Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

ΟΣΙΑ ΣΟΦΙΑ, Η ΕΝ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ (†6/5/1974)

 ΟΣΙΑ ΣΟΦΙΑ, Η ΕΝ ΚΛΕΙΣΟΥΡΑ (6/5/1974)
–Μαρτυρίες, αναμνήσεις, περιστατικά– 


     Η κ.Κυριακή Κ., μαρτυρεί για το παρακάτω γεγονός: Ήταν ένα παιδί από την Πτολεμαΐδα, ο Πάνος Η., που ήθελε να γίνει μοναχός. Πήγε και στο Άγιον Όρος και έκατσε πέντε χρόνια, αλλά δεν μπόρεσε να μείνει να γίνει μοναχός. Είχε το δαιμόνιο της ακαταστασίας. Γύρισε και πήγε στην Σοφία. Έκατσε δεκαπέντε μέρες και πάλι σηκώθηκε να φύγει. Η Σοφία μόλις τον είδε, του λέει: «Πού θέλεις να πας; Κάθησε εδώ!». Και, απευθυνόμενη στους δαίμονες που έβλεπε, έλεγε: «Αφήστε το παιδί! Τί, το θέλετε; Κολαστήκατε εσείς, θέλετε να κολάσετε και το παιδί;». Και, παίρνοντας ένα ξύλο, χτυπούσε τα αόρατα για τους άλλους πνεύματα. Όμως ούτε ο ίδιος ούτε οι άλλοι έβλεπαν τους δαίμονες και νόμιζαν ότι κτυπάει το παιδί. Ακόμη και ο ίδιος ο Πάνος έλεγε: «Αυτή, είναι τρελλή! Με σάπισε στο ξύλο!».

     Κάποτε στο Μοναστήρι έγινε μεγάλος πειρασμός. Σκότωσαν μία γριά που καταγόταν από το Βογατσικό, Ξανθίππη τ’ όνομά της. Μετά, την πέταξαν κάτω από το γεφύρι, κοντά στον Άγιο Πρόδρομο. Η Οσία Γερόντισσα Σοφία, σίγουρα γνώριζε πρόσωπα και πράγματα. Ήρθε ο εισαγγελέας, έκαναν ανακρίσεις, την πήγαν στην Καστοριά, την απείλησαν με φυλάκιση για ν’ αποκαλύψει τους φταίχτες· λέγεται μάλιστα ότι της έδωσαν και πολύ ξύλο. Η δωρική απάντηση της Αγίας προς τον εισαγγελέα, ήταν η εξής: «Και φυλακή να με βάλεις, δεν ξέρω–δεν είδα!». Δεν είπε κουβέντα. Όταν γύρισε πίσω, επειδή δεν μαρτύρησε και σιωπούσε, την έδιωξαν από το Μοναστήρι με άσχημο τρόπο. Ξεκίνησε τότε να φύγει πικραμένη. Αλλά, βγαίνοντας διακόσια μέτρα από το τείχος του Μοναστηριού, έπεσε πάνω της μία αφύσικη ομίχλη και της έκλεισε τον δρόμο. Και μαζί ακούστηκε η φωνή της Παναγίας: «Σοφία! Γύρισε πίσω και κάνε υπομονή!». Ο φονιάς αργότερα συνελήφθη για άλλο του έγκλημα και κλείστηκε φυλακή. Εκεί, πριν ξεψυχήσει, ομολόγησε και τον πρότερο φόνο της Ξανθίππης.

     Ο κ.Γιάννης Κ., δικηγόρος από την Πτολεμαΐδα και καταγώμενος από το Μηλοχώρι, θυμάται: «Το 1953–54, μαζί με την γιαγιά μου την Συμέλα πηγαίναμε με τα πόδια από το χωριό μας το Μηλοχώρι στο Μοναστήρι της Παναγίας στην Κλεισούρα, κυρίως όταν δεν είχαμε αγροτικές εργασίες. Μέσα στο Ιερό, εμάς τα παιδιά, η Γερόντισσα Σοφία, μας ήθελε πεντακάθαρα και μάλωνε τις μαννάδες αν δεν είχαν καθαρά τα παιδιά τους. Πολλές φορές μας έπαιρνε και ανεβαίναμε στο μικρό ασκηταριό της Αγίας Τριάδας που βρίσκεται πάνω από το Μοναστήρι της Παναγίας. Σ’ αυτό το ανέβασμα οι μεγάλοι κουράζονταν γιατί αυτή πήγαινε πολύ γρήγορα, αν και ήταν γριά και διπλωμένη στη μέση· το μέτωπό της ακουμπούσε στα γόνατα! Τα παιδιά γελούσαν με τις διάφορες “υπερβολές” και το πρόχειρο ντύσιμό της. Άλλες φορές, μας έδινε κι από καμμιά καραμέλα, πράγμα σπάνιο για εκείνα τα χρόνια».

     Στο ασκηταριό της Αγίας Τριάδας, ούτε τριακόσια μέτρα μέτρα από το Μοναστήρι, σε ευθεία γραμμή, αλλά με ανάβαση σχεδόν κατακόρυφη, «ζικ–ζακ», η Σοφία ανέβαινε πρωΐ–βράδυ για ν’ ανάψει το καντήλι. Έλεγε πως το εκκλησάκι αυτό «είναι το σπίτι του Πατέρα» (του Θεού–Πατρός)· ενώ το Μοναστήρι «είναι της Κυρίας και του Κυρίου» (του Χριστού και της Θεοτόκου). Όταν την ρωτούσαν «πώς και τα καταφέρνει και ανεβαίνει τόσο γρήγορα, γριά–γυναίκα;», απαντούσε: «Η Παναγία μ’ ανεβάζει!».
     Μερικοί μαρτυρούν πως την έβλεπαν συχνά ν’ ανεβαίνει ή να κατεβαίνει στο βουνό χωρίς να πατάει στη γη· πετούσε! Αυτό το πέταγμα θυμίζει εκείνον τον θαυμάσιο λόγο του Προφήτη Ησαΐα που λέει για τους ένθεους ανθρώπους της Χάριτος: «Οἱ δὲ ὑπομένοντες τὸν Θεόν, ἀλλάξουσιν ἰσχύν, πτεροφυήσοντες ὡς ἀετοί, δραμοῦνται καὶ οὐ κοπιάσουσιν, βαδιοῦνται καὶ οὐ πεινάσουσιν» (Ἠσ. μ΄ 31). Μερικές φορές, όταν την ρωτούσαν «πώς ανέβηκε τόσο γρήγορα;», ενώ αυτούς κυριολεκτικά τους «είχε βγει η ψυχή», έλεγε με φυσική απλότητα: «Με πήρε ο Προφήτης Ηλίας στο άρμα του και μ’ έφερε ως εδώ!».

     Μέσα στην εκκλησία του Μοναστηριού, συνήθως δεν άφηνε άλλον να διακονήσει. Στο Ιερό, γυναίκα δεν πλησίαζε. Κατά το Πανηγύρι της Παναγίας –στις 8 Σεπτεμβρίου– η Σοφία δεν παρουσιαζόταν ούτε στα τραπέζια με τους επισήμους ούτε στον κόσμο· ή κρυβόταν στο δωμάτιό της ή κούρνιαζε σε καμμιά γωνιά. Όταν όμως σουρούπωνε, άρχιζε το δικό της διακόνημα: Το πάτωμα –Σεπτέμβριο μήνα– με τα πρωτοβρόχια και με τους προσκυνητές, γέμιζε χώματα, κεριά, λάδια. Τότε η Σοφία κλείδωνε από μέσα την πόρτα και, μέχρι τα ξημερώματα, εντελώς μόνη της, σκούπιζε ολόκληρο τον ναό. Το πρωΐ, η εκκλησία έλαμπε από καθαριότητα! Πολλοί που την παρακολουθούσαν, την έβλεπαν πάνω στην καρέκλα να στέκεται όρθια «σαν λαμπάδα», για ν’ ανάψει τα καντήλια. Αργότερα, παράγγειλε μια ξύλινη σκάλα, ειδική, ώστε να διευκολύνεται κάπως στην εργασία της· μάλιστα, την πλήρωσε η ίδια, όπως θυμούνται πολλοί.

