Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ
Ο Τετραήμερος, ο Δίκαιος, ο Φίλος του Χριστού


     Λάζαρος, ο «Τετραήμερος», ο Δίκαιος, ο ομοτράπεζος και ο Φίλος του Χριστού, ήταν ο αδελφός της Μάρθας και της Μαρίας, των πιστών μαθητριών, των και μετέπειτα Μυροφόρων του Κυρίου, αυτός που ήγειρε και ανάστησε από τους νεκρούς ο Χριστός στη Βηθανία (Ιωάν. 11, 1-44). Ζούσε στη Βηθανία· εβραϊκή λέξη που σημαίνει «Οίκος Φοινίκων». Μετά την Ανάσταση του Κυρίου, θέλοντας να απομακρυνθεί από τους Ιουδαίους, που ήθελαν να τον σκοτώσουν για τον λόγο ότι πολλοί εξαιτίας του πίστευαν στον Χριστό (Ιωάν. 12, 9-11), κατέφυγε στο νησί της Κύπρου, όπου δίδασκε την Πίστη του Χριστού. Λέγεται ότι χειροτονήθηκε επίσκοπος της πόλης του Κιτίου από τον Απόστολο Πέτρο, έχοντας υπό την θεοφιλή ποιμαντορία του ένα μεγάλο μέρος της Κύπρου. Σύμφωνα με τους αγίους Επιφάνιο Κύπρου, Θεόδωρο Στουδίτη, Ιωάννη Ευβοίας και άλλους Πατέρες, αφού έζησε καλώς και θεοφιλώς άλλα τριάντα χρόνια από την εκ νεκρών έγερση και αναβίωσή του, πεθαίνει εκ δευτέρου πάλι και θάβεται εκεί, έχοντας επιτελέσει πολλά θαύματα.

     Η παράδοση τον θέλει σύννους, έμφρονα, εχέφρονα, σοβαρό, καθόλου διαχυτικό, αστείο ή αστειευτή, εάν όχι αγέλαστο, τουλάχιστον δυσγέλαστο κατά την παρούσα καταγέλαστη ζωή· και αυτό οφειλόταν στα όσα ο ίδιος είχε δει και βιώσει όσο διήρκεσε η ανεκδιήγητη τετραήμερη παραμονή του κάτω στον Άδη, που είναι η αφεγγής καταχθόνια «χώρα» των αλύτρωτων νεκρών. Έτσι λοιπόν, στη δεύτερη φάση της επίγειας ζωής του, μετά τη σωτήρια έγερσή του, δεν παρασύρθηκε ποτέ από το παράλογο θέατρο σκιών της πρόσκαιρης ζωής, δεν γέλασε ποτέ του, παρά μόνο μία φορά, όταν μειδίασε ευπρεπώς βλέποντας κάποιον να κλέβει ένα πήλινο αγγείο, γεγονός που σχολίασε άκρως εμφιλόσοφα και αποφθεγματικά λέγοντας: «Το ένα χώμα κλέβει το άλλο!».


     Και μήπως δεν είχε δίκιο; Μόνο ο άνθρωπος που έχει μέσα του ζωντανή τη μνήμη του Θεού και τη μνήμη του άδηλου θανάτου του, που γνωρίζει εκ βαθέων ποια είναι τα όριά του, ποια είναι η θέση του και ποιος ο αληθινός πνευματικός προορισμός του, αυτός ολοένα και δεν μπορεί πια να αμαρτήσει ούτε στο ελάχιστο, γιατί μπορεί βαθμιαία εν τω Θεώ να φρονεί, να ποιεί και να εμβιώνει το άκρως αγαθό που είναι ο μόνο Θεός!

     Άλλη παράδοση συνδέει τον άγιο με την Αλυκή της Λάρνακος (σημερινή ονομασία του Κιτίου), στη θέση της οποίας υπήρχε τον καιρό του αγίου ένα μεγάλο αμπέλι. Διερχόμενος μια μέρα από εκεί ο άγιος, δίψασε και ζήτησε λίγο σταφύλι από τη γυναίκα-ιδιοκτήτη του αμπελιού. Εκείνη, μέσα στην πρόδηλη σκληροκαρδία της, αρνήθηκε· και, για να την παιδαγωγήσει ο άγιος, μετέτρεψε θαυματουργικά το τεράστιο αμπέλι σε αλυκή. Η παράδοση αυτή επιβεβαιώνεται από τους εργάτες που συλλέγουν το αλάτι, καθώς ισχυρίζονται ότι σκάβοντας βρίσκουν ρίζες και κορμούς αμπελιού. Λέγεται, μάλιστα, πως στο μέσον της αλυκής βρίσκεται πηγάδι με γλυκό νερό, γνωστό ως «πηγάδι της ρκάς», δηλαδή της γριάς. Ο Συναξαριστής της Κωνσταντινουπόλεως σχετικά με αυτή την παράδοση, αναφέρει ότι τη λίμνη διεκδικούσαν δύο αδέλφια, οι οποίοι ήρθαν σε έντονη ρήξη για την κατοχή της. Ο άγιος «διά προσευχής εξήρανε και εις άλατος φύσιν αυτήν επήξατο».

     Στα «Πάτρια» του Αγίου Όρους γίνεται άμεση σύνδεση της Κύπρου και του αγίου Λαζάρου με την Κυρία Θεοτόκο και τον Άθωνα. Η Μητέρα του Κυρίου, συνοδευόμενη από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη τον Θεολόγο, ήλθε στο Κίτιο, όπου και συνάντησε τον άγιο Λάζαρο, στον οποίον μάλιστα δώρισε ένα ωμοφόριο και επιμάνικα, ενώ στη συνέχεια επισκέφθηκε τον Άθω, για να θεσπίσει, με την παρουσία και την ευδοκία της, το ουρανόδροσο και θείο «Περιβόλι» της.


     Ο ευλαβής αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός (886-912), κατά το έτος 890, κινούμενος από θείο ζήλο και σαν από θεία έμπνευση, αρχικά έκτισε έναν μεγαλοπρεπή και ωραιότατο ναό του αγίου και Δικαίου Λαζάρου και συγκρότησε πλησίον του ολόκληρο μοναστήρι. Μετά από αυτά, έστειλε ανθρώπους να βρουν το ιερό σκήνωμα του αγίου στην Κύπρο, το οποίο βρέθηκε τοποθετημένο σε μαρμάρινη λάρνακα στην πόλη του Κιτίου, αφού ήδη είχαν περάσει χίλια έτη μετά από τον εκεί ενταφιασμό του. Ήταν μάλιστα χαραγμένη στο μάρμαρο και η εξής μεγαλογράμματη επιγραφή: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού». Όταν όμως μεταφέρθηκε το άγιο λείψανο στην Κωνσταντινούπολη, το τοποθέτησε ο αυτοκράτορας σε ασημένια θήκη, αποθησαυρίζοντάς το με τιμές στον ναό που έκτισε ο ίδιος.

