Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ


     Ο μεγαλόσχημος ιερομόναχος Νεκτάριος Τυχώνωφ (1853–1928), ήταν ο τελευταίος Στάρετς της Όπτινα που εκλέχθηκε από την αδελφότητα πριν η ιστορία της περίφημης αυτής Μονής διακοπεί βίαια από την επέλαση των αντίχριστων μπολσεβίκων. Σήκωσε τον σταυρό της ιερατικής και εξομολογητικής διακονίας του, κατά τη διάρκεια των χαλεπών καιρών για τη χώρα της Ρωσίας. Προικισμένος από τον Θεό με το προορατικό και το διορατικό χάρισμα, προείδε πολύ πριν την επανάσταση και τον εμφύλιο πόλεμο τις επερχόμενες θλίψεις και δυστυχίες του λαού, το μαρτυρικό θάνατο της τσαρικής οικογένειας, αλλά και πολλών πνευματικών του τέκνων. Μέσα σε όλα αυτά τα δεινά ο Στάρετς Νεκτάριος προείπε πως «ύστερα από χρόνια δοκιμασιών η Ρωσία θ’ αναστηθεί και θα ορθοποδήσει». Τότε, τον καιρό της μεγάλης δοκιμασίας της Ορθόδοξης Ρωσίας, αρκετοί μοναχοί και μοναχές κατέφυγαν στον Στάρετς· ανάμεσά τους ήταν και η νεαρή μοναχή Ταϊσία από το μοναστήρι του Κασίρσκι που βρισκόταν κοντά στη Μόσχα.
     Γράφει λοιπόν αυτή στο προσωπικό της ημερολόγιο τα εξής θαυμαστά:


     «Φεβρουάριος 1918. Πήγα να δω τον Γέροντα Νεκτάριο. Με δέχθηκε και μου δίδαξε την Προσευχή του Ιησού. Αισθανόμουν πως την ενστάλαξε μέσα στην καρδιά μου, γιατί η προσευχή ενεργούσε από μόνη της, χωρίς εγώ να καταβάλω προσπάθεια. Ένιωθα σαν να είχα πιάσει ένα πολύτιμο πουλί και φοβόμουν να το αφήσω να βγει έξω από την καρδιά μου, για να μη το χάσω. Ο Στάρετς με δέχθηκε μερικές φορές ακόμη και συνέχισε να με καθοδηγεί στην Προσευχή.«


     »Αύγουστος 1918. Μόλις ήρθα στον Γέροντα, με δέχθηκε αμέσως. Κάθισε στη θέση του στο τραπέζι και μ’ έβαλε γονατιστή δίπλα του. Τον ρώτησα αν οι μπολσεβίκοι θα διαλύσουν τα μοναστήρια και αν οι μοναχοί και οι μοναχές θα διασκορπιστούν.«
     »–Ναι, ευλογημένη μου, θα διασκορπιστούν! μου απάντησε. Τα μοναστήρια είναι τώρα σε μεγάλο κίνδυνο. Ακόμη και η Όπτινά μας είναι καταδικασμένη να κλείσει…«
     »Ερχόμουν κάθε μέρα στη χιμπάρκα (=ευρύχωρο, μεγάλο και άνετο διαμέρισμα, ρωσική σάλα υποδοχής) και καθισμένη σε μια γωνιά, έλεγα ακατάπαυστα την Ευχή του Ιησού, αισθανόμενη πως ο Στάρετς με καθοδηγούσε. Όταν έβγαινε να δώσει την ευλογία του σε όλους, μου έσφιγγε το χέρι και με κοίταζε με πολλή αγάπη. Αν είχα προσευχηθεί θερμά μέσα μου, τότε ήταν ακόμη πιο στοργικός μαζί μου.«


     »Μια φορά, λοιπόν, που άρχισα να προσεύχομαι με συντετριμμένη καρδιά, αφοσιώθηκα τόσο πολύ στην Ευχή, ώστε λησμόνησα ακόμη και την ύπαρξή μου. Ξαφνικά, αισθάνθηκα πως η ψυχή μου ήταν στα χέρια του Γέροντα και πως στεκόμαστε μαζί μπροστά στον Κύριο. Ναι, εγώ η ανάξια, έζησα αυτή την εμπειρία! Είδα ένα θαυμαστό φως κι ένιωσα πως ήμουν δεμένη σφιχτά με τον Γέροντα και πως αυτός ικέτευε τον Κύριο για μένα. Δεν τολμούσα να κοιτάξω προς το φως, αλλά ταπεινά, με φόβο, αισθανόμουν τη μηδαμινότητά μου και ικέτευα: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με την αμαρτωλή!”. Ένιωθα πως δεν ήμουν στη γη. Σε λίγο, ήρθα στον εαυτό μου με την Προσευχή στην καρδιά, γεμάτη χαρά και θαυμασμό. Κοίταξα τον Στάρετς. Ήταν κι αυτός χαρούμενος, ολόλαμπρος κι ευτυχισμένος. Ποτέ δεν τον είχα ξαναδεί έτσι! Ω, Θεέ μου, πόσο μεγάλος είναι ενώπιόν Σου ο Γέροντας! Δεν μου έδωσε τη δυνατότητα να του πω ούτε λέξη. Έφυγε γρήγορα, αφού με φίλησε στο μέτωπο. Μετά από αυτό, έλεγα αδιάκοπα την Προσευχή του Ιησού.«