     Παλαιός Ηγούμενος της Αγίας Παρασκευής Μηλοχωρίου (και ήδη μακαριστός) Αρχιμανδρίτης πατήρ Δαμιανός Μαυρίδης και, μαζί του και άλλοι, την ρωτούσαν κάπως περιπαικτικά: «Σοφία, όταν περπατάς, πηγαίνεις σκυφτή· κι όταν ανάβεις τα καντήλια, πώς μπορείς και σηκώνεσαι όρθια; Πώς γίνεται αυτό;». Κι εκείνη, απαντούσε: «Δεν ξέρω! Όταν είναι ν’ ανάψω τα καντήλια, θαρρείς και η Παναγία με τραβάει και σηκώνομαι όρθια!». Με ιδιαίτερη ακρίβεια και οξυδέρκεια επιλέγει ο μακαριστός π.Δαμιανός: «Στην Σοφία, συνοψίζονται τρία σπουδαία χαρακτηριστικά: α) Η μοναδικότητα του φαινομένου της· β) Η αποδοχή από τους ντόπιους· και, γ) Το ακατάκριτον του βίου της. Τους άνδρες η Οσία του Θεού τούς συμβούλευε να κρατούν κομβολόγια».

     Σύμφωνα με την μαρτυρία της κ.Τασούλας Κ., όταν η ίδια ήταν μικρή, μαζί με άλλα παιδιά φιλοξενούνταν στον ξενώνα του Μοναστηριού της Παναγίας. Την νύκτα έκλειναν τα μικρά την πόρτα για να κοιμηθούν. Κατά τις 3 μετά τα μεσάνυχτα, η Σοφία πήγαινε να δει αν κοιμούνται· τα σκέπαζε στοργικά, τα σταύρωνε και, αν ήταν ξύπνια, τα έλεγε να μην κλείνουν την πόρτα, «γιατί η Παναγία γυρνάει την νύκτα στο σπίτι Της και θα περάσει να τα ευλογήσει». Μερικά παιδάκια γελούσαν ακούγοντας ότι τάχα «θα έρθει η Παναγία». Η «γιαγιά» Σοφία, όμως, με ένα αυστηρό βλέμμα τα έλεγε «να μη γελούν» και τα βεβαίωνε για την νυκτερινή επίσκεψη της Παναγίας. Ύστερα, φεύγοντας, άφηνε πάντα την πόρτα ανοικτή.

     Ο πολιός λευΐτης της Κλεισούρας, ο π.Νικόλαος Μήτρας, γράφει για το προορατικό χάρισμα της Οσίας Σοφίας: «Γνώριζε τους πάντες, μικρούς και μεγάλους, τον καθένα με τ’ όνομά του από κάθε περιοχή –Πτολεμαΐδα, Αμύνταιο και εμάς από την Κλεισούρα– ωσάν παιδιά της. Ακόμα και στα γεράματά της, ήταν αγράμματη αλλά φωτισμένη με την χάρη της Μεγαλόχαρης. Και, το περίεργο· να τους διηγείται όσα αυτοί της κρατούσαν κρυφά! Τους έλεγε: “Μη μου κρύψετε τίποτε! Εγώ ξέρω γιατί και για ποιούς λόγους ήρθατε! Γνωρίζω το ψέμμα και την αλήθεια!...”. –Ήταν το κάτι άλλο!».

     Ο μακαριστός π.Δαμασκηνός Μοναχός Παντοκρατορινός (μοναχός εξ εγγάμων, κατά κόσμον Αριστείδης Χατζηπαναγιωτίδης από την Πτολεμαΐδα, υπερπολύτεκνος πατέρας και οικογενειάρχης, ένας αρχοντικός άνθρωπος της Παράδοσης, αλησμόνητος καλλικέλαδος ιεροψάλτης, κουμπάρος και εν πολλοίς συνοδοιπόρος του μακαριστού αγίου Γέροντος πατρός Ευσεβίου Βίττη), σημειώνει χαρακτηριστικά:
«Είχαμε πάει μία φορά στην Πανήγυρη και μας είπε η Γερόντισσα Σοφία: “Τώρα που θα βγείτε έξω, θα δείτε τρεις προσκυνητές που έρχονται με τα άλογα”. Και, πράγματι, δεν πέρασαν δέκα λεπτά και φάνηκαν να έρχονται τρεις προσκυνητές με τα άλογά τους. Μία άλλη φορά, πήγαμε με τον αδελφό μου Ηλία και τους φίλους του και η Γερόντισσα Σοφία έκοψε ένα μεγάλο καρπούζι και μας έδωσε από μία φέτα και κράτησε μία φέτα και είπε: “Αυτήν, θα την δώσω στον άλλον”. Εμείς τότε είπαμε ότι “δεν υπάρχει άλλος”, αλλά είχαμε ξεχάσει τον Ηλία και τον είδαμε αργότερα να κατεβαίνει από το βουνό. Η Σοφία, είχε προορατικότητα! […] Πήγαινα με τους φίλους μου από όταν ήμουν παιδί 12 ετών, κάθε χρονιά με τα πόδια, απόσταση τεσσάρων ωρών. Όταν αργότερα που έμαθα να ψάλλω, πήγαινα τακτικά στην Πανήγυρη των Γενεθλίων της Θεομήτορος, στις 8 Σεπτεμβρίου, μόλις μ’ έβλεπε η Γερόντισσα, μου έλεγε: “Έρθες, πουλί μ’, να ψάλτς την Παναγίαν, να λελεύω την λαλίαν σ’!”. Νύχτα–μέρα, καλοκαίρι–χειμώνα, ξυπόλητη πάνω στο πλακόστρωτο. Πολλάκις χωνόταν μέσα στο τζάκι. Κι όταν ανεβαίναμε στο φορτηγό αυτοκίνητο, μας ξεπροβοδούσε και συνέχεια έκανε τον σταυρό της».

     Λίγο καιρό πριν πεθάνει, έλεγε συνέχεια η Ασκήτρια της Κλεισούρας: «Εγώ θα φύγω, αλλά σε λίγο καιρό μεγάλο κακό θα γίνει στην Πατρίδα!». Όταν έγιναν τα γεγονότα της Κύπρου, στις 20 Ιουλίου 1974, οι μαθητές της κατάλαβαν την προφητεία.
     Άλλη φορά, έλεγε χαρακτηριστικά: «Η Ελλάδα, γέμισε ξένο κόσμο. Προσπαθούν να φάνε την Ελλάδα. Κακός κόσμος λέρωσε την Ελλάδα. Θα ’ρθεί ώρα, που ο Θεός θα τους κοσκινίσει για να ξεχωρίσει το σιτάρι από το κριθάρι, από τα κρεμμύδια και τα σκόρδα και την βρωμιά. Αν έχουμε πίστη και αγάπη, ο Θεός θα μας γλυτώσει!». Μήπως κάτι τέτοιο δεν ισχύει σήμερα;