     Εκεί στην ομώνυμη μονή του ο φίλος του Χριστού επιτέλεσε πολυάριθμα θαύματα: έβγαλε δαιμόνια, θεράπευσε μία αιμορροούσα γυναίκα, χάρισε το φως σε τυφλούς, οι οποίοι έχρισαν τους οφθαλμούς του με λάδι από την ακοίμητη κανδήλα που έκαιγε πάνω από το τίμιο λείψανο. Στον τάφο του, στην Λάρνακα της Κύπρου, ο αυτοκράτορας Λέων ανήγειρε περίφημο ναό που σώζεται μέχρι σήμερα.

     Εικονογραφικά ο άγιος Λάζαρος βλέπουμε να ιστορείται τις περισσότερες φορές ως φαλακρός ή αραιόμαλλος επίσκοπος, ως ολιγογένειος ή και αγένειος ακόμη ιεράρχης, για τον λόγο εκείνης της αφόρητης πικρής πείρας που έλαβε από την «τεταρταία» διαμονή του στον Άδη· αυτή η μεταθανάτια πείρα τον σφράγισε κυριολεκτικά και προφανώς δεν μπόρεσε να μην σωματοποιηθεί εμφανέστατα στην κατά τ’ άλλα ιλαρή και παρακλητική όψη του.


— Σ Χ Ο Λ Ι Ο —
     «Για δες πόσο τον αγαπούσε!» (Ιωάν. 11, 36) έλεγαν οι Ιουδαίοι βλέποντας τον Χριστό «να λυπάται βαθιά μέσα Του και να συγκλονίζεται ολόκληρος» (11, 33) για τη θανή του αγαπημένου Του φίλου. «Ο Ιησούς δάκρυσε» (11, 35). Όλοι εμείς σιωπούμε βαθυσεβάστως μπροστά σε τούτη τη φιλία, σε μια τέτοια φιλία, στο μεγαλείο και στο μυστήριό της. «Πού τον έχετε βάλει;» (11, 34) ρωτάει ο Χριστός τις βαρυπενθούσες αδελφές του Λαζάρου, όχι φυσικά για να μάθει κάτι ο Παντογνώστης από μας, αλλά για να καταδείξει σε μας το πόσο πολύ επείγεται και βιάζεται να ζωοποιήσει τον φίλο Του. Μπροστά στο σφραγισμένο μνήμα του φίλου του Χριστού Λαζάρου ακούμε συνέχεια την Κυριακή θεία φωνή να απευθύνεται στον καθένα από μας προσωπικά, άσχετα με το μέτρο της απελπισίας, της μοναξιάς, του πόνου και της εγκατάλειψης που μπορεί να βιώνουμε: «Δεν σας είπα πως, αν πιστέψετε, θα δείτε τη δύναμη του Θεού;». Και τότε ο Χριστός κραύγασε με φωνή μεγάλη: «Λάζαρε, βγες έξω!» (11, 43). Και είναι σαν να του έλεγε: «Έλα σε Μένα, Λάζαρε! Έλα σε Μένα, τον Φίλο σου! Μήπως πίστευες ότι θα μπορούσε κανένας θάνατος να μας χωρίσει ποτέ; Δεν είμαι αδιάφορος ούτε άπονος ούτε σκληρός μαζί σου: Σε άφησα τέσσερις μέρες άπνοο και νεκρό, μόνο και κατάμονο μέσα στο μνήμα και κάτω στον άδη, μόνο και μόνο για να διατρανωθεί στον πόνο σου, στο μαρτύριο και στην υπομονή σου η δόξα και η ζωή Μου. Δεν βλέπεις; Κι αυτά δικά σου είναι τώρα και για πάντα. Μπορεί να μην το είχες καταλάβει καλά μέχρι τώρα, μπορεί να μη σε άφηναν οι αμφιβολίες των οικείων παθών και το αντίθεο περιβάλλον του κόσμου, αλλά Εγώ είμαι η Ζωή και η Αυτοζωή. Και δεν γίνεται εσύ, που έχεις τόσο ειλικρινά Εμένα Φίλο, να μην έχεις και τη ζωή Μου μέσα σου! Έλα τώρα έξω! Βγες γρήγορα από το ζοφερό σκοτάδι του πόνου, της ανελπιστίας και του θανάτου. Η αγάπη Μου και η φιλία Μου σε σώζει με δριμύτητα από κάθε θάνατο και από κάθε άδη, όπως ακριβώς σώζει και όσους θέλουν να είναι φίλοι δικοί Μου, φίλοι αγαπημένοι και πιστοί!»
    Κι εμείς, κάπου νοητά κρυμμένοι μέσα στο έκπληκτο και συγκλονισμένο πλήθος της Βηθανίας, το μόνο που ίσως να θέλαμε πιο πολύ απ’ όλα, ήταν να ήμασταν εκείνο το σιωπηλό και υποπόδιο χώμα, για νά ’πεφτε πάνω του και πάνω μας το ζωοποιό, ζωηφόρο και ζωογόνο δάκρυ του Φίλου Χριστού!...

π. Δαμιανός



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
ς φίλον σε γνήσιον, καὶ Ἱεράρχην σοφόν, Χριστοῦ τοῦ Παντάνακτος, ἀνευφημοῦμεν πιστῶς, θεόληπτε Λάζαρε· σὲ γὰρ ἀπὸ τοῦ τάφου, ἤγειρε τεταρταῖον, ᾧπερ ἀμέμπτῳ βίῳ, ἱεράτευσας μάκαρ· καὶ νῦν ἀπαύστως πρέσβευε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
σπερ οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ καὶ φίλος γνήσιος
Ἀπὸ τοῦ τάφου ἐξηγέρθης τετραήμερος
Τῷ κελεύσματι Κυρίου τῷ ζωηφόρῳ.
Ἀλλ’ ὡς βήματι τῷ θείῳ παριστάμενος
Καθικέτευε λυτροῦσθαι πάσης θλίψεως
Τοὺς βοῶντάς σοι· χαίροις Ἅγιε Λάζαρε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Νεκρὸν τεταρταῖόν σε ὁ Χριστός, ἤγειρεν ἐκ τάφου, οἷα φίλον εἰλικρινῆ· ἔνθεν Ἱεράρχης, ἐδείχθης θεοφόρος, καὶ πρόεδρος Κιτίου, Λάζαρε ἔνδοξε.





