Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

«ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΦΑΙΝΟΜΑΣΤΕ ΟΠΩΣ ΕΙΜΑΣΤΕ!»

«ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΦΑΙΝΟΜΑΣΤΕ ΟΠΩΣ ΕΙΜΑΣΤΕ!»


     Μια μέρα, πρωί-πρωί, πήρα την τσάντα μου και πήγα στον Γερο-Παΐσιο.
     –Παρά λίγο, γέροντά μου, του είπα χαμογελώντας, να με πετάξουν απ’ το μπαλκόνι κάτω επειδή είπα ότι είμαι ένας αποτυχημένος μοναχός και δεν πήρα ακόμη από τον Θεό αυτό που Του ζητώ.
     Ο Γέροντας Παΐσιος με κοίταξε σοβαρά.
     –Άκου παιδί μου, άρχισε, καλύτερα να φανούμε όπως είμαστε, ας υποθέσουμε. Μέχρι τώρα μιλούσες σαν «αββάς» και ο κόσμος νόμιζε ότι αυτά που έλεγες ήταν δικά σου. Δεν σε συνέφερε αυτό. Καλύτερα να φαινόμαστε αυτό που είμαστε.

     Ο Γέροντας ασχολήθηκε για λίγο με το κομποσκοίνι που έπλεκε και μετά συνέχισε:
     «Εδώ πιο κάτω, σ’ ένα κελί, είναι ένα καλό γεροντάκι κι είχα καιρό να πάω. Μια μέρα, λέω: “Ας περάσω μια βόλτα από το κελί του να δω τι κάνει”. Τον βρήκα να μαζεύει ελιές. Χάρηκε που με είδε. Αν και ήμασταν γειτόνοι, είχαμε καιρό να ιδωθούμε. Μού ’κανε λίγο τσάι και καθίσαμε στο αρχονταρίκι του.
     –Τι κάνεις, γερο-τάδε, τον ρωτάω.
     »Αυτός τότε, έσκυψε αμέσως το κεφάλι του κάτω και δύο πολύ μεγάλα δάκρυα κύλησαν απ’ τα μάτια του.
     –Απελπίστηκα πια, Γερο-Παΐσιε! μου είπε. Δεν υπάρχει ελπίς πλέον για μένα!
     –Γιατί; τον ρώτησα.
     –Να, γιατί! μου εξήγησε το γεροντάκι. Όπου νά ’ναι πεθαίνω και θα παρουσιαστώ ενώπιον του Χριστού. Βάζω, λοιπόν, τον εαυτό μου ότι πέθανα και βρίσκομαι στην ουρά αυτών που κρίνονται απ’ τον Χριστό. Εκεί λοιπόν που λες, ο καθένας κρατάει κάτι στα χέρια του, αυτό με το οποίο ασχολήθηκε στη ζωή του: ο μοναχός την υπακοή του, οι ασκητές την άσκησή τους, οι κοσμικοί την ταλαιπωρία της ζωής τους, άλλοι την αρρώστια τους, κι άλλοι άλλα. Ο καθένας πάντως, θα κρατάει στα χέρια του ένα κουτάκι, που θα το δείξει στον Χριστό. Ένας-ένας λοιπόν απ’ τη σειρά, παρουσιάζεται μπροστά στο θρόνο του Χριστού και δείχνει το κουτάκι του και την ταλαιπωρία του. Και ο Χριστός τού απαντάει: “Πέρνα κι εσύ!”. Και φθάνει, που λες, και η δική μου σειρά και με ρωτάει ο Χριστός: “Κι εσύ, πάτερ Μου, τι έκανες στη ζωή σου;”. Άδεια τα χέρια μου! Πώς να δικαιολογηθώ; Κάθε βράδυ μουσκεύω το στρώμα μου στο κλάμα. Πώς θα εμφανιστώ με άδεια χέρια μπροστά στον Χριστό;
     »Όσο το γεροντάκι μιλούσε, από τα μάτια του έρρεαν συνεχώς μεγάλα δάκρυα. Στο σημείο αυτό σταμάτησε κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Δεν ήξερα, συνέχισε ο Γερο-Παΐσιος, πώς να τον παρηγορήσω.
     –Κοίτα, γερο-τάδε, ας υποθέσουμε, του είπα, έχω να σου πω ένα λόγο. Απ’ την πείρα μου κατάλαβα κάτι· ότι ο καλός Θεός σ’ όλη μας τη ζωή, μας οδηγεί σ’ αυτό ακριβώς το σημείο: Να καταλάβουμε ότι το έλεος του Θεού είν’ αυτό που μας σώζει και καλύπτει τις αμαρτίες μας κι όχι τα δικά μας έργα. Όλη μας η άσκηση σ’ αυτό και μόνο αποβλέπει. Εγώ, που λες, για να το καταλάβω αυτό, έκανα μεγάλη άσκηση, όπως ξέρεις. Ε, τώρα, εσύ έτυχε να το καταλάβεις χωρίς άσκηση, δωρεάν. Δεν πειράζει όμως! Σημασία έχει, που έφτασες στο σωστό σημείο: Να κρεμαστείς κι εσύ, όπως όλοι μας, στο έλεος του Θεού.
     »Κι έτσι, που λες, κατέληξε ο Γερο-Παΐσιος, μπόρεσα να παρηγορήσω λίγο αυτό το γεροντάκι. Και να σκεφτείς, πάτερ μου, ότι αυτό το γεροντάκι ήταν από τους μεγάλους ασκητάς του Αγίου Όρους…».