     Έξι Μαΐου, το 1974, πέντε η ώρα, ξημερώνοντας Δευτέρα, μνήμη του Αγίου Ιώβ του Πολυάθλου, εκοιμήθη η μακαρία και η «ἐν Ὁσίαις» δούλη του Θεού, Σοφία Χοτοκορίδου. Είχε από μέρες λάβει πληροφορία για την κοίμησή της και με πολλή ταπείνωση έλεγε χαριτωμένα στα ποντιακά: «Θα φύγω! Ήρθε το μήνυμα!». Τρεις μέρες μετά το τέλος της, την μετέφεραν στο κελλί, στο επάνω πάτωμα. Στο κορμί της δεν είχε μείνει σάρκα· μόνον κόκκαλα που πονούσαν. Κρύωνε και αναγκαστικά άναψαν τζάκι. Αλλά η καμινάδα ήταν βουλωμένη, γιατί είχαν κάνει μέσα στις σωλήνες τις φωλιές τους οι καρακάξες. Ο καπνός από την φωτιά και το θέαμα της Σοφίας σε έκαναν, θέλοντας και μη, να κλαις. Και αυτή παρέμενε στοργική και γλυκομίλητη. Όλη την ζωή της την πέρασε καλογερικά και, ίσως, πιο σκληρά και από κανονική Μοναχή· σαν ασκήτρια με μεγάλη ανδρεία, με τέλεια ακτημοσύνη, σωφροσύνη και υπακοή στον λόγο της Κυρίας Θεοτόκου. Μόλις παρέδωσε την τελευταία της πνοή, το καμπουριασμένο και πολύπαθο σώμα της, ήρθε και ίσιωσε. Την ετοίμασαν και το λείψανο ήταν ζεστό· δεν είχε παγώσει. Την βάλανε καθαρά ρούχα, που τα είχε από χρόνια ετοιμάσει και τα είχε φυλαγμένα γι’ αυτήν την ώρα. Είχε αγορασμένο και το «κρεββάτι» όπως λέγεται το φέρετρο σ’ εκείνα τα μέρη. Το τίμιο λείψανό της, μέχρι και την ταφή, την επομένη 7 του μηνός, ήταν τελείως εύκαμπτο: «ξένον πάσης νεκρικῆς ἀκαμψίας». Μάλιστα, την ώρα που ήταν να την κατεβάσουν στο μνήμα, την σήκωσε στα χέρια ο Νικόλαος Σ., λέγοντας: «Άμα λυγίσουν τα χέρια και τα πόδια, δείχνει ότι δεν έχει αμαρτία, ότι η Σοφία αγίασε». Και όταν την σήκωσαν για να την εναποθέσουν στον τάφο, λύγισαν όχι μόνον τα χέρια αλλά και τα πόδια της!... 


     Όλη της η ασκητική και υπερθαύμαστη ζωή συνηγορεί και επισφραγίζει τα μεστά λόγια της· λόγια, που είναι πολύτιμη βακτηρία και θαλπωρή για τις δικές μας ψυχές, σήμερα:

«Πολλὰ ὑπομονήν· πολλὰ ὑπομονήν».

«Νὰ σκεπάζετε, νὰ σᾶς σκεπάζ
ὁ Θεός».

«Νὰ εἶσθε ἐλεύθεροι· ἡ ψυχὴ νὰ φεύγ
ἀπάνω».

«Οἱ ταπεινοὶ θὰ κερδίσουν τὸν Παράδεισον».

«Οἱ νέοι νὰ βάλουν στὸν νοῦ τους τὰ παντάψηλα τοῦ Θεοῦ λόγια. Τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ, σὰν τριαντάφυλλα νὰ εἶναι μέσα εἰς τὴν καρδίαν».

«Τὸ στόμα νὰ γίν
βασιλικὸς καὶ τριαντάφυλλον».

«Ὁ Θεὸς περιμένει, περιμένει!».

«Πολλὰ λόγια νὰ μὴ λέτε· λίγα καὶ εὐλογημένα».

«Νὰ ἀγαπᾶτε τὸν Θεὸν
καὶ ἡ καρδία σας νὰ λάμπ ὡσὰν τὸν ἥλιον».

Η θεοπειθής οσιακή της πρεσβεία, να συνοδεύει τα βήματα όλων και να θερμαίνει τις ψυχές μας με το γλυκό και ανέσπερο φως της θαυμαστής βιοτής της! Αμήν. 



[Από το βιβλίο της Ιεράς Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου Κλεισούρας: «Σοφία, η Ασκήτισσα της Παναγίας», μέρος β΄, κεφ. 10ο, 11ο, 14ο–15ο, 18ο, σελ. 128–129, 135–138, 149–150, 167· μέρος γ΄, κεφ. 1ο, σελ. 171· μέρος δ΄, σελ. 212–128, Κλεισούρα Καστοριάς, Αύγουστος 20053.] 


