Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

ΓΙΑ ΤΟ «ΑΥΤΟΤΥΡΑΝΝΙΚΑ ΑΠΙΑΣΤΟ»

ΓΙΑ ΤΟ «ΑΥΤΟΤΥΡΑΝΝΙΚΑ ΑΠΙΑΣΤΟ»


     Δεν υπάρχει μεγαλύτερος και σημαντικότερος, ζηλευτότερος και ωραιότερος άνθρωπος από εκείνον που γνωρίζει καρδιακά και ακομπλεξάριστα την ανιδεότητα, την αρχαριότητα, την ελαχιστότητα, τη μικρότητα και την ελαχιστότητά του.
     Στην ταπεινή και ατραυμάτιστη γνώση όλων των παραπάνω αυτός ο άνθρωπος γίνεται αυτόχρημα μεγάλος, εκπληκτικός, εξαίσιος, επαρκής στην ανεπάρκειά του, κραταιός στην αδυναμία του, απαραίτητος για κάθε αυθεντική σχέση.
     Μπορώ να ζήσω, ίσως και καλύτερα, δίχως εκείνο το αυτοτυραννικά άπιαστο που δεν γνωρίζω και που δεν έχω ζήσει και το οποίο δεν διστάζω –πέρα από ταπεινοσχημίες, ταπεινολογίες και επιτηδευμένες οσιότητες– να παραδεχτώ ότι δεν κατέχω ή ακόμη και ότι δεν θέλω προς στιγμήν στη ζωή μου. Η ειλικρίνεια και η ευθύτητα είναι τα μόνα αντίδοτα όλων συλλήβδην των αλυσιτελών μύθων μας.
     Δεν τα ξέρουμε όλα, δεν τα ζήσαμε όλα, δε γίνεται να τα ζήσουμε όλα, δεν τα είπαμε όλα, ευχής έργον θα ήταν να μας κέρδιζε η πράξη και το έργο των ασταμάτητων θεωριών μας και να λέγαμε ελάχιστα ή και λιγότερα, μακάρι να μας ενέπνεε και να μας κατάπινε η σιωπή ή η ησυχία της αληθινής γνώσης που δεν έχουμε είτε από άποψη πληρότητας είτε από κατάσταση ετοιμότητας. Δεν υπάρχει Θεός αγάπης και αλήθειας που να μαστιγώνει την αδυναμία μας. Η τελειότητα της αγάπης Του είναι φύσει φιλάνθρωπη και ελεύθερη. Η δική μας ατέλεια δε γίνεται να αποτελεί την εκ προοιμίου χρεοκοπία της σχέσης μας μαζί Του ούτε το φρένο της σωτηρίας μας που Αυτός επιθυμεί με κάθε τρόπο για μας ούτε και την αδιάκοπη καταδίκη μας την οποία επιλέγουμε μόνοι μας δίχως Αυτόν. Ο Θεός δεν αναζητά ποτέ τους τέλειους, επιθυμεί όμως τους ταπεινούς.  
     Μόνο οι παντός είδους και τρόπου «πάπες» και «διδάχοι», που είναι ελεύθεροι, αδίστακτοι και διάσπαρτοι παντού σήμερα, δε θέλουν, δε μπορούν και δε γίνεται να ζήσουν δίχως γόνιμη αυτοκριτική, δίχως φυσική σφαλερότητα και δίχως φυσικά επίγνωση των ορίων τους.
     Η φονική ατσαλακωσιά και η βιτριναϊκή τελειομανία αποτελούν το δίχως άλλο τη διττή μάστιγα των πνευματικών δήθεν ανθρώπων και ιδιαίτερα ημών των νεηλύδων κληρικών.
     Μα, πόσοι λογαριάζουν σήμερα τη συντριβή της καρδιάς σαν την πραγματικά υπέροχη αρχή κάθε ακίβδηλης πνευματικότητας;
     Αλλά, είπαμε· «Ο Θεός βλέπει, ο Θεός ακούει…».

