Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2020

«ΣΤΑΜΑΤΑ, ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΑΓΑΠΗ!»

«ΣΤΑΜΑΤΑ, ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΑΓΑΠΗ!»

     Κάποτε ο οδηγός του αλησμόνητου και αγίου πλέον Μητροπολίτου Εδέσσης κυρού Καλλίνικου Πούλου (1919–1984), πήρε άδεια. Και με παρακάλεσε ο ίδιος ο Δεσπότης να τον εξυπηρετήσω με το αυτοκίνητό μου. Πήγαμε για Εσπερινό σ’ ένα μικρό χωριό της Αριδαίας –δεν θυμάμαι τώρα σε ποιό–, ο Σεβασμιώτατος, ο διάκος του κι εγώ.

     Στον δρόμο με πείραζε:

     —Αα, κυρ-Κ.! Πολλά παίρνεις για το αγώγι! Δεν πρέπει να έρχομαι μαζί σου!

 

     Έγινε ο Εσπερινός, είπε πολλά στους χωρικούς. Όταν φεύγαμε, ζήτησε από τον διάκο την Καινή Διαθήκη. Δεν είχε. Έτυχε να έχω εγώ μια μικρή.

     —Δώσ’ την στον διάκο! μού λέει.

     Την έδωσα. Του είπε να την ανοίξει τυχαία και να διαβάσει. Πράγματι, την άνοιξε τυχαία ο διάκος κι άρχισε να διαβάζει. Ήταν ένα χωρίο που μιλούσε περί αγάπης. Ο διάκος διάβαζε κι ο Σεβασμιώτατος τον ρωτούσε τι εννοεί η κάθε λέξη. Καθώς προχωρούσε το κείμενο, ο Σεβασμιώτατος το ανέλυε περισσότερο.

 

     Στον δρόμο, κοντά σ’ ένα χωριό, μπροστά μας βρέθηκε κάποιος χωρικός. Είχε άλογο ζεμένο στο κάρο, φορτωμένο με τριφύλλι κι εκείνο έτρεχε φοβισμένο. Το τριφύλλι άρχισε να πέφτει κι ο καημένος ο χωρικός δεν μπορούσε να το σταματήσει. Εγώ οδηγούσα, ενώ συνεχιζόταν ο διάλογος μεταξύ διάκου και Σεβασμιωτάτου κι έβλεπα την ταπείνωση και την αγάπη του.

 

     Όταν φτάσαμε κοντά στο άλογο με το κάρο, εγώ ο αφελής, προσπέρασα το κάρο για να φύγουμε.

     Οπότε, ακούω:

     —Κ…! Τι λέγαμε τόσην ώρα; Για «αγάπη» δεν μιλούσαμε; Σταμάτα, να κάνουμε αγάπη!

     Έκανα πίσω. Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο. Αμέσως, ο Καλλίνικος, ο από τα χθες Άγιος Καλλίνικος Επίσκοπος Εδέσσης, σταμάτησε το άλογο που ήταν τόσο φοβισμένο, το ημέρεψε και είδα κάτι το καταπληκτικό: Ο Δεσπότης μας, έπιασε το άλογο από το χαλινάρι κι αυτό έγινε αρνάκι!

     Γυρίζει και λέει σε μένα και τον διάκο:

     —Φορτώστε τα πεσμένα τριφύλλια πάνω στο κάρο!

 

     Τα φορτώσαμε. Κατόπιν, ήρθε και το αφεντικό του κάρου. Άρχισε να μας ευχαριστεί.

     Έρχεται προς τα μένα κρυφά στο αυτί και με ρωτάει σιγανά:

     –Ποιός είναι αυτός που κρατάει το άλογο;

     –Ο Δεσπότης μας, ο Καλλίνικος!

     Αμέσως, συγκινήθηκε κι άρχισε να κλαίει.

    

    «Άγιος άνθρωπος!», είπα μέσα μου.

     Φορτώσαμε και φύγαμε...

 

 

[ Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου: 

«Κόσμημα της Εκκλησίας

(βίος και πολιτεία του αειμνήστου

Μητροπολίτου Εδέσσης Καλλινίκου)»,

Κεφ. 9ο («Αναμνήσεις του ποιμνίου»),

§9 («Διάφορα περιστατικά»), σελ. 446, 

Έκδοση Ιεράς Μονής

Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 1998.

Επιμέλεια ανάρτησης: 

π. Δαμιανός. ]









Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΣΙΔΕΡΟ

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΣΙΔΕΡΟ


     Μικρά που ήμασταν, εφτάχρονα παιδούδια τότε, είχαμε μια γριούλα στη γειτονιά μας που, από την πολλή μοναξιά της, φώναζε η καημένη τα βράδια και ξυπνούσε το γύρω τετράγωνο. Μαρία Καλαβρινού, λεγότανε (;). Δίχως σόι και συγγενείς. Σε προχωρημένα γεράματα πέθανε στο «Χαρίσειο» Γηροκομείο. Πήγαινε τακτικά η μάνα μου εκεί και την έβλεπε. Θεός σχωρέσ’ την! Ακόμη τη μνημονεύω για να της απευθύνω ένα εγκάρδιο και σωτήριο χαιρετισμό μέσα στο Μυστήριο του Θεού. Όσο στεκόταν στα πόδια της, άναβε τα καντήλια της εκκλησίας και διακονούσε στις υποθέσεις της ενορίας (βαφτίσια, γάμοι, κηδείες κτλ.). Όσοι είναι από το χωριό μου τη θυμούνται μια χαρά. Πήγαινα πού και πού προς αυτήν μαζί με τον αδελφό μου, κυρίως τα πρωινά, τάχα για «επίσκεψη», αλλά με απώτερο σκοπό να μας κεράσει κανένα γλυκό του κουταλιού που πάντα είχε φυλαγμένο βρέξει-χιονίσει· κάθε φορά κι άλλο γλυκό, άλλη γεύση. Τρόμος, μετά, η μάνα μας για το αν ήταν πλυμένο ή άπλυτο το κουτάλι που μας έδινε να μεταχειριστούμε. Όμως αυτό εντελώς φυσικά, δίχως υστερία, σιχασιά και απέχθεια. Βλέπετε, δεν υπήρχε καμία κορωνοϊοφοβία στον ορίζοντα του κόσμου. Χαλαρά και καθαρά ήταν όλα. Φαίνεται όμως ότι από τότε προ–καλωσόριζα το σάκχαρο στην ενήλικη ζωή μου. Το λοιπόν, θυμάμαι εκεί στο μικρό και μισοφωτισμένο καμαράκι της που είχε ένα τέτοιο μεγάλο παλιό σίδερο πάνω σε ένα επιτοίχιο ράφι. Βαρύ κι ασήκωτο. Μου είχε κάνει εντύπωση. Τη ρώτησα γι’ αυτό. Μου είπε την ονομασία και το σκοπό του. «Αφού δεν σιδερώνεις ποτέ, τότε τι το θέλεις;», τόλμησα και της είπα ανοιχτά την απορία μου. «Πώς δε σιδερώνω!», διαμαρτυρήθηκε αυτή κάπως θιγμένα, «εσύ δε με βλέπεις!». Ακόμη και τώρα, οφείλω να είμαι ειλικρινής, πιστεύω ότι δεν σιδέρωνε. Μια και όλα της τα ρούχα της τά ’παιρνε και της τά ’πλενε η μάνα μου. Και να, που η υπότιτλη φωτογραφία της ανάρτησης μού θύμισε εκείνο το παλιό και βαρύ σίδερο στο ράφι κι εγώ τώρα σας το αναφέρω έτσι για τη δόξα της ανάμνησης και του ποσταρίσματος. Το συμπέρασμα; Βαριά πυρωμένα σίδερα της Χάριτος, είθε να γίνουμε κι εμείς ώστε να σιδερώνεται έτσι κάπου-κάπου –«θεοπύρινα» ή «ατμοθεϊκά»!– πάσα ενδόμυχη κακία, πονηρία, αμαρτία, σκοτοδίνη, υποκρισία, σύγχυση, θλίψη, ηλιθιότητα, απρέπεια και ανελευθερία. Θα μου πείτε: «μα, τα έχουμε εμείς όλ’ αυτά; Είναι δυνατόν;». Δε ξέρω, μάλλον. Ή καλύτερα, οπωσδήποτε ως ένα σημείο κάτι απ’ αυτά ή μέρος απ’ αυτά. Οι πολλές τσαλακωσιές ή η καλή σιδερωσιά θα δείξει!…