     –Γέροντα, του είπα, πέρα απ’ τις όμορφες ιστορίες, μετά από τόσα χρόνια στον μοναχισμό, δεν πέτυχα τίποτε κι είμαι στο μηδέν. Κι εσείς καταλαβαίνετε πόσο αλήθεια είναι αυτό. Θέλω να ξαναρχίσω, αλλά δεν ξέρω από πού.
     Ο Γέροντας σταμάτησε το πλέξιμο του κομποσκοινιού και με κοίταξε. Το μειδίαμα ξαναφάνηκε στο πρόσωπό του.
     –Αν μού ’λεγες ο,τιδήποτε άλλο, απάντησε, εκτός απ’ αυτό που είπες, ξέρεις τι θα σ’ έκανα;
     –Όχι.
     –Θα σ’ άρπαζα απ’ το πόδι, θα σ’ έφερνα γύρω-γύρω στον αέρα δυο-τρεις φορές και, μετά, θα σ’ αμολούσα. Και θα προσγειωνόσουν έξω απ’ αυτόν τον φράχτη. Μην κοιτάς που είμαι αδύνατος. Γι’ αυτό, θά ’βρισκα τη δύναμη να το κάνω. Όταν η Χάρις του Θεού επισκέπτεται τον άνθρωπο, τότε ο άνθρωπος αλλάζει. Εμένα, που με βλέπεις, δεν έχω πάει σε ταβέρνα στη ζωή μου και, από 12 χρονών, προσπαθώ να ζω σαν μοναχός. Αν, όμως, η Χάρις του Θεού μ’ εγκαταλείψει για οποιοδήποτε λόγο, το βράδυ θα με δεις να φέρνω σβούρες και να χορεύω ζεμπεκιά στην ταβέρνα των Καρυών…


[Μοναχού Μιχαήλ:
«Η υπακοή
και η εκμετάλλευσή της».
Κεφ. 10ο, σελ. 81–84.
«Η επικηρυγμένη Ορθοδοξία–1»,
Επιμέλεια κειμένου:
Μελίτα Αντωνιάδου.
Αθήνα, 1998.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ


     Συναγωνιστής των Αποστόλων και ένθερμος μιμητής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ζωντανός στυλοβάτης της Εκκλησίας λόγω του ζήλου του για την υπεράσπιση της πίστεως, υπόδειγμα αγίου ιεράρχη για την ποιμαντική του φροντίδα, ο εν αγίοις πατήρ ημών Νικόλαος ανεδείχθη γενναιόδωρος έφορος της Χάριτος του Θεού με τα αναρίθμητα θαύματα που επιτέλεσε και επιτελεί υπέρ των πτωχών, των εγκαταλειμμένων, όσων υποφέρουν αδικίες και όσων μέχρι σήμερα επικαλούνται την πατρική του προστασία. Γεννήθηκε στην πόλη Πάταρα της Λυκίας κατά τα τέλη του 3ου αιώνα, από γονείς χριστιανούς που για πολλά χρόνια ήταν άτεκνοι. Ήδη από τη βρεφική του ηλικία φάνηκε ο πόθος του για την αρετή και ο ζήλος του στην τήρηση των θεσμίων της Εκκλησίας, αφού αρνούνταν να θηλάσει όλη τη μέρα, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή. Ήταν ευλαβής και φρόνιμος· διδάχθηκε τα ιερά Γράμματα και σε νεαρά ηλικία χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον θείο του, αρχιεπίσκοπο Νικόλαο. Η αγρυπνία, η νηστεία και η προσευχή ήταν οι αρετές στις οποίες ο νέος κληρικός διέπρεπε ήδη, όταν όμως μετά τον θάνατο των γονέων του διαμοίρασε όλα του τα υπάρχοντα στους φτωχούς, η ελεημοσύνη κατέστη η μεγαλύτερη δόξα του εν Κυρίω. Θεωρούσε ότι ήταν απλώς διαχειριστής των αγαθών που ανήκαν στους φτωχούς και φρόντιζε ιδιαίτερα να κρατά κρυφές τις αγαθοεργίες του, ώστε να μη στερηθεί του μισθού του στους ουρανούς (βλ. Ματθ. 6, 3). Έσωσε έτσι από την ατίμωση τρεις νεαρές κόρες, τις οποίες ο πατέρας τους, που ήταν πνιγμένος στα χρέη, ήθελε να εξωθήσει στην πορνεία· τρεις φορές πρόσφερε κρυφά αρκετά χρυσά νομίσματα ώστε να μπορέσουν οι κόρες να νυμφευθούν. Όταν, τέλος, τον ανακάλυψε ο πατέρας τους, ο Νικόλαος τον έβαλε να υποσχεθεί ότι δεν θα αποκάλυπτε σε κανέναν το όνομα του ευεργέτη του, απειλώντας τον με αιώνια καταδίκη αν παρέβαινε την υπόσχεση.


     Ο Θεός αντάμειψε την αρετή του με το χάρισμα των θαυμάτων και οι δωρεές της Χάριτος τον έκαναν να λάμπει ενώπιον των ανθρώπων. Κατά τη διάρκεια προσκυνήματος στους Αγίους Τόπους, δύο φορές έκανε με την προσευχή του να γαληνέψει η θάλασσα και να σταματήσει η τρικυμία που απειλούσε το πλοίο στο οποίο επέβαινε.

     Όταν επέστρεψε στην γενέτειρά του εν μέσω παλλαϊκής αγαλλίασης, εξελέγη επίσκοπος της γειτονικής πόλης των Μύρων, μετά από μεσολάβηση αγγέλου Κυρίου στη Σύνοδο των επισκόπων που είχαν συγκεντρωθεί για την εκλογή. Φυλακισμένος κατά τον μεγάλο και ύστατο διωγμό που εξαπέλυσαν οι Διοκλητιανός και Μαξιμιανός (303), ο άγιος ποιμενάρχης δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να διατρανώνει το φρόνημα και την πίστη του ποιμνίου του. Όταν επικράτησε η ειρήνη επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, διάπυρος ήταν ο ζήλος του για την κατακρήμνιση των ειδώλων και την εκδίωξη των δαιμόνων. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η δυσσεβής αίρεση του Αρείου ήλθε να ταράξει και να διαιρέσει το άγιο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, βρήκε όμως τον άγιο Νικόλαο στην πρώτη γραμμή των υπερμάχων της Ορθοδοξίας, μεταξύ των Πατέρων που συγκεντρώθηκαν στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας, το 325. Κατά τη διάρκεια της Συνόδου, ράπισε δυνατά τον Άρειο ενώπιον του αυτοκράτορα και γι’ αυτό φυλακίσθηκε σιδηροδέσμιος. Το ίδιο βράδυ, παρουσιάσθηκε ο Χριστός και η Υπεραγία Θεοτόκος μέσα στη φυλακή και του έδωσαν Ευαγγέλιο και ωμοφόριο. Το πρωί, κάποιοι γνωστοί του τού πήγαν τροφή και τον βρήκαν λυμένο από τα δεσμά, να φορά το ωμοφόριο και να διαβάζει το Ευαγγέλιο. Το πληροφορήθηκε αυτό ο αυτοκράτορας και αμέσως του ζήτησε συγνώμη και τον αποφυλάκισε.

