Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

ΤΟ ΜΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΟΡΤΑΙΝΕΙ


ΤΟ ΜΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΟΡΤΑΙΝΕΙ


     Μια φορά, ήταν ένας βασιλιάς, ο οποίος κάθε χρόνο διενεργούσε έναν μεγάλο διαγωνισμό και έλεγε προς όλους τους υπηκόους του ότι, όποιος θέλει, μπορεί άνετα και άφοβα να λάβει μέρος στον διαγωνισμό αυτόν· αλλά για να έχει ένα τέτοιο δικαίωμα, θα πρέπει πρώτα να δώσει σαν παράβολο και σαν εγγύηση ένα φέσι χρυσές λίρες προς αυτόν.

     Ο βασιλιάς, σ’ αυτόν που θα του πήγαινε τις λίρες, του έδειχνε μετά έναν απέραντο κάμπο, που ήταν γεμάτος οπωροφόρα δέντρα με πολλά φρούτα, πολλά βουναλάκια, ωραίες πεδιάδες και πολύ όμορφα τοπία· όλα αυτά είχαν έναν μεγάλο ανήφορο και εξίσου έναν μεγάλο κατήφορο ανάμεσα σε όμορφες πλαγιές, πολλές πηγές με γάργαρα νερά, δασύλλια με διάφορα δέντρα που πάνω τους κελαηδούσαν διάφορα πουλιά κι αηδόνια αμέτρητα.

     Σύμφωνα με τους όρους αυτού του βασιλικού και μεγαλόδωρου διαγωνισμού, ο ενδιαφερόμενος, όσο μέρος θα καταφέρει να περπατήσει με τα πόδια του, μέσα σε μια μέρα, θα το πάρει όλο δικό του. Με την απαράβατη προϋπόθεση όμως, ότι, με την ανατολή του ηλίου θα ξεκινήσει από το παλάτι του βασιλιά και με τη δύση του ηλίου θα πρέπει να έχει επιστρέψει και να μπαίνει μέσα στο παλάτι. Αν, ένα λεπτό πριν ή ένα λεπτό μετά τη δύση του ηλίου θα έφτανε στο παλάτι, τότε θα έχανε όλα όσα είδε με το μάτι του και όσα περπάτησε με τα πόδια του.

     Έτσι, ένας αγαθός υπήκοος, που με πολύ κόπο και στερήσεις μάζεψε τις απαιτούμενες λίρες, παρουσιάστηκε μια μέρα στον βασιλιά και ζήτησε να λάβει μέρος σε τούτο τον επίσημο και ζηλευτό διαγωνισμό.

     Με την ανατολή του ηλίου ξεκίνησε αυτός ο καλός πολίτης, προχώρησε μέσα σε βουναλάκια και κάμπους, πέρασε μέσα από όμορφα τοπία και δασύλλια. Ο τόπος ήταν κατήφορος και έτρεχε, έτρεχε ασταμάτητα και με λαχτάρα για να πάρει στην κατοχή του όσο μπορούσε περισσότερο τόπο. (Ακριβώς όπως κάνουμε και όλοι εμείς οι άνθρωποι, σήμερα, για να αποκτήσουμε πολλά στη ζωή μας και, έτσι, μοιραία παίρνουμε τον «κατήφορο»). Έκαμε κι αυτός κουράγιο να πάρει κι αυτό το μέρος, αυτή τη γη, μα σαν έφτανε στην άκρη του μέρους εκείνου, τότε έβλεπε ένα άλλο μέρος γης, καλύτερο από εκείνο που είδε, κι έλεγε στον εαυτό του: «Κάνε λίγο κουράγιο ακόμη να πάρουμε κι αυτόν τον ωραίο κάμπο!».

     Ξάφνου, βλέπει πως έφτασε το μεσημέρι κι έπρεπε να τρέξει να προλάβει, για να γυρίσει όλο εκείνο το μέρος, το οποίο με τα μάτια και με τη ματιά του το έκαμνε δικό του, και ότι πρέπει αμέσως να πάρει τον δρόμο του γυρισμού, για να φτάσει εγκαίρως στο παλάτι του βασιλιά, κατά τη συμφωνημένη ώρα, ακριβώς με τη δύση του ηλίου και, έτσι, να γίνει κύριος όλου εκείνου του πανέμορφου τόπου που είδε και επιθύμησε.

     Δεν υπολόγισε, όμως, το αχόρταγο και άπληστο μάτι ένα μονάχα πράγμα· ότι ο κατήφορος, που τόσο εύκολα έτρεχε για να πάρει πολύ μέρος, τώρα στον γυρισμό δεν ήταν παρά ένας ανήφορος, πολύ κοπιαστικός και πολύ δύσκολος. (Διότι στα νιάτα, που ως συνήθως αρχίζει ο άνθρωπος τη ζωή του κατήφορου, όλα είναι εύκολα, ρόδινα και μαγικά, αλλά σαν έρθουν τα γεράματα, οι θλίψεις και οι δοκιμασίες, που είναι ο ανήφορος της ζωής του καθενός, τότε όλα, μα όλα, γίνονται δύσκολα, επώδυνα και ακατόρθωτα!).

     Από το πολύ τρέξιμο, λοιπόν, ο άνθρωπός μας, είχε κουραστεί και είχε εξουθενωθεί. Και, από τη λαχτάρα της πλεονεξίας του, έκανε όσο μπορούσε πιο πολύ κουράγιο, αλλά μόλις πλησίασε δέκα περίπου βήματα, έξω από το θεόρατο παλάτι, έδυσε ο ήλιος της ημέρας· και, μαζί με τον αισθητό ήλιο, έσβησε μια για πάντα, ο πολύτιμος και ο νοητός ήλιος της ζωής του, και δεν μπήκε ποτέ στο υψηλό και θεόρατο παλάτι του βασιλιά…


[ Ανδρέου Θεοφιλόπουλου
(Αγιορείτου Μοναχού):
«Πνευματικές Διδαχές
και ανέκδοτα Ι. Κακαβέλα»,
κεφ. 14ο, σελ. 42–44,
Αθήνα, 20033.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2020

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ


Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ


     Την ημέρα αυτή που ακολουθεί λίγο μετά την εαρινή ισημερία, καθώς το σκοτάδι της νύχτας φθάνει στο τέρμα της υπεροχής του έναντι της ημέρας και αρχίζει να υπερτερεί το φως, η Εκκλησία εορτάζει τη σύλληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και την κάθοδο, στο σκότος και τον ζόφο του κόσμου, του Ηλίου της Δικαιοσύνης, η οποία ανέστρεψε τον ρου του χρόνου και της ιστορίας και, από κάθοδο προς τον άδη, τον έκανε ανύψωση προς την οριστική άνοιξη της αιωνιότητας.

