Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017

ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ

ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ


     Κατά τον 14ο αιώνα στην νήσο των Κυθήρων κάποιος απλούστατος βοσκός συνήθιζε να βόσκει τα ποίμνιά του σε έναν έρημο βοσκότοπο, κατάφυτο από μυρτιές, ονομαζόμενο «Μυρτίδια». Ύστερα από θεία οπτασία, την οποία είδε κατ’ επανάληψη στην ερημιά εκείνη, σαράντα ημέρες μετά την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 24 Σεπτεμβρίου, άκουσε υπερκόσμια φωνή που έλεγε: «Εάν με αναζητήσεις, εδώ κοντά θα βρεις και την εικόνα μου· διότι είναι καιρός αφ’ ότου ήλθα, και βρίσκομαι εδώ για να βοηθάω τον τόπο αυτό». Ο απλοϊκός βοσκός ερεύνησε την γύρω περιοχή και ανάμεσα στα κλαδιά μιας μυρτιάς βρήκε την εικόνα της Παναγίας, την οποία επονόμασε «Μυρτιδιώτισσα». Με την βοήθεια και άλλων συγχωριανών του καθάρισε τον τόπο της ευρέσεως της εικόνος, ανήγειρε μικρό ναό στον οποίο την ενθρόνισε, και αφιέρωσε το υπόλοιπο χρόνο της ζωής του στην υπηρεσία του ναϋδρίου και της Παναγίας.
     Τα άπειρα θαύματα, που καθημερινώς επιτελούσε η Θεοτόκος των «Μυρτιδίων» μέσω της σεπτής της εικόνας, την κατέστησαν γνωστή και πέρα από τα όρια του νησιού, οπότε στα μέσα του 19ου αιώνος (1857) στον τόπο της ευρέσεως ανεγέρθη μεγάλος ναός βασιλικής και γύρω από αυτόν κελιά για την φιλοξενία του συνεχώς αυξανόμενου αριθμού των προσκυνητών.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
ς κρήνη ἀκένωτος,
τῶν παρὰ σοὶ ἀγαθῶν,
Εἰκών σου ἡ πάνσεπτος,
τοῖς Κυθηρίοις Ἁγνή,
ἐδόθη κραυγάζουσι·
χαῖρε ἡ προστασία,
πάντων τῶν δεομένων·
χαῖρε ἡ σωτηρία,
τῶν τιμώντων σε πόθῳ·
χαῖρε ἡ τῷ παραλύτῳ,
τὴν ἴασιν βραβεύσασα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῇ Θεοτόκῳ οἱ πιστοὶ
νῦν προσπελάσωμεν,
ὡς χορηγούσῃ δαψιλῶς
πᾶσιν ἰάματα,
ἀναμέλποντες ἐφύμνια
μετὰ πόθου.
Ἀλλ’ ὡς ἤγειρας παράλυτον,
Θεόνυμφε,
ἀπὸ πάσης ἡμᾶς
ῥῦσαι περιστάσεως,
τοὺς σοὶ κράζοντας·
χαῖρε δόξα παγκόσμιος.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
φθης τῶν Κυθήρων καταφυγή,
ἐξαιρέτῳ τρόπῳ,
ἀναβλύζουσα ἐν αὐτοῖς,
ἐκ τῆς σῆς Εἰκόνος,
προνοίας σου τὰ ῥεῖθρα,
ὦ Κεχαριτωμένη·
διὸ ὑμνοῦμέν σε.


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 1ος, Σεπτέμβριος,
σελ. 280,
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Φεβρουάριος 20112.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Η ΑΓΙΑ ΘΕΚΛΑ

Η ΑΓΙΑ ΘΕΚΛΑ
Η ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ


     Η πρωτομάρτυς αγία Θέκλα καταγόταν από το Ικόνιο της Μ. Ασίας και ήταν θυγατέρα της ευγενούς ειδωλολάτρισσας Θεόκλειας. Όταν ήταν δεκαοκτώ ετών, αρραβωνιάσθηκε με επιφανή νέο, άρχοντα της πόλεως Θάμυρι, ο οποίος την αγαπούσε με πάθος. Την εποχή εκείνη ο απόστολος Παύλος περνώντας από το Ικόνιο φιλοξενήθηκε στον οίκο του Ονησιφόρου, δίπλα στην οικία της Θέκλας, και εκεί νύκτα και ημέρα δίδασκε τον λόγο του Θεού. Στους Ικονιείς που είχαν συγκεντρωθεί για να τον ακούσουν, έλεγε πως αν διαφυλάττουν την χάρη που λαμβάνουν στο άγιο βάπτισμα αποφεύγοντας τις απατηλές ηδονές της σαρκός και του κόσμου, θα γίνουν ναοί του Αγίου Πνεύματος, θα δοξασθούν με τον Χριστό μέσα στο φως, στα δεξιά του Πατρός, και θα απολαύσουν την αιώνια μακαριότητα.


