Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγος Πατέρων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγος Πατέρων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2022

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ

     «Πολλές φορές, το μαρτύριο του Πνευματικού Πατέρα είναι, ή να καταστραφεί ο ίδιος ριψοκινδυνεύοντας, ή να καταστραφεί το έργο του, μένοντας σε εξωτερικούς νόμους και κανονισμούς.«

     »Υπάρχουν Πνευματικοί Πατέρες, οι οποίοι για να είναι “ασφαλείς” οι ίδιοι, τηρούν το γράμμα του Νόμου. Και αυτό οπωσδήποτε τούς δίνει μια “ασφάλεια”!«

     »Όμως, πιο ασφαλείς είναι εκείνοι οι Πνευματικοί που ριψοκινδυνεύουν για την αγάπη του αδελφού και κάνουν οικονομία, βιώνοντας το Πνεύμα του Νόμου.«

     »Κάνοντας οικονομία, μέσα από καρδιακή προσευχή, αισθάνονται ακριβώς ότι για την αγάπη του αδελφού “παρέβησαν” το γράμμα του κανόνος. Και αυτός ο έλεγχος τούς κρατά στην Ταπείνωση· η οποία Ταπείνωση φέρνει Χάρη.«

     »Αντίθετα, αυτοί που δικαιώνουν τους εαυτούς τους ως “τηρητές” του Νόμου, δυσκολεύονται στην σωτηρία. Και όσοι δε Πνευματικοί Πατέρες είναι υπερβολικά αυστηροί, αυτοί δεν μπορούν να κρατήσουν κοντά τους, τους ανθρώπους· ούτε και μπορούν να τους βοηθήσουν!...».


ΑΓΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ

(1896–1993)

Μαθητής και Βιογράφος

του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου.

Θεολόγος, μέγας Ησυχαστής,

εμπειρικός Διδάσκαλος της Εκκλησίας μας

περί κεφαλαιωδών βιωμάτων Προσευχής,

θείου Φωτός, Ασκήσεως και ιεράς Νήψεως.

Κτήτωρ και Καθηγούμενος

της Ιεράς Πατριαρχικής

και Σταυροπηγιακής Μονής

Τιμίου Προδρόμου,

Έσσεξ Αγγλίας.




Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση

των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται

απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Τετάρτη 1 Ιουνίου 2022

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

 

     Το μέγα γεγονός της Αναλήψεως του Σωτήρος μας περιγράφεται μόνον από τον ευαγγελιστή Λουκά, τον θεολόγο της Αναλήψεως. Αποτελεί το τέλος, τον επίλογο και την σφραγίδα του Ευαγγελίου του, καθώς και την αρχή του βιβλίου των «Πράξεων των Αποστόλων». Αναφέρει τον χρόνο και τον τόπο όπου εκτυλίχθηκε το γεγονός και περιγράφει τον τρόπο της Αναλήψεως. Επίσης, ο ευαγγελιστής Μάρκος απλώς το αναφέρει επιγραμματικά.

     Αφού, επί σαράντα ημέρες ο αναστάς Κύριος εμφανιζόταν στους Μαθητές Του και με υπερφυσικό τρόπο γινόταν άφαντος, την σαρακοστή ημέρα στο Όρος των Ελαιών Τον είδαν οι Μαθητές Του για τελευταία φορά να αναλαμβάνεται στον ουρανό μέσα σε νεφέλη. Η Ανάληψη του αναστημένου Χριστού διαφέρει από τις άλλες εμφανίσεις Του κατά το ότι δεν έγινε απλώς άφαντος, αλλά ανήλθε στον ουρανό και εκάθησε στα δεξιά του Θεού Πατρός. «Οι Απόστολοι είδαν το τέλος της Αναστάσεως, αλλά όχι την αρχή, ενώ της Αναλήψεως είδαν την αρχή αλλ’ όχι το τέλος. Και, όπως είδαν Άγγελο στο Μνήμα με ρούχα που άστραφταν και προείπε αυτά που σκέφτονταν, έτσι και στην Ανάληψη του Χριστού ο Άγγελος γίνεται κήρυκας, αν και οι Προφήτες σε πολλά μέρη της Γραφής προείπαν για την Ανάληψη» (Ιερός Χρυσόστομος).

     Η ένδοξη Ανάληψη του Χριστού αποτελεί το τέλος της ένσαρκης Οικονομίας και την αρχή της επουράνιας δοξασμένης Βασιλείας Του, αφού πλέον (ο Χριστός, κατά την ανθρωπότητά Του), γίνεται παντοτινά συγκάθεδρος και συνδοξασμένος με τον ουράνιο Πατέρα Του.

     Οι άγιοι Πατέρες και οι ιεροί υμνογράφοι επισημαίνουν προρρήσεις και προτυπώσεις της Αναλήψεως στην Παλαιά Διαθήκη (βλ. σχετικά: Ψαλμ. 23, 7· 46, 6 και 88, 7). Πιο συγκεκριμένα, η ανάληψη του Προφήτου Ηλία προτυπώνει και προεικονίζει την Ανάληψη του Χριστού. Μας λέγει επ’ αυτού ο Ιερός Χρυσόστομος: «Αλλά ο μεν Ηλίας αναλήφθηκε “ὡς εἰς τὸν οὐρανόν” (Δ΄ Βασ. 2, 11), γιατί ήταν άνθρωπος· ο Χριστός, όμως, αναλήφθηκε στον ουρανό, γιατί ήταν Θεός. Ο Ηλίας αναλήφθηκε με πύρινο άρμα, ο Κύριος όμως με νεφέλη». Η νεφέλη στην Γραφή έχει καθαρά συμβολικό νόημα· «είναι σύμβολο του ουρανού, καθώς ο Προφήτης λέγει: “Αυτός (ο Θεός) τοποθετεί τον θρόνο Του στις νεφέλες” (Ψαλμ. 103, 4), δείχνοντας με αυτό ότι (η νεφέλη) ήταν σύμβολο θείας δυνάμεως, διότι πουθενά δεν φαίνεται κάποια άλλη δύναμη πάνω της. Όπως τον βασιλιά τον δείχνει το βασιλικό όχημα, έτσι και στον αναλαμβανόμενο Χριστό στάλθηκε το όχημα το βασιλικό (η νεφέλη)». «Γιατί, όταν έπρεπε να καλέσει ο Θεός τον Ηλία, έστειλε προς αυτόν άρμα και, όταν κάλεσε τον Υιό Του, έστειλε (ως άλλον) βασιλικό θρόνο (την νεφέλη); Και όχι μόνο βασιλικό θρόνο, αλλά τον ίδιο τον πατρικό θρόνο; Διότι, για τον Πατέρα λέγει ο Ησαΐας: “Ιδού, ο Κύριος κάθεται επάνω σε ελαφριά νεφέλη” (Ησ. 19, 1). Επειδή, λοιπόν, ο Πατέρας κάθεται επάνω σε νεφέλη, γι’ αυτό και στον Υιό έστειλε την νεφέλη» (Ιερός Χρυσόστομος). «Νεφέλη ανέλαβε τον Κύριο, για να δείξει με αυτό την ομοτιμία με τον Πατέρα, διότι έχει λεχθεί για τον Πατέρα: “νεφέλη και σκότος γύρω απ’ Αυτόν” (Ψαλμ. 96, 2). Και ο σαρκωθείς Θεός χρησιμοποιεί την νεφέλη σαν όχημα» (άγ. Οικουμένιος).