     Αφού έσωσε την πόλη των Μύρων από λιμό, εμφανιζόμενος στον καπετάνιο ενός πλοίου που ήταν φορτωμένο με σιτάρι, ο άνθρωπος του Θεού έσωσε από θάνατο τρεις ρωμαίους αξιωματικούς που είχαν κατηγορηθεί αδίκως για συνωμοσία, παρουσιαζόμενος σε ενύπνιο του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου και του άτιμου επιτρόπου Αβλαβίου. Όταν σηκώθηκαν, οι τρεις στρατιωτικοί, γεμάτοι ευγνωμοσύνη προς τον άγιο, έγιναν μοναχοί.


     Αλλεπάλληλες φορές, και όταν ζούσε και μετά τον θάνατό του, ο άγιος Νικόλαος παρενέβη θαυματουργικά για να προστατεύσει πλοία και ταξιδιώτες που κινδύνευαν στη θάλασσα και για το λόγο αυτό τιμάται ως προστάτης των ναυτικών. Εμφανίσθηκε στο τιμόνι ενός πλοίου που παράδερνε στην τρικυμία και το οδήγησε σε ασφαλές λιμάνι· μια άλλη φορά έτρεξε να βοηθήσει έναν ταξιδιώτη που έπεσε στη θάλασσα, ο οποίος μόλις φώναξε: «Άγιε Νικόλαε, βοήθει μοι!», βρέθηκε ξάφνου στο σπίτι του, ανάμεσα στους εμβρόντητους συγγενείς του.

     Επί πολλά χρόνια ο άγιος επίσκοπος υπήρξε για τους πιστούς ωσάν παρουσία του Φιλάνθρωπου και Καλού Ποιμένα Χριστού. Δεν υπήρχε δυστυχία που να μη συμπονέσει, αδικία που να μην επανορθώσει, διχόνοια που να μην ειρηνεύσει. Παντού, όπου βρισκόταν, το πρόσωπό του έλαμπε και ακτινοβολούσε ειρήνη. Όταν, μετά από πολλές αγαθοεργίες, εκοιμήθη για να μεταβεί στη Βασιλεία των Ουρανών, οι πιστοί θρηνούσαν που έχασαν τον ποιμένα τους και τη ζωντανή πρόνοιά τους, οι άγγελοι όμως και οι άγιοι αγάλλονταν υποδεχόμενοι μεταξύ τους τον πράο Νικόλαο. Τα τίμια λείψανά του κατατέθηκαν στα Μύρα, σε ναό που ανεγέρθη προς τιμήν του αγίου, και γρήγορα κατέστη μεγάλο προσκύνημα. Μη μπορώντας να υποφέρει τη μεταθανάτια δόξα του αγίου, μια μέρα ο διάβολος πήρε τη μορφή γριούλας, η οποία, με το πρόσχημα ότι δεν μπορούσε να επιχειρήσει τόσο μακρινό ταξίδι, εμπιστεύθηκε στους προσκυνητές ένα πιθάρι λάδι για τις ακοίμητες κανδήλες που έκαιγαν στον τάφο του αγίου· κατά τη διάρκεια του ταξιδιού όμως, ο άγιος Νικόλαος παρουσιάσθηκε στον καπετάνιο του πλοίου και τον διέταξε να ρίξει το μαγικό λάδι στη θάλασσα. Μόλις έριξαν το λάδι, η θάλασσα πήρε φωτιά και στροβιλιζόταν προς μεγάλο τρόμο των προσκυνητών που ωστόσο ευχαριστούσαν τον Θεό, ο Οποίος, μέσω του αγίου έσωσε τον ναό.


     Το 1087, καθώς τα Μύρα είχαν περιέλθει στην κυριαρχία των Σαρακηνών, οι Ιταλο–νορμανδοί σταυροφόροι της Α΄ Σταυροφορίας πήραν το τίμιο λείψανο και το μετέφεραν στο Μπάρι της Ιταλίας, όπου βρίσκονται και τιμώνται σήμερα. Πάμπολλα θαύματα έγιναν κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του λειψάνου [9 Μαΐου].

     Ο άγιος Νικόλαος είναι μαζί με τον άγιο Γεώργιο ένας από τους πιο αγαπητούς αγίους των χριστιανών, σε Ανατολή και Δύση. Αναρίθμητοι ναοί είναι αφιερωμένοι στη μνήμη του, αναρίθμητοι τόποι και πιστοί φέρουν το όνομά του. Υπέρμετρα τον τιμά και τον γεραίρει ο πιστός Ελληνικός λαός με τις πλούσιες θάλασσές του, επικαλούμενος τη φοβερή προστασία του για τους ναυτικούς και τα πλεούμενά τους. Ιδιαίτερα, επίσης, τον τιμά και ο ρωσικός λαός ως προστάτη της συγκομιδής, ενώ στη Δύση τιμάται ως προστάτης των παιδιών και των μαθητών, επειδή σύμφωνα με έναν μεσαιωνικό θρύλο ανέστησε τρία παιδιά που τα είχε σφάξει ένας χασάπης για να βάλει το κρέας τους στον κιμά.


     Είθε, ο άγιος ιεράρχης του Χριστού Νικόλαος, ο σεπτός αρχιεπίσκοπος των Μυρέων, ο θαυματουργός και θαυμαστός Πατέρας της Εκκλησίας μας, να μας γλυτώνει από τις άγριες τρικυμίες του βίου τούτου και να ειρηνεύει τα ορμητικά κύματα των πειρασμών που παφλάζουν διαρκώς στο κατώφλι της ζωής μας, οδηγώντας στοργικά στις καρδιές μας στον εύδιο και ασφαλή λιμένα της αγάπης του Θεού.