 

π. Δαμιανός








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2020

Η ΣΥΝΕΤΗ ΣΥΖΥΓΟΣ

Η ΣΥΝΕΤΗ ΣΥΖΥΓΟΣ

     Ο όσιος Παναγής Μπασιάς (1801–1888), από το Ληξούρι της Κεφαλληνίας, είχε βαπτίσει την αδελφή του Σπύρου Μηνιάτη, που λεγόταν Ρουμπίνα. Αυτή παντρεύθηκε έναν πολύ σκληρό και βάναυσο άνδρα, που την κακομεταχειριζόταν.

 

     Ένα μεσημέρι, η οικογένεια του Σπύρου καθόταν στο τραπέζι και έτρωγε. Ξαφνικά, βλέπουν μπροστά τους αναπάντεχα τον άγιο, που απευθυνόμενος προς τον Σπύρο τού είπε:

     —Εε! Τι κάθεσαι;… Αυτή τη στιγμή την αδελφή σου, τη Ρουμπίνα, την δέρνει απάνθρωπα ο άνδρας της!... Και δεν φθάνει αυτό, αλλά της έσπασε και το χέρι της… Και το χειρότερο; Έκανε τα γαμήλια στεφάνια τους κομμάτια!...

     Και συνέχισε ακόμα πιο έντονα ο άγιος:

     —Πλην όμως, ο πρώτος γάμος είναι μυστήριο! Ακούς;

     Μετά απ’ αυτά τα λόγια, ο άγιος έφυγε βιαστικά.

 

     Το επεισόδιο που τους ανήγγειλε, γινόταν σ’ ένα χωριό, σε μακρινή απόσταση, αλλά ο Σπύρος πίστεψε ολόψυχα τον άγιο και στενοχωρήθηκε κατάκαρδα για την αδελφή του. Σηκώθηκε αμέσως, ετοίμασε το μουλάρι του κι έσπευσε να πάει να δει τι γίνεται στο σπίτι της.

 

     Όταν εκείνη τον είδε, τον δέχθηκε με χαρά και του είπε:

     —Πώς, αδελφέ μου, τέτοια ώρα, μεσημέρι, μ’ αυτή τη ζέστη του Ιουλίου, ξεκίνησες για ’δω;

     Ο Σπύρος τη ρώτησε χωρίς περιστροφές:

     —Ρουμπίνα, πού είναι ο άνδρας σου;

     —Αχ, Σπύρο μου! Είχε ξενύχτι απόψε στη δουλειά του και κουράστηκε και βγήκε έξω να συναντήσει κανέναν χωριανό, να του περάσει η ώρα.

     —Καλά, το χέρι σου τι έχει;

     —Αδελφέ μου, αυτές οι προβατίνες, όταν πρόκειται να βγουν έξω από το μανδρί, κάνουν πολλά πηδήματα. Μ’ έσπρωξαν, έπεσα και χτύπησα. Μα, δεν είναι τίποτα!... Έλα τώρα! Πάμε να ξεκουρασθείς και τ’ απόγευμα φεύγεις με τη δροσιά.

     Μπαίνοντας στο σπίτι, ο Σπύρος, αμέσως κοίταξε τα εικονίσματα, γιατί διαρκώς σκεπτόταν μέσα του τα λόγια του οσίου Παναγή.

     —Ρουμπίνα, πού είναι τα στέφανά σου; Δεν τα βλέπω!...

     Η αδελφή του, που δεν ήθελε επ’ ουδενί να διαλύσει τον γάμο της, δικαιολογείται και λέει:

     —Σπύρο μου, με τις δουλειές μου είχα καιρό να ξεσκονίσω και τα κατέβασα να τα καθαρίσω.

 

     Η γυναίκα προσπάθησε με όλη της τη δύναμη να κρύψει την άθλια συμπεριφορά του συζύγου της και να μη φανερώσει την αλήθεια. Αλλά ο αδελφός της, που όλα πια τα ήξερε με το διορατικό χάρισμα του οσίου Παναγή, της είπε:

     —Αδελφή μου! Σήκω να φύγουμε, γιατί ο άνδρας σου είναι σκληρός και σε βασανίζει. Εγώ ήρθα εδώ, γιατί μας αποκάλυψε την κατάστασή σου ο νονός σου ο παπα-Μπασιάς. Έλα μαζί μου, η ζωή σου εδώ θα είναι μαρτύριο!

 

     Η Ρουμπίνα όμως, συνετή και ανδρεία στην αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής, γνώριζε από τη συνείδησή της ότι δεν έπρεπε να διαλύσει το σπιτικό της, παρά τις σοβαρές αιτίες και τις ισχυρές αφορμές που παρουσιάζονταν για κάτι τέτοιο.

     Με θάρρος γυρίζει και του απαντά:

     —Αδελφέ μου! Όταν ο Θεός προστάζει, πρέπει να τα υπομένω όλα!...

 

     Έτσι ο αδελφός της, ο Σπύρος Μηνιάτης, έφυγε σκεπτικός από το σπιτικό της, διαπιστώνοντας ότι όλα τα λόγια του οσίου ήταν πέρα ως πέρα αληθινά…

 

 

[ «Χαρίσματα και Χαρισματούχοι»

(Ανθολογία χαρισματικών εκδηλώσεων),

Τόμος 1ος, Κεφ. Β΄, §26, σελ. 90–92,

Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου·

Ωρωπός Αττικής, 19979.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

     Υστερότοκος μιας οικογένειας με επτά παιδιά, ο όσιος Παΐσιος αφιερώθηκε στον Θεό από τη μητέρα του, έπειτα από το όραμα ενός αγγέλου. Όταν ενηλικιώθηκε, μετέβη στην έρημο της Νιτρίας, κοντά τον αββά Παμβώ [18 Ιουλ.], ο οποίος και τον έκειρε μοναχό. Υπάκουος στον πνευματικό πατέρα του, όπως ακριβώς θα ήταν απέναντι στον Ίδιο τον Θεό, προόδευσε γρήγορα στην οδό της ασκήσεως. Ακολουθώντας την εντολή που του έδωσε ο αββάς Παμβώ για να τον δοκιμάσει, να κρατά πάντα σκυμμένο το κεφάλι του δίχως να κοιτά κανέναν κατά πρόσωπο, ο Παΐσιος πέρασε τρία χρόνια με το βλέμμα καρφωμένο στη γη και με το πνεύμα βυθισμένο στην προσευχή, υποτονθορύζοντας τα λόγια της Αγίας Γραφής που γίνονταν στο στόμα του γλυκύτερα κι από μέλι.

