Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

ΑΟΚΝΗ, ΦΙΛΕΡΓΗ ΚΑΙ ΦΙΛΟΠΟΝΗ ΚΑΡΔΙΑ

ΑΟΚΝΗ, ΦΙΛΕΡΓΗ
ΚΑΙ ΦΙΛΟΠΟΝΗ ΚΑΡΔΙΑ


     Μέσα από τον κόπο της αγάπης, μέσα από το ίδρωμα της διακονίας, μέσα από το μόχθο του δοσίματος, έρχεται και μας αρπάζει μυστικά το χέρι του Θεού για να μας γεμίσει ευλογίες. Είναι που η αγάπη Του δεν μένει ποτέ σχολασμένη, αργή και στάσιμη· πάντα εργάζεται (πρβλ. Ιωάν. 5:17) η Αγάπη την αγάπη και πάντα ξεκουράζει κι αναπαύει βαθιά κάθε άοκνη, φίλεργη και φιλόπονη καρδιά…

π. Δαμιανός








Ο ΑΕΤΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ

Ο ΑΕΤΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ


     Κάποιος διηγήθηκε το εξής:
     Στη Σκήτη, όταν οι κληρικοί πρόσφεραν τα Τίμια Δώρα, κατέβαινε κάτι σαν αετός πάνω στην προσφορά, και κανείς δεν τον έβλεπε, παρά μόνο οι κληρικοί.
     Μια μέρα λοιπόν, κάποιος ζήτησε από έναν διάκονο μια εξυπηρέτηση. Ο διάκονος τού λέει: «Δεν ευκαιρώ τώρα!». Όταν λοιπόν ανέβηκε ο διάκονος στην προσφορά, δεν κατέβηκε το ομοίωμα του αετού, ως συνήθως. Τότε ο πρεσβύτερος είπε στον διάκονο: «Τι σημαίνει αυτό το πράγμα, που δεν ήρθε ο αετός όπως ερχόταν κάθε φορά; Ή εγώ έπεσα σε σφάλμα ή εσύ. Απομακρύνσου λοιπόν από μένα, και αν κατεβεί, θα καταλάβουμε ότι εξαιτίας σου δεν κατέβηκε».
     Πράγματι, μόλις απομακρύνθηκε ο διάκονος, ευθύς κατέβηκε ο αετός. Έγινε λοιπόν η Θεία Λειτουργία, και ρωτάει ο πρεσβύτερος στον διάκονο: «Πες μου τι έκανες;». Κι εκείνος τον διαβεβαίωνε ως εξής: «Δεν μου μαρτυρεί η συνείδησή μου ότι έκανα κάποια αμαρτία. Μόνο που ήλθε εδώ ένας αδελφός και μου ζήτησε να τον εξυπηρετήσω και του απάντησα: “Δεν ευκαιρώ!”».
     «Λοιπόν –είπε ο πρεσβύτερος– εξαιτίας σου δεν κατέβηκε ο αετός, γιατί ο αδελφός πικράθηκε από τη συμπεριφορά σου».
     Αμέσως ο διάκονος πήγε και έβαλε μετάνοια στον αδελφό.

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ


[«Το Μέγα Γεροντικόν»,
τόμ. δ΄, κεφ. ιη΄, §36, σελ. 356–357,
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Το Γενέσιον της Θεοτόκου»,
Πανόραμα Θεσσαλονίκης,
Μάρτιος 19991.]






Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ


     […] 
     Τότε οργίστηκε ο ανθύπατος Αιγεάτης κι έδωσε εντολή να βασανίσουν τον Απόστολο του Χριστού. Τρεις άνθρωποι, αφού τον τέντωσαν εφτά φορές και τον χτύπησαν δυνατά, μετά τον σήκωσαν και τον οδήγησαν μπρος στον ασεβή Αιγεάτη.
     «Για το αίμα σου που χύνεται», του είπε εκείνος, «αναθεώρησε τον λογισμό σου· γιατί, αν δε θελήσεις να με υπακούσεις, θα σε κάνω να πεθάνεις πάνω στο ξύλο του σταυρού!».

     Ο άγιος Ανδρέας είπε:
     «Εγώ είμαι δούλος του Σταυρού του Χριστού· και μάλλον θα έπρεπε να ευχόμουν να ταυτιστώ με τον θρίαμβο του Σταυρού, παρά να δειλιάσω. Για σένα επιφυλάσσονται αιώνια βάσανα, αλλά θα μπορέσεις να τα αποφύγεις, αν πιστεύσεις στον Χριστό μου, μετά την πείρα της υπομονής μου που θα λάβεις. Το μαρτύριό μου θα κρατήσει μια ή το πολύ δυο μέρες, αλλά εσύ θα βασανίζεσαι ακατάπαυστα στους ατελεύτητους αιώνες. Παύσε, λοιπόν, να επιδεινώνεις τις ταλαιπωρίες σου, ανάβοντας μόνος σου τη φωτιά που θα σε καίει αιώνια».

     Τότε ο Αιγεάτης αγανάκτησε και διέταξε να σταυρώσουν τον μακάριο Ανδρέα.


     Εκείνος απομακρύνθηκε απ’ όλους και, πλησιάζοντας τον σταυρό, του είπε με ξάστερη φωνή: 
     «Χαίρε Σταυρέ, αγιασμένε με το Σώμα του Χριστού και στολισμένε με τα μέλη Του, ωσάν μαργαριτάρια! Βέβαια, πριν ν’ ανέβει σε Σένα ο Κύριός μου, μετέδιδες τρόμο. Τώρα, όμως, που Σε πλησιάζω με πόθο για τον Ουρανό, Σε βλέπω μπροστά μου σαν αντίδωρο ευλογίας. Έμαθα από τους πιστούς τη Χάρη που έχεις και τις δωρεές που σκορπίζεις. Σε πλησιάζω, λοιπόν, χαρούμενος και ξένοιαστος, ώστε κι Εσύ να με δεχθείς μ’ ευφροσύνη, τον μαθητή Εκείνου που σταυρώθηκε επάνω Σου. Πάντοτε Σου ήμουν αφοσιωμένος και τώρα θέλησα να Σ’ αγκαλιάσω. Τίμιε Σταυρέ, που δέχθηκες τη δόξα και την ωραιότητα από τα μέλη του Κυρίου, που Σ’ επιθυμούσα ακόρεστα και Σ’ αναζητούσα πάντα μέσα από το θέλγητρο της επιθυμίας Σου· Εσύ, που τώρα στήθηκες όρθιος κατά τον πόθο της ψυχής μου, πάρε με από τους ανθρώπους και δώσε με στον Διδάσκαλό μου, ώστε από Σένα να με παραλάβει Αυτός που με λύτρωσε μαζί με Σένα!».