[ (1) Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου:
«Συναξαριστής»
(μαζί με το «Νέο Μαρτυρολόγιο»
και το «Νέο Εκλόγιο»),
Τόμος Α΄
(Σεπτέμβριος–Οκτώβριος),
σελ. 346.
Έκδοσις Ιερά Καλύβη
«Άγιος Σπυρίδων Α΄».
Μετάφραση:
Ιερομόναχος Βενέδικτος.
Φιλολογική επιμέλεια:
Κύρου Δημήτριος.
Νέα Σκήτη – Άγιον Όρος·
Απρίλιος, 20111.
(2) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 2ος (Οκτώβριος), σελ. 196.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, 20092.
(3) Ματθαίου Λαγγή:
«Μέγας Συναξαριστής»,
Τόμος Ι΄, σελ. 369–370,
Αθήναι, Νοέμβριος 19975.
(4) «Ο Άγιος Λάζαρος
μέσα από την Γραφή
και την Παράδοση»·
κατατοπιστικότατο άρθρο
του Αρχιμ. Λαζάρου Βατοπεδινού
από το ιστολόγιο «Ορθογνωσία».
(5) «Θρησκευτική και Ηθική
Εγκυκλοπαίδεια»·
Τόμ. 8ος, σ. 59–62.
Αθήναι 1966.
(6) Σωφρονίου Ευστρατιάδου
Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως:
«Αγιολόγιον
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
σελ. 269.
Εκδόσεις 
«Αποστολικής Διακονίας».
Αθήναι, 1995 (Ανατύπωση).
Στην παρούσα εργασία
η ημέρα της ανάστασης 
του αγίου Λαζάρου
ορίζεται ως η 17η Μαρτίου. 
(7) Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

«ΜΗ ΨΑΧΝΟΥΜΕ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ, ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ!»


«ΜΗ ΨΑΧΝΟΥΜΕ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΕΣ,
ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ!»


      Μέσα στο ταξί που οδηγώ όλο το δωδεκάωρο η βελόνα του ραδιοφώνου βρίσκεται στον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Εκκλησίας. Όσο μακρινή κι αν είναι η διαδρομή των πελατών, ελάχιστοι από αυτούς δυσανασχετούν. Όλοι, τον ακούν με ευχαρίστηση. Και το λέω αυτό, γιατί πρώτα τους ρωτώ…

       Όταν, όμως, κάνω την ερώτηση: «Πάτε στην Εκκλησία; Έχετε πνευματικό;», το 90% των επιβατών μου, απαντούν: «Όχι! Πού να βρεθεί χρόνος! Και, εκτός αυτού, τί να πάμε ν’ ακούσουμε; Τον παπά να μας κάνει κήρυγμα, ενώ αυτός δεν πιστεύει αυτά που μας λέει και κάνει πράγματα που δεν πρέπει; Άσε μας, κοπέλα μου, στον πόνο μας! Άλλωστε, ούτε έχουμε κλέψει, ούτε έχουμε σκοτώσει! Τι τον θέλουμε τον πνευματικό τώρα;!...».

      Αγαπητοί μου! Όλοι έχουμε κλέψει· όλοι έχουμε σκοτώσει· όλοι έχουμε αδικήσει· όλοι έχουμε συκοφαντήσει. Δεν χρειάζεται να πάρουμε στα χέρια μας το όπλο και να πυροβολήσουμε. «Σκοτώνουμε» πάρα πολύ καλά και με την γλώσσα μας καθώς και με χίλιους δυο άλλους τρόπους…

      Όταν μας αδικούν, πονάμε. Όταν όμως αδικούμε εμείς, δεν πονάμε καθόλου! Και είδατε πόσο εύκολα το κάνουμε; Με πόση άνεση μού μιλάτε, όταν εσείς αδικείτε! Και με πόσο πραγματικά πόνο μού μιλάτε, όταν σας αδικούν! Πόση γαλήνη αισθάνεστε μέσα σας, όταν καταλαβαίνω τον πόνο σας και σας παρηγορώ και προσπαθώ να βρω κάποιες λύσεις στα προβλήματά σας! Και με πόση χαρά και ευγνωμοσύνη μού λέτε το «ευχαριστώ!» για την βοήθεια που σας προσφέρω με την δύναμη και την φώτιση του Χριστού!

     Πολλές φορές σάς ρωτώ:
      –Σας βοήθησα;
      –Πάρα πολύ! μου απαντάτε.
      –Εγώ, που σας βοήθησα τόσο πολύ, όπως λέτε, και με την Χάρη του Θεού γαλήνεψα την ψυχούλα σας, θα σας πείραζε αν ήμουν αλήτισσα;
      –Όχι, καθόλου!
      –Τότε, γιατί σας ενοχλεί αν ο ιερέας δεν είναι «σωστός»; Εκείνος σας δίνει αυτό που σας έδωσα εγώ, αλλά με θεϊκή χάρη. Λοιπόν, γιατί τον απορρίπτετε; Επειδή σας βολεύει; Αν ο προϊστάμενός σας είναι κλέφτης, αλήτης ή ο,τιδήποτε άλλο, μήπως θα παραιτηθείτε κι από την εργασία σας γι’ αυτό;
      –Όχι, βέβαια!
      –Ααα! Δεν παραιτείστε από εκεί. Από τον Θεό, όμως, παραιτείστε πάρα πολύ εύκολα!

      –Έτσι όπως μας τα λέτε, έχετε δίκιο. Δεν τα είχαμε σκεφτεί με την δική σας «λογική».
      –Καιρός, λοιπόν, να τα σκεφτείτε! Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι, πώς μπορείτε να ζείτε χωρίς τον Θεό! Το ότι υπάρχετε, το οφείλετε στον Θεό. Όπου κι αν έχετε πετύχει –είτε επαγγελματικά είτε στον γάμο σας είτε κοινωνικά–, αυτό το οφείλετε στον Θεό. Ένα «ευχαριστώ!», εσείς, δεν Του οφείλετε; Είστε ευτυχισμένοι όπως ζείτε;
      –Χμ!... Δεν μπορούμε να πούμε και «ναι»!...