     Η ανάληψη του Προφήτου Ηλιού διαφέρει κατά πολύ από την Ανάληψη του Χριστού, διότι «ο Ηλίας, όταν ανέβηκε στον ουρανό, άφησε στον Ελισσαίο την μηλωτή του. Ο Κύριος, όμως, όταν αναλήφθηκε, άφησε στους Μαθητές Του τα χαρίσματα (του Αγίου Πνεύματος), που έκαναν όχι έναν Προφήτη, αλλά χιλιάδες Ελισσαίους και, μάλιστα, πολύ μεγαλύτερους και σημαντικότερους από εκείνον (τον Ελισσαίο)» (Ιερός Χρυσόστομος). Ο Ελισσαίος από την λύπη του, όταν είδε αναλαμβανόμενο τον διδάσκαλό του, κράτησε και έσχισε τα ρούχα του, γιατί δεν στάθηκε κοντά του κανένας να του πει ότι (σύμφωνα με την εσχατολογική παράδοση) θα επιστρέψει ο Ηλίας. Ενώ στους Αποστόλους στάθηκαν κοντά τους Άγγελοι παρηγορώντας την λύπη τους» (Ιερός Χρυσόστομος).

     Το νόημα της Αναλήψεως του Κυρίου είναι η υπερβολική τιμή της ήδη θεωθείσης ανθρωπίνης φύσεως με την ενθρόνισή της στα δεξιά του Πατρός. Με την Ανάληψή Του ο Κύριος δεν μας ευεργέτησε απλώς, όπως στην αρχή που μας έπλασε και ύστερα μετά την συντριβή μας που μας ανέπλασε και μας έσωσε· αλλά τώρα, με την Ανάληψή Του, ανέβασε και την ανθρώπινη φύση στους ουρανούς και την συνδόξασε με τον Εαυτό Του και την αξίωσε να καθίσει στα δεξιά του Πατρός. Η ανθρώπινη φύση του Κυρίου είχε θεωθεί ήδη, εξ άκρας συλλήψεως, όταν την προσέλαβε ο Θεός Λόγος στην υπόστασή Του κατά την ενανθρώπησή Του. Με την Ανάληψή Του, το θεωμένο Σώμα του Χριστού ενθρονίζεται τιμητικά στον Πατρικό θρόνο, στα δεξιά του Πατρός. Βέβαια, ο Θεός και Πατήρ είναι ασώματος και δεν έχει «δεξιά» ή «αριστερά». Το «εκ δεξιών» φανερώνει οικειότητα και ισοτιμία με τον Πατέρα. «Δεξιά του Πατρός είναι η δόξα και η τιμή της Θεότητος» (αγ. Ιωάν. Δαμασκηνός). «Το δεξιόν δηλώνει σχέση ισότητος και δεν πρέπει να εκληφθεί σωματικώς, αλλά απλώς ο λόγος παριστά, με τα τίμια ονόματα της προσεδρείας, την μεγάλη τιμή προς τον Υιό» (Μέγας Βασίλειος). Το να καθίσει, εξάλλου, δηλώνει ανάπαυση και απόλαυση της θείας Βασιλείας.

     Ως Θεός ομοούσιος, ο Υιός ποτέ δεν αποχωρίστηκε από τον Πατέρα, ακόμη και όταν ενανθρώπησε. «Κατέβηκε μεν κατά την Θεότητα, όχι τοπικώς, αλλά συγκαταβατικώς, ανέβηκε δε σωματικώς, ενώ είναι Ένας ο αυτός Θεός και άνθρωπος» (αγ. Ιωάν. Δαμασκηνός). Με το Σώμα, με το οποίο έπαθε και αναστήθηκε, με αυτό το ίδιο Σώμα ανέβηκε στους ουρανούς. «Δεν υψώνεται ο Ύψιστος, αλλά η σάρκα του Υψίστου· δεν δοξάζεται ο Κύριος της Δόξης, αλλά η ανθρώπινη φύση του Κυρίου της Δόξης· αυτή (είναι που) λαμβάνει δόξα και ανεβαίνει μαζί Του στον ουρανό» (Μέγας Αθανάσιος).

     Τώρα, και με το αναληφθέν Σώμα Του, συνεδρεύει με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, και αυτό το γεγονός αποτελεί την ύψιστη δόξα και τιμή της ανθρωπίνης φύσεως, διότι η απαρχή του γένους μας βασιλεύει (πια) στους ουρανούς. «Τώρα προσκυνείται η φύση μας, που ήταν ενωμένη με τον Χριστό, από όλες τις Αγγελικές δυνάμεις» (άγ. Θεοφύλακτος). Ξεπέρασε σε δόξα και τις Αγγελικές δυνάμεις, προσπέρασε τους Αρχαγγέλους και τα Χερουβίμ, ανέβηκε υψηλότερα από τα Σεραφίμ, και δεν στάθηκε πουθενά μέχρι που έφθασε στον θρόνο του Θεού. «Ο ουρανός, βλέποντας με κατάπληξη τον Θεό με σώμα, ρωτούσε: “Ποιος είναι Αυτός ο Βασιλιάς της Δόξας;” (Ψαλμ. 23, 8)» (Ιερός Χρυστόστομος). «Οι νοερές δυνάμεις, θαυμάζοντας για την παράδοξη ανάβασή Του, απορούσαν και έλεγαν μεταξύ τους: “Ποιος είναι Αυτός που έρχεται ενσώματος (εδώ) στα ασώματα μέρη;”» (άγ. Ευλόγιος Αλεξανδρείας).

     Απορίας άξια είναι η ερώτηση των Αγγέλων. Άραγε, δεν γνώριζαν τον αναληφθέντα Κύριο; Κατά την Πατερική ερμηνεία (αγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας), η Ανάληψη, αλλά και όλο το Μυστήριο της Σαρκώσεως, δεν ήταν άγνωστο μόνο στους ανθρώπους αλλά και στους Αγγέλους ήταν απόκρυφο. Μόνο στον αρχάγγελο Γαβριήλ και στις ουράνιες δυνάμεις που υπηρέτησαν τον Μονογενή, όταν φανερώθηκε με ανθρώπινη μορφή, ήταν γνωστό.

     Ανέβηκε, λοιπόν, το θεωμένο φύραμά μας πάνω από τους Αγγέλους. «Σήμερα είδαν οι Αρχάγγελοι εκείνο που από καιρό επιθυμούσαν (να δουν), δηλαδή τον άνθρωπο να λάμπει κοντά στον θρόνο του Θεού, ν’ αστράφτει από αθάνατη δόξα και ομορφιά. Αν και η τιμή του ανθρώπου ήταν ανώτερη των Αγγέλων, όμως χαίρονταν αυτοί για τα δικά μας αγαθά, γιατί υπέφεραν όταν τιμωρηθήκαμε (εξ αιτίας της παρακοής και παράβασης των Πρωτοπλάστων)» (Ιερός Χρυστόστομος).

     Την ανθρώπινη φύση, που είχε προσλάβει στην υπόστασή Του ο Θεός Λόγος, αυτήν ανέστησε και την ανέβασε στον ουρανό και όχι όλους τους ανθρώπους. Με την Ανάληψή Του «ο Χριστός, δεν ανέβασε στον ουρανό όλο (συλλήβδην) το ανθρώπινο γένος, γιατί δεν είναι αυτό προσφορά, άλλα πρόσφερε ένα μικρό μέρος (την δική Του ανθρώπινη φύση) και μ’ αυτό έκανε να ευλογηθεί το σύνολο. Δεν πρόσφερε τον πρώτο καρπό (τον παλαιό Αδάμ), γιατί ήταν υπεύθυνος αμαρτίας, αν και δημιουργήθηκε πρώτος, αλλά πρόσφερε τον Εαυτό Του (τον νέο Αδάμ), γιατί ήταν απαλλαγμένος από την αμαρτία, αν και (χρονικά, γενεαλογικά και σωματικά) γεννήθηκε αργότερα. Πρόσφερε, λοιπόν, την εκλεκτή απαρχή του ανθρωπίνου γένους, όχι τον πρώτο καρπό αλλά τον κάλλιστο· το Σώμα Του. Και, τόσο θαύμασε αυτό το δώρο ο ουράνιος Πατήρ, και γιατί είχε αξία Εκείνος που το πρόσφερε και γιατί η προσφορά ήταν αμόλυντη, ώστε το δέχθηκε στα χέρια Του και το τοποθέτησε κοντά Του και Του είπε: “Κάθισε στα δεξιά Μου!” (Ψαλμ. 109, 1)· (το είπε αυτό) σ’ αυτήν την ίδια φύση που άκουσε (κάποτε): “Γη είσαι και στη γη θα επιστρέψεις!” (Γεν. 3, 19)» (Ιερός Χρυσόστομος).