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος, Δεκέμβριος, σελ. 61–65.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

«ΝΑ ΒΟΥΤΗΞΩ ΜΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΗ ΦΙΛΗΣΩ»

«ΝΑ ΒΟΥΤΗΞΩ ΜΙΑ
ΚΑΙ ΝΑ ΤΗ ΦΙΛΗΣΩ»


     «Εμένα μ’ έκανε παπά ο Δεσπότης του Σινά, ο Πορφύριος ο Γ΄. Με ταλαιπωρούσανε, ούτε λεφτά είχα και δεν ήξερα πού να πάω. Για να μη γίνω παπάς έπρεπε να έχω ένα κώλυμα. Σκεφτόμουνα να κρυφτώ σ’ ένα μέρος και την ώρα που θα γύριζαν τα κορίτσια από το θέρο, να ριχτώ να βουτήξω μία και να τη φιλήσω. Και πήγα και κρύφτηκα, ο καημένος, σ’ ένα μέρος και ήρθανε τα κορίτσια και θερίζανε. Κατάλαβες, ε; Χωριατοπούλες. Αλλά την ώρα που περνούσαν δεν μπόρεσα να το κάνω. Έτσι με κάνανε παπά και με βγάλανε Προφύριο. Ούτε ήθελα, μωρέ, παιδί μου. Ας ντρεπόμουνα, μωρέ παιδί μου (με αυτό που ήθελα να κάνω στις θερίστριες). Εγώ, αυτό ήθελα (δηλαδή να ντροπιαστώ για να μη γίνω παπάς)!».

ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ
(1906–1991)


[Αγίου Πορφυρίου:
«Θα σας πω…»
Ηχογραφημένες διηγήσεις
του αγίου για τη ζωή του.
Μέρος Γ΄, κεφ. 3ο, σελ. 247–249.
Εκδόσεις
«Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος»,
Μήλεσι Νοέμβριος 20152.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΑΡΑΚΛΗΣΕΙΣ


   Κι αν τόσο θες να φύγεις
σε ταξίδια αλαργινά,
άσε ακόμη και τους δρόμους
που το διάβα σου βαστάζουν
ν’ αγαπήσω σιωπηλά.
   Είναι που η καρδιά
δεν παύει ν’ αναζητά κραταίωση
μέσα από παρακλήσεις
που ελάχιστα φαντάζεται κανείς.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Η ΑΓΑΠΗ ΘΕΛΕΙ ΑΓΑΠΗ

Η ΑΓΑΠΗ ΘΕΛΕΙ ΑΓΑΠΗ


     Ας σταματήσουμε τους ρόλους που μας σώζουν πρόσκαιρα. Μη κάνουμε συνέχεια πώς απορούμε. Μη σπαταλούμε άλλο τον εαυτό μας με άσκοπες ερωτήσεις. Όλες οι πειστικές απαντήσεις είναι ήδη μέσα μας πριν καν να έρθουν και εμφανιστούν τα σωσίβια των «γιατί» που χρειαζόμαστε για να δικαιωθούμε. Μη το παίζουμε ανίδεοι και ανήξεροι, μια ζωή κύριοι και ανεύθυνοι. Μην επικαλούμαστε άλλο, τόσο πολύ άγνοια στις τόσες ποταπότητες, τις σκληρότητες, τις ανοησίες και τις αδιακρισίες που σκορπούμε παντού. Είναι η χείριστη φθήνια αυτό, μια άλλη μορφή αδιαχείριστης βαρβαρότητας. Ας είμαστε μια φορά ειλικρινείς, ντόμπροι και ευθείς με τον εαυτό μας και με τους άλλους που υπομένουν σιωπηλά τόσα χρόνια τις ακατανόητες απωθήσεις της έκρυθμης φτιαξιάς μας. Η αγάπη είναι καθαρή δύναμη ελευθερίας και ευαισθησίας μαζί· φεύγει απαθώς μ’ ένα σύντομο νεύμα, μ’ ένα στιγμιαίο βλέμμα και με μια λεπτή διάθεση που κρύφτηκε από τα εξωτερικά σχήματα, τα λόγια, τις φράσεις, τις διαβεβαιώσεις, τις υποσχέσεις, τις αβρότητες και τις δικαιολογίες. Η αγάπη αγαπά να φεύγει, όταν η καρδιά μας δεν έχει καμία προσοχή και σημασία να της προσφέρει επάξια, όταν τη θεωρούμε δεδομένη, σίγουρη, αυτόματη και ευνόητη στη ζωή μας, όταν τη διεκδικούμε με τις κούφιες δηλώσεις, με άχρηστα λόγια, με την αδιαφορία και την απραξία του βίου μας, όταν την αναγκάζουμε με τον επηρμένο μας τρόπο να φύγει μακριά, αυτή που από τη φύση της δεν έμαθε να φεύγει ποτέ και να εγκαταλείπει κανέναν. Η αγάπη θέλει αγάπη για να μείνει· για να μείνει μέσα μας και γύρω μας.

