Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελλάδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΟΤΕ!


ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ,
ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΟΤΕ!


     Την Ελλάδα ο Θεός την έχει για σπίτι δικό Του. Η Ελλάδα είναι το καλύτερο μέρος του κόσμου. Είμαστε ευλογημένοι. Αλλά οι κυβερνήτες τα μπερδεύουνε μερικές φορές. Ο κυβερνήτες πρέπει να είναι χριστιανοί εν επιγνώσει, γιατί αλλιώς μπερδεύουν το κράτος.
     Κατάληψις της Ελλάδος από ξένο κράτος δεν θα γίνει ποτέ! Τόση δύναμη δίνει στην Ελλάδα ο Κύριος τον καιρό του πολέμου, που δεν λέγεται! Δεν θα έρθουν αυτοί μέσα. Το σώμα της Ελλάδος δεν μπορεί να το πάρει κανένα κράτος και να το πάει όπου θέλει. Είναι από πάνω γραμμένα αυτά, δεν είναι από ανθρώπους».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ
(1912–2006)


[ «Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης»
–Ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου–,
Τόμος Β΄, Μέρος 1ο, Κεφ. 2ο, σελ. 79.
Εκδόσεις «Ακρίτας»·
Αθήνα, Νοέμβριος 20111.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ


     Ο άγιος Κοσμάς γεννήθηκε, γύρω στα 1714, σ’ ένα μικρό χωριό της Αιτωλίας, το Μέγα Δένδρον (που ήταν και η ιδιαίτερη πατρίδα του Αγίου Ευγενίου [5 Αυγ.]), που υπαγόταν στη Μητρόπολη της Άρτας. Οι γονείς του, απλοί στην καταγωγή και ευλαβείς, τον ανέθρεψαν μέσα στην ατμόσφαιρα του φόβου του Θεού και του μετέδωσαν την αγάπη για τα ιερά Γράμματα. Έτσι, σε ηλικία περίπου είκοσι ετών, ανεβαίνει στο Άγιον Όρος για να σπουδάσει στην Αθωνιάδα Ακαδημία, που είχε προ ολίγου ιδρυθεί ως εξάρτημα της Μονής Βατοπαιδίου και όπου δίδασκε ο περίφημος Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806). Οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν από την ίδρυση αυτής της Σχολής, η οποία μετέδιδε το πνεύμα του Διαφωτισμού μέσα στην ίδια την καρδιά του κάστρου της Ορθοδοξίας, ανάγκασαν σύντομα τον Βούλγαρη και τους άλλους ονομαστούς διδασκάλους να εγκαταλείψουν τον Άθω· έτσι η Αθωνιάδα μοιραία περιέπεσε γρήγορα σε παρακμή (1759). Αυτό όμως στάθηκε για τον νεαρό Κοσμά σημείο της θεϊκής Προνοίας και, αφήνοντας πλέον τις σπουδές, στράφηκε προς τη μοναχική ζωή και εισήλθε στη Μονή του Φιλοθέου. Λίγο μετά τη μοναχική κουρά του, ο ζήλος για τα ασκητικά παλαίσματα και η ευλάβειά του τον κατέστησαν άξιο και της ιερωσύνης και, έτσι, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

     Είχε όμως εκ νεότητος ο μακάριος Κοσμάς μεγάλο πόθο να μεταδίδει γύρω του τον Λόγο του Θεού, σε σημείο που έλεγε ότι η έγνοια για τη Σωτηρία των αδελφών του τον κατέτρωγε, όπως το σαράκι το ξύλο (Κατήχησις Α΄, 5-6). Στους χαλεπούς εκείνους καιρούς για τον σκλαβωμένο λαό των Ελλήνων, όπου και η άγνοια και αυτών ακόμη των στοιχείων της Πίστεως και η έλλειψη χριστιανικής παιδείας επέφερε τη μεγάλη αδιαφορία, την αμέλεια και την έκπτωση των ηθών, το κήρυγμα του Ευαγγελίου επιβαλλόταν ως το πλέον επείγον καθήκον. Εναρμονισμένος όμως με τη διδασκαλία των αγίων Πατέρων, ο Κοσμάς δεν ήθελε να ακολουθήσει την αποστολική ζωή από δικό του θέλημα. Διψώντας να πληροφορηθεί εάν αυτό είναι το θέλημα του Θεού, άνοιξε μία ημέρα την Αγία Γραφή στην τύχη και έπεσε πάνω στον εξής λόγο του Αποστόλου: «Δεν πρέπει κανείς να επιδιώκει να κάνει ό,τι βολεύει τον ίδιο, αλλά ο καθένας ας στοχεύει να πραγματοποιεί ό,τι βοηθάει τον άλλον» (Α΄ Κορ. 10, 24). Φωτισμένος λοιπόν από τον Λόγο του Θεού και, αφού συμβουλεύτηκε διάφορους πνευματικούς Πατέρες του Αγίου Όρους, πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να πάρει την άδεια του πατριάρχη Σεραφείμ Β΄ (1757-1761), όπως επίσης και κάποια μαθήματα ρητορικής από τον αδελφό του, Χρύσανθο τον Αιτωλό (1712-1785), διευθυντή αργότερα της Πατριαρχικής Ακαδημίας και κατόπιν του Σχολείου της Νάξου.

     Ο νέος απόστολος άρχισε το κηρυγματικό έργο του στις εκκλησίες της περιοχής Κωνσταντινουπόλεως, κατόπιν αναχώρησε προς τις περιοχές της δυτικής Ελλάδος (Ναύπακτο, Βραχώρι, Μεσολόγγι), από εκεί πέρασε στη Θεσσαλία και επέστρεψε στην Πόλη. Αφού αποσύρθηκε για κάποιο διάστημα στον Άθω, έλαβε από τον πατριάρχη Σωφρόνιο Β΄ (1774-1780) την ευλογία να κηρύξει στις Κυκλάδες, με σκοπό να παρηγορήσει τον εντόπιο πληθυσμό. Οι Κυκλαδίτες είχαν τότε αποθαρρυνθεί λόγω της αποτυχημένης εξέγερσης, στην οποία τους είχε υποκινήσει η Ρωσία (1775). Από εκεί επέστρεψε πάλι και αποσύρθηκε στις Μονές του Άθω, συμπληρώνοντας έτσι δεκαεπτά χρόνια παραμονής και ασκήσεως στο Άγιον Όρος. Αλλά η καρδιά του, φλεγόμενη από αγάπη προς τους εν Χριστώ αδελφούς, δεν τον άφηνε να μείνει περισσότερο εκεί. Αναχώρησε πάλι για τη Θεσσαλονίκη, έμεινε για λίγο στη Βέροια και περιόδευσε ολόκληρη τη Μακεδονία, συγκεντρώνοντας μεγάλα πλήθη πιστών που τον άκουγαν με προσοχή και κατάνυξη.