     Τα αγαθά που μας χάρισε η σωτήρια Ανάληψη του Κυρίου είναι μεγάλα και θαυμαστά. Η εκλεκτή προσφορά του Σώματός Του προξένησε την ευλογία στο ανθρώπινο γένος. «Ο Χριστός ανέβηκε στον ουρανό, για να εμφανισθεί τώρα για χάρη μας ενώπιον του Θεού και Πατρός· όχι για να παρουσιάσει τον Εαυτό Του –γιατί, ως Θεός, βρίσκεται πάντοτε μαζί με τον Πατέρα– αλλά μάλλον για να παρουσιάσει εμάς μέσω του Εαυτού Του. Επομένως, εν Χριστώ κερδίζουμε το να στραφεί προς εμάς το Πρόσωπο του Θεού. Γιατί πλέον, ως αγιασμένους, μας αξιώνει ο Θεός της εποπτείας Του» (άγ. Κύριλλος Αλεξανδρείας).

     Και πρώτον ο Υιός έγινε μεσίτης του αμαρτήσαντος ανθρωπίνου γένους προς τον Θεό. «Ο Χριστός, αφού μπήκε στην μέση, συμφιλίωσε τα δύο μέρη. Έπαθε Εκείνος για μας, εξαφάνισε την έχθρα, δεν σταμάτησε να κάνει τα πάντα, ώστε ανέβασε κοντά στον Θεό τον εχθρό και αντίπαλό Του και τον έκανε φίλο Του» (Ιερός Χρυσόστομος). Με την προσφορά του Σώματός Του και του Αίματός Του έγινε η πλήρης καταλλαγή και συμφιλίωση. «Πολλές φορές χιλιάδες σύμβουλοι (με τα λόγια τους και τις ενέργειές τους) δεν διέλυσαν μια έχθρα, ενώ ένα τραπέζι σταμάτησε πολέμους. Εχθροί ήμασταν. Μας δόθηκε ο Μωσαϊκός Νόμος και δεν μας συμφιλίωσε. Ήρθαν οι Προφήτες και δεν έπεισαν. Ήρθε ο Χριστός, έστησε το δικό Του τραπέζι, πρόσφερε τον Εαυτό Του για τροφή και είπε: “Λάβετε, φάγετε!” και αμέσως σταμάτησε τον πόλεμο και έφερε ειρήνη» (Ιερός Χρυσόστομος).

     Στο γεγονός της Αναλήψεως φαίνεται τόσο το ιερατικό αξίωμα του Χριστού, αφού ως Αρχιερεύς «πρόσφερε μια θυσία υπέρ αμαρτιών» (Εβρ. 10, 12), όσο και το βασιλικό Του αξίωμα, διότι πλέον ως νικητής κάθεται στον πατρικό θρόνο, φέροντας μαζί Του και την ανθρώπινη φύση άφθαρτη και δοξασμένη. Ο Χριστός, ο ένας και αιώνιος μεσίτης Θεού και ανθρώπων, «στους μεν ανθρώπους με την σάρκωσή Του έκανε φανερό τον Πατέρα που Τον αγνοούσαν (καθώς και το Άγιο Πνεύμα), στον δε Πατέρα με το Πνεύμα οδηγεί συμφιλιωμένους μαζί Του τους ανθρώπους, υπέρ των οποίων και για τους οποίους ατρέπτως έγινε άνθρωπος» (όσιος Μάξιμος).

     Ακόμη, επειδή «ο Χριστός πήρε ανθρώπινο σώμα, με το Σώμα αυτό έγινε όλη η Εκκλησία συγγενής του Χριστού. Είμαστε πλέον γένος του Θεού (Πράξ. 17, 29) “Εμείς είμαστε Σώμα του Χριστού και ο καθένας μας είναι ένα μέρος από την Σάρκα Του” (Α΄ Κορ. 12, 27). Από το σώμα που πήρε είμαστε συγγενείς Του. Είναι δυνατόν να δει κανείς την μορφή του Αδάμ, που ήταν θαμμένη στον τάφο, να κάθεται μαζί με τον Θεό πιο πάνω από τους Αγγέλους, για να βάλει και μας να καθίσουμε μαζί Του. Έχουμε, λοιπόν, την εγγύησή Του στον ουρανό, δηλαδή το Σώμα που πήρε από μας, και στην γη το Άγιο Πνεύμα μαζί μας, που είναι συγχρόνως παντού και στον ουρανό. Κράτησε ο ουρανός το άγιο Σώμα, δέχθηκε η γη το Άγιο Πνεύμα» (Ιερός Χρυσόστομος).

     Το απολυτρωτικό έργο του Σωτήρος δεν τελειώνει με την Ανάληψη. Αυτή προετοιμάζει και παραπέμπει στην Πεντηκοστή, διότι πριν αναληφθεί ο Κύριος είπε στους Μαθητές Του να περιμένουν την παραγγελία του Πατρός, δηλαδή την αποστολή του Αγίου Πνεύματος, με το Οποίο θα βαπτισθούν και θα λάβουν δύναμη.

     Επομένως, η Ανάληψη ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την αποστολή του Αγίου Πνεύματος στους Μαθητές Του, όπως τους προείπε και τους υπεσχέθη: «Εάν Εγώ δεν φύγω, ο Παράκλητος δεν θα έλθει σ’ εσάς» (Ιωάν. 16, 7).

     Ο Χριστός είχε πει στον Πατέρα Του ότι το έργο που Του ανέθεσε το τελείωσε. «Ἐπλήρωσε τὴν ὑπὲρ ἡμῶν οἰκονομίαν», «ἕνωσε τὰ ἐπὶ γῆς τοῖς οὐρανίοις» και, αν και αναλήφθηκε, παραμένει αχώριστος μαζί μας. Έπρεπε, όμως, να πραγματοποιήσει και την υπόσχεσή Του· την αποστολή του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο σε δέκα μέρες κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, θα εκχύσει άφθονο στους Μαθητές Του, και το Οποίο θα παραμείνει στην Εκκλησία Του, συνεχίζοντας το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων.

     Η Ανάληψη αποτελεί προοίμιο της Δευτέρας Παρουσίας. Υπάρχει άρρηκτη σχέση και εσωτερική συγγένεια των δύο γεγονότων. Τα λόγια των Αγγέλων: «Ο Ιησούς, Αυτός που αναλήφθηκε από σας στον ουρανό, θα έλθει κατά τον ίδιο τρόπο (με το Σώμα Του, δηλαδή, καθήμενος επάνω σε νεφέλη), όπως και τώρα Τον είδατε να πηγαίνει στον ουρανό» (Πράξ. 1, 11), συνδέουν στενά την ανάβαση του Χριστού στον ουρανό με τον ερχομό Του πάλι κατά την Δευτέρα Παρουσία Του. Θα έρθει πάλι, για να κρίνει τον κόσμο και να εισάγει τους εκλεκτούς Του στη Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος· «εκεί» που βρίσκεται το αναληφθέν δοξασμένο Σώμα Του.

 

[ (Ιερομονάχου Ευθυμίου):

«Το Μυστήριον του Χριστού»

3ο Μέρος, Κεφ. Β΄, §Α΄–§Δ΄,

σελ. 559–568·

σελ. παραπομπών (1–29):

742–744.

Άγιον Όρος, 2022.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]





 

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση

των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται

απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

ΛΑΣΠΩΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ


ΛΑΣΠΩΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ


«Όσο πιο λασπωμένος είναι ο άνθρωπος,
τόσο περισσότερο νοσταλγεί την καθαρότητα».

Νικόλαος Σελέντης
Επίσκοπος Χαλκίδος
(1931–1975)







Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.


Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

«ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ Μ’ ΕΜΑΣ, ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ;!»

«ΤΙ ΘΑ ΓΙΝΕΙ Μ’ ΕΜΑΣ, ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ;!»
Διήγηση φοβερή και ωφέλιμη


     Κάποιος αδελφός νικήθηκε από το πάθος της πορνείας κι έκαμνε την αμαρτία καθημερινά. Αλλά και καθημερινά επίσης ζητούσε έλεος από τον Κύριο με δάκρυα και προσευχές. Ενεργώντας λοιπόν έτσι, τον ξεγελούσε η κακή συνήθεια κι έκαμνε την αμαρτία. Έπειτα, πάλι μετά την αμαρτία, πήγαινε στην εκκλησία και βλέποντας την ιερή και σεβάσμια εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, έπεφτε μπροστά της με πικρά δάκρυα κι έλεγε:

     «Σπλαχνίσου με, Κύριε, και πάρε από πάνω μου αυτόν τον ύπουλο πειρασμό, γιατί με ταλαιπωρεί φοβερά και με τραυματίζει με τις πικρές ηδονές του. Δεν έχω πρόσωπο, Κύριε, ν’ αντικρύσω και να δω την αγία εικόνα Σου και την υπέρλαμπρη μορφή του προσώπου Σου, ώστε να γλυκαθεί και να ευφρανθεί η καρδιά μου!».

     Αυτά έλεγε· κι όταν έβγαινε από την εκκλησία, έπεφτε πάλι στον βούρκο. Όμως και πάλι, δεν απελπιζόταν για τη σωτηρία του. Αλλά από την αμαρτία ξαναγύριζε πίσω στην εκκλησία κι έλεγε παρόμοια λόγια προς τον φιλάνθρωπο Κύριο και Θεό: «Εσένα, Κύριε, βάζω εγγυητή ότι, από ’δώ και πέρα, δεν θα ξανακάνω αυτήν την αμαρτία! Μόνο, αγαθέ, συγχώρησέ μου όσες αμαρτίες Σού έκανα από την αρχή μέχρι τώρα!».

     Κι αφού έδινε αυτές τις φοβερές υποσχέσεις, πάλι γύριζε στη βαριά αμαρτία του. Κι έβλεπε κανείς, από την μία τη γλυκύτατη φιλανθρωπία και την άπειρη αγαθότητα του Θεού να ανέχεται καθημερινά και να υπομένει τη βαριά παράβαση και την αδιόρθωτη αχαριστία αυτού του αδελφού. Και, από την άλλη, να θέλει από την πολλή Του ευσπλαχνία, ο Θεός, τη μετάνοιά του και την οριστική επιστροφή του. Γιατί αυτό δεν γινόταν για ένα, δύο ή τρία χρόνια, αλλά για δέκα, ίσως και περισσότερα.


     Μια μέρα, λοιπόν, καθώς γίνονταν αυτά, αφού έκανε την αμαρτία ο αδελφός, πήγε τρέχοντας πάλι στην εκκλησία, θρηνώντας και στενάζοντας και κλαίγοντας και βιάζοντας την ευσπλαχνία του αγαθού Θεού, να τον λυπηθεί και να τον γλυτώσει από τον βούρκο της ασωτίας.

     Καθώς, λοιπόν, ο αδελφός παρακαλούσε τον φιλάνθρωπο Θεό, ο αρχέκακος διάβολος, η καταστροφή των ψυχών μας, είδε ότι τίποτε δεν κάνει, αλλά όσα αυτός έραβε με την αμαρτία, ο αδελφός τα ξήλωνε με τη μετάνοια. Με θράσος, λοιπόν, παρουσιάστηκε φανερά σ’ αυτόν τον αδελφό και, στρέφοντας το πρόσωπό του προς την σεβάσμια εικόνα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κραύγαζε και έλεγε:

     «Τι θα γίνει μ’ εμάς τους δύο, Ιησού Χριστέ;! Η άπειρη συμπάθειά Σου με νικά και με ρίχνει κάτω, όσο δέχεσαι αυτόν τον πόρνο και τον άσωτο! Αυτόν που κάθε μέρα Σού λέει ψέματα και δεν λογαριάζει την εξουσία Σου. Γιατί, λοιπόν, δεν τον καις αλλά μακροθυμείς και τον ανέχεσαι; Εσύ, που πρόκειται να δικάσεις τους μοιχούς και τους πόρνους (πρβλ. Εβρ. 13, 4) και να εξολοθρεύσεις όλους τους αμαρτωλούς της γης (πρβλ. Ψαλμ. 144, 20). Τελικά, δεν είσαι Δίκαιος Κριτής! Αλλά όπου νομίσει η εξουσία Σου, κρίνεις άδικα και παραβλέπεις. Εμένα, για εκείνη τη μικρή παράβαση της υπερηφανείας μου, μ’ έριξες από τον ουρανό κάτω. Κι αυτός, εδώ πέρα, που είναι ψεύτης, πόρνος και άσωτος, επειδή έρχεται και προσπέφτει μπροστά Σου, του χαρίζεις ατάραχος την ευμένειά Σου. Γιατί, λοιπόν, Σε λένε Δίκαιο Κριτή;! Όπως βλέπω, κι Εσύ (όπως κι όλοι, τελικά!) χαρίζεσαι σε πρόσωπα από την πολλή Σου αγαθότητα, παραβλέποντας το δίκαιο!». Κι όλ’ αυτά, ο διάβολος τά ’λεγε από την πολλή πίκρα και κακία του, βγάζοντας φλόγες και καπνό απ’ τα ρουθούνια του.