     Η Θέκλα, σαγηνευμένη από τα ουράνια λόγια, επί τρία ημερονύκτια άκουγε τον Απόστολο κρυμμένη πίσω από ένα παράθυρο. Η Θεόκλεια και ο Θάμυρις, βλέποντάς την απορροφημένη από τους λόγους του άγνωστου ξένου να έχει λησμονήσει τελείως κάθε τι γήινο, ανήσυχοι μήνυσαν στον ηγεμόνα ότι όλη η πόλη ήταν ανάστατη με τα κηρύγματα αυτού του ξένου, που αποτρέπει τις παρθένους από τον γάμο. Τότε ο Παύλος συνελήφθη αμέσως και φυλακίσθηκε. Την νύκτα η Θέκλα δώρισε τα χρυσά της κοσμήματα στους δεσμοφύλακες και εισήλθε στην φυλακή του· κάθισε δίπλα στα πόδια του μεγάλου Αποστόλου και, καθώς εκείνος της δίδασκε τα μεγαλεία του Θεού, αυτή με πολλή ταπείνωση καταφιλούσε τα δεσμά του.

     Όταν την επομένη την ανακάλυψαν τετρωμένη από τον θείο έρωτα να κάθεται δίπλα στον Απόστολο, οδήγησαν στον ηγεμόνα. Στις ερωτήσεις του η Θέκλα σιωπούσε και η μητέρα της εξοργισμένη αναφώνησε: «Κατάκαυσε την εχθρά του γάμου στο μέσον του θεάτρου!». Τότε εκείνος τον μεν Παύλο φραγγέλωσε και τον απέλασε από το Ικόνιο, την δε Θέκλα καταδίκασε στον διά πυρός θάνατο.


     Καθ’ ον χρόνον τα παιδιά και οι νέες συνέλεγαν φρύγανα για την πυρά, η Θέκλα είδε τον Χριστό με το σχήμα του Παύλου. Ενώ δε σκεπτόταν, «επειδή είμαι μικρόψυχη, μου εμφανίσθηκε ο διδάσκαλός μου για να με ενθαρρύνει», ο Κύριος μπροστά στα μάτια της ανελήφθη πάλι στους ουρανούς. Όταν την έριξαν στο μέσον της πυράς, θεία δύναμη την ενίσχυσε και έμεινε άθικτη από τις φλόγες. Εν τω μεταξύ έπεσε δυνατή βροχή ανάμικτη με χαλάζι, και η αγία, βρίσκοντας ευκαιρία από την σύγχυση του όχλου, εξήλθε από την πόλη.

     Οδηγημένη από τον Θεό, η Θέκλα βρήκε τον Παύλο που κρυβόταν μαζί με την οικογένεια του Ονησιφόρου σε νεόκτιστο τάφο, κοντά στο Ικόνιο, και τον ακολούθησε στην Αντιόχεια της Πισιδίας. Κατά την είσοδό τους στην πόλη κάποιος νεαρός άρχοντας, ονομαζόμενος Αλέξανδρος, αντικρίζοντας το κάλλος της αγίας, κυριεύθηκε από σατανικό έρωτα και στο μέσον της αγοράς την εναγκαλίσθηκε αναίσχυντα και την καταφιλούσε. Η Θέκλα, προσπαθώντας να αμυνθεί, του ξέσχισε την χλαμύδα και πέταξε το στεφάνι από την κεφαλή του. Για να αποπλύνει την δημόσια καταισχύνη του, ο Αλέξανδρος την παρέδωσε στον ανθύπατο ως ιερόσυλη και η αγία καταδικάσθηκε σε θηριομαχία στο στάδιο.


     Αλλά, μέχρι να παραδοθεί στα θηρία, η χήρα βασίλισσα Τρυφαίνη και την είχε υπό την προστασία της, στην θέση της κεκοιμημένης θυγατέρας της Φαλκονίλλας. Με την προσευχή της η Θέκλα μετέθεσε την Φαλκονίλλα –αν και ειδωλολάτρισσα– στον χορό των δικαίων, όπως η τελευταία ζήτησε σε όνειρο από την μητέρα της (βλ. Ιωάννου Δαμασκηνού· Περὶ τῶν ἐν πίστει κεκοιμημένων 9, PG 95, 253C-D).

     Την ορισμένη ημέρα της θηριομαχίας η αγία οδηγήθηκε στο στάδιο. Οι δήμιοι εξαπέλυσαν εναντίον της αρκούδες και λιοντάρια. Μία αγριότατη λέαινα στάθηκε δίπλα στην μάρτυρα και από σεβασμό προς την παρθενία της δεν άφηνε τα άλλα θηρία να την πλησιάσουν.


     Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να την ρίξουν σε μεγάλη λίμνη με φώκιες. Αλλά η Θέκλα βιάστηκε να πέσει από μόνη της στο νερό λέγοντας: «Ιδού καιρός να βαπτισθώ· εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Φρίκη ανάμικτη με συμπάθεια κατέλαβε τις παρευρισκόμενες γυναίκες στην σκέψη ότι θα κατασπαραχθεί τέτοια ωραιότατη παρθένος. Αλλά την στιγμή που η αγία βυθίσθηκε στα νερά, δύναμη εξ ουρανού με μορφή φωτιάς νέκρωσε τις φώκιες και νεφέλη φωτεινή κάλυψε την γυμνότητα της νύμφης του Χριστού. Τότε οι δήμιοι την παρέδωσαν σε άλλα αγριότερα θηρία, αλλά οι γυναίκες της πόλεως διαμαρτυρήθηκαν έντονα για την άδικη καταδίκη της. Μερικές μάλιστα με τα αρώματα που έριχναν στην ατμόσφαιρα, αποχαύνωσαν τα θηρία και δεν την έβλαψαν. Τέλος, την έριξαν δεμένη ανάμεσα σε δύο ταύρους, τους οποίους κατέκαιαν με πυρακτωμένα σίδερα, για να εξαγριωθούν. Καθώς αυτοί αναπήδησαν από τους πόνους, η φωτιά μεταδόθηκε στα σχοινιά, τα έκαψε, και η μάρτυς βρέθηκε απελευθερωμένη. Θαυμάζοντας ο ηγεμόνας όσα έβλεπε, ευλαβήθηκε την αγία και την απέλυσε.