 

     Μετά την κοίμηση του αββά Παμβώ, έζησε με τον άγιο Ιωάννη τον Κολοβό [9 Νοεμ.] στο ίδιο κελλί, συμμεριζόμενος την πνευματική κατάστασή του και την ασκητική πολιτεία του. Ωστόσο, μετά από λίγο καιρό ο Παΐσιος, ανατείνοντας προς μια υψηλότερη τελειότητα, άρχισε να νηστεύει όλη την εβδομάδα, τρώγοντας μόνο το Σάββατο ψωμί και αλάτι· κατόπιν, επέκτεινε τη νηστεία του σε δύο εβδομάδες συνεχώς και κυριεύθηκε από τη σφοδρή επιθυμία να αποσυρθεί μόνος με μόνο τον μόνο Θεό. Ανταποκρινόμενος στην προσευχή του να μάθει αν η επιθυμία αυτή ήταν πραγματικά εκ Θεού, εμφανίστηκε άγγελος και έδωσε εντολή στον συνασκητή του Ιωάννη να παραμείνει στον τόπο αυτό, για να οδηγεί στην οδό της αρετής όσους θα προσέρχονταν μελλοντικά προς αυτόν, ενώ υπέδειξε στον Παΐσιο να αποσυρθεί στο δυτικό μέρος της ερήμου της Σκήτης. Φθάνοντας στον τόπο που του υπέδειξε ο άγγελος του Κυρίου, ο Παΐσιος έσκαψε ένα σπήλαιο μέσα σ’ έναν βράχο και εκεί αφιερώθηκε ολοσχερώς στην προσευχή με τέτοιον ζήλο, ώστε ο Χριστός τού εμφανιζόταν συχνά δείχνοντας την εύνοιά Του και προλέγοντας ότι η έρημος εκείνη θα γέμιζε σύντομα με ασκητές που θα έρχονταν να μιμηθούν τη βιοτή του. Του υποσχέθηκε εξάλλου ότι θα φρόντιζε για τις υλικές ανάγκες τους και θα τους προστάτευε από τις παγίδες των δαιμόνων. Ο Παΐσιος αντιστεκόταν με γενναιότητα στους πειρασμούς· και όταν παρουσιάσθηκε ένας πλούσιος Αιγύπτιος για να του προσφέρει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, εκείνος τον απέπεμψε χωρίς δισταγμό, διαβλέποντας ότι επρόκειτο για μια παγίδα του διαβόλου που έστησε ο διάβολος με σκοπό να απολέσει τη χάρη της ευαγγελικής πενίας.

 

     Κατά τη διάρκεια μιας έκστασης μεταφέρθηκε στον Παράδεισο, εν μέσω της Εκκλησίας των Πρωτοτόκων, και έλαβε τη χάρη να απαλλαγεί οριστικά από την ανάγκη της τροφής και να τρέφεται μόνο με τη θεία Κοινωνία που λάμβανε κάθε Κυριακή. Πέρασε έτσι εβδομήντα ολόκληρα χρόνια, μέχρι το τέλος της ζωής του, δίχως να αισθάνεται την πείνα, διότι η θεία Χάρη ερχόταν να τον ενδυναμώσει.

 

     Η ακτινοβολία της αγιότητός του απλώθηκε μακριά και μοναχοί και λαϊκοί συνέρρεαν για να του ζητήσουν να εγκαταβιώσουν κοντά του, όπως ακριβώς οι μέλισσες μαζεύονται στην κυψέλη προκειμένου να γευθούν το πνευματικό μέλι της ουράνιας διδαχής του. Με υπέρτατη σοφία και θαυμαστή διάκριση ο όσιος άφηνε άλλους να ασπασθούν ευθύς τον ερημητικό βίο, ενώ συνιστούσε σε άλλους να ζήσουν μέσα στην μοναστική κοινότητα με υποταγή και προσευχή, ο καθένας ανάλογα με τα προσωπικά μέτρα των δυνατοτήτων του. Σε όλους έδινε, ωστόσο, την απαράβατη εντολή να μην πράττουν τίποτε εξ ιδίου θελήματος, αλλά να ενεργούν σε όλα σύμφωνα με τη γνώμη του πνευματικού πατέρα τους.

     Αφού παρέδωσε τις διδαχές του σε αυτούς τους πρώτους μαθητές του, αποσύρθηκε για τρία χρόνια σε σπήλαιο βαθιά στην έρημο και έδεσε εκεί τα μαλλιά του που είχαν μακρύνει σε έναν μικρό πάσσαλο μπηγμένο ψηλά, έτσι ώστε να είναι αναγκασμένος να είναι όρθιος. Σε απάντηση της νέας αυτής βίας κατά της φύσεως, ο Χριστός εμφανίσθηκε σε αυτόν μέσα σε πλήρη δόξα και του υποσχέθηκε να συγχωρεί κάθε αμαρτωλό για τον οποίο θα μεσίτευε ο δούλος Του. Έτσι, λίγο αργότερα, ο Παΐσιος μπόρεσε να τραβήξει κυριολεκτικά από την κόλαση τη ψυχή ενός αμελούς μοναχού, χάριν του οποίου ο πνευματικός πατέρας του ήλθε να ζητήσει τη θεοπειθή προσευχή του ανθρώπου του Θεού.

 

     Παρά το γεγονός ότι προσπαθούσε να αποσύρεται όλο και πιο μακριά από τους ανθρώπους, ο Θεός τού έδωσε εντολή να επιστρέψει στην «έξω έρημο» (Νιτρία) για να διδάσκει τους μοναχούς· και υποσχόμενος σε αυτόν διπλή ανταμοιβή, του είπε χαρακτηριστικά: «Αυτός που ασκητεύει είναι δούλος Μου· ενώ εκείνος που μπαίνει στην υπηρεσία των άλλων για να τους διδάξει, είναι υιός και κληρονόμος Μου!». Μαθαίνοντας την άφιξη του Παϊσίου οι μοναχοί της Νιτρίας, έσπευσαν να τον υποδεχθούν. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Ιωάννης ο Κολοβός, ο παλαιός συνασκητής του, ο οποίος κτυπώντας την πόρτα του κελλιού του, άκουσε τον Παΐσιο να συνδιαλέγεται με κάποιο μυστηριώδες πρόσωπο· μεγάλη ήταν η έκπληξή του όταν ανακάλυψε μπαίνοντας ότι ο Γέροντας ήταν μόνος. Ο Παΐσιος τού αποκάλυψε ότι επρόκειτο για τον άγιο Κωνσταντίνο τον Μέγα [21 Μαΐου], ο οποίος είχε σταλεί από τον Θεό κοντά του για να του φανερώσει τον θαυμασμό του για τους μοναχούς και τους αγώνες τους και για να ομολογήσει ότι ο ίδιος δεν είχε αποκτήσει στον Ουρανό παρόμοια δόξα και παρόμοια οικειότητα με τον Θεό όσο αυτοί. Τέλος, ο αυτοκράτορας και ισαπόστολος της Εκκλησίας μας, πρόσθεσε με κάθε ειλικρίνεια και ευθύτητα ότι είχε μετανιώσει που όσο ζούσε επί γης δεν εγκατέλειψε την ένδοξη πορφύρα για το τραχύ ένδυμα των ταπεινών πλην θεοφόρων μοναχών.

