Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 9 Ιουλίου 2019

ΟΣΙΟΙ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΡΗΤΩΡ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΦΑΝΗΣ


ΟΣΙΟΙ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΡΗΤΩΡ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΦΑΝΗΣ


     Ο όσιος Διονύσιος, επιδιδόμενος από νεαρή ηλικία στη μελέτη των Αγίων Γραφών και άλλων επιστημών, απέκτησε απέραντες γνώσεις χάρις στις οποίες έλαβε και την προσωνυμία του «Ρήτορος». Μένοντας ωστόσο ανικανοποίητος από τις θύραθεν επιστήμες, επιδίωξε να προοδεύσει στη θεία φιλοσοφία και, αρνούμενος τον κόσμο, εκάρη μοναχός στην Κωνσταντινούπολη, σε ό,τι είχε απομείνει από την περίφημη Μονή του Στουδίου.
     Ας έχουμε υπόψη ότι, μετά την Άλωση της Πόλης από τους Τούρκους, ο ναός της περίφημης αυτής Μονής είχε μετατραπεί σε τζαμί —από τον οποίο σήμερα δεν σώζονται παρά μόνο ερείπια—, αλλά είναι πιθανόν η αδελφότητα να εξακολουθούσε να λειτουργεί κάπου αλλού. Περί τα τέλη του 16ου αιώνα, ένας άλλος Έλληνας ρήτορας, ο Δαμασκηνός, που έγινε αργότερα επίσκοπος Ρεντίνας, ονομάζεται επίσης Στουδίτης, όπως και ο όσιος Διονύσιος.
     Μετά από λίγο, διψώντας για περισσότερη ησυχαστική βιοτή, αποσύρθηκε στο Άγιον Όρος σ’ ένα κελλί αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα, κοντά στις Καρυές. Ακόμα κι εκεί όμως, δεν στάθηκε δυνατό να γευθεί το μέλι της ησυχίας, διότι η φήμη του απλώθηκε γρήγορα και πλήθος προσκυνητών και μοναχών έρχονταν σε αυτόν για να εξομολογηθούν και να ζητήσουν πνευματική συμβουλή. Για τον λόγο αυτό, αναχώρησε για τη Σκήτη της Αγίας Άννης, που τότε ονομαζόταν «Σκήτη της Λαύρας», όπου ζούσαν μερικοί ασκητές με μεγάλη σκληραγωγία. Συνοδευόμενος από τον μαθητή του Μητροφάνη, ο όσιος Διονύσιος εγκατέστησε την πνευματική του παλαίστρα σε σπήλαιο κοντά στη Σκήτη, τοποθεσία που έλαβε αργότερα την ονομασία «Μικρά Αγία Άννα». Εκεί μπορούσαν να προσκαρτερούν μέσα στην ησυχία, υψούμενοι πνευματικά κάθε ημέρα από δόξα σε δόξα, με την αδιάλειπτη προσευχή. Έγιναν έτσι σκεύη εκλογής της θείας Χάριτος και γεύθηκαν τις απαρχές της αιώνιας ζωής. Κατόπιν αιτήματος των κατοίκων της περιοχής, ο όσιος Μητροφάνης, που είχε χειροτονηθεί πρεσβύτερος, βγήκε από το Άγιον Όρος και περιέτρεχε τα χωριά εξομολογώντας τους χριστιανούς και παροτρύνοντάς τους να τηρούν τις εντολές του Θεού. Μετά την επιστροφή τους στο ερημητήριό τους, ο όσιος Διονύσιος ο Ρήτωρ παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Θεό, στις 9 Ιουλίου 1606, σύντομα δε εξεδήμησε προς συνάντησή του και ο Μητροφάνης. Ο τόπος ωστόσο όπου απόκεινται τα τίμια λείψανά τους παραμένει άγνωστος.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείοις ἄνθραξι, τῆς ἐγκρατείας, πάθη φλέξαντες, τὰ φρυγανώδη, ἀσκητικῶς ἐν τῷ Ἄθῳ ἠστράψατε· τῷ γὰρ ἀδύτῳ φωτὶ λαμπρυνόμενοι, τῶν θεοφόρων ἐφάμιλλοι ὤφθητε· Διονύσιε σοφέ, καὶ θεῖε Μητρόφανες, αἰτούμενοι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
     ς τῆς Τριάδος μυστηπόλοι ἱερώτατοι
     Καὶ τῶν Ὁσίων κοινωνοὶ καὶ ἰσοστάσιοι
     Διονύσιε σοφὲ σὺν τῷ Μητροφάνει,
     Μὴ ἐλλείπητε ἐχθροῦ τὰ πανουργεύματα
     Ἃ τεκταίνει καθ’ ἡμῶν συντρίβειν πάντοτε,
     Ἵνα κράζομεν· θεοφόρητοι χαίρετε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις τῶν Ὁσίων δυὰς σεπτή, οἱ ἀμέμπτῳ βίῳ, διαπρέψαντες ἐπὶ γῆς, σὺν τῷ Διονυσίῳ, Μητρόφανες θεόφρον, Τριάδος τῆς Ἁγίας, θεῖοι θεράποντες.





[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος),
σελ. 96–97.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20082.
 Επιμέλεια ανάρτησης,
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Η «ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗ» ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΚΑΠΟΤΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ


Η «ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΗ» ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΚΑΠΟΤΕ 
Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ


     Υπήρχε κάποιος διάκονος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τα λείψανα των αγίων και την γνησιότητα των λειψάνων που έχουν κλαπεί από την Κωνσταντινούπολη. Είχε λοιπόν τους καταλόγους και τις καταγραφές για το κάθε λείψανο, το πού βρίσκεται και ποια είναι η πορεία του. Μελετώντας έτσι την ιστορία, απέκτησε σιγά-σιγά μία φιλορθόδοξη συμπεριφορά ενώ ταυτοχρόνως επισκεπτόταν την Ελλάδα για να παρακολουθεί την πορεία των λειψάνων.