      Για δοκιμάστε, λοιπόν, να πηγαίνετε στην Εκκλησία· ν’ αρχίσετε ν’ ακούτε τον Λόγο του Θεού. Να βρείτε έναν Πνευματικό που θ’ αγγίξει την ψυχή σας και θα σας ανεβάσει ψηλά στον Θεό. Και τότε θα δείτε πως εκεί υπάρχει η ευτυχία. Δοκιμάστε το και νά ’στε σίγουροι πως δεν θα βγείτε χαμένοι. Δεν είναι όλοι οι ιερείς ίδιοι. Έχουμε πολλούς αγίους ιερείς που, αν ψάξουμε με καλή διάθεση και με πίστη στον Θεό, Εκείνος θα μας τους αποκαλύψει…

      Ας μην ψάχνουμε για δικαιολογίες, όταν εμείς φεύγουμε μακριά από τον Θεό. Κανείς δεν μπορεί να μας διώξει μακριά Του, παρά μόνον ο εαυτός μας. Όπως και «κανείς δεν μπορεί να μας βλάψει περισσότερο από τον ίδιο τον εαυτό μας», που λέει κάπου και ο Ιερός Χρυσόστομος…

Η οδηγός ταξί· Ράνια Υδραίου
ή αργότερα· Πορφυρία μοναχή
(† 27 Φεβρουαρίου 2015)




 
[ Πορφυρία Μοναχή:
«Ταξιδεύοντας
στα τείχη της πόλης»,
σελ. 206–208.
Αθήνα 2010.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
 






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

ΑΓΙΟΣ ΛΟΓΓΙΝΟΣ Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΛΟΓΓΙΝΟΣ Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ


     Ο άγιος Λογγίνος καταγόταν από την Καππαδοκία και υπηρετούσε στον ρωμαϊκό στρατό ως εκατόνταρχος την εποχή του Τιβέριου (15-34), υπό τις διαταγές του Πόντιου Πιλάτου, ηγεμόνα της Ιουδαίας (26-37). Λόγω της ιδιότητάς του, έλαβε διαταγή να εκτελέσει μαζί με τους άνδρες του την απόφαση του Πιλάτου, που οδήγησε τον Κύριο στο άγιο Πάθος και να φυλάξουν τον Τάφο, από φόβο μήπως οι Μαθητές κλέψουν το σώμα και διαδώσουν ότι ο Χριστός αναστήθηκε. Ως αυτόπτης μάρτυς, λοιπόν, ο Λογγίνος είδε όλα τα θαυμαστά σημεία που συνόδευσαν το Πάθος του Κυρίου: την γη που σείσθηκε, το σκοτάδι που κάλυψε όλη την γη και την οικουμένη, το πελώριο καταπέτασμα του Ναού που σχίσθηκε στα δύο από πάνω μέχρι κάτω, τα μνημεία που «ανεώχθησαν» και τα πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων που αναστήθηκαν και εμφανίσθηκαν σε πολλούς (βλ. Ματθ. 27, 51-53· Μάρκ. 15, 38· Λουκ. 23, 44-46). Βλέποντας αυτά τα εξαίσια και συγκλονιστικά ο εκατόνταρχος, άνοιξαν οι οφθαλμοί της αγαθής του καρδιάς και φώναξε με δυνατή φωνή: «Στ’ αλήθεια, Υιός του Θεού ήταν Αυτός!» (βλ. Ματθ. 27, 54· Μαρκ. 15, 39· Λουκ. 23, 48).

     Όταν την τρίτη ημέρα της ταφής του Κυρίου οι φύλακες του μνημείου έγιναν μάρτυρες της εμφανίσεως του Αγγέλου στις Μυροφόρες γυναίκες, τους κατέλαβε φόβος και τρόμος και έμειναν σαν νεκροί. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς πήγαν στους αρχιερείς και ανέφεραν τα γεγονότα. Τότε οι αρχιερείς συνεδρίασαν με τους πρεσβυτέρους και αποφάσισαν να δώσουν στον Λογγίνο και τους στρατιώτες του αδρή αμοιβή για να διαδώσουν ότι οι Μαθητές του Κυρίου ήλθαν την νύκτα και, ενώ οι φύλακες κοιμούνταν, έκλεψαν το σώμα Του. Ο εκατόνταρχος όμως και δύο στρατιώτες φωτίσθηκαν από το φως της Αναστάσεως του Κυρίου και αρνήθηκαν τα αργύρια του δόλου και της θεοφθονίας. Ο Λογγίνος παραιτήθηκε από το αξίωμα του εκατόνταρχου και από τον στρατό και επέστρεψε στην πατρίδα του την Καππαδοκία, όπου κήρυττε τον Χριστό και το Ευαγγέλιο της σωτηρίας, μιμούμενος έτσι τους αγίους Αποστόλους.

     Μόλις το πληροφορήθηκε αυτό ο Πιλάτος, παρακινημένος από τα αργύρια και τα δώρα των Ιουδαίων, που διψούσαν μανιωδώς για εκδίκηση, έστειλε στον αυτοκράτορα Τιβέριο επιστολή καταγγέλλοντας τον Λογγίνο.


     Κατά θεία πρόνοια, οι στρατιώτες που έστειλε ο Τιβέριος στην Καππαδοκία για να βρουν τον πρώην εκατόνταρχο, χωρίς να το ξέρουν σταμάτησαν στο σπίτι όπου είχε καταλύσει ο Λογγίνος. Μόλις τον συνάντησαν, του ζήτησαν να τους παράσχει κατάλυμα και πληροφορίες για τον καταζητούμενο εκατόνταρχο, τον οποίον δεν είχαν δει ποτέ τους. Ο άγιος τούς υποδέχθηκε με πολύ αγαθή και φιλόξενη διάθεση, κάτι που διακρίνει όλους διαχρονικά τους μαθητές του Χριστού. Κατά την διάρκεια όμως της συζητήσεως τού φανέρωσαν τον πραγματικό τους σκοπό. Μαθαίνοντας ο Λογγίνος το νέο, ένιωσε άφατη χαρά και περιποιήθηκε περισσότερο τους φιλοξενούμενούς του. Τους τακτοποίησε άνετα στο σπίτι και γαλήνιος πήγε να ετοιμάσει τον τάφο και όλα τα αναγκαία για την ταφή του. Εν συνεχεία, βρήκε τους δύο συντρόφους του, που είχαν φύγει μαζί του από την Παλαιστίνη, και τους έπεισε να προσέλθουν από κοινού στο μαρτύριο. Επέστρεψε κατόπιν στους φιλοξενούμενούς του και τους αποκάλυψε πως ο ίδιος ήταν ο Λογγίνος που ζητούσαν να θανατώσουν.