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Η ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ

Η ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ


     Κατά τους χρόνους της βασιλείας του Διοκλητιανού, ένα ζευγάρι ευσεβών και εύπορων χριστιανών, ο Δωρόθεος και η Ευσεβία, όντας άτεκνοι, παρακαλούσαν τον Θεό να χαρίσει σε αυτούς τέκνο, υποσχόμενοι να το αφιερώσουν σε Αυτόν. Η προσευχή τους εισακούσθηκε και, μια Κυριακή, απέκτησαν θυγατέρα που για τον λόγο αυτό την ονόμασαν Κυριακή. Την βάπτισαν και την ανέθρεψαν «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» (βλ. Εφ. 6, 4) και μένοντας πιστοί στην υπόσχεσή τους φύλαξαν την κόρη παρθένο, προκειμένου να την αφιερώσουν στην υπηρεσία του Κυρίου.


     Μια μέρα, ένας πλούσιος ειδωλολάτρης που παρεπιδημούσε στην πόλη, ακούγοντας επαίνους για την ομορφιά και το ήθος της νεαρής παρθένου, αποφάσισε να την δώσει σύζυγο στον γιο του. Όταν όμως της έγινε η πρόταση, η Κυριακή δήλωσε ότι ήταν νύμφη του Χριστού και ότι η επιθυμία της ήταν να πεθάνει εν αγνεία. Έξαλλος ο ειδωλολάτρης, κατήγγειλε γι’ αυτήν και τους γονείς της στον Διοκλητιανό ότι δεν πειθαρχούσαν στην εξουσία του. Ο ηγεμόνας τούς κάλεσε και ρώτησε να μάθει τον λόγο που απέρριπταν τους θεούς της αυτοκρατορίας. Ο Δωρόθεος απάντησε με θάρρος ότι είχε μάθει από τους γονείς του να μην λατρεύει παρά μόνο έναν Θεό, τον Ποιητή ουρανού και της γης που έλαβε σάρκα για την σωτηρία μας. Υποβλήθηκε σε μαστίγωση. Επειδή όμως, παρά τις μαστιγιές, συνέχιζε να χλευάζει τα είδωλα, βλέποντας ο αυτοκράτορας ότι δεν θα έβγαζε τίποτε έτσι, τον έστειλε μαζί με την Ευσεβία στον Ιούστο, τον διοικητή της Μελιτινής της Μικρής Αρμενίας. Αυτός τους βασάνισε και με τον αποκεφαλισμό τούς χάρισε τον στέφανο του μαρτυρίου.


     Όσο για την αγία Κυριακή, ο Διοκλητιανός την απέστειλε στον γαμπρό του, καίσαρα Μαξιμιανό, που διέμενε στην Νικομήδεια. Αφού αυτός θαύμασε το λαμπρό της κάλλος, την οδήγησε στο δικαστήριο και της υποσχέθηκε να την νυμφεύσει με κάποιον συγγενή του αυτοκράτορα, αν δεχόταν να τιμήσει τους θεούς. Η νέα κόρη έμεινε στερεά στην Πίστη και δήλωσε ότι τίποτε δεν θα μπορούσε να την χωρίσει από την αγάπη του Χριστού (πρβλ. Ρωμ. 8, 35). Ο τύραννος τότε πρόσταξε να την τεντώσουν κατά γης ανάμεσα σε τέσσερεις πασσάλους και να την δείρουν με βούνευρα μέχρι θανάτου. Οι στρατιώτες εξαντλημένοι άλλαξαν τρεις βάρδιες, αλλά η αγία παρέμενε απρόσβλητη από τα κτυπήματα, τα οποία την έκαναν να ακτινοβολεί θεία Χάρη. Ο Μαξιμιανός, θεωρώντας ότι οι άνδρες του από λύπη για την νεαρή παρθένο δεν χρησιμοποιούσαν όλη την δύναμή τους, ξέσπασε πάνω τους την οργή του. Τότε η αγία τού είπε: «Μην πλανάσαι, Μαξιμιανέ. Δεν πρόκειται να με νικήσεις ποτέ, γιατί έχω βοηθό τον Θεό». Φοβούμενος νέα γελοιοποίηση, ο Μαξιμιανός είπε να την αποστείλουν στον Ιλαριανό (ή Ιλάριο), διοικητή της Βιθυνίας, άνδρα ονομαστό για την σκληρότητά του απέναντι στους χριστιανούς.