π. Δαμιανός





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

ΒΙΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΩΝ

ΒΙΩΜΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΩΝ


     Με κάθε τρόπο φαίνεται ότι τελευταία έχουμε γίνει οι πιο τέλειοι διδάσκαλοι, ο πιο ακάματοι διδάχοι και κατηχητές, οι πιο περίφημοι γνώστες των θείων μυστηρίων, των αποκαλύψεων και των δογμάτων, οι άριστοι εκκλησιολόγοι, πατρολόγοι, αγιολόγοι και οι πιο εξαίρετοι βιβλολόγοι, εδαφιολόγοι και προφητολόγοι προς κάθε πιστό ή άπιστο άνθρωπο, σε κάθε ευκαιρία συνάντησής μας με τον ανύποπτο πλησίον, έναντι σε κάθε καρδιά και πρόσωπο που γνωρίζουμε ως συνήθως επιδερμικά και ανέγγιχτα, σε κάθε στιγμή και χρόνο, τόπο και περίσταση. Και όλο αυτό το δριμύ «ιεραποστολικό» φαινόμενο τελικά είναι ένας τέλειος «αυτοσωστικός» μηχανισμός, τόσο όμως παιδαριώδης και αστείος, τόσο άσχημος, ανεδαφικός, άκομψος και προσβλητικός κάποιες φορές! Προβάλλουμε προς τους άλλους πολλές και ατέρμονες θεωρίες –όσο γίνεται πιο «χριστιανικές»– μόνο και μόνο για να μη δούμε και για να μη νοιώσουμε ποτέ μέσα μας το πόσο τελικά δεν καταφέραμε να βιώσουμε προσωπικά τη μυστική και ειρηνική αλήθεια του Χριστιανισμού. Μετατρέψαμε την όποια μας εκτόνωση, εμμονή και αδιακρισία, το όποιο μας πάθος και κόλλημα σε σαρωτική «ιεραποστολή», σε πληθωρική υπερκατήχηση και –για να είμαστε και λίγο πιο update– σε πολυθεματική ιστολόγηση· και, αν όντως είναι πια τόσο αθεράπευτα αναγκαίο για μας να συγκεντρώνουμε συνεχώς πάνω μας πληθώρα θετικών εντυπώσεων από τους θρησκευόμενους συνανθρώπους μας, ίσως είναι γιατί μέσα από αυτές ακριβώς τις εντυπώσεις τροφοδοτείται ο δυστυχής, μόνος, άδειος, κούφιος και πονεμένος εαυτός μας. Η αποδοχή, η εκτίμηση, η αναγνώριση, η εύνοια, η επευφημία και η επιδοκιμασία του κόσμου –που σε γενικές γραμμές διψά μόνο να ξέρει, δίχως ποτέ να γνωρίζει– αν μη τι άλλο, είναι το αγαπημένο μας γιατρικό ή έστω το πιο προτιμητέο μας κατάπλασμα. Αλλά ο χριστιανισμός που τόσο ασταμάτητα και ανεξάντλητα «κηρύσσουμε» προς κάθε κατεύθυνση, δεν παύει ωστόσο να είναι ταυτόχρονα εκείνος ο απαραχάρακτα βιωματικός χριστιανισμός που μπορεί κάλλιστα να μαστιγώνει δριμύτατα όσους τολμούν να τον υποκρίνονται. Κι εμείς, όλη ετούτη την πρόδηλη «ανεμπειρία» ή την υποκρισία των πολλών μας αδιάφορων και πληκτικών παραινέσεων –κακά τα ψέματα!– τη θέλουμε με το να τη σκεπάζουμε αδιάφορα διαρκώς. Τη δε μεγάλη αυτογνωσιακή και αυτοκριτική σοφία που απαιτεί το Ευαγγέλιο να ενστερνιστούμε πρακτικά στην οδό της ζωής μας, όχι.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΣΤΑ ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ


      Όταν το άγιο και πανάχραντο τέκνο που ο Θεός χάρισε στο ανθρώπινο γένος –το προ πολλού στείρο εξαιτίας της αμαρτίας, των παθών και του θανάτου– έφθασε στην ηλικία των δύο χρόνων, ο πατέρας του Ιωακείμ είπε στη σύζυγό του: «Ας το οδηγήσουμε στον Ναό του Κυρίου, για να εκπληρώσουμε την υπόσχεση που δώσαμε να το αφιερώσουμε από τρυφερή ηλικία στον Παντοδύναμο». Η Άννα, όμως, απάντησε: «Ας περιμένουμε να γίνει τριών ετών, γιατί μπορεί να ζητά τον πατέρα και τη μητέρα της, και να μη μείνει στον Ναό του Κυρίου».

      Όταν το παιδί έγινε τριών ετών, οι γονείς του αποφάσισαν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους και να προσφέρουν το τέκνο τους στον Ναό. Ο Ιωακείμ κάλεσε τότε κόρες Εβραίων από καθαρή φυλή να το συνοδεύσουν στον Ναό προπορευόμενες με αναμμένες λαμπάδες, έτσι ώστε το φως να τραβήξει το ενδιαφέρον του παιδιού και μη μπει αυτό στον πειρασμό να στραφεί πίσω προς τους γονείς του. Η πάναγνος Παρθένος όμως, η οποία είχε υψωθεί από Θεού σε μεγάλο βαθμό αρετής και αγάπης των ουρανίων πραγμάτων, βαθμό ανώτερο από κάθε άλλο πλάσμα, όρμησε τρέχοντας προς τον Ναό. Πέρασε μπροστά από τις παρθένες της συνοδείας της και δίχως ένα βλέμμα για τον κόσμο ρίχθηκε στην αγκαλιά του αρχιερέα Ζαχαρία, που την περίμενε στην πύλη συνοδευόμενος από τους πρεσβυτέρους. Ο Ζαχαρίας την ευλόγησε, λέγοντας: «Ο Κύριος δόξασε τ’ όνομά σου σε κάθε γενεά. Στο πρόσωπό σου θα αποκαλύψει κατά τις έσχατες ημέρες τη Λύτρωση που ετοίμασε για το λαό Του». Και πράγμα ανήκουστο για τους ανθρώπους της Παλαιάς Διαθήκης, εισήγαγε το παιδί μέσα στα Άγια των Αγίων, όπου μόνον ο αρχιερέας μπορούσε να εισέλθει μία φορά τον χρόνο κατά την εορτή του Εξιλασμού. Το έβαλε να καθίσει στο τρίτο σκαλί του θυσιαστηρίου και η Χάρη του Κυρίου από τότε την επισκίασε. Όσοι ήταν εκεί παρόντες θαύμασαν τούτο το θέαμα που υποσχόταν μεγάλα θαύματα, τα οποία ο Θεός επρόκειτο σύντομα να πραγματοποιήσει στο πρόσωπό της.