     Έμαθε λοιπόν ότι υπάρχει κάποιος πατέρας Πορφύριος ο οποίος βρίσκεται στο Μήλεσι και άρχισε να τον επισκέπτεται με τα κοσμικά του ρούχα. Είχε πει όμως στον π. Πορφύριο ότι ήταν διάκος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Πήγαινε λοιπόν και κουβεντιάζανε για διάφορα θέματα και για τα λείψανα. Μάλιστα, για κάποια που δεν τα ήξερε αυτός, του έλεγε ο πατήρ Πορφύριος ότι αυτό το λείψανο που βρίσκεται εκεί είναι του τάδε.

     Δηλαδή είχε αυτό το χάρισμα από παιδί και αυτή τη σοφία, τα οποία ήταν πολύ έντονα. Ήταν προφήτης και υποφήτης μαζί. Προφήτης σημαίνει ότι βλέπει τα μέλλοντα και υποφήτης ότι ξέρει πάρα πολύ καλά το παρελθόν και μπορεί να σου ερμηνεύσει γιατί γίνεται αυτό που γίνεται. Αυτός τα κατείχε και τα δύο πολύ καλά.


     Από τις πολλές φορές που είχε πάει ο διάκος, μια μέρα λέει στον πατέρα Πορφύριο: «Τόσες φορές έχω έρθει, και μια προσευχή δεν κάναμε μαζί!». Ο πατήρ Πορφύριος στενοχωρήθηκε και είπε: «Ρε παιδάκι μου! Πώς με μπλέκει τούτος εδώ; Πώς θα κάνουμε προσευχή, αφού αυτός είναι ρωμαιοκαθολικός κι εγώ ορθόδοξος;». Σκέφτηκε λοιπόν ο Γέροντας· «Πώς θα τον πικράνω να του πω ότι εμείς δεν μπορούμε να προσευχηθούμε μαζί;».

     Ενήργησε λοιπόν με πολλή προσοχή και ακρίβεια και είπε του διάκου: «Διάκο, θα προσευχηθούμε, αλλά θα προσευχηθούμε ο καθένας μυστικά. Δεν θα προσευχηθούμε δυνατά. Εγώ στο κρεβάτι μου» –ο Γέροντας τις περισσότερες φορές, προς το τέλος της ζωής του ήταν συνήθως στο κρεβάτι– «και εσύ θα προσευχηθείς εδώ, σ’ αυτά τα σκαμνιά. Θέλεις να προσευχηθείς όρθιος; Κάνε όπως θέλεις, αλλά δεν θα τα λέμε (τα λόγια της προσευχής μας) δυνατά».

     Αφού τελειώσανε, τον αγκάλιασε, τον πήρε εδώ στην καρδιά του, και αποχώρησε. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδε ο διάκος…


Γιατί έκλεισε η Σχολή της Χάλκης;

     Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως Μάξιμος (Ρεπανέλλης· 1919–1991) ζήτησε να πάει να γνωρίσει τον Γέροντα Πορφύριο. Μάλιστα, όταν πήγε, έτσι για «αστείο» έκρυψε το εγκόλπιο, για να μην καταλάβει ο Γέροντας ότι ήταν δεσπότης. Μπαίνοντας στο κελλάκι, λέει ο δεσπότης: «Την ευχή σας, Γέροντα!», και ο Γέροντας Πορφύριος τού απαντάει: «Τη δική σας, Σεβασμιώτατε!...». Έμειναν αρκετή ώρα μέσα και, βγαίνοντας ο αείμνηστος Μητροπολίτης, ήταν συγκλονισμένος και ανέφερε ότι ένα από τα θέματα που συζήτησαν ήταν και για τη Σχολή της Χάλκης, της οποίας ήταν ο τελευταίος Σχολάρχης (1955–1971). Του είπε λοιπόν ο άγιος Γέροντας Πορφύριος ότι ο Θεός επέτρεψε να κλείσει η Σχολή, διότι ενώ οι μαθητές εκεί διδασκόντουσαν τους Πατέρες, μετά τους έστελναν στη Δύση, στα δυτικά πανεπιστήμια, όπου εμποτίζονταν με το ορθολογικό πνεύμα της Δύσεως και γινόντουσαν άθεοι θεολόγοι. Και γι’ αυτό επέτρεψε ο Θεός να κλείσει η Χάλκη…


[ «Εγνώρισα άνθρωπον εν Χριστώ»
— Μ α ρ τ υ ρ ί ε ς
για τις συμβουλές και τα θαύματα
του Αγίου Πορφυρίου
του Καυσοκαλυβίτου —
Ι. Μαρτυρία 7η
(π. Ευαγγέλου Παπανικολάου),
σελ. 76–77.
ΙΙ. Μαρτυρία 13η
(Βασίλη Μιχαλόπουλου),
σελ. 151–152.
Εκδόσεις
«Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος»,
Μήλεσι, Δεκέμβριος 20181.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΣ


     Ο άγιος Παγκράτιος γεννήθηκε στην Αντιόχεια κατά τους χρόνους της επίγειας ζωής του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Οι γονείς του, έχοντας ακούσει για τα θαύματα και τη διδασκαλία του Κυρίου, μετέβησαν μαζί με τον μικρό γιο τους στην Ιερουσαλήμ, όπου και βαπτίσθηκαν μετά την Ανάληψη και την Πεντηκοστή. Μετά τον θάνατό τους, αποτασσόμενος ό,τι τον έδενε με τον φθαρτό τούτο κόσμο, πήγε στις ακτές του Ευξείνου Πόντου, όπου ασκήτευσε σε σπήλαιο, ώστε να κοιτάζει μόνο εντός του και προς τον Θεό. Ο άγιος Απόστολος Πέτρος [29 Ιουν.], περνώντας από τα μέρη αυτά για να κηρύξει το Ευαγγέλιο, συνάντησε τον νεαρό φλογερό ασκητή και τον έπεισε να τον συνοδεύσει στις περιοδείες του. Περνώντας από την Αντιόχεια, ο Παγκράτιος χειροτονήθηκε εκεί επίσκοπος της πόλης Ταυρομενίου (Ταορμίνα) της Σικελίας [1] μαζί με έναν άλλο μαθητή των Αποστόλων που είχε έλθει από την Ιερουσαλήμ, τον Μαρκιανό, ο οποίος χειροτονήθηκε επίσκοπος Συρακουσών [2]. Ο Παγκράτιος επιβιβάστηκε σε πλοίο που έφευγε για τη Σικελία και μετέστρεψε στην Πίστη του Χριστού όλο το πλήρωμα με τον καπετάνιο Λυκαονίδη. Μετά από αίσιο ταξίδι έφθασαν στη Σικελία και, όταν ο άγιος πάτησε στη στεριά, οι δαίμονες που βρίσκονταν μέσα σε ένα είδωλο του θεού Φάλκωνος, στον οποίο οι κάτοικοι όφειλαν να προσφέρουν κάθε χρόνο ανθρωποθυσίες, άρχισαν να ουρλιάζουν φρικτά. Ο άγιος επικαλέσθηκε το Όνομα της Αγίας Τριάδος, υψώνοντας τον Σταυρό που κρατούσε στο χέρι ως ραβδί και αμέσως οι δαίμονες πήραν το άγαλμα και το πέταξαν στη θάλασσα. Ο Λυακονίδης διηγήθηκε στον διοικητή της πόλης Βονιφάτιο τα θαύματα του Χριστού και των δούλων Του και εκείνος κάλεσε τον επίσκοπο· ο Παγκράτιος όμως ζήτησε να έλθει ο διοικητής σ’ αυτόν. Ο Βονιφάτιος έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα στη θέα της δόξας που περιέβαλλε τον άγιο και πίστεψε στον Χριστό ακούγοντας το κήρυγμά του. Αφού κατηχήθηκε μαζί με την ακολουθία του όλη τη νύχτα, ο διοικητής προσκάλεσε τον Παγκράτιο να ευλογήσει το παλάτι του. Εκεί έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές και έμεινε για σαράντα ημέρες, ενώ πήρε από τον Βονιφάτιο την άδεια ανέγερσης ναού στην πόλη, τα όρια του οποίου χάραξε ο ίδιος. Το οικοδόμημα αποπερατώθηκε γρήγορα και στα εγκαίνιά του όλοι οι παρευρισκόμενοι είδαν ένα φοβερό πυρ να κατέρχεται από τον ουρανό και να φωτίζει όλη την εκκλησία. Προτού ο άγιος ολοκληρώσει τη θεία Λειτουργία, όλα τα είδωλα της πόλης συντρίφθηκαν. Οι ειδωλολάτρες ιερείς έσπευσαν ουρλιάζοντας στο παλάτι και επέκριναν τον διοικητή ότι την ώρα που αυτός γονάτιζε, μια τέτοια καταστροφή είχε πλήξει την πόλη. Ο Βονιφάτιος κατάφερε να τους ησυχάσει και ζήτησε από τους πιο μορφωμένους μεταξύ τους να εξετάσουν για ποιον λόγο οι θεοί τους είχαν γίνει κομμάτια· μήπως εμφανίσθηκε τώρα ένας άλλος Θεός, πιο ισχυρός για να τους συντρίψει; Μετά από επικλήσεις των μάγων, ένας από τους δαίμονες, ο Λύσσων, απάντησε ότι ο Τριαδικός Θεός τούς είχε καταστήσει ανίσχυρους με την Ενανθρώπηση του Μονογενούς Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός, τον Οποίο είχε έλθει να κηρύξει στην πόλη του Ταυρομενίου ο ξένος που είχε φέρει μαζί του ο Λυκαονίδης. Οι ειδωλολάτρες, μένοντας εντελώς αδιάφοροι στην ομολογία αυτή, αποφάσισαν να θυσιάσουν τον ίδιο τον διοικητή προς εξιλασμό. Ο άγιος Παγκράτιος, ειδοποιημένος από τον τρομοκρατημένο Βονιφάτιο, πέρασε όλη τη νύχτα προσευχόμενος στον ναό. Το πρωί άρχισαν οι προετοιμασίες για τη θυσία του Βονιφάτιου, όταν πρόβαλε ο Παγκράτιος ενδεδυμένος τα άμφιά του και κρατώντας στο χέρι τη ράβδο με τον Σταυρό. Τα δεσμά του Βονιφάτιου λύθηκαν αμέσως και οι παρευρισκόμενοι ειδωλολάτρες έπεσαν όλοι τους κατά γης μπροστά στη θεϊκή λάμψη που έβγαινε από τον άγιο Ιεράρχη του Χριστού. Ο Παγκράτιος πρόσταξε στο είδωλο του Λύσσωνος να βληθεί στη θάλασσα, ενώ θανάτωσε ένα πελώριο φίδι που τρεφόταν με το αίμα των τραγικών θυμάτων. Όλοι ανέκραξαν τότε: «Μέγας είναι ο Θεός του Παγκρατίου!». Οι περισσότεροι από αυτούς βαπτίσθηκαν και οι κάτοικοι στις πλαγιές της Αίτνας τούς μιμήθηκαν βλέποντας τις άφθονες ιάσεις που επιτελούσε ο άγιος.


     Μια ιέρεια των ειδώλων, που υπέφερε από λέπρα, θεραπεύτηκε από τον άγιο. Καθώς όμως ξεστόμισε βλασφημίες, προσβλήθηκε εκ νέου από το κακό και, μάλιστα, πιο βαριά από πρώτα. Μετανοημένη, έλαβε το άγιο Βάπτισμα με το όνομα Βενεδικτίνη και, αφού χειροτονήθηκε διακόνισσα, πήγε και συνέτριψε με τα ίδια της τα χέρια όλα τα είδωλα που είχε άλλοτε υπηρετήσει, για να μοιράσει το χρυσό στους φτωχούς.

     Ο Βονιφάτιος, πριν αναχωρήσει για μια εκστρατεία ως επικεφαλής μεγάλου στρατού, ζήτησε από τον άγιο να ευλογήσει τους άνδρες του και ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς θέλησαν να λάβουν το άγιο Βάπτισμα, βλέποντας κι αυτοί τη θεία δόξα που συνεχώς τον περιέβαλλε. Μια νεφέλη τότε κατέβηκε από τον ουρανό και σκέπαζε τον επίσκοπο κατά τη θεία Λειτουργία που τέλεσε μπροστά τους, χάθηκε δε κατά τη στιγμή της Υψώσεως των Τιμίων Δώρων.