     Αφού τα είπε αυτά ο διάβολος, σώπασε· κι αμέσως ακούστηκε μια φωνή, σαν να ’ρχότανε μέσ’ από το άγιο Βήμα, και να λέει: «Παμπόνηρε και ολέθριε δράκοντα! Δεν χόρτασε η κακία σου, που κατάπιες όλο τον κόσμο;! Αλλά κι αυτόν ακόμη που κατέφυγε στο άπειρο έλεος της ευσπλαχνίας Μου, πασχίζεις τώρα να τον αρπάξεις και να τον καταπιείς;! Μήπως έχεις να παρουσιάσεις αμαρτήματα τόσα, που να ζυγίζουν βαρύτερα από το πολύτιμο Αίμα που έχυσα Εγώ γι’ αυτόν πάνω στον Σταυρό;! Μάθε ότι η Σταύρωση και ο Θάνατός Μου ήδη συγχώρεσαν τις αμαρτίες του. Κι εσύ, βέβαια, όταν αυτός πηγαίνει προς την αμαρτία, δεν τον διώχνεις· απεναντίας δε, τον δέχεσαι με χαρά! Και δεν τον αποστρέφεσαι, ούτε τον εμποδίζεις· γιατί ελπίζεις να τον κερδίσεις με το μέρος σου. Εγώ, λοιπόν, που είμαι τέτοιος σπλαχνικός και φιλάνθρωπος Θεός, που έδωσα εντολή στον κορυφαίο Μου απόστολο, τον Πέτρο, να συγχωρεί μέχρι κι εβδομήντα φορές το επτά (Ματθ. 18, 22), –άπειρες φορές, δηλαδή–, αυτόν που αμαρτάνει καθημερινά, άραγε, δεν θα τον συγχωρήσω και δεν θα τον σπλαχνιστώ;! Ναι, σου λέω! Κι επειδή καταφεύγει συνέχεια σ’ Εμένα, δεν θα τον αποστραφώ ώσπου να τον πάρω δικό Μου. Γιατί για τους αμαρτωλούς σταυρώθηκα, Εγώ. Γι’ αυτούς, Εγώ, άπλωσα τα άχραντα χέρια Μου, έτσι ώστε όποιος θέλει πραγματικά να σωθεί, να καταφεύγει σ’ Εμένα και να σώζεται. Κανέναν δεν αποστρέφομαι, αλλά ούτε και διώχνω. Ακόμη και μύριες φορές την ημέρα ν’ αμαρτήσει κάποιος και μύριες φορές να ’ρθει σ’ Εμένα, δεν θα φύγει λυπημένος. Γιατί «δεν ήρθα Εγώ στη γη για να καλέσω σε μετάνοια τους ενάρετους και τους δίκαιους, αλλά τους αμαρτωλούς» (Ματθ. 9, 13).


     Μόλις ακούστηκαν αυτά τα λόγια, ο διάβολος έμεινε στη θέση του τρέμοντας, χωρίς να μπορεί να κουνηθεί και να φύγει. Κι ακούστηκε η φωνή του Δεσπότου Χριστού: «Άκουσε, απατεώνα! Σχετικά και μ’ αυτό που είπες, ότι δηλαδή δήθεν Εγώ είμαι άδικος. Εγώ, είμαι δίκαιος σε όλους. Και σ’ όποια κατάσταση βρω κάποιον, σύμφωνα μ’ αυτή τον κρίνω (πρβλ. Ιεζ. 33, 18–20). Δες, λοιπόν· αυτόν τον βρήκα τώρα σε μετάνοια και σ’ επιστροφή, πεσμένο μπροστά στα πόδια Μου και νικητή σου. Θα τον πάρω λοιπόν και θα σώσω τη ψυχή του, μόνο και μόνο επειδή δεν απελπίστηκε για τη σωτηρία του. Κι εσύ, βλέποντας αυτήν την τιμή που του κάνω, να σουβλιστείς από τον φθόνο σου και να καταντροπιαστείς!».

     Κι όπως ήταν ο αδελφός πεσμένος μπρούμυτα κάτω και θρηνούσε, παρέδωσε τη ψυχή του στον Χριστό· κι αμέσως, ήρθε οργή μεγάλη σαν φωτιά κι έπεσε πάνω στον σατανά και τον κατέκαιγε.

     Απ’ αυτό, λοιπόν, το φοβερό και φρικτό γεγονός ας μάθουμε, αδελφοί, για την άμετρη ευσπλαχνία και φιλανθρωπία του Θεού. Καθώς και το πόσο καλό και αγαθό Κύριο έχουμε. Και ποτέ να μην απελπιστούμε για τη σωτηρία μας ή να αμελήσουμε γι’ αυτήν.

ΑΓΙΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΚΟΝΙΟΥ
(339–394)


[ «Ευεργετινός»,
τόμ. Α΄, υπόθεση Α΄·
(Ι) Εκδόσεις
«Το Περιβόλι της Παναγίας»,
σελ. 31–34, Θεσ/νίκη 20011·
(ΙΙ) Έκδοσις Ματθαίου Λαγγή,
σελ. 34–40,
Αθήνα, Ιούλιος 19966.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2020

ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ, ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΜΑΣ, ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


     «Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας δεν έχει καμία έλλειψη. Η μόνη έλλειψη που παρουσιάζεται, είναι από μας τους ίδιους, όταν δεν αντιπροσωπεύουμε σωστά την Εκκλησία, από τον πιο μεγάλο στην ιεραρχία μέχρι τον απλό πιστό. Μπορεί να είναι λίγοι οι εκλεκτοί, όμως αυτό δεν είναι ανησυχητικό. Η Εκκλησία είναι Εκκλησία του Χριστού και Αυτός την κυβερνάει. Δεν είναι ναός που κτίζεται με πέτρες, άμμο και ασβέστη από ευσεβείς και καταστρέφεται με φωτιά βαρβάρων, αλλά είναι ο Ίδιος ο Χριστός· “Όποιος πέσει πάνω σ’ αυτόν τον λίθο θα τσακιστεί και σε όποιον πάνω πέσει αυτός ο λίθος θα τον κομματιάσει” (Ματθ. 21, 44). Ο Χριστός ανέχεται σήμερα μια κατάσταση. Ανέχεται και ενεργεί η θεία Χάρις για χάρη του λαού. Μια μπόρα είναι· θα ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, δεν θα σταθούν. Είδες που αναφέρει το Ευαγγέλιο; “Λυχνάρι μισοσβησμένο δεν θα το φυσήξω. Και καλάμι ραγισμένο δεν θα το αγγίξω” (Ησ. 42, 3· Ματθ. 12, 20). Εμείς οι μοναχοί, αλλά και οι κληρικοί, σκορπούμε αθεΐα, όταν δεν ζούμε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο. Ο κόσμος έχει ανάγκη από τις αρετές μας, όχι από τα χάλια μας. Οι κοσμικοί αφορμή ζητούν, για να δικαιολογήσουν τις αμαρτίες τους. Γι’ αυτό θέλει πολλή προσοχή. Βλέπεις, εμείς δεν μπορούμε να πούμε αυτό που λέει ο Χριστός: “Ποιος από σας μπορεί να Με ελέγξει για κάποια αμαρτία;” (Ιωάν. 8, 46), αλλά “ποιος από σας μπορεί να με ελέγξει για κάποιο σκάνδαλο;”, αυτό πρέπει να μπορούμε να το πούμε. Ο Χριστός το είπε εκείνο, γιατί ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Εμείς είμαστε άνθρωποι. Έχουμε ατέλειες, έχουμε πτώσεις, τέλος πάντων, δεν κάνει να γινόμαστε αιτία να σκανδαλίζεται ο άλλος.«

     »Από την άλλη, αν φταίει ένας δεσπότης, ένας παπάς, ένας καλόγερος, δεν φταίει ο Χριστός! Αλλά οι άνθρωποι δεν πάνε ως εκεί. “Αντιπρόσωπος του Χριστού δεν είναι;”, λένε. Ναι, αλλά αναπαύεται ο Χριστός με αυτόν τον “αντιπρόσωπο”; Ή δεν σκέφτονται τι τον περιμένει αυτόν τον “αντιπρόσωπο” στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό μερικοί, που σκανδαλίζονται από μερικά γεγονότα, καταλήγουν να μην πιστεύουν, γιατί δεν καταλαβαίνουν, οι καημένοι, ότι όπως, αν φταίει ένας χωροφύλακας, δεν φταίει το έθνος, έτσι κι αν φταίει ένας παπάς, δεν φταίει η Εκκλησία.«