     Οι απεσταλμένοι του αυτοκράτορα έμειναν άναυδοι μπροστά στο θάρρος του αγίου και, σκεπτόμενοι ότι θα έπρεπε να θανατώσουν εκείνον, ο οποίος τους φιλοξένησε τόσο πλουσιοπάροχα, ένιωσαν βαθύτατη θλίψη και απερίγραπτη αθυμία και αμηχανία. Ο άγιος όμως τους ικέτευσε να μη χρονοτριβήσουν, αλλά να πράξουν το εντεταλμένο καθήκον τους, ώστε ο ίδιος και οι σύντροφοί του να συναντήσουν μια ώρα νωρίτερα τον Κύριο και Θεό τους για να συνευφραίνονται μαζί Του αιώνια. Με βαριά καρδιά οι απεσταλμένοι του αυτοκράτορα αποκεφάλισαν τους τρεις μαθητές του Χριστού και έστειλαν την κεφαλή του Λογγίνου στα Ιεροσόλυμα, με σκοπό ο Πιλάτος και οι Ιουδαίοι να βεβαιωθούν για την θανάτωσή του. Αλλά την κάρα του αγίου, με διαταγή του Πιλάτου, την έριξαν μέσα σ’ έναν λάκκο με κοπριά κάπου στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ.


     Πολλά χρόνια αργότερα, μια πλούσια αρχόντισσα από την Καππαδοκία, η οποία έχασε την όρασή της, συνοδευόμενη από τον μονάκριβο γιο της, πήγε στην Αγία Πόλη να προσκυνήσει και να προσευχηθεί με την ελπίδα να ξαναβρεί το πολύτιμο φως της. Μόλις όμως έφθασε στα Ιεροσόλυμα, ο γιος της πέθανε ξαφνικά και η δυστυχία της ταλαίπωρης γυναίκας έγινε μεγαλύτερη. Μέσα σ’ αυτή την αβάσταχτη δοκιμασία, της εμφανίσθηκε μια νύχτα ο άγιος Λογγίνος στο όνειρό της και της φανέρωσε το μέρος όπου βρισκόταν η τίμια κάρα του, διαβεβαιώνοντάς της ότι το λείψανό του θα της παρείχε την πολυπόθητη θεραπεία των οφθαλμών της. Τότε, με μεγάλη προθυμία έψαξε η ευσεβής και πονεμένη γυναίκα, βρήκε τελικά την κάρα του αγίου Μάρτυρος και με την χάρη που εξέπεμπε το τίμιο λείψανο ανέκτησε το φως της. Όμως δεν άνοιξαν μόνο οι σωματικοί της οφθαλμοί· ο Θεός τής έδωσε και το χάρισμα να δει έκπληκτη με τους οφθαλμούς της ψυχής της τον άγιο Λογγίνο να κρατά στην αγκάλη του, σαν να ήταν παιδί του, τον μονάκριβο γιο της, ο οποίος φορούσε πλούσια νυμφικά ενδύματα και ήταν γεμάτος από χαρά. Με ανακούφιση και ευγνωμοσύνη προς τον Θεό, ο Οποίος ανταποδίδει εκατονταπλάσια έναντι της όποιας δοκιμασίας διερχόμαστε σ’ αυτόν τον σύντομο επίγειο βίο μας, η ευλαβής γυναίκα τοποθέτησε την τίμια κάρα του αγίου Μάρτυρος μαζί με το σώμα του γιου της σε μια θήκη, όπως ακριβώς την νουθέτησε ο άγιος· την μετέφερε στην Καππαδοκία και την κατέθεσε στον ναό που ανήγειρε προς τιμήν του, η όποια με την χάρη του αγίου Μάρτυρος Λογγίνου του Εκατοντάρχου, του επί του Σταυρού, επιτελούσε πάμπολλα θαύματα και ιάσεις εις δόξαν Θεού αλλά και μεγάλη ενίσχυση των πιστών.

 

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Τὸν Ἥλιον τῆς δόξης Σταυρῷ προσηλωθέντα, καὶ τοῖς ἐν σκιᾷ τοῦ θανάτου ἐκλάμποντα ὡς εἶδες, ηὐγάσθης αὐτοῦ ταῖς ἀστραπαῖς, καὶ ἤθλησας Λογγίνε εὐσεβῶς· διὰ τοῦτο νοσημάτων παντοδαπῶν, λυτροῦσαι τοὺς ἐκβοῶντας· δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐφροσύνως γέγηθεν ἡ Ἐκκλησία, ἐν τῇ μνήμῃ σήμερον, τοῦ ἀοιδίμου Ἀθλητοῦ, Λογγίνου ἀνακραυγάζουσα· Σύ μου τὸ κράτος, Χριστὲ καὶ στερέωμα.

Ὁ  Ο ἶ κ ο ς
Τὸν οὐρανὸν σκότει πολλῷ, τὴν γῆν τε σειομένην, καὶ πέτρας ῥηγνυμένας, ναοῦ τε τὸ καταπέτασμα σχισθὲν εἰς δύο θεωρῶν ἐν τῷ Πάθει τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἀθλητής, Θεοῦ Υἱὸν αὐτὸν ἐγνώρισε, πάσχοντα τῇ οἰκείᾳ εὐσπλαγχνίᾳ, ἀπαθῆ δὲ ὄντα τῇ Θεότητι καὶ δόξῃ, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ Πνεύματι Ἁγίῳ συνέχοντα τὸ πᾶν καὶ διακρατοῦντα, ὡς Θεὸν ἀληθινὸν καὶ Βασιλέα· ὅθεν ἐν χαρᾷ Λογγῖνος ἀνακραυγάζει· Σύ μου τὸ κράτος, Χριστέ, καὶ στερέωμα.