 

     Ο αββάς Ποιμήν [27 Αυγ.], ενώ ήταν ακόμη νέος, ήλθε να επισκεφθεί τον άνθρωπο του Θεού μαζί με τον άγιο Παύλο τον Θηβαίο [15 Ιαν.], ο οποίος ήταν φίλος του Παϊσίου· αλλά κυριευμένος από φόβο, δεν τόλμησε να διαβεί το κατώφλι. Καταλαβαίνοντας ότι έμενε απ’ έξω, ο όσιος Παΐσιος τού είπε να εισέλθει, τον ασπάσθηκε με αγάπη και προέβλεψε ότι θα γινόταν ένας φωστήρας της ερήμου και αιτία σωτηρίας για πολλούς. Με βάση αυτό το γεγονός, ας σημειωθεί ότι ο ελληνικός Βίος θέλει τον Παΐσιο σύγχρονο των πρώτων μοναχών της Αιγύπτου, ενώ οι ανατολικές πηγές τον τοποθετούν, περισσότερο ευλογοφανώς, στην τρίτη γενιά των μοναχών της Σκήτης.

 

     Ενώ ο όσιος Παΐσιος ζούσε απομονωμένος, οι μαθητές του είχαν συγκροτήσει στα πλησιόχωρα ένα είδος κοινότητας ερημιτών. Με τη μεγάλη πείρα που είχε στους πνευματικούς αγώνες, διόρθωνε τις πλάνες τους, τους παρότρυνε σε συνεχή μετάνοια και τους βοηθούσε να διακρίνουν ανάμεσα στους πειρασμούς των δαιμόνων και στους λογισμούς που υπέβαλλαν τα ίδια τους τα πάθη.

 

     Μάλιστα, με την προσευχή του μια μέρα έδεσε τον δαίμονα και τον εμπόδισε να πειράζει πλέον τους αδελφούς που ήσαν υπερβολικά αδύναμοι για να αγωνισθούν εναντίον του. Μια άλλη φορά, υπό την απειλή του οσίου, ο πονηρός ομολόγησε ότι δεν πολεμούσε τους αρχάριους, γιατί η θεία Χάρη και ο ζήλος τους τούς προστάτευαν αρχικά, αλλά περίμενε καρτερικά την ώρα που θα άρχιζαν σταδιακά να πέφτουν στην αμέλεια, για να τους πιάσει μετά άκοπα στα δίχτυα του.

     Ερωτούμενος ποια ήταν η μεγαλύτερων των αρετών, ο όσιος απάντησε: «Αυτή που πραγματοποιείται εν τω κρυπτώ». Σε έναν άλλον αδελφό που του έθεσε την ίδια ερώτηση, αποκρίθηκε: «Η μεγαλύτερη αρετή είναι να ακολουθεί κανείς τη συμβουλή του άλλου και όχι το δικό του θέλημα». Όσο για τον ίδιο, όταν βρισκόταν μεταξύ των αδελφών, δεν άφηνε να αποκαλυφθεί τίποτα από την ασκητική πολιτεία του· κι αν γινόταν γνωστή και φανερή κάποια ασκητική πρακτική του, ευθύς την εγκατέλειπε ανενδοίαστα για να αποφύγει έτσι την εκτίμηση και τον έπαινο των ανθρώπων.

 

     Μια μέρα, καθώς προσευχόταν μέσα στο κελλί του, του φανερώθηκε ο Χριστός μαζί με δύο αγγέλους Του· και ο όσιος Παΐσιος, μιμούμενος κατά πάντα τον πατριάρχη Αβραάμ που υποδέχθηκε και φιλοξένησε τον Τριαδικό Θεό με τη μορφή και παρουσία των Τριών Αγγέλων (Γεν. 18, 4), Του ένιψε με ευλάβεια τα πανάχραντα πόδια Του. Ο Κύριος τότε τον ευλόγησε και του είπε: «Ειρήνη σε σένα, εκλεκτέ δούλε Μου!». Ένας από τους μαθητές του, που ήταν μεν απών εκείνη την ιερότατη στιγμή αλλά κατέφθασε αργότερα, αρνήθηκε να δοκιμάσει και να πιει το παναγιασμένο νερό που χρησίμευσε για τη νίψη των Δεσποτικών ποδιών. Ο άγιος τον έστειλε τότε στον τάφο τριών αγίων ανθρώπων που ήσαν προικισμένοι με το χάρισμα της προφητείας και ένας από αυτούς αναστήθηκε μόνο και μόνο για να τον παροτρύνει στην αγόγγυστη και αδιάκριτη πλέον υπακοή. Ο μαθητής μετανόησε τότε πικρά για τη φρικτή ανυπακοή του, που του είχε στερήσει την υπέρτατη ευλογία και χάρη της γεύσεως των θείων απολουσμάτων.

 

     Φθάνοντας σε προχωρημένη ηλικία ο όσιος Παΐσιος, μετέβη στον αββά Παύλο και πέρασαν για ένα διάστημα μαζί. Σαν νεαρός αρχάριος, παρακινούσε τον άλλον Γέροντα σε άμιλλα ως προς τον ζήλο, προκειμένου να προσθέσουν νέες αναβάσεις στην προσευχή, για όσο καιρό ακόμη θα τους έδινε ο Κύριος τη δύναμη. Κατόπιν, επιστρέφοντας στην έρημό του, εκοιμήθη εν ειρήνη, προλαβαίνοντας τον άγιο Παύλο στις αυλές των δικαίων. Λέγεται ότι ο αββάς Ισίδωρος, μαθαίνοντας την εκδημία του, ήλθε να πάρει το λείψανο του ανθρώπου του Θεού, για να το μεταφέρει στην Πισιδία. Όταν το πλοίο, στο οποίο το είχε βάλει, έφθασε κοντά στον τάφο του οσίου Παύλου, ακινητοποιήθηκε. Ένας διορατικός ερημίτης εξήγησε ότι αυτό ήταν σημείο εκ Θεού, που υποδείκνυε ότι έπρεπε να πάρουν επίσης μαζί τους και το σώμα του Παύλου. Έτσι, ανταμωμένοι κατά σάρκαν και μετά θάνατον, οι δύο όσιοι κατατέθηκαν σε ένα μοναστήρι στην Πισιδία, όπου επιτέλεσαν πλήθος θαυμάτων. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν είναι γνωστές άλλες μαρτυρίες για την τιμή των δύο μεγάλων Αιγυπτίων οσίων στη χώρα της Πισιδίας.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.

ἔνσαρκος ἄγγελος, τῶν Μοναστῶν κορωνίς, ὁ ἄσαρκος ἄνθρωπος, τῶν οὐρανῶν οἰκιστής, ὁ θεῖος Παΐσιος, χαίρει τῇ αὐτοῦ μνήμῃ, σὺν ἡμῖν ἑορτάζων, νέμει τοῖς κοπιῶσι, διὰ αὐτὸν θείαν χάριν· διὸ ἐν προθυμίᾳ πολλῇ, τοῦτον τιμήσωμεν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.