     Αφού ενημερώθηκε από την επιστολή του Μαξιμιανού που συνόδευε την κρατούμενη, ο Ιλαριανός απείλησε την αγία με ανήκουστα βασανιστήρια. Η Κυριακή αποκρίθηκε ότι θα ήταν ευκολότερο γι’ αυτόν να μαλάξει το σίδερο παρά να την υποτάξει και γι’ αυτό, όταν περνούσαν αναμμένους πυρσούς πάνω στο σώμα της, αφού πρώτα την είχαν κρεμάσει από τα μαλλιά, η ίδια παρέμενε απαθής, σαν να είχε ενδυθεί την αφθαρσία που επαγγέλλεται για τους εκλεκτούς. Την επόμενη νύχτα δέχθηκε στο δεσμωτήριό της την επίσκεψη του Χριστού που ίασε τις πληγές της και της υποσχέθηκε να την λυτρώσει από όλες τις δοκιμασίες με την Χάρη Του. Το πρωί ο τύραννος έμεινε άναυδος βλέποντάς την σώα και αβλαβή, αλλά αποδίδοντας το θαύμα αυτό στους θεούς, πρόσταξε να την οδηγήσουν στο ειδωλείο. Μπαίνοντας στον ναό η αγία γονάτισε και ανέπεμψε προσευχή στον Χριστό. Αμέσως σείστηκε όλο το οικοδόμημα και τα είδωλα γκρεμίστηκαν κατά γης και έγιναν χίλια κομμάτια, που ένας ανεμοστρόβιλος τα σκόρπισε στον αέρα, τρέποντας σε φυγή τους παρόντες ειδωλολάτρες. Μόνον ο Ιλαριανός συνέχιζε να ξεστομίζει βλασφημίες, όταν μια αστραπή έσκισε αίφνης τον ουρανό και κατέκαυσε το πρόσωπο του διοικητή που έπεσε από τον θρόνο του και εξέπνευσε. Τον αντικατέστησε ένας άλλος δικαστής, ο Απολλώνιος, που ενημερωμένος για τα γεγονότα που τάραζαν την επαρχία, οδήγησε την αγία στο δικαστήριο και την καταδίκασε να καεί ζωντανή. Αφού άναψαν μεγάλη πυρά, οι στρατιώτες έβαλαν μέσα την αγία Κυριακή. Παρέμεινε ώρες πολλές προσευχόμενη, με τα χέρια τεντωμένα προς τον ουρανό, χωρίς να μπορούν οι φλόγες να της προκαλέσουν το παραμικρό έγκαυμα. Κι ενώ ήταν καλοκαίρι και ο ουρανός καθαρός, ένα μαύρο σύννεφο παρουσιάσθηκε και μια νεροποντή ήλθε να σβήσει την φωτιά. Ο Απολλώνιος διέταξε να απολύσουν εναντίον της δύο λιοντάρια· μόλις όμως την πλησίασαν, τα θηρία έγιναν ήμερα σαν αρνιά και ξάπλωσαν στα πόδια της αγίας. Πλήθος ειδωλολατρών, που στάθηκαν μάρτυρες στα παράδοξα αυτά, ομολόγησαν τότε τον Χριστό και θανατώθηκαν πάραυτα.


     Την επόμενη μέρα, μια ακόμη ανάκριση μπροστά στον διοικητή αποδείχθηκε κι αυτή ανώφελη. Διαπιστώνοντας τότε αυτός ότι δεν ήταν σε θέση να νικήσει την γενναία αθλήτρια του Χριστού με τις κολακείες και τα μαρτύρια, την καταδίκασε σε αποκεφαλισμό. Οδήγησαν την αγία έξω από την πόλη και εκείνη ζήτησε από τους δημίους να της παραχωρήσουν λίγο χρόνο για να προσευχηθεί. Πέφτοντας στα γόνατα, ανέπεμψε μακρά προσευχή στον Χριστό, που της είχε δώσει την δύναμη να ομολογήσει το Όνομά Του ενώπιον βασιλέων και ηγεμόνων και είχε φυλάξει την αγνεία της μέχρι την ημέρα των μυστικών γάμων της. Άγγελοι λαμπροί ήλθαν να παραλάβουν την ψυχή της για να την παρουσιάσουν στον Νυμφίο της και η αγία πλάγιασε γλυκά στην γη. Οι στρατιώτες που ετοιμάζονταν να την αποκεφαλίσουν, έμειναν έκπληκτοι βρίσκοντάς την ήδη νεκρή. Άκουσαν τότε μία ουράνια φωνή να τους λέει: «Πορεύεσθε, αδελφοί, και διηγηθείτε τα μεγαλεία του Θεού». Ενώ πήγαιναν να δώσουν αναφορά στον διοικητή για όσα είχαν δει, χριστιανοί που είχαν κρυφτεί από τον φόβο των ειδωλολατρών, ήλθαν να πάρουν το σκήνωμα της αγίας και το ενταφίασαν σε τόπο κατάλληλο, αναπέμποντας ευχαριστίες στον Θεό.