      Έχοντας έτσι εγκαταλείψει τον κόσμο, τους γονείς της και κάθε δεσμό με τα αισθητά πράγματα, η αγία Παρθένος παρέμεινε στον ναό μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών. Φθάνοντας λοιπόν σε ηλικία γάμου, οι ιερείς και οι πρεσβύτεροι φοβήθηκαν μήπως μολύνει το άδυτο και την εμπιστεύθηκαν στον αγνό Ιωσήφ που ήταν χήρος, για να διαφυλάξει την παρθενία της, παρουσιαζόμενος ως μνηστήρας της. Κατά τα εννέα αυτά χρόνια, η Παναγία τρεφόταν με τροφή πνευματική που της έφερνε άγγελος Κυρίου. Διήγε βίο ουράνιο, ανώτερο εκείνου των προπατόρων μας στον Παράδεισο. Δίχως μέριμνες, δίχως πάθη, έχοντας ξεπεράσει τις ανάγκες της φύσεως και την τυραννία των ηδονών, δεν ζούσε παρά μόνον για τον Θεό, με τον νου της προσηλωμένο κάθε στιγμή στη θεωρία του κάλλους Του. Προσευχόμενη αδιαλείπτως και επαγρυπνώντας στον εαυτό της, η αγία παιδίσκη κατόρθωσε κατά την παραμονή της στον Ναό να καθαρίσει την καρδιά της, έτσι ώστε να γίνει ακηλίδωτος καθρέπτης, όπου απαυγάζεται η δόξα του Θεού. Φόρεσε τη λαμπρή στολή των αρετών, ως μελλόνυμφη, για να προετοιμασθεί για την μέσα της έλευση του θείου Νυμφίου Χριστού. Κατόρθωσε τέτοια τελειότητα, που συνόψισε στο πρόσωπό της όλη την αγιότητα του κόσμου και, αφού ομοιώθηκε μέσω της αρετής με τον Θεό, προσείλκυσε τον Θεό να «ομοιωθεί» με τους ανθρώπους διά της Ενανθρωπήσεως.


     Από τα βάθη του αδύτου, όπου εισήλθε σε ηλικία που τα άλλα παιδιά αρχίζουν να μαθαίνουν, η Παναγία άκουγε κάθε Σάββατο τα αναγνώσματα του Νόμου και των Προφητών που απευθύνονταν στον λαό στο κοινό τμήμα του Ναού. Με τη διάνοιά της οξυμμένη από την ησυχία και την προσευχή, έφθασε έτσι στη γνώση του βαθύτερου νοήματος των μυστηρίων των Γραφών. Ζώντας εν μέσω αγίων μυστηρίων και θεωρώντας την ίδια της την αγνότητα, κατανόησε ποιο ήταν το σχέδιο του Θεού καθ’ όλη την ιστορία του περιούσιου λαού Του. Διέγνωσε ότι όλος αυτός ο χρόνος ήταν αναγκαίος για να ετοιμάσει ο Θεός μία μητέρα στους κόλπους της ανθρωπότητας που αποστατεί και ότι αυτή, παιδί άγιο που διάλεξε ο Θεός, έπρεπε να γίνει ο αληθινός και ζωντανός Ναός της θεότητας. Τοποθετημένη στα Άγια των Αγίων, όπου φυλασσόταν τα τεκμήρια της επαγγελίας του Θεού, η Παρθένος αποκάλυπτε ότι τα σύμβολα και οι προτυπώσεις έπρεπε να εκπληρωθούν στο πρόσωπό της. Αυτή η ίδια ήταν το Άδυτο· η Σκηνή του Λόγου του Θεού· η Κιβωτός της Καινής Διαθήκης· η Στάμνα που έφερε το εξ ουρανού Μάννα· η Ράβδος του Ααρών που είχε βλαστήσει· η Πλάκα του Νόμου της Χάριτος. Σε αυτήν διασαφηνίζονται οι σκιώδεις προφητείες: είναι η Κλίμακα που ενώνει τη γη με τον ουρανό, την οποία είδε στο όνειρό του ο Πατριάρχης Ιακώβ· η Στήλη νεφέλης που αποκαλύπτει τη δόξα του Θεού· η κούφη Νεφέλη του Προφήτη Ησαΐα· το αλατόμητο Όρος του Δανιήλ· η κλειστή Πύλη του Ιεζεκιήλ, δια της οποίας ο Θεός ήρθε να επισκεφθεί τους ανθρώπους· η ζώσα και σφραγισμένη Πηγή, που αναβλύζει εντός μας τα ύδατα της αιώνιας ζωής. Θεωρώντας πνευματικώς τα θαύματα τούτα που επρόκειτο να λάβουν χώρα στο πρόσωπό της, δίχως ακόμη να κατανοεί σαφώς πώς θα πραγματοποιούνταν, η Παναγία ανέπεμψε την προσευχή και τη μεσιτεία της προς τον Θεό με μεγαλύτερη ακόμη ένταση, για να σπεύσει ο Κύριος να εκπληρώσει τις υποσχέσεις Του και να σώσει το ανθρώπινο γένος, ερχόμενος Αυτός ο Ίδιος να κατοικήσει μεταξύ των ανθρώπων ως τέλειος άνθρωπος.

     Όταν η Θεοτόκος εισήλθε στα Άγια των Αγίων, ο χρόνος δοκιμής και προετοιμασίας της Παλαιάς Διαθήκης πήρε τέλος και σήμερα εορτάζουμε τους αρραβώνες του Θεού με την ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό η Εκκλησία αγάλλεται και προτρέπει όλους τους φίλους του Θεού να αποσυρθούν κι αυτοί στον ναό της καρδιάς τους για να προετοιμάσουν την έλευση του Κυρίου με τη σιωπή και την προσευχή, απομακρυνόμενοι από τις απολαύσεις και τις μέριμνες του κόσμου.