ς τῆς ἐρήμου πολιοῦχον καὶ κοσμήτορα, καὶ τῶν Ὁσίων ἐγκαλλώπισμα καὶ σέμνωμα, μακαρίζομέν σε πάντες Θεοῦ θεράπον· σὺ γὰρ ὤφθης ἐκ παιδὸς ὅλος θεόληπτος, καὶ προσφόρως τῇ σῇ κλήσει πεπολίτευσαι, διὸ κράζομεν, χαίροις Πάτερ Παΐσιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Τῷ Χριστῷ ἐκ βρέφους ἀνατεθείς, ηὔξησαι εἰς μέτρον, ἡλικίας πνευματικῆς, καὶ τῶν ἐν ἐρήμῳ, στῦλος φωτὸς ἐφάνης, Παΐσιε παμμάκαρ, Αἰγύπτου βλάστημα.


 

 

[ Ιερομονάχου Μακαρίου

Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·

Τόμος (Ιούνιος),

σελ. 226–230.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Ξενοφών Κομνηνός.

Θεώρηση κειμένου:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήνα, Φεβρουάριος 2008.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2020

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΖΑΠΙΕΣ

Ο ΟΣΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΖΑΠΙΕΣ

     Ο όσιος Παρθένιος ο Χίος (1815–1883), νεαρός ακόμη μοναχός, θέλησε κάποτε ν’ ασκητέψει στην περιοχή «Πένθοδο», η οποία ανήκε στην περίφημη Νέα Μονή της Χίου. Ο τότε ηγούμενος Μελέτιος Φλουράς, όχι μόνο δεν του το επέτρεψε, αλλά και τον κατήγγειλε στον δεσπότη της Χώρας Γρηγόριο Κωνσταντινίδη (18501918· ποιμαντορία: 18291837). Κι αυτός τότε έστειλε έναν ζαπιέ, τούρκο χωροφύλακα, για να συλλάβει τον όσιο και να τον φέρει ενώπιόν του.


     Ο ζαπιές, άνθρωπος απλοϊκός και καλοπροαίρετος, πήγε αρματωμένος και συνάντησε τον νεαρό ασκητή.

     —Εσύ είσαι ο καλόγερος; Εσύ κάνεις το νταβαντούρι; Πού είναι το μοναστήρι σου;

     Ο όσιος τού έδειξε μια σπηλιά και ένα μικρό εκκλησάκι πιο δίπλα από ξερολιθιά.

     —Βάι, βάι! Τέτοια φτώχεια! Εσένα θένε να πάνε στη φυλακή; Φυλακή γκιουζέλ για σένα. Ο ασκητής έμαθε τον σκοπό του ερχομού του και τον παρακάλεσε να ξεκινήσουν την επομένη, το πρωί. Ήθελε ν’ αποφύγει, σαν νέος μοναχός που ήταν, τους νυκτερινούς πειρασμούς της πολιτείας.


     Ο τούρκος έδειξε κατανόηση και τον ρώτησε:

     —Και πού θα μείνω τη νύχτα;

     —Εκεί, στη σπηλιά.

     —Όχι, μωρέ! Με πλακώνει η καρδιά μου…

     —Θες μήπως εδώ στο εκκλησάκι;

     —Θέλω. Θα κοιμηθώ όμως απ’ έξω. Μέσα είναι αμαρτία. Μέσα θα κοιμηθείς εσύ. Δική σου είναι η εκκλησία!...

     Έφαγαν κάτι φτωχικά και ο ζαπιές έβγαλε και πρόσφερε στον όσιο ρακί.

     —Εγώ δεν πίνω! είπε εκείνος με ήρεμη ευθύτητα.

     —Εγώ κάνει να πιω εδώ, που είναι η Παναγία;…

     —Κάνει, κάνει να πιεις! συγκατένευσε ο αγαθός ασκητής.

     Ήπιε λίγο ο ζαπιές και στο τέλος αποκοιμήθηκε.


     Τη νύχτα, τα μεσάνυκτα, κοιμήθηκε. Μα, ξάφνου, σαν ν’ άκουσε ένα μουρμουρητό. Πλησιάζει στο εκκλησάκι, σκύβει στο πορτάκι του, και μένει αποσβολωμένος. Στο τρεμάμενο φως του καντηλιού ο όσιος προσευχόταν. Δεν ακουμπούσε όμως στη γη κι ήταν λουσμένος μ’ ένα φως ιλαρό, υπερκόσμιο!... Είχε σηκώσει τα χέρια και το φως ακτινοβολούσε γύρω του. Σε λίγο χαμήλωσε τα χέρια. Το φως χάθηκε. Ο μοναχός προσευχόταν για την αναξιότητά του κι έκλαιγε, όλο έκλαιγε… Κι ο τούρκος άκουγε τούτο το κλάμα, εκστατικός, ένα κλάμα βουβό και σιγανό, ανάμεσα στα συντετριμμένα λόγια της προσευχής που ήταν σαν τα δροσερά ζουμπούλια της χαραυγής στο μουσκεμένο χώμα.

     Μόλις έφεξε, έφυγε ο ζαπιές αναστατωμένος, σκεφτικός και μόνος του για τη Χώρα. Δεν τόλμησε να ενοχλήσει τον όσιο του Θεού και να τον πάρει με το ζόρι μαζί του.

     Ο δεσπότης απόρησε:

     —Πού είναι ο καλόγερος; ρώτησε επιτακτικά.

     —Δεσπότη, εφέντη, ο καλόγερος είναι άνθρωπος του Θεού! είπε ο τούρκος και διηγήθηκε καταλεπτώς όλα όσα είχε δει.

     Ο επίσκοπος κατάλαβε. Έμαθε εκείνο που ήθελε· ή μάλλον έμαθε για εκείνο που δεν προσδοκούσε ποτέ. Στέλνει τώρα έναν άλλον χωροφύλακα, ο οποίος φέρνει τον άκακο όσιο αυθημερόν στη Χώρα.

     —Εσύ είσαι ο Παρθένιος; τον ρώτησε.

     —Εγώ!... αποκρίθηκε εκείνος ειρηνικά βάζοντας βαθιά μετάνοια.

     —Σε κατηγορούν…

     —Δίκιο έχουν! Δική τους είναι η περιοχή.

     —Τι κάνεις πάνω στο βουνό;

     —Προσεύχομαι.

     —Σε ποιον άγιο;

     —Στον όσιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο.


     Το όνομα του αγίου λες και τρόμαξε τον επίσκοπο.

     —Εκείνος έβλεπε το άκτιστο φως, αλλά κι εσύ το βλέπεις! είπε ο δεσπότης με ιερή πεποίθηση και κάρφωσε το βλέμμα του στο βλέμμα του απόκοσμου ασκητή.

     —Εγώ, ο αμαρτωλός; διαμαρτυρήθηκε ο όσιος, έτοιμος να κλάψει σαν παιδί.

     Ο δεσπότης τον κοίταζε προσεκτικά. Διέκρινε σ’ αυτόν τον μοναχό μια δυνατή λάμψη. Ένα φως νηπτικών βιωμάτων, μεταρσιώσεων και καταστάσεων. Σηκώθηκε αυθόρμητα να τον ασπασθεί κι ένιωσε να τον συγκλονίζει η μυστική αγιότητά του.

     —Καλά, παιδί μου!... Πήγαινε στο καλό!... Να πορεύεσαι όπως πορεύεσαι και να θυμάσαι κι εμένα πού και πού στην προσευχή σου!...


 

[ (1) «Χαρίσματα και Χαρισματούχοι»

(Ανθολογία χαρισματικών εκδηλώσεων),

Τόμος 3ος, Μέρος Ι΄, Κεφ. 17ο,

§6, σελ. 214–217,

Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου,

Ωρωπός Αττικής 1997.