Η ΑΜΠΕΛΟΣ

Η ΑΜΠΕΛΟΣ
Το βαθύτερο νόημα της εικόνας της


     Το βαθύτερο νόημα της εικόνας της «Αμπέλου» μάς το εξηγούν οι άγιοι Πατέρες υπογραμμίζοντας διάφορες πλευρές της.
     Ο άγιος Κύριλλος αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, παρατηρεί τα εξής: Ο Κύριος ονομάζει τον εαυτό Του «Άμπελον» με την έννοια της μητέρας και τροφού των κλημάτων. «Κλήματα», ονομάζει αυτούς που είναι ενωμένοι μαζί Του και, κατά κάποιον τρόπο, είναι μπηγμένοι επάνω Του και παίρνουν μέρος και συμμετέχουν στη φύση Του. Όπως δηλαδή ο κορμός και η ρίζα υπηρετούν φυσικώς και μοιράζουν στα κλήματα την απόλαυση της ποιότητος που υπάρχει μέσα τους, έτσι και ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού· δίνοντας το Άγιο Πνεύμα, διαχύνει μέσα στους αγίους Μαθητές Του τη συγγένεια με τον Θεό και Πατέρα και μαζί Του, γιατί είναι ενωμένοι με το πρόσωπό Του διά της πίστεως και με την αφοσίωση και τον αγιασμό ψυχής και σώματος. Και τους τρέφει, με σκοπό να πραγματοποιήσει την ευσέβεια. Και απεργάζεται μέσα τους τη γνώση και την πληροφόρηση για όλη την αρετή, την αγαθοεργία και τη διενέργεια καλών πράξεων.
     Από την άλλη μεριά, ο ιερός Αυγουστίνος παρατηρεί: Με την εικόνα αυτή ο Κύριος διακηρύττει, ότι ο Μεσίτης ανάμεσα στον Θεό και στους ανθρώπους, ο Ιησούς Χριστός, που έγινε άνθρωπος, είναι η Κεφαλή της Εκκλησίας και, εμείς, είμαστε μέλη Του. Επειδή η Άμπελος είναι της ιδίας φύσεως με τα κλαδιά Της, ενώ η φύση του Χριστού, ως Θεού, είναι εντελώς διαφορετικώτερη από τη δική μας, έγινε γι’ αυτό άνθρωπος για να γίνει η ανθρώπινη φύση Του Άμπελος και, εμείς, που είμαστε το ίδιο άνθρωποι, να γίνουμε κλαδιά Της.
     Άλλος ερμηνευτής, παρατηρεί: Η Εκκλησία που είναι το Σώμα του Χριστού, είναι Άμπελος. Το ίδιο και ο Χριστός, στον Οποίον «δυνάμει» και «ἐν σπέρματι», περιλαμβάνεται από την αρχή η Εκκλησία, όλοι δηλαδή δια μέσου των αιώνων θα γίνουν μέλη του Χριστού, ονομάζονται Άμπελος. Είναι Άμπελος φυτευμένη σε αμπέλι, στη γη δηλαδή, γιατί είναι ο Λόγος που έγινε σαρξ. Η άμπελος, είναι φυτό που σκεπάζει κάθε χρόνο μεγάλες εκτάσεις. Το ίδιο και ο Χριστός· θα γίνει γνωστός ως Σωτήρας ως την άκρη του κόσμου. Ο καρπός της αμπέλου ευφραίνει Θεό και ανθρώπους. Έτσι, και ο καρπός της μεσιτείας του Χριστού. Αλλά, αν ο Χριστός είναι η Άμπελος, οι πιστοί είναι τα κλήματα και τα κλαδιά αυτής της Αμπέλου. Η Άμπελος, ως ρίζα και κορμός, κρατάει τα κλαδιά και τα τρέφει με το χυμό που ξεκινάει από τη ρίζα και διαχέεται στα κλαδιά διά του κορμού. Το ίδιο και ο Χριστός· μας τρέφει και μας συντηρεί. Αυτός μας μεγαλώνει και μας κρατάει επάνω Του. Τα κλαδιά, είναι πολλά. Συναντιούνται όμως όλα στη ρίζα. Έτσι, και όλοι οι αληθινοί χριστιανοί· οσοδήποτε κι αν χωρίζονται μεταξύ τους, με την απόσταση του τόπου και του χρόνου, ενώνονται όλοι στον Χριστό.
     Αν θα ήθελα να δω πιο καλά την πραγματικότητα που εικονίζουν η Άμπελος και τα κλήματά Της, θα διαπίστωνα πως εκείνο, που ενώνει τον άνθρωπο–κλήμα με τον Χριστό–Άμπελο, είναι η  π ί σ τ η .
     Η πίστη, πρωταρχικά, είναι έργο του Θεού μέσα μου. Ο Θεός με ενώνει διά μέσου της πίστεως με τον Χριστό σαν να με μπόλιασε κατά κάποιον τρόπο σ’ Αυτόν, σαν σε ζωηφόρο και ζωογόνο κληματαριά. Έτσι, «ἐν Χριστῷ», δεν είμαι τίποτε άλλο παρά εμβόλιό Του. Το Άγιο Πνεύμα, το Πνεύμα της Χάριτος, της αγάπης, του ελέους, της ζωής, ρέει ξεκινώντας από τον Πατέρα, διά του Υιού, στην καρδιά μου, όπως ο χυμός διασκορπίζεται, διαχέεται, μοιράζεται και προσφέρεται στα κλαδιά.
     Αν η θέλησή μου δεν εμποδίσει αυτή τη μυστική λειτουργία και καρποφορία της Χάριτος μέσα μου, τότε θα έρθει στιγμή που, ως αποτέλεσμα μέσα μου, θα προβάλουν οι καρποί της. Όπως διατρέχοντας τα κλαδιά ο χυμός ανεμπόδιστα τα ζωογονεί και τα κάνει ικανά να εκδηλώνουν τη ζωντάνια τους αυτή με τους καρπούς που παράγουν, έτσι και η Χάρις· όταν κυκλοφορεί ανεμπόδιστα μέσα μου, θα μεταμορφωθεί σε πράξεις καλές, σε έργα αγαθά. Αν όμως παρεμποδιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία της Χάριτος μέσα μου, τότε τα κλαδιά, εγώ, ο άλλος, ο κάθε πιστός, θα νεκρωθούμε, θα μείνουμε άκαρπα κλαδιά και η φυσική κατάληξη θα είναι να κοπούμε και να πεταχτούμε στη φωτιά για κάψιμο…
     Αν η ένωσή μου με τον Χριστό είναι μόνο ένωση λόγων χωρίς ουσιαστικό αντίκρυσμα ζωντανής πίστεως, χωρίς δηλαδή έμπρακτες εκδηλώσεις, τότε η ένωση αυτή είναι καταδικασμένη σε μαρασμό και νέκρωση. Αν είμαι ενωμένος με τον Χριστό μόνο με ομολογία χειλέων, αν «ἡ καρδία μου πόῤῥω ἀπέχῃ ἀπ’ Αὐτοῦ» (πρβλ. Ματθ. ιε΄ 18), τότε είναι βέβαιο πως η ένωσή μου με τον Χριστό είναι πλασματική, επιφανειακή, επιδερμική, χωρίς υπαρξιακό βάθος. Είμαι μηχανικά δεμένος μαζί Του. Αν ένα κλήμα το δέσω στην κληματαριά με σπάγγο, βέβαια για ένα διάστημα θα φαίνεται θαλερό και τα φύλλα του πράσινα. Όμως, μη παίρνοντας ζωτικούς χυμούς από την κληματαριά, γρήγορα θα ξεραθεί και θα νεκρωθεί. Τότε, κανένας λόγος για καρποφορία δεν μπορεί να γίνει. Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα, αν γίνει, όχι μηχανική σύνδεση, αλλά οργανική, δηλαδή μπόλιασμα! Τότε γίνεται πραγματική ένωση και ζωοποίηση του κλαδιού και επομένως καρποφορία, πράγμα που είναι εγγυημένο και αναμφίβολο. […]
     Ο Κύριος απευθύνεται στους Μαθητές Του, οι οποίοι στην παραβολή (καθώς και στην παραπάνω εικόνα) εικονίζονται ως κλήματα με μία προτροπή: «Μείνατε ἐν Ἐμοί» και προσθέτει: «κἀγὼ ἐν ὑμῖν» (Ιωάν. ιε΄ 4).
     Στην κληματαριά τα κλήματα δεν είναι ελεύθερα, δεν έχουν λογικό ούτε αυτοσυνειδησία. Υπάρχουν επάνω στην κληματαριά και μένουν σ’ αυτήν, κατά φυσική αναγκαιότητα. Τα κλήματα αυτά, δεν μπορούν να θέλουν ή να μη θέλουν να μείνουν στην κληματαριά.
     Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τα λογικά κλήματα. Αυτά, είναι μέλη της λογικής θείας Αμπέλου· του Χριστού. Το να μείνουν ή να μη μείνουν στην Άμπελο, έχοντας οργανική θέση με αυτήν, εξαρτάται και από αυτά τα ίδια. Πρέπει δηλαδή να  θ έ λ ο υ ν  και αυτά να μένουν στην Άμπελο. Γι’ αυτό και ο Κύριος λέει: «μείνατε ἐν Ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ὑμῖν». Αλλιώς θα ήταν ακατανόητη αυτή η προτροπή Του.
     Η σχέση του μέλους με την Κεφαλή του Σώματος είναι γι’ αυτό σχέση ελευθερίας. Και εδώ, την πρωτοβουλία του «μένειν ἐν τῷ Χριστῷ», την αφήνει στα κλήματα. Μείνετε ενωμένοι οργανικά και εσωτερικά μαζί Μου, «ἐν ελευθερίᾳ» και, Εγώ, θα είμαι πάντοτε ενωμένος οργανικά και εσωτερικά μαζί σας.
     Ο Κύριος θα μπορούσε να αναλάβει πλήρως την πρωτοβουλία. Δεν το κάνει όμως από σεβασμό προς την ελευθερία μου. Αυτός βέβαια κάνει την αρχή όμως δεν προχωρεί στον εκβιασμό της ελευθερίας μου, την οποία, Αυτός μου παραχώρησε. […]
     «Μείνατε ἐν Ἐμοί».
     Πώς να μένω κοντά στον Κύριο, Αυτόν που είναι «ἡ Ἄμπελος ἡ ἀληθινή» (Ιωάν. ιε΄ 1); «Συγκολλώμενος Αὐτῷ διὰ πίστεως ἀδιστάκτου, καὶ σχέσεως ἀῤῥήκτου», μου επεξηγεί κάποιος παλιός ερμηνευτής, επιβεβαιώνοντας ό,τι έχει παρατηρηθεί πιο πάνω. Θα μείνω κοντά στον Χριστό, αν κολλήσω και γίνω ένα μαζί Του και με σχέση που τίποτε δεν είναι ικανό να τη διασπάσει και να την εκμηδενίσει.
     «Μείνατε ἐν Ἐμοί».
     «Διὰ τῆς τελείας τε καὶ ἀνελλιποῦς ἀγάπης… ἐν γὰρ τούτῳ μάλιστα καλῶς ἂν ἔχοι καὶ σώζοιτο τῆς ἐν Πνεύματι νοουμένης κολλήσεως, ἤτοι συναφείας, ἡ δύναμις», προσθέτει άλλος ερμηνευτής.
Με άλλα λόγια: Θα μείνω κοντά στον Κύριο με την τέλεια και αδιάλειπτη αγάπη. Προ πάντων με αυτήν μπορεί να θεωρηθεί σωστή η σχέση μαζί Του και να διατηρηθεί «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» αυτή η συγκολλητική και συνενωτική δύναμη, που με συνάπτει με τον Κύριο.
     Ας μη ξεχνώ λοιπόν πως, αν και είμαι ενωμένος με τον Κύριο με τη δύναμη του αγιασμού που διενεργεί μέσα μου το Άγιο Πνεύμα, μού είναι επίσης αναγκαιότατη η πίστη «ἐν ἀγάπῃ». Ή, αλλιώς· η αγαπητικά πιστή ακουλούθησή του εκ μέρους μου, «ὅπου ἂν (Αὐτός) ἀπέρχηται» (πρβλ. Ματθ. η΄ 19 και Λουκ. θ΄ 57): όπου κι αν πάει, ό,τι κι αν επακολουθήσει στη σχέση μου αυτή, (ακόμη και αυτός) ο ίδιος ο θάνατος! Θα αποτελεί πάντα την, εκ μέρους μου, πιστοποίηση πως αποδέχομαι ό,τι Αυτός πρώτος μου προσέφερε χωρίς μάλιστα να το αξίζω καθόλου, μα καθόλου!... 