ΕΠΙΜΥΘΙΟ

     Η Παναγία, με την είσοδό της στον Ναό του Θεού και ιδιαίτερα στα Άγια των Αγίων, απέτισε αυτή η ίδια διαχρονικά ενώπιον του Θεού φόρο καθαρμού και εξιλασμού για όλη την ανθρωπότητα, για όλους τους ανθρώπους κάθε τόπου και εποχής. Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, βαθούλωσε κυριολεκτικά τις πέτρινες πλάκες του δαπέδου του Ναού από τις ακατάπαυστες γονυκλισίες της και τις αέναες προσευχές της. Μας έδειξε βαθιά και έμπρακτα τον δρόμο της καθαρής λατρείας· όχι της τυπικής, της επιφανειακής, της ρηχής, της κούφιας και της κενόδοξης, αλλά της μυστηριακής και της μυστικής, της εσωτερικής και της καρδιακής, της απλανούς και αληθινής. Μας προτρέπει συνέχεια με το ακατάλυτο παράδειγμά της να αφήσουμε πέρα όλες τις ζαλιστικές ασάφειες και τις γενικεύσεις, τις αναλήθειες, τις δικαιολογίες, τις αντιδράσεις, τις αντιρρήσεις, τις πολλές θεωρίες, «τα λόγια τα πολλά και τα μεγάλα», τις εντυπώσεις και τους εντυπωσιασμούς, τις πολλές απατηλές υπερδραστηριότητες της αυτοδικαίωσής μας, τις σαγηνευτικές επιδείξεις, τα πλάνα μας θελήματα, τους εγωισμούς, την αλαζονεία, την οίηση, τον θόρυβο και την ταραχή των παθών μας, τους φόβους και τις αδυναμίες μας που υπάρχουν σε αφθονία πίσω από μια κίβδηλη και κενή θρησκευτικότητα, και μας παροτρύνει διαρκώς, σα φιλόστοργη Μάνα που υπεραγαπά τα παιδιά της, να πάμε ανενδοίαστα προς το ακίνδυνο και ψυχοτρόφο βάθος της όντως λατρείας, να μάθουμε καλά, μέσα από τη ψυχή μας και μέσα στη ψυχή μας, Ποιος, πού και πώς είναι ο Πρωτότοκος Γιος της, ο Χριστός μας, που ευλογεί, εκκλησιάζει, κραταιώνει και στερεώνει, ζωοποιεί, χαριτώνει και θεώνει όσους Τον λατρεύουν όπως Εκείνη, αληθινά και αυθυπερβατικά. Όχι, βέβαια, ακριβώς όπως Εκείνη, γιατί τούτη η μιμητική ακρίβεια είναι παντοτινά εντελώς αδύνατη από τη μεριά μας, αλλά στο σωστικό «περίπου», στο αγιοπλαστικό «πάνω–κάτω», στην εξατομικευμένη αγία και θεία τελειότητα, κατά την προαίρεση, τη θέληση, τη δύναμη και τη δυνατότητα του καθενός. Να μπούμε κι εμείς –επιτέλους!– μέσα στην καρδιά μας που είναι το αθεώρητο κέντρο της ύπαρξής μας· να γίνουμε ένα με την ευχή που τη βαστάζουν η απόγνωση από τον παλαιό εαυτό μας και η ενίσχυση των θείων πόθων· να κουρνιάσουμε μέσα στη θεία ησυχία και με την ιερονηπτική αταραξία να θεραπευτούμε από τη ζάλη των λογισμών· να δυναμωθούμε από τη θαλπωρή της χριστοταπείνωσης· να εγκαινιαστούμε ολοκληρωτικά από την αγία υπακοή στο θέλημα του Κυρίου και στα χνώτα της ανάγκης του αδελφού· να γίνουμε θεσπέσια, τερπνά, εκκλησιαστικά πρόσωπα, γεμάτα χάρη, έλεος και κάλλος Θεού· να γίνουμε κι εμείς με τη Χάρη του Χριστού μυστικοί, έμψυχοι, πανώριοι, αρρύπωτοι και φωταγωγημένοι ναοί· οι καρδιακές δεήσεις μας να γίνουν η ανάσα μας και να μη σταματάνε ποτέ·


ένα «Κύριε Ἐλέησον!», ένα «Δόξα Σοι ὁ Θεός!», ένα «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς!», ένα «Ἥμαρτον Κύριε!», ένα «Ὁ Θεός, ἰλάσθητί μοι!», ένα «Συγχώρεσέ με Κύριε καὶ πλησίον μου ἀδελφέ!», ένας αναστεναγμός, ένα σκίρτημα λατρείας με θείο πόθο, μια ανυπόκριτη ευλάβεια δίχως τη σκιά του τρόμου, μια βαθιά ευσέβεια δίχως το γύψο του τύπου, ένα χαροποιό και ευτυχές πένθος, ένα πολύτιμο και αειλαμπές δάκρυ, μιας ελπίδας παλμός, ένας παρακλητικός λόγος, μια φιλόθεη και μισόδοξη πράξη, μια συνετή και ακατάβλητη χαρά, η παραδείσια αγαλλίαση που κομίζει η μετάνοια, η άφραστη ανανέωση από τη μετοχή μας στο Μυστήριο της Ευχαριστίας, η ανείπωτη πληρότητα και λύτρωση που προσφέρει η θεία Μετάληψη: αυτές είναι, εν ολίγοις, οι απερίγραπτες φάσεις των ιερών ορθόδοξων βιωμάτων μας. Ας ικετεύσουμε τη Μάνα μας, την Παναγία, να μας βοηθήσει να κάνουμε κι εμείς αυτήν την τρισευλογημένη είσοδο προς την προσωπική κοινωνία και τη λατρεία του Θεού, προς τον Ναό της δόξης Του· στον Ναό, που δεν είναι άλλος εκτός από την καρδιά μας και την Εκκλησία Του, την Εκκλησία Του που είναι η καρδιά μας· την καρδιά και την Εκκλησία που, ως συνήθως, τόσο πολύ πληγώνουμε με την άγνοιά μας, την αδιαφορία μας, την κοσμικότητά μας, την αθεΐα και αθεότητά μας, την ιδιοτέλεια, την εγωπάθειά μας, τις διάφορες παραλογίες μας. Ας κάνουμε κι εμείς, αυτήν την παναγιοσκέπαστη είσοδό μας προς τον τρόπο, τον χώρο και το μακάριο ήθος του Θεού, με τα μεθυστικά λιβάνια των αρετών και την ακαταμάχητη δύναμη της θείας ορθόδοξης βιωματικής γνώσης. Ας πραγματοποιήσουμε τούτη τη θεάρεστη και θεοτοκάρεστη είσοδο· τη μόνη που θα σημάνει την οριστική και πραγματική έξοδό μας από την αμαρτία, από τα πάθη μας, από τον πόνο, από τη θλίψη και τον θάνατο του άθεου, αναόδμητου, αλιβάνιστου, αλειτούργητου και ανεκκλησίαστου κόσμου. Αμήν, γένοιτο.