(2) Γεωργίου Διλμπόη:

«Τ’ Αγιομαρκάκι»

(Ο Παρθένιος της Αληθείας),

Τόμος Α΄.

Εκδόσεις «Γρηγόρη»·

Αθήνα, Μάρτιος 2008.

(3) Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]







 

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Τρίτη, 16 Ιουνίου 2020

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΟΧΗ

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΟΧΗ

     Τα τελευταία χρόνια, θέλοντας και μη, έχω γνωρίσει έναν πραγματικά ζοφερό και τοξικότατο άνθρωπο, ο οποίος, μοιάζει καταπληκτικά, «ψυχοδιδυμικά» θα έλεγα, με την προσωπικότητα αυτής που πήγε κι έριξε το βιτριόλι. Έτσι. Για τη χαρά της καταστροφής, για την ικανοποίηση του φθόνου. Όλος ο άδης μέσα μας κι εμείς δεν το καταλαβαίνουμε. Δεν θέλουμε να το καταλάβουμε, γιατί αν το καταλάβουμε ποτέ –πράγμα σχεδόν αδύνατον–, τότε θα πρέπει να σηκώσουμε μανίκια και να κάνουμε δουλειά στον αγρό της ψυχής μας. Οι «ελευθέρας βοσκής» εμμονικοί τύποι, είναι οι πιο επικίνδυνοι. Βρίσκονται παντού τριγύρω μας και πολλές φορές φορούν τη μάσκα του θρησκευτικού ανθρώπου, αυτού που πιστεύει, αυτού που είναι «ηθικός», αυτού που πάει στο κατηχητικό, αυτού που έχει πνευματικό, αυτού που κάνει και «δωρεές» πού και πού, για να του είναι υποχρεωμένος και δεσμευμένος και στο τέλος για να του χαριστεί ο ιερεύς. Μη σου τύχει. Όζει ψυχική αρρώστια από παντού και πνευματικό χάος. Η δυσαρμονία που έχουν αυτοί οι άνθρωποι θα έλεγα πως καθρεφτίζει για τα καλά την άσχημη παιδαγωγία που λάβανε από τα γεννοφάσκια τους· η θλιβερή τοξικότητά τους φανερώνει εκρηκτικά τα κενά, τα τραύματα και τις συγχύσεις που κουβαλούνε παιδιόθεν σιωπηλά, ίσως και το στρεβλό ιστορικό του αχαρίτωτου dna τους. Μη πάμε σε ατέρμονες θεωρίες, πάμε στο δια ταύτα: Προσευχή και Προσοχή χρειάζεται. Από όλους μας. Κληρικούς και λαϊκούς. Άνδρες και γυναίκες. Νέους, γέρους και παιδιά ακόμη. Γιατί; Γιατί οι λογισμοί, οι εμμονές και οι ανυπόστατες ιδέες μάς πολιορκούν ανά πάσα ώρα και στιγμή, φυτεύοντας στανικά μέσα στην καρδιά μας τις αντίστοιχες με τα παραπάνω ψευδεπίγραφες διαθέσεις. Όταν ζούμε και προσκυνούμε το ψέμα των παθών γευόμαστε εσωτερικά την κόλαση που αυτά συνιστούν. Οι αφιλτράριστες διαθέσεις καλλιεργούν φρούδα και ατακτοποίητα συναισθήματα. Η αρχή του παραλόγου μέσα μας. Και τα ειδωλικά τούτα συναισθήματα στο ζενίθ της ασυγκράτητης οργής τους σε χρόνο ντε-ντε μετατρέπονται σε πράξεις αναίτιου αφανισμού. Καλά λέει ο Ψαλμωδός: «Κτηνώδης» γίνεται στην κυριολεξία ο άνθρωπος αν λίγο απομακρυνθεί από την πράξη και το πνεύμα των θείων Εντολών. Αν λείψει η Ευχή από την καρδιά, αν παραγκωνιστεί για λίγο το ψυχοσωτήριο Όνομα του Χριστού, που ισορροπεί και ειρηνεύει τη λογισμοκυβέρνητη φύση μας και φέρνει σταδιακά την καταλλαγή και τον αγιασμό της Χάριτος στα ταραχώδη μας έγκατα, αν εμείς φύγουμε από τη συνειδητή και όχι επιφανειακή μυστηριακή ζωή, αν αδιαφορήσουμε για τη «φυλακή του νοός» («φυλάω [και δεν πιστεύω] τον νου μου!»: να η ουσία της νηπτικότητας, δηλαδή της εργασίας της εν Χριστώ θεραπείας μου) με τη βοήθεια της χάριτος και του πνευματικού, κανείς μας δεν γνωρίζει πόσο εύκολο και πόσο στιγμιαίο είναι να περάσουμε τη λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη λογική και στην παράνοια, ανάμεσα στη γαλήνη της καρδιάς και στον όλεθρο των παθών. Όσο βοάτε το Όνομα του Χριστού, τόσο θα μαστιγώνετε με τη θεία δύναμη τους δαίμονες που φέρνουν –με την άδειά μας πάντα– τον σκοτασμό των οικείων παθών μέσα μας. Όσο βοάτε με λαχτάρα και όχι με ξηρότητα ή τυπικότητα τον Χριστό, τόσο η ψυχική και πνευματική υγεία θα ελκύεται αισθαντικά προς το ταμείο της καρδιάς. Μας λείπει ο καρδιοστάλακτος τρόπος της Προσευχής. Κι αυτό είναι ένα θέμα για όλους. Μια πονεμένη ιστορία. Ο Χριστός δεν θέλει τον τύπο, την τυπολατρεία, ειδικά εκείνο τον τύπο που εξυπηρετεί τα πάθη ή την υποκρισία μας. Ο Χριστός συγκινείται με την καρδιά, γιατί αυτήν μονάχα διεκδικεί από εμάς. Και η καρδιά, αν λίγο συγκινηθεί διά του Χριστού, τότε μαθαίνει και να προσεύχεται και να προσέχει στο επίγειο διάβα της. Προσευχή και Προσοχή, λοιπόν.