     Αφού είπε αυτά ο μακάριος Ανδρέας όρθιος και κοιτάζοντας σταθερά τον σταυρό, έβγαλε τα ρούχα του και τά ’δωσε στους δήμιους, μια και παρήγγειλε με τους αδελφούς να έρθουν οι δήμιοι, που μέχρι εκείνη τη στιγμή στέκονταν από μακριά, και να εκτελέσουν τις εντολές που έλαβαν. Αυτοί πλησίασαν, τον ανέβασαν στον σταυρό και, αφού τέντωσαν το σώμα του με σχοινιά, έδεσαν μόνο τα πόδια, χωρίς να του τσακίσουν τα γόνατα, μια και είχαν αυτή την εντολή από τον ανθύπατο· ήθελε αυτός να τον κάνει να πονέσει ακόμη περισσότερο πάνω στον σταυρό και, κρεμασμένον έτσι όλη τη νύχτα, να τον φάνε τα σκυλιά.


     Ένα μεγάλο πλήθος συγκεντρώθηκε, περίπου είκοσι χιλιάδες αδελφοί, και βλέποντας τους δήμιους ν’ απομακρύνονται και μην κάνουν τίποτε στον μακάριο, τίποτε από εκείνα τα βασανιστήρια που ως συνήθως υποβάλλουν στους κρεμασμένους, περίμεναν να ξανακούσουν κάτι απ’ αυτόν· γιατί, και κρεμασμένος ακόμη, κινούσε την κεφαλή του με κάποιο μειδίαμα.

     Ο Στρατοκλής (σημ.: ο μαθητής του αγίου Ανδρέα και μετέπειτα επίσκοπος Πατρών, παρ’ όλο που ο ίδιος ήταν κατά σάρκα αδελφός του ασεβή ανθύπατου Αιγεάτη), τον ρωτούσε: 
     «Τι μειδιάς, δούλε του Θεού Ανδρέα; Το δικό σου χαμόγελο σ’ εμάς γίνεται τώρα πένθος και κλάμα, γιατί θα σε στερηθούμε».

     Και ο μακάριος Ανδρέας τού απάντησε:
     «Να μη γελάσω, παιδί μου Στρατοκλή, με την καινούργια σκευωρία που βρήκε ο Αιγεάτης για να μ’ εκδικηθεί; Εγώ είναι ξένος και άσχετος μ’ αυτόν και με όλες τις μηχανορραφίες του. Δεν θέλει ν’ ακούσει. Αν άκουγε, θα είχε καταλάβει· θα είχε διδαχθεί από την ίδια την πείρα, πως, στον άνθρωπο του Ιησού Χριστού καμιά τιμωρία δεν πιάνει».


     Αφού είπε αυτά, απευθύνθηκε προς το πλήθος· μια και συγκεντρώνονταν τριγύρω του αγανακτισμένοι εθνικοί για την άδικη προς αυτόν απόφαση του Αιγεάτη:
     «Άνδρες, όσοι μου συμπαραστέκεστε, γυναίκες και παιδιά, δούλοι και ελεύθεροι, αλλά και όσοι πρόκειται να μ’ ακούσετε, σας παρακαλώ, όλοι εσείς που μαζευτήκατε εδώ, εγκαταλείψτε τούτο τον τρόπο της ζωής σας κι ετοιμαστείτε γρήγορα να καταλάβετε τη ψυχή μου που ήδη ξεκίνησε για τον Ουρανό· περιφρονήστε όλα ανεξαιρέτως τα εφήμερα του κόσμου, για να στηρίξετε αυτούς που πιστεύουν στον Χριστό».

     Όλους τους προέτρεπε στην αρετή, διδάσκοντάς τους πως δεν είναι άξια τα παθήματα της πρόσκαιρης αυτής ζωής, συγκρινόμενα με τη μέλλουσα ανταμοιβή της αιώνιας.

     Το πλήθος των ανθρώπων ακούγοντας αυτά που έλεγε, δεν κινούσε καν να φύγει από τον τόπο κι έτσι ο μακάριος Ανδρέας εξακολουθούσε να τους διδάσκει. Τόσα πολλά ήταν αυτά που τους έλεγε, ώστε πέρασαν τρία μερόνυχτα και κανείς τους δεν κουράστηκε για να φύγει.

     Όταν είδαν και για τέταρτη μέρα τη μεγαλοψυχία του, την πνευματική του διαύγεια, το πλήθος των λόγων του, την αγαθή του προτροπή, τη σταθερότητα της ψυχής του, τη σύνεσή του, το ασάλευτο του νου του και την ειλικρίνεια του λόγου του, αγανάκτησαν εναντίον του Αιγεάτη και όλοι μαζί πήγαν και του διαμαρτυρήθηκαν έντονα την ώρα που αυτός ήταν στο βήμα:


     «Τι κρίση είναι αυτή που έκανες, ανθύπατε;», έλεγαν προς αυτόν· «Η απόφασή σου είναι φαύλη και τα δικαστήριά σου άδικα. Ποια αδικία και ποιο κακό έκανε αυτός; Η πόλη είναι ανάσταση· μας λύπησες όλους· μη γίνεσαι προδότης της πόλης. Χάρισε στους Αχαιούς αυτόν τον δίκαιο άνθρωπο, χάρισέ μας έναν τέτοιον άνθρωπο θεοσεβή· μη φονεύσεις άνθρωπο πού ναι θεόπνευστος. Τέσσερις μέρες είναι κρεμασμένος και, παρ’ όλ’ αυτά, ζει. Χωρίς να φάει τίποτε κι, όμως, μας χόρτασε με τον λόγο του όλους. Αποκαθήλωσε αυτόν τον άνθρωπο κι όλοι μας θα λογικευτούμε· ελευθέρωσέ τον και θα ελεηθεί απ τον Θεό όλη η Αχαΐα. Δεν του αξίζει ετούτη η καταδίκη· γιατί, αν και κρεμασμένος, δεν παύει ωστόσο να κηρύττει την αλήθεια».

     Μόλις έμαθε αυτά ο ανθύπατος, για την ώρα μεν έκανε νόημα με το χέρι να φύγουν, αλλά επηρεάστηκε, γιατί ήσαν κάπου δισμύριοι. Βλέποντάς τους σχεδόν μανιασμένους και φοβούμενος μη πάθει κάποιο κακό, σηκώθηκε από το βήμα και κίνησε μαζί τους με την υπόσχεση να ελευθερώσει τον μακάριο Ανδρέα. Πρόφθασαν, λοιπόν, μερικοί και πήγαν και ειδοποίησαν τον Απόστολο Ανδρέα και του είπαν για ποιο λόγο έρχονταν προς αυτόν.


     Ενώ όλος ο κόσμος ήταν γεμάτος χαρά και ευφροσύνη, μια και θα ελευθερωνόταν ο μακάριος Ανδρέας, ενώ κατέφθασε ο ανθύπατος και ενώ όλοι οι αδελφοί χαίρονταν, ο μακάριος Ανδρέας ακούγοντας αυτά, είπε στους αδελφούς που τον παρέστεκαν:

     «Τώρα που φεύγω για τον Κύριο, θα του μιλήσω ανοιχτά. Γιατί ξανάρθες εδώ, Αιγεάτη; Αφού είσαι ξένος κι απόξενος μ’ εμένα, τι με πλησιάζεις τώρα; Τι βάλθηκες να ξανακάμεις; Τι σοφίστηκες; Πες μου! Ήρθες δήθεν σα μετανιωμένος για να με λύσεις; Μη περιμένεις τη συγκατάθεσή μου, σα νά ’σουν ήδη μετανιωμένος. Δεν υπάρχει περίπτωση να σε πιστέψω για δικό μου άνθρωπο. Πας να ελευθερώσεις, ανθύπατε, εμένα που είμαι εκούσια δουλωμένος;«

     »Κάθε άλλο· εγώ έχω ήδη αιώνιο δεσμό· έχω Αυτόν που θα ζήσουμε μαζί στους αιώνες των αιώνων. Σ’ Εκείνον πηγαίνω, σ’ Εκείνον βιάζομαι να φτάσω. Αυτόν, που μεσολάβησε για να σε γνωρίσω, και ο Οποίος μου είπε: “Μη φοβηθείς εκείνον τον πονηρό άνθρωπο· μη νομίσεις πως θα μπορέσει να σ’ εξουσιάσει εσένα που είσαι δικός Μου· αυτός είναι εχθρός σου”.«

     »Έτσι, μια και σε γνώρισα με αποκάλυψη εκ Θεού, λυτρώθηκα. Αν θέλεις να πιστέψεις στον Χριστό, θ’ ανοιχθεί για σένα, όπως σου υποσχέθηκα, οδός συγχωρήσεως. Αν ήρθες, μόνο και μόνο για να με λύσεις, μάθε πως δεν πρόκειται να κατέβω από τον σταυρό ζωντανός. Εγώ και οι δικοί μου, βιαζόμαστε να πάμε σ’ αυτά που είναι σίγουρα δικά μας, αφήνοντάς σε, όπως είσαι, μέσα στην άγνοιά σου.«

     »Τώρα, πια, βλέπω τον Βασιλιά μου. Τον προσκυνώ και στέκομαι μπροστά Του. Στέκομαι εκεί που είναι η συμφωνία των Αγγέλων, εκεί όπου βασιλεύει ο μόνος Αυτοκράτορας, εκεί όπου είναι το ανέσπερο Φως, εκεί όπου είναι όλα τα άνθη τα αειθαλή. Εκεί, όπου όχι μόνο διώχθηκε η λύπη, αλλά κι αυτό ακόμη τ’ όνομά της είναι εντελώς άγνωστο· εκεί, όπου η ευφροσύνη και η αγαλλίαση είναι ατελεύτητη.«

     »Μακάριε Σταυρέ, χωρίς τον πόθο Σου, κανένας δεν μπορεί να έχει ελεύθερη την είσοδο σ’ εκείνη τη Χώρα. Μονάχα για τα βάσανά σου θλίβομαι, Αιγεάτη· γιατί σε περιμένει έτοιμη η αιώνια κόλαση. Όσο ακόμη μπορείς, φρόντισε, άθλιε, για λόγου σου· μη τυχόν και θελήσεις να σωθείς, τότε που θα σου είναι αδύνατο κάτι τέτοιο».


     Μόλις, λοιπόν, εκείνος τόλμησε να πλησιάσει το ξύλο του σταυρού για να λύσει τον μακάριο Ανδρέα, έχοντας με το μέρος του την επιδοκιμασία ολόκληρης της πόλης, ο άγιος Ανδρέας είπε με φωνή μεγάλη:
     «Δέσποτα, μην επιτρέψεις να λυθεί ο Ανδρέας που δέθηκε στο ξύλο Σου! Αυτόν, που (τώρα) βρίσκεται μέσα στο μυστήριο (του μαρτυρίου και της τελείωσης), μη τον παραδώσεις στον αναίσχυντο διάβολο! Κύριε Ιησού Χριστέ, εμένα τον κρεμασμένο στη Χάρη Σου, ας μη με λύσει ο αντίπαλός Σου! Πάτερ, ας μη με ταπεινώσει ετούτος ο ελάχιστος, εμένα που γνώρισα το μεγαλείο Σου!».