     Ο Βονιφάτιος είχε αφήσει αντικαταστάτη του στην πόλη κάποιον Ελίδη, πωρωμένο και έκλυτο ειδωλολάτρη, ο οποίος εποφθαλμιούσε μια από τις παρθένους τις αφιερωμένες στον Θεό από τον άγιο. Με τη μεσολάβηση ενός μαθητή, του Μοντανού [3], έκανε μαγγανείες σε μια νεαρή παρθένο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έλαβε τότε να συλλάβουν τις παρθένες, οι οποίες μένοντας ανένδοτες στις πιέσεις των ειδωλολατρών, αποκεφαλίσθηκαν. Ο Παγκράτιος ήλθε να τις ενταφιάσει παρουσία του λαού και έκτισε ναό προς τιμή τους. Επιστρέφοντας στο Ταυρομένιο ο Βονιφάτιος, τιμώρησε τον Ελίδη και φρόντισε για την ανέγερση ναών σε όλη τη Σικελία, όπου οι μαθητές του Παγκρατίου μετέστρεψαν στην Πίστη πολλές ψυχές.


     Όταν ο Ακυλίνος, ο βασιλέας της Καλαβρίας, πολιόρκησε το Ταυρομένιο όντας επικεφαλής ισχυρού στρατού, ο Παγκράτιος ενθάρρυνε τον λαό να έχει την εμπιστοσύνη του στον Θεό και, μάλιστα, έστειλε στο σπίτι τους τους άνδρες που έστεκαν φρουροί στις επάλξεις. Έπειτα, ανέβηκε σε ένα ακρωτήριο και έχοντας μαζί του ένα Σταυρό και δύο εικόνες, ευλόγησε την πόλη προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Οι εχθροί, βλέποντας τρεις ήλιους στα τείχη, τράπηκαν εσπευσμένα σε φυγή σκοτώνοντας ο ένας τον άλλον. Μερικοί ωστόσο παραδόθηκαν και, αφού βαπτίσθηκαν, στάλθηκαν από τον άγιο να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στην Καλαβρία.

     Κατά τη διάρκεια μιας νέας εκστρατείας του Βονιφάτιου, ο αντικαταστάτης του ονόματι Αρτάγαρος, προσκάλεσε τον άγιο σε συμπόσιο, κατά τη διάρκεια του οποίου ο άγιος ανέτρεψε ένα είδωλο που είχαν εκθέσει εκεί. Οι ειδωλολάτρες όρμηξαν κατεπάνω του, τον έριξαν κατά γης και τον χτύπησαν τόσο δυνατά ώστε ξεψύχησε. Έριξαν κατόπιν το σώμα του σε μια σχισμή, όπου το βρήκαν οι πιστοί μετά από εναγώνια αναζήτηση. Ο Βονιφάτιος, επιστρέφοντας από τον πόλεμο, τιμώρησε τους ενόχους και διέταξε να φτιάξουν μια χρυσή σαρκοφάγο για να καταθέσει το σώμα του αγίου ιεράρχη. Ο άγιος Παγκράτιος όμως, εμφανίσθηκε στον μαθητή και διάδοχό του, Ευάγριο, για να του ζητήσει να τον θάψει κατευθείαν μέσα στο χώμα, μια που ο ενταφιασμός των σωμάτων αποτελεί θέλημα και εντολή του Θεού προς τον άνθρωπο και καθώς ανέκαθεν περιφρονούσε τον χρυσό. Κατά την κηδεία του, το σώμα του φάνηκε άφθορο και έλαμπε από δόξα, ενώ μια γλυκιά ευωδία απλώθηκε παντού. Αργότερα, ναός κτίσθηκε προς τιμήν του αγίου Παγκρατίου, πιστό ακόλουθο και μαθητή των ιερών Αποστόλων και τρανού πολιούχου της πόλεως [4].


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1]  Η πόλη αυτή, στη βορειοανατολική ακτή της Σικελίας, μεταξύ Μεσσήνης και Κατάνης, ιδρύθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. Στη συνέχεια παρήκμασε· παρέμεινε ωστόσο οχυρό και επισκοπή. Κατά τον 9ο αιώνα, ήταν η τελευταία πόλη που αντιστάθηκε στις επανειλημμένες επιθέσεις των Αράβων και, αφού λεηλατήθηκε πολλές φορές, έπεσε τελικά στα χέρια τους το 902.
[2]  Στη μνήμη της 9ης Φεβρουαρίου παρουσιάζεται ο κατά σάρκα πατέρας του αγίου Παγκρατίου, Μάρκελλος, ως επίσκοπος Συρακουσών.
[3]  Ο Μοντανός, που διατεινόταν ότι είχε λάβει το προφητικό χάρισμα, κήρυξε στη Φρυγία κατά τον 2ο αιώνα και το κίνημά του απλώθηκε σε όλη την επαρχία της Ασίας, όπως και στη Δύση. Οι επιθέσεις του στρέφονταν κυρίως κατά της επίσημης Εκκλησίας, απέρριπτε τον γάμο και πρότεινε έναν αυστηρό ασκητισμό μέσα σε μία εσχατολογική προοπτική. Κατόπιν, ορισμένες ομάδες συγκέρασαν τη διδασκαλία του με στοιχεία από τον παγανισμό. Το 721, ο αυτοκράτορας διέταξε να μεταστραφούν οι μοντανιστές διά της βίας. Εκείνοι αυτοκτόνησαν ομαδικά στην πυρά. Το κίνημα της πλάνης τους επέζησε ωστόσο μέχρι τον 9ο αιώνα και υπήρξε εν μέρει πηγή άλλων αιρέσεων, όπως εκείνες των μεσσαλιανών και παυλικιανών.
[4]  Ο Βίος του αγίου Σάββα της Σικελίας [6 Φεβρ.] παρέχει μαρτυρία για την τιμή του σκηνώματος του αγίου Παγκρατίου στη Ρώμη περί τα τέλη του 10ου αιώνα· βλ. BHG 1611, σελ. 32.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Κράτος ἔνθεον, ἠμφιεσμένος, ἐκ τῆς χάριτος, τοῦ Κορυφαίου, Ἀποστόλων ζηλωτὴς ἐχρημάτισας· καὶ ταῖς ῥοαῖς τῶν αἱμάτων Παγκράτιε, τὴν ἱερὰν διπλοΐδα ἐφοίνιξας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Εἰληφὼς Παγκράτιε, ὡς Ἀποστόλων ὁμόπνους, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὰς μυστικὰς ἐνεργείας, ἔλαμψας, θεογνωσίαν τοῖς ἐν τῇ Δύσει· ἤλασας, τῆς ἀθεΐας τὴν σκοτομήνην, καὶ νομίμως ἐναθλήσας, πρὸς φέγγος ἤρθης, τῆς ἀνεσπέρου ζωῆς.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Κράτει Παντοκράτορος κραταιῷ, δαιμόνων τὸ κράτος, ἐξενεύρισας ἰσχυρῶς, καὶ θαυμάτων κράτει, κρατήσας τῶν ἐν πλάνῃ, Παγκράτιε ἐν κράτει, Μαρτύρων ἔστεψαι.