π. Δαμιανός








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΗΣ ΦΛΑΜΟΥΡΙΑΣ

ΤΟ ΑΡΩΜΑ ΤΗΣ ΦΛΑΜΟΥΡΙΑΣ

     Κάπου εκεί, σιμά στην πόρτα της, σε καλωσορίζει δίχως φθόγγους μια μεγάλη πυκνόφυλλη φλαμουριά που σκορπίζει δροσιστικά το μεθυστικό άρωμά της παντού στην αυλή της αλλά και στη γύρω γειτονιά. Με είχε ειδοποιήσει ήδη από την Κυριακή της Πεντηκοστής, αλλά λόγω του εξαιρετικά μεγάλου φόρτου της ημέρας, ήρθε τούτη η (περασμένη) Κυριακή για τη Μετάληψή της. Που λέτε, θέλει άλλα πέντε χρόνια για να κλείσει έναν αιώνα ζωής. Ένας αιωνόβιος άνθρωπος. Ένας αιώνας κι ένας άνθρωπος. Μια εξίσωση και αλληλοπεριχώρηση μεγεθών, ανάμεσα στη βιοτή και στο μυστήριο. Μα, σίγουρα έχει ο άνθρωπος ηλικία; Ρωτήστε λίγο την καρδιά σας ο καθένας και μετά πείτε μου. Πέρασα σιμά από την υψίκορμη φλαμουριά της, ανέβηκα τα λίγα σκαλιά της βεραντούλας της και προχώρησα κατευθείαν μέσα στο ήσυχο κι αδειανό σπίτι της. Όλα περιποιημένα και γαλήνια. Την βρήκα καθήμενη. Με περίμενε με τη λαχτάρα έκδηλη. Η αντίληψή της καθαρή. Με κοίταζε στα μάτια και μου έστελνε αιτήματα. Παραδόξως, τα καταλάβαινα όλα. Όλη η ζωή της λες και πέρασε σαν ταινία από μπροστά μου. Να με συγχωρείτε, αν δεν ξέρω τι λέω τώρα. Ξέρω όμως τι ένιωσα. Παρόλο που ενημερώθηκα για κάποιες διαλείψεις άνοιας ένεκα των τόσων χρόνων που βαστάει υπομονετικά, όλα πήγαν καλά. Με είδε με το Σώμα και Αίμα του Κυρίου, της Ζωής της ζωής μας, και πόσο χάρηκε! Κι εγώ, χάρηκα που χάρηκε διπλά. Άρχισα έναν διάλογο προσευχών μαζί της. Με ευχές και καναδυο τροπάρια, μπόρεσα να την αγκαλιάσω σεβαστικά. Η καρδιά της άνοιξε ωσάν το ρόδο της αυγής και ανταποκρίθηκε. Εκείνο το εταστικό της βλέμμα πήρε μια θεσπέσια υγράδα και γέμισε δάκρυ. Και αυτό το δάκρυ έγινε σιωπηλά προσευχή και εξομολόγηση προς τον Θρόνο του Θεού. Πόσο τελικά δε χρειαζόμαστε τα λόγια! Πόσα λέμε μονάχα με τα δάκρυα! Η ζωή μας όλη μέσα στον γυαλιστερό κουμπαρά των δακρύων. Όσοι κοινωνούν με δάκρυα μακαρίζονται από τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο. Κι εγώ πάλι μακαρίζω τους ιερείς που αξιώνονται να κοινωνούν συντετριμμένους και δακρυρροούντες πιστούς. Η δυστυχία και η οδύνη της Εκκλησίας είναι όταν προσέρχονται οι πιστοί της με ξηρότητα αισθημάτων, με σκληρότητα υποκρισίας, με αβάθεια αυτοδικαίωσης, με βαναυσότητα μνησικακίας, με κάθε ανευλάβεια και απροετοιμασία. Η δε ουρανότερπνη ευτυχία της, όταν η συντριβή των κοινωνούντων μουσκεύει ακράτητα το πορφυρό μάκτρο του Αγίου Ποτηρίου. Έτσι κάμπτεται ο Θεός· και η ευσπλαχνία Του γίνεται κύμα σωτηρίας για όλους μας, που αναδύεται με ουράνια δόξα και μέθεξη μέσα από το Άγιο Ποτήριο. Της ευχήθηκα ολοκάρδια, μέσα από τη ψυχή μου κι έφυγα γρήγορα, μα ευτυχισμένος για μια τέτοια Μετάληψη. Δεν έχω λόγια, άλλο. Είναι η δική μου πληρωμή και η δική μου πληρότητα. Το άρωμα της πυκνόφυλλης και σκιερής φλαμουριάς με κυνηγούσε ίσαμε το Ιερό. Και η δακρύφωτη συγκίνηση της αγαπημένης μου γιαγιούλας με μεταρσίωσε για ώρες και ημέρες μπορώ να πω!…

π. Δαμιανός







Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


ΑΓΙΟΣ ΤΥΧΩΝ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΑΘΟΥΝΤΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΤΥΧΩΝ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΑΘΟΥΝΤΟΣ

     Ο άγιος πατήρ ημών Τύχων ήταν γιος ταπεινών χριστιανών της Αμαθούντος, πόλης της νότιας Κύπρου. Αφιερωμένος παιδιόθεν στον Θεό, μεγάλωσε μέσα στην ευσέβεια και έγινε αναγνώστης στον ναό. Ο πατέρας του ήταν αρτοποιός και ανέθετε σε αυτόν να πηγαίνει στην πόλη να πουλά τα ψωμιά. Ο Τύχων όμως, βάζοντας σε πράξη τις ευαγγελικές εντολές, τα έδινε όλα χάρισμα στους φτωχούς. Όταν το έμαθε αυτό ο πατέρας του, εξοργίσθηκε. Το παιδί τού απάντησε ότι το μόνο που έκανε ήταν να δανείζει τα ψωμιά στους φτωχούς και ότι θα λάβαινε πίσω στο εκατονταπλάσιο τα χρωστούμενα, σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου. Και πράγματι, ο λόγος του παιδιού έγινε πράξη καθότι βρέθηκαν, με θαυμαστό και ανεξήγητο τρόπο, οι αποθήκες του σπιτιού γεμάτες σιτάρι.

     Μετά τον θάνατο του γονιού του, μοίρασε τα υπάρχοντά του· και, απορρίπτοντας τις μέριμνες του κόσμου, για να σηκώσει τον γλυκύ και ελαφρύ ζυγό του Χριστού, παρουσιάσθηκε στον επίσκοπο Μνημόνιο. Εκείνος, διακρίνοντας τα προσόντα του νέου, τον χειροτόνησε διάκονο και του ανέθεσε τη διαχείριση των εκκλησιαστικών αγαθών και τη διδασκαλία του λαού. Με λόγους γεμάτους φλόγα και θεϊκή αγάπη, ο Τύχων ανασκεύαζε εύκολα τις πλάνες των εβραίων και των ειδωλολατρών και πολλούς μεταξύ αυτών οδηγούσε στον επίσκοπο για να βαπτισθούν. Όταν εκοιμήθη ο Μνημόνιος, ο Τύχων χειροτονήθηκε επίσκοπος Αμαθούντος από τον άγιο Επιφάνιο [12 Μαΐου] και έκτοτε διέλαμψε στο λυχνάρι της Εκκλησίας, άλλους πείθοντας για την ευαγγελική αλήθεια με αδιάσειστα επιχειρήματα και άλλους με λαμπρά θαύματα. Εξέβαλλε δαιμόνια, θεράπευε ασθενείς του σώματος και του πνεύματος, και έκανε τα αδύνατα δυνατά με τη Χάρη του Θεού που ενεργούσε διά μέσω αυτού. Επειδή ορισμένοι ειδωλολάτρες παρέμεναν προσκολλημένοι στη λατρεία των ψευδών θεών, ο άγιος εισέδυσε στον ναό τους και γκρέμισε τα άψυχα ξόανα. Κρατώντας ένα μαστίγιο στο χέρι έδιωξε την ιέρεια της Αρτέμιδος, Ανθούσα, η οποία τον είχε καθυβρίσει. Αυτή η ίδια αργότερα, αντιλαμβανομένη ότι η δύναμη του Θεού ήταν με τον άγιο, ομολόγησε τον Χριστό και βαπτίσθηκε παίρνοντας το όνομα Ευανθία. Μια μέρα ψεκτής εορτής, οι ειδωλολάτρες οργάνωσαν μια πομπή με το άγαλμα της θεάς της Κύπρου, εν μέσω χορών και αισχροτήτων. Τη στιγμή όμως που περνούσαν κοντά από την εκκλησία, βγήκε ο άγιος Τύχων, συνέτριψε το άγαλμα και ανέτρεψε με τέτοιον τρόπο τις δεισιδαιμονίες των ειδωλολατρών, ώστε όλοι τους μεταστράφηκαν και ζήτησαν να βαπτισθούν. Μια άλλη φορά, ο άγιος επίσκοπος κατηγορήθηκε από δύο εθνικούς, τον Καλύκιο και την Κλεοπάτρα, και χρειάσθηκε να παρουσιασθεί ενώπιον του διοικητή του νησιού. Απάντησε στον δικαστή ότι όντας δούλος του φιλάνθρωπου Θεού δεν μπορούσε να αποφύγει να Τον μιμείται και να ευσπλαχνίζεται όλους εκείνους που βρίσκονταν στα σκοτάδια της πλάνης, διδάσκοντάς τους ότι υπάρχει μόνο ένας αληθινός Θεός. Προσέθεσε ότι θεωρούσε τους εθνικούς ως ασθενείς, τους οποίους είχε εκ Θεού αποστολή να γιατρέψει και ότι ήταν καθόλα έτοιμος ο ίδιος να υποστεί τις ύβρεις και την κακομεταχείριση εκ μέρους τους, ως ισχνό αντίκρισμα των όσων είχε υποφέρει ο Κύριος για τη Σωτηρία μας. Εντυπωσιασμένος από την ήρεμη παρουσία του αγίου, ο κριτής τον άφησε ελεύθερο, πολλοί δε μεταξύ των παρευρισκόμενων μεταστράφηκαν εξαιτίας των λόγων αυτών.