Σ υ ν α ξ ά ρ ι ο ν
     Τῇ ΙϚ΄ τοῦ αὐτοῦ μηνὸς μνήμη τοῦ ἁγίου Μάρτυρος Λογγίνου τοῦ Ἑκατοντάρχου, τοῦ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ.
     Στίχ. Υἱὸν Θεοῦ λέγων σε, Χριστέ, καὶ πάλιν,
              Λογγῖνος ὡς πρὶν τέμνεται τὸν αὐχένα.
              Ἕκτῃ καὶ δεκάτῃ Λογγῖνον ἄορ κατέπεφνεν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Κῆρυξ καὶ αὐτόπτης ὤφθης τρανῶς, τοῦ σαρκὶ παθόντος, εὐδοκίᾳ Λόγου Θεοῦ· εὐθαρσῶς γὰρ τούτου, τὴν ἔγερσιν κηρύττων, ὑπὲρ αὐτοῦ Λογγῖνε, προθύμως τέθυσαι.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 2ος (Οκτώβριος),
σελ. 186–188.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Οκτώβριος 20092.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Η ΕΥΧΗ


Η ΕΥΧΗ


     Το είπε ο Απόστολος Παύλος στους Κορινθίους – και όχι μόνο σ’ αυτούς: «Αν και συνθλιβόμαστε από παντού, αλλά δεν καταβαλλόμαστε» (Β΄ Κορ. 4, 8).

     Πόσο εύκολο όμως είναι οι θλίψεις, οι δοκιμασίες, τα προβλήματα της ζωής, να μη σου δημιουργούν βάρος, αγωνιώδη στενοχώρια και πανικό κάποιες φορές;

     Θυμάμαι ένα βραδινό κάποιου φθινοπώρου, κάπου στη δεκαετία του εβδομήντα, που χτύπησαν την πόρτα του παπά του χωριού ο Νίκος και η Τασούλα. Εκείνη φαινόταν κλαμένη. Είχε στην αγκαλιά της τον μικρό Γεράσιμο, που φέτος είχε πάει στο σχολείο. Το κεφαλάκι του έπεφτε πάνω στον ώμο της. Δεν μπορούσε να το κρατήσει όρθιο.

     Η παπαδιά άναψε το έξω φως κι άνοιξε. Δεν χρειάστηκε να ρωτήσει τίποτε. Κατάλαβε αμέσως. Η πόρτα του παπά χτυπούσε οποιαδήποτε ώρα. Άλλος να εμπιστευθεί το πρόβλημά του, άλλος να αποθέσει τον πόνο του, άλλος να του διαβάσει μια ευχή…

     «Περάστε», είπε απλά, «θα μιλήσω στον παπά». Μα εκείνος ήταν ήδη στην πόρτα και πλησίασε το μικρό. Του μιλούσε, του χάιδευε το μάγουλο, μα εκείνο ανέκφραστο, με βλέμμα θολό και απλανές.

     Εμείς τα παιδιά κρυφοκοιτάζαμε από τη μισάνοιχτη πόρτα του σκοτεινού δωματίου μας, με κομμένη την ανάσα. Μαζί παίζαμε το απόγευμα με τον Γεράσιμο, τον Μιχάλη, τον Χρήστο και τον Αριστείδη, μέχρι το σούρουπο. Τι να συνέβη;

     «Ούτε μιλάει, ούτε μπορεί να σταθεί στα πόδια του», είπε ο πατέρας του. «Καλά έπαιζε όλο το απόγευμα», συμπλήρωσε η μητέρα του με σπασμένη τη φωνή.

     Η περίσταση τούς είχε ανησυχήσει πολύ, αλλά στη ματιά τους δεν διέκρινες απελπισία και αδιέξοδο. Στέκονταν στα πόδια τους «ντυμένοι την ελπίδα της σωτηρίας» (Α΄ Θεσσ. 5, 8)· και η ελπίδα τούς είχε οδηγήσει στην πόρτα του ιερέα, που τούτη την ώρα ήταν γι’ αυτούς πατέρας, μεσίτης των δωρεών του Θεού, αρωγός στη δυσκολία τους.

     Κι εκείνος, με σοβαρότητα, έχοντας συνείδηση της υψηλής αποστολής του, φόρεσε το επιτραχήλι του κι ακούμπησε την άκρη του στο κεφάλι του μικρού. Έσκυψαν όλοι το κεφάλι. Απλώθηκε μικρή ησυχία.

     Ο ιερουργός των θείων μυστηρίων, κρατώντας στο ένα του χέρι τον Σταυρό και στο άλλο το ευχολόγιο, άρχισε να διαβάζει αργά την ειδική ευχή «κατά της βασκανίας».

     Το παιδί παρέμενε ασάλευτο. Μα, πριν καλά-καλά τελειώσει, την ώρα που ακούμπησε πάνω του τον Σταυρό, γλίστρησε και κατέβηκε από την αγκαλιά της μάνας του! Κοίταξε γύρω του με απορία. Έδειχνε να μην καταλαβαίνει γιατί ήταν εκεί στο ξένο σπίτι. Ζήτησε νερό να πιεί. Χαμογέλασε σ’ ένα αστειάκι του παπα-Αναστάση κι έπιασε το χέρι του πατέρα του. Η μάνα σκούπισε δυο δάκρυα χαράς που κύλησαν στο πρόσωπό της. Η παπαδιά σταυροκοπιόταν για κάμποση ώρα.

     Καληνύχτισαν, φιλώντας το χέρι του παπά κι έφυγαν ήσυχοι, ανακουφισμένοι, αθόρυβα και διακριτικά μέσα στο σκοτάδι.

     Τούτο το γεγονός το έχουμε ανασύρει από το παρελθόν αρκετές φορές, όσοι γίναμε αυτόπτες μάρτυρες εκείνο το βράδυ. Άλλες φορές για να «εξηγήσουμε» το θαύμα ως βίωμα στην απλή καθημερινότητα κι άλλες συζητώντας για την παρουσία του απλού ιερέα στις χαρές και στις λύπες του λαού.