     Ρίζα και αρχή όλων των δεσποτικών εορτών, στις οποίες μνημονεύουμε κατ’ έτος τη Σωτηρία μας, η εορτή αυτή του Ευαγγελισμού πρέπει να εορτάζεται πάντα την ίδια ημερομηνία, επειδή σύμφωνα με αρχαία παράδοση ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό κατά τον μήνα Μάρτιο και, στις 25 Μαρτίου ακριβώς, ο Αδάμ, ο οποίος πλανήθηκε από την υπόσχεση του όφεως και θέλοντας ο ίδιος να γίνει θεός, παρέβη τη θεία εντολή και εξορίστηκε από τον Παράδεισο [1]. Άρμοζε λοιπόν η ίαση της φύσεώς μας να επιτελεστεί, ως δεύτερη δημιουργία, διά των ιδίων μέσων και τις ίδιες ακριβώς ημέρες, στις οποίες συνέβη η αρχέγονη πτώση μας. Και καθώς το ανθρώπινο γένος υποδουλώθηκε στον θάνατο διά της παρακοής της Εύας, στην άνοιξη του κόσμου, άρμοζε να λυτρωθεί κατά τον Μάρτιο μήνα διά της υπακοής της Παρθένου. Αναπτύσσοντας με θαυμαστό τρόπο τη θεολογία των αντιστοιχιών στην Οικονομία της Σωτηρίας, ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνου [23 Αυγ.] γράφει σχετικά: «Και όπως η Εύα εξαπατήθηκε και παράκουσε τη φωνή του Θεού, έτσι τώρα η Θεοτόκος πείσθηκε να υπακούσει προς τον Θεό και να γίνει αυτή η παράκλητος της πρώτης και παλαιάς παρθένου, της Εύας. Και όπως συνδέθηκε το γένος των ανθρώπων με τον θάνατο μέσω της παρθενικής ανυπακοής, έτσι τώρα λύθηκε από τα δεσμά του θανάτου με την παρθενική υπακοή της Παναγίας» [2].

     Μετά την πτώση μας ο Θεός, μακροθυμώντας μέσα στην άπειρη ευσπλαχνία Του, προετοίμασε σιγά-σιγά την ανθρωπότητα, από γενεά σε γενεά, με γεγονότα άλλοτε ευμενή και άλλοτε δυσμενή, στην πραγματοποίηση του Μεγάλου Μυστηρίου, το οποίο κρύπτεται προαιωνίως στην Τριαδική Βουλή, το οποίο είναι η Ενανθρώπηση του Λόγου. Ενώ ο Κύριος γνώριζε ήδη εκ των προτέρων ποιο θα ήταν το σφάλμα του ανθρώπου και οι τραγικές του συνέπειες, παρ’ όλα αυτά δημιούργησε την ανθρώπινη φύση έχοντας κατά νουν το πέρας αυτού του Μυστηρίου, «ώστε να βρει και να ετοιμάσει μια μητέρα» [3], η οποία με την ωραιότητα της άσπιλης ψυχής της, περιβεβλημένη με τα στολίδια όλων των αρετών, θα είλκυε πάνω της το βλέμμα του Παντοδύναμου και θα απέβαινε η νυφική παστάδα του Λόγου, το δοχείο Αυτού που περιέχει και συνέχει τα πάντα, το παλάτι του επουρανίου Βασιλέως και το ευλογημένο πέρας του θείου Σχεδίου.


     Έξι μήνες μετά τη θαυματουργική σύλληψη εκείνου που επρόκειτο να είναι σε όλα Πρόδρομος του Σωτήρος (βλ. Λουκ. 1, 17), ο Γαβριήλ, ο Άγγελος της θείας ευσπλαχνίας [8 Νοεμ.], στάλθηκε από τον Κύριο στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, προς την Παρθένο Μαρία, η οποία μετά την έξοδό της από τον Ναό είχε μνηστευθεί τον δίκαιο και αγνό Ιωσήφ, ώστε να γίνει εκείνος φύλακας και προστάτης της παρθενίας της [4]. Φανερώθηκε αιφνίδια στην ταπεινή κατοικία της Κόρης με ανθρώπινη όψη κρατώντας ράβδο και χαιρέτησε εκείνην που θα γινόταν «η λύτρωση της Εύας από τα δάκρυα» του πόνου, της αμαρτίας και του θανάτου [5], λέγοντας: «Χαίρε, εσύ, που έχεις χαριτωθεί από τον Θεό· είναι μαζί σου ο Κύριος!» (Λουκ. 1, 28). Παραξενεμένη από την εμφάνιση αυτή, η Μαρία άφησε να πέσει το αδράχτι της [6]· και, ταραγμένη από τα παράδοξα λόγια αυτά του ασώματου επισκέπτη, αναρωτιόταν μήπως αυτό το χαρμόσυνο άγγελμα δεν ήταν, όπως και στην Εύα, παρά μια ακόμη πλάνη από εκείνον που μπορεί πολύ εύκολα να μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός (βλ. Α΄ Κορ. 11, 14). Ο άγγελος όμως την καθησύχασε λέγοντας: «Μη φοβάσαι, Μαριάμ! Γιατί βρήκες εξαίρετη χάρη από τον Θεό!». Μην παραξενεύεσαι από την εμφάνισή μου και από αυτά τα χαρμόσυνα λόγια του χαιρετισμού που σου φέρνω –επειδή είχε πλανηθεί άλλοτε από τον όφι η φύση σου και καταδικάσθηκε σε κόπους και ωδίνες–, γιατί ήρθα τώρα να σου αναγγείλω την αληθινή χαρά και την απολύτρωση από την κατάρα της πρώτης μητέρας (πρβλ. Γέν. 3, 16). Να, πρόκειται να συλλάβεις και να γεννήσεις Γιο –εκπληρώνοντας την πρόρρηση του προφήτου Ησαΐα που έλεγε: «Να, η παρθένος, που θα συλλάβει και θα γεννήσει Γιο!» (Ησ. 7, 14)– και θα Τον ονομάσεις “Ιησού” (που σημαίνει “Σωτήρ”). Αυτός θα γίνει μέγας και θα ονομαστεί –γι’ αυτό που ήδη είναι– Υιός του Υψίστου!» (Λουκ. 1, 30).

     Ακούγοντας τα απίστευτα αυτά λόγια η Παρθένος, αναφώνησε: «Πώς θα γίνει αυτό που μου λες, αφού δεν έχω άνδρα;». Δεν έθεσε, η Κυρία Θεοτόκος, σε αμφισβήτηση τα θεία λόγια από έλλειψη πίστεως, όπως ο Ζαχαρίας που τιμωρήθηκε γι’ αυτό με αλαλία (βλ. Λουκ. 1, 20), αλλά αναρωτήθηκε με ποιο τρόπο το Μυστήριο αυτό θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στην περίπτωσή της, χωρίς τη γαμήλια ένωση, που είχε καταστεί ο νόμος αναπαραγωγής του γένους των ανθρώπων, του υποταγμένου στη φθορά. Κατανοώντας τις αμφιβολίες της, ο Άγγελος δεν την έψεξε καθόλου, αλλά, όσο μπορούσε, της εξήγησε τον καινοφανή τρόπο αυτής της υπέρλογης συλλήψεως: «Το Πνεύμα Άγιο θα έρθει επάνω σου και η δύναμη του Υψίστου θα σε σκεπάσει». Κατόπιν, αφού της υπενθύμισε ότι η Ελισάβετ, την οποία αποκαλούσαν «στείρα», συνέλαβε γιό στα γεράματά της, της κατέδειξε ότι μπροστά «στη βουλή του Θεού νικιέται η τάξη, η σειρά και ο τρόπος της φύσεως» [7] και τη διαβεβαίωσε ότι, με την έλευσή Του το Άγιο Πνεύμα, επρόκειτο να επιτελέσει θαύμα εισέτι μεγαλύτερο από τη δημιουργία του κόσμου. Ο Βασιλεύς του σύμπαντος, ο τα πάντα πληρών, κατέβηκε από τους ουρανούς και «ἑαυτὸν ἐκένωσεν» (Φιλ. 2, 7) από άφατη συγκατάβαση, ώστε να κατοικήσει εντός της, να ανακραθεί σε ένωση με την ανθρώπινη φύση ασυγχύτως και να ενδυθεί την ανθρώπινη σάρκα, βαμμένη με το παρθενικό αίμα της, σαν βασιλική πορφύρα.

     Κλίνοντας τότε το βλέμμα της ταπεινά στη γη, αποδεχόμενη το θείο σχέδιο με όλο το θέλημα της υπάρξεώς της, η Παρθένος αποκρίθηκε: «Ιδού, είμαι μια δούλη του Κυρίου, πρόθυμη να υπηρετήσω τη βουλή Του· ας γίνει σ’ εμένα σύμφωνα με τον λόγο σου».