     Για λίγες ημέρες η Θέκλα αναπαύθηκε στην οικία της Τρυφαίνης. Μόλις όμως έμαθε ότι ο Παύλος βρισκόταν στα Μύρα της Λυκίας, κούρεψε τα μαλλιά της και ντυμένη με ανδρικά ενδύματα έφυγε αμέσως προς συνάντησή του. Με την προτροπή εκείνου επανήλθε στο Ικόνιο για να κηρύξει το Ευαγγέλιο, ελεύθερη πλέον, διότι ο Θάμυρις είχε πεθάνει. Αλλά, επειδή έβλεπε την μητέρα της αμετάθετη από την ασέβεια και να κωφεύει στους λόγους της, εγκατέλειψε την πατρίδα της και αναχώρησε για την Σελεύκεια.


     Εκεί, στο όρος του Καλαμώνος, ένα μίλι έξω από την πόλη, βρήκε σπήλαιο, όπου έζησε ως ασκήτρια εβδομήντα δύο χρόνια, ως το τέλος της ζωής της, υπομένοντας με ανδρεία τις επιθέσεις των δαιμόνων. Οι αρετές της και τα θαύματα που επιτελούσε την έκαναν παντού γνωστή και πολλοί την επισκέπτονταν για να λάβουν την ιατρεία της ψυχής και του σώματος. Οι δωρεάν όμως θεραπείες των ασθενών προκάλεσαν τον φθόνο των ιατρών της Σελεύκειας, οι οποίοι έστειλαν ασελγείς νέους για να την ατιμάσουν. Η Θέκλα, που ήταν τότε ενενήντα ετών, τους είπε με πραότητα: «Εγώ μεν είμαι ταπεινή ηλικιωμένη γυναίκα· περιμένετε όμως λίγο, τέκνα μου, και θα δείτε την δόξα του Θεού». Και υψώνοντας το βλέμμα στον ουρανό, ζήτησε τον Κύριο να την λυτρώσει από τα χέρια τους. Κατά θεία παρέμβαση ο βράχος που βρισκόταν μπροστά της άνοιξε, η αγία εισήλθε στη ρωγμή του και έκλεισε πάλι, για να γίνει ο τόπος της αιώνιας κατοικίας της.

     Ας σημειωθεί στο τέλος ότι ο βίος της αγίας Θέκλας βασίζεται στις «Πράξεις Παύλου και Θέκλης», αυτοτελές τμήμα του απόκρυφου «Πράξεις Παύλου», που γράφτηκε κατά το έτος 160-170 μ.Χ. και ήταν ανάγνωσμα ευρύτατα διαδεδομένο. Αναφορές στο κείμενο αυτό κάνουν οι εξής Πατέρες της Εκκλησίας: Κυπριανός Καρχηδόνος, Επιφάνιος Κύπρου, Γρηγόριος Νύσσης, Αμβρόσιος Μεδιολάνων, Ιερώνυμος, Ιωάννης Χρυσόστομος, Βασίλειος Σελευκείας, Ιωάννης Δαμασκηνός, Μέγας Φώτιος κ.α. Στο σπήλαιο της αγίας αργότερα ανηγέρθη μεγάλη βασιλική. Ο τόπος αυτός έγινε το κέντρο της τιμής της, και η μνήμη της στις 24 Σεπτεμβρίου άρχισε να τιμάται στην Σελεύκεια ήδη από τον 3ο αιώνα. Από εκεί εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλον τον χριστιανικό κόσμο. Στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν τρεις ναοί στο όνομά της.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τοῦ Παύλου συνέκδημος,
ὡς καθαρὰ τὴν ψυχήν,
καὶ πρώταθλος πέφηνας,
ἐν γυναιξὶν εὐκλεῶς,
Χριστὸν ἀγαπήσασα·
σὺ γὰρ τῆς εὐσεβείας,
πτερωθεῖσα τῷ πόθῳ,
ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν,
Ἰσαπόστολε Θέκλα·
διὸ σὲ ὁ Πανοικτίρμων
νύμφην ἠγάγετο.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Τῆς παρθενίας τῷ κάλλει ἐξέλαμψας,
καὶ μαρτυρίου στεφάνῳ
κεκόσμησαι, ἀποστολὴν πιστεύῃ
Παρθένε ὡς ἔνδοξος·
καὶ τοῦ πυρὸς μὲν τὴν φλόγα,
εἰς δρόσον μετέβαλες,
τοῦ ταύρου δὲ τὸν θυμόν,
προσευχῇ σου ἡμέρωσας,
ὦ Πρωτόαθλε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Παύλου
λαμπρυνθεῖσα ταῖς ἀστραπαῖς,
ὅλη καλὴ ὤφθης,
ὅλη ἄμωμος τῷ Χριστῷ,
Θέκλα Πρωτομάρτυς,
ὑπερφυέσιν ἄθλοις,
ὧν φαίδρυνον τῇ δόξῃ,
τοὺς σὲ γεραίροντας.