     »Στα εκκλησιαστικά θέματα όλες οι καταστάσεις δεν είναι να πάρεις θέση. Μπορεί να ανέχεται κανείς μια κατάσταση κάνοντας υπομονή, έως ότου δείξει ο Θεός τι πρέπει να κάνει. Άλλο είναι να ανέχεται κανείς μια κατάσταση και άλλο να την αποδέχεται, ενώ δεν πρέπει. Ύστερα, σε τέτοιες περιπτώσεις, ό,τι έχει να πει κανείς να το πει με σεβασμό, ανδρίκια· όχι να βρίζει και να δημοσιεύει. Να το πει ιδιαιτέρως στο ίδιο το πρόσωπο στο οποίο αφορά το θέμα με πόνο, από αγάπη, για να προσέξει μερικά πράγματα. Δεν είναι ειλικρινής και ευθύς εκείνος που λέει κατά πρόσωπο την αλήθεια, ούτε και εκείνος που τη δημοσιεύει, αλλά εκείνος που έχει αγάπη και αληθινή ζωή και μιλάει με διάκριση, όταν πρέπει, και λέει εκείνα που πρέπει την πρέπουσα ώρα.«

     »Εκείνοι που ελέγχουν με αδιακρισία, έχουν πνευματική σκότιση και κακία και βλέπουν τους ανθρώπους δυστυχώς σαν κούτσουρα. Και ενώ τους πελεκάνε αλύπητα, και υποφέρουν οι άνθρωποι, αυτοί χαίρονται για το τετραγώνισμα που τους κάνουν, για τον “κυβισμό”! Οι ελευθερωμένοι όμως άνθρωποι από τα πάθη τους, επειδή δεν έχουν κακία, το κακό το διορθώνουν με καλωσύνη. Αν δουν καμιά φορά κάπου λίγη ακαθαρσία που δεν καθαρίζεται, την σκεπάζουν με καμιά πλάκα, για να μην αηδιάσει ο άλλος που θα την δει.«

     »Να προσέχουμε να μη δημιουργούμε θέματα στην Εκκλησία ούτε να μεγαλοποιούμε τις μικρές ανθρώπινες αταξίες που γίνονται, για να μη δημιουργούμε μεγαλύτερο κακό και χαίρεται μετά ο πονηρός. Όποιος για μικρή αταξία ταράσσεται πολύ και ορμάει απότομα με οργή, δήθεν για να την διορθώσει, μοιάζει με ελαφρόμυαλο νεωκόρο που βλέπει να στάζει ένα κερί και ορμάει απότομα, με φόρα, για να το διορθώσει δήθεν, αλλά παίρνει σβάρνα ανθρώπους και μανουάλια και δημιουργεί μεγαλύτερη αταξία την ώρα της λατρείας. Δυστυχώς στην εποχή μας έχουμε πολλούς που ταράσσουν την Μητέρα Εκκλησία.«

     »Όσοι από αυτούς είναι μορφωμένοι, έπιασαν το δόγμα με το μυαλό και όχι με το πνεύμα των Αγίων Πατέρων. Όσοι πάλι είναι αγράμματοι, έπιασαν και αυτοί το δόγμα με τα δόντια, γι’ αυτό και “τρίζουν τα δόντια”, όταν συζητούν εκκλησιαστικά θέματα, και έτσι δημιουργείται μεγαλύτερη ζημία στην Εκκλησία από αυτούς, παρά από τους πολέμιους της Ορθοδοξίας μας.«


     »Είναι μερικοί, πάλι, που ασχολούνται με την κριτική ο ένας του άλλου· παρακολουθεί ο ένας τον άλλον περισσότερο από τον εαυτό του. Κοιτάζει τι θα πει ή τι θα γράψει ο άλλος, για να τον χτυπήσει κατόπιν αλύπητα, ενώ ο ίδιος, εάν έλεγε ή έγραφε το ίδιο πράγμα, θα το υποστήριζε με πολλές μαρτυρίες από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες. Το κακό που κάνει είναι μεγάλο, γιατί αφ’ ενός μεν αδικεί τον πλησίον του, αφ’ ετέρου δε τον γκρεμίζει μπροστά στα μάτια των πιστών. Όσοι δικαιολογούν την κακία τους με τον δήθεν έλεγχο των άλλων και όχι του εαυτού τους ή με το να δημοσιεύουν στον κόσμο εκκλησιαστικές καταστάσεις –ακόμη και πράγματα που δεν λέγονται– προφασιζόμενοι το “πείτε το στη συνάθροιση της Εκκλησίας” (Ματθ. 18, 17), ας κάνουν πρώτα αρχή από την μικρή τους εκκλησία, την οικογένειά τους, την αδελφότητά τους και, αν τους φανεί καλό, τότε ας ρεζιλέψουν και την Μητέρα Εκκλησία. Τα καλά παιδιά, νομίζω, ποτέ δεν κατηγορούν την μάνα τους.«

     »Όλοι χρειάζονται στην Εκκλησία. Όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σ’ αυτήν· και οι ήπιοι χαρακτήρες και οι αυστηροί. Όπως στο σώμα του ανθρώπου είναι απαραίτητα και τα γλυκά και τα ξινά, ακόμη και τα πικρά ραδίκια, γιατί το καθένα έχει τις δικές του ουσίες και βιταμίνες, έτσι και στο Σώμα της Εκκλησίας, όλοι είναι απαραίτητοι. Ο ένας συμπληρώνει τον χαρακτήρα του άλλου και όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να ανεχόμαστε, όχι μόνον τον πνευματικό χαρακτήρα του άλλου, αλλά ακόμη και τις αδυναμίες που έχει σαν άνθρωπος. Δυστυχώς, μερικοί έχουν παράλογες απαιτήσεις από τους άλλους. Θέλουν να έχουν όλοι ίδιο πνευματικό χαρακτήρα με τον δικό τους, και όταν κάποιος δεν συμφωνεί με τον χαρακτήρα τους, δηλαδή ή είναι λίγο επιεικής ή λίγο οξύς, αμέσως βγάζουν το συμπέρασμα ότι δεν είναι πνευματικός άνθρωπος».

ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)


[ Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
Λόγοι Α΄,
«Με πόνο και αγάπη
για τον σύγχρονο άνθρωπο»,
Μέρος 4ο, κεφ. 2ο, §4–§5,
σελ. 318–324.
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης, Μάρτιος 19992.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΟΣΚΟ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ


ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΟΣΚΟ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ


     «Μεγάλη ζημία προξενεί στον εαυτό του ένας βοσκός που κοιμάται έξω από το μαντρί των προβάτων· γιατί η χαρά των λύκων είναι ο ύπνος των βοσκών».

ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ
(306–373)



[ «Ευεργετινός»
–Λόγοι και διδασκαλίες
Αγίων Πατέρων–
Τόμ. Δ΄, Υπόθ. Μ΄ (40), σελ. 368.
Εκδόσεις
«Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 2010.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ


ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ


     Ο άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1322 και από την πλευρά του πατέρα του καταγόταν από την οικογένεια των Χαμαετών· υιοθέτησε όμως κατόπιν το πατρώνυμο της μητέρας του, Καβάσιλας, όνομα αρχαίας και ονομαστής οικογένειας. Διαμορφώθηκε πνευματικά από τη νεότητά του κοντά στον Δωρόθεο Βλαττή [1], μαθητή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, και σύχναζε στους κύκλους των ευσεβών λαϊκών που επιδίδονταν στην Ευχή του Ιησού υπό την καθοδήγηση του αγίου Ισιδώρου Βούχειρα, του μετέπειτα πατριάρχη (1347-1350). Αφού έλαβε τα πρώτα φιλολογικά και φιλοσοφικά γράμματα κοντά στον θείο του Νείλο Καβάσιλα [2], συνέχισε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή της Κωνσταντινουπόλεως. Απέκτησε εκεί ανώτερη φιλολογική παιδεία και ο θαυμασμός του για την Κλασική Αρχαιότητα τον εντάσσει στους ανθρωπιστικούς κύκλους, δίχως ωστόσο να απομακρύνεται από τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Κατά τη διαμονή του στη Βασιλεύουσα, η διαμάχη μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά [14 Νοεμ.] και του Βαρλαάμ, γύρω από τη δυνατότητα της θέωσης του ανθρώπου διά των ακτίστων ενεργειών της θείας χάριτος, αφύπνισε την προσοχή του στο έσχατο τέλος του χριστιανικού βίου, αλλά την εποχή εκείνη έσκυψε περισσότερο στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα του καιρού του. Μετά τον θάνατο του Ανδρόνικου Γ΄ (1341), η Αυτοκρατορία βρέθηκε στη δίνη ενός σκληρού και ολέθριου εμφυλίου σπαραγμού μεταξύ των οπαδών του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου και εκείνων του Ιωάννη Καντακουζηνού, ο οποίος επιδεινώθηκε από το κίνημα των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης κατά της αυτοκρατορικής εξουσίας και των ευγενών.