     Με τα λόγια αυτά αποδέχθηκε –και μαζί της όλη η ανθρώπινη φύση– την έλευση σε αυτήν της θείας Δυνάμεως που της μετέδιδε ο λόγος του Αγγέλου [8]. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή συντελέστηκε η σύλληψη του Σωτήρος Χριστού. Ο Υιός του Θεού γίνεται Υιός ανθρώπου: ένα Πρόσωπο σε δύο φύσεις. Ο Θεός ενδύεται την ανθρωπότητα και η Παρθένος γίνεται αληθινά Θεοτόκος, έτσι ώστε χάριν αυτής της ανταλλαγής των φυσικών ιδιοτήτων, οι άνθρωποι, λυτρωμένοι πια από τη φθορά, δύνανται να γίνουν υιοί Θεού κατά χάριν.

     Η εκπλήρωση του Μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως, άγνωστου ακόμη και σε αυτούς τους αγγέλους, δεν υπήρξε επομένως μόνον έργο του Πατρός, εν τη συγκαταβάσει Του, του Υιού που κατήλθε εκ των ουρανών, και του Πνεύματος που επισκίασε την Παρθένο, αλλά ο Κύριος προσδοκούσε αυτήν, που την είχε διαλέξει από όλες τις γυναίκες, να πάρει ενεργό μέρος με την ελεύθερη και εκούσια συγκατάθεσή της, ώστε η Σωτηρία του ανθρωπίνου γένους να αποτελέσει έργο από κοινού του θείου θελήματος και της ανθρώπινης πίστεως. Επομένως, διά μέσου μιας ελεύθερης συνέργειας της ανθρωπότητας με τη θεία βουλή εκπληρώθηκε το Μέγα Μυστήριο, που προετοιμαζόταν προ πάντων των αιώνων. «Εκείνος ενανθρώπησε για να θεοποιηθούμε εμείς» [9]· και η Παρθένος, η Νύμφη η ανύμφευτη, αποβαίνει για την ανακαινισμένη φύση μας πηγή και αιτία παντός αγαθού και ευλογίας.

     Αυτή που προαναγγέλθηκε από τις παλαιές προτυπώσεις των προφητών, όπως· η άφλεκτη βάτος (Γέν. 3, 14)· το αλατόμητο όρος, από το οποίο δεν αποκόπηκε κανένας λίθος (Δαν. 2, 34)· η κλεισμένη πύλη από την οποία θα διέλθει μόνον ο Θεός (Εξ. 44, 2)· η Θεοτόκος είναι η ζώσα Κλίμακα (Γέν. 28, 10-17), διά της οποίας κατήλθε ο Θεός και από την οποία η θεία ευδοκία επιτρέπει τους ανθρώπους να ανέλθουν στον ουρανό. Ανοίγεται πλέον στους ανθρώπους ένας νέος τρόπος υπάρξεως: η παρθενία, χάρις στην οποία το σώμα του ανθρώπου κατά το παράδειγμά της καλείται να γίνει ναός Θεού (Α΄ Κορ. 3, 16· 6, 19).

     Η κτίση ολόκληρη, που είχε υποταχθεί άλλοτε στη φθορά από την αμαρτία του ανθρώπου, προσδοκούσε και εκείνη σιωπηλά το «Ναι!» της Παρθένου, που ανήγγελλε την απαρχή της λύτρωσης. Γι’ αυτό σήμερα τα ουράνια και τα επίγεια ενωμένα σχηματίζουν εκ συμφώνου μία εορταστική χορωδία με τους υιούς του Αδάμ, για να δοξάσουν τον Θεό, τιμώντας τη σύλληψή Του διά της ανύμφευτης και αειπάρθενης Μητρός Του, της Κυρίας Θεοτόκου. Τέλος, ας σημειωθεί ότι η πανεύσημος Εορτή του Ευαγγελισμού καθιερώθηκε επί βασιλείας Ιουστινιανού (περί το 542).


—ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ—
[1]  Αναφέρεται επίσης ότι κατά τον μήνα Μάρτιο ο εβραϊκός λαός εξήλθε από την Αίγυπτο και διέσχισε την Ερυθρά Θάλασσα αβρόχοις ποσί, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ανέστη εκ νεκρών στις 25 Μαρτίου και ακόμη ότι η τελική Ανάσταση και η Κρίση θα λάβουν χώρα και αυτές την ίδια ημερομηνία. Αυτός ο μήνας, που ήταν ο πρώτος του έτους στους Εβραίους και που δήλωνε με το όνομά του την τελειότητα, ανακεφαλαιώνει επομένως όλα τα μυστήρια της θείας Οικονομίας, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι την έσχατη ανάσταση. Λόγω ακριβώς του συμβολικού χαρακτήρα της 25ης Μαρτίου, η εορτή του Ευαγγελισμού δεν μπορεί επ’ ουδενί λόγω να μεταφερθεί σε άλλη ημερομηνία, σε περίπτωση που συμπέσει με άλλη εορτή. Γι’ αυτό το Τυπικόν προβλέπει περίπλοκους κανόνες συνδυασμού της εορτής αυτής με τη Μεγάλη Εβδομάδα και ιδιαίτερα τη Μεγάλη Παρασκευή ή το Πάσχα.
[2]   Άγιος Ειρηναίος, Κατὰ αἱρέσεων Ε΄, 19, 1, SC 153, 249-251.
[3]  Είναι η διδασκαλία του αγίου Νικολάου Καβάσιλα στην Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν 8 (Η Θεομήτωρ, «Ἐπὶ τὰς πηγάς», Αθήνα 1968, σελ. 150), εμπνευσμένη πιθανόν από τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.
[4]  Πρβλ. 21 Νοεμβρίου.
[5]  Πρβλ. τον Ακάθιστο Ύμνο, που υπήρξε αρχικά ύμνος για την εορτή του Ευαγγελισμού και ψάλλεται πανηγυρικά το Σάββατο της πέμπτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ψάλλεται επίσης κατά μέρος στις τέσσερεις πρώτες Παρασκευές της Τεσσαρακοστής. Στα μοναστήρια διαβάζεται καθημερινά στο Απόδειπνο. Πολλοί πιστοί τον ξέρουν από στήθους και τον απαγγέλλουν πολλές φορές την ημέρα, επειδή ο Χαιρετισμός του Αρχαγγέλου κατέστη έκφραση χαράς και ευχαριστίας από μέρους όλων των χριστιανών προς την Κυρία Θεοτόκο.
[6]  Κατά το Πρωτευαγγέλιο του αγίου Ιακώβου, οι ιερείς τής είχαν αναθέσει να υφάνει το πορφυρό ύφασμα για το καταπέτασμα του Ναού. Η λεπτομέρεια αυτή διατηρήθηκε στην ορθόδοξη εικονογραφία.
[7]  Τρίτο Στιχηρό Εσπερινού του Ευαγγελισμού και Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τὴν Γέννησιν, PG 56, 385. Για όλα αυτά, βλέπε τη μνήμη της Συνάξεως της Θεοτόκου [26 Δεκ.].
[8]  Σύμφωνα με ορισμένους Πατέρες, η σύλληψη του Κυρίου έγινε με τη μεσολάβηση της φωνής του αρχαγγέλου Γαβριήλ: «τοῦ Γαβριὴλ τὴν φωνήν, ἀντὶ σπορᾶς εἰσεδέξατο» (Ανδρέου Κρήτης, Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, PG 97, 820). Κατ’ άλλους όμως, ο Γαβριήλ εστάλη για να αναγγείλει στην Παρθένο το θαύμα της εισόδου του Λόγου στον χρόνο, που συντελέσθηκε κατά άφατο τρόπο «πριν» την έλευσή Του (άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, PG 62, 756).
[9]  Αγίου Αθανασίου, Περὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου 54, PG 25, 192 (Πρὸς Ἀδέλφιον), 4, PG 26, 1077. Διδασκαλία που αναπτύσσεται θαυμάσια στο Δοξαστικό των Αίνων της εορτής: «Τὸ ἀπ’ αἰῶνος μυστήριον, ἀποκαλύπτεται σήμερον, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Υἱὸς ἀνθρώπου γίνεται, ἵνα τοῦ χείρονος μεταλαβών, μεταδῶ μοι τοῦ βελτίονος. Ἐψεύσθη πάλαι Ἀδάμ, καὶ θεὸς ἐπιθυμήσας οὐ γέγονεν, ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται…».