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 11ος, Ιούλιος,
σελ. 76–78.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Ιούνιος 20082.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

ΕΜΠΡΑΚΤΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΕΓΩΙΚΗ, ΛΕΜΕ

ΕΜΠΡΑΚΤΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΕΓΩΙΚΗ, ΛΕΜΕ


      Καλώς τις δοκιμασίες, τις θλίψεις, τους πειρασμούς, τα τέλματα, τα αδιέξοδα, τους λυγμούς και τους πόνους, τις περιστάσεις και τις στενώσεις του βίου μας! Που κρύβουν για όλους μας ατόφια τη θεία ταπείνωση. Που κουρνιάζουν στη μακάρια υπομονή και την ειρηνική σοφία της πείρας τον Χριστό της αδύναμης καρδιάς μας. Κι εκείνο το μαρτυρικό κενό μέσα στο δικό Του βλέμμα γίνεται ανέκδοτο του εδραίου και ακλόνητου νου από τις τόσες χριστοβιώσεις. Κάτι ψεύτικο αποδομείται και κάτι πέρα ως πέρα αληθινό οικοδομείται στη βαθειά σιωπή του σαρωτικού άλγους που μας επισκέφτηκε. Η ελπίδα μας προς το θαυμαστό επέκεινα του Θεού γίνεται ανήκουστη τρέλα και ακατάβλητη ανδρεία. Όταν φύγουν με μιας τα στρεβλά μας θελήματα, η αναλήθεια της φαντασίας μας, τότε θα δούμε και θα νιώσουμε καθαρά. Ακόμη και ό,τι πριν βαπτίζαμε με ανέξοδη βεβαιότητα και περισσή ευκολία ελευθερία, ικανότητα, δύναμη, ασφάλεια, γνώση, πίστη, άσκηση, θεολογία, νηπτικότητα, ακρίβεια δογμάτων, τώρα με τον καθαρμό του αθρόου πόνου, θα καταλαβαίνουμε πολύ καλά πόσο πολύ όλα αυτά συγγένευαν με την αυταπάτη των ιδεών και των εμμονών μας. Ο Χριστός αποστρέφεται τις χάρτινες θεωρίες και τις έωλες ερμηνείες μας, τη σπασμωδική μας ορθότητα και την τοξική μας τελειότητα· απεναντίας, ευδοκεί, αγαπά και ευλογεί την ολόθυμη προσχώρησή μας στην έμπρακτη αγάπη. Την έμπρακτη και αντιεγωική, λέμε. Τέλος.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Ο ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΠΥΡΟΣ

Ο ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΠΥΡΟΣ


     Τη δροσιά του Ουρανού μόνο μια πύρινη Προσευχή την ελκύει αισθαντικά προς την καρδιά. Για τον Θεό μόνο ο πνευματικά διψασμένος άνθρωπος βρίσκει τάχιστη δικαίωση και μόνο εκείνος με διάπυρους πόθους στα σπλάχνα του γεύεται ανάπαυση. Οι υπόλοιποι στη ζωή αυτή απλά πλάθουν πηλούς πτωτικότητας ή αργολύνουν ατέρμονες εξισώσεις του πόνου τους.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΟΥ

Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΜΟΥ


     Παρατεταμένα ηχηρό το σπινθηροβόλημα του πορφυρένιου κανδηλιού με το λιγοστό λάδι και το στοργικό φέγγος, με την ιλαρή φλόγα που θυμάται το παιδί και λαχταρά ο βασανισμένος, ακουγόταν σα βραχνιασμένο τροπάρι μεσ’ τα χαράματα του Ιούνη, σαν αθώο σκίρτημα της ορθρινής σιγαλιάς. Τόσο απαθής, ήσυχη κι ατάραχη η γειτονιά μου. Ακόμη κι αν θα ’χανε τη βουβή συντροφιά της η Προσευχή· τούτη η πραγματική και άσβεστη φλόγα, η Ανατολή πριν από κάθε ανατολή, η χαρούμενη Μέρα στην καρδιά που διψάει Θεό…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Η ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

Η ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ


     Καθόμαστε και γράφουμε, με ελπίδα και συνάμα με αγωνία, και «πηγαίνουμε στην εκκλησία τα ονόματα» αγαπημένων προσώπων της οικογενείας και της στέγης μας· γράφουμε τους φίλους, τους συμπαραστάτες, τους βοηθούς μας, τους ευεργέτες μας, αυτούς που κάποτε, κάπως, μας εξυπηρέτησαν σε κάτι, αυτούς που μας αγάπησαν, αυτούς που αγαπήσαμε και εκτιμήσαμε μέσα από τις ίδιες τις εξ αμφοτέρων πράξεις και τις διαθέσεις, μέσα από την προσφορά και την εμπιστοσύνη της σχέσης που κτίσαμε μαζί τους. Τόση αρμονία και ευωχία σε όλο αυτό! Υπέροχο να το ζεις, υπέροχο να το γράφεις και υπέροχο να το θυμάσαι.

     Ας πάμε λίγο και από τη μεριά της απευκταίας αλλά ωστόσο πολύ ρεαλιστικής δυσαρμονίας, προς την σκαιή όχθη ενός πολύ ιδιαίτερου χάους που φέρνει η κακία τόσο αιφνιδιαστικά στην ανυποψίαστη συνείδησή μας… Ας πορευθούμε θαρρετά και γόνιμα και προς τη θλιβερή πραγματικότητα της αποδόμησης ή της προδοσίας μιας φιλίας που δεν προχώρησε, μιας σχέσης που δεν τελεσφόρησε, μιας αγάπης που λίγο-πολύ νομίζαμε και πιστεύαμε αμετάπειστα ότι είχαμε μέσα μας, αλλά δεν υπήρχε πουθενά, σε καμιά καρδιά και σε καμιά πράξη...

     Ερώτηση κρίσεως: Τους εχθρούς μας (αυτούς, τους άλλους «ευεργέτες» μας), τους μνημονεύουμε στις κατά καιρούς Προσευχές μας; Θα πάμε ποτέ τα ονόματά τους στην Πρόθεση για να μνημονευθούν από τον ιερέα της ενορίας μας, από τον Πνευματικό της καρδιάς μας, σε μια Αγρυπνία που θα γίνει κοντά ή μακριά μας, σε μια καθημερινή θεία Λειτουργία, σε μια κατανυκτική Παράκληση, σε μια Αρτοκλασία που ενδεχομένως να κάνουμε (εάν κάνουμε) με αφορμή μια προσωπική γιορτή, ένα δικό μας γεγονός ή μια επέτειο; Ξέρουμε σχεδόν μηχανικά και θαρρείς με μια αυτοματοποιημένη στοργή να γράφουμε και να ξαναγράφουμε ακούραστα σε μικρά ή μεγάλα χαρτιά τα ονόματα των προσφιλών μας συγγενών και αγαπημένων φίλων, προσμένοντας γι’ αυτούς κάθε έλεος, δύναμη, ενίσχυση και προκοπή από τον θρόνο του Υψίστου. Αλλά, γιατί δε γίνεται το ίδιο και με τους εχθρούς μας; Τι μας εμποδίζει; Γιατί μουδιάζουμε από σκέψεις τόσο απορριπτικές γι’ αυτούς; Γιατί το αναβάλλουμε; Το να τους θυμηθούμε, έχει πολύ μεγάλη αξία και σημασία! Δηλαδή ο Θεός ξεχνάει κανέναν στην αγάπη Του; Όποιος δε θέλει να θυμάται με αγάπη, δηλαδή με συγχώρεση πρώτα από όλα και πάνω από όλα, αυτός ζει ή μια ατακτοποίηση απώθηση ή ένα αθεράπευτο μίσος μέσα του και επιτρέπει τον εγωισμό του να στέκει εμπρός του σαν ένα ανυπέρβλητο τοίχο. Να τους θυμόμαστε, λοιπόν, τους «αγαπητούς» κ.κ. εχθρούς μας, έστω και μηχανικά, έστω και χωρίς διάθεση, έστω και με μια μεγάλη βαρυθυμία από μέρους μας. Το ότι αποφασίζουμε με το καλό να τους θυμόμαστε, Κάτι είναι κι αυτό: είναι το ένα που μας έλειπε και μας λείπει, είναι η αρχή του τέλους του ανομολόγητου και ανεξακρίβωτου μίσους μας, είναι η επαινετή αρχή της πιο αισθαντικής αρχής της αγάπης εντός μας.