     Τότε οι δήμιοι προσπάθησαν, αλλά δεν το κατόρθωσαν να τον αγγίξουν. Άλλοι και άλλοι άνθρωποι φρόντισαν να τον λύσουν, αλλά κανένας απ’ αυτούς δεν μπόρεσε να τον πλησιάσει· τα χέρια τους, κρατήθηκαν!


     Ο μακάριος Ανδρέας τότε, αφού όρκισε τον λαό, είπε:
     «Σας παρακαλώ, αδελφοί, να προσευχηθώ πρώτα στον Κύριό μου και μετά προσπαθήστε να με λύσετε».
     Χάρη σ’ αυτό τον όρκο, όλος ο λαός ησύχασε.

     Τότε, ο μακάριος Ανδρέας, φώναξε δυνατά:
     «Μην επιτρέψεις, Κύριε, αυτή την ώρα να χαθεί ο δούλος Σου· πρέπει πια να δοθεί το σώμα μου στη γη και σ’ εμένα να δώσεις εντολή να έρθω κοντά Σου. Εσύ, που δίνεις την αιώνια ζωή, ο αγαπημένος μου Διδάσκαλος, που Τον ομολογώ Εσταυρωμένο, που Τον γνωρίζω, που Τον κατέχω, δέξου με Δέσποτα. Και όπως εγώ Σου έκανα υπακοή και Σε ομολόγησα, έτσι τώρα άκουσε το αίτημά μου και, πριν αποκαθηλωθεί το σώμα μου, πάρε με κοντά Σου· ώστε με την έξοδό μου απ’ αυτή τη ζωή, όλοι οι δικοί μου να συναχθούν σ’ Εσένα, αναπαυόμενοι στο μεγαλείο Σου».


     Όταν είπε αυτά τα λόγια, μπροστά στα μάτια όλων πήρε όψη χαρούμενη κι ευτυχισμένη. Μια ουράνια λάμψη, σαν αστραπή, τον φώτισε και τον περικύκλωσε, έτσι ώστε μέσα σ’ αυτή τη λαμπρότητα να μη μπορεί κανείς να τον αντικρίσει. Και η λάμψη αυτή έμεινε σ αυτόν για περίπου μισή ώρα.

     Αφού είπε αυτά τα λόγια και αφού ο Κύριος τον πρόσθεσε στη δόξα Του, έπειτα, υποχωρώντας αυτό το φως, παρέδωσε ο Απόστολος το πνεύμα, το οποίο κατά την ευδοκία του Κυρίου ανέβαινε προς Αυτόν μ όλη αυτή τη λαμπρότητα…


[ Πρεσβυτέρων και Διακόνων
των Εκκλησιών της Αχαΐας:
«Μ α ρ τ ύ ρ ι ο ν
του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου»,
(Σειρά: «Άνθη Ευσεβείας 3»)·
Το πρωτότυπο κείμενο
και η νεοελληνική του απόδοση
από τους αδελφούς 
της Ιεράς Μονής
Παναγίας Χρυσοποδαριτίσσης
Νεζαρά Πατρών,
σελ. 36–48·
Εκδόσεις «Τήνος», 
Αθήναι 1995.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

ΟΤΑΝ ΛΑΜΠΕΙ ΣΤΗ ΔΙΑΝΟΙΑ ΜΑΣ ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΟΤΑΝ ΛΑΜΠΕΙ ΣΤΗ ΔΙΑΝΟΙΑ ΜΑΣ
ΤΟ ΑΓΙΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



     Όπως η βροχή που, όσο περισσότερο πέφτει στη γη τόσο την κάνει αφράτη, έτσι και τη γη της καρδιάς μας τη χαροποιεί και την ευφραίνει το άγιο Όνομα του Χριστού, όταν το αναφέρουμε και όταν συχνότερα το επικαλούμαστε.

     Προσοχή είναι η αδιάκοπη ησυχία της καρδιάς από κάθε κακή σκέψη. Αυτή (η καρδιά της ιερής ησυχίας) τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού που είναι Θεός, πάντοτε, συνέχεια και ακατάπαυστα, μόνον Αυτόν αναπνέει και επικαλείται. Και μαζί με Αυτόν με ανδρεία παίρνει θέση εναντίον των εχθρών. Σ’ Αυτόν εξομολογείται που είναι ο Μόνος που έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτήματα. Η ψυχή συνέχεια αγκαλιάζει τον Χριστό με την επίκλησή της, γιατί μόνον Αυτός γνωρίζει τα μυστικά της καρδιάς και προσπαθεί με κάθε τρόπο να κρύψει από τους ανθρώπους τη γλυκύτητά της και τον εσωτερικό της αγώνα, για να μη την ξεγελάσει καμιά φορά ο πονηρός και αυξήσει την κακία και καταστρέψει την άριστη προσπάθειά της (που είναι η μυστική εργασία της Ευχής).


     Το να επικαλείται κανείς συνεχώς τον Ιησού μ’ έναν πόθο γεμάτο από γλυκύτητα και χαρά, γίνεται αιτία ο αέρας της καρδιάς να είναι γεμάτος από χαρά και γαλήνη εξαιτίας της άκρας προσοχής (που φέρνει η Ευχή). Το να καθαρίζει απόλυτα η καρδιά, αιτία γι αυτό είναι πάντα ο Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού, που είναι Θεός και αιτία και πραγματοποίηση όλων των καλών. «Γιατί Εγώ», λέγει, «είμαι Θεός που φέρνει την ειρήνη» (βλ. Ησ. 45:7).