     Από την Κεφαλλονιά πέρασε στη Ζάκυνθο, κατόπιν στην Κέρκυρα κι από εκεί στην Ήπειρο –όπου οι χριστιανοί βρίσκονταν σε αξιοθρήνητη κατάσταση– για να τους στερεώσει στην Ορθόδοξη Πίστη και να ανακόψει τις βίαιες μεταστροφές στο Ισλάμ. Στηριζόμενος από τη Χάρη του Θεού, ο άγιος Κοσμάς επιτέλεσε θαύματα στα μέρη εκείνα, που μέχρι τις ημέρες μας παραμένουν διαθρυλούμενα και διαποτισμένα με τη χάρη των κηρυγμάτων του, και πέτυχε με τις επίμονες πατρικές παραινέσεις του να ανορθώσει το καταρρακωμένο φρόνημα των χριστιανών.


     Ο λόγος του ήταν απλός και προσιτός σε όλους, χρησιμοποιώντας εικόνες και εκφράσεις δανεισμένες από την καθημερινή ζωή· αλλά ταυτόχρονα ξεχείλιζε από τη γλυκύτητα, την ειρήνη και τη χαρά, που μόνον το Άγιον Πνεύμα μπορεί να χαρίζει. Είχε τη χαρισματική ιδιότητα να διεισδύει άμεσα στη ψυχή των ακροατών και να γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό, ως έκφραση του θείου θελήματος. Καθώς κανένας ναός δεν ήταν δυνατόν να χωρέσει τα πλήθη που συνωστίζονταν γύρω από τον νέο απόστολο, κήρυττε στο ύπαιθρο, ανεβασμένος σ’ ένα φορητό βάθρο, πάντοτε δίπλα σ’ έναν μεγάλο Σταυρό που έμπηγε στη γη, και ο οποίος γινόταν, μετά την αναχώρησή του, πηγή ιαμάτων, επιστηριγμός και παρηγορία για τους ανθρώπους με πάθη σωματικά και πνευματικά. Δίδασκε τους χριστιανούς να ζουν σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού και να τηρούν απαρέγκλιτα την αργία της Κυριακής, της Ημέρας του Κυρίου, αφήνοντας κατά μέρος τις ασχολίες τους, για να εκκλησιάζονται, να κοινωνούν και να ακούν τον Λόγο του Θεού. Απ’ όπου περνούσε, ίδρυε σχολεία –καθήκον που το θεωρούσε θεμελιώδες– όπου διδάσκονταν δωρεάν τα ελληνικά και τα ιερά Γράμματα. Όπως μαρτυρεί ο ίδιος σε μία επιστολή στον αδελφό του, γραμμένη λίγους μήνες πριν τον μαρτυρικό του θάνατο, είχε ιδρύσει 200 δημοτικά σχολεία και δέκα σχολεία όπου διδάσκονταν τα ελληνικά γράμματα. Έπειθε τους πλουσίους να αφιερώνουν το περίσσευμά τους σε ελεημοσύνες, στη διανομή θρησκευτικών βιβλίων, σταυρών και κομβοσχοινίων, και τους παρότρυνε ακόμη να προσφέρουν στις εκκλησίες κολυμβήθρες για το Βάπτισμα των νηπίων.

     Ένα σμήνος δύο ή τριών χιλιάδων πιστών τον ακολουθούσε παντού· θα έλεγε κανείς, ένας αληθινός στρατός του Χριστού όργωνε ολόκληρη την Αλβανία πίσω από τον άγιο, που τον έβλεπαν μέσα στις κακουχίες τους σαν άλλον Ενώχ ή προφήτη Ηλία, απεσταλμένον για να αναγγείλει την αυγή μιας νέας εποχής. Προτού αρχίσει το κήρυγμά του, τελούσε τον Εσπερινό ή Παράκληση στην Παναγία, και μετά, έχοντας πια μιλήσει ο ίδιος, άφηνε στους περίπου πενήντα ιερείς της συνοδείας του τη φροντίδα να συνεχίσουν το έργο του με την εξομολόγηση, την τέλεση του Ευχελαίου, τη θεία Κοινωνία και την επίσκεψη στον καθέναν προσωπικά.

     Παρά το γεγονός ότι η διδασκαλία του αγίου δεν είχε κανέναν τόνο πολεμικό, αλλά περιοριζόταν στη διδαχή των ευαγγελικών αρετών, κι ενώ ο πασάς των Ιωαννίνων τον είχε αποδεχθεί, δείχνοντάς του σημεία μεγάλης εκτίμησης, ορισμένοι Εβραίοι, κινούμενοι από φθόνο και εξοργισμένοι διότι ο άγιος είχε μεταθέσει το παζάρι της Κυριακής στο Σάββατο, έπεισαν τον πασά να βάλει τέρμα στη ζωή του.

     Ο Κοσμάς συνήθιζε, φθάνοντας σ’ έναν τόπο όπου ήθελε να κηρύξει, να πηγαίνει προηγουμένως ο ίδιος για να ζητήσει την ευλογία του τοπικού επισκόπου, και κατόπιν να στέλνει μερικούς μαθητές του να ζητήσουν και την άδεια των τουρκικών πολιτικών αρχών. Φθάνοντας μία ημέρα κοντά σ’ ένα χωριό της Αλβανίας λεγόμενο Κολικόντασι, έμαθε ότι ο Κουρτ πασάς που διαφέντευε την περιοχή έμενε κάπου εκεί κοντά, στο Βεράτι. Παρά τις φρόνιμες συμβουλές του περιβάλλοντός του, ο άγιος αποφάσισε να πάει αυτοπροσώπως στον αγά του τόπου, για να ζητήσει άδεια κηρύγματος· εκείνος όμως του ανακοίνωσε ότι είχε ήδη λάβει την εντολή να τον στείλει στον Κουρτ πασά. Από τα λόγια αυτό ο άγιος Κοσμάς κατάλαβε ότι έφτασε γι’ αυτόν η ευκαιρία να επιστέψει το έργο του με το μαρτύριο, και ευχαρίστησε τον Κύριο που τον έκρινε άξιο μιας τέτοιας τιμής.