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄.
Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον, καὶ τοῦ ἀπ’ αἰώνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις· ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, υἱὸς τῆς Παρθένου γίνεται, καὶ Γαβριήλ τὴν χάριν εὐαγγελίζεται. Διὸ καὶ ἡμεῖς σὺν αὐτῷ, τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Αὐτόμελον.
Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια
Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια
Ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον
Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Τὸν ὁμοούσιον Πατρὶ καὶ θείῳ Πνεύματι
Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ Ἁγνὴ συνέλαβες
Τῇ τοῦ Πνεύματος ἐλεύσει τοῦ Παναγίου
Εἰς ἀνάπλασιν βροτείου γένους Ἄχραντε,
Ἀρχαγγέλου σοι φωνὴν κοσμοχαρμόσυνον
Ἐκβοήσαντος· Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Νῦν εὐαγγελίζεται Γαβριήλ, τὸ χαῖρε κραυγάζων, μετὰ δέους τῇ Μαριάμ. Ὢ τοῦ ξένου τρόπου, ἐν μήτρᾳ γὰρ ἀχράντῳ, συνείληπται ὁ Πλάστης, σώζων ὃν ἔπλασε.





[ Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
σελ. 232–236·
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Σωτήρης Γουνελάς,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήνα, Φεβρουάριος 20172.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2020

ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ


ΠΟΡΕΙΑ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ


     Για τον πνευματικό άνθρωπο έχει πολλή σημασία, εκείνο που αναφέρει ο αββάς Ισαάκ για τον αββά Ποιμένα στο «Γεροντικό». Καθόμασταν, λέει, με τον αββά Ποιμένα κάποτε και εργαζόμασταν στο εργόχειρό μας. Σε μια στιγμή τον βλέπω να βυθίζει το βλέμμα του στο μάκρος του ορίζοντα, σάμπως νά ’θελε μόνο με το νου του να βλέπει κι όχι με τα μάτια του κορμιού του. Πραγματικά, έπρεπε κάτι πολύ σπουδαίο να βλέπει νοερώς, γιατί απολησμονήθηκε πέρα για πέρα κι η όψη του πήρε την έκφραση της «χαρμολύπης», δηλαδή χαράς μαζί και λύπης. Τα μάτια του βυθιζόταν ολοένα και πιο βαθιά σε κάποιο δυνατό αγάπημα της ψυχής του και, σε λίγο, άρχισαν να τρέχουν ασταμάτητα δάκρυα. Για ώρα πολλή τον κοίταζα κι εγώ και θαύμαζα την έκστασή του, μα δεν τολμούσα να του μιλήσω. Όταν, πια, ξανάρχισε το εργόχειρό του, τον παρακάλεσα να μου πει πού ήταν ο λογισμός του τόσην ώρα. Τότ’ εκείνος μού αποκρίθηκε με σιγανή φωνή: «ὁ ἐμὸς λογισμός, ὅπου ἡ ἁγία Μαρία ἡ Θεοτόκος ἔστηκε καὶ ἔκλαιεν ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος· κἀγὼ ἤθελον πάντοτε οὕτω κλαίειν».

      Όσοι γνωρίζουν κάπως τον ωραίο λόγο και τις θέσεις των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, ξέρουν καλά ποια θέση έχει ο Σταυρός στην ορθόδοξη θεολογία· αυτό μπορεί να το ιδεί κανείς και στα έργα των αγίων Πατέρων, και στη λειτουργική μας ποίηση, και στη ζωή των τέκνων της Εκκλησίας μας, που ψάλλουν στις γιορτές του Σταυρού:
     «Σταυρός, ὁ φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης,
     »Σταυρός, ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας·
     »Σταυρός, βασιλέων τὸ κραταίωμα,
     »Σταυρός, πιστῶν τὸ στήριγμα·
     »Σταυρός, ἀγγέλων ἡ δόξα,
     »καὶ τῶν δαιμόνων τὸ τραῦμα».

     Καταλαβαίνει τώρα κανείς, πόση άγνοια και πόση προκατάληψη πρέπει να έχουν οι δυτικοί θεολόγοι, όταν κατηγορούν την ορθόδοξη θεολογία πως αγνοεί τάχα το Μυστήριο του Σταυρού. Αλλ’ ας αφήσουμε την άκαρπη φιλολογία, για να πλησιάσουμε, όσο μας επιτρέπει ο χρόνος και οι ασθενείς δυνάμεις μας, το Μυστήριο του Σταυρού, και να δούμε ποιος είναι ο δρόμος που περνάει κάτω απ’ τον ίσκιο του Σταυρού, και τον Οποίο πρέπει ν’ ακολουθεί ο χριστιανός, για να βρει τη λύτρωσή του και τη σωτηρία της ψυχής του.

     Ο τρισμακάριστος και πανσεβάσμιος Σταυρός του Κυρίου είναι για τον χριστιανό το «ἱστίον», όπως λέει και η αγία Συγκλητική, που μ’ αυτό μονάχα μπορούμε να περάσουμε το πέλαγος της ζωής: «Αφού υψώσουμε τον Σταυρό στη ζωή μας και τον απλώσουμε σαν ένα άλλο ναυτικό πανί, τότε θα μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε το ταξίδι μας στη θάλασσα αυτού του κόσμου, δίχως καν να το καταλάβουμε». Πραγματικά, δίχως τον Σταυρό, ο χριστιανός δεν θά ’χε τη δύναμη να προχωρήσει στη ζωή, ν’ αγωνιστεί σκληρά με τους πειρασμούς και το σατανά, και να νικήσει στο τέλος, έχοντας όπλο ακαταμάχητο τον Τίμιο Σταυρό. Γιατί δεν είναι το απλό ξύλο ή το σημείο του σταυρού, που ως συνήθως κάνει αδιάφορα ο άνθρωπος, μα εκείνη η μυστική δύναμη που έρχεται από τη Θυσία και το πανάγιο Αίμα του Εσταυρωμένου, εκείνο που γιγαντώνει στον αγώνα του τον χριστιανό, που έχει σύμμαχο στη ζωή του τον Σταυρό. Όπως η σημαία, που δεν είναι παρά ένα κομμάτι από χρωματιστό ύφασμα, μας κάνει στο πέρασμα ή στο θέαμά της ν’ αναριγούμε όλοι, γιατί θυμόμαστε τα ιερά και τα όσια της πολυβασανισμένης μας ένδοξης Πατρίδος μας –έτσι και με τον Σταυρό: ο νους μας, κατά την ημέρα της Υψώσεως ή την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, πηγαίνει στον Γολγοθά και στέκεται νοερά, όπου ο νους του αββά Ποιμένος, μαζί με την Παναγία, και κλαίει από αγάπη για τον Εσταυρωμένο, και πίνει απ’ την ανοιχτή θεία πληγή τη ζωή, που βλάστησε για να λυτρωθούν όλοι οι αμαρτωλοί. Αν ο χριστιανός δεν τον δει τον Σταυρό του Χριστού σαν πίδακα και σαν κρατήρα θείου νέκταρος και αίματος που αναγεννά και σώζει, αυτός ο χριστιανός δεν έχει καλά τις πνευματικές αισθήσεις του. Και αν δεν μπορεί να καταλάβει τι νόημα κρύβουν οι στίχοι των «Χαιρετισμών» του Σταυρού:
     «Χαῖρε, ὅτι ἀνυψούμενος 
     συνανυψοῖς νῦν ἡμᾶς.
     Χαῖρε, ὅτι προσκυνούμενος 
     καθαγιάζεις τὰς ψυχάς».