[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 1ος, Σεπτέμβριος,
σελ. 276–279.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Φεβρουάριος 20112.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

ΓΕΡΩΝ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΝΕΟΣΚΗΤΙΩΤΗΣ

ΓΕΡΩΝ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΝΕΟΣΚΗΤΙΩΤΗΣ


     Ο Γέρων Ευστάθιος (1922–7/20 Αυγούστου 1981) πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ιερατικής του ζωής στην επαρχία Αμμοχώστου, όπου υπηρέτησε ως πνευματικός, αρχιμανδρίτης και γενικός αρχιερατικός επίτροπος. Πάρα πολλοί τον ενθυμούνται και έχουν εξομολογηθεί κοντά του. Όλοι δε όσοι τον έχουν γνωρίσει, μαρτυρούν πόσο μεγάλη εντύπωση τους έκαμνε και πόσο τους σαγήνευε και τους αφόπλιζε η μεγάλη γλυκύτητα και πραότητα του ανδρός αυτού. Με μόνη την πραότητα δεν χρειαζόταν να έχει άλλα επιχειρήματα για τις αντιδράσεις και τις αντιλογίες όσων τον πλησίαζαν, προκειμένου να τους δείξει ποιος είναι ο δρόμος του Χριστού, ποιος είναι ο δρόμος του Ευαγγελίου.


     Ο πατήρ Ευστάθιος ήταν ένα σημαίνον πρόσωπο της κυπριακής Εκκλησίας, γνωστός ανά το παγκύπριο. Ήταν ένας πάρα πολύ σοβαρός κληρικός. Η παρουσία του και η γνώμη του δημιουργούσαν μια άλλη ατμόσφαιρα στις διάφορες εκδηλώσεις και ενέργειες της Εκκλησίας της Κύπρου. Στην επαρχία Αμμοχώστου λειτουργούσε ως επίσκοπος, λόγω του ότι ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄ (1913–1977), με τις τόσες ευθύνες που είχε, δεν μπορούσε να επισκέπτεται συχνά την Αμμόχωστο, η οποία υπάγεται στην Αρχιεπισκοπή, οι δε κατά καιρούς χωρεπίσκοποι είχαν επιπλέον και την μέριμνα της Αρχιεπισκοπής στη Λευκωσία. Έτσι την επαρχία Αμμοχώστου διοικούσε ο πατήρ Ευστάθιος έχοντας αρμοδιότητα για όλα τα διοικητικά και τα πνευματικά θέματα, εκπροσωπώντας τον Αρχιεπίσκοπο και την Αρχιεπισκοπή. Και πάντοτε έλυε όλα τα προβλήματα που αναφύονταν με τη μεγάλη σοφία και πραότητα που τον διέκριναν.

     Ήμουν μαθητής, όταν γνώρισα τον πατέρα Ευστάθιο στην ιερά Μονή Σταυροβουνίου, όπου είχα πάει για εξομολόγηση. Βγαίνοντας από το κελί του πνευματικού μου, είδα τον πατέρα Ευστάθιο, για τον οποίο άκουσα τόσα πολλά και ο οποίος εξομολογείτο στον άγιο πνευματικό της Μονής Σταυροβουνίου.


     Αργότερα, όταν πήγα στο Πανεπιστήμιο στη Θεσσαλονίκη και γνώρισα το Άγιον Όρος που ήταν κοντά, ο Θεός οδήγησε έτσι τα πράγματα, ώστε να γνωρίσω καλύτερα τον πατέρα Ευστάθιο. Μετά που ανήλθε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κύπρου ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Α΄ (1977–2006), ήρθα κι εγώ στην Αρχιεπισκοπή για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Τότε ο πατήρ Ευστάθιος άρχιζε να ξεκαθαρίζει μέσα του τον πόθο ν’ αποσυρθεί από τον κόσμο και να μονάσει. Με πλησίασε λοιπόν –εμένα, που ήμουν τότε είκοσι χρονών και δεν είχα καμιά πνευματική εμπειρία!– και με ρωτούσε όπως ένας αρχάριος, όπως ένα παιδάκι του κατηχητικού, για το Άγιον Όρος· πώς ζουν εκεί οι πατέρες, πώς προσεύχονται, τι ρούχα φορούν, τι τρώνε, πότε τρώνε, πότε κοιμούνται, πόσο κοιμούνται. Μου υπέβαλλε τέτοιες ερωτήσεις –τη μία μετά την άλλη– ως να ήταν ένα μικρό παιδί, που πρώτη φορά ακούει για το Άγιον Όρος και εκπλήσσεται και έχει μεγάλο πόθο να μάθει. Κι εγώ, με τον νεανικό ενθουσιασμό μου και τη νεανική απλότητά μου, απαντούσα στις ερωτήσεις του και του περιέγραφα τη ζωή στο Άγιον Όρος. Κι ο Θεός έφερε τα πράγματα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, όπως ο ίδιος ο πατήρ Ευστάθιος μού ομολογούσε αργότερα, ήταν πολύ καθοριστικές για εκείνον αυτές οι συνομιλίες μας.