ΑΡΧΙΜ. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ (1927–2009)

[Αρχιμ. Ευσέβιου Βίττη (1927–2009): «Η Εκκλησία μου κι εγώ», κεφ. γ΄ («Ο Χριστός, Κεφαλή του Σώματος»), §δ΄ («Το νόημα της εικόνας»), §στ΄ («Ο λόγος του Χριστού καθαρίζει τα κλήματα»), σελ. 88–91, 95–98, «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσ/νίκη 1996.] 





Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ–ΙΕΡΕΜΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ–ΙΕΡΕΜΙΑ
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ


     Ο πατήρ Ιερεμίας, αυτός που μετέπειτα έγινε αρχιερεύς Βερατίου της Βορείου Ηπείρου, όταν ήταν Διονυσιάτης ιεροδιάκονος, περίπου το έτος 1740, προσβλήθηκε από τη λοιμώδη νόσο την πανώλη και, για το ευμετάδοτο της ασθένειας, κρίθηκε εύλογο να χωριστεί από την αδελφότητα της Μονής Διονυσίου.

     Έτσι, λοιπόν, στάλθηκε να μένει σ’ ένα Κάθισμα, δηλαδή σε μια μοναχική Καλύβη, η οποία, φαίνεται απέναντι ακριβώς από τη Μονή, απέχοντας από αυτή περίπου ένα τέταρτο δρόμο με τα πόδια. Αυτό το μοναχικό και ησυχαστικό Κάθισμα, είναι το Κάθισμα των Αγίων Αποστόλων.

     Εκεί, λοιπόν, έμενε αυτός ο διακο–Ιερεμίας μαζί μ’ έναν άλλον ευλαβή γέροντα μοναχό, που τον είχε για βοηθό στη δεινή αρρώστια του. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο η κατάσταση του ασθενούς, του διακο–Ιερεμία, χειροτέρευε. Ο γερο–βοηθός μοναχός, πάλι, καταστεναχωριόταν πολύ γιατί έβλεπε μέρα με τη μέρα ο θάνατος να πλησιάζει ολοένα τον ασθενή του.

     Κάποια μέρα, έτσι όπως αυτός ήταν βαριά περίλυπος, βλέπει να κατεβαίνουν μεσ’ απ’ το βουνό Δώδεκα Άνδρες, οι οποίοι, αφού πρώτα τον χαιρέτισαν με ευμένεια, βλέποντάς τον να είναι έτσι, σ’ αυτή την ολοφάνερη κατήφεια και θλίψη, τον ρώτησαν να μάθουν την αιτία. Ο γέροντας μοναχός και βοηθός του κατάκοιτου διακο–Ιερεμία, τους έδειξε βαρύθυμα με το χέρι του προς τον κλινήρη κι ανήμπορο διάκο και τους είπε ότι, κατά πάσα πιθανότητα, μέσα σε λίγες μέρες, φεύγει απ’ αυτή τη ζωή.

     Οι Δώδεκα Επισκέπτες, αφού τον παρηγόρησαν, του είπαν:
     –Δεν πεθαίνει ο διάκονος! Έχε θάρρος, γέροντα! Και πήγαινε και ανάγγειλε αυτό που άκουσες από μας τώρα και στους υπόλοιπους αδελφούς του Μοναστηριού για να το ξέρουν.
     Για πες μας μόνο το εξής: γιατί δεν ανάβεις τα καντήλια της Εκκλησίας, κατά την πρέπουσα συνήθεια, και τά ’χεις όλο σβηστά;...

     Ο γέροντας μοναχός δικαιολογήθηκε κι έριξε την ευθύνη στον «δοχειάρη» που δεν του δίνει λάδι.
     Τότε του είπαν κι αυτοί:
     –Πες τον δοχειάρη, να μη σου στερεί το λάδι για τα καντήλια της Εκκλησίας, για μη τον βρει κι αυτόν ξαφνικά κανένα κακό και λυπάται μετά χωρίς κανένα όφελος!...

     Ο γέροντας, ακούγοντας τέτοια λόγια από ξένους –όπως νόμιζε– ανθρώπους, έμεινε έκθαμβος.
     Τού ’ρθε μέσα του η σκέψη να τους ρωτήσει:
     –Ποιοί είστε;… Από πού κατάγεστε;… Πού μένετε;…
     Αυτοί, όμως, πρόλαβαν τη σκέψη του και του είπαν:
     –Εμείς είμαστε οι Κύριοι αυτού εδώ του Καθίσματος!...
     Κι αφού είπαν αυτόν τον λόγο, προχώρησαν μέσα στον χώρο του ιερού Καθίσματος και μπήκαν μέσα στην Εκκλησία.

     Ο γερο–μοναχός, ευρισκόμενος σε μεγάλη έκπληξη για τα όσα έβλεπε κι άκουγε, πάει στον άρρωστο διάκονο να δει τι κάνει αλλά και συνάμα για να τον παρηγορήσει μ’ όλ’ αυτά που άκουσε.

     Και, ω, του θαύματος!
     Αυτόν που, πριν από λίγο τον είχε αφήσει μισοπεθαμένο, τώρα τον βρήκε να κάθεται χαρούμενο πάνω στο κρεβάτι του! Ο διάκος άρχισε να είναι πολύ καλύτερα στην υγεία του αμέσως μετά την απροσδόκητη επίσκεψη αυτών των παράδοξων και άγνωστων Δώδεκα Ανδρών, οι οποίοι, αφού τον παρηγόρησαν και τον ευλόγησαν, κατευθύνθηκαν προς την Εκκλησία του Καθίσματος και μέσ’ από εκεί, μετά, έγιναν όλοι τους άφαντοι!...

     Τότε, λοιπόν, ο γέρων μοναχός, ο βοηθός του πριν ασθενούς διακόνου, εννόησε και κατάλαβε ότι οι επισκέπτες που συνομίλησαν μαζί του, ήταν οι Δώδεκα του Κυρίου Άγιοι Απόστολοι.

     Καταχαρούμενος, έτρεξε κι ανήγγειλε αυτό το θαυματούργημα σ’ όλους τους αδελφούς της Μονής Διονυσίου. Ιδιαίτερα μάλιστα, στον τσιγγούνη και φειδωλό δοχειάρη, για να του παρέχει από ’δω και στο εξής λάδι για ν’ ανάβει τις καντήλες. Ταυτόχρονα, δεν παρέλειψε να του αναφέρει και την αποστολική προειδοποίηση, για την περίπτωση που αυτός αρνηθεί ακόμη και τώρα να του δώσει λάδι.

Όλοι μαζί οι Πατέρες δόξασαν τον Θεό για το έλεος που έδειξε προς τον δούλο Του, μέσω των αγίων, ενδόξων και πανευφήμων Δώδεκα Αποστόλων Του.
     Η μεγάλη πρεσβεία και Χάρη τους, ας συνοδεύουν αισθαντικά τη ζωή και τον αγώνα όλων μας, συντρέχοντας και βοηθώντας μας, στις διάφορες και ποικίλες ανάγκες της ψυχής και του σώματος. Αμήν.

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος γ´.
Ἀπόστολοι Ἅγιοι, πρεσβεύσατε τῷ ἐλεήμονι Θεῷ, ἵνα πταισμάτων ἄφεσιν, παράσχῃ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος δ΄.
Οἱ τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι, καὶ τῆς Οἰκουμένης διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Ὡς δωδεκάπυρσος, λυχνία ἔλαμψαν, οἱ Δωδεκάριθμοι, Χριστοῦ Ἀπόστολοι, Πέτρος καὶ Παῦλος σὺν Λουκᾶ, Ἀνδρέας καὶ Ἰωάννης, Βαρθολομαῖος Φίλιππος, σὺν Ματθαίῳ καὶ Σίμωνι, Μᾶρκος καὶ Ἰάκωβος, καὶ Θωμᾶς ὁ μακάριος, καὶ ηὔγασαν τοὺς πίστει βοώντας, χαίρετε Λόγου οἱ αὐτόπται.