     Ο άγιος Τύχων είχε ένα χωράφι στο οποίο φύτεψε ένα αμπέλι. Μια μέρα, λίγο πριν την εκδημία του, πήγε εκεί να επιβλέψει την εργασία των αμπελουργών που κλάδευαν τα ξερά κλήματα. Μάζεψε από κάτω ένα από αυτά που είχαν μαζευτεί για να καούν, το προσέφερε στον Χριστό και ζήτησε τούτο το ξερό κλήμα να λάβει ζωή και να βγάλει, πριν την εποχή του, γλυκείς και άφθονους καρπούς. Έπειτα το φύτεψε στο χώμα, διαβεβαιώνοντας τους παρευρισκομένους ότι το θαύμα αυτό θα συνεχιζόταν στο διηνεκές, εις μαρτυρίαν της αόρατης παρουσίας του ποιμένα τους και των άγρυπνων προσευχών του. Πράγματι, μετά την κοίμηση του αγίου, κάθε χρόνο, ενώ την παραμονή της μνήμης του, που τελείται στις 16 Ιουνίου, τα σταφύλια ήταν ακόμη άγουρα, όπως είναι φυσικό την εποχή αυτή, αίφνης κατά τη διάρκεια της Αγρυπνίας ωρίμαζαν· και τη στιγμή της θείας Λειτουργίας βρίσκονταν μαύρα και ζουμερά, για να αναμειχθούν στην ιερή Θυσία. Οι πιστοί αποκόμιζαν μαζί τους ρώγες προς ευλογίαν των αμπελικών τους και άλλες για την ίαση των ασθενών.

     Όταν ο άγιος Τύχων έλαβε παρά του Θεού την αγγελία της εκδημίας του, επισκέφθηκε τους χωρικούς που βρίσκονταν στα χωράφια τους για τη συγκομιδή του κριθαριού. Αυτοί έσπευσαν να λάβουν την ευλογία του και άκουσαν μια υπερκόσμια φωνή που καλούσε τον άγιο να εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών. Τρεις ημέρες αργότερα ο άγιος ποιμένας έπεσε άρρωστος, αυτός που τόσα χρόνια σήκωνε, με την προσευχή και τα θαύματά του, όλους όσοι ασθενούσαν. Παρηγόρησε τη μητέρα του που έκλαιγε στο προσκέφαλό του, υπενθυμίζοντάς της ότι πρέπει να ζούμε εδώ κάτω στη γη με την προσδοκία της Αναστάσεως· κατόπιν, συγκέντρωσε γύρω του τα πνευματικά του τέκνα, κληρικούς και λαϊκούς, εγκωμιάζοντας τους χριστιανούς που με τη ζωή τους γίνονται παιδιά του Θεού και αδελφοί του Χριστού, καλούμενοι να ακολουθήσουν τα βήματά Του, χωρίς να αφεθούν να πλανηθούν από τις ψυχόλεθρες σαγήνες του βίου τούτου. Αφού παρέμεινε κλινήρης για τρεις μέρες, ο άγιος πατήρ ημών Τύχων έγινε μετά χαράς δεκτός στις ουράνιες αυλές, ενώ όλο το νησί πενθούσε. Κατά την κηδεία του, που τελέστηκε από όλους τους επισκόπους και τους ιερείς του νησιού και με την παρουσία μεγάλου πλήθους λαού, το σκήνωμά του εξέπεμπε φως και ανέδιδε ουράνια ευωδία.

     Πιστός στην επαγγελία του, ο άγιος Τύχων, δεν έπαψε να αγρυπνά για το ποίμνιό του. Θεράπευσε μια λεπρή και ελευθέρωσε από το δαιμόνιο ένα κωφάλαλο παιδί με τον εξής τρόπο: καθώς οι γονείς του παιδιού απομακρύνονταν θλιμμένοι από τον ναό του αγίου, αφού προηγουμένως είχαν προσευχηθεί επί ώρα για τη θεραπεία του, αποδίδοντας την αποτυχία της παρακλήσεώς τους στις αμαρτίες τους, εμφανίσθηκε σε αυτούς ο άγιος Τύχων, με τη μορφή ιερέως, και τους παρότρυνε στοργικά να εγκαρτερήσουν. Τότε ο δαίμονας έκανε να σφαδάξει άγρια το παιδί και το εγκατέλειψε μια για πάντα κράζοντας: «Ω, Τύχων! Η παρρησία σου προς τον Θεό είναι αυτή που μ’ εκδιώκει!»· και παρευθύς το παιδί άρχισε να λαλεί ευκρινώς.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.

Θείας ἔτυχες, ἱερατείας, νεύσει κρείττονι, ἐκλελεγμένος, ὡς θεράπων τῆς Τριάδος ἐπάξιος· σὺ γὰρ τῶν ἔργων ἐκλάμπων ταῖς χάρισι, τὴν Ἐκκλησίαν ἐστήριξας θαύμασι. Τύχων Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.

ν ἀσκήσει Ἅγιε, θεοφιλεῖ διαπρέψας, Παρακλήτου δύναμιν, ἐξ ὕψους καθυπεδέξω, ξόανα, καθαιρεῖν πλάνης λαοὺς δὲ σώζειν, δαίμονας, ἀποδιώκειν νόσους ἰᾶσθαι. Διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, ὡς Θεοῦ φίλον, Τύχων μακάριε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ κοινωνός, χαίροις τὸ δοχεῖον, τῶν τοῦ Πνεύματος ἀγαθῶν· χαίροις ὁ τῆς Κύπρου, ἀνέσπερος δᾳδοῦχος, ὦ Τύχων Ἀμαθοῦντος, ποιμὴν μακάριε.


 

 

[ Ιερομονάχου Μακαρίου

Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·

Τόμος (Ιούνιος),

σελ. 203–206.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Ξενοφών Κομνηνός.

Θεώρηση κειμένου:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήνα, Φεβρουάριος 2008.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.