     Και στις δυο πάντως περιπτώσεις, το μέτρο είναι η σχέση αγάπης και η αίσθηση της γλυκιάς οικειότητας του ανθρώπου με τον Θεό. Και αυτό είναι τελικά το ζητούμενο στη σύγχρονη εποχή της ψυχρής λογικής, της στείρας αμφισβήτησης, της αποξένωσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο και του ανθρώπου από τον Θεό.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α. ΚΑΝΤΑΝΗΣ


[ (1) Κωνσταντίνος Καντάνης
και Σταυρούλα Κάτσου-Καντάνη:
«Οδοιπόροι του Θεού»,
κεφ. 6ο, σελ. 49–54.
Ζωγραφική και σχέδια:
Χρήστος Γουσίδης.
Εκδόσεις «Εν Πλω»·
Ιούλιος, 20081.
(2) Πρώτη δημοσίευση:
Περιοδικό
Ι.Μ. Αιτωλίας και Ακαρνανίας
«Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός»,
τεύχ. 3ο, Σεπτέμβριος 2007.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ Ζ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ 
ΤΗΣ Ζ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ


     Κατά την 11η του μηνός Οκτωβρίου ή την πρώτη Κυριακή αμέσως μετά από αυτή την ημέρα, επιτελούμε την μνήμη των αγίων και θεοφόρων Πατέρων που συγκρότησαν στην Νίκαια την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο. Όταν η αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία [7 Αυγ.] ανέλαβε την αντιβασιλεία του γιου της Κωνσταντίνου ΣΤ΄, η πρώτη της μέριμνα ήταν να θέσει τέλος στον διωγμό κατά των αγίων εικόνων που είχε αρχίσει ο Λέων ο Ίσαυρος (717-741), τον οποίο συνέχισε με περισσότερη ωμότητα ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ ο Κοπρώνυμος. Για να εφαρμόσει το σχέδιό της, ανέβασε στον πατριαρχικό θρόνο τον σύμβουλό της άγιο Ταράσιο [25 Φεβρ.], ζητώντας του να ετοιμάσει για τον Αύγουστο του 786 μία μεγάλη σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη που θα αποφάσιζε για την Πίστη της Εκκλησίας στο θέμα αυτό. Αλλά οι ταραχές που προκάλεσαν οι εικονομάχοι ανάγκασαν τον πατριάρχη να μεταθέσει την σύγκληση της αγίας Συνόδου στο επόμενο έτος.

     Η Σύνοδος μεταφέρθηκε τελικά στην Νίκαια, στην βασιλική της Αγίας Σοφίας, εκεί όπου είχε συνέλθει η αγία Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος (325), και έλαβε χώρα από τις 24 Σεπτεμβρίου έως και τις 13 Οκτωβρίου του 787. Υπό την προεδρία του αγίου Ταρασίου συγκεντρώθηκαν τριακόσιοι πενήντα ορθόδοξοι επίσκοποι και σ’ αυτούς προστέθηκαν άλλοι δεκαεπτά ιεράρχες, οι οποίοι απέρριψαν την εικονομαχική αίρεση. Δίπλα στους αντιπροσώπους του πάπα Ρώμης και των πατριαρχών Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, δυναμική παρουσία αποτελούσαν οι μοναχοί, οι οποίοι υπέφεραν φοβερούς διωγμούς επί της βασιλείας των εικονομάχων αυτοκρατόρων Λέοντος Γ΄ του Ισαύρου (717-741) και Κωνσταντίνου του Ε΄ του Κοπρώνυμου (741-775) και οποίοι ήταν περίπου εκατόν τριάντα έξι.


     Οι Πατέρες της Συνόδου προετοιμάστηκαν καταλλήλως και, αφού ανέγνωσαν πολλές πατερικές μαρτυρίες αναφερόμενες στην τιμή των εικόνων, αναθεμάτισαν τους αιρετικούς, οι οποίοι για περισσότερα από πενήντα χρόνια απαγόρευαν στους ορθοδόξους να τιμούν τις σεπτές εικόνες του Χριστού και των Αγίων Του, διότι αυτό αποτελούσε δήθεν ειδωλολατρία. Έτσι, έθεσαν τέρμα στην πρώτη περίοδο της εικονομαχίας, η οποία όμως ξέσπασε λίγα χρόνια αργότερα επί Λέοντος Ε΄ του Αρμενίου (813-820) και δεν σταμάτησε οριστικά παρά το 843, χάρη στην αυτοκράτειρα Θεοδώρα [11 Φεβρ.] και στον πατριάρχη άγιο Μεθόδιο [14 Ιουν.]. Οι άγιοι Πατέρες αναθεμάτισαν τους αιρετικούς πατριάρχες Αναστάσιο, Κωνσταντίνο και Νικήτα, τους μητροπολίτες Θεοδόσιο Εφέσου, Ιωάννη Νικομηδείας και Κωνσταντίνο Νακωλείας, καθώς και όλους τους οπαδούς τους. Επίσης, αποκήρυξαν την δήθεν οικουμενική σύνοδο που συνεκλήθη στο ανάκτορο της Ιερείας με πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου του Ε΄ το 754, και κήρυξαν αιώνια την μνήμη των αγίων υπέρμαχων της Ορθοδοξίας: του πατριάρχου αγίου Γερμανού (715-730) [12 Μαΐου], του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού (676-749) [4 Δεκ.], του Γεωργίου Κύπρου (πρόκειται πιθανόν για τον άγιο Γεώργιο τον εκ Μυτιλήνης) [7 Απρ.] και όλων όσοι είχαν υποστεί βάσανα και εξορίες ως υπέρμαχοι των αγίων εικόνων.

     Στον Όρο της Πίστεως που αναγνώσθηκε κατά την έβδομη και τελευταία συνεδρία της Συνόδου, οι Πατέρες διακήρυξαν: «Ορίζουμε, με κάθε ακρίβεια και ευταξία, παραπλήσια με τον τύπο του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, να τοποθετούνται οι ιερές και άγιες εικόνες –αυτές που είναι κατασκευασμένες με χρώματα, ψηφίδες και άλλα κατάλληλα υλικά– στις άγιες εκκλησίες του Θεού, σε ιερά σκεύη και ενδύματα, σε τοίχους και σανίδες, σε σπίτια και σε δρόμους· η εικόνα δηλαδή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού και της άχραντης Δέσποινάς μας Κυρίας Θεοτόκου, των τιμίων Αγγέλων και όλων των Αγίων και των Οσίων. Διότι, όσο τα πρόσωπα αυτά ορώνται επάνω σε ζωγραφισμένες εικόνες, τόσο αυτοί που τα βλέπουν ενισχύονται στο να τα θυμούνται και να τα επιποθούν. Επίσης, να αποδίδεται στις εικόνες ασπασμός και τιμητική προσκύνηση –και όχι η αληθινή λατρεία, η οποία αρμόζει μόνο στην θεία φύση– με τον τρόπο που αποδίδεται και στον τύπο του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού, στα άγια Ευαγγέλια και στα υπόλοιπα ιερά αφιερώματα· επιπλέον, να προσφέρονται προς τιμήν τους θυμιάματα και φώτα, όπως άλλωστε υπήρχε ευλαβική συνήθεια και στους παλαιούς. Διότι η τιμή της εικόνας μεταβαίνει στο πρωτότυπο· και όποιος προσκυνά την εικόνα, προσκυνά την υπόσταση του εικονιζόμενου προσώπου. Έτσι στερεώνεται η διδασκαλία των αγίων Πατέρων μας, δηλαδή η Παράδοση της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία έχει δεχθεί το Ευαγγέλιο από το ένα άκρο της γης ως το άλλο» (βλ. Ι. Καρμίρη: «Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», σελ. 204, Αθήναι 1952).