     Η ψυχή που ευεργετείται και γλυκαίνεται από τον Ιησού με κάποια αγαλλίαση και αγάπη, με την εξομολόγηση (δηλαδή, με τη συνεχή ολόθυμη ευχαριστία και δοξολογία) αμείβει κατ αυτό τον τρόπο τον Ευεργέτη της. Ευχαριστεί και επικαλείται με ευχαρίστηση Αυτόν που την ειρηνοποιεί και βλέπει νοητώς μέσα της Αυτός να διαλύει όλες τις φαντασίες των πονηρών πνευμάτων.

     Όταν πέσουμε σε θλίψη, σε απόγνωση και σε απελπισία, πρέπει να κάνουμε αυτό που έκανε κι ο Δαβίδ, δηλαδή να ανοίγουμε την καρδιά μας στον Θεό και να αναφέρουμε στον Κύριο τη δέηση και τη θλίψη μας όπως ακριβώς αυτή είναι (βλ. Ψαλμ. 61:9· 101:1· 141:3). Να εξομολογούμαστε στον Θεό, επειδή μονάχα Αυτός μπορεί με σοφία να τακτοποιήσει όλες τις υποθέσεις μας· και τη θλίψη μας να την ελαφρύνει αν είναι για το συμφέρον μας και να μας γλυτώσει από την ολέθρια και φθαρτή λύπη.


     Λογισμούς, που χωρίς να το θέλουμε υπάρχουν και είναι εδραιωμένοι στην καρδιά μας από την πεπτοκυία φύση της, μπορεί να τους εξαφανίσει η επίκληση του Ονόματος του Ιησού, όταν αυτή γίνεται με νήψη και βαθιά μέσα από την καρδιά μας.

     Όπως λοιπόν χωρίς μεγάλο πλοίο είναι αδύνατο κανείς να διασχίσει το πέλαγος, έτσι είναι το ίδιο αδύνατο να αποκρούσει κανείς την επίθεση ενός πονηρού λογισμού χωρίς να επικαλεστεί τον Ιησού Χριστό.

     Ταξιδεύοντας στη νοητή θάλασσα (του βίου και του κόσμου αυτού), έχε το θάρρος σου στον Ιησού. Γιατί σου φωνάζει μέσα στην καρδιά σου μυστικά: «Μη φοβάσαι, παιδί Μου, Ιακώβ, μικρέ Ισραήλ (βλ. Ησ. 41:13). Μη φοβάσαι σκουλήκι Ισραήλ, Εγώ σε υπερασπίζομαι». Αν ο Θεός είναι με το μέρος μας, ποιος κακός θα σταθεί αντίθετός μας; Είναι Εκείνος που μακάρισε τους καθαρούς στην καρδιά (βλ. Ματθ. 5:8) τους οποίους και νομοθέτησε, ο γλυκύς Ιησούς και μόνος καθαρός, που θέλει να πατάει και να βαδίζει θεϊκά μέσα στις καθαρές καρδιές και να κατοικεί σ’ αυτές. Γι’ αυτό ας μην παύουμε, κατά το θείο Παύλο, να γυμνάζουμε το νου μας με στόχο την ευσέβεια (βλ. Α΄ Τιμ. 4:7). Εύλογα λοιπόν ονομάστηκε αληθινή η ευσέβεια εκείνη που βγάζει από τη ρίζα τα σπέρματα του κακού. Αυτή η ευσέβεια είναι ο «οἶμος» του λόγου, δηλαδή «οδός» του λογικού ή «οδός» του λογισμού. Στην Αττική Ελληνική διάλεκτο «οἶμος» και «κέλευθος» λέγεται η «οδός», που είναι ο λογισμός.

     Και πάλι θα βρεθεί σε εσωτερική απορία η ψυχή βλέποντας μια απέραντη άβυσσο από λογισμούς και πλήθος από «νήπια της Βαβυλώνας» (=οι διάφοροι πονηροί και ρυπαροί λογισμοί που εγκατασπείρονται στον ανθρώπινο νου). Αλλά και αυτή την απορία την λύνει ο Χριστός, αν στηρίζουμε αδιάκοπα τη βάση της διάνοιάς μας πάνω σ’ Αυτόν και αν τα «νήπια της Βαβυλώνας» τα χτυπούμε και τα συντρίβουμε πάνω στην Πέτρα αυτή (βλ. Ψαλμ. 136:9), που είναι ο Χριστός, εκπληρώνοντας την (εξαιρετικά θεάρεστη αντιρρητική) επιθυμία μας εναντίον τους. Γιατί λέγει η Γραφή: «Όποιος φυλάγει την εντολή, δεν θα γνωρίσει πονηρό λόγο» (βλ. Εκκλ. 8:5) και «Δίχως Εμένα, δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε» (βλ. Ιωάν. 15:5).


     Δημιουργείται κάποια θεϊκή κατάσταση στο νου μας από την αδιάκοπη μνήμη και από την επίκληση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αν δεν αμελούμε την ασταμάτητη νοερή προσευχή προς Αυτόν και τη συνεχή νήψη και προσοχή του εαυτού μας. Ας έχουμε πραγματικά παντοτινή μέριμνά μας αυτό (το ιερό έργο) και όμοια ας το εκτελούμε, δηλαδή την επίκληση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού με πυρωμένη καρδιά φωνάζοντας δυνατά, ώστε να ζήσουμε το άγιο όνομα «Ιησούς». Η επανάληψη και στην αρετή και στην κακία είναι η μητέρα της συνήθειας, η οποία επικρατεί κατόπιν σαν τη φύση. Όταν βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση ο νους, ψάχνει τους εχθρούς του όπως το κυνηγητικό σκυλί το λαγό στους θάμνους. Ο σκύλος βέβαια για να φάει το λαγό, ενώ ο νους για να καταστρέψει τον εχθρό του.