     Πράγματι, μετά από λίγο καιρό –και ενώ αν παρέμενε στην Κύπρο θα είχε ασφαλώς μια επισκοπική θέση και θα ήταν ηγετικό στέλεχος στη διοίκηση της Εκκλησίας της Κύπρου– τα αψήφησε αυτά και θεώρησε ότι ήταν καλύτερα ν’ αποσυρθεί στην έρημο. Έτσι, το 1978-1979, παραιτήθηκε κανονικά από τα ιερατικά του καθήκοντα και αποσύρθηκε στο Άγιον Όρος, στη Νέα Σκήτη. Τότε κι εγώ, όντας φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, είχα σχεδόν εγκαταβιώσει στο Άγιον Όρος κι έτσι είχα την ευκαιρία να βλέπω τον πατέρα Ευστάθιο πολύ συχνά. Κι επειδή είχαμε αυτή τη στενή σχέση και φιλία, μου εκμυστηρευόταν όλα του τα μυστικά και όλους του τους αγώνες που έκαμνε στη Νέα Σκήτη.

     Εκείνο που χαρακτήριζε τον Γέροντα Ευστάθιο, ο οποίος πήγε ως υποτακτικός στον Γέροντα Ελπίδιο (19131983), τον δίδυμο αδελφό του Αγίου Ιερομάρτυρος Φιλουμένου που μαρτύρησε στο Φρέαρ του Ιακώβ (1913–29/11/1979), ήταν ο μεγάλος του αγώνας που έκαμνε για τη νοερά προσευχή. Όταν άκουγε ότι κάπου στο Άγιον Όρος ένας μοναχός, ένας ασκητής, εργαζόταν και ασχολείτο και αγωνιζόταν στη νοερά προσευχή, πήγαινε και τον έβρισκε και, με πολλή σχολαστικότητα και λεπτομέρεια, ζητούσε να μάθει ο,τιδήποτε αφορούσε την εργασία της νοεράς προσευχής. Ώρες ολόκληρες, κυρίως τα βράδια, περνούσε προσευχόμενος. Αγωνιζόταν πάρα πολύ στη νοερά προσευχή.


     Η ανακάλυψη της νοεράς προσευχής ήταν για τον Γέροντα Ευστάθιο μια μεγάλη εμπειρία, ένα πράγμα πρωτόγνωρο! Διότι ήταν άνθρωπος αρετής και προσευχής και αφιερωμένος στον Θεό. Κατά την τότε, όμως, επικρατούσα θεολογία η νοερά προσευχή ήταν άγνωστη και οι ευλαβείς άνθρωποι προσεύχονταν με διάφορους τρόπους, χωρίς να γνωρίζουν αυτόν τον τρόπο που διασωζόταν μόνο στα μοναστήρια. Έτσι ο Γέρων Ευστάθιος, όταν άρχισε να δοκιμάζει αυτό το είδος της προσευχής, ήταν κατενθουσιασμένος. Κι επειδή ήταν πάρα πολύ απλός άνθρωπος και η ψυχή του ήταν παιδική, εκφραζόταν με τέτοιο ενθουσιασμό, που μόνο σε παιδιά μπορείτε να συναντήσετε.

     Όταν του μιλούσαμε για κάποιο πρόβλημά μας, πάντοτε μας έλεγε: «Αυτό λύνεται με την Ευχή. Πρέπει να λέμε την Ευχή. Άμα λέμε την Ευχή, θα λυθεί κι αυτό το πρόβλημά μας». Κάποια φορά στη Νέα Σκήτη, στη διάρκεια μιας σύναξης, οι πατέρες δεν ήξεραν πώς ν’ αντιμετωπίσουν ένα σοβαρότατο πρόβλημα και υπήρχαν διάφορες γνώμες. Οπότε, κάποια στιγμή, γυρίσαμε όλοι μας προς τον Γέροντα Ευστάθιο, ο οποίος εκπροσωπούσε τον Γέροντα Ελπίδιο, και ζητήσαμε και τη δική του γνώμη. Εκείνος τότε, με πολλή σοβαρότητα, απάντησε: «Το πρόβλημα αυτό θα λυθεί, αν όλοι αγωνιζόμαστε να λέμε την Ευχή». Ήταν μια απάντηση τελείως διαφορετική απ’ αυτή που εμείς περιμέναμε. Δεν υπέδειξε κάποιον πρακτικό τρόπο, δεν είπε «πρέπει να κάνουμε έτσι ή να κάνουμε αλλιώς». Αλλά μας υπέδειξε τον σωστό τρόπο· ότι, δηλαδή, αν μάθουμε να προσευχόμαστε, τότε, το Πνεύμα του Θεού θα μας φωτίσει να βρούμε με ειρήνη τη σωστή λύση στα πρακτικά προβλήματά μας.


