτε ακούσαμε την εξής συνομιλία δύο μοναχών.
     Ο ένας από αυτούς έλεγε:
     –Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ο Κύριος δεν δίνει την ειρήνη στον κόσμο, αν έστω ένας άνθρωπος Τον εκλιπαρεί γι’ αυτό.
     Ο άλλος απάντησε:
     –Και πώς είναι δυνατή η απόλυτη ειρήνη στη γη, αν μείνει έστω και ένας άνθρωπος με πονηρή θέληση;...».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ
(1896–1993)



[(1) Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ:
«Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»,
μέρος α΄, κεφ. ι΄, σελ. 255–256,
έκδοση Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου,
Έσσεξ Αγγλίας 200310.
(2) Στην υπότιτλη φωτογραφία·
αγιορείτικο εικαστικό
του Νίκου–Γαβριήλ Πεντζίκη (1908–1993).]