     Αν ιδεί, όμως, το Μυστήριο του Σταυρού μέσα απ’ τις πατερικές θέσεις του σωτηριολογικού δόγματος της Εκκλησίας μας, θα ιδεί όλη η ζωή του να κρέμεται απ’ τον Σταυρό του Χριστού, το αιματόβρεχτο φλάμπουρο κάθε πιστού. Η πείνα του κι η δίψα του, να τελειώνουν στον Σταυρό. Η αγωνία του, να σβήνει στον Σταυρό. Τα προβλήματά του, να φωτίζονται απ’ το πονεμένο φως του Σταυρού. Τα βάσανά του και οι πόνοι του, να ξελαφρώνουν μπροστά στην πίκρα και την απερίγραπτη οδύνη του Σταυρού. Τα πάντα του, να λυτρώνονται απ’ τη θυσία του Σταυρού. Οι βρωμιές κι οι παλιανθρωπιές των βάναυσων ανθρώπων που τον περιβάλλουν, να παίρνουν απ’ το ζωομύριστο Ξύλο, μια εύοσμη και γλυκιά ευωδία. Και να αισθάνεται, πως ο Σταυρός έχει γίνει γι’ αυτόν η θύρα των μυστηρίων και η ουρανοστήριχτη σκάλα, απ’ την οποία θ’ ανεβεί στη μακαριότητα των ουρανών, χωρίς να μπορούν να τον εμποδίσουν οι πειρασμοί και οι δαίμονες.

     Ας θυμηθούμε εδώ το περίφημο πατερικό απόφθεγμα του «Γεροντικού». Ο άγιος Ιωάννης ο Βοστρηνός, που είχε λάβει ιδιαίτερο χάρισμα και εξουσία να βγάζει απ’ τους δαιμονισμένους τα δαιμόνια, ρώτησε μια μέρα τους δαίμονες, που είχαν στήσει την κατοικία τους σε μερικές νεαρές κοπέλες και τις τυραννούσαν και τις βασάνιζαν σκληρά: «Ποια πράγματα φοβάσθε πιο πολύ από τους χριστιανούς;». Κι εκείνοι τού αποκρίθηκαν: «Έχετε, όντως, τρία μεγάλα πράγματα: εκείνο που το φοράτε στο στήθος σας (δηλαδή τον Τίμιο Σταυρό)· ένα με το οποίο λούζεσθε μέσα στην Εκκλησία (δηλαδή το άγιο Βάπτισμα)· και ένα ακόμη που το τρώτε, όταν συνάζεσθε μέσα στον Ναό (δηλαδή τη θεία Κοινωνία)». Έτσι, με την απάντηση των ίδιων των δαιμόνων, φαίνεται πως τα φοβερότερα όπλα του χριστιανού, που φοβούνται και δεν τολμούν να τ’ αντιμετωπίσουν οι αιώνιοι αντίπαλοί μας και εχθροί της σωτηρίας μας, είναι ο Τίμιος Σταυρός, το άγιο Βάπτισμα και η θεία Κοινωνία –όταν, βέβαια, εμείς (με τη ζωή μας) τα «φυλάσσωμεν καλῶς».

     Οι χριστιανοί προσκυνούμε τον τύπο του Σταυρού, γιατί είναι «το μεγαλύτερο σημείο και τρόπαιο του Χριστού κατά του διαβόλου και εναντίον κάθε δαιμονικής φάλαγγας, που μας επιτίθεται· γι’ αυτό και οι δαίμονες φρίττουν και τρέπονται κυριολεκτικά σε φυγή, όταν βλέπουν να τυπώνεται και να χαράζεται πάνω μας ο Σταυρός», σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Και Τον τιμούμε και Τον δοξάζουμε τώρα (με τη ζωή μας και στον παρόντα χρόνο που μας δίδεται), για να έχουμε παρρησία να Τον κοιτούμε την ώρα της Κρίσεως, όπου θα παρευρίσκεται «ντυμένος» με πολλή και απερίγραπτη δόξα. Με τον Σταυρό που προσκυνούμε, αποκτούμε την προσωπική «κοινωνία με τα Παθήματα του Χριστού» (Φιλιπ. 3, 10). Και δεν καυχιόμαστε για τίποτε άλλο, παρά για τον Σταυρό του Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος δεν ήθελε για κανένα άλλο πράγμα να καυχηθεί στη ζωή του, μονάχα «για τον Σταυρό του Χριστού», όπως γράφει στην προς Γαλάτας επιστολή του –«εξαιτίας του Οποίου όλος ο κόσμος έχει σταυρωθεί για μένα, όπως κι εγώ έχω ήδη σταυρωθεί για τον κόσμο» (Γαλ. 6, 14). Για τον χριστιανό δεν είναι σκάνδαλο ο λόγος του Σταυρού, ούτε μωρία, όπως είναι για τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες, αλλά είναι «Δύναμη και Σοφία Θεού» που ζωοποιεί και σώζει. Αλλά, για να είναι ο λόγος του Σταυρού, «σ’ εμάς που θέλουμε να σωθούμε (και που σωζόμαστε διά της χάριτος συνεχώς), δύναμη και σοφία Θεού», πρέπει (ετούτος ο λόγος) να είναι ζυμωμένος με τη συσταύρωσή μας με τον Χριστό. Και αυτή η συσταύρωση έχει τη ρίζα της στον λόγο του Χριστού, που μας διασώζει ο Ευαγγελιστής Λουκάς: «Όποιος θέλει να Με ακολουθήσει, ας αρνηθεί τον εαυτό του κι ας σηκώσει τον καθημερινό του σταυρό και, τότε, ας Με ακολουθήσει» (Λουκ. 9, 23). Μπορεί να προσέξει κανείς ιδιαίτερα, και εξωτερικά ακόμη, τις φράσεις: «Όποιος θέλει να Με ακολουθήσει» –ενεστώτας χρόνος, που δείχνει με το απαρέμφατό του την ασταμάτητη, την αιώνια πορεία του χριστιανού κοντά στον Χριστό– «και ας σηκώνει τον καθημερινό του σταυρό» –όχι, μια φορά μονάχα– «και, τότε, ας Με ακολουθήσει». Γιατί, πνευματικά, ο Χριστός δεν έπαψε ποτέ να σταυρώνεται για τον καθένα μας, όπως λέει και ο άγιος Μάξιμος: «πάντα το κάνει αυτό για εμάς ο Κύριος και πάσχει συνεχώς για εμάς, προκειμένου όλους να τους σώσει». Επομένως και η ιδική μας συσταύρωση πρέπει να είναι παντοτινή, και να μη θέλουμε να ξέρουμε τίποτ’ άλλο, παρά μονάχα «τον Ιησού Χριστό και Τούτον Εσταυρωμένο» (Α΄ Κορ. 2, 2). Κι αυτό θα πει, να βρίσκεσαι νοερώς και με την ηθική τάξη, που θα σου εξασφαλίζει μια «παγκαθαριότητα» των σωματικών σου αισθήσεων, μπρος στον Σταυρό του Χριστού, πάνω στο Γολγοθά. Να βλέπεις το πανάγιο Σώμα Του πάνω στον Σταυρό και να συλλογίζεσαι: πόσα έπαθε ο Χριστός μου για μένα, και πόσα παραλείπω εγώ να κάνω για τη σωτηρία μου; Να βλέπεις τη λογχισμένη καρδιά Του, που κράζει προς τον Πατέρα: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους!» (Λουκ. 23, 34), και να συγχωρείς κι εσύ όσους σου έφταιξαν και σ’ έκαναν να πονέσεις. Να βλέπεις τις ταπεινώσεις που υπέφερε για σένα ο Κύριος, και να παίρνεις κουράγιο, όταν βρίσκεσαι ανάμεσα σε σύγχρονους Φαρισαίους και Ιουδαίους, που χλευάζουν και κοροϊδεύουν και ειρωνεύονται –οι ταλαίπωροι!– όσους θέλουν κι αγωνίζονται να ζήσουν κατά Χριστόν. Να βλέπεις τον τεράστιο Σταυρό Του (δεκαπέντε πόδια μάκρος και οχτώ πόδια πλάτος, κατά μία αρχαία παράδοση) και τότε να αισθάνεσαι τον δικό σου σταυρό ελαφρότερο.