     Ο Νικόλαος, ευρισκόμενος τότε στη Θεσσαλονίκη, πήρε την πρωτοβουλία συμφιλίωσης μεταξύ των εξεγερθέντων και του Ιωάννη Καντακουζηνού. Το 1345, εστάλη ως πρέσβης στη Βέροια στον γιο και αντιπρόσωπο του Καντακουζηνού, Μανουήλ, και απέσπασε την υπόσχεση ευνοϊκών όρων παράδοσης για τους στασιαστές. Όταν όμως επέστρεψε, ο Ανδρέας Παλαιολόγος αντιτάχθηκε στο σχέδιο αυτό, οπότε οι Ζηλωτές και ο όχλος από τις κατώτερες κοινωνικά συνοικίες στασίασαν και εν συνεχεία κατέλαβαν την ακρόπολη όπου είχαν καταφύγει οι ευγενείς. Ακολούθησαν άθλιες σφαγές, από τις οποίες γλύτωσε παρά τρίχα ο Νικόλαος καταφέρνοντας να κρυφτεί μέσα σε ένα πηγάδι. Παρέμεινε ωστόσο στη Θεσσαλονίκη το 1347, χωρίς να τον ενοχλήσουν, παρά τις συμπάθειές του για τον Καντακουζηνό· και στοχαζόμενος πάνω στις αιτίες του εμφυλίου πολέμου, συνέγραψε πραγματείες περί της τοκογλυφίας και της κοινωνικής αδικίας.


     Όταν ο Καντακουζηνός ανήλθε στον θρόνο με τον τίτλο Ιωάννης ΣΤ΄, κάλεσε τον Νικόλαο κοντά του στην Κωνσταντινούπολη και τον έκανε σύμβουλό του σε όλες τις σημαντικές υποθέσεις του Κράτους. Υπό την επίδραση των δύο έμπιστων συμβούλων του, του Νικολάου και του παιδικού του φίλου Δημητρίου Κυδώνη, τους οποίους χαρακτήρισε ως άνδρες «που έφθασαν στην κορυφή της θύραθεν σοφίας, όχι λιγότερο φιλοσόφους στην πράξη και που επέλεξαν τον αγνό και απαλλαγμένο από τα εμπόδια του γάμου βίου», ο ηγεμόνας σχεδίαζε να αποσυρθεί στη Μονή των Μαγγάνων· υποχρεώθηκε όμως να ματαιώσει τα σχέδιά του, εξαιτίας της πολιτικής κατάστασης στη Θεσσαλονίκη.


     Καθ’ όλη την περίοδο αυτή, ο Νικόλαος ανέπτυξε έντονη συγγραφική δραστηριότητα, συμμετέχοντας παράλληλα και στον δημόσιο βίο. Τον Σεπτέμβριο του 1347, ήταν μέλος της συνοδείας του νεοεκλεγέντος αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Παλαμά· όταν όμως ο λαός απέρριψε τον αγαθό ποιμένα του, υποχρεώθηκαν να αποσυρθούν στο Άγιον Όρος, όπου έζησαν στην ησυχία και την προσευχή επί έναν χρόνο. Το 1349, μετέβη πάλι στη Θεσσαλονίκη, όπου μετά την καταστολή της στάσης των Ζηλωτών και τη συμφιλίωση των δύο μερίδων, έγινε τελικά δεκτή η ενθρόνιση του αγίου Γρηγορίου. Το 1351, κατά τη Σύνοδο που καταδίκασε τον Ακίνδυνο και ανακήρυξε τον Ησυχασμό επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας, ο Καβάσιλας πήρε ανοικτά το μέρος της παλαμικής θεολογίας και εκδηλώθηκε ευνοϊκά υπέρ του σχεδίου του Ιωάννη Καντακουζηνού για μία Σύνοδο Ενώσεως με τη λατινική Εκκλησία, χωρίς όμως συμβιβασμούς σε δογματικά θέματα, ενώ ο φίλος του Κυδώνης συντάχθηκε με την πλευρά των αντιπάλων του Ησυχασμού και υιοθέτησε στάση υποταγής στις λατινικές θέσεις.


     Όταν ξέσπασε νέος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου και του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού, που είχε ως αποτέλεσμα την καθαίρεση του πατριάρχη αγίου Κάλλιστου Α΄ [20 Ιουν.], το όνομα του Καβάσιλα ακούστηκε ως εκείνο του πιθανού διαδόχου, αλλά τελικά εξελέγη ο άγιος Φιλόθεος [11 Οκτ.]. Τον επόμενο χρόνο, ο Νικόλαος χαιρέτησε με έναν λαμπρό λόγο τη στέψη του Ματθαίου Καντακουζηνού ως συναυτοκράτορος· λίγο αργότερα, όμως, με την κατάκτηση της εξουσίας από τον Ιωάννη Παλαιολόγο με τη βοήθεια των Γενοβέζων, ο Ιωάννης Καντακουζηνός υποχρεώθηκε να παραιτηθεί και ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο με το όνομα Ιωάσαφ. Ο πατριάρχης Φιλόθεος καθαιρέθηκε με τη σειρά του και εξορίσθηκε, ενώ ανακλήθηκε στον πατριαρχικό θρόνο ο Κάλλιστος. Ο Νικόλαος αποσύρθηκε έκτοτε από τα πολιτικά πράγματα, για να αφιερωθεί στον στοχασμό πάνω στο Μυστήριο του Χριστού, όπως βιώνεται μέσα στην Εκκλησία. Δεν είναι γνωστό εάν παρέμεινε έως το τέλος της ζωής του ένας «λαϊκός ησυχαστής» ή αν έγινε μοναχός, όπως αφήνουν να εννοηθεί ορισμένα χωρία στα έργα του. Καθ’ όλη τη μακρά αυτή περίοδο της απόσυρσής του, την οποία, αν εξαιρέσει κανείς την παραμονή δύο χρόνων στη Θεσσαλονίκη, πέρασε στην Κωνσταντινούπολη, φοιτώντας στις Μονές των Μαγγάνων, των Ξανθόπουλων και του Στουδίου, απέκτησε τη φήμη ανθρώπου που είχε φθάσει στην κορυφή της αρετής· και υψηλά πρόσωπα, όπως ο αυτοκράτορας Μανουήλ Παλαιολόγος, ζητούσαν τις συμβουλές του και τον θεωρούσαν ως πνευματικό πατέρα. Ο άγιος απέφευγε, ωστόσο, να εμπλακεί εκ νέου στην τύρβη του κόσμου και προτιμούσε να μένει στη φίλη του ησυχία, όπου συνέγραψε τις δύο μείζονες πραγματείες του: «Η Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας» και το «Περί της εν Χριστώ ζωής» [3], οι οποίες δίνουν μαρτυρία για την αγιότητά του και δικαίως θεωρούνται ως δύο αριστουργήματα της χριστιανικής γραμματείας. Ο άγιος Νικόλαος εκοιμήθη εν ειρήνη δίχως να έχει αφήσει μαρτυρία για τις τελευταίες ημέρες του βίου του, μεταξύ 1391 και 1397.