     Στο Άγιον Όρος έζησε μόνο τέσσερα χρόνια. Σε ηλικία πενήντα επτά ή πενήντα οκτώ ετών ο Θεός τον πήρε κοντά Του μετά από μια έξαρση της ασθένειας από την οποία υπέφερε· είχε διαβήτη. Έπεσε ξαφνικά σε κώμα και ύστερα από μερικές ώρες εκοιμήθη, τον Αύγουστο του 1981.
     Δέκα μήνες από την κοίμησή του (τον Ιούνιο του 1982) είπε γι’ αυτόν ο Γέροντάς του, ο αοίδιμος Γέροντας Ελπίδιος: «Ο πατήρ Ευστάθιος εργάστηκε με όλη του την ψυχή σε όλες τις υπηρεσίες. Ήταν εφημέριος στο Κυριακό συνεχώς, εξυπηρετούσε όλη τη Σκήτη, δεν είχε μοναχό που να του ζητούσε να λειτουργήσει στην καλύβη του και να έλεγε όχι. Είχε μεγάλη αγάπη στη Σκήτη. Τον αγαπούσαν αντιστοίχως και οι σκητιώτες πατέρες. Είχε διαβήτη επί 19 χρόνια. Η εργασία τον βοηθούσε να πέφτει ο διαβήτης. Εξυπηρετούσε με τα ζώα από το μουράγιο πολλούς αδελφούς. Για όσους είχαν ανάγκη, ήταν πρόθυμος διακονητής. Δεν αναπαυόταν ούτε στιγμή όλη την ημέρα. Θα μαγείρευε, θα σκούπιζε, θα περιποιόταν έναν ηλικιωμένο που δεν είχε κανέναν. Με τη διαγωγή του αυτή απέκτησε την αγάπη όχι μόνο της Σκήτης αλλά και πολλών άλλων αδελφών. Τέσσερα χρόνια εδώ δεν άνοιξε το στόμα του να κατηγορήσει κανέναν. Όλους τους επαινούσε, όλους τους δικαιολογούσε και πάντα ήταν γλυκύς στους τρόπους και στις συναναστροφές του…».

     Μια φορά μ’ επισκέφθηκε κι άρχισε να μου διηγείται για τους αγώνες που έκαμνε. Ταυτόχρονα, με ρωτούσε –εμένα, που ήμουν εγγονάκι του στην ηλικία!– αν ήταν καλά αυτά που έκαμνε. Σας λέω· σαν μικρό παιδάκι ήταν! Κάποτε, μου είπε: «Τελευταία, όταν προσεύχομαι στο κελί μου», το οποίο, σημειωτέον, ήταν ένα ολοσκότεινο υπόγειο κάτω από την εκκλησία, «δεν ξέρω τι συμβαίνει, να μου πεις κι εσύ, γεμίζει μια ευωδία όλος ο τόπος και πολλές φορές ένα φως, ένα απαλό και ήσυχο φως φωτίζει όλο το κελί. Εγώ, όμως, φοβάμαι μήπως είναι καμιά πλάνη. Να ρωτήσεις, σε παρακαλώ, τον Γέροντά σου, τον Γέροντα Ιωσήφ, να μου πει μήπως πλανώμαι». Και όταν το είπα στον Γέροντά μου, τον Ιωσήφ, εκείνος μου είπε: «Μακάρι να είχαμε όλοι τέτοιες πλάνες!».


     Όταν μια μέρα ο Γέρων Ευστάθιος ήταν εφημέριος στο Κυριακό της Νέας Σκήτης, συνέβη ένα πολύ θαυμαστό γεγονός. Εκεί, σύμφωνα με τη συνήθεια που υπάρχει, όταν έχουμε Θεία Λειτουργία, πηγαίνει πρώτα ο εφημέριος και κτυπά μια μικρή καμπάνα η οποία λέγεται «καμπάνα του Δικαίου». Την ακούει ο Δικαίος (ο ετήσιος πρόεδρος της Σκήτης, ο για 12 μήνες προϊστάμενος, ο επόπτης, ο υπεύθυνος δηλαδή όλης της Σκήτης), κι έρχεται και ανοίγει την εκκλησία. Μπαίνει πρώτα ο ιερέας και, όση ώρα χρειάζεται για να ετοιμαστεί για τη Λειτουργία, ετοιμάζει και ο Δικαίος την εκκλησία κι έρχονται μετά οι πατέρες για να τελεστεί η Θεία Λειτουργία.
     Όπως θα γνωρίζετε, οι εκκλησίες στο Άγιον Όρος έχουν τεράστιες και βαριές πόρτες, με τεράστια κλειδιά, που για να τα γυρίσει κανείς και για ν’ ανοίξει η πόρτα, χρειάζεται πολύς κόπος. Καμιά φορά χρειάζονται ακόμη και δυο άνθρωποι να βάλουν όλη τη δύναμή τους για να γυρίσει το κλειδί. Είναι, βλέπετε, πολύ παλιές οι κλειδαριές. Τέτοια είναι και η κλειδαριά του Κυριακού, του κεντρικού ναού της Νέας Σκήτης.
     Πήγε λοιπόν ο Γέρων Ευστάθιος στο Κυριακό και κτύπησε το καμπανάκι. Κατεβαίνει ο Δικαίος και δεν βλέπει τον πατέρα Ευστάθιο. Σκέφθηκε ότι κάπου θα είχε πάει και, περιμένοντάς τον, προχώρησε κι άνοιξε την εκκλησία, την οποία μάλιστα κατά την προηγούμενη ημέρα την είχε κλειδώσει δυο φορές. Μπαίνοντας στην εκκλησία ο Δικαίος βλέπει τον Γέροντα Ευστάθιο, ο οποίος φορούσε πετραχήλι, να προσεύχεται μπροστά στη θαυματουργό εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας που υπάρχει στη Νέα Σκήτη.