[ (1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος),
σελ. 92–95.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20082.
(2) «Οι δαίμονες και τα έργα τους»,
Β΄ Μέρος, Κεφ. 3ο, §4,
σελ. 300–306.
Έκδοση
Ιερά Μονή Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής·
Σεπτέμβριος, 20052.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2019

ΤΙ ΑΛΛΟ ΘΕΣ;


ΤΙ ΑΛΛΟ ΘΕΣ;


     Φοβάμαι να (σ)το πω, γιατί πλάι στις καρδιές μας καραδοκεί η λογική. Θέλω μονάχα μια στιγμή για ν’ αγκαλιάσω το πληγωμένο βάθος σου, τη σιωπή σου με τη γυαλάδα των δακρύων, με τον σιγανό ήχο των λυγμών σου. Και όσο εσύ ψάχνεις σκόρπιες λέξεις να μαζέψεις, κάτι τάχα να πεις και πάλι, βρίσκομαι ενώπιον της συντριβής σου με μια κατανόηση που δίνει μονάχα σ’ εμάς ο Θεός, τάχα σαν πανώριο μπουκέτο από ’κείνα τ’ αμάραντα που δύσκολα βρίσκει κανείς. Τι άλλο θες; Πες μου: τι άλλο θες;...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΑΠΝΕΥΣΤΙ ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ


ΑΠΝΕΥΣΤΙ ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ


     Είναι φορές που σου δίνονται μόλις κάποια δεύτερα για να πεις απνευστί μια προσευχή μήπως και προφυλαχτείς, μήπως και ζήσεις: «Μη με αφήνεις να πέσω σε πειρασμό, αλλά γλύτωσέ με από τον πονηρό!» (πρβλ. Ματθ. 6, 13).

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΑΣΠΡΟ-ΜΑΥΡΟ


ΑΣΠΡΟ-ΜΑΥΡΟ


«Δεν όλα στη ζωή αυτή άσπρο-μαύρο»,
μου λένε πολλοί. — Να τους πιστέψω, λέτε;

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.


ΣΤΑ ΑΚΡΑ


ΣΤΑ ΑΚΡΑ


     Προσέξτε πόσο πολύ όλοι οι εκ του πονηρού λογισμοί μέσα μας μόνιμα μάς εξωθούν εσπευσμένα στα άκρα, στη σπασμωδική κατάλυση κάθε ισορροπίας και ευστάθειας, στη διάλυση των σχέσεων, στη συντριβή της κοινωνίας των προσώπων, στην αποφυγή ή στην απομόνωση. Το αυθεντικό πνεύμα του Ευαγγελίου όμως μας υποδεικνύει πάντα τη διάκριση, την υπομονή, την προσοχή και την προσευχή. Το μόνο εύκολο είναι να σπάσεις, να τσακίσεις, να πετάξεις, να απορρίψεις και να γκρεμίσεις. Το δύσκολο αλλά πάντα επάξιο και ευλογημένο είναι διατηρήσεις, να οικοδομήσεις, να κατανοήσεις, να αναπαύσεις.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙ


ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙ


     Αυτός που πιστεύει στον Χριστό με την καρδιά του, ειλικρινά, άδολα, ελεύθερα και ακλόνητα, επιδερμικά τον επισκέπτονται οι πειρασμοί και ελάχιστα τον μαγνητίζουν οι πτώσεις.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2019

ΘΥΜΑΣΤΕ; ΞΥΠΝΑΤΕ!


ΘΥΜΑΣΤΕ; ΞΥΠΝΑΤΕ!