     Στην «Εν Χριστώ ζωή», δείχνει πώς, δεχόμενοι το είναι, την κίνηση και την αληθινή ζωή διά των αγίων Μυστηρίων, του Βαπτίσματος, του Χρίσματος και της θείας Ευχαριστίας, και αυξάνοντας πνευματικά διά των αγίων αρετών, οι πιστοί μπορούν να κατανοήσουν ότι ο Ίδιος ο Χριστός, διά του Αγίου Πνεύματος, έρχεται να ενοικήσει και να αυξηθεί εντός τους, μέχρι την ολοκλήρωση της τελείας ενώσεώς τους με τον Θεό. Η Ενανθρώπηση του Χριστού είναι το θεμέλιο κάθε πνευματικής ζωής, διότι έχοντας ενώσει τα προηγουμένως διεστώτα, επέτρεψε την κοινωνία, την «ανάκραση» του κτιστού και του ακτίστου. Αυτή η εν Χριστώ ζωή αρχίζει, όπως αναφέρει, εδώ κάτω, αλλά ολοκληρώνεται στην αιώνια Βασιλεία, η οποία μας έχει γίνει έτσι προσιτή από τώρα, στην Εκκλησία. Ο Χριστός εκχέεται και προσφύεται σε καθένα από τα μέλη Του, μέσω των αγίων Μυστηρίων, όπως το φως που εισδύει σε ένα δωμάτιο μέσα από τα παράθυρα, και ενεργεί εκεί το Μέγα Μυστήριο της γαμήλιας ένωσης με τον άνθρωπο, εισάγοντας στο θνητό και υποκείμενο στη μεταβολή σώμα του την αθάνατη και άτρεπτη Ζωή. Αυτή η παρουσία του Κυρίου, ωστόσο, μπορεί να καταστεί ενεργή μόνο με τη δική μας συνέργεια, μόνο αν ανταποκριθούμε ελεύθερα στο δώρο του Θεού, φυλάσσοντας άγρυπνα τη χάρη που έχουμε λάβει, σαν αναμμένη λαμπάδα εν αναμονή της επιστροφής του Νυμφίου. Η πνευματική ζωή του χριστιανού, λοιπόν, συνίσταται στη φύλαξη των μελών και αισθήσεών του, στις οποίες έχει ενωθεί ο Χριστός, και στην επίγνωση της τιμής που μας έχει κάνει. Είναι αδύνατο στην πραγματικότητα να προσελκυστεί από το κακό οποιοσδήποτε έχει συνείδηση του «μανικού έρωτα» με τον οποίο μας αγάπησε ο Χριστός, μέχρι του σημείου να προσφέρει τον Εαυτό Του θυσία στον Σταυρό με σκοπό να μας κάνει ναό και μέλη Του. Για έναν τέτοιον άνθρωπο, ο Κύριος γίνεται το μόνο επιθυμητό πράγμα επί γης και, έχοντας αποκτήσει «νουν Χριστού» (Α΄ Κορ. 2, 16), η εφαρμογή των εντολών είναι γι’ αυτόν κάτι το πολύ εύκολο. Και όταν αυξάνοντας σε άγιες αρετές θα έχει πλήρως ταυτίσει τη θέλησή του με εκείνη του Σωτήρος, όταν θα χαίρεται με ό,τι χαροποιεί Εκείνον και θα θλίβεται με ό,τι μπορεί να θλίβει Εκείνον, ο θείος έρωτας θα γίνει τότε κοινή ζωή τους και ο ίδιος θα κοινωνεί των ιδιοτήτων της θείας φύσεως του Θεανθρώπου. Αυτή τη θέωση, έσχατο τέλος της ανθρώπινης υπάρξεως, ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τη βλέπει να αναπαρίσταται τέλεια στο πρόσωπο της Θεομήτορος, η οποία, με την ωραιότητα της ψυχής Της και με τη θέλησή Της υποταγμένη καθ’ ολοκληρίαν στο σχέδιο του Θεού, προσείλκυσε το Άγιο Πνεύμα, ώστε να γεννηθεί εντός Της ο Σωτήρας [4].


     Ακολουθώντας έναν άλλον δρόμο από εκείνον του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ανθρωπιστής λόγω παιδείας αλλά και ησυχαστής λόγω κλήσεως, μπόρεσε να καταδείξει ότι η μυστική θέωση και ένωση με τον Χριστό συνιστούν τον κύριο και αυθεντικό σκοπό της πνευματικής ζωής κάθε χριστιανού και όχι μόνο των μοναχών που έχουν αποσυρθεί από τον κόσμο και τις υποχρεώσεις του. Μεταστοιχειώνοντας τα θετικά στοιχεία της ανθρωπιστικής παιδείας του καιρού του για να γίνει ο διδάσκαλος ενός «μυστηριακού ησυχασμού», δικαίως κατέχει, μετά τη σχετικά πρόσφατη ένταξη της μνήμης του στο Εορτολόγιο [5], τη θέση του στον σεπτό χορό των Αγίων Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας.


— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —
[1]  Ήταν ένας από τους πλέον φημισμένους πνευματικούς πατέρες της Θεσσαλονίκης και μαζί με τον αδελφό του Μάρκο ίδρυσε πάνω στην ακρόπολη τη Μονή του Παντοκράτορος (1355) που φέρει σήμερα το όνομά τους («Βλατάδων»), πριν γίνει μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (1371-1363).
[2]  Θεολόγος περίφημος για τις πραγματείες του κατά των Λατίνων, έγινε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης για δύο χρόνια (1361-1363). Επειδή το κατά κόσμον όνομά του ήταν επίσης Νικόλαος, υπήρξε σύγχυση του αγίου μας με τον θείο του και θεωρήθηκε ενίοτε ως αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης.
[3]  Κείμενο και νεοελληνική μετάφραση στην «Φιλοκαλία», τ. 22, Πατερικές Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», 1979.
[4]  «Εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν» (PO 19, 134), κείμενο και νεοελληνική μετάφραση στο· Νικολάου Καβάσιλα: «Η Θεομήτωρ», Εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας», 1974.
[5]  Η τιμή του εισήχθη το 1982 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, μετά από πρόταση του τότε μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος Β΄ (Χρυσοφάκη· 1925-2003).


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
ς θεῖος διδάσκαλος, καὶ ὑποφήτης σοφός, δογμάτων τῆς Πίστεως, καὶ ἀρετῶν ἱερῶν, Νικόλαε Ὅσιε· ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, διὰ βίου καὶ λόγου. Ὅθεν Θεσσαλονίκη, τῇ σῇ δόξῃ καυχάται, καὶ πόθῳ ἑορτάζει, τὴν πάνσεπτον μνήμην σου.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β´. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Λόγῳ ἐνθέῳ ἀνύων τὸν βίον σου, περιφανὴς ἐν σοφίᾳ καὶ χάριτι, καὶ ἐν λόγου δυνάμει γενόμενος, τῆς εὐσεβείας διδάσκαλος πέφηνας· διὸ σὲ ὑμνοῦμεν Νικόλαε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Λόγῳ καὶ σοφίᾳ πνευματικῇ, σεμνῶς διαλάμπων, ὡς τῷ βίῳ διαπρεπής, Διδάσκαλος θεῖος, τῆς Ἐκκλησίας ὤφθης, Νικόλαε παμμάκαρ, Ἀγγέλων σύσκηνε.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος (Ιούνιος),
σελ. 243–247.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήνα, Φεβρουάριος 2008.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.