     Την επόμενη ημέρα, 24 Αυγούστου 1779, επτά στρατιώτες τον συνόδευσαν, με πρόσχημα να τον οδηγήσουν στον πασά· αλλά μετά από πορεία δύο ωρών, σταμάτησαν κοντά στον Πάσο ποταμό και του φανέρωσαν ότι η απόφαση της εκτέλεσής του είχε ληφθεί προ πολλού. Γεμάτος χαρά και αναπέμποντας ευχαριστίες στον Θεό, ο άγιος ευλόγησε με το σημείο του Σταυρού τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και προσευχήθηκε υπέρ της σωτηρίας πάντων των χριστιανών. Αρνήθηκε να του δέσουν τα χέρια, ώστε να τα κρατάει σταυρωμένα. Χωρίς να προβάλει την παραμικρή αντίσταση, τον απαγχόνισαν σ’ ένα δέντρο και παρέδωσε ενδόξως τη ψυχή στον Θεό. Ήταν στην ηλικία των εξήντα πέντε ετών.


     Οι δήμιοι έριξαν το σώμα του αγίου στο ποτάμι. Ενώ οι χριστιανοί που έσπευσαν να το περιμαζέψουν με τα δίχτυα τους έμειναν άπρακτοι· τρεις ημέρες αργότερα, ένας ιερέας ονόματι Μάρκος, οπλισμένος με την προσευχή, ανακάλυψε το πάντιμο λείψανο να επιπλέει στα νερά, όρθιο, ωσάν ο άγιος να ήταν ακόμη ζωντανός. Το μάζεψαν από το ποτάμι και, αφού το έντυσαν με τα μοναχικά του ενδύματα, το έθαψαν με τιμές. Πλήθος θαυμάτων επιτελέστηκαν στη συνέχεια πάνω στον τάφο του και με τη χάρη των λειψάνων του. Το 1813, ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων, στον οποίο ο άγιος Κοσμάς είχε προφητεύσει το λαμπρό μέλλον του, έκτισε εκκλησία και μοναστήρι κοντά στον τάφο του και πρόσφερε την κάρα του, μέσα σε αργυρή λειψανοθήκη, στη χριστιανή γυναίκα του την περιβόητη Βασιλική.

     Ο άγιος Κοσμάς, του οποίου το κήρυγμα συνέβαλε με τρόπο αποφασιστικό στην αφύπνιση της Πίστεως και εθνικής συνειδήσεως του Ελληνικού λαού, τιμήθηκε αμέσως από τον λαό ως νέος απόστολος και «πρίγκηψ των νεομαρτύρων». Ωστόσο, η τιμή του άργησε να αναγνωρισθεί επίσημα –μόλις το 1961– από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

     Τα δε ιερά λείψανα του αγίου, αφού διέφυγαν το σαρωτικό κύμα της αθεΐας στην Αλβανία, αποκαλύφθηκαν στον ναό της εγκαταλελειμμένης μονής. Κλάπηκαν το 1995 και εξαγοράστηκαν από την Εκκλησία της Αλβανίας, το 1998. Έκτοτε, αποτελούν αντικείμενο ευλαβούς προσκυνήματος των Ορθοδόξων και σύμβολο της αναστάσεως της Πίστεως στη χώρα αυτή.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, διδασκαλίᾳ, κατεκόσμησας, τὴν Ἐκκλησίαν, ζηλωτὴς τῶν Ἀποστόλων γενόμενος· καὶ κατασπείρας τὰ θεῖα διδάγματα, μαρτυρικῶς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Κοσμᾶ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
ς φωστὴρ νεόφωτος τὴν Ἐκκλησίαν, καταυγάζεις ἅπασαν, Εὐαγγελίου διδαχαῖς, Κοσμᾶ Χριστοῦ Ἰσαπόστολε· διὸ ἀξίως γεραίρει τὴν μνήμην σου.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις Ἀποστόλων ὁ μιμητής, Κοσμᾶ θεοφόρε, εὐσεβείας ὑφηγητά, τοῦ Εὐαγγελίου ὁ θεηγόρος κῆρυξ, καὶ τῶν πιστῶν ἁπάντων, θεῖον ἀγλάϊσμα.





[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 12ος (Αύγουστος),
σελ. 257–261.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι, Μάρτιος 2009.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2020

«ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΕ ΕΔΩ!»


«ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ
ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΘΕ ΕΔΩ!»
(Μικρό σχόλιο για την ισλαμοποίηση
της Μεγάλης του Γένους Εκκλησίας,
της «Αγια–Σοφιάς».)


     Τον Οκτώβριο του 1972, ο τότε Ηγούμενος της Μονής Σταυρονικήτα χρειάσθηκε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη και στην Άγκυρα, για να αναζητήσει στο τουρκικό κτηματολόγιο κάποιους τίτλους της Μονής. Τον συνόδευσε λοιπόν ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924–1994) και προγραμμάτισαν μάλιστα να επισκεφθούν και τα Φάρασα, την πατρίδα του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου.
     Στην Κωνσταντινούπολη ο Όσιος θαύμασε την μεγαλοπρέπεια και τη χάρη των Ναών, αλλά και πόνεσε για την κακή κατάσταση, στην οποία είχαν περιέλθει. Στην Αγια–Σοφιά στάθηκε πίσω από μια κολόνα και προσευχόταν με δάκρυα. Ένας φύλακας που τον αντιλήφθηκε, τον έσπρωξε με θυμό λέγοντας: «Δεν επιτρέπεται να προσεύχεσθε εδώ!». Τότε εκείνος τον πήρε από το χέρι και του έδειξε ένα σημείο όπου υπήρχαν ούρα. «Αυτά επιτρέπονται;», τον ρώτησε ελεγκτικά.
     Επέστρεψε από το ταξίδι συγκινημένος για το προσκύνημα που αξιώθηκε να κάνει αλλά και λυπημένος για όσα αντίκρισε.
     Είπε: «Τι μεγαλείο υπήρχε στην Αγια–Σοφιά, τότε στους Βυζαντινούς χρόνους! Αφού είχαν μείνει έκπληκτοι οι Ρώσοι, ώστε να πουν: “Ο ουρανός στη γη!”. Και πώς είναι η Αγια–Σοφιά τώρα! Πόνεσε η ψυχή μου!».
     Πρόσθεσε δε στο τέλος: «Δεν ήθελε ο Θεός να υπάρχει το Βυζάντιο; Ήθελε, αλλά οι αμαρτίες του λαού και των αρχόντων έγιναν αιτία και χάθηκε…».


[ «Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης»,
Κεφ. 11ο, §12, σελ. 320–322,
Έκδοσις
Ιερόν Ησυχαστήριον
«Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης,
Ιούνιος 20162.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

«ΕΦΤΑΣΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ!»


«ΕΦΤΑΣΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ!»