     Μ’ έναν λόγο, να διαβάζεις εκεί στον Σταυρό του Κυρίου, όσα κανένα βιβλίο και κανένα Πανεπιστήμιο δεν μπορεί να σε διδάξει ποτέ. Γράφει γι’ αυτό κάπου ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Από βιβλία είναι γεμάτος όλος ο κόσμος. Παρ’ όλ’ αυτά, όλ’ αυτά τα βιβλία ακόμα κι αν τα μαζέψεις μαζί, δεν μπορούν να σου εξηγήσουν στην εντέλεια τον τρόπο ν’ αποκτήσεις τις αρετές, όπως σου εξηγεί ο Εσταυρωμένος Ιησούς Χριστός. Σε συμβουλεύω, παιδί μου, σ’ Αυτόν τον Εσταυρωμένο να προστρέχεις και να Τον κατασπάζεσαι με δάκρυα και να Τον αγκαλιάζεις θερμά, κάθε φορά που συμβεί να δαγκωθείς απ’ τα νοητά φίδια των δαιμόνων και απ’ τους πειρασμούς που προέρχονται απ’ τους ανθρώπους. Και, οπωσδήποτε, θα γιατρευτείς απ’ τις πληγές σου. Όπως κάποτε κι οι Εβραίοι, μέσα στην έρημο, που γιατρεύονταν απ’ τις δαγκωματιές των αισθητών φιδιών, αμέσως μόλις έβλεπαν το χάλκινο φίδι που ήταν κρεμασμένο πάνω στο ξύλο. Αυτός ο χάλκινος όφις ήταν αντίτυπος τύπος του Κυρίου μας, που έλεγε: “Όπως ο Μωυσής ύψωσε το φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί κι ο Υιός του ανθρώπου, ώστε όποιος πιστεύει σε Αυτόν, να μη χάνεται, αλλά να έχει ζωή αιώνια”» (Ιωάν. 3, 14).

     Ίσως πρέπει να διευκρινίσουμε κάπως τη φράση που λέγει, πως ο χάλκινος όφις ήταν αντίτυπος τύπος του Κυρίου μας, αντίθετος του Χριστού. Η εμβάθυνση στο νόημα που κρύβει αυτή η σκηνή της Παλαιάς Διαθήκης, ανήκει στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Ο αντίτυπος τύπος, φυσικά, είναι ο νοητός όφις, ο Διάβολος. Πώς, όμως, ο Διάβολος, μπορεί να γιατρεύει και να σώζει, όσους τον κοιτούν κατάματα; Και απαντά ο άγιος Γρηγόριος, πως, «γιατρεύει εκείνους που πιστεύουν ότι ο Διάβολος (ο νοητός όφις) δεν ζει πια, αλλά νεκρώθηκε απ’ τον Σταυρωθέντα Χριστό, και ότι μαζί του νεκρώθηκαν κι όλοι οι υποκείμενοι σ’ αυτόν Δαίμονες».

     Η έκφραση που συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε, όταν μιλούμε για τον Τίμιο Σταυρό είναι, πως πρέπει να σηκώνει με υπομονή ο καθένας μας τον σταυρό του, «ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ» (Μάρκ. 8, 34). Ποιός, όμως, είναι θεολογικά ο σταυρός για τον κάθε χριστιανό; Η απάντηση που δίνουν οι Πατέρες σ’ αυτή την ερώτηση, είναι η ακόλουθη· Τα είδη των σταυρών στο διάβα της ζωής μας είναι τέσσερα: α) σταυρός «γνώσεως», β) σταυρός «οικονομίας», γ) σταυρός «πολιτείας» και δ) σταυρός «πάθους».
  
    Ο σταυρός «γνώσεως» είναι εκείνος που φανερώνει όλα όσα μπορούμε να μάθουμε περί Θεού απ’ τον λόγο του Σταυρού. Εκεί θα γνωρίσουμε πως, ό,τι δεν μπόρεσε να κάμει η δύναμη και η σοφία των ανθρώπων, το έκαμε ο Σταυρός· κι έτσι, σώθηκε ο άνθρωπος. Μόνο μέσω του Σταυρού του Χριστού, «θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ποιο είναι το πλάτος και ποιο το μήκος, ποιο το βάθος και ποιο το ύψος» (Εφεσ. 3, 18) του Σταυρού. Δηλαδή, θα δούμε στις διαστάσεις του Σταυρού: το ύψος της σοφίας και τον βυθό της γνώσεως –το πάνω και το κάτω μέρος του Σταυρού– και το πλάτος της αγάπης και το μήκος της δυνάμεως –τα δύο πλάγια άκρα του.

     Ο σταυρός της «οικονομίας»· φανερώνεται με αυτές τις κινήσεις και τους λόγους του Χριστού (Ιωάν. 16, 28): «Προέρχομαι από τον Πατέρα Μου» –το πάνω μέρος του Σταυρού. «Και ήρθα στον κόσμο» –το κάτω μέρος. «Τώρα, όμως, αφήνω τον κόσμο» –το ένα μέρος του πλάτους. «Και πηγαίνω προς τον Πατέρα Μου» –το άλλο μέρος του πλάτους.


     Ο τρίτος σταυρός είναι ο σταυρός της «πολιτείας»· Δηλαδή, το να νεκρώσεις τα μέλη σου, να κόψεις τα σαρκικά σου φρονήματα και τα θελήματα, όπως λέει ο Απόστολος Παύλος: «Απονεκρώστε, λοιπόν, ό,τι σας συνδέει με το αμαρτωλό παρελθόν: την πορνεία, την ηθική ακαθαρσία, το πάθος, την κακή επιθυμία και την πλεονεξία, που είναι ειδωλολατρία. Για όλα αυτά θα πέσει η οργή του Θεού πάνω σ’ εκείνους που απειθούν και δεν θέλουν να πιστέψουν» (Κολ. 3, 5). Γιατί, σαν παραμερίσεις τα σαρκικά θελήματα και τις αμαρτωλές επιθυμίες σου, η ψυχή αρχίζει να παίρνει τα πάνω της και να δυναμώνει. Όταν όμως υποκύπτεις στις παράνομες επιθυμίες σου, τις σατανικές, τότε η ψυχή μαραίνεται. Έτσι δεν μπορεί κανείς κι εδώ να δουλεύει «σε δύο κυρίους» (Ματθ. 6, 24), δηλαδή και στο σώμα και στη ψυχή. Νεκρώνοντας, λοιπόν, τα μέλη της αμαρτίας, που αναφέραμε πιο πριν, σηκώνεις τον σταυρό της «πολιτείας» σου.