Κοντάκιον.
Ἦχος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τοὺς ἀσφαλεῖς καὶ θεοφθόγγους κήρυκας, τὴν κορυφὴν τῶν Μαθητῶν σου Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν, τῶν ἀγαθῶν σου καὶ ἀνάπαυσιν, τοὺς πόνους γὰρ ἐκείνων καὶ τὸν θάνατον, ἐδέξω ὑπὲρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων τὰ ἐγκάρδια.

Μεγαλυνάριον.
Πέτρον Παῦλον Μᾶρκον σὺν τῷ Λουκᾷ, Φίλιππον, Ἀνδρέαν, Ἰωάννην τε καὶ Θωμᾶν, Σίμωνα Ματθαῖον, καὶ τὸν Βαρθολομαῖον, σὺν θείῳ Ἰακώβῳ ὕμνοις τιμήσωμεν.



[Λαζάρου Μοναχού Διονυσιάτου
(1892–1974):
«Διονυσιάτικαι Διηγήσεις»,
κεφ. 52ο, σελ. 142–143,
έκδοσις Ιερά Μονή Διονυσίου,
Άγιον Όρος 1988.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
έρευνα, πληκτρολόγηση κειμένου,
μεταφορά του στη δημοτική:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ


«Όταν θέλεις να μιλάς κάποτε
για την “ακρίβεια” των ιερών Κανόνων,
δεν πρέπει να εφαρμόζεις ποτέ
στον εαυτό σου την “οικονομία”».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
(1930–1989)






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΞΕΝΟΣ

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΞΕΝΟΣ 


     Ένας Ηγούμενος ενός μεγάλου Κοινοβίου ήταν πολύ γνωστός και δοξαζόταν από τους ανθρώπους του κόσμου. Το Μοναστήρι του, είχε διακόσιους μοναχούς. Αυτόν, λοιπόν, τον Ηγούμενο ήρθε να τον επισκεφθεί ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Έφθασε στο Μοναστήρι σαν ένας φτωχός γέρος και παρακάλεσε τον πορτάρη να πει στον Ηγούμενο πώς «ο δείνα συνάδελφος ήρθε να σε δει». Κάπως βαριεστημένα ο πορτάρης πήγε στον Ηγούμενο να του το αναγγείλει, μα τον βρήκε να συνομιλεί με κάποιους άλλους. Στάθηκε λίγο και, ύστερα, κάπως δειλά, του μίλησε για εκείνον τον φτωχό, χωρίς φυσικά να ξέρει ότι ήταν ο Χριστός.
     Και τότε ο Ηγούμενος οργισμένος του απάντησε:
     –Δεν βλέπεις, ευλογημένε, ότι κουβεντιάζω με τους ανθρώπους; Προς το παρόν, άσε με ήσυχο!
     Ο πορτάρης, έφυγε. Αλλά και ο Κύριος, δείχνοντας όλη τη μακροθυμία Του, περίμενε ώσπου να τελειώσει και να Τον δεχθεί ο Ηγούμενος.
     Λίγο αργότερα, την πέμπτη ώρα, έφτασε κάποιος πλούσιος στο Μοναστήρι, τον οποίον ο Ηγούμενος βγήκε να υποδεχθεί με ασπασμούς κι επισημότητες. Τότε, λοιπόν, βλέποντάς τον μαζί με τον πλούσιο, Αυτός που είναι πάντοτε Πλούσιος, Φιλεύσπλαχνος και Φίλος των ταπεινών, ο Θεός, τον πλησίασε και τον παρακάλεσε:
     –Άγιε Ηγούμενε, θέλω να σου μιλήσω γιατί είναι ανάγκη!
     Μα εκείνος και πάλι δεν Του έδωσε σημασία. Τον προσπέρασε και πήγε στο ηγουμενείο να συνομιλήσει μ’ εκείνον τον πλούσιο για πολλή ώρα. Μετά, βγήκανε μαζί και πήγαν στην τράπεζα να φάνε και να ευφρανθούν, παραβλέποντας και αδιαφορώντας εντελώς για τον Ξένο που περίμενε.
     Πέρασε η ώρα, τελείωσε και το επίσημο φαγητό, και ο Ηγούμενος ξεπροβόδισε τιμητικά ίσαμε την πύλη τον πλούσιο. Επιστρέφοντας στο ηγουμενείο, απορροφήθηκε πάλι από τις πολλές φροντίδες και ξέχασε πέρα για πέρα εκείνον τον φτωχό και άκακο γέρο που περίμενε.
     Όταν, πια, νύχτωσε κι ο Ηγούμενος δεν αξιώθηκε να υποδεχθεί τον αληθινό κι ευλογημένο Ξένο, Εκείνος σηκώθηκε να φύγει. Πριν όμως αναχωρήσει, μίλησε στον Ηγούμενο κάπως έτσι:
     –Αν θέλεις κι επιθυμείς τόσο πολύ την δόξα των ανθρώπων, εγώ ευχαρίστως να σου στείλω για τους ως τώρα κόπους σου, όλες τις πολιτείες απ’ τα πέρατα του κόσμου να σ’ επισκεφθούν, γιατί βλέπω να τους περιβάλλεις και να σε περιβάλλουν με φτηνή και μάταιη κοσμική δόξα· όμως, τ’ άφθαρτα αγαθά της βασιλείας Μου και τις απολαύσεις που έχουν ετοιμαστεί για τους αγίους Μου, αυτά, δεν πρόκειται να τα γευθείς!...
     Και μ’ αυτό τον τρόπο έγινε γνωστό πώς ο Παντοκράτωρ Κύριος παρουσιάστηκε ως ένας απλός γέρος και φτωχός, από άρρητη συγκατάβαση, ενώ ήταν και είναι πάντα ο Κύριος και Θεός μας. 

[Π. Β. Πάσχου: «Γυναίκες της Ερήμου – Μικρό Γεροντικό Γ΄», κεφ. ιε΄, σελ. 33–34, «Ακρίτας», Αθήνα, Απρίλιος 19951.] 


ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΤΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΚΤΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ 


Προσκυνητής του Θεού, ο άνθρωπος,
μέσα στην αγία και πάγκαλη κτίση Του,
μετά την ακατάκριτη απειρία
που συνοδεύει τον βιολογικό ερχομό του
μέσα σε αυτήν,
προσέρχεται δειλά, δισταχτικά ή άφοβα
να προσχωρήσει
στην αρχέγονη περιπέτεια του γίγνεσθαι.
Προς το ισόβιο και υπέρχρονο
εκείνο νηφάλιο μεθύσι
της άγνωστης γνώσης,
στη μέθεξη του απείρου,
με αγάπη και ταπείνωση.

⁜  ⁜  ⁜

Πιασμένοι με το χέρι του Θεού μέσα μας,
με συνέκδημο τη μυστική χάρη της αγάπης Του,
δίνουμε νερό στη δίψα της ψυχής μας
και ψωμί στη πείνα των σπλάγχνων μας.
Η καρδιά λαχταρά και λυγά.
Ο νους μελετά, νοεί και τηρεί.
Η ενδόμυχη φωνή της συνείδησης
ισοκρατεί το μυστήριο της ελευθερίας.

⁜  ⁜  ⁜

Γινόμαστε βαθμιαία
τυχεροί και μονάκριβοι
στη λιακάδα της ζήσης μας·
Καλότυχοι και ρηγάδες
στα σπάρτα των βιωμάτων μας.
Αποσκιρτάμε και ξεσπιτωνόμαστε,
σεργιανάμε και ταξιδεύουμε,
μαθαίνουμε και γνωρίζουμε,
θυμόμαστε και αναπολούμε.
Ταξιδεύουμε
με τις σχέσεις των ανθρώπων,
μέσα στις καρδιές τους,
είμαστε σχέση
γι’ αυτούς,
σε αυτούς, 
και εξαιτίας τους.
Γινόμαστε σχέση για μας, 

παρά τις απωθήσεις, 
τις εναντιώσεις, 
τις αρνήσεις μας. 
Σχέση κυκλοτερής και αέναος.
Αυτοί σε μας.
Εμείς σε αυτούς.
Κάποτε, μόνοι και αταίριαστοι.
Κάποτε, μαζί και συνταιριασμένοι.
Ισόψυχοι, γνωστοί κι αγνοημένοι.