     «Μην ανησυχείς, παιδί μου! Εγώ ετοιμάζομαι να κοιμηθώ και δεν θα είμαι εδώ, αλλά θα βλέπω από πάνω, διότι εδώ (στη γη) είμαστε όλοι προσωρινά. Η Τουρκία θα διαμελισθεί σε 3–4 κομμάτια. Ήδη, έχει αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Εμείς θα πάρουμε τα δικά μας εδάφη. Οι Αρμένιοι τα δικά τους και οι Κούρδοι τα δικά τους. Το Κουρδικό θέμα έχει ήδη δρομολογηθεί. Αυτά θα γίνουν όχι τώρα, αλλά σύντομα· όταν θα πάψει αυτή η γενιά που κυβερνάει την Τουρκία και θ’ αναλάβει νέα γενιά πολιτικών. Τότε θα γίνει ο διαμελισμός της Τουρκίας. Πολύ σύντομα, οι προσευχές που γίνονται κάτω από την επιφάνεια της γης (σημ.: δηλαδή οι προσευχές των Κρυπτοχριστιανών), θα γίνονται επάνω στη γη. Και τα κεράκια που ανάβονται κάτω, θ’ ανάβονται επάνω. Θα τα δεις, παιδί μου! Πίστη και ελπίδα στον Θεό να υπάρχει, και θα χαρούν πολλοί. Όλ’ αυτά (που σου λέω), θα γίνουν στα χρόνια αυτά. Έφτασε ο καιρός!...».

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)



[ Μάρτιος του 1993·
Λόγος του ιδίου του
Αγίου Γέροντα Παϊσίου
προς τον Δημήτριο Λάμαρη
από την Πάφο της Κύπρου.
Από το βιβλίο του
Νικολάου Α. Ζουρνατζόγλου
«Μαρτυρίες Προσκυνητών»,
Τόμος Α΄, Κεφ. ΙΑ΄, §168, σελ. 423,
Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 20116.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 17 Μαρτίου 2020

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ Ή ΑΜΑΡΤΑΝΟΪΟΣ;

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ Ή ΑΜΑΡΤΑΝΟΪΟΣ;


     Ήρθε και στην ταλαιπωρημένη μας Πατρίδα, τόσο αιφνίδια και ανεξήγητα, η επιδημία του κορωνοϊού. Από το πουθενά, από το τίποτα, ή μάλλον μέσα από τα ζοφερά και μισάνθρωπα διευθυντήρια της παγκοσμιοποίησης. Το λέμε αυτό δίχως την παραμικρή διάθεση συνωμοσιολογίας ή δαιμονοποίησης του θέματος από μέρους μας. Ούτε στη χειρότερη φαντασία μας όλο αυτό. Μα, να που συμβαίνει, όπως συμβαίνει.
     «Απ’ ό,τι φαίνεται, βάλθηκαν ν’ αφανίσουν την ανθρωπότητα, κάποιοι θέλουν να μας σκοτώσουν!», μου είπε, αυτές τις μέρες, ένας πολύπειρος και σοφός Γέροντας από το Άγιον Όρος.
     Όλοι τώρα είναι αμίλητοι, σκεφτικοί και προβληματισμένοι. Θυμήθηκα κι εκείνο που λέει ο Ψαλμός του Εσπερινού (Ψαλμ. 103, 29)· ας το αποδώσω δίχως να απομακρυνθώ από το ύφος και το νόημά του: «Κύριε, μόλις κάνεις πως μας αποστρέφεσαι και γυρίζεις αλλού το πρόσωπό Σου, ταράζονται όλα τα σύμπαντα και θορυβεί όλη η κτίση». Κάτι τέτοιο θαρρώ ότι συμβαίνει τώρα.
     Οι περισσότεροι στοχοποιούν τη θεία Κοινωνία. Ειρωνείες, αφορισμοί, εξαγγελίες, προειδοποιήσεις, συστάσεις, εκνευρισμοί, συμπεράσματα, εισηγήσεις, θρασύτητες, ακόμη και επιστημολογικές βλασφημίες. Τη θεία Κοινωνία, από την Οποία εμείς, ως πρόσωπα, ως κοινωνία, ως γένος και ως έθνος αντλούμε, εδώ και αιώνες, ζωή, δύναμη και σωτηρία. Η μάχη είναι χαμένη εκ προοιμίου. Πώς μπορείς να πείσεις τον ορθολογιστή και εγκεφαλοκρατούμενο άνθρωπο για το υπέρλογο και πανυπερθαύμαστο Μυστήριο της θείας Κοινωνίας; Κάθε λόγος και αντίλογος καταντά και είναι μια ματαιοπονία. «Κάθε λόγος παλεύει μ’ έναν άλλον λόγο· αλλά ποιος λόγος όμως μπορεί ν’ αντικρούσει στ’ αλήθεια την ίδια τη Ζωή;», ρωτάει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Αυτό μόνο οι διακριτικοί το γνωρίζουν και έτσι αποφεύγουν και απομακρύνονται συνετά από κάθε ανούσια και ανωφελή αψιμαχία. Εκεί που τελειώνει η παρατήρηση, η έρευνα και η επιστημοσύνη, εκεί αρχίζει αθόρυβα και μεγαλειδώς η Πίστη με τα αναρίθμητα και αδιερεύνητα μυστήριά της. Ενίοτε μυαλό και μυστήριο συναντιούνται αρμονικά επ’ ωφελεία της ανθρώπινης ζωής και κάποτε διαχωρίζονται πρεπόντως για τη σωτηρία της αιώνιας ψυχής. Σε αντίθεση με την αθεολόγητη αντίληψη κάποιων που θέλουν όλα να τα τσουβαλιάζουν για να χαίρονται το χάος της θλιβερής αθεΐας ή να επιβεβαιώνουν τον κυνισμό του σκληρού ορθολογισμού τους.