     Τέταρτος σταυρός είναι ο σταυρός του «πάθους»· το προσωπικό μας μαρτύριο, η σωματική μας σταύρωση, την οποία πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι να δεχτούμε, αν έρθει κάποτε κι αυτή η ώρα, να μαρτυρήσουμε δηλαδή για την Πίστη μας, για τη θερμή Πίστη προς τον Λυτρωτή μας, τον Εσταυρωμένο Χριστό, τον ουράνιο Νυμφίο της πονεμένης ψυχής μας.

     Αν, λοιπόν, κι εμείς σταυρώνουμε τη σάρκα μας και νεκρώνουμε τα πάθη και τις κακές μας επιθυμίες, κι αν υπομένουμε με υπομονή και καρτερία κάθε θλίψη και κάθε κακοπάθεια, ο Χριστός θα ’ρθει ν’ αναπαυθεί επάνω μας, όπως αναπαύθηκε στον Τίμιο Σταυρό. «Όπως ένας πατέρας φροντίζει το παιδί του», λέει ο αββάς Ισαάκ, «έτσι και ο Χριστός θα φροντίσει για εκείνο το σώμα που κακοπαθεί και πάσχει από αγάπη γι’ Αυτόν και θα βρίσκεται πάντα πλάι στο σώμα αυτό»! Πουθενά δεν αναπαύεται ο Θεός τόσο, όσο στη θλιμμένη καρδιά, στην πονεμένη και βουτηγμένη μέσα στα δάκρυα και στην κακοπάθεια, αλλά που βαστάει με υπομονή τον σταυρό της.


     Θα τελειώσουμε με τα παρακάτω λόγια του Μελετίου Πηγά (Πατριάρχης Αλεξανδρείας· 1549-1601): «Αγάπησε κι εσύ, αδελφέ, τον Σταυρό του Κυρίου· πάρε τον σταυρό σου κι ακολούθησε τον Χριστό. Μη σου φανούν βαριά τα Πάθη και ο ονειδισμός του Χριστού, διότι, σύμφωνα με τον Απόστολο, βάρος δόξης σού ετοιμάζουν (πρβλ. Β΄ Κορ. 4, 17). Και πρώτα στάσου βέβαιος, εδραίος, ακλόνητος, αμετακίνητος στην Ορθόδοξη Πίστη του Χριστού, όπως ακριβώς σε έμαθε η ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Και μη σε βρει και σε πλανέψει κανένας άνθρωπος και ξεθαρρέψεις από μόνος σου και πειστείς ότι οι θλίψεις και οι στενοχώριες σού συμβαίνουν εξαιτίας της Εκκλησίας ή ότι μπορεί αυτές να είναι σημάδι πως η Εκκλησία που βρίσκεσαι να μην είναι αληθινή, μια που η Εκκλησία πειράζεται και χειμάζεται συνεχώς. Το πιο αληθινό σημάδι της πραγματικής εκκλησίας του Χριστού είναι οι θλίψεις, οι ζάλες και οι ταραχές. Λέει ο Σωτήρας Χριστός προς την Εκκλησία των Αποστόλων:“Αν ανήκατε στον κόσμο, θα σας αγαπούσε ο κόσμος· γιατί ο κόσμος αγαπάει πάντα όσους προέρχονται απ’ αυτόν” (Ιωάν. 15, 19)· και αλλού:“Μέσα στον κόσμο θα έχετε μόνο θλίψη” (Ιωάν. 16, 33)».

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ


[ Παντελή Β. Πάσχου:
«Έρως Ορθοδοξίας»,
Μέρος Β΄, κεφ. Β΄, §12,
σελ. 184–191,
Εκδόσεις
«Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος»·
Αθήναι 19874.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΜΙΧΑΗΛ


ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΜΙΧΑΗΛ


     Ο άγιος Μιχαήλ καταγόταν από το χωριό Γρανίτσα των Αγράφων και ανατράφηκε με αγάπη για τον Θεό και τις εντολές Του. Λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα του, νυμφεύτηκε και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη ασκώντας το επάγγελμα του αρτοποιού. Από τα χρήματα που έβγαζε, κρατούσε μόλις τα απαραίτητα για την επιβίωσή του, μοίραζε τα υπόλοιπα σε ελεημοσύνες και σε κάθε ανάπαυλα της εργασίας του πήγαινε στην εκκλησία για να παρακολουθήσει τις ιερές Ακολουθίες. Ολοένα μεγάλωνε μέσα του ο πόθος για τον Θεό και επιθυμούσε να ασπασθεί τον μοναχικό βίο· οι δικοί του όμως τον εμπόδιζαν, θυμίζοντάς του ότι έπρεπε να φροντίζει τη σύζυγο και τη μητέρα του. Την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, ενώ ασπαζόταν το Τίμιο Ξύλο, αποφάσισε να ακολουθήσει κι εκείνος τον Χριστό έως θανάτου. Τρεις ημέρες αργότερα, μόλις είχε επιστρέψει στο εργαστήριό του μετά τον Εσπερινό, όταν ήρθε ένα τουρκόπουλο να αγοράσει ψωμί. Ο Μιχαήλ το ρώτησε σε αυστηρό τόνο ποια ήταν η πίστη του και αν καταλάβαινε αυτό που πίστευε. Καθώς έτυχε να περνά ένας διδάσκαλος του μουσουλμανικού νόμου, το τουρκόπουλο τον φώναξε σε βοήθεια. Η συζήτηση φούντωσε προσελκύοντας πλήθος περαστικών, οι οποίοι τελικά άρπαξαν τον τολμητία χριστιανό και τον οδήγησαν ενώπιον του δικαστή, κατηγορώντας τον Μιχαήλ για βλασφημία κατά του Μωάμεθ. Παρ’ ότι αγράμματος, ο άγιος εξέθεσε με παρρησία τα μυστήρια της Πίστεως ως προς την Αγία Τριάδα και την Ενανθρώπηση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Ο δικαστής τον απειλούσε ότι θα τον καταδικάσει να καεί ζωντανός για τη βλασφημία του, και ο άγιος αναφώνησε: «Πιστεύω στον Κύριό μου Ιησού Χριστό, που είναι Θεός, Υιός Θεού, Δημιουργός του κόσμου και Σωτήρας μου, και είμαι έτοιμος να υποστώ τα πάνδεινα από αγάπη για Εκείνον. Πάρτε, λοιπόν, τα χρήματά μου κι αγοράστε ξύλα για να με κάψετε ζωντανό, γιατί δε θέλω να προσφέρω θυσία στον Θεό μου με δικά σας ξύλα!».


     Στη φυλακή, εν αναμονή της θανατώσεως, δέχτηκε τους χριστιανούς που τον επισκέφτηκαν για να τον ενθαρρύνουν, με μεγάλη χαρά, με πρόσωπο μεταμορφωμένο από τη θεία Χάρη, και τους αποκάλυψε ότι ο Χριστός τού είχε εμφανισθεί για να τον απαλλάξει από κάθε φόβο από τα μαρτύρια. Την Πέμπτη της Διακαινησίμου (21 Μαρτίου του 1544), τον έβγαλαν από τη φυλακή για μια ύστατη ανάκριση· ο δικαστής τού ξαναδιάβασε τα Πρακτικά της ομολογίας της Πίστεώς του και τον κάλεσε να ασπασθεί τη μουσουλμανική πίστη, υποσχόμενος πλεονεκτήματα, προνόμια και τιμές. Ο άγιος Νεομάρτυς αποκρίθηκε: «Τι θα κέρδιζα με αυτά τα χρήμα και τις τιμές που μου υπόσχεσαι; Άντε, ας μη χάνουμε χρόνο, γιατί βιάζομαι να προσφερθώ θυσία στον Θεό μου, να καώ σαν άρτος εκλογής, πρόσφορο στο Θυσιαστήριο της Αγίας Τριάδος!». Τα λόγια αυτά συγκίνησαν τόσο τον δικαστή, ώστε αναλύθηκε σε δάκρυα γι’ αυτόν. Συνήλθε όμως γρήγορα και με στοϊκότητα απήγγειλε την καταδίκη.