     Και είναι πολύ γνωστός εκείνος ο εσωτερικός πόλεμος τότε: όλες οι κακές αναμνήσεις μπροστά μας· μία-μία οι άσχημες εικόνες σε μια αμείλικτη, πολύ ξεκάθαρη και αθόλωτη σειρά, όλες οι στρεβλές θύμησες θα είναι παρούσες μέσα στο πνευματικά άπειρο μυαλό μας. Μόνο τότε, κατά την ώρα και τη στιγμή της Προσευχής, θα θυμόμαστε με ισχυρή απόρριψη όσους μας λύπησαν, όσους μας αδίκησαν, όσους μας πίκραναν, όσους μας έδειξαν κάθε αχαριστία, κάθε αγνωμοσύνη, κάθε αδιαφορία και αναισθησία. Γράψε, ισόψυχε και γνωστέ άνθρωπέ μου, τους εχθρούς σου σ’ ένα χαρτί και δώσ’ το ανενδοίαστα στον ιερέα που γνωρίζεις και που δε γνωρίζεις! Άρχισε να μνημονεύεις, κάνε κι εσύ έναν ωραίο, φιλόθεο και θεάρεστο αγώνα να κάνεις και τη δική σου καρδιά μια άλλη, εσωτερική Πρόθεση Προσευχής. Κάνε πέρα όλες τις δυσάρεστες αναμνήσεις και τις λογικές αιτιάσεις που στέκονται σαν αναχώματα του παμπάλαιου πειρασμού και του αρχέγονου πειραστή, προκειμένου εσύ να μη βιώσεις, όχι απλά μια πρόσκαιρη, περιορισμένη ψυχολογική ηρεμία ή μια γκουρουϊστική ειρήνευση, αλλά το αιώνιο μεγαλείο της χριστοκεντρικής Συγχώρεσης και χριστοειδούς καταλλαγής με όσους σε λύπησαν και με όσους έθλιψαν την καρδιά σου στην πορεία σου. Η αρχή του εγχειρήματος της συμμετοχής μας στην Προσευχή σηματοδοτεί σταδιακά την πνευματική κατάσταση που λέγεται και είναι η Συγγνώμη του Χριστού στην καρδιά μας και αυτό πραγματοποιείται πάντα με το να αρχίσουμε, λίγο-λίγο, να γράφουμε τα ονόματα μερικών, κάποιων ή όλων των εχθρών μας στο χαρτί και αυτό το χαρτί να το πηγαίνουμε έπειτα, με συναίσθηση, με προσευχή και με ταπείνωση στον ιερέα για να μνημονεύσει όσα ονόματα γράψαμε εμείς γενναιόδωρα. Πώς αλλιώς θα έχει η Προσευχή μας παρρησία, δύναμη και φτερά; Πώς θα έχει ο βίος μας έμπρακτη ευρωστία, παλμό και ομορφιά ευαγγελικότητας; Με τις ατέρμονες και τις χιλιοειπωμένες θεωρίες μας; Με τα θολά και γλυκερά μας «πιστεύω»; Δε νομίζω…