     Μα, τώρα, θα κολλήσουμε τον ιό από τη θεία Μετάληψη; Πώς γίνεται να κοινωνούμε Σώμα και Αίμα Χριστού και, ταυτόχρονα, να μας απειλεί ή να μας εγγίζει η αρρώστια, ο θάνατος; Είναι ή δεν είναι αυτό απιστία και βλασφημία από μέρους μας; Είναι ή δεν είναι ο μόνος και μέγας Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων μας, ο Χριστός, η θεία Κοινωνία, Αυτός που εμείς μεταλαμβάνουμε; Πώς κλείνουν τα μάτια τους μερικοί στην υπεραιωνόβια και υπερκόσμια πνευματική εμπειρία της Εκκλησίας και των μελών Της; Είναι γιατί έτσι τους συμφέρει ή γιατί έτσι τους βολεύει;
     Όσοι απιστούν, όσοι έχουν καταληφθεί από την απιστία των καιρών και όσοι υπέκυψαν στην παγωμάρα των φρονημάτων, είναι σίγουρο ότι δεν θα έρθουν ποτέ να κοινωνήσουν. Υπάρχει η δραματική και επιζήμια ειλικρίνεια, καθόλου τιμητική για τον άνθρωπο που θέλει να προχωρήσει πνευματικά. Από μία άποψη, «καλά κάνουν». Ας μην έρθουν. Δεν τους υποχρεώνουμε, δεν τους το επιβάλλουμε, δεν τους εξαναγκάζουμε. «Ὅστις θέλει», είπε ο Κύριος (Ματθ. 16, 24· Μάρκ. 8, 34). Δεν είπε: «Ὅστις θέλει καὶ ὅστις μὴ θέλων».
     Άλλωστε, πώς γίνεται να έρθει κάποιος να κοινωνήσει, ευρισκόμενος ο ίδιος σε κατάσταση απιστίας, αμφιβολίας, φόβου, τρόπου, απαρέσκειας και απόρριψης προς τα άχραντα Μυστήρια; Ένας τέτοιος διχασμός συνιστά μάλλον υποκρισία ή παράνοια.
     «Μετὰ φόβου Θεοῦ προσέλθετε!» μάς λέει ο ιερέας, κάθε φορά που βγάζει το άγιο Ποτήριο από την Ωραία Πύλη· δεν μας λέει και δεν πρόκειται να μας πει ποτέ: «μετά φόβου ιού!». Γιατί πρέπει να αφήνουμε τη λογική μας να χρεώνει τα πάντα στον Χριστό, ο Οποίος μπορεί μεν να καταλαγιάζει και να θεραπεύει, αλλά να μη συμπλέει ποτέ με τους αδαμιαίους φόβους που συντηρεί η αμαρτία μέσα μας; Το έχουμε σκεφτεί ποτέ αυτό;
     Αλλά ο καθένας σήμερα ενεργεί ανάλογα με το μέτρο της πίστεως, που έχει ή που δεν έχει. Υπάρχει όμως βιωματικά αυτή η πίστη, για να υπάρχει και το ανάλογο μέτρο της, εντός μας; Και στην περίπτωση που, όντως, δεν έχουμε εκ των πραγμάτων πίστη, είτε γιατί ποτέ δεν την παραλάβαμε είτε γιατί εμείς την αποκρούσαμε είτε γιατί δεν μας την μετέδωσαν, όπως όφειλαν, οι γονείς μας, οι δάσκαλοι και το περιβάλλον μας, παρ’ όλ’ αυτά, έχουμε ισόβιο και ανεξάντλητο χρέος προς τον εαυτό μας και προς την αθάνατη ψυχή μας, κάποτε, κάπως, αυτή την ορθόδοξη πίστη να τη ζητήσουμε, να την διψάσουμε, να τη βρούμε, να την αρπάξουμε, αν και εφόσον θέλουμε να ευλογηθούμε και να σωθούμε. «Πρόσθεσε πίστη μέσα μας!» (Λουκ. 17, 5), έλεγαν με τεταμένη ικεσία οι Απόστολοι προς τον Χριστό.
     Τώρα ο εύκολος στόχος ολοφάνερα είναι η θεία Κοινωνία. Να μην κοινωνήσουμε, …για να μην κινδυνεύσουμε!!! Καμαρώστε κοσμικότητα, δείτε την απιστία που μας συνέχει, την άρνηση που μας μεταδίδουν, προσέξτε την αθεΐα που μας έχει κυριεύσει, δείτε τον φόβο που πλανά την αντίληψη και πλοηγεί το φρόνημά μας.
     Εμείς, οι βαπτισμένοι χριστιανοί, να αρνούμαστε έμμεσα ή άμεσα τη δύναμη, ή μάλλον την παντοδυναμία της θείας Ευχαριστίας και της θείας Κοινωνίας! Ο Χριστός είναι στην τελική ο μόνος επικηρυγμένος, ο αποδιοπομπαίος, ο απόβλητος, ο εξόριστος, ο μόνος διωγμένος και ανεπιθύμητος: από το σύστημα του κόσμου, της κοινωνίας και του εαυτού μας. Και είναι πραγματικά θλιβερό, να βλέπεις τα εκ βαπτίσεως παιδιά της Εκκλησίας να αποφεύγουν στην πράξη τη Ζωή, την Αφθαρσία της θείας Κοινωνίας του Χριστού.
     Τώρα ήρθε ο φόβος και ο πανικός, αυτοί οι κακοί σύμβουλοι των φρενών μας. Η ζωή μας ταλανίζεται, σμικρύνεται, απορεί και πικραίνεται. Όλοι αδημονούν εν απιστία και απιστούν εν αδημονία. Ο Χριστός όμως είναι εδώ και, με την αγάπη Του, εκφέρει στοργικά προς εμάς, προς την καρδιά μας, τον αιώνιο λόγο Του, εκείνο τον λόγο που είπε λίγο πριν από το Πάθος Του: «Έχετε θάρρος! Ας μη ταράζεται η καρδιά σας! Εγώ τον έχω νικήσει τον κόσμο!» (Ματθ. 24, 6· Ιωάν. 14, 1 και 16, 33).


     Αδελφοί μου, οι διάφορες δοκιμασίες αυτού του βίου, έρχονται και παρέρχονται. Και η επιδημία του κορωνοϊού είναι αναντίρρητα μία από αυτές. Το θέμα είναι η πίστη μας να μην εκλείψει· γιατί μόλις εκλείψει, μόλις ξεθωριάσει, μόλις σβήσει η φλόγα της από την καρδιά και τη ζωή μας, τότε είναι που έρχεται ο τέλειος σβησμός και ο πραγματικός θάνατος της ζωής μας. «Ψυχή και Χριστός σάς χρειάζονται!», μας έλεγε ο Πατροκοσμάς. Οι άγιοι Μάρτυρες και οι όσιοι Πατέρες, ζούσαν με ανδρεία και με γενναιότητα, γιατί η Χάρη που εμβίωναν καθημερινά τούς επέτρεπε να έχουν στη ζωή τους το αψήφιστο του μαρτυρίου και την αφοβία του θανάτου. Εμείς, όμως;
     Όλοι, πολύ εύλογα και δίκαια, έχουν τρομοκρατηθεί από τον κορωνοϊό. Για τον ασυμμάζευτο, διάσπαρτο και αθεράπευτο «αμαρτανοϊό», όμως, που μας κυβερνά τόσες και τόσες δεκαετίες, ούτε κουβέντα να γίνεται! Τόση ασωτία, τόση απείθεια, τόση άρνηση Θεού στη ζωή μας, τόση καταπάτηση του θείου θελήματος και του ιερού Ευαγγελίου, τόσες εκτρώσεις τον χρόνο στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, τόση πορνεία και μοιχεία, τόσοι πολιτικοί γάμοι, τόση αποχή από τα Μυστήρια της Εκκλησίας, τόση ασέβεια και ανευλάβεια, τόση μαγεία, μαγγανεία και βασκανία, βαναυσότητα, έγκλημα, αλητεία, πονηρία και υποκρισία, εύλογο και αναμενόμενο δεν είναι, μετά, εμείς να εκτεθούμε σε σαρωτικές δοκιμασίες, που δεν ξέρουμε από πού ήρθαν και πού θα καταλήξουν;