     Τά ’χασε ο Δικαίος και τρόμαξε προς στιγμή. Όταν συνήλθε κάπως, έγινε μεταξύ τους ο ακόλουθος διάλογος:
     –Πατέρα Ευστάθιε, πώς μπήκες μέσα στην εκκλησία;
     –Κτύπησα την καμπάνα, είδα την πόρτα της εκκλησίας ανοικτή, μπήκα μέσα κι είπα να κάνω μια παράκληση μέχρι να έρθεις.
     –Καλά, ήταν ανοικτή η πόρτα της εκκλησίας;
     –Ναι.
     –Όταν ήρθα εγώ, ήταν κλειδωμένη η πόρτα της εκκλησίας και χρειάστηκε να γυρίσω δυο φορές το κλειδί για ν’ ανοίξει η πόρτα. Πώς εσύ τη βρήκες ανοικτή;

     Όταν τελείωσε η Θεία Λειτουργία και πήγαν όλοι οι πατέρες στο συνοδικό, ο Δικαίος τούς είπε:
     –Σήμερα, πατέρες, συνέβη ένα πολύ σοβαρό γεγονός στη Σκήτη μας και θέλω να σας το πω. Αλλά αυτό που θα σας πω, δεν επιτρέπεται να το ακούσει ο πατήρ Ευστάθιος. Επειδή είναι αρχάριος και είναι νέος μοναχός εδώ στη Σκήτη κι έζησε πολλά χρόνια έξω στον κόσμο, δεν επιτρέπεται να το ακούσει. Γι’ αυτό, να φύγει!
     Κι αυτά ο Δικαίος τα είπε με αυστηρό τρόπο. Και ο Γέρων Ευστάθιος, συνεσταλμένος, ζήτησε χίλιες φορές συγνώμη και αποχώρησε.
     Όταν έφυγε ο Γέρων Ευστάθιος, ο Δικαίος (που ήταν ο αείμνηστος πατήρ Χαράλαμπος) αφηγήθηκε ενώπιον των πατέρων εκείνο το φοβερό γεγονός. Όπως γνωρίζουμε από τους βίους των αγίων, τέτοια θαυμαστά γεγονότα εισόδου στον ναό, χωρίς να είναι ανοικτοί οι ναοί, δεν συναντούμε αρκετά. Αθόρυβα οι άγιοι προσεύχονταν έξω από τις εκκλησίες και άνοιγαν οι πύλες της εκκλησίας κι αυτοί τότε έμπαιναν μέσα…


     Ένα γεγονός, που ήταν πολύ συγκινητικό και που εμένα μου δίδαξε πολλά, είναι αυτό που θα σας διηγηθώ τελευταία. Γνώριζα, όπως σας είπα, από την Κύπρο τον Γέροντα Ευστάθιο, ως αρχιμανδρίτη, με όλες τις ανέσεις και τις εξουσίες που απέρρεαν από το αξίωμά του ως αρχιερατικού επιτρόπου της Αμμοχώστου.
     Όταν πήγα στη Νέα Σκήτη, που βρίσκεται στην πιο έρημη περιοχή του Αγίου Όρους, συνάντησα τον πατέρα Ευστάθιο κάτω στον αρσανά της Σκήτης, στην προκυμαία, ντυμένο με παλιόρουχα, κουρέλια, πραγματικά κουρέλια, γεμάτο από πάνω μέχρι κάτω με κοπριές προβάτων, γιατί κουβαλούσε στην πλάτη του τσουβάλια με κοπριές για τον κήπο της καλύβης τους. Ήταν γεμάτος χώματα και καταϊδρωμένος από τον κόπο και την κούραση.
     Μόλις τον είδα, τά ’χασα, στενοχωρήθηκα, δεν ήξερα τι να κάνω, διότι σκέφτηκα ότι ο Γέρων Ευστάθιος θα αισθανόταν άσχημα που τον έβλεπα σ’ αυτό το χάλι, ενώ τον ήξερα με τα ωραία και τα καθαρά ρούχα του, τα περιποιημένα, να έχει αυτοκίνητα στη διάθεσή του, να έχει γραφεία, να έχει υπαλλήλους κ.ο.κ. Στάθηκα και δεν ήξερα τι να κάνω.

     Με είδε ο πατήρ Ευστάθιος, ήρθε αμέσως κοντά μου και μου είπε:
     –Τι έπαθες; Αυτά που βλέπεις τώρα, είναι πολύ πιο χρυσά και πολύ πιο πολύτιμα από τα χρυσά που φορούσα στην Αμμόχωστο...
     Κι άρχισε να γελά.


     Αμέσως μετά φορτώθηκε στην πλάτη ένα τσουβάλι κοπριές κι ανεβήκαμε μαζί στην καλύβη όπου έμενε, η οποία απέχει επτακόσια περίπου σκαλοπάτια από τη θάλασσα και είναι σε ένα πάρα πολύ μεγάλο ανήφορο, είκοσι λεπτά με τα πόδια. Φανταστείτε, ότι κουράστηκα εγώ, που ήμουν τόσο νέος και δεν κουβαλούσα κανένα τσουβάλι! Ο πατήρ Ευστάθιος αγκομαχούσε, έγινε κάθιδρος και κατάκοπος, μέχρι ν’ ανεβάσει εκεί πέρα πάνω όλο εκείνο το φορτίο. Αυτός, ένας άνθρωπος που ποτέ στη ζωή του ούτε έκανε αλλά ούτε και είδε, που λέει ο λόγος, τέτοιες δουλειές!
     Η αγάπη όμως του Θεού έφλεγε τόσο πολύ τη ψυχή του, ώστε τον έκανε μέσα σ’ ελάχιστο χρόνο να γίνει πραγματικά ένας Γέρων του Αγίου Όρους. Τ’ όνομά του διαλαλείται σ’ όλη την περιοχή. Και είναι από τους λίγους ανθρώπους, για τους οποίους όλοι οι αγιορείτες ομολογούν ότι είναι άγιος. Κανείς δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία γι’ αυτό...