     Πικραίνεται η καρδιά μας από το δηλητήριο των πονηρών λογισμών και όταν εξαιτίας της λήθης και της αμέλειάς μας απομακρύνεται η προσοχή μας από τον Ιησού και για πολύ χρόνο δεν Τον επικαλούμαστε. Αντίθετα, ευφραινόμαστε πάλι νιώθοντας κάποια ευχαρίστηση και κάποια μακάρια αγαλλίαση, όταν εκτελούμε όλα τα παραπάνω, αποφασιστικά και πρόθυμα μέσα στο εργαστήρι της διάνοιάς μας, προσεχτικά και με θείο έρωτα. Τότε λοιπόν για τίποτε άλλο δεν δείχνουμε προθυμία να βαδίσουμε προς την ησυχία της καρδιάς, παρά για τη γλυκιά ηδονή και τέρψη που φέρνει αυτή η ησυχία στη ψυχή.


     Σκληρό και δύσκολο φαίνεται στους ανθρώπους, το να ησυχάζει η ψυχή τους από κάθε λογισμό. Και πράγματι είναι δύσκολο και επίπονο. Και δεν είναι δυσβάστακτο μόνο σε όσους είναι αμύητοι στον πνευματικό πόλεμο, αλλ’ ακόμη και σ’ εκείνους που έχουν λάβει πείρα της εσωτερικής άυλης πάλης. Όποιος όμως έχει αγκαλιάσει τον Ιησού Χριστό με τη συνεχή Ευχή, δεν θα κοπιάσει να Τον ακολουθεί, όπως λέει κι ο προφήτης (Ιερ. 17:16). Και δεν θα επιθυμήσει ένας τέτοιος άνθρωπος να ζήσει όπως ζουν οι κοινοί άνθρωποι, εξαιτίας της ωραιότητας, της τερπνότητας και της γλυκύτητας του Ιησού. Και δεν θα ντροπιαστεί αυτός από τους εχθρούς δαίμονες που περπατούν (αόρατα) τριγύρω του (πρβλ. Ψαλμ. 11:9), όταν τους αντιμετωπίζει στεκόμενος μπροστά στην πύλη της καρδιάς του και τους καταδιώκει διά μέσω του Ιησού.

     Η ψυχή που θα πετάξει ψηλά στον αέρα διά του θανάτου προς τις πύλες του Ουρανού, έχοντας μαζί της για υπερασπιστή τον Ίδιο τον Χριστό, ούτε εκεί θα ντραπεί τους εχθρούς της, αλλά με θάρρος όπως τώρα (κάτω στη γη) θα μιλήσει σ’ αυτούς· μόνο να μη χάσει την υπομονή της μέχρι την ώρα του θανάτου φωνάζοντας μέρα και νύχτα προς τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού. Και Αυτός θα τιμωρήσει γρήγορα τους εχθρούς της δαίμονες, σύμφωνα με την αληθινή και θεία υπόσχεσή Του, που είπε για τον άδικο κριτή (βλ. Λουκ. 18:1–8). Ναι, σας λέω, θα τιμωρήσει τους εχθρούς της και στη ζωή αυτή, αλλά και μετά την έξοδο της ψυχής από το σώμα.


     Η μονολόγιστη προσευχή σκοτώνει και αποτεφρώνει τις απάτες των δαιμόνων, γιατί όταν επικαλούμαστε ακούραστα και συνεχώς τον Θεό Ιησού, τον Υιό του Θεού, Αυτός δεν τους επιτρέπει ούτε την επίθεση να αρχίσουν, την οποία (οι Πατέρες μας) ονομάζουν και «προσβολή», ούτε να υποβάλουν κρυφά στον νου μας κάποια εικόνα διά μέσου του καθρέφτη της διανοίας μας, δηλαδή της φαντασίας μας, ούτε να πούνε κάποια πονηρά λόγια στην καρδιά μας. Όταν δεν μπαίνει ύπουλα στην καρδιά μας κάποια δαιμονική εικόνα, τότε αυτή θα είναι άδεια και από πονηρούς λογισμούς, γιατί οι δαίμονες συνηθίζουν να συναναστρέφονται τη ψυχή (εκείνη που είναι γεμάτη) με λογισμούς και να διδάσκουν την κακία με ύπουλο τρόπο.

     Μακάριος είναι πραγματικά εκείνος που έτσι έχει ταυτιστεί με την προσευχή με τον Ιησού στην διάνοιά του και ακατάπαυστα Τον επικαλείται μεσ’ στην καρδιά του, όπως είναι ενωμένος ο αέρας με τα σώματά μας ή η φλόγα με το κερί. Όταν περνά ο ήλιος πάνω από τη γη, φέρνει τη μέρα· το άγιο όμως και σεβαστό Όνομα, όταν λάμπει στη διάνοιά μας, γεννά αναρίθμητες λαμπρές σκέψεις…

ΗΣΥΧΙΟΣ Ο ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ


[(1) «Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών»,
Ησύχιου του Πρεσβύτερου:
«Προς το Θεόδουλο
Λόγος περί νήψεως και αρετής
χωρισμένος σε 203 κεφάλαια
(τα λεγόμενα αντιρρητικά και ευκτικά)»,
τόμ. α΄, κεφ. 6ο, §41, 91, 92, 135,
137, 142, 148, 150, 158, 174, 196,
σελ. 187, 195, 203, 205, 207, 210, 214,
Μετάφραση: Αντώνιος Γ. Γαλίτης (),
Επιμέλεια: Γεώργιος Γ. Γαλίτης,
Εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 19934.
(2) Δημητρίου Γ. Τσάμη:
«Το Γεροντικό του Σινά»
–Σιναϊτικά Κείμενα 1–,
Κείμενο 53ο, σελ. 188–205,
§3, 14, 22, 23, 25, 28, 31–33, 40,
Έκδοσις Ιεράς Μονής
Θεοβαδίστου Όρους Σινά,
Θεσσαλονίκη 1991.]
   






Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ


     Ένας αδελφός έκανε την εξής ερώτηση σε κάποιον πατέρα: «Πώς ρίχνει ο διάβολος τους πειρασμούς στους αγίους;».
     Και ο γέροντας τού απάντησε: «Ήταν κάποτε στο Όρος Σινά ένας μοναχός που ονομαζόταν Νίκων. Κάποιος πήγε στη σκηνή ενός άραβα Φαρανίτη, βρήκε μονάχη την κόρη του, πλάγιασε μαζί της κι ύστερα της λέει: “Να πεις ότι το πάθημά μου αυτό μου το έκαμε ο αναχωρητής, ο αββάς Νίκων”. Όταν ήρθε ο πατέρας της και πληροφορήθηκε το γεγονός, πήρε το ξίφος του και τράβηξε κατά του γέροντα.
     Σαν χτύπησε την πόρτα, βγήκε έξω ο γέροντας κι όταν εκείνος σήκωσε το ξίφος να τον σκοτώσει, παρέλυσε το χέρι του. Τότε ο Φαρανίτης πήγε στην εκκλησία και κατάγγειλε το συμβάν στους πρεσβυτέρους. Τότε του δώσανε πολύ ξύλο του Νίκωνος και σκέφτονταν να τον διώξουν, όμως εκείνος τους παρακάλεσε έτσι: “Αφήστε με εδώ να ζήσω σε μετάνοια”.
     Τον απομόνωσαν λοιπόν για τρία χρόνια κι έδωσαν εντολή κανένας να μη του μιλάει. Έτσι πέρασε τα τρία χρόνια κι ερχόταν κάθε Κυριακή και με μετάνοια παρακαλούσε κι έλεγε: “Προσεύχεστε στον Κύριο για μένα”.
     Αργότερα όμως εκείνος που είχε κάμει την αμαρτία κι είχε ρίξει το βάρος της ευθύνης του πειρασμού στον αναχωρητή, κυριεύθηκε από δαιμόνιο και ομολογούσε στην εκκλησία: “Εγώ ήμουν που αμάρτησα και μίλησα για να συκοφαντηθεί ο δούλος του Θεού”. Τότε σηκώθηκε όλος ο λαός κι είπε μετανιωμένος στον γέροντα: “Αββά, συγχώρεσέ μας!”.
     Εκείνος τους απάντησε: “Όσο για τη συγχώρεση, σας έχω ήδη συγχωρήσει· αλλά για να μείνω κοντά σας, δεν μένω πια με τίποτα· γιατί δεν βρέθηκε ούτε ένας από σας που νά ’χει διάκριση και να με συμπονέσει”. Έτσι ο γέροντας έφυγε από τον τόπο εκείνο».
     Και πρόσθεσε· «Βλέπεις πώς ρίχνει ο διάβολος τους πειρασμούς πάνω στους αγίους;».

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΙΝΑ


[ Δημητρίου Γ. Τσάμη:
«Το Γεροντικό του Σινά»
–Σιναϊτικά Κείμενα 1–
σελ. 330–331,
έκδοσις Ιεράς Μονής
Θεοβαδίστου Όρους Σινά,
Θεσσαλονίκη 1991.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ


     Με τη σκληρή και ανεπιεική ηθική μας λουστράραμε όλες τις άπονες παρατηρήσεις μας, τις οποίες πασάραμε με βία προς την ανυποψίαστη καρδιά του πλησίον. Και μετά έπεσε πολύ ησυχία και μια θλίψη ανεξήγητη· ένα οχληρό κενό που έσκαγε με πάταγο στα τριγμώδη τοιχώματα της ύπαρξής μας. Ο πλησίον έφυγε αποκαρδιωμένος· και μαζί του έφυγε κι αλάργεψε σιωπηλά κι ο Θεός μας. Και αναντίρρητα συνέβη αυτό που τώρα ψιθυρίζει μουδιασμένη μια αιωνιότητα για μας: «Εγκατάλειψη»!...

π. Δαμιανός





Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ


     Η μεγαλομάρτυς Αγία Αικατερίνη, θυγατέρα του ηγεμόνος της Αλεξανδρείας Κώνστα, μαρτύρησε για τον Χριστό στις αρχές του 4ου αι., όταν βασίλευε ο Μαξιμιανός.
     Πριν γίνει χριστιανή, πολλοί συγκλητικοί τη ζητούσαν σε γάμο για τη σπάνια σοφία και ομορφιά της. Η μητέρα της, κρυφή χριστιανή για το φοβερό διωγμό του αυτοκράτορα, καθώς και άλλοι συγγενείς της, τη συμβούλευαν να παντρευτεί, για να μην πέσει σε ξένα χέρια η εξουσία του πατέρα της.
     Εκείνη όμως διαφωνούσε. Κι επειδή οι συγγενείς επέμεναν, τους είπε:
     –Δέχομαι να παντρευτώ, αλλά ο σύζυγός μου θέλω να είναι ανώτερός μου στην ευγενική καταγωγή, στην ομορφιά, στον πλούτο και στη σοφία.
     Παρ’ όλες τις έρευνές τους, δεν βρέθηκε κανείς που να συγκεντρώνει σε ανώτερο βαθμό και τα τέσσερα αυτά χαρίσματα που ζητούσε η αγία.


     Έξω από την πόλη έμενε κρυμμένος ένας άγιος ασκητής, που τον είχε για πνευματικό οδηγό η μητέρα της. Σ’ αυτόν οδήγησε την Αικατερίνη, για να λύσουν το πρόβλημά τους.
     Ο ασκητής, όταν είδε τη συνετή κόρη και άκουσε τα γνωστικά της λόγια, σκέφτηκε να την ελκύσει προς τον Χριστό.
     –Γνωρίζω, της είπε, κάποιο θαυμάσιο Άνθρωπο, που σε ξεπερνά πολύ σ’ όλα τα χαρίσματα που ανέφερες, καθώς και σ’ άλλα αναρίθμητα. Η λάμψη της ομορφιάς Του νικά τον ήλιο. Η σοφία Του κυβερνά όλα τα αισθητά και νοητά κτίσματα. Ο πλούτος Του μοιράζεται σ’ όλο τον κόσμο, όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά διαρκώς αυξάνει. Τέλος, η ευγένειά Του είναι ανέκφραστη και ακατανόητη.