     «Μόλις μετανοήσουμε, θα έρθει και το τέλος των θλίψεών μας», έγραφε στους περίφημους Λόγους του ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης. Αν όλοι κοινωνούσαμε, με συναίσθηση, με μετάνοια, με καρδιακή προετοιμασία, με προσευχή και κατάνυξη, με ευχή και ευλογία πνευματικού, ο κορωνοϊός θα έκαμνε αυτομάτως πέρα. Δεν είναι υπόθεσης εργασίας ή μια μωροθρησκευτική υπόσχεση: Οι επιδημιολόγοι θα έμεναν έκπληκτοι για τη συρρίκνωση ή ακόμη και για την εξαφάνισή του. Με τη θεία Κοινωνία στην καρδιά μας, θα ήμασταν εμείς τα πιο κραταιά, φωτόμορφα και χριστόμορφα τέκνα της Βασιλείας του Θεού και δεν θα είχαμε ανάγκη από απειλές, από θεωρίες, από συστάσεις, από μέτρα κτλ. Όχι, ασφαλώς, γιατί είμαστε αντιδραστικοί, ασυντόνιστοι, αντιεπιστημονικοί ή τριτοκοσμικοί, αλλά επειδή στις καρδιές μας θα εγκατοικούσε και θα πρυτάνευε η ζωή και η αφθαρσία του Χριστού.
     Επειδή όμως, δυστυχώς, δεν γίνεται κάτι τέτοιο, γι’ αυτό και τώρα όλοι βλέπετε και αισθάνεστε ότι πάσχουμε μόνοι, ανυποστήρικτοι και αβοήθητοι.


     «Ἕκαστος ὅπου σώζεται, ἐκεῖ δικαίως καὶ προστρέχει», μας λέει ένα σύντομο θεοτοκίο τροπάριο. Εμείς –ας την κάνουμε, επιτέλους, ελεύθερα και ανένοχα την αυτοκριτική μας, ο καθένας!– τόσα χρόνια και ζαμάνια δεν προστρέξαμε και δεν προστρέχουμε εκεί που πραγματικά σωζόμαστε. Θα πάμε οπουδήποτε αλλού, αμέτρητες ψυχοπιλοτικές πορείες θα ροκανίσουν τη ζωή μας, θα περάσουμε από όλες τις πολυδαίδαλες ατραπούς της απώλειας, αλλά είναι διαπιστωμένο ότι δεν θα σκεφτούμε και δεν θα επιθυμήσουμε να διαβούμε την οδό της γλυκιάς Σωτηρίας μας. Επιλέξαμε, ως αντιζωή, την αμαρτία και την πονηρία του κόσμου, αρνηθήκαμε τη μετάνοια και την αγάπη του Κυρίου, και τώρα δεινοπαθούμε και αναγκαζόμαστε να κλειστούμε στα σπίτια μας, τα οποία γίνονται περίπου σαν φυλακές, με έναν φόβο και με έναν πανικό όλοι στη ψυχή μας.
     Πότε όμως θα αφυπνιστούμε; Οι δοκιμασίες που ήρθαν στο εδώ και τώρα του τόπου και της ζωής μας, αποτελούν εμφανέστατη εκδήλωση της παιδαγωγίας της θείας Αγάπης. Αρκετά δεν λησμονήσαμε και δεν προδώσαμε τον Θεό των Πατέρων και των Προγόνων μας, τον Θεό αυτού του αγιόβλαστου Τόπου; Τώρα, η μόνη σωτήρια λύση είναι η μετάνοια, η επιστροφή, η προσευχή, η καρδιακή μετοχή μας στο Σώμα και στο Αίμα του Χριστού, η μεταξύ μας αγάπη και ενότητα.
    Να κλείσουν οι Ναοί ή να μην κλείσουν; Να, ένα εμβόλιμο και δυσάρεστο δίλημμα που αιωρείται, θα έλεγα άκρως συγχυστικά και διχαστικά, στην όλη ατμόσφαιρα. Οι Ναοί είναι το ορατό κέντρο, όχι μιας τυπικά θρησκευτικής ζωής, αλλά της ψυχότροφης μετοχής μας στη θεία Ευχαριστία, της μυστηριακής εν Χριστώ ζωής μας. Τώρα που οι αρχές επιβάλλουν προνοητικά και προσωρινά το κλείσιμό τους, αυτό σημαίνει ότι οι συνειδήσεις μας θα πρέπει να το χρεωθούν ως λειτουργική έκπτωση του είναι μας στη ζωή της πίστεως; Δεν είναι πικρός συμβιβασμός, αν εκτιμήσουμε με πνευματική ελευθερία τα πράγματα. Είναι ανάγκη να αρχίσει να μας εμπνέει ο χαρακτήρας της άκτιστης Εκκλησίας, για να μένουμε ειρηνικοί και ανεπηρέαστοι σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Στο ανθρωπίνως αναγκαίο κλείσιμο τον Ναών μας είναι ωφέλιμο να αναρωτηθούμε όλοι μας, κλήρος και λαός: Εμποδίζεται ποτέ η λατρεία του Θεού, η λατρεία της καρδιάς προς τον Θεό; Έχουν ποτέ κλείσει οι Ναοί, για να κλειδωθούν τώρα; Έχει σταματήσει ποτέ η Ακολουθία, η μυστική Ακολουθία της άκτιστης Εκκλησίας; Ακόμη και αν ο ιερέας να πει, ως είθισται, το «Δι’ εὐχῶν» και να φύγει μαζί με τον ψάλτη και τον νεωκόρο του, οι Ναοί μας είναι και θα είναι πάντα ανοικτοί, γιατί φιλοξενούν μέσα τους αγγέλους και αγίους. Και οι ψαλμωδίες τους δεν παύουν και δεν θα πάψουν ποτέ να ηχούν άηχα για τη δική μας μεταρσίωση και ανάνηψη. Μέχρι τη συντέλεια των αιώνων οι Ναοί μας μένουν και θα μένουν ολόφωτοι, μυρωμένοι και αγγελοφρούρητοι, από τον τρούλο τους μέχρι τα θεμέλιά τους. Ακόμη και αν κανένας πιστός ή προσκυνητής δεν φιλοτιμηθεί να έρθει στον Ναό, μήπως ο ιερέας του Θεού είναι ή θα είναι ποτέ μόνος του μέσα σε αυτόν; Και αυτό είναι μια ένθεη και άκτιστη κατάσταση, όχι μεταφυσικό παραμυθάκι, μύθος ή νανούρισμα που βολεύει περιστασιακά τις όποιες εξελίξεις στο σήμερα. Αλλά πέρα και από τις όποιες θεσμικές και επίσημες αποφάσεις των αρμοδίων και των φορέων, που λαμβάνονται ή που θα ληφθούν, πόσες φορές, εμείς, με τη συμπεριφορά μας, με το φρόνημά μας, με την όλη διαγωγή και τη στάση μας, αυτούς τους ιερούς Ναούς, τους ορθόδοξους και θεοχαρίτωτους Ναούς της Πατρίδας μας, δεν τους σφραγίσαμε στην κυριολεξία, αθεΐζοντας, απιστώντας, αμαρτάνοντας και απαξιώνοντας τη ζωή της πίστεως που πρεσβεύουν; Σκεφτείτε λίγο και το εξής ρεαλιστικό: Πόσες φορές, μέσα στην κοσμική, την ανάλγητη, αναίσθητη, ανέμελη, άσκεφτη, αντιπνευματική, φιλόϋλη και φιλαμαρτήμονα ζωή μας, δεν καταπατήσαμε και δεν καταπατούμε φρικτά τη θεοπαράδοτη αργία της Κυριακής, αρνούμενοι έτσι εμπράκτως το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και επιπλέον αρνούμενοι προσωπικώς να προσέλθουμε στο Ποτήριο της Ζωής με ορθόδοξες προϋποθέσεις, της προϋποθέσεις της προσευχόμενης και μετανοούσης καρδιάς μας;
     Κι αν ακόμη κλείσουν προσωρινά οι Ναοί, για την εύλογη προστασία μας από την επιθετική εξάπλωση του κορωνοϊού, τι μας εμποδίζει να γίνουμε εμείς –«ἐν αἰσθήσει καὶ γνώσει καὶ πράξει καὶ μετοχῇ» (Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος)– έμψυχοι και ζωντανοί Ναοί του Παντοκράτορος; Τόσο πολύ δε, ώστε να ρέει με ιερό παφλασμό μέσα μας η Προσευχή και η Δέηση υπέρ όλου του κόσμου, υπέρ της Πατρίδος μας που απειλείται σοβαρά αυτή την περίοδο, υπέρ των συνανθρώπων μας που κινδυνεύουν, υπέρ αναπαύσεως των θυμάτων, υπέρ της παρηγορίας των πενθούντων συγγενών τους, υπέρ των νυχθημερών κόπων του ιατρικού, νοσηλευτικού, ερευνητικού και επιστημονικού προσωπικού, που αυτές τις μέρες δίνονται ολοκληρωτικά στη μάχη για την αντιμετώπιση της νοσογόνου κατάστασης;