⁜  ⁜  ⁜

Υποδεχόμαστε στα δώματα της καρδιάς
ονειροπόλους, ταξιδευτές και επισκέπτες,
περαστικούς διαβάτες και περίεργους,
άσκεφτους πραματευτάδες
και φευγαλέους ξένους,
καρδιακούς αδελφούς και φίλους,
οικείους και γνωστούς,
γνώριμους και άφιλους,
αδιάφορους, αμνημόνευτους, αποξεχασμένους.
Μ’ όλους συγγενεύουμε και συντροφεύουμε·
και μ’ όλους είμαστε ανόμαιμοι και ξένοι.

⁜  ⁜  ⁜

Τανυζόμαστε εσωτερικά
ανάμεσα σ’ όλα τα απαντήματα, 
στ’ αλισβερίσια,
στα δοσίματα, στα αλλαργέματα.
Ατακτούμε με τον αβέβαιο εαυτό μας
και, μετά, με τον «άλλον»,
τον ακαθόριστο συνάνθρωπό μας.
Ξοδεύουμε όνειρα, 
δαπανούμε ελπίδες,
αφιερώνουμε καημούς,
ληστεύουμε προσδοκίες,
δοκιμαζόμαστε και σοφιζόμαστε,
εξαντλούμαστε και λυγάμε, 

αναθαρρούμε και ανανεωνόμαστε.
Συνάζουμε νίκες,
αφαιρούμε ήττες,
αποδεχόμαστε κλήρους,
αγνοούμε τη μοίρα· 
αντιστεκόμαστε στο άγνωστο, 
θωπεύουμε τον πόνο. 
Δημιουργούμε περάσματα,
απορούμε στα τέλματα.
Ρίχνουμε δίχτυ του λόγου,
αρυτίδωτο σενδόνι, η ελπίδα μας,
σκεπάζει στοργικά τα συμβάντα. 
Δε μονοιάζουμε ποτέ 
με τα κύματα από αφρισμένα γιατί
Αγκομαχούμε με τις ρήξεις.
Ειρηνεύουμε στις φυγές, τις αφάνειες, τις αποδράσεις.
Ευλογούμε τις επιστροφές, τις παλινωδίες μας.

⁜  ⁜  ⁜

Ένας λόγος για την σιωπή.
Μια σιγαλιά για την φράση.
Μια αστροφεγγιά για την σκέψη.
Ταξιδεύουμε, οδεύουμε, πορευόμαστε:
κλονιζόμαστε μόνοι και ακατάληπτοι
στα αλληλοδιάδοχα κύματα της συμφωνίας,
της ενότητας, της ασυμφωνίας, της απόρριψης,
της επίκρισης, της προδοσίας.
Ο κόσμος ευθύνεται και φταίει,
αλλά το φταίξιμό του βρίσκει
το νευραλγικό ριζωμό του, μέσα μας.
Αναπαυόμαστε και χάνουμε τον χρόνο·
αράζουμε με ευφροσύνη και ανεμελιά
σε απάνεμους ορμίσκους βραχείας πληρότητας
από την εράσμια κατανόηση
που ενίοτε βρίσκουμε ή λαμβάνουμε,
που ενίοτε μας δίδουν ή μας προσφέρουν.

⁜  ⁜  ⁜

Στο τέλος, ένα «τέλος»·
ένα νόημα, ένας σκοπός, ένα κάτι.
Και στην άκρα των άπαυτων ταξιδεμάτων μας,
μας περιμένει ή μας βρίσκει η αγάπη Του.
Τίποτε δεν μας είναι δεδομένο,
τίποτα και τόσο αναμενόμενο.
Φυτεύουμε προσδοκίες
στο χώμα της προσκαιρότητας,
μέσα στις ριπές του αγέρα
που σηκώνει η αδημονία μας.
Μόλις επουλωθούν οι πληγές,
θα φανεί η υπομονή
μεσ’ από τις φλέβες των χρόνων μας.
Ιδρώτα αποστάζουν οι απαντοχές μας
και τα στέρνα μας μυρέλαια μαρτυρίου.
Σακατεμένη η περήφανη λογική,
απ’ τα μολύβια των δοκιμασιών
και τη σποδό των δοκιμίων του κόσμου.
Όλα, μέσα μας, είναι μυστήριο
που στέκεται φαιδρό και πράο,
απαθές, φρόνιμο και ατάραχο,
αφημένο μέσα στο λίκνο της καρδιάς μας.

⁜  ⁜  ⁜

Και, να!
Εκείνη η «αλφαβήτα»
του βίου και της οικουμένης,
της ύπαρξης και της ανθρωπότητας,
μένει πάντα η ίδια,
ασάλευτη, ακέραιη,
ακλόνητη και απαραχάρακτη.
Είμαστε πάντα παιδιά
γιατί την συλλαβίζουμε ακόμη·
δεν θα την μάθουμε ποτέ.
Αυτή μας γαλούχησε, αυτή μας τροφοδότησε,
αυτή μας γέννησε κι αυτή μας αναγεννά.
Εκείνο το λατρεμένο ή λησμονημένο μας
«Α» («Άλφα») και «Ω» («Ωμέγα»):
Είναι η αφετηρία
που λαχταρούμε να αφήσουμε
για να σαλπάρουμε με τα πανιά
της ελευθερίας και του λυτρωμού, κλαίγοντας·
είναι το ποθούμενο τέρμα
που αντικρύζουμε με ανακούφιση
και άφραστη συγκίνηση.
Είναι η αγάπη μας, είναι ο Θεός μας! ...

⁜  ⁜  ⁜



πατήρ Δαμιανὸς


«ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΜΙΚΡΟΣ ΚΙ ΕΒΟΣΚΑ ΠΡΟΒΑΤΑ…»

«ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΜΙΚΡΟΣ ΚΙ ΕΒΟΣΚΑ ΠΡΟΒΑΤΑ…» 


     Ο μοναχός πατήρ Παΐσιος από το Κελλί των Αγίων Πάντων της Κουτλουμουσιανής Σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος, διηγήθηκε κάποτε τα εξής:
     «Όταν ήμουν μικρός κι έβοσκα πρόβατα, έμαθα με δυσκολία να συλλαβίζω. Βρήκα, τότε, μία Αγία Γραφή και την άνοιξα να διαβάσω. Εκεί έμαθα για την άλλη ζωή, την μετά θάνατον. Μού ’ρθε μία χάρη, όταν διάβαζα! Μία μέρα, με επεσκίασε μία νεφέλη, όταν διάβαζα την Αγία Γραφή, φοβήθηκα και την σταμάτησα. Μετά, την ξαναδιάβασα. Μού ’ρθε λογισμός να γίνω καλόγερος. Είχα ακούσει ότι οι καλόγεροι αγωνίζονται για την ψυχή τους, δεν ήξερα όμως “τί” είναι αυτοί οι καλόγεροι. Ένα βράδυ, μου παρουσιάστηκε η Αγία Παρασκευή στον ύπνο μου και μου είπε να μην τρώγω γάλα και τυρί την Τετάρτη και την Παρασκευή.«
     »Μετά, που απολύθηκα από στρατιώτης, ήρθα κι έμεινα σ’ αυτό εδώ το Κελλί. Κάθισα λίγο καιρό και μου είπαν οι Γεροντάδες να με κάνουν καλόγερο· μου έδωσαν κάτι παλιόρασα, που ούτε για σκιάχτρο δεν έκαναν! Έλειπε το μανίκι από το αντερί (=το ζωστικό), ήταν σχισμένα και βρώμικα. Από την στεναχώρια μου, δεν μίλησα καθόλου μία εβδομάδα. Μετά, με ρώτησαν
πώς πάω. “Καλά”, είπα. Μου λένε: “Επειδή δεν μίλησες, κάνεις για μοναχός. Αν μιλούσες, θα σε διώχναμε”. Και τότε μου φόρεσαν τα καλά ράσα που είχαν μέσα σ’ ένα κουτί.«
     »Ήταν καλοί οι Γεροντάδες μου!... Όταν κάποτε τους είπα ότι θέλω να πάω πίσω στον κόσμο να γίνω έγγαμος παπάς, –αυτό, πριν λάβω το Σχήμα–, αυτοί δεν έφεραν καμμία αντίρρηση. Την ημέρα που ήθελα εγώ να φύγω, μου έδωσαν χρήματα. Μου είπαν: “Παιδί μου, τόσο καιρό εκάθησες μαζί μας, δούλεψες για μας, αυτά τα χρήματα σού ανήκουν!”. 
     Συγκινήθηκα απ’ αυτό το γεγονός και, τελικά, κάθισα κοντά τους και δεν έφυγα. Άλλες συνοδείες, όταν τους έλεγαν τα καλογέρια τους ότι θα φύγουν, τους έβγαζαν τα ράσα και αυτοί μου έδωσαν και χρήματα από πάνω για τα ναύλα! Οι Γεροντάδες μου, ήταν άγιοι άνθρωποι!...». 

[«Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορειτική Παράδοση», 3ο μέρος, σελ. 608–609, Άγιον Όρος 2011.]


Ο ΓΕΡΟ–ΔΑΒΙΔ

Ο ΓΕΡΟ–ΔΑΒΙΔ
Ματιές στις φάσεις του βίου του 


[1] «Τις είδα σαν αδελφές μου…»

     Ο Γερο–Δαβίδ ο Αγιοπαυλίτης, είχε πολεμήσει στην Μικρασιατική Εκστρατεία μαζί με τον κατά σάρκα πατέρα του τωρινού Ηγουμένου της Μονής Αγίου Παύλου, Παρθενίου. Εκεί, του δόθηκε η ψυχόλεθρη «ευκαιρία» να αμαρτήσει με κάτι απροστάτευτες Τουρκάλες, αλλά αρνήθηκε. Όταν τον ρώτησαν πώς αντιστάθηκε στον πειρασμό, με «τί» λογισμό, είπε: «Αν αυτές ήταν αδελφές μου, εγώ δεν θα ήθελα να τις τύχει τέτοιο κακό. Τις είδα σαν αδελφές μου κι ας ήταν αλλόπιστες».

[2]
Το ολοκαίνουργιο κουστούμι

     Όταν ήταν με τον Στρατό στην Κωνσταντινούπολη, πήρε μία άδεια ένα Σαββατοκύριακο και, ταυτόχρονα, έλαβε ένα ολοκαίνουργιο κουστούμι από τους γονείς του. Τους το είχε παραγγείλει και το περίμενε πώς και πώς. Μόλις το πήρε από το Ταχυδρομείο και το είχε στα χέρια του να το φορέσει, έρχεται μία Τουρκάλα και του ζήτησε ελεημοσύνη. Αμέσως, της δίνει το αφόρετο κουστούμι που μόλις έλαβε. Έλεγε έπειτα, αυτή η Τουρκάλα, δείχνοντας προς τον ουρανό: «Αλλάχ, Αλλάχ!». Δηλαδή, να τον θυμηθεί ο Θεός για το καλό που της έκανε.

[3]
«Άσε το παιδί! Έχει καλύτερο πράγμα απ’ αυτό;»

     Μόλις γύρισε από τον πόλεμο, είπε στους γονείς του ότι θα πάει για καλόγηρος. Ο πατέρας του, διαφώνησε. Αλλά η μητέρα του τον υπερασπίστηκε: «Άσε το παιδί! Έχει καλύτερο πράγμα απ’ αυτό;». […]

[4]
Οι γόπες που «έκαναν φτερά»!

     Μια φορά, εκεί στο Κάθισμα του Αγίου Σπυρίδωνος όπου ήταν, του έφεραν κάποιοι ψαράδες 4–5 ψάρια, γόπες μεγάλες. Τις καθάρισε με χαρά κι ετοιμαζόταν να τις τηγανίσει. Εκείνη την ώρα, ήρθε ένας φίλος του αστυνομικός από την Δάφνη, χτύπησε την πόρτα, αλλά ο κακός λογισμός της φιλαυτίας και αφιλοξενίας νίκησε τον Γερο–Δαβίδ κι έκρυψε τις γόπες. Τις έβαλε μέσα σ’ ένα ντουλάπι στην κουζίνα κι έβαλε μάλιστα κι ένα λουκέτο, μην τυχόν και το ανοίξει κατά λάθος. Αν και ο ίδιος ήταν πολύ ελεήμων και ακτήμων, εκείνη την στιγμή, τον σκότισε ο πειρασμός. Μπήκε ο αστυνομικός και περίμενε όρθιος. Δεν του είπε να καθίσει να φάνε μαζί παρέα, αν και ήταν μεσημέρι και ήταν φίλοι. Έτσι, έφυγε ο επισκέπτης. Έπειτα, πάει ο Γερο–Δαβίδ, ανοίγει το λουκέτο, ανοίγει και το ντουλάπι, άφαντες οι γόπες! Δεν υπήρχαν! «Είχαν κάνει φτερά»!

[5]
«Παναγία μου! Αυτήν την ευωδία Σου νά ’χουμε και στον Παράδεισο!»

     Μια φορά που έκανε προσευχή στο Κελλί του, μπήκε ο διάβολος μέσα, σαν «σκύλος» μεγάλος, με κάτι κόκκινα μάτια, κι η γλώσσα του ήταν έξω κρεμασμένη και κατακόκκινη. Τα μάτια του, πετούσαν σπίθες και βρωμούσε πάρα πολύ. Πήγε ξάπλωσε πάνω στο κρεβάτι του Γερο–Δαβίδ και δεν κουνιόταν από ’κει. Εν τω μεταξύ, ταράχθηκε ο Γερο–Δαβίδ που τον είδε και δεν ήξερε τί να κάνει. Από την βρώμα που έβγαζε ο «σκύλος», τού ήρθε δυσφορία και κόντεψε να σκάσει. Άρχισε να βγάζει τα ρούχα του μήπως και ανακουφιστεί. «Και το δέρμα μου θα έβγαζα!», έλεγε αργότερα. Έλεγε την ευχή «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με!…», αλλά, κατά παραχώρηση Θεού, ο «σκύλος», δεν έφευγε.
Και εκεί μέσα στην απόγνωση, την απελπισία και τον πανικό του, αισθάνθηκε μέσα στα χέρια του κάτι τυλιγμένο σαν «αυγό». Ήταν μία κορδέλα χάρτινη τυλιγμένη, που την ξετύλιξε και είχε γραμμένους μέσα τους «Χαιρετισμούς» της Παναγίας. Άρχισε να τους διαβάζει και με το που άκουσε ο πειρασμός «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει…», –παααφ!!– Πετάχθηκε έξω. Δεν άντεξε. «Και ’κείνη την ώρα, μου ήρθε μία ευωδία!... Παναγία μου!... Να!... Αυτήν την ευωδία Σου, νά ’χουμε και στον Παράδεισο!...», είπε με τον απλό και χωριάτικο τρόπο του. […]

[6]
«Ήρθα, είδα, και απέρχομαι!»

     Τις δύο τελευταίες μέρες της ζωής του, είχε το Κελλί του μία λεπτή ευωδία καθώς και ένα απαλό φως που σε ηρεμούσε. Ένιωθες μία ηρεμία όταν έμπαινες μέσα, και μία μεγάλη αγάπη. «Έκαιγε» η καρδιά σου από αγάπη. Με το που διέσχιζες την πόρτα του ταπεινού Κελλιού του, έμπαινες σε μία άλλη ατμόσφαιρα πνευματική. Σε έναν αδελφό είπε την προηγούμενη μέρα της κοιμήσεώς του: «Ήρθα, είδα, και απέρχομαι!». Και, όντως! Την επομένη, εκοιμήθη ειρηνικά, ήσυχα και αθόρυβα, για να προστεθεί στους κεκοιμημένους καλούς και οσίους Πατέρες. 

[«Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορειτική Παράδοση», 3ο μέρος («Αποφθέγματα», στο «Δ»), σελ. 496–500, Άγιον Όρος 20111.]