Ηὕρασι τὸν Ἅγιον εἰς τὴν φυλακὴν
δεδεμένον μὲ δύο ἁλύσεις
ὁποὺ ἔστεκε καὶ ἐπροσκυνοῦσε·
καὶ ὡς τὸν εἶδαν
ὁποὺ δὲν εἶχε καμμίαν ταραχὴν
ἢ φόβον εἰς τὴν ψυχήν,
ἀμὴ ὅλον πασίχαρον,
καὶ ἀλλαγμένον ἔχοντα τὴν ὄψιν
ἀπὸ τὴν θείαν χαρὰν
δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπαθε
καὶ ὑπέμεινε.
Kαὶ ἐκεῖνος, ὡς εἶδεν
ὅπου ἦλθαν εἰς αὐτὸν εἰς τὴν εἱρκτήν,
εἶπε τους· «Ἀδελφοί,
ὁ Κύριός μου, αὐτὴν τὴν νύκτα,
ὁποὺ ἐπροσευχόμην, μοῦ ἐφάνη
καὶ ἐδυνάμωσε τὴν ἀδυναμίαν μου,
καὶ ἐθάρρυνε τὴν ψυχήν μου,
λέγοντάς μου·
“Μιχαήλ, ἐδικέ Μου ἀθλητά, χαῖρε!
Καὶ καθὼς Ἐγὼ διὰ ἐσένα
καὶ δι’ ὅλον τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων,
ἔβαλα τὴν ψυχήν Μου
καὶ ὑπέμεινα σταυρικὸν θάνατον,
τὸν ὅμοιον τρόπον εἶναι χρεία
καὶ ἐσὺ νὰ ἀποθάνῃς
διὰ τὴν ἀγάπην Μου
διὰ νὰ ζήσῃς
καὶ νὰ βασιλεύσῃς μὲ Ἐμένα·
βλέπε λοιπὸν μὴ φοβηθῇς τὸ πῦρ,
διότι ἡ θεωρία του
ἔχει μόνον τὸν φόβον,
ἀμὴ ἡ δοκιμή του
εἶναι εὐκαταφρόνητος·
καὶ αὐτὰ θέλεις τὰ ὑπομείνει
ἐνδυναμούμενος
ἀπὸ τὴν ἀνίκητόν Μου δύναμιν”·
αὐτὰ λέγοντάς μου ὁ Κύριος,
εὐλόγησέ με καὶ ἀπῆλθεν ἀπ’ ἐμοῦ.
Ἐμένα δέ,
μὲ περιέλαβεν ὑπερβολικὴ ἀγάπη,
καὶ χαρὰ ἀνεκλάλητος,
εἰς τόσον,
ὁποὺ δὲν ἠδυνάμην
νὰ κρατήσω τὸν ἑαυτόν μου
καὶ μόνον ἐπρόσμενα
πότε νὰ ἔλθῃ
ἐκείνη ἡ εὐλογημένη ὥρα
νὰ χωρισθῶ ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμον
καὶ νὰ ἑνωθῶ
μὲ τὸν Χριστόν μου!…»


     Ολόκληρη η πόλη της Θεσσαλονίκης συνωστιζόταν στη διαδρομή μέχρι τον τόπο της θανάτωσης, κοντά στον ιερό Ναό της Υπαπαντής (που βρίσκεται απέναντι στην Καμάρα), άλλοι κατά μήκος της οδού, άλλοι πάνω σε στέγες ή σαν πουλιά στα δέντρα, οι μουσουλμάνοι με φωνές μίσους, οι χριστιανοί προσευχόμενοι σιωπηλά και με αγωνία, για να αντέξει ο Μάρτυς και να λάβει τον στέφανο της νίκης. Όταν η συνοδεία έφτασε μπροστά στην πυρά, άλειψαν τον άγιο με θειάφι, ώστε μόλις άναψαν τη φωτιά, το σώμα του Μάρτυρος λαμπάδιασε σαν δαυλός ή μάλλον σαν ευωδιαστό και ευλαβικό κερί προς τη θεία Αγάπη, τον Χριστό, και δοξολογώντας σιωπηλά τον Θεό ο άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ, παρέδωσε την ατρόμητη και αλύγιστη ψυχή του στον Θεό των όλων.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Σοφίᾳ τῇ θεόθεν δεδομένῃ κοσμούμενος, ἐκήρυξας εὐτόλμως, τοῦ Σωτῆρος τὸ Ὄνομα, καὶ τούτῳ ὡς θυσία καθαρά, προσήχθης τῷ πυρὶ τελειωθείς· διὰ τοῦτο Νεομάρτυς σε Μιχαήλ, τιμῶμεν ἀνακράζοντες· δόξα τῷ παρασχόντι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ ἡμῖν πταισμάτων ἄφεσιν.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
(Ποιηθὲν ὑπὸ Λάμπρου Παπαντωνίου,
πατρὸς Ζαχαρία Παπαντωνίου, ἐν ἔτει 1908.)
Τῶν Ἀγράφων τὸν γόνον καὶ Ἑλλάδος ἀγλάϊσμα, τῆς Θεσσαλονίκης τὸ κλέος, Μιχαὴλ τὸν θεοῤῥήμονα· τὸν τῶν ἀσεβῶν τὴν πλάνην ἐλέγξαντα, καὶ ἐν κριτηρίῳ ἀνόμων θεολογήσαντα, τὸν ἐν εἱρκτῇ Χριστὸν θεασάμενον, καὶ παρ’ αὐτοῦ τὴν ἰσχὺν κομισάμενον· τὸν ἐν πυρὶ διὰ Χριστὸν ὁλοκαυθέντα, καὶ εὐωδίᾳ τὸ σύμπαν καὶ τὸν Κτίστην τέρποντα· τὸν ὄντως μέγαν καὶ ἔνδοξον τοῦτον Μάρτυρα, ἐγκωμίοις εὐφημήσωμεν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
θλητὴς θεόσοφος, καὶ στρατιώτης γενναῖος, Μιχαὴλ μακάριε, Χριστοῦ ἀθλήσας ἐδείχθης, πᾶσαν γάρ, καταπατήσας ἐχθροῦ μανίαν, ἤνεγκας, τὸν ἐν πυρὶ θάνατον χαίρων· καὶ ὡς θεῖον ἱερεῖον, Χριστῷ προσήχθης, τῷ σὲ δοξάσαντι.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις ὁ Γρανίτσης θεῖος βλαστός, ὁ Χριστὸν δοξάσας, δι’ ἀθλήσεως θαυμαστῆς, χαίροις ὁ Κυρίῳ, προσενεχθεὶς ὡς θῦμα, ὦ Μιχαὴλ ἐνέγκας, πυρὸς τὴν ἔκκαυσιν.





[ (1) Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου:
«Νέον Μαρτυρολόγιον»,
Μέρος Α΄, Μαρτύριο 10ο,
σελ. 52–57.
Επιστασία: Π. Β. Πάσχος.
Αθήνα 1993.
(2) Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
σελ. 202–203·
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Σωτήρης Γουνελάς,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήνα, Φεβρουάριος 20172.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.