     «Μένουμε Σπίτι»· είναι το πιο ουσιαστικό, ισχυρό και πειστικό σύνθημα των ημερών. Σαφώς και μένουμε. Θα ήμασταν εγκληματικά ανεύθυνοι και προκλητικά αναίσθητοι, εάν δεν μέναμε. Όλοι πρέπει να φερθούμε με προσοχή, με διάκριση, με σύνεση, με υπευθυνότητα και με σοβαρότητα, εάν και εφόσον θέλουμε να είμαστε και να λεγόμαστε χριστιανοί κατ’ ουσίαν. Δεν θα κάνουμε τον πρόχειρο και απρόσεκτο εαυτό μας, αιφνίδια καταστροφή για τον πλησίον μας. Δεν είναι ούτε χριστιανισμός ούτε ανθρωπισμός ούτε πολιτισμός τούτη η απροσεξία, η αμέλεια και η αδιαφορία μας.
     «Μένουμε Σπίτι»! Αλλά πώς «Μένουμε Σπίτι»; «Μένουμε Σπίτι», όχι ως εγκλωβισμένοι, ως περιορισμένοι, ως πολιορκημένοι, ως αγέλαστα και σιωπηλά θύματα. «Μένουμε Σπίτι», με ελπίδα, με υπομονή και με συναίσθηση της κατάστασης αλλά και της υποχρέωσής μας. Και κυρίως; «Μένουμε Σπίτι», ως προσευχόμενοι και αγρυπνούντες πιστοί. Να ανάψουν τα λυχνάρια των δεήσεων των καρδιών μας και να σκορπίσουν παντού το φως και τη θαλπωρή της αφοβίας, της ενθάρρυνσης και της γενναιοφροσύνης. Το θεωρείτε λίγο αυτό; Είναι το πιο πνευματικό έργο σε προσωπικό επίπεδο, με διαστάσεις που αφορούν άμεσα και συγκλονιστικά τη μικρή ή τη μεγάλη εμβέλεια της κοινωνίας στην οποία ζούμε, κινούμαστε και υπάρχουμε.
     Για την ακρίβεια: Είναι μια άλλη «λειτουργία». Μια «λειτουργία» που δεν πάει χαμένη, που είναι κατά πάντα θεόδεκτη και θεάρεστη. Θυμίζει λίγο-πολύ εκείνη τη «λειτουργία» των ασκητών της ερήμου. Άφηναν οι πατέρες τη (θεία) λειτουργία στο Κυριακό της Σκήτης τους και συνέχιζαν αυτή τη λειτουργία στην καρδιά και στο κελλί τους. Το κείμενο του «Εὐεργετινοῦ», κάθε φορά που αναφέρεται για τις προσευχές αυτών των οσίων ασκητών, δεν λέει, φέρ’ ειπείν, «προσευχή», «μετάνοιες», «κομποσχοίνι», «ικεσία», «δέηση», αλλά κατά κανόνα το κείμενο γράφει: «λειτουργία»· «Ποίησον τὴν λειτουργία σου καὶ εἰρήνευσον!». Έτσι κι εμείς τώρα. Χωρίς να υποβιβάζεται ή να παραθεωρείται από κανέναν η θεία Λειτουργία, προ(σ)χωρούμε ενδόμυχα στο ακατάλυτο πνεύμα της άκτιστης Προσευχής, εμφορούμενοι με την πολυποίκιλη διάκριση, την πλούσια συμπάθεια και τη θαυμαστή ενότητα της Αγίας Εκκλησίας μας, «ἄχρι καιροῦ». Όποιες και να είναι οι θυμώδεις ενστάσεις, οι φωνασκίες του ζήλου ή και τα εξ αντικειμένου ερείσματα που τυχόν παρουσιάζονται επί των κανόνων και του ήθους, προέχει η ενότητα του λαού, το να μένει αυτός άτρομος, ειρηνικός και ασφαλισμένος. Εκτός από τη Χάρη του Θεού, την οποία πρέπει να αναζητούμε με κάθε διακαή τρόπο, έχουμε αναπόδραστα να εμφανίσουμε και τη δική μας πρακτική συνέργεια, τη δική μας ευθύνη, τη δική μας ενσυνείδητη προσπάθεια από όλους για κάθε επιθυμητό αποτέλεσμα.