π. Δαμιανός


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 3ος, Νοέμβριος, σελ. 204–206.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Απρίλιος 20122.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Ο ΝΤΕΝΕΚΕΣ ΜΕ ΤΟ ΝΕΡΟ

Ο ΝΤΕΝΕΚΕΣ ΜΕ ΤΟ ΝΕΡΟ


     Οι πνευματικοί αγώνες του περιβόητου Γέροντα Καλλίνικου του Ησυχαστή (του κατά κόσμον Κωνσταντίνου Θειάσπρη, από την Αθήνα· 1853–7/8/1930), η καθαρότητα της ζωής του, η διαρκής επαφή με τον Θεό μέσω της Νοεράς Προσευχής, τον κατέστησαν «φωστήρα διαυγέστατο». Η φυσική διεισδυτικότητα και οξύνοια του νου του, πλατύνθηκε σε τέτοιο εκπληκτικό σημείο, ώστε να μένει έκθαμβος εκείνος που θα την αντιλαμβανόταν.
     Με το χάρισμα της θαυμαστής διάκρισης, που λίγοι κατορθώνουν να αποκτήσουν, μπορεί ο άνθρωπος να εξιχνιάζει τα μυστικά βάθη των καρδιών, να διαχωρίζει τον σίτο από τα ζιζάνια, να ξεχωρίζει και στις πιο συγκεχυμένες περιπτώσεις το φως από το σκοτάδι. Κατά τον ιερό συγγραφέα της «Κλίμακος», τον όσιο Ιωάννη τον Σιναΐτη (525–600), η διάκριση είναι «η γνώση που δίδεται με τη θεία έλλαμψη»· είναι «η αλάνθαστη κατανόηση του θείου θελήματος για κάθε καιρό, τόπο και πράγμα»· είναι επίσης η «καθαρή αίσθηση» και το «νοερό φως για τις θείες αρετές» (Λόγος ΚΣΤ΄, μέρος 1ο, §1–2 και §82).
     Η φήμη του ως διακριτικού γέροντος προσείλκυσε κοντά του πλήθος ανθρώπων που ήθελαν για ό,τι τους απασχολούσε να πάρουν μια εγγυημένη θεοφώτιστη απάντηση. Για ατομικά ζητήματα, για λύσεις αποριών, για εξηγήσεις αγιογραφικών χωρίων, για πνευματική ωφέλεια, όλοι κατέφευγαν στο πνευματικό τραπέζι του Γέροντος π. Καλλινίκου. Και πάντα γύρισαν στον τόπο τους ικανοποιημένοι και πλούσιοι.
     Υποτακτικοί, γέροντες, ερημίτες, κοινοβιάτες, κοσμικοί, νομικοί, στρατιωτικοί, αστυνομικοί, Έλληνες, Ρώσοι, όλο το Άγιον Όρος, έτρεχαν και προσέτρεχαν στον έγκλειστο ησυχαστή των Κατουνακίων. Και εκτός από τις επισκέψεις δεν έλλειπαν και τα γράμματα. Σ’ όλους ήταν μοναδικός συμβουλάτορας και αντιλήπτορας. Έτσι συμβαίνει πάντα. Οι διακριτικοί Πατέρες είναι μεγάλοι μαγνήτες που αιχμαλωτίζουν όσους έχουν μέσα τους δίψα Θεού και πνευματικά ενδιαφέροντα.


     Κάποιος αναστατωμένος ψυχικά και χτυπημένος από πειρασμούς και θλίψεις μοναχός κατέφυγε κοντά του για να βρει ανακούφιση. Αφού του εξήγησε την κατάστασή του, δέχθηκε τις σοφές νουθεσίες του.
     –Άκουσε, παιδί μου, του λέει. Θα πάρεις αυτόν τον ντενεκέ και θα τον γεμίσεις νερό. Έπειτα θα ρίξεις μέσα χώμα και θα το ανακατέψεις.
     Εκείνος έκανε ό,τι του είπε.
     –Βλέπεις τώρα τίποτε μέσα; τον ερωτά.
     –Όχι, Γέροντα, γιατί είναι θολό το νερό.
     Ακολούθησε για αρκετή ώρα συζήτηση. Ευπροσήγορος και γεμάτος αγάπη, ο π. Καλλίνικος, ενίσχυε πνευματικά τον θλιμμένο μοναχό. 
     Σε μια στιγμή τού λέει να κοιτάξει και πάλι τον ντενεκέ.
     –Τώρα μόλις αρχίζει και ξεθολώνει, Γέροντα, παρατήρησε εκείνος.
     Η εποικοδομητική συζήτηση ακολούθησε επ’ αρκετόν, οπότε ο γερο-Καλλίνικος του θύμισε να ξανακοιτάξει το νερό στον ντενεκέ.
     –Έχει καθαρίσει εντελώς. Στον πυθμένα ξεχωρίζω πολύ καλά κάτι μικρά χαλίκια.
     Και ο σοφός Γέροντας Καλλίνικος έκλεισε τη συζήτηση με τα λόγια αυτά:
     –Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με σένα, αδελφέ μου. Τώρα ο νους σου είναι σαν το θολωμένο νερό. Αλλά μη στενοχωρείσαι! Κάνε υπομονή και σε δυο-τρεις μήνες θα κατασταλάξει η σύγχυση και το θόλωμα και θα δεις πόσο καθαρά και ίσια θα σκέφτεσαι.
     Και τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως ακριβώς τα είπε…

ΑΡΧΙΜ. ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ
(1920–1979)


[Αρχιμ. Χερουβείμ Καράμπελα:
«Σύγχρονες Αγιορείτικες Μορφές (3):
Καλλίνικος ο Ησυχαστής»,
Κεφ. Δ΄, §1–§2, 41–44,
Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής 19968.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.