     Μας διηγείται και πάλι ο μακαριστός Γέροντάς του, ο πατήρ Ελπίδιος (βλέπε στην πάνω φωτογραφία):
     «Τον είδα κι εγώ. Την ημέρα που ανεπαύθη, τον είδα επάνω στον άμβωνα να κηρύττει χαρούμενος. Εν τη ζωή ήταν ένας καλός ιεροκήρυκας. Εδώ δεν άνοιξε το στόμα του να πει τίποτε!
     »Την ημέρα της κοιμήσεώς του, η μητέρα του τον είδε ενδεδυμένο με τα ιερατικά του άμφια να της λέει:
     –Μη φοβάσαι, μητέρα! Είμαι καλά, μη φοβάσαι! Να έχεις κουράγιο!...
     Κι όταν πήγαν να την ειδοποιήσουν για τον θάνατό του, εκείνη τους είπε:
     –Γνωρίζω, γνωρίζω!... Είναι καλά ο γιος μου!... Μου το είπε το πρωί ο ίδιος!...


     »Μετά την κοίμησή του όλο το Άγιον Όρος τον μνημόνευε, όλοι όσοι τον γνώρισαν. Στο Τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο του πατρός Ευσταθίου, καθώς ετοιμαζόταν ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Α΄ (1927–2007) για τη Θεία Λειτουργία και για το μνημόσυνό του, του παρουσιάσθηκε ο πατήρ Ευστάθιος με τα ιερατικά του άμφια ενδεδυμένος, λαμπρός και χαμογελαστός.
     –Δεν πέθανες εσύ;... τον ρωτά έκπληκτος ο Αρχιεπίσκοπος.
     –Δεν πέθανα! Ζω!… Ζω!… του απαντά εκείνος.

     Μα, είναι δυνατόν αυτή η ψυχή να μη σώθηκε;».

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ



[(1) Κλείτου Ιωαννίδη:
«Γεροντικό του 20ου αιώνος»,
Κεφ. 19ο, §1 και §2, σελ. 348–357,
από μαρτυρίες των:
Γέροντος Ελπιδίου Νεοσκητιώτου
(από το Περιοδικό «Πρωτάτον»
αρ. 18, Ιούλ.–Αύγ. 1989),
Μητροπολίτου Λεμεσού Αθανάσιου.
Εκδόσεις «Νεκτ. Παναγόπουλος».
Αθήνα, Οκτώβριος 19991.
(2) Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού
(1921–2009):
«Οσίων μορφών αναμνήσεις»,
Ψυχωφελή Βατοπαιδινά–4,
κεφ. 23ο, σελ. 131–136,
Έκδοσις Ι.Μ.Βατοπαιδίου,
Άγιον Όρος, Μάρτιος 19951.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
προσάρτηση και πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

«ΟΤΑΝ ΤΟΝ ΔΟΥΜΕ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ…»

«ΟΤΑΝ ΤΟΝ ΔΟΥΜΕ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ…»


     …Μια μέρα που είχαμε πάει στο Μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ του Γέροντος στην Εύβοια, ήτανε εκεί και μια κυρία που είχε κάποια δοκιμασία στο σπίτι της. Ήρθε κι έκλαιγε στον μακαριστό Γέροντα Ιάκωβο Τσαλίκη (1920–1991), τον όσιο ηγούμενο του Μοναστηριού, ζητώντάς του να προσευχηθεί.

     Και θυμάμαι ότι ο Γέροντας Ιάκωβος τής είπε ακριβώς αυτά τα λόγια, τα οποία τα είχα σημειώσει μάλιστα:
     –Κοίταξε Ελένη, μην κλαις, παιδί μου! Γιατί όταν κλαίμε και πάμε να προσευχηθούμε προς τον Θεό, τότε, μόλις κοιτάξουμε πάνω, θα δούμε τον Χριστό πάνω στον Σταυρό· και όταν Τον δούμε πάνω στον Σταυρό, δεν έχουμε μετά «πρόσωπο» να Του κάνουμε παράπονο, διότι Αυτός πήγε πρώτος πάνω εκεί και έτσι εμάς μας αφόπλισε. Οπόταν η θέση η δική μου και η θέση η δική σου είναι μόνο πάνω στο σταυρό. Ακριβώς γιατί εκεί είναι και η θέση του Χριστού...

     Και μ’ αυτά τα λόγια, πραγματικά, της έδωσε πολλή χαρά. Βέβαια, διαφορετικά είναι να τα λέω εγώ και διαφορετικά να τα λέει ο πατήρ Ιάκωβος, μέσα στη δική του απλότητα. Μας είπε δηλαδή να μην κλαίμε, αλλά να προσευχόμαστε. Της είπε: «να έχεις ελπίδα στον Θεό και να προσεύχεσαι».

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ


[Κλείτου Ιωαννίδη:
«Γεροντικό του 20ου αιώνος»,
Κεφ. 5ο, §3, σελ. 158–159,
Εκδόσεις Νεκτ. Παναγόπουλος,
Αθήνα, Οκτώβριος 1999.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.