     Ποιος μπορεί να μειώσει, να συρρικνώσει, να ταπεινώσει την Εκκλησία μας; Κανένας άγγελος, κανένας άνθρωπος, κανένα κτίσμα, κανένας φορέας και καμιά εξουσία ποτέ. Η ουρανόδρομη Εκκλησία μας δεν παύει να δοκιμάζεται αλλά και να δοξάζεται μέσα από τη δοκιμασία, τον πόνο και τη θλίψη των επί γης πιστών μελών Της. Τα αγλαόμορφα τέκνα Της αντλούν δύναμη, κραταίωση και λάμψη μέσα από την υπομονή και τη δέησή τους. Εκεί, λοιπόν, στη δοκιμασία και στη θλίψη των άστατων επιγείων, συναντάμε τον Σωτήρα Χριστό. Ο πόνος μας δεν είναι έξω και πέρα από την ύπαρξή Του, γιατί το έλεός Του μας «καταδιώκει» ακατάπαυστα. Οι δοκιμασίες μπορεί να μας πλήττουν με δύναμη, αλλά οι ψυχές μας βρίσκονται μυστικά κουρνιασμένες στην παντοδύναμη δεξιά Του. Σε καιρό διωγμών, στενώσεων, θλίψεων, αναγκών και περιστάσεων (τότε που «ο Θεός μάς δείχνει τη δόξα Του», κατά τον Ιερό Χρυσόστομο), η Εκκλησία μάς δείχνει τη δύναμη και το κάλλος, όχι μιας εκ δειλίας προσαρμογής, αλλά μιας οικονομίας που αναδύεται από τη βαθιά κένωσή της. Γιατί τελικά «η Εκκλησία δεν είναι μόνο τοίχοι και οικίες, αλλά πίστη και τρόπος ζωής» (Ιερός Χρυσόστομος). Αυτόν τον τρόπο της Εκκλησίας ποιος από μας θα τον ασπασθεί και θα τον ενστερνιστεί; Ας θυμηθούμε όλοι το πώς οι Ένδεκα ήσαν κάποτε «συνηγμένοι» «ἐπὶ τὸ αὐτό» «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων». «Κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» προσήλθε προς αυτούς ο Χριστός για να τους πει τρισάκις το «Εἰρήνη ὑμῖν» (Ιωάν. 20, 19-20). Και όλοι οι φόβοι τους μετά έγιναν συντρίμμια και θρύψαλα. Η δύναμη της Αναστάσεως του Κυρίου εισήλθε χαροποιητικά και εκσταστικά στην τρομαγμένη καρδιά τους. Τηρουμένων λοιπόν των αναλογιών και των καταστάσεων, δεν θα ήταν υπερβολή για την ταπεινή μας πεποίθηση να πούμε αδίστακτα ότι, όντως, κάτι τέτοιο επαναλαμβάνεται και στη ζωή όλων μας, τώρα, αυτές τις χαλεπές μέρες, στην Ορθόδοξη Ελλάδα μας και στον πάσχοντα κόσμο γύρω μας. «Θαρσεῖτε!», όμως, όλες και όλοι.

Με αγάπη Χριστού·
π. Δαμιανός.






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 23 Ιουλίου 2019

ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ—ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ


ΕΝΑΣ ΧΡΟΝΟΣ 
ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ—ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ


     Ένας χρόνος από την τραγωδία–δολοφονία στο Μάτι. Κανονικά, θα έπρεπε να μπαίναμε κι εμείς μέσα στις φλόγες. Εκεί, εθελομαρτυρούμενοι, αναπόδραστα πλάι στους 102 αβοήθητους αδελφούς μας που έσβησαν τόσο επώδυνα και άδικα. Γιατί μόνο έτσι, καπνισμένοι, καβουρνιασμένοι και κουφαριασμένοι, θα υπήρχε στα σοβαρά περίπτωση εμείς κάποτε να συνέλθουμε, να αφυπνιστούμε, να συναισθανθούμε, να σιωπήσουμε, να δακρύσουμε, να παραιτηθούμε και να φύγουμε, να ακυρώσουμε τη μαγκιά της πολλαπλής υποκρισίας μας και ν’ αλλάξουμε μετανιωμένοι όλες συλλήβδην τις δηλώσεις, τις δικαιολογίες, τις υπεκφυγές, τις προκλητικές παρουσίες, τις μάταιες εξηγήσεις και τις αδιάφορες θεωρίες μας· επιτέλους τους ίδιους τους εαυτούς μας, τη μικρή και ευρύτερη κοινωνία μας, τις κυβερνήσεις και το κράτος μας. Δεν είμαστε επιδεικτικά ανάλγητοι αλλά εκ των πραγμάτων ρεαλιστές: η πορεία προς τον πάτο θα μας σώσει, γιατί η κατώγεια συντριβή που μας περιμένει βαστάει και κρύβει το μυστικό της άνωσής μας, της πραγματικής αναγέννησής μας. Ο άπονος άνθρωπος συνηθίζει να λέει πολλά, ανούσια και άχρηστα λόγια, όπως εκείνοι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί και αρμόδιοι που δεν παραιτήθηκαν ακόμη. Και τα «συλλυπητήρια» που θα εκφράσουν τυπικά και υποχρεωτικά, μόνο προπέτεια και ύβρη θα είναι. Ο λαός καταλαβαίνει κατά βάθος την ειλικρίνεια, το ποιος κυβερνήτης, άρχοντας, βουλευτής και δήμαρχος σέβεται τις δοκιμασίες και τα θύματα και ποιος είναι αυτός που τον εμπαίζει ανερυθρίαστα. Όταν «τρέχει» ο πόνος μέσα μας, τότε ενεργοποιείται η συναίσθηση και η ευθύνη στην πράξη. Με άφραστη λύπη σάς μνημονεύουμε, αδέλφια μας! Είναι το λιγότερο αλλά και το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε. Περισσότερο σας έκαψε η δική μας αδιαφορία, η αμέλεια, η ασυμπαράσταση, η προχειρότητα και η ανοργανωσιά, παρά οι φλόγες της φονικής πυρκαγιάς. Ήδη από πέρσι, από τα χθες, τώρα και αιώνια, όλη η δροσιά του Παραδείσου είναι μόνο δική σας. Σ’ εμάς έμεινε, δικαίως, η ξεραΐλα του τόπου και των καρδιών μας, μαζί με όλη με την εγκληματική ανεπάρκεια της πολιτικής, των ανάξιων και αναποτελεσματικών πολιτικών που εκλέγουμε εδώ και τόσες δεκαετίες τόσο ανόητα και τόσο εθνοβλαβώς.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.