     Ως εκ τούτου, οι άγιοι Πατέρες αποδείχθηκαν υπερασπιστές και υπέρμαχοι όχι μόνο των αγίων εικόνων, αλλά στην ουσία του ίδιου του μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού: «Παλιά καθόλου δεν εικονιζόταν ο ασώματος και ασχημάτιστος Θεός. Τώρα, όμως, που ο Θεός έλαβε σάρκα και έγινε ορατός μέσα σε αυτή και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους, μπορώ και εικονίζω την μορφή του Θεού. Δεν προσκυνώ βέβαια την ύλη, αλλά Αυτόν τον Δημιουργό της ύλης· Αυτόν που έγινε για μένα ύλη και καταδέχθηκε να κατοικήσει μέσα στην ύλη και κατεργάσθηκε την σωτηρία μου διά της ύλης. Έτσι, λοιπόν, δεν θα παύσω να σέβομαι την ύλη, διά της οποίας έχει απεργασθεί όλη η σωτηρία μου» (βλ. Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού: «Α΄ Λόγος περί των αγίων Εικόνων» 16, PG 94, 1245).

     Προσλαμβάνοντας ο Λόγος του Θεού την ανθρώπινη φύση, την θέωσε χωρίς εκείνη να χάσει κανένα από τα ιδιώματά της. Γι’ αυτό τον λόγο, ενώ μέσα στην θεία δόξα Του η ανθρώπινη φύση του Σωτήρος Χριστού είναι ακατάληπτη από τις αισθήσεις μας, ωστόσο δύναται αυτή να αποτυπωθεί, να εικονισθεί, να ιστορηθεί. Επομένως, η εικόνα του Χριστού –της οποίας την πιστότητα φυλάσσει η Παράδοση της Εκκλησίας– καθίσταται αληθής παρουσία και σωτήρια υπόμνηση του Θεανθρώπινου Προσώπου και αποτελεί αγωγός Χάριτος και αγιασμού σε όσους με πίστη τής απονέμουν τιμητική και ευλαβική προσκύνηση.

     Η δεύτερη Σύνοδος που έγινε στην Νίκαια είναι η έβδομη και τελευταία Οικουμενική Σύνοδος που αναγνωρίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να συγκληθούν και στο μέλλον άλλες Οικουμενικές Σύνοδοι, αλλά ότι, ως έβδομη που είναι η Σύνοδος της Νικαίας, συμπληρώνει τον αριθμό που μέσα στην Αγία Γραφή αντιπροσωπεύει και εκφράζει την τελειότητα και την ολοκλήρωση (π.χ. Γεν. 2, 1-3)· σφραγίζει δηλαδή το πέρας της περιόδου των δογματικών συγκρούσεων που επέτρεψαν σθεναρά στην Εκκλησία να διευκρινίσει με σαφείς και ακριβείς θεολογικούς ορισμούς τα αμετάθετα όρια της Ορθόδοξης Πίστης. Στο εξής, κάθε αίρεση δύναται και θα δύναται να αναχθεί σε μία από τις πλάνες που αποκήρυξε και αναθεμάτισε η αγία μας Εκκλησία στις Οικουμενικές Συνόδους της, από την Πρώτη (325) έως και την Έβδομη (787) που έγινε στην Νίκαια.



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄.
περδεδοξασμένος εἶ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ φωστῆρας ἐπὶ γῆς, τοὺς Πατέρας ἡμῶν θεμελιώσας, καὶ δι’ αὐτῶν, πρὸς τὴν ἀληθινὴν πίστιν πάντας ἡμᾶς ὁδηγήσας· Πολυεύσπλαγχνε δόξα σοι.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ταῖς θείαις τοῦ Πνεύματος, καὶ ἑπταρίθμοις αὐγαῖς, Πατέρες οἱ ἔνθεοι, καταυγασθέντες τὸν νοῦν, Ἑβδόμην συνέλευσιν, ἤθροισαν ἐκ περάτων, ἐν Νικαίᾳ τῇ πόλει, ἱδρύσαντες θεοφρόνως, τὰς πανσέπτους Εἰκόνας, Αὐτῶν μετ’ εὐφροσύνης, τῇ μνήμῃ ᾄσωμεν.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Ἑβδόμης Συνόδου τοὺς Πατέρας ὑμνήσωμεν, ὡς τῆς Ἐκκλησίας φωστῆρας καὶ θερμοὺς ἀντιλήπτορας· Εἰκόνα γὰρ τὴν θείαν τοῦ Χριστοῦ, ἐκήρυξαν τιμᾶσθαι εὐσεβῶς, καθελόντες τῶν αἱρέσεων τὴν ὀφρύν, καὶ πρὸς αὐτοὺς βοήσωμεν· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ βεβαιοῦντι δι’ ὑμῶν, Πίστιν τὴν Ὀρθόδοξον.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. β΄. Χειρόγραφον εἰκόνα.
ἐκ Πατρὸς ἐκλάμψας, Υἱὸς ἀρρήτως, ἐκ γυναικὸς ἐτέχθη διπλοῦς τῇ φύσει· Ὃν εἰδότες οὐκ ἀρνούμεθα, τῆς μορφῆς τὸ ἐκτύπωμα· αὐτὸ δὲ εὐσεβῶς ἀνιστοροῦντες, σέβομεν πιστῶς· καὶ διὰ τοῦτο, τὴν ἀληθινὴν πίστιν κρατοῦσα, ἡ Ἐκκλησία ἀσπάζεται, τὴν εἰκόνα τῆς Χριστοῦ ἐνανθρωπήσεως.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ
πὶ τὸ πρωτότυπον ἡ τιμή, τῶν σεπτῶν Εἰκόνων, διαβαίνει ὡς ἀληθῶς, ὥσπερ οἱ Πατέρες, Συνόδου τῆς Ἑβδόμης, ἐτράνωσαν πανσόφως· οὓς μεγαλύνωμεν.





[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 2ος (Οκτώβριος),
σελ. 141–145.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Οκτώβριος 20092.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.