     Θυμάστε εκείνο το εκρηκτικό Δημοψήφισμα του 2015, μ’ εκείνο το περιλάλητο «Όχι», που έγινε απροσδόκητα ένα αποκαρδιωτικό «Ναι», όταν σε όλη την Ελληνική Επικράτεια ζούσαμε όλοι ένα στανικό «Ναι» και πουθενά ένα ενθαρρυντικό «Όχι»; Οι αντινομίες και οι αντιφάσεις μας είναι που σκόρπισαν παντού τη σύγχυση ή μήπως το αντίθετο; Μια προκατασκευασμένη μέθη του λαού ήταν η όλη υπόθεση που ακυρώθηκε παταγωδώς από τα Διευθυντήρια. Ένας σαματάς και ένα σύνθημα που έσβησαν σιμά στη σπηλιά των δρακόντων του ΕΚΤ. Η δημαγωγία υποδαύλισε τον πατριωτικό τσαμπουκά, για να τον μετατρέψει αργότερα σε μια χρήσιμη ηττοπάθεια. Η αποκαρδίωση είναι η αρχή της κάθε άλωσης. Τελικά, οι εύπιστοι τύποι είναι σαφώς χειρότεροι από τους άπιστους. Ακόμη και η εμπιστοσύνη, για να στέκεται υγιής, χρειάζεται να έχει μέσα της μια δόση ωφέλιμης υποψίας. Εμείς τους τα δώσαμε όλα κι αυτοί το περιμένανε πολύ στωικά αυτό. «Αυτοί» όμως είναι πάντα εμείς. Και «εμείς» δεν παύουμε να είμαστε αυτοί. Όταν απογοητευόμαστε, ξεσπούμε στην εύκολη κατηγορία τους. Αγνοούμε ή κάνουμε πως δεν ξέρουμε ότι στο πολιτικό παιχνίδι η απογοήτευσή μας είναι το μόνο που προβλέπεται. Ο πιο επιζήμιος δεν είναι ένας ασυνεπής πολιτικός, αλλά σίγουρα ένας απερίσκεπτος ψηφοφόρος. Το σύστημα πάντα σε αυτόν τον ψηφοφόρο βασίζεται και προχωράει μετά ακάθεκτα σαρώνοντας ψυχές και πολτοποιώντας την ελευθερία μας. Το τέλειο είναι να γνωρίζεις αρκετά ή επαρκώς πριν καν πάθεις· η γνώση να επιβεβαιώνει τις εξελίξεις, από τις οποίες με παράδοξο τρόπο προηγήθηκε. Το καλό είναι να μαθαίνεις καλά και μια για πάντα, αφού πάθεις, ό,τι κι αν πάθεις. Το θλιβερό, το άσχημο και απευκταίο είναι όταν δεν μαθαίνεις ποτέ τίποτα, όσες φορές και να πάθεις. Το αθεράπευτα άρρωστο είναι όταν δίνεις ευκαιρίες αυτοκτονικής αφέλειας σε όσους πρέπει να αποστραφείς στο μέγιστο βαθμό. Ποιος είναι αυτός που έβαλε ποτέ στον κόρφο του οχιές, μόνο και μόνο για να εκτιμηθεί ως ανεκτός και καλόβολος άνθρωπος; Γιατί δεν το παραδεχόμαστε; Εμείς είμαστε οι εχθροί μας, γιατί εμείς είμαστε οι δούλοι τους. Γι’ αυτό λοιπόν, να κάνουμε επειγόντως όλοι μας μια προσευχή, όχι τάχα για τους άλλους ή για κάτι άλλο, αλλά για να μας προστατεύ(σ)ει ο Θεός από την εγκληματική ακρισία της αυτοβλακείας μας. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις δεν μας σώζουν ούτε οι εκτιμήσεις ούτε οι αναλύσεις ούτε οι θεωρίες, παρά μονάχα η χάρη και ο φωτισμός του Θεού και τα κριτήρια που θέλει Εκείνος οπωσδήποτε να έχουμε μέσα μας, ώστε να ξέρουμε πραγματικά ό,τι πρέπει να ξέρουμε σαν πρόσωπα και σαν κοινωνία, όχι για τον εαυτό μας αλλά επιτέλους για τον Τόπο, για την τσαλαπατημένη, την προδομένη και εξαθλιωμένη Πατρίδα μας. Θυμάστε, λοιπόν; Αν ναι, τότε ξυπνάτε!

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2019

ΜΟΝΑΧΗ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΚΟΥΛΙΑ


ΜΟΝΑΧΗ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ ΚΟΥΛΙΑ


     Στο ανατολικό άκρο του γραφικού οροπέδιου του χωριού Άργος και σε κοντινή απόσταση από το βυζαντινό κάθισμα των Αγίων Αποστόλων (κτίσμα του Οσίου Χριστοδούλου του «Λατρηνού» [21 Οκτ. και 16 Μαρτ.] και Μετόχι σήμερα της ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου), βρίσκεται το αρχαιότερο γυναικείο Κοινοβιακό Μοναστήρι της Καλύμνου.

     Κτητόρισσα και ιδρύτρια της Μονής υπήρξε η Γερόντισσα Μαγδαληνή. Η Μαρία, αυτό ήταν αρχικά το όνομα που έλαβε κατά το άγιο Βάπτισμα, ήταν το πρωτότοκο από τα δέκα παιδιά (5 αγόρια και 5 κορίτσια) της αγροτικής οικογένειας Κουλιά. Λόγω των δύσκολων συνθηκών της εποχής, τα περισσότερα από τα παιδιά είχαν ξενιτευτεί εργαζόμενα στη Ρωσία. Η νεαρή αγράμματη, αλλά ενάρετη Μαρία, διακρινόταν για την ευσέβεια και τη σεμνότητά της. Από μικρή έδειχνε έντονα την κλίση της για αφιέρωση στον Θεό. Δυστυχώς, όμως, η έφεση αυτή έβρισκε εμπόδια από τον πατέρα και τα μεγαλύτερα αγόρια αδέλφια της.

     Με ακλόνητη πίστη στον Χριστό και απεριόριστη υπομονή, εκείνη θεωρούσε την κατάστασή της προσωρινή μέχρι να λάβει άνωθεν το μήνυμα για την έξοδό της από τη ματαιότητα του κόσμου. Η σταθερότητά της αυτή σήμαινε ότι την είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου η θεία Πρόνοια μέχρι την πραγματοποίηση του ιερού της πόθου, αλλά και αργότερα μέχρι τα οσιακά της τέλη.


     Δύο είναι τα γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή της κατά την περίοδο εκείνη:
     Κάποιο βράδυ, ο πατέρας της προσπαθούσε να την πείσει να παντρευτεί με κάποιον νέο της αρεσκείας του. Εκείνη αντιστεκόταν σθεναρά δηλώνοντας ξανά και ξανά την απόφασή της για αφιέρωση. Έτσι λοιπόν, μη καταφέρνοντας τίποτα ο οργισμένος πατέρας, οπλισμένος με σατανική δύναμη, άρπαξε ένα τσεκούρι το οποίο με δύναμη εκσφενδόνισε εναντίον της κόρης του. Με τη χάρη του Θεού, εκείνο αστόχησε και καρφώθηκε στην πόρτα.
     Άλλη φορά, στα μέσα του χειμώνα και καθώς έβρεχε ασταμάτητα, ο σκληρός και άτεγκτος πατέρας πέταξε την κόρη του έξω από το σπίτι. Η μάνα της, μη μπορώντας να ησυχάσει καθώς άκουγε τις βροντές και τη βουή του νερού που επί ώρες έπεφτε, περίμενε να αποκοιμηθεί ο άντρας της για να βγει έξω μ’ ένα λαδοφάναρο της εποχής προς αναζήτηση της θυγατέρας της. Δόξασε η εμπερίστατη μάνα τ’ όνομα του Θεού, καθώς βρήκε το παιδί της να προσεύχεται κάτω από τη ροδιά του κήπου τους. Θαυματουργικά η κόρη, καθώς και όλος ο χώρος που τη σκέπαζε γύρω από τη ροδιά, ήταν στεγνός και άβρεκτος!