     »Μιαν άλλη φορά που προσευχόμουν στην χιμπάρκα, ο Στάρετς βρισκόταν μέσα στο κελί του. Μου είχε πει πως θα με εξομολογήσει πριν φύγω. Προσευχήθηκα για αρκετή ώρα, τόσο, που θερμάνθηκα από την προσευχή κι άρχισα να ιδρώνω. Και να, καθώς καθόμουν με κλειστά τα μάτια, βλέπω τον Κύριο πάνω στο Σταυρό με ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι Του. Ο Γέροντας στεκόταν κοντά στο Σταυρό φορώντας το πετραχήλι του και με φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του. Εγώ τότε έπεσα στα πόδια του Κυρίου μας κι άρχισα να κλαίω. Έκλαιγα τόσο πικρά, ώστε τα δάκρυά μου έτρεχαν σαν ποτάμι από τα μάτια μου. Μετανοούσα μπροστά στον Κύριο για τις αμαρτίες μου και ικέτευα να με συγχωρέσει. Η καρδιά μου ήταν βαριά και θλιμμένη, γιατί είχα λυπήσει τον πληγωμένο Χριστό μας με τις αμαρτίες μου. Θεέ μου, πώς έκλαψα! Ο Γέροντας πλησίασε κι άκουγε τις αμαρτίες μου· ακόμη και κάποιες λησμονημένες αμαρτίες ήρθαν στην επιφάνεια. Τότε, έβαλε το πετραχήλι στο κεφάλι μου και συγχώρεσε όλες τις αμαρτίες μου.«
     »Τα δάκρυά μου σταμάτησαν, αλλά δεν έπαψα να προσεύχομαι. Άρχισα νοερώς να ζητάω από τον Στάρετς να μου δείξει τον Παράδεισο. Βλέπω λοιπόν ολάνθιστους κήπους, μικρές γαλάζιες λίμνες, καταπράσινα δάση, ευωδιαστά λουλούδια· και, ψηλά στα ουράνια, οι Άγιοι του Θεού με ολόλευκες στολές.«
     »Έπειτα, του ζήτησα να μου δείξει την κόλαση και βλέπω βαθύ σκοτάδι, καυτή λάβα και φλόγες· εκεί μέσα αντίκρισα μαύρες φιγούρες με μάτια που γυάλιζαν σαν ηλεκτρικά και με μακριά νύχια. Τα μάτια τους ήταν καρφωμένα πάνω μου, μα δε φοβήθηκα…«
     »Κατόπιν, του ζήτησα να μου δείξει πού θα πήγαιναν οι αδελφές, όταν θα τις έδιωχναν από τα μοναστήρια. Είδα λοιπόν έξι-επτά μοναχές να καταφεύγουν μέσα στα δάση για να κρυφθούν.«


     »Μετά τον παρακάλεσα να μου δείξει τον φύλακα άγγελό μου. Και, να! Φανερώθηκε μπροστά μου ολόλαμπρος, μειλίχιος, λευκοφορεμένος, με γαλάζια φτερά, με ξανθούς βοστρύχους, με μεγάλη ταπείνωση στο πρόσωπό του, που όμως δεν θα μπορούσα για πολλή ώρα να το ατενίζω· τόσο λαμπερό ήταν! Άκουσα μια φωνή να μου λέει: “Όπου σε οδηγεί, εκεί να πηγαίνεις!...”.«
     »Τέλος, ρώτησα τον Γέροντα: “Μπάτουσκα, θα υπάρχει στο μέλλον τσάρος;”. Και τότε άκουσα σαν χτυπήματα σφυριού μέσα στο κεφάλι μου: “Αντίχριστος! Αντίχριστος! Αντίχριστος!” και αμέσως όλα τελείωσαν…«


     »Ω, ναι, κάτι παρέλειψα: Μέχρι τώρα έλεγα την Ευχή απλά, μα ο Στάρετς με δίδαξε να στέκομαι νοερά μπροστά στον Κύριο και να προσεύχομαι σ’ Αυτόν, χωρίς να έχω στο νου μου τίποτε άλλο, εκτός από τον Λυτρωτή και Σωτήρα μας, δηλαδή χωρίς να δέχομαι καμία άλλη σκέψη. Αν κάνω έτσι, αν δηλαδή έχω τη βεβαιότητα πως όταν προσεύχομαι είμαι μαζί με τον Κύριο, τότε αυτή η Προσευχή είναι θαυμαστή και καρποφόρα μέσα στη ψυχή μου».


     Μια άλλη μέρα η μοναχή Ταϊσία ρώτησε τον Στάρετς πού να πάνε, όταν οι μπολσεβίκοι τις διώξουν από το μοναστήρι τους. Κι εκείνος τη συμβούλευσε:
     –Εσύ, έλα εδώ για πάντα.
     Ενώ, λοιπόν, καθόταν στο αρχονταρίκι κι έλεγε την Ευχή του Ιησού επί τρεις ώρες, σύμφωνα με την εντολή του Στάρετς, είδε πως ο Γέροντας προσευχόταν στο κελί του. Έπειτα, αφού ολοκλήρωσε την προσευχή του, της έδωσε για ευλογία έξι δαμάσκηνα, με τα οποία προφανώς προφήτευσε τους έξι συνολικά μήνες που αυτή θα ζούσε στην Όπτινα. Και, πράγματι, στο τέλος του έκτου μήνα η μοναχή Ταϊσία αναπαύθηκε εν ειρήνη. Η προσευχή του Στάρετς Νεκταρίου τη γλύτωσε από τη φυλακή, την εξορία και άλλα βάσανα που δεν θα μπορούσε να αποφύγει και πιθανόν να μη μπορούσε και να αντέξει…




[«Ο όσιος Νεκτάριος,
ο τελευταίος μεγάλος Στάρετς της Όπτινα»,
μέρος β΄, κεφ. 2ο, σελ. 9, 158–162,
έκδοση Σταυροπηγιακής και Συνοδικής 
Ιεράς Μονής
Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου,
Κάλαμος Αττικής 20031.]









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου