Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

ΓΟΡΓΟΦΤΕΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

ΓΟΡΓΟΦΤΕΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


     Η σχέση μας με τον Θεό πρέπει να γεμίσει ειλικρίνεια, απλότητα, άνεση, ελευθερία. Το άνοιγμά μας προς Αυτόν να είναι ανεπιτήδευτο, πηγαίο, ζωντανό, αυθόρμητο. «Ο Θεός» μας, «ουκ έστι θεός νεκρών, αλλά ζώντων». Όταν νιώσουμε και όσο θυμόμαστε συνεχώς την αγάπη Του, τότε θα μπορούμε να αρχίσουμε να είμαστε επιτέλους ζωντανοί άνθρωποι, ασφαλείς στο διάβα των επιγείων μας, εκλεκτοί στα βιώματα της καρδιάς μας. Εμάς ωστόσο μας νέκρωσε προ πολλού η υποκρισία και η αυτοδικαίωσή μας, το θέλημα και η φαντασία μας, η μανία και όχι ο πόθος μας για τον Χριστό, για την αγιότητα του Προσώπου Του. Αντί η προσωπική μας κοινωνία με το θείο να είναι μια αποκάλυψη, καταντά να είναι μια συγκάλυψη που θυμίζει βαριά ταφόπλακα ακίνητη στο στέρνο μας. Πώς να ενεργήσει μετά η Χάρη; Πώς να μπολιαστεί στον παλμό μας η χαρά; Γίνεται ποτέ να βερνικωθεί η λάσπη; Ποιο κατάπλασμα γέννησε ποτέ την υγεία; Γέμισαν οι τοίχοι μας με εικόνες, τα ερμάριά μας με φυλακτά, λαδάκια και βαμβακάκια. Η σκουριά που «τρώει» τα «τοιχώματα» της εφησυχασμένης ψυχής μας πότε θα μας προβληματίσει; Μου είπε ένας ιερέας: «Έκαμνα κηδεία κι έβλεπα απέναντί μου ένα ταλαίπωρο άτομο με φοβερά και γόρδια συμπλέγματα μέσα του. Μια ζωή ανακαλούσε πεισματικά τον πόνο του για να προσφέρει πόνο και δυσκολία στους άλλους. Είναι αδιανόητο στην επαφή του με τους γύρω του να μη φέρνει δυσχέρεια, πλήξη, ένταση, έριδα, μιζέρια, σιωπηλή αποδοκιμασία, κατάκριση και επίκριση. Έκαμνε δε τόσο σπασμωδικά, τόσο αναίτια συχνά το σταυρό του, λες και αγχωνόταν να μη φανερωθεί η συρρικνωμένη αλήθεια του ανασφαλή είναι του προς τον κοινωνικό περίγυρο. Κι όσο σταυροκοπιόταν, τόσο πειραζόταν ο εσωτερικός του κόσμος, ταράζονταν τα σπλάχνα του γιατί δεν υπήρχε μέσα στη δομή τους κάτι που να θυμίζει ειλικρίνεια και αλήθεια». Κάποιοι καταφεύγουν στη θρησκεία αλυτρωτικά, με απεγνωσμένη αδυναμία, θρασύτητα και πονηρία, σαν να γυρεύουν να βολέψουν τα προσφιλή τους εσωτερικά δεσίματα. Κάποιοι ανοίγονται καθαρά και αυταπαρνητικά προς τον Χριστό και γίνεται μετά Αυτός ο Ελευθερωτής των ψυχών τους. Έχει μεγάλη διαφορά το ένα με το άλλο. Στο πρώτο, ένα ατακτοποίητο και συννεφιασμένο εγώ συμπράττει με τη θρησκεία κρύβοντας μέσα σε αυτή το κίβδηλο και την υποκρισία του. Στο δεύτερο, η ολόθυμη φορά και μετοχή μας προς το θείο αναπλάττει εκπληκτικά την καρδιά μας. Κάνει τη ζωή, ζωή. Και τον όποιο θάνατο, ανίσχυρο και δέσμιο δούλο της. Καλά ξεμπερδέματα για όσους ανήκουν στην πρώτη εκδοχή. Καλή και γοργόφτερη ελευθερία στους άλλους της δεύτερης, τους υπέροχους ουράνιους ανθρώπους και επίγειους αγγέλους…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

«ΤΙ ΕΧΕΙΣ; ΚΙ ΕΓΩ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΜΑΙ!»

«ΤΙ ΕΧΕΙΣ; ΚΙ ΕΓΩ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΜΑΙ!»


     Έλεγαν για τον αββά Ζήνωνα ότι ήταν μικρόσωμος και αδύνατος, πολύ σοβαρός, γεμάτος από προθυμία και θέρμη για τον Θεό και ότι είχε μεγάλη κατανόηση για τους ανθρώπους. Σ’ αυτόν συγκεντρώνονταν από παντού πολλοί κοσμικοί και μοναχοί, του φανέρωναν τους λογισμούς τους και θεραπεύονταν.

     Συναντήσαμε, λοιπόν, κάποιον από τους πατέρες που είχε μείνει κάποτε κοντά στον άγιο Ζήνωνα και, όταν άρχισε να μας λέει ωφέλιμα λόγια, του υποβάλαμε το εξής ερώτημα· «Αν κάποιος διακατέχεται από έναν λογισμό και βλέπει τον εαυτό του να νικιέται απ’ αυτόν και ενώ πολλές φορές αυτός συναισθάνεται μέσα του και ακούει καλοπροαίρετα τι είπαν οι πατέρες για την καθαρότητα της ψυχής και, παρόλο που θέλει να πετύχει αυτήν την καθαρότητα, ωστόσο δεν μπορεί, είναι σωστό να το εξομολογηθεί αυτό σε κάποιον από τους πατέρες ή οφείλει να βάλει τα δυνατά του να πράξει όπως διάβασε και να αρκεστεί μόνο στη συνείδησή του;». Μας είπε ο γέροντας τα εξής· «Οφείλει να το εξομολογηθεί σε άλλον που να μπορεί να τον ωφελήσει και να μη στηριχθεί μόνο στον εαυτό του. Γιατί δεν μπορεί κανείς να βοηθήσει από μόνος του τον εαυτό του, προπάντων αν έχει καταπονηθεί από τα πάθη».

     «Σε μένα», είπε, «στα νιάτα μου συνέβη το εξής περιστατικό. Είχα κάποιο ψυχικό πάθος και υποχωρούσα σ’ αυτό. Επειδή άκουγα για τον αββά Ζήνωνα ότι έκανε πολλές θεραπείες, θέλησα να πάω να του το εξομολογηθώ. Μ’ εμπόδιζε ο διάβολος λέγοντας· “Αφού γνωρίζεις τι πρέπει να κάνεις, πράξε όπως εσύ αντιλαμβάνεσαι. Γιατί να πας τώρα και να σκανδαλίζεις τον γέροντα;”. Και κάθε φορά που ετοιμαζόμουν να πάω, για λίγο απομακρυνόταν από μένα ο πόλεμος αυτού του πάθους, μόνο και μόνο για να μην πάω. Όταν όμως αποφάσιζα να μην πάω στον γέροντα, πάλι με αφάνιζε το πάθος. Και πάλι πάλευα να πάω και πάντα την ίδια παγίδα μού έστηνε ο εχθρός, επειδή δεν ήθελε να μ’ επιτρέψει να εξομολογηθώ αυτό το πάθος στον γέροντα.


     »Πολλές φορές πήγα στον γέροντα να του μιλήσω και δεν μ’ άφηνε ο εχθρός, βάζοντας ντροπή μέσα μου και λέγοντάς μου· “Αφού γνωρίζεις εσύ πώς να θεραπεύσεις τον εαυτό σου, είναι ανάγκη τώρα να πας σε κάποιον άλλον; Αν κάνεις έτσι και δεν πας πουθενά, δεν σημαίνει ότι πνευματικά παραμελείς τον εαυτό σου. Αφού γνωρίζεις κι από μόνος σου τι είπαν γι’ αυτό το πάθος οι πατέρες”. Αυτά μου έλεγε συνέχεια ο αντίδικος διάβολος για να μη φανερώσω το πάθος μου στον πνευματικό γιατρό και θεραπευθώ. Ο γέροντας καταλάβαινε ότι έχω κακούς λογισμούς μέσα μου, όμως δεν με έλεγχε ο ίδιος, γιατί περίμενε ό,τι έχω να του το αναγγείλω εγώ από μόνος μου. Παρόλα αυτά με δίδασκε τον ορθό βίο και μ’ άφηνε ελεύθερα να φύγω.

     »Αργότερα, θλιμμένος και κλαίγοντας είπα στη ψυχή μου· “Ως πότε, αθλία μου ψυχή, δεν θα θέλεις να θεραπευτείς; Άλλοι έρχονται από μακριά στον γέροντα και θεραπεύονται κι εσύ δεν ντρέπεσαι να έχεις κοντά σου τον γιατρό και να μη θεραπεύεσαι;”. Τελικά, αφού επαναστάτησα μέσα μου, σηκώθηκα και είπα στον εαυτό μου· “Αν πάω στον γέροντα και δεν συναντήσω κανέναν εκεί, θα καταλάβω απ’ αυτό ότι είναι θέλημα Θεού να του φανερώσω τον κακό λογισμό που έχω μέσα μου”.

     »Λοιπόν πήγα, και δεν βρήκα κανέναν. Ο γέροντας, όπως συνήθιζε, με δίδασκε για τη σωτηρία της ψυχής μου και για το πώς μπορεί κανείς να καθαριστεί από ακάθαρτους λογισμούς. Επειδή και πάλι εγώ ντρεπόμουν και δεν του φανέρωνα τίποτα, τον παρακάλεσα να μ’ αφήσει να φύγω. Αφού σηκώθηκε ο γέροντας, προσευχήθηκε και με ξεπροβόδισε περπατώντας μπροστά μου μέχρι την εξώπορτα. Εγώ, βασανιζόμενος από τις σκέψεις, να μιλήσω ή να μη μιλήσω προς αυτόν, τον ακολουθούσα διστακτικά. Ο γέροντας δεν μ’ εμπόδισε, αλλά κράτησε την πόρτα ανοικτή για να περάσω.


     »Όταν με είδε να βασανίζομαι για πολλή ώρα από τις σκέψεις μου, στρέφεται προς το μέρος μου και, χτυπώντας το στήθος μου, μου λέει· “Τι έχεις; Κι εγώ άνθρωπος είμαι!”. Μόλις μου είπε αυτά τα λόγια, νόμισα ότι μου άνοιξε την καρδιά και πέφτω μπρούμυτα στα πόδια του και τον παρακαλώ με δάκρυα λέγοντας· “Λυπήσου με!”. Αυτός μου λέει· “Τι έχεις;”. Του απαντώ· “Γνωρίζεις τη δυσκολία μου”. Μου λέει· “Είναι ανάγκη εσύ να μου πεις τι έχεις”. Όταν, καταντροπιασμένος του φανέρωσα το πάθος μου, μου λέει· “Γιατί ντράπηκες να μου μιλήσεις; Δεν είμαι κι εγώ άνθρωπος; Θέλεις να σου πω τα δικά μου; Τρία χρόνια δεν έρχεσαι εδώ έχοντας αυτούς κι αυτούς τους λογισμούς χωρίς να μου τους φανερώνεις;”. Ενώ εγώ έπεσα στα πόδια του και τον παρακαλούσα λέγοντάς του “Ελέησέ με για τ’ όνομα του Θεού”, αυτός μου είπε· “Πήγαινε, μην αμελείς την προσευχή σου και μην κατακρίνεις κανέναν”. Γύρισα, λοιπόν, στο κελί μου χωρίς να αμελήσω την προσευχή μου και, από τότε, με τη Χάρη του Θεού και με τις ευχές του γέροντα, δεν ενοχλήθηκα από εκείνο το πάθος.

     »Ύστερα από ένα χρόνο, μου ήρθε η σκέψη· “Μήπως αυτός που σε ελέησε είναι ο πολυέλεος Θεός και όχι ο γέροντας;”. Πηγαίνω, λοιπόν, προς αυτόν θέλοντας να τον δοκιμάσω. Αφού τον πήρα ιδιαιτέρως, έβαλα μετάνοια και του είπα· “Πάτερ! Στ’ όνομα της αγάπης που έχεις προς τον Θεό, προσευχήσου για μένα και για ’κείνον τον λογισμό που σου φανέρωσα κάποτε”. Αυτός, αφού μ’ άφησε πεσμένο στα πόδια του και σιώπησε για λίγο, μου λέει· “Σήκω και κατάλαβε καλά τι συνέβη!”. Όταν τ’ άκουσα εγώ αυτό, ήθελα να με καταπιεί η γη από τη ντροπή που ένιωθα. Όταν σηκώθηκα, επειδή δεν μπορούσα ν’ ατενίσω τον γέροντα, έφυγα για το κελί μου γεμάτος θαυμασμό γι’ αυτόν».

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΙΝΑ


[Δημητρίου Γ. Τσάμη:
«Το Γεροντικόν του Σινά»
«Σιναϊτικά Κείμενα – 1»,
Κεφ. 50ο («Ζήνων–Β΄»),
σελ. 172–177,
Εκδόσεις Ιεράς Μονής
Θεοβαδίστου Όρους Σινά,
Θεσσαλονίκη 1991.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου
(με μια ελαφρά διόρθωση στην απόδοση):
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

«ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ, ΠΟΥ Μ’ ΑΦΗΝΕΙ ΝΑ ΠΑΙΖΩ ΧΑΡΤΙΑ!»

«ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ,
ΠΟΥ Μ’ ΑΦΗΝΕΙ ΝΑ ΠΑΙΖΩ ΧΑΡΤΙΑ!»


     Υπάρχει μια περίπτωση να αδικούμε και επιπλέον να προσβάλλουμε τον Θεό και, μάλιστα, να μην το παίρνουμε καθόλου χαμπάρι αυτό. Και αυτή η αδικία ή η προσβολή μας να μην έχει απαραίτητα σχέση με εξόφθαλμα «βαρειές» πράξεις, όσο με απλές, απλούστατες και «αθώες» λέξεις. Και αυτές πάλι οι λέξεις είναι οι πρώτες ανεπίγνωστες θυρίδες, τα μικροπεράσματα του πειρασμού μέσα μας, του οποίου οι συνέπειες –δυστυχώς– δεν μπορούν να προσμετρηθούν όσο πρέπει από μέρους μας. Δίνοντας φρένο στην έτοιμη δικαιολογία που ενδέχεται να παραστέκει σιμά στο πνεύμα μας, λέω τούτο: δεν έχει σημασία το τι εννοούσαμε να πούμε και το τι θέλαμε να πούμε στο βάθος του σκοπού και της προαίρεσής μας. Σημασία έχει που αυτός ο βλαπτικός και μάταιος λόγος εκφέρεται, εκστομίζεται από μας προς τα έξω.

     Μπορούμε να πούμε φέρ’ ειπείν, πολύ άστοχα: «Ευχαριστώ τον Θεό, που μ’ αφήνει να παίζω χαρτιά!». Λάθος! Ίσως, βέβαια, να θέλαμε να πούμε: «Ευχαριστώ τον Θεό, που δεν με συνερίζεται και μακροθυμεί με μένα η αγάπη Του και, παρόλη τη μεγάλη βλακεία μου, εγώ συνεχίζω ασύνετα να παίζω χαρτιά εις βάρος του εαυτού μου και εις βάρος του σπιτιού μου». Σωστό! Ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη φράση υπάρχει μια μεγάλη, ειδοποιός και αγεφύρωτη διαφορά: με την πρώτη φράση μου ο Θεός εμπαίζεται ή μειώνεται για χάρη του δικού μου πάθους· με τη δεύτερη φράση, με μια αδίστακτη και ειλικρινή αυτοκριτική, με μια επαινετή μεταμέλεια και συντριβή, ρίχνω εγώ ανεπιφύλακτα τον εαυτό μου, παραδέχομαι πλήρως το λάθος μου και την κατάστασή μου, ταπεινώνω τον φταίχτη μου εαυτό –έστω και λεκτικά– και υψώνω δοξολογικά τον Θεό και τη μεγάλη Του αγάπη, που παραχωρεί διαθέσιμο καιρό προς την ελευθερία μου, όχι βέβαια για να συνεχίσω να είμαι όπως είμαι, παρέα με τα πάθη μου, αλλά παραχωρεί σε μένα προσωπικά καιρό μετανοίας και ανάνηψης. Η πρώτη φράση «Ευχαριστώ τον Θεό που μ’ αφήνει να παίζω χαρτιά» είναι στην κυριολεξία μια από μέρους μου (προσέξτε μία-μία τις λέξεις, παρακαλώ!) αθεολόγητη, επιπόλαιη, άσχημη και τοξική «δοξολογία», η οποία, από πνευματική άποψη, ασφαλώς και δεν μπορεί και δε γίνεται να γίνει αποδεκτή από τον Θεό.

     Είναι σημαντικό να καταλάβουμε καλά μέσα μας ότι δεν πρέπει να ανακατεύουμε τον Θεό με τα πάθη και τις πτώσεις μας. Να μη είμαστε φρούδοι και αμμώδεις στη σκέψη, αλλά εδραίοι στο φρόνημα, ζώντας τον Θεό με την καρδιά μας και εκτιμώντας κατάλληλα το Πρόσωπο και την Παρουσία Του στη ζωή μας. Είναι μια άλλη, πολύ μεγάλη ευχαριστία από μέρους μας αυτό, η οποία ενέχει μέσα της λεπτές δογματικές έννοιες και θεολογικές εμβιώσεις. Που, πάει να πει ότι αρχίζουμε, με τη Χάρη Του, να «γνωρίζουμε» την άγνωστη αγάπη Του καλά και Εκείνος «άρχισε» να μας «ξέρει», δηλαδή να προσέχει, παρά την πτωτικότητά μας, την εξαιτίας Του ευαίσθητη και ποιητική καρδιά μας μέσα στην τέλεια, υπερπροσωπική και υπέρχρονη παγγνωσία Του.

     Ο Κύριος Ιησούς Χριστός επιθυμεί και χαίρεται να μας βλέπει άκρως προσεκτικούς στην αίσθηση και την εκτίμησή μας προς Αυτόν, γιατί η προσοχή και η νήψη μας αποτελούν πρώτ’ απ’ όλα έναν εγκάρδιο σεβασμό και πόθο προς τη μεγαλοσύνη Του. Αδιάκριτους, απερίσκεπτους, πρόχειρους και αδιάφορους οπωσδήποτε δεν μας θέλει η αγάπη Του. Επομένως, αξίζει, Φίλοι μου καλοί, σε ανεκδιήγητο βαθμό να γνωρίζουμε ότι ο Θεός βρίσκεται πάντα και παντού πλάι μας, είναι σε όλα μαζί μας, εκτός βέβαια από την αμαρτία μας. Σε όλα ενώνεται με μας και σε όλα περιχωρείται μυστικά, σε όλα μπορεί να υποκρύπτεται και από όλα μπορεί να αποκαλύπτεται, εκτός φυσικά από τα πάθη που εμείς επιλέγουμε να έχουμε και που Αυτός παραχωρεί, από ανεξερεύνητη αγάπη, να επιλέγουμε μέσα στην ελευθερία μας. Τα παραχωρεί· αλλά αυτό δε σημαίνει ότι τα επευλογεί. Και εννοείται ότι, ζώντας παράλληλα με τα πάθη εμείς, δε σημαίνει ότι εισπράττουμε ευλογία και χάρη από αυτά. Το αντίθετο μάλιστα.

     Γι’ αυτούς που διαβάζουν τούτο το γράμμα και βιαστούν να βγάλουν άτοπα συμπεράσματα, λέω τα εξής: δεν θα διυλίσουμε τον κώνωπα των άσκεφτων εκφράσεων τόσο των δικών μας όσο και των άλλων και δεν θα «χαλάμε» το πρόσωπο που δεν είχε την εκ φύσεως ικανότητα να διατυπώσει με αρτιότητα πνευματικής σοφίας τις σκέψεις του για τον Θεό. Ο Θεός δεν είναι παρεξηγησιάρης και εύθικτος όσο εμείς. Δεν ψάχνει ευκαιρίες το έλεός Του να μας εγκαλέσει με τα αναμενόμενα λάθη και τα σφάλματά μας. Αλλά, τι γίνεται; Να σας πω: Εμείς είμαστε που λαμβάνουμε χάρη και έλεος, κραταίωση, δύναμη και ρώση (=σωτηρία), όποτε συναισθανόμαστε βαθειά μέσα μας ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών αλλά, ταυτόχρονα, σε πλήρη διάσταση και σε ακατάλυτη «απουσία» ως προς τα δικά μας πάθη, τις δικές μας ατέλειες και τις αμαρτίες μας. Γιατί με αυτή την ευγενή και θεολογική καλλιέργεια που πρέπει να υπάρχει στη ψυχή μας, δικαιώνουμε μόνο Αυτόν και όχι τον εαυτό μας: «Εις Άγιος, εις Κύριος…». Και όσο πιο γρήγορα και ακαθυστέρητα διορθώνουμε με απλότητα τους εαυτούς μας και τα όποια τυχόν φραστικά λάθη που κάνουμε προς τις θείες έννοιες και καταστάσεις, προς αυτό το ίδιο το Πρόσωπο του Θεού, τόσο πιο πολύ αισθαντική γίνεται στο πλευρό μας η θεία Του αγάπη. Γιατί ο Θεός συγκινείται όταν βλέπει σε μας παλμούς θείων ευαισθησιών. Ένας αδαής νους θα πει πολύ βιαστικά και επιπόλαια: «Εε, σιγά!... Και τι έγινε;… Αυτά είναι λεπτομέρειες!...». Όμως, πιστέψτε με, από κάτι τέτοιες σημαντικές λεπτομέρειες είναι που έρχεται είτε σαν το δροσιστικό κύμα η θεία βοήθεια είτε σαν το λίβα η μανία του πειρασμού κατά πάνω μας. Και επειδή ο Θεός δεν προσβάλλεται, δεν αδικείται και δεν μειώνεται από κανέναν και από τίποτα ποτέ, όλη αυτή η πνευματική προσβολή, η αδικία και η μείωση επιστρέφει στον άνθρωπο σαν εξ αριστερών πειρασμός, που προήλθε από το κενό χάριτος της δικής μας τουλάχιστον φραστικής, λεκτικής απροσεξίας. «Από το στόμα σου θα σε κρίνω» (Λουκ. 19, 22) μας λέει η αψευδής θεία φωνή Του μέσα από το ιερό Ευαγγέλιό Του. Κι αν δεν είναι αλήθεια αυτό!

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ ΠΟΥ ΛΕΓΟΤΑΝΕ Φ.

ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ ΠΟΥ ΛΕΓΟΤΑΝΕ Φ.


     Ήξερα από παλιά μια κυρία που λεγότανε Φ. Έχω πολλά χρόνια να την ακούσω και να τη δω. Θυμάμαι να ήταν ένας πράος, ησύχιος και σοφός άνθρωπος. Άνθρωπος ιδιαίτερης σύνεσης και προσευχής. Δυστυχώς, η ίδια ήταν για κάποια χρόνια «μάρτυς του Ιεχωβά». Βυθισμένη στον βούρκο της αιρέσεως των αιρέσεων, μέσα στις χιλιαστικές τους δοξασίες και οικτρές πλάνες και με την αδυναμία του γυμνού από εμπειρική θεολογία πνεύματός της, δεν μπορούσε να διακρίνει πού και ποια είναι η Αλήθεια. Θυμάμαι ακόμη όλη τη γλαφυρή περιγραφή των πράων λόγων της προς εμένα με συγκίνηση. Κάποτε συνήλθε. Δεν ξέρω πώς ακριβώς, αλλά πάντως συνήλθε. Ίσως οι προσευχές των προγόνων της, ίσως η αγαθή της προαίρεση, η πρεσβεία της Παναγίας μας ή κάποιου Αγίου που ευλαβούνταν πρωτύτερα. Το πνευματικό φως της αλήθειας του Χριστού από λεπτή και δυσδιάκριτη αχτίδα έγινε ένα ευγενικό και θεραπευτικό πλάτιασμα μέσα της. Είδε σε ένα παράδοξο και ισχυρό ενύπνιο τον Ιησού Χριστό να της κρατάει σφιχτά το χέρι και να τη σηκώνει μέσα από τον ζοφερό βούρκο μέσα στον οποίο βρισκότανε, μέσα σε ένα τοπίο γεμάτο καταχνιά και βάραθρα. Όταν η θεία αγάπη και η θεία αλήθεια ελκύσουν τη ψυχή, μεριάζει η πλάνη, η άρνηση και η αίρεση. Κατάλαβε το ολέθριο λάθος της. Κατάλαβε και τον ύπουλο μηχανισμό του προσηλυτισμού τους. Το πώς τους μυούν σιγά-σιγά με διάφορα στάδια για την εμπέδωση της αιρέσεώς τους, το πώς τους διδάσκουν να παγιώνεται μέσα τους η παμπόνηρη μέθοδος στο να τραβούν με το μέρος τους αφώτιστες, ανίδεες και αστήρικτες ψυχές. «Ακόμη και το χρώμα των ρούχων μας ήταν προκαθορισμένο από αυτούς. Το πώς θα μιλήσουμε, το πώς θα κοιτάξουμε τον άλλον, όλα ήταν διατεταγμένα και βγαλμένα από τα ειδικά σεμινάρια που γίνονταν στις εγκαταστάσεις τους», μου είχε πει με έμφαση. Όταν κατάλαβαν ότι δραπετεύει από τον στρατώνα τους, της έκαναν μεγάλο πόλεμο: την απειλούσαν, την κατασκόπευαν, δεν την άφηναν ήσυχη και ελεύθερη με τίποτε. Άλλαξε αριθμό τηλεφώνου και, αν θυμάμαι καλά, ακόμη και διεύθυνση κατοικίας. Επέστρεψε συντετριμμένη στην Ορθόδοξη Εκκλησία, μυρώθηκε και ομολόγησε την πλάνη της. Και τότε ήταν που είδε ξανά τον γλυκύτατο Χριστό, αυτή τη φορά να την έχει πλάι Του μέσα σε ένα πλούσιο, ειρηνικό και υπερκόσμιο φως. Δεν ξέρω αν ζει ή αν πέθανε. Μακάρι να είναι καλά, όπου και να είναι. Τη θυμάμαι ιδιαίτερα. Ήταν άνθρωπος πραότητας, ευγένειας, προσευχής και σοφίας πραγματικά πνευματικής.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΜΙΑ ΙΔΕΑ ΗΤΑΝ

ΜΙΑ ΙΔΕΑ ΗΤΑΝ


     Δεν είδα τον θάνατο στο μέλι. Δεν είδα τη ζωή στην πίκρα των συντυχιών. Δεν είδα τη χαρμολύπη από την άβυσσο των προσώπων. Με τις πράξεις παθαίνεις λιγότερα. Με τα λόγια πεθαίνεις πιο πολύ. Μετά τη συντριβή ήρθε ένα φως που έσταζε θαλπωρή στην καρδιά που κατείχε η μοναξιά σα τυραννία. Μα κι αυτή μια ιδέα ήταν.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΥΡΤΙΝΕΣ

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΥΡΤΙΝΕΣ


     Πίσω από τις κουρτίνες και τα πέπλα του πολυδαίδαλου φόβου ένα πρόσωπο με προσδοκίες στο χρόνο περιμένει: το θαύμα του Θεού που καθυστερούν οι άφιλοι άνθρωποι· που αλαργεύουν οι απηνείς λογισμοί· που αναθάλλουν οι πράξεις της ακαταίσχυντης ελπίδας. Μη το συζητάς εαυτέ μου, πρέπει να εκτεθούμε στο τέλος!...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Η ΧΑΡΤΑ ΕΝΟΣ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥ

Η ΧΑΡΤΑ ΕΝΟΣ ΠΕΘΑΜΕΝΟΥ


     Δεν μπορούμε να ζητάμε τη σοφία της καρδιάς μας, αν πρώτα δεν αγαπήσουμε τη μητέρα της, τον πόνο. Να μας λείψει κάποτε η ανάσα του απατεώνα κόσμου και του ψεύτη ντουνιά· να στερέψει η πνοή του κορμιού που είναι η κιβωτός των ποικίλων βασάνων μας· να σαβανωθούμε σαν αδύναμοι πηλοί με τους οποίους πλάθονταν διηνεκώς η αμαρτία μας· να μπούμε αδιαμαρτύρητα μέσα στο σπήλαιο ή στον λάκκο του τέλους μας. Ξεραμένες οι πληγές μας δεν έχουν τη δύναμη να μας κυβερνούν πια. Η παγωμάρα του κόσμου που υπηρετούσαμε πιστά γίνεται ένα με την πλάκα που σκεπάζει το κουφάρι μας. Τέρμα τώρα οι αλλοφροσύνες, οι λογισμοί, οι πειρασμοί, οι αλαζονείες και οι φαντασίες. Είμαστε μόνοι. Μόνοι και αδύναμοι. Πεθάναμε, δίχως καν να το καταλάβουμε. Η φασαρία, οι σαγήνες και τα φώτα του κόσμου μακραίνουν από τη σπασμωδική ελαχιστότητά μας. Όλα μάς ξεχνούν ἠδη από το πρώτο λεπτό, γιατί όλα παραδίδονται στη λήθη, γιατί σχεδόν όλα στην κοιλάδα των επιγείων δεν είναι αλήθεια. Ένα κουρνιαχτό ήταν όλες οι εξουσίες, οι δυνάμεις, οι χαρές, οι λύπες, τα ξεφαντώματα, τα ξεφωνητά μας, οι κρότοι και οι σπαραγμοί μας, τα δούναι και τα λαβείν μας, τα πήγαινε και τα έλα μας. Ο οξειδωμένος πάσσαλος της εγκόσμιας μαγκιάς μας λεγόταν τελικά «ματαιότητα», «αυταπάτη», «χίμαιρα», «ουτοπία», μια ατέλειωτη λογοκρατική και εγκεφαλική θεωρία που σφυρηλατούσε επιδέξια η εντύπωση, η κενοδοξία, η αλητεία μας είτε στο θρήσκευμα εἰτε στην κοινωνία των ιδεών και των δήθεν προσώπων. Το κυνήγι των σκιών μέσα στο απεγνωσμένο μας είναι καθόριζε για χρόνια το χαμένο διάβα μας. Ο Θεός μας πέθαινε και ανασταινόταν, κι εμείς παίρναμε χαμπάρι μόνο από το αστραφτερό μας άτομο. Τι άτομα, Θεέ μου! Τώρα οι συγγενείς και οι φίλοι κάναν πέρα. Πέρα και τα όνειρα και οι πόθοι, οι ιδέες και τα «νομίσματά» μας. «Εγώ είμαι», λέγαμε. «Εγώ νομίζω», «εγώ θεωρώ», «εγώ πιστεύω», «εγώ θέλω», «γιατί έτσι θέλω», «τι με νοιάζει εμένα», «σκασίλα μου μεγάλη», «έτσι γουστάρω». «Εγώ είμαι»! Τελικά, άμα δεν πεθάνεις, άμα δεν πεθάνεις και δεν αναστηθείς ακόμη ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ, ακόμη ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΣΤΟ ΕΙΣΑΙ, ακόμη ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΣΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ. Όμως, ποιος σε ανασταίνει τώρα, που πέθανες εαυτέ μου! Όλη η περασμένη επίγεια ζωή ήταν ένας στίβος, ένας αγώνας, μια κλεψύδρα και μια αρένα της ελπίδας, της πίστης, της αγάπης. Κάθε ώρα, κάθε λεπτό, κάθε στιγμή, το καταλαβαίνουμε-δεν το καταλαβαίνουμε, δοκιμαζόμαστε στην αγάπη και ανάλογα πιστεύουμε και ανάλογα ελπίζουμε και ανάλογα ζούμε. Αν δεν αγαπήσεις βαθειά μέσα σου, βαθειά και ανιδιοτελή, είναι σαν να μην πιστεύεις, είναι σαν να μην ελπίζεις. Το «δεν θέλω», γίνεται μετά «δεν μπορώ» και το «δεν μπορώ» γίνεται «άσε με ήσυχο Θεέ!», «άσε με ήσυχο συνάνθρωπε!». Μόλις πεθάνεις πραγματικά, καταλαβαίνεις· τότε καταλαβαίνεις, έρχεσαι στη γνώση, έρχεσαι σε συναίσθηση. Βλέπεις τι είχες και τι έχασες. Τι ήσουν, τι δεν ήσουν και τι μπορούσες και έπρεπε να ήσουν. Όλες οι διαστάσεις γίνονται ένα μέσα σε σένα. Θυμάσαι τη παμβέβηλη κουσουριά σου, την αυτοκαταστροφική σου βλακεία, τη μαεστρία σου στην πονηριά, τη δραπέτευσή σου από κάθε καλοσύνη. Όταν πεθάνεις, νιώθεις πια καθαρά τα πάντα, δεν μπορείς και δεν τολμάς να κρίνεις κανέναν· είσαι εσύ ο Μέγας Φταίχτης που είχες μιαν επίγεια ζωή σαν καρδιοστάλακτη και θεοδώρητη Ευκαιρία της ψυχής σου και ωστόσο δεν μετάνιωσες, δεν πίστεψες, δεν ακολούθησες Αυτόν που πέθανε και αναστήθηκε για σένα. Δεν έχουν «εδώ» που ήρθες, εαυτέ μου, πέραση οι δικαιολογίες, οι εξυπνάδες, οι συγκαλύψεις, οι περιστροφές, οι αναλήθειες, οι διπλωματίες, τα «ήξεις-αφήξεις», οι αιτιάσεις σε όλους τους άλλους· είσαι τώρα ο Μόνος Ένοχος που δεν συγχώρεσες, που δεν υπέμεινες, που δεν μακροθύμησες, που δεν βοήθησες και δεν συμπαραστάθηκες, που δεν έγινες Αγάπη, που δεν προσευχήθηκες, που δεν ανοίχθηκες προς τον Ουρανό, που δεν έκανες μια σταλιά θυσία λίγο τη ζωή σου, που δεν έκανες με επαινετή σιχασιά πέρα τη θολούρα των παθών, των λογισμών, των κολλημάτων, των εμμονών, των αγνοιών, των ταραχών που έφερναν μέσα σου και έξω οι δικές σου προλήψεις. Οι άλλοι ήταν μόνιμα η απειλή σου, ο κόσμος μια βασική αιτία να πικραίνεται η φιλαυτία σου, οι σχέσεις το αγωνιώδες απόσπασμα του εγωισμού σου, οι συντυχίες η τεράστια εσωτερική απέχθεια της αλαζονείας σου. Τώρα μη ζητάς τα ρέστα: πέθανες! Πέθανες, αλλά και πάλι δεν ησύχασες. Τώρα αρχίζει για σένα η νέμεση, η ολίσθηση του εαυτού σου στα βάραθρα της απελπισίας και της ανελπιστίας, η γεύση του προσωπικού σου θανάτου στην αλύτρωτη μοίρα της αιωνιότητας. Πέθανες. Επειδή στην προηγούμενη λίγη ζωή σου δεν γύρεψες τον Αναστάντα, επειδή ο βίος σου ουσιαστικά αποστράφηκε τον Σταυρό Του, μίσησε την Ανάστασή Του και πολέμησε τη νίκη Του επί του θανάτου της αγαπημένης σου αμαρτίας. Πέθανες. Και στο άδη –λένε– δεν υπάρχει μετάνοια, μεταμέλεια, αλλαγή, μεταστροφή, επιστροφή. Και «πέθανες» σημαίνει να ζεις το αδιήγητο τέρμα του πόνου, του ατερμάτιστου πένθους, του αβυσσαλέου στεναγμού που δε συναντάει μιαν έρμη τελεία και παύση, της ατελεύτητης οδύνης που δεν έχει λύπηση. «Χριστέ μου, ας είναι ένα ψέμα!», λες. Και τα μάτια ανοίγουν από τον ιδρώτα που κυλάει και που ενώνεται με τα δάκρυα μέσα σε μιαν ανήσυχη νύχτα, από ένα ιδιαίτερα μελανό όνειρο. Δεν πέθανες τελικά! Άρχισε λοιπόν τότε να ζεις αυθεντικά και βάλε αρχή να ζήσεις με τον Θεό, για τον Θεό και από τον Θεό. Ζητώντας και αναζητώντας με πόθο και ταπείνωση τον θείο Λυτρωτή Χριστό, τον Αναστάντα εκ Νεκρών. «Ων πρώτος (νεκρός) ει συ»…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

ΒΓΕΣ ΚΙ ΕΣΥ ΕΞΩ ΨΥΧΗ!

ΒΓΕΣ ΚΙ ΕΣΥ ΕΞΩ ΨΥΧΗ!
—Νύξεις ευλαβικές και σχολιασμός πενιχρός
στην έγερση του φίλου του Χριστού Λαζάρου—


     Η ανάσταση του Λαζάρου, του δίκαιου ανθρώπου και φίλου του Χριστού, αναδεικνύει περίτρανα το πόσο σωτήριο γεγονός στέκει για την καρδιά μας και για τη ζωή της καρδιάς μας να κάνουμε και να έχουμε –πραγματικά και όχι φανταστικά– φίλο τον Χριστό. Κι αυτό δεν είναι κανένα προτεσταντικό πυροτέχνημα λόγου, μια γλυκολογία σε ανέξοδο κήρυγμα. Ο Λάζαρος βρέθηκε όντως στην απόλυτη εσχατιά του ανθρώπινου πόνου: έσβησε, πέθανε, πήγε στον άδη, περάσανε γι’ αυτόν τέσσερεις ολόκληρες μέρες δίχως πνοή και παλμό στο σώμα του, ανίσχυρος ο εαυτός του προσχώρησε στην κατοχή της φθοράς, γνώρισε την απόλυτη εγκατάλειψη, όλη την υπέρτατη μοναξιά, πήγε «εκεί» όπου δεν υπάρχει φως, ελπίδα, χαρά και ζωή. Άφησε τον επίγειο κόσμο, τις αγαπημένες του αδελφές, τις συγγένειες, τις κοινωνίες, τις τέρψεις, τις ξενοιασιές, τις βολέψεις, τα πάντα από τη ζωή του. Αλλ’ όμως δεν τον άφησε ο Φίλος του, ο Χριστός. Ακόμη και το ότι καθυστέρησε ο Κύριος να μεταβεί προς το μνήμα του φίλου Του και άφησε να περάσουν οι μέρες μέσα σε μια εξωφρενική και ακατανόητη απάθεια, αυτό δίνει περισσότερη έμφαση στο υπερβάλλον μέγεθος της θεϊκής ευεργεσίας αλλά και της σημασίας του να έχει κάποιος Φίλο τον Χριστό. Δόξα μεγάλη φανερώνεται κάθε φορά που ο Χριστός είναι «απών», «σιωπηλός» και «άπρακτος» σε μας. Όλη η αδυναμία του δικού μας πνεύματος εκδηλώνεται στη βαθειά και πολύπλευρη αδημονία μας. Όλοι κάποτε βρεθήκαμε ή ενδεχομένως να βρεθούμε σχετικά στη θέση του Λαζάρου, να γίνουμε κι εμείς μικροί «λάζαροι»: θα αφεθούμε σ’ έναν μικρό ή μεγάλο σβησμό, θα εγκαταλειφθούμε για λίγο ή για πολύ, από κάποιους ή από όλους, θα γευθούμε έναν πικρό άδη ενός σκληρού και βίαιου πόνου, όλα ή κάποια από τα υποστυλώματα της ζωής μας θα δραπετεύσουν από μας, ενδεχομένως να μείνουμε τελείως μόνοι, αβοήθητοι, ανυπεράσπιστοι. Κι αυτό δεν είναι ένα πεσιμιστικό μελό σενάριο, αλλά ισχυρή οντολογική πραγματικότητα. Το θέμα είναι, πάνω από όλα, εάν η καρδιά μας έχει Φίλο τον Χριστό και εάν η πηγαία ελπίδα μας προς Αυτόν δεν σταματάει ποτέ να Τον επικαλείται. Όπου και να πάμε, ό,τι και να γίνει, όσο και να καθυστερήσει Αυτός να έρθει προς εμάς, όσα ποτήρια αγωνίας και ανημποριάς κι αν πιούμε σε συνθήκες σαρωτικές για τις ευαισθησίες και τις δυνάμεις μας, κάποτε Αυτός θα έρθει. Δεν γίνεται να μην έρθει. Γιατί έρχεται πάντα. Και ακόμη, αν θέλετε, κάνει πως «έρχεται», για να δοκιμάσει μέσα σ’ εκείνο το κρίσιμο διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στην «αφάνεια» και στον «ερχομό» Του την πιστότητα και την αυθεντικότητα των αισθημάτων της καρδιάς μας προς Αυτόν. Ουσιαστικά δεν έχει φύγει ποτέ από μας, είναι πάντα πλάι μας, είναι αδιάστατα μαζί μας. Γιατί Αυτός είναι ο μόνος που μένει και παραμένει Φίλος μας, Φίλος πιστός. Που ξέρει να συγκινείται θεοπρεπώς, όταν εμείς σβήνουμε και χανόμαστε, όταν μας εγκαταλείπει η ζωή που εμείς νομίζαμε για ζωή. Αυτός ο Φίλος, συγκινείται, πονάει, κλαίει και συγκλονίζεται για μας, όταν μας καταπίνουν οι δοκιμασίες, τα παθήματα, οι πίκρες, τα σαράκια, οι καταχνιές των παθών μας. Έρχεται αθόρυβα, αρχοντικά. Η αγάπη Του τολμά και διασχίζει όλα τα πλήθη των φθονερών και κακότροπων ανθρώπων και όλη την αφθονία του μίσους του κόσμου. Η Φιλία που έχει προς εμάς είναι ανεκτίμητη και ανυπολόγιστη και δεν μπορεί να μην είναι ούτε για μια στιγμή ευεργετική: η Αυτοζωή μάς δίνει τη ζωή, το Φως Του, τη δύναμη, την κραταιά Του αγάπη. Η ανάστασή μας είναι όλη κρυμμένη μέσα στη ματιά Του, στα χνώτα Του, στην υποβλητική φωνή Του: «Δεύρο Έξω!». «Έλα έξω!»: έξω και πέρα μακριά από τον θάνατο που μας κατέχει, από τον άδη που μας κατατρύχει, από τη φθορά και τη σήψη, από τον πόνο με τον οποίο είμαστε καθηλωμένοι, από τα φαρδιά λουριά με τα οποία είμαστε σφιχτοδεμένοι. «Βγες έξω!», μας λέει. Και συνεχίζει, όταν εμείς λήγουμε μέσα στις ενδοκαταρρεύσεις μας: «Άκου, φίλε, τη Φωνή Μου. Είναι αυτή που σε συναντά, που συνέχει το είναι σου, που σε κρατά και σε περιέπει ακατανόητα βαθύστοργα, που έρχεται μέσα σου, είναι αυτή που έχει μέσα της για σένα το δώρο της ζωής που σου επιστρέφεται ή που σου ανανεώνεται από Μένα. Κι όλο αυτό επειδή εσύ είσαι φίλος Μου, επειδή Εγώ είμαι Φίλος σου. Και επειδή είσαι φίλος Μου, δεν γίνεται εσύ να μείνεις μόνος ποτέ, δεν γίνεται να μην έχεις ζωή, δεν γίνεται να μην έχεις ελπίδα, δύναμη και χαρά. Όποιος παμφάγος και ψυχοφάγος άδης κι αν σε κρύψει από Μένα, αυτό θα είναι τελικά μια ματαιότητα των συνθηκών, μια προσκαιρότητα των περιστάσεων, μια καθαρτική υποχώρηση στον πόνο, αλλά όχι η οριστική επικράτηση και η νίκη του. Εγώ τους Φίλους Μου ξέρω μόνο να τους αγαπώ. Κι επειδή τους αγαπώ, τους σώζω· βγάζοντάς τους από τον όποιο άδη που τόλμησε να τους τραβήξει προς το μέρος του απερίσκεπτα». Έτσι λοιπόν, η περιφρόνηση προς τον κάθε άδη που μας πλησιάζει λέγεται και είναι μόνο ελπίδα, χριστοελπίδα. Η ελπίδα, η ενθάρρυνση, η πίστη προς τον Φίλο Χριστό πάντα δικαιώνεται, τα σκοτάδια χάρη σ’ Αυτόν είναι χάρτινα, οι πόνοι σκιές των περασμένων και σβησμένων αμαρτημάτων μας, οι μοναξιές γεννήματα και σπαράγματα του ανικανοποίητου και θρασύ εγώ μας. Ο βαρύς κι ασήκωτος λίθος της απώλειας αποτραβιέται με χαροποιό δύναμη. Ο Φίλος, που είναι ο εύστοργος Κυρίαρχος των πάντων, στέκει τώρα απ’ έξω. Τα δάκρυά Του μεταστρέφουν και μεταποιούν τα σύμπαντα. Οι αδελφές Μάρθα και Μαρία συντετριμμένες πέφτουν στα πόδια του Φίλου, στην αρχή με φρενήρη πόνο κι αργότερα με ασίγαστη ευγνωμοσύνη. Οι αδελφές του Λαζάρου: η ταπείνωση και η αγάπη, η θεωρία και η πράξη, η πίστη και η προσευχή. «Λάζαρε, δεύρο έξω!», φωνάζει ο Φίλος. «Βγες» κι εσύ τώρα «έξω» ψυχή, κάθε ταπεινή και πιστή ψυχή, που ακούς τώρα τη φωνή του Φίλου σου, που είσαι και έγινες φίλη Του επειδή κατάλαβες πολύ καλά ότι μια τέτοια Φιλία αξίζει περισσότερο κι από την ίδια τη ζωή σου, από αναρίθμητες άλλες και όσες ζωές, γιατί είναι μια Φιλία που στέκει πιο πάνω απ’ όλους τους κόσμους, πιο πάνω απ’ όλους τους ανθρώπους. «Βγες έξω» και ζήσε. Ζήσε μαζί Του…

π. Δαμιανός







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

«ΕΙΔΑ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΑΚΟΥΣΑ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΦΩΝΗ!»

«ΕΙΔΑ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ,
ΑΚΟΥΣΑ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΦΩΝΗ!»


     «Στην εκκλησία, εννοώ στον Άγιο Γεράσιμο, πολύ συγκινιόμουνα. Άκουγα το Ευαγγέλιο και συγκινιόμουνα. Το πάθαινα αυτό, επειδή “έβλεπα” την εικόνα, τον Χριστό τον Ίδιο. Και μέχρι τώρα συγκινούμαι, διότι επάθαινα, συγκινιόμουνα. Πόσες φορές που έλεγα το Ευαγγέλιο και μου εκοβότανε η φωνή μέσα στην εκκλησία χωρίς να το θέλω! Λοιπόν, σας βεβαιώνω ότι το πάθαινα, επειδή έβλεπα την εικόνα, συγχωράτε με. Θα μου πεις: “Τι; Έβλεπες τον Χριστό;”. Ε, ναι. Έτσι αισθανόμουνα, ότι Τον έβλεπα. Κι ήταν τόσο ζωντανός! Και… παπ, κοβότανε η φωνή μου…

     Μια Μεγάλη Παρασκευή κάναμε την ακολουθία. Η εκκλησία ήταν γεμάτη κόσμο. Τι έπαθα εκεί! Διάβαζα το Ευαγγέλιο κι όταν έφθασα στη φράση: “Ἠλί, Ἠλί, λιμᾶ σαβαχθανί· τοῦτ’ ἔστι Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;” (Ματθ. 27, 46), δεν μπόρεσα να την τελειώσω. Δεν είπα το “ἱνατί με ἐγκατέλιπες;”. Με πλημμύρισε η συγκίνηση. Είδα εκείνο το Πρόσωπο. Άκουσα εκείνη τη Φωνή. Τον έβλεπα τον Χριστό πολύ ζωντανά. Ο κόσμος κάτω περίμενε. Εγώ τίποτα, αδύνατον να προχωρήσω. Αφήνω το Ευαγγέλιο στο τετράποδο και γυρίζω μέσα στο Ιερό. Κάνω το σταυρό μου, ασπάζομαι την Αγία Τράπεζα. Έβαλα μία άλλη εικόνα, πιο ωραία μέσα μου. Όχι, πιο ωραία. Πιο ωραία από ’κείνη δεν υπήρχε, αλλά ήλθε στο νου μου η Ανάσταση. Αμέσως γαλήνευσα. Μετά βγήκα στην Ωραία Πύλη και είπα:
     –Συγχωρέστε με, παιδιά μου, παρασύρθηκα!...

     Μετά πήρα το Ευαγγέλιο και το είπα απ’ την αρχή. Και το είπα καλά και δυνατά και ωραία, χωρίς να συγκινηθώ. Καταλάβατε; Εκείνη, όμως, την ώρα όλο το εκκλησίασμα πέταξε δάκρυα.

     Ήταν κακό αυτό. Ο καθένας μπορεί να σκέπτεται ό,τι θέλει. Δεν είναι, όμως καλό να αφηνόμαστε. Πρέπει να είμαστε συγκρατημένοι…».

ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ
(1906–1991)


[(1) Αγίου Γέροντος Πορφυρίου
Καυσοκαλυβίτου:
«Βίος και Λόγοι»,
Μέρος 1ο, Κεφ. 4ο,
σελ. 150–151.
Έκδοση
Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής,
Χανιά, Οκτώβριος 200910.
(2) Του ιδίου:
«Θα σας πω…»
(Ηχογραφημένες διηγήσεις
του αγίου για την ζωή του),
Μέρος 2ο, Κεφ. 2ο, §29,
σελ. 112–114·
(βλ. ένα παρόμοιο γεγονός στο:)
Μέρος 7ο, Κεφ. 1ο, §29,
σελ. 320–321,
Εκδόσεις
«Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος»,
Μήλεσι, 2015.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Η ΑΣΤΡΑΠΟΘΩΡΙΑ ΤΟΥ ΩΡΑΪΣΜΕΝΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ

Η ΑΣΤΡΑΠΟΘΩΡΙΑ
ΤΟΥ ΩΡΑΪΣΜΕΝΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ


     Το ένα ρητό μετά το άλλο. Μια ραγδαία βροχή από εντολές και μια πολιορκία νουθεσιών και διδαχών. Στο τέλος, μετά απ’ όλο αυτό τον κορεσμό, υπάρχει περίπτωση η καρδιά μας να μένει εξαιρετικά πολύ αδιάφορη σ’ όλα αυτά, εντελώς αδιάφορη, αρνητική και αμέτοχη. Τα χρόνια περνάνε· οι μέρες, οι ώρες και οι στιγμές που κρύβουν και διακρατούν το μυστήριο της σωτηρίας μας γλιστράνε σα το τρεχούμενο νερό από την παλάμη της ζήσης μας, μα οι άνθρωποι, όπως όλοι ξέρουμε καλά, δεν αλλάζουν εύκολα· γιατί πολύ απλά όλες οι προσδοκώμενες αλλαγές πρέπει να είναι οπωσδήποτε αυθεντικές· και οι αυθεντικές αλλαγές έχουν σχέση μόνο με το ανθρώπινο βάθος. Και τούτο το βάθος δεν είναι παρά ο «κηπάκος» και το «κελάκι» του Θεού μέσα μας, ανήκει μόνο σ’ Αυτόν και Αυτός είναι που κρατάει φιλάνθρωπα τα κλειδιά του. Πρέπει κάποτε να έλθει μέσα σ’ αυτό ο Θεός, το έλεος και η Χάρη Του, και ν’ αγγίξει αυτό το βάθος, ν’ αγγίξει τις πιο μύχιες χορδές της απορημένης και συγχυσμένης μας καρδιάς. Ώστε να έρθει μετά, με τη σειρά της, και η καλή αλλοίωση της Δεξιάς του Υψίστου μέσα στον άνθρωπο· η οποία καλή αλλοίωση, έχει κατά κανόνα σχέση μ’ ένα Σημείο Θεού, ένα Σημείο πολύ προσωπικό, αισθαντικό και μοναδικό. Σαν αυτό, άλλο κανένα! Είναι αυτό που θα μας μπάσει για τα καλά στην αληθινή ζωή και, πιο συγκεκριμένα, στη Χριστοζωή. Και αυτή η Χριστοζωή είναι η μόνη που χαροπαλεύει και τερματίζει όλες τις προηγούμενες θεωρίες που συντρόφευαν τον ορθολογισμό μας. Αν δεν γίνει αυτό, αν δεν έρθει ο Θεός στον «κηπάκο» Του και στο «κελάκι» Του, μοιραία εμείς θα χαιρόμαστε τη ρηχότητα, την αβάθεια, την άνοια, το τετριμμένο και το πεπατημένο, τη θαυμαστή «εξυπνάδα» μας και την «τελειότητα» της σκέψης μας· θα είμαστε προορισμένοι να ζούμε με θελκτικές αυταπάτες και ποικιλώνυμες ψευδαισθήσεις, με ανώδυνες ιδέες και με φαιδρές πολυαγνωσίες, με εύκολες και ανέξοδες ηθικές–ηθικολογίες και πολλαπλές αυτοδικαιώσεις· θα θέλουμε συνεχώς ευχές για γρήγορο ξεμάτιασμα χωρίς να έχουμε ίχνος από πόθο και έρωτα Θεού, χωρίς να ελκυόμαστε από τη θέα, την παρουσία και το πρόσωπό Του· θα είμαστε παμπρόθυμοι στην αυθαίρετη και αυτόκλητη Μετάληψή μας, αλλά τις περισσότερες φορές επιθετικά απωθητικοί στο Μυστήριο της μετανοίας· θα ζητάμε κυρίως σε μεγαλογιορτές ευχέλαια και αγιασμούς χωρίς όμως την προσωπική μετοχή στη θεσπέσια ζωή της Πίστεως· θα κάνουμε ακούραστα και χαρωπά προσκυνήματα σε όλα τα ιερά μέρη ασυγκίνητοι, γιατί η καρδιά μας θα αγνοεί, θα απαξιώνει, θα προσπερνάει και θα αρνείται το θείο· ο δε καθημερινός εαυτός μας, μέσα στη σκληρότητα και τη χοντράδα του, την αναισθησία και την έπαρσή του, θα σαρώνει, θα αδικεί, θα πικραίνει και θα λυπεί πολλούς, πραγματικά πάμπολλους συνανθρώπους μας. Και μετά απ’ όλο αυτό τον δαιμονικό και κωμικοτραγικό κύκλο, θα εμφανιστούν και θα ξανάρθουν για να τον συμπληρώσουν τα σαγηνευτικά ρητά, οι ωραίες παραινέσεις, οι εύστοχες συμβουλές, οι άφθονες διδαχές. Και, μετά, εκείνη η πανώρια μυστική ανατολή του Χριστού μες την καρδιά, που τάχα περιμέναμε, πολύ δίκαια, δεν πρόκειται να έρθει ποτέ – και καλά κάνει που δεν έρχεται. Μέχρι να έρθει ένα αγγελικό λαμπύρισμα να φέξει το σκοτάδι μας· ένα θεοδώρητο λαμπύρισμα από μας και από τα έγκατά μας, ένα ευγενές λαμπύρισμα από ένα καρδιοστάλακτο δάκρυ αυτογνωσίας, μεταμέλειας και μετάνοιας· όλη η αστραποθωριά του ωραϊσμένου εαυτού μας…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΝΙΚΩΝ ΚΑΡΟΥΛΙΩΤΗΣ

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΝΙΚΩΝ ΚΑΡΟΥΛΙΩΤΗΣ


     Ο κατά κόσμον Νικόλαος Στράτογμαν, του Αρσενίου και της Μαρίας, γεννήθηκε στο Γορόδνο της Ρωσίας το 1874. Διετέλεσε, λένε, σωματάρχης του τελευταίου τσάρου της Ρωσίας, αγίου Νικολάου Β΄ Ρωμανώφ (1868–1918). Φθάνοντας το 1921 στο Άγιον Όρος, μετέβη στα φρικτά Καρούλια, στην Καλύβη του Αγίου Γεωργίου. Εκεί, νέος τον συνάντησε το 1938 ο π. Χερουβείμ (Καράμπελας· 1920–1979), κτήτωρ της Μονής του Παρακλήτου, ο οποίος αναφέρει στις «Νοσταλγικές αναμνήσεις» του γι’ αυτόν: «Μία κατάλευκη οσιακή μορφή, με ουράνιο μειδίαμα, με μία εξωκόσμια καλωσύνη». Εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος το 1922. Το 1952 γράφει περί αυτού στο περίφημο «Λαυσαϊκό» του ο Γέροντας Γαβριήλ Διονυσιάτης (1886–1983): «Ανώτερος αξιωματικός του τσαρικού στρατού, ο Γέρων Νίκων, γλωσσομαθής και θεολογικώτατος. Αυτόν επισκέπτονται πολλοί ξένοι και ιδίως άνθρωποι του προτεσταντικού δόγματος και φεύγουν καταγοητευμένοι από τη συνομιλία μαζί του για θρησκευτικά ζητήματα. Ένας απ’ αυτούς, τέως βουλευτής της Βουλής των Κοινοτήτων, ασπάσθηκε την Ορθοδοξία και ήδη εξακολουθεί να είναι ο θερμότερος λάτρης της στο Λονδίνο, ευγνωμονώντας πανοικεί τον σεβαστό παπα–Νίκωνα για τη σωτήρια πνευματική αφύπνιση αυτού και των οικείων του».


     Την ίδια εποχή τον συνάντησε και ο φιλαθωνίτης καθηγητής και συγγραφέας (και προς το τέλος της ζωής του μοναχός σε Μοναστήρι της Αριζόνα) Κωνσταντίνος Καβαρνός (1918–2011), ο οποίος γράφει με θαυμασμό γι’ αυτόν: «Ο καλόγερος αυτός είναι ψηλός, ορθόκορμος, ισχνός. Κρατάει ένα μπαστούνι… Ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε, η φυσιογνωμία του, μου δημιούργησαν την εντύπωση πως είναι δυνατή προσωπικότητα, άνθρωπος εξαιρετικός. Είμαι βέβαιος πως δεν είναι τυχαίος άνθρωπος. Τα φωτεινά γαλάζια μάτια του, το ασκητικό του πρόσωπο, η κορμοστασιά του, η φωνή του, εκφράζουν βαθειά ειλικρίνεια και πνευματικότητα. Είναι Ρώσος. Έφυγε από την πατρίδα του, όταν έγινε η περιβόητη επανάσταση, κι έζησε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, ιδίως στην Αγγλία… “Ο πολιτισμός της Δύσης”, μου απαντά, “είναι ψεύτικος. Η μόνη εξαίρεση είναι η Ορθοδοξία. Αλλά κι αυτή δεν είναι εύκολο να τη βρει κανείς στη γνήσια αρχική μορφή της. Πρέπει να θεωρείς τον εαυτό σου πολύ τυχερό που είσαι Ορθόδοξος. Γιατί πολυτιμότερο πράγμα από την Ορθοδοξία στον κόσμο τούτο δεν υπάρχει! Να βρεις την καθαρότερή της μορφή και μ’ αυτή να ρυθμίζεις πάντα τη ζωή σου”».

     Μόναζε στο Άγιον Όρος επί σαράντα και πλέον χρόνια. Μιλούσε, λένε, 15 γλώσσες. Ο ερημίτης Νίκων ζούσε λιτότατα. Μαγείρευε μια φορά την εβδομάδα. Αυτός που κάποτε ζούσε στην τσαρική αυλή. Στην επανάσταση του 1917 έχασε τα πάντα. Πήγε τότε στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί έφυγε για την Ευρώπη και από εκεί ήλθε στους έρημους βράχους των Καρουλίων.


     Στον πρόλογο που έγραψε ο ίδιος για την αγγλική έκδοση της «Φιλοκαλίας», μεταξύ άλλων μεστών, αναφέρει και τα εξής: «Οι βάσεις της Ορθοδοξίας είναι η Αγία Γραφή και οι Παραδόσεις, μερικές προφορικές και μερικές γραμμένες στα έργα των Πατέρων, που ανήκαν στην περίοδο της τελειότερης επίτευξης της χριστιανικής πνευματικότητας και στους μετέπειτα αιώνες… Η έλλειψη πνευματικών ηγετών στις μέρες μας καθιστά απαραίτητη τη συνεχή μελέτη των ιερών τούτων έργων, ούτως ώστε ν’ ακολουθήσει κανείς ακίνδυνα τούτη τη θαυμάσια οδό που ανοίγει η τέχνη των τεχνών, η επιστήμη των επιστημών (δηλαδή της Προσευχής, η οποία συνεισφέρει τα μέγιστα στην πνευματική τελειοποίηση του ανθρώπου). Οι απαραίτητοι όροι για να υπάρχει ελπίδα επιτυχίας σε τούτο, είναι η γνήσια ταπείνωση, η ειλικρίνεια, η εγκαρτέρηση, η αγνότητα».

     Την ίδια, επίσης, εποχή ο συγγραφέας Sydney Loch (1888–1955) γράφει περί αυτού στο βιβλίο του για το Άγιον Όρος: «Ο π. Νίκων, ένας γοητευτικός και μορφωμένος Ρώσος και, κάποτε, άνθρωπος του κόσμου, ζει εκεί πάνω στο κελί του με το παρεκκλήσι, και κοιμάται με μια πέτρα για μαξιλάρι και με τα κρανία τα δεκαεπτά από τους προκατόχους του να τον κοιτάζουν επίμονα από ένα ράφι. Εκεί ακούμπησε τις σχέσεις του με τις αυλές και τους βασιλιάδες και κέρδισε την ανάπαυση της ψυχής του, που λάμπει μέσα του. Είναι, ενδεχομένως, ένας από τους τελευταίους μορφωμένους ερημίτες που απέμειναν στο Όρος· και το να περάσεις μια ή δυο ώρες στη συντροφιά του, είναι κάτι εκτός αυτού του κόσμου. Μόνο γενναίος άνθρωπος μπορεί να αντιμετωπίσει τις αλυσίδες που οδηγούν πάνω στην αετοφωλιά του».


     Για τον Γέροντα Νίκωνα, ένας ξένος που τον επισκέφτηκε αναφέρει πως, «λόγω ηλικίας δε βγαίνει ουσιαστικά από τη φωλιά του, παρά μόνο μία φορά τον χρόνο, όταν πηγαίνει να παραλάβει την αλληλογραφία του στη Δάφνη. Θά ’ταν κάπου ογδόντα δύο χρονών. Ωστόσο, δεν είχε γεροντίστικη όψη. Το πρόσωπό του είχε λίγες ρυτίδες, το δέρμα του ήταν ροδαλό και φρέσκο. Είχε την εμφάνιση ακόμα καλοστεκούμενου, σχεδόν στο απόγειο της ηλικίας, παρά το άσπιλο λευκό της γενειάδας και των μαλλιών του και παρά το αδύνατο, σχεδόν ισχνό σώμα του. Μας κίνησε με μιας τον θαυμασμό ο αυθορμητισμός και η απλότητα των απαντήσεών του, η άνεση του λόγου του. Γι’ αυτόν τίποτα δεν ήταν ταμπού, κάθε περιέργεια καλή και, μάλιστα, σωτήρια. Δεν του άρεζαν οι αδιάφοροι, οι κυνικοί και οι μπλαζέ, ούτε εκείνοι που, καθώς έλεγε, έβαζαν τη ψυχή τους στο κλουβί. Ανήκε στην αριστοκρατία της Πετρούπολης. Από δεκαέξι ετών ένοιωσε να τον προσελκύει η ενατένιση, η αναζήτηση του Θεού και η επιθυμία να γυρίσει τον κόσμο. Ταξίδεψε στην Κίνα, την Ιαπωνία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού. Όταν ρωτήθηκε γιατί εγκαταστάθηκε στα φρικτά Καρούλια, απάντησε: “Ένοιωθα αυτή την ανάγκη από πολύ καιρό. Αλλά δε μπορείς να κάνεις τον ερημίτη στα καλά καθούμενα. Ξέρετε, και σ’ αυτό επίσης πρέπει να περιμένεις το Σημείο του Θεού. Να περιμένεις τον αναγκαίο χρόνο. Το Σημείο ήρθε μια μέρα, όταν αποφάσισα μ’ έναν άλλον μοναχό του Ρούσικου να επισκεφτώ τα Μοναστήρια του Άθω, παραπλέοντας την ακτή με βάρκα και περνώντας από ’δω, είδα ετούτο τον εγκαταλειμμένο τόπο. Μ’ άρεσε με την πρώτη και είπα στον εαυτό μου: ‘Εδώ θέλω να ζήσω μέχρι τον θάνατό μου!’. Ήρθα και δεν ξανάφυγα ποτέ!”».


     Λίγους μήνες πριν την κοίμησή του έσπασε το χέρι του, αλλά αρνήθηκε να επισκεφθεί γιατρό, παρά τις παρακλήσεις των φίλων του. Όμως δεν εκοιμήθη απ’ αυτό, αλλά από γενική ατονία, λόγω μεγάλης ασκήσεως και γήρατος. Τελείωσε τον ένθεο βίο του το έτος 1964 σ’ ένα σπιτάκι πάνω από την Καλύβη του Αγίου Σάββα, δεξιά όπως ανεβαίνουμε το ανηφορικό και κακοτράχαλο λιθόστρωτο καλντερίμι των φρικτών Καρουλίων.


[(1) Μοναχού
Μωυσέως Αγιορείτου
(1952–2014):
«Μέγα Γεροντικό
εναρέτων αγιορειτών
του 20ου αιώνος»,
Τόμ. Β΄, Βίος 51ος,
σελ. 713–717,
Εκδόσεις «Μυγδονία»,
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 20111.
(2) Αρχιμ. Χερουβείμ Καράμπελα
(1920–1979):
«Νοσταλγικές αναμνήσεις
από το Περιβόλι της Παναγίας»,
κεφ. 5ο, σελ. 76–77,
Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής, 20007.
(3) Αρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου
(1886–1983):
«Λαυσαϊκόν του Αγίου Όρους»,
Μέρος Α΄, κεφ. 29ο, σελ. 99,
Έκδοση Ιεράς Μονής Διονυσίου,
Άγιον Όρος, Αύγουστος 20022.
(4) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
προσάρτηση και πληκτρολόγηση
κειμένων: π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.