     Μπροστά στο ανένδοτο του πατέρα της, η Μαρία αποφάσισε να φύγει κρυφά για την Πάτμο όπου υφίστατο το παλαιό γυναικείο ιδιόρρυθμο Μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής. Άλλη μονή εξάλλου στην Κάλυμνο δεν υπήρχε. Πριν το ταξίδι της, πέρασε από το Επισκοπείο για να ζητήσει την ευχή και ευλογία του τότε μητροπολίτη Ιωάννου. Εκείνος προσπάθησε με πνευματικό τρόπο να της αποδείξει το δύσκολο του μοναχικού βίου και να την πείσει να αλλάξει γνώμη προτού κάνει λάθος επιλογή. Όταν όμως κατάλαβε ότι ήταν αμετάπειστη, της ζήτησε να καθίσει ακόμη λίγες ημέρες στο νησί απομονωμένη με προσευχή, μήπως ο Θεός παρουσιάσει κάτι για να τη βοηθήσει ή για να την αποτρέψει από την απόφασή της. Μετά από τριήμερη νηστεία, ζήτησε συνάντηση με τον πατέρα της στο Επισκοπείο για να του ανακοινώσει την αναχώρηση της κόρης του για την Πάτμο. Εκείνος τότε συγκινημένος απάντησε άκακα: «Δεν την αφήνω να φύγει. Θα της κτίσω εγώ ο ίδιος μοναστήρι εδώ!».


     Και, πραγματικά, κατά το 1865 και ενώ η κόρη του ήταν μόλις 18 ετών, της έκτισε μια εκκλησία και ένα μικρό κελλί σ’ ένα οικογενειακό τους κτήμα στο Άγρος. Εκείνη με άφατη αγαλλίαση εγκαταστάθηκε εκεί με μόνο της εφόδιο μέσα στην ερημιά το σημείο του Τιμίου Σταυρού και την ευχή του Αγίου Χριστοδούλου και των απ’ αιώνος ασκησάντων πατέρων στο απομακρισμένο κάθισμα των Αγίων Αποστόλων.

     Για έξι ολόκληρα χρόνια προσπαθούσε να καταρτιστεί στα πνευματικά ασκητεύοντας ολομόναχη και έγκλειστη δεχόμενη την τροφή της από θυρίδα. Σκοπός της ήταν να δυναμωθεί στα πνευματικά για να βοηθήσει αργότερα κι άλλες ψυχές να σωθούν στο «λιμανάκι» της Παναγίας της «Ευαγγελίστριας». Με το κομβοσχοίνι και την ευχή πολεμούσε νύχτα και μέρα για να υπερνικά τις παγίδες και τα ευφευρήματα του αρχέκακου διαβόλου, ο οποίος έφριττε βλέποντας την απαλή κόρη να του αντιστέκεται με πίστη στον Χριστό. Έτυχε κάποτε, όπως και στον Μέγα Αντώνιο, την ώρα της προσευχής να γεμίσει το κελλί της από την οροφή και παντού σκορπιούς και ερπετά.

     Μπαίνοντας στον έβδομο χρόνο από την τέλεια απομόνωσή της, δέχθηκε με χαρά ως πρώτη υποτακτική της τη μικρότερη αδελφή της Αθανασία. Λίγο αργότερα πλαισιώθηκαν και από άλλες αδελφές που ήθελαν να μοιραστούν τον ένθεο ζήλο τους και να γίνουν μοναχές. Έτσι μπήκε το θεμέλιο για την ανάπτυξη του γυναικείου μοναχισμού στην Κάλυμνο και επομένως η Γερόντισσα Μαγδαληνή θεωρείται αυτοδίδακτη, θεοδίδακτη και πρωτοπόρος στο έργο αυτό.


     Η Γερόντισσα, αν και αγράμματη, διέθετε φυσικά διοικητικά χαρίσματα. Με μητρική στοργή αλλά και πυγμή ποίμαινε τις μοναχές της συνοδείας της. Προσπαθούσε με το άγιο παράδειγμα και την υπομονή της να τις στερεώνει στην εφαρμογή των βασικών τριών αρετών της μοναχικής πολιτείας (παρθενίας–υπακοής–προσευχής), αλλά περισσότερο να τις ενώνει με την αγάπη, τον ιερό αυτόν «σύνδεσμο της τελειότητας» (Κολ. 3, 14). «Την αγάπη να τηρείτε μεταξύ σας για να μη χάσετε τον μισθό της ασκήσεώς σας!», τους έλεγε με πνευματικό πόνο.

     Όταν κάποτε, λόγω διαφόρων πειρασμών, διασαλευόταν η αγάπη και προέκυπτε φιλονικία μεταξύ των αδελφών, εκείνη σήκωνε τα μάτια της στον ουρανό και έλεγε: «Ξέρω, ξέρω παιδιά μου. Δεν φταίτε εσείς. Εγώ φταίω, δικό μου είναι το λάθος, δικές μου οι αμαρτίες, γι’ αυτό και ο Θεός επέτρεψε να δοκιμαστούμε. Δεν θα φωνάξω Παπά το Σάββατο για να κοινωνήσουμε όλες, μέχρι να αποκαταστηθούμε στην αγάπη!». Χρέωνε το σκάνδαλο μεταξύ των αδελφών μονάχα στον εαυτό της, σαν δική της έλλειψη και αμαρτία.

     Για την περαιτέρω κατάρτισή της στα πνευματικά, στα θέματα του κοινοβιακού μοναχισμού, του τυπικού κτλ., κάποτε έλλειψε επί εξάμηνο από το Μοναστήρι στα Ιεροσόλυμα, όπου υπηρέτησε σαν καντηλανάφτισσα στον Πανάγιο Τάφο. Βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη και εκάρη μεγαλόσχημη στη ιερά Μονή του Αγίου και Δικαίου Λαζάρου στη Βηθανία. Με ανανεωμένες τις πνευματικές της δυνάμεις και προοπτικές, γύρισε στην Κάλυμνο για να αναδειχθεί σε πραγματική πνευματική μάνα μιας πολυμελούς αδελφότητας, αλλά και των πολυπληθών οικογενειών των ποιμένων που σταδιακά εγκαταστάθηκαν στη γύρω περιοχή.