     Η Αικατερίνη, συνεπαρμένη απ’ όσα άκουγε, ρώτησε:
     –Αυτός, που τόσο εγκωμιάζεις, ποιον έχει πατέρα;
     –Δεν έχει Πατέρα γήινο. Γεννήθηκε όμως υπερφυσικά από μία Υπεραγία Παρθένο.
     –Θα μπορούσα να τον δω;
     –Αν κάνεις ό,τι σου πω, θ’ αξιωθείς να Τον δεις.
     –Σε βλέπω άνθρωπο γνωστικό, γι’ αυτό είμαι έτοιμη να κάνω ό,τι με προστάξεις.
     Τότε ο πνευματικός πήρε μια εικόνα της Θεοτόκου της Βρεφοκρατούσας, την πρόσφερε στην κόρη και της είπε:
     –Αυτή είναι η αειπάρθενη Μητέρα του Ανθρώπου εκείνου με τα πολλά χαρίσματα. Πάρε την λοιπόν στο σπίτι σου, προσευχήσου μπροστά της όλη τη νύχτα και παρακάλεσέ την να σου δείξει τον Υιό της. Ελπίζω πως, αν προσευχηθείς με πίστη, θα εκπληρώσει το αίτημά σου.


     Η Αικατερίνη πήρε την ιερή εικόνα, πήγε στο παλάτι της, κλείστηκε τη νύχτα στο δωμάτιό της και άρχισε να προσεύχεται.
     Κάποια στιγμή από τον κόπο αποκοιμήθηκε. Βλέπει τότε στον ύπνο της τη Θεοτόκο, καθώς ήταν ζωγραφισμένη στην εικόνα μαζί με το θείο Βρέφος. Ο Κύριος, όμως, είχε στραμμένο αλλού το πρόσωπό Του.
     Η Αικατερίνη άλλαξε θέση, για να μπορέσει να το δει, αλλά ο Κύριος και πάλι την αποστράφηκε. Αυτό επαναλήφθηκε και για τρίτη φορά, οπότε ακούει την Παναγία να απευθύνεται προς τον Κύριο και να Του λέει:
     –Κοίταξε, παιδί μου, τη δούλη Σου Αικατερίνη, που ξεπερνά στον πλούτο, στη σοφία και στην ευγένεια όλες τις νέες του κόσμου!
     Ο Κύριος τότε παρατήρησε:
     –Όχι, μητέρα! Εφόσον παραμένει στην πλάνη των ειδώλων, είναι αγράμματη, φτωχή και καταφρονεμένη. Γι’ αυτό δεν μπορώ να την αντικρύσω.
     –Σε παρακαλώ, παιδί μου, μην καταφρονήσεις το πλάσμα Σου. Πες της τι πρέπει να κάνει για ν’ απολαύσει τη δόξα Σου και ν’ αντικρύσει το πρόσωπό Σου.
     –Ας πάει στον γέροντα που της έδωσε την εικόνα, κι ας κάνει ό,τι αυτός θα τη συμβουλεύσει.


     Η Αικατερίνη ξύπνησε γεμάτη θαυμασμό. Πρωί-πρωί πήγε στον γέροντα, του διηγήθηκε με δάκρυα όσα είδε και άκουσε, και τον ρώτησε τι πρέπει να κάνει για να εκπληρωθεί η επιθυμία της.
     Εκείνος τότε την κατήχησε στα μυστήρια της αληθινής πίστεως. Σε λίγο διάστημα η Αικατερίνη είχε καταρτιστεί με κάθε ακρίβεια. Και δεν έμαθε τη χριστιανική πίστη μόνο στη θεωρία, αλλά πίστεψε μ’ όλη της την καρδιά και δέχτηκε τέλος και το άγιο Βάπτισμα. Ύστερα της παράγγειλε ο γέροντας να προσευχηθεί στη Θεοτόκο, για να της εμφανιστεί και πάλι.


     Τώρα η Αικατερίνη, ντυμένη τη θεοΰφαντη στολή του αγίου Βαπτίσματος και εξαγνισμένη από τη νηστεία, προσεύχεται στο δωμάτιό της μέχρι αργά τη νύχτα. Κάποια στιγμή που αποκοιμήθηκε, βλέπει και πάλι το θείο Βρέφος στην αγκαλιά της Παρθένου.
     –Πώς βλέπεις τώρα την κόρη; ρώτησε η Παναγία τον Υιό της και Κύριο.
     –Ναι, τώρα έγινε φωτεινή και ένδοξη, πλούσια και πάνσοφη, ευγενική και χαριτωμένη. Τόσο πολύ τη συμπαθώ, ώστε δέχομαι να τη λάβω σαν νύμφη Μου.
     Η Αικατερίνη, ακούγοντας τα λόγια του Κυρίου, γονάτισε δακρυσμένη.
     –Δεν είμαι άξια, Δέσποτα, να βασιλεύσω μαζί Σου. Αξίωσέ με να συναριθμηθώ με τους δούλους Σου.


     Τότε η Κυρία Θεοτόκος πιάνει το δεξί χέρι της κόρης και παρακαλεί:
     –Δώσε της, Κύριε, το δαχτυλίδι του αρραβώνα, για να τη νυμφευθείς και να την αξιώσεις να βασιλεύσει μαζί Σου.
     Αμέσως ο Ιησούς Χριστός τής δίνει ένα ωραιότατο δαχτυλίδι και της λέει:
     –Ορίστε! Από σήμερα είσαι νύμφη Μου. Φύλαξε προσεκτικά αυτή τη συμφωνία και μη συνδεθείς ποτέ με επίγειο νυμφίο.


     Μόλις ξύπνησε η Αικατερίνη, είδε πραγματικά στο δεξί της χέρι ένα θεσπέσιο δαχτυλίδι. Κι αμέσως η καρδιά της αιχμαλωτίστηκε από τον θεϊκό έρωτα προς τον Δεσπότη Χριστό...


[«Εμφανίσεις και θαύματα
της Παναγίας»,
κεφ. γ΄, §1, σελ. 125–129,
έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής, 19968.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.