     Ο ζήλος της Γερόντισσας για την Αγία Ορθοδοξία αλλά και για τα Εθνικά θέματα, την έκαναν να εξέλθει της Μονής μαζί με τις αδελφές και να συμμετάσχουν στην αντίσταση του Καλυμνιακού λαού εναντίον της Ιταλικής κατοχής, όταν προέκυψε το σοβαρό εκκλησιαστικό θέμα του «Αυτοκεφάλου», το 1935. Με σταυρούς και με άγια εικονίσματα, κατέβηκαν με τον λαό στο λιμάνι χωρίς καν να φοβηθούν τη σκληρότητα των κατακτητών. Δυστυχώς, προπηλακίστηκαν και χτυπήθηκαν αλύπητα. Μάλιστα, μία εξ αυτών ποδοπατήθηκε με μανία από αρβυλοφόρο στρατιώτη. Παρόλα αυτά, ο κατακτητής πήρε για τα καλά το μήνυμα των Καλυμνίων, οι οποίοι δεν αποδέχθηκαν την απόσχισή τους από τη Μητέρα Εκκλησία!

     Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Μονή όπως και όλο το νησί, δοκιμάστηκαν πολύ. Οι αργαλειοί και τα εργαστήρια της Μονής σταμάτησαν να λειτουργούν λόγω ελλείψεως υλικών. Οι αγροτικές καλλιέργειες στις οποίες επιδόθηκαν τότε οι αδελφές, εξασφάλιζαν τα προς το ζην τη Μονή αλλά και τους περιοίκους της. Όταν έφτανε η ώρα του λιχνίσματος, μαζεύονταν γύρω από το αλώνι περί τα 30 άτομα. Τότε η ελεήμων και σπλαχνική Γερόντισσα έδινε στον καθένα ό,τι της φώτιζε η «Νοικοκυρά» της Μονής της, όπως έλεγε την Παναγία, και το υπόλοιπο το έβαζε στους τενεκέδες της Μονής. Με δάκρυα στα μάτια έβλεπε την ώρα της μεγάλης ανάγκης να γεμίζουν θαυματουργικά, ξανά και ξανά, οι τενεκέδες με σιτάρι!

     Μεγάλο ενδιαφέρον έδειχνε η Γερόντισσα για την πνευματική πρόοδο των αδελφών. Επειδή όλες ανεξαιρέτως εργάζονταν σκληρά, φρόντιζε να τους προσφέρει ως δώρο το ταξίδι-προσκύνημα προς τα Ιεροσόλυμα. Κι αυτό όχι μόνο μία, αλλά και περισσότερες φορές και, μάλιστα, με συνοδευτικό της γράμμα για να μπορέσουν με χαρά να διακονήσουν στα Πανάγια προσκυνήματα καθ’ όλο τον χρόνο της εκεί παραμονής τους. Φρόντιζε ακόμη οι πιο εγγράμματες να κάνουν κοινή ανάγνωση κατά την ώρα των διακονημάτων και να μαθαίνουν όλες σιγά-σιγά ανάγνωση και γραφή.

     Ποίμαινε ακόμη τις ψυχές τους με άκρα συγκατάβαση, συνεργαζόμενη με τους καλύτερους των πνευματικών-εξομολόγων του νησιού. Ιδιαιτέρως ευλαβείτο τον Γέροντα Σάββα της Μονής των Αγίων Πάντων, τον μετέπειτα Άγιο Σάββα [7 Απρ.] (1862–1948), τον μαθητή του Αγίου Νεκταρίου [9 Νοεμ.] (1846–1920) και προστάτη της νήσου. Με τη δική της προτροπή είχε κάνει και τις περισσότερες από τις κουρές των αδελφών. Ήταν η πρώτη εξάλλου που διείδε στο ταπεινό πρόσωπό του τον μετέπειτα μεγάλο άγιο της Εκκλησίας μας. Αν και η ίδια νήστευε αυστηρά, τις αδελφές τις οικονομούσε στο θέμα αυτό. Η Παναγία μας την αξίωσε να δημιουργήσει μια πολυμελή αδελφότητα και ένα αξιόλογο έργο στην περιοχή του Άργους.


     Προαισθάνθηκε το τέλος της και σύναξε κοντά της τις αδελφές για την ύστατη νουθεσία. Μόλις τελείωσε τον αποχαιρετισμό, ζητώντας και δίνοντας συγχώρεση σε όλους, φώναξε: «Φέρτε μου τη “Συντρόφισσά” μου!», εννοώντας τη θαυματουργική εικόνα της Παναγίας της «Ευαγγελίστριας». Την εικόνα εκείνη, μπροστά στην οποία αμέτρητες φορές γονάτισε και έκλαψε, ευχαριστώντας την Παναγία για τις δωρεές της, ζητούσε τώρα από Αυτή την προστασία της Μονής της και την ανανέωση των πνευματικών της δυνάμεων.

     Αφού προσκύνησε ευλαβικά, σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος και παρέδωσε το πνεύμα της εις χείρας Θεού την 3η Αυγούστου του 1952, σε ηλικία 105 ετών. Ο γράφων, αξιώθηκε όσες φορές υπηρετούσε στην Κάλυμνο, να διακονήσει τη Μονή του Άγρους ως λειτουργός και, μάλιστα, καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδος. Στο ευλογημένο αυτό ασκητομονάστηρο είναι εμφανές το ευεργετικό πέρασμα της Γερόντισσας Μαγδαληνής, της κτητόρισσάς του. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι όλες οι αδελφές ανεξαιρέτως μιλούν για την πνευματική τους Μητέρα σε χρόνο ενεστώτα, αν και έχει περάσει πάνω από μισός αιώνας από την οσιακή της κοίμηση. Η στιλπνή και ευωδιάζουσα κάρα της φυλάσσεται με ευλάβεια στο ενσωματωμένο με το Καθολικό Παρεκκλήσιο των Αγίων Αρχαγγέλων, το οποίο ανήγειρε ειδικά γι’ αυτό τον σκοπό η νέα ηγουμένη.

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ



[ Ιερομονάχου Δημητρίου Καββαδία:
«Μοναζουσών Σύναξις»
–Θαυμαστόν γυναικείον Γεροντικόν
του 20ου αιώνος»–
Μέρος 1ο, κεφ. 26ο,
σελ. 275–280,
Εκδοτική Παραγωγή «Επτάλοφος»,
Αθήναι, Απρίλιος 20051.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.