     Λοιπόν, έτσι, διά της θείας Συγχωρήσεως, έρχεται και κατέρχεται η Χάρη του Θεού στην καρδιά· έτσι τελειοποιείται και καρποφορεί η Προσευχή μας· έτσι μόνο ακουγόμαστε στον Θεό: «συγχώρεσε αυτά που Σου χρωστάμε εμείς, όπως κι εμείς συγχωρούμε τους οφειλέτες μας» λέμε στο «Πάτερ ημών»· έτσι στερεώνεται και εδραιώνεται η καρδιά μας μέσα στο Λειτουργικό Μυστήριο της Εκκλησίας· μέσα στο χριστοευκτικό γίγνεσθαι· έτσι αρχίζουμε και βιώνουμε, βαθμιαία και σταθερά, μέσα από τη θεία Ευχαριστία, την ακακία, τη μακροθυμία και τη συγχωρητικότητα και την άφεση του Χριστού, η οποία δεν είναι απλώς μια «αρετή» ή ένα «κατόρθωμα» αρετής, αλλά θείο ιδίωμα, θείο χαρακτηριστικό του Προσώπου Του, και η οποία πάλι, δεν έχει κορεσμό, τέλος και όριο όταν άρχεται κανείς να τη βιώνει εν Χριστώ· έτσι εισέρχονται μέσα μας με δύναμη και έκπληξη τα χνώτα του Χριστού ως ρεύματα και πνοές αθανασίας· έτσι νικιέται ο κάθε μας θάνατος, έτσι κατατροπώνεται ο λυγμός, ο αναστεναγμός, το παράπονο, η πίκρα, η εναντίωση, η μνησικακία, η έχθρα, η ζηλοτυπία, ο φθόνος, η ταραχή, έτσι αναπαύεται η προηγουμένως ανειρήνευτη ψυχή μας. Με τη Χάρη του Θεού αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε μια άλλη βιωματική αλήθεια, ένα άλλο υπερκόσμιο και θαυμάσιο πλήρωμα αλήθειας, ότι βασικά δεν είμαστε οι μόνοι που πικραθήκαμε και που πληγωθήκαμε, αλλά είμαστε εξίσου οι αδιανόητα, οι παράλογα και ανεπίτρεπτα μόνοι που, με κάθε γνωστό ή άγνωστο σ’ εμάς τρόπο, πικράναμε, πληγώσαμε, αδικήσαμε, θλίψαμε, εξουθενώσαμε, προσβάλλαμε, αδιαφορήσαμε, προσπεράσαμε, απαξιώσαμε, που δεν συντρέξαμε, που τέλος πάντων δεν αγαπήσαμε τελείως, αλλά πολύ μερικώς και εσφαλμένως, υποκριτικά, πρόχειρα και συγκαλυπτικά, τον Θεό της φαινομενικής και θεωρητικής μας πίστης, όπως επίσης και δεν αγαπήσαμε, ειλικρινά και με ανιδιοτέλεια, τις δικές Του έμψυχες και λογικές εικόνες επί της γης: τους όποιους και όσους συνανθρώπους μας.

     Όλος αυτός ο φαύλος και παράλογος κύκλος της έχθρας, του αλληλοσπαραγμού, της ανταπόδοσης, της εκδίκησης τελειώνει υπέρλογα και θαυμαστά μόνο με τη Χάρη του Θεού, μόνο με την Προσευχή, είτε αυτή είναι η Λειτουργική Προσευχή της Εκκλησίας, είτε κατά δεύτερον η προσωπική μας εναγώνια αναφορά προς τον θρόνο του Θεού. Η αγάπη μας, για να είναι πραγματική και αφάνταστη αγάπη, έχει απόλυτα ανάγκη τη Χάρη του Θεού για να τη μπολιάσει και να την πιστοποιήσει κατόπιν αυτή μέσα στα δικά μας συγχωρητικά έργα, μέσα στους μακρόθυμους λογισμούς και τις αμνησίκακες διαθέσεις μας, σε κάθε μας αγαπητική ενέργεια. Ίσως να θέλουμε τον χρόνο μας γι’ αυτό και, αυτό, να είναι το μόνο σίγουρο! Αλλά να μη μας λείψει ο συγχωρητικός τρόπος μέσα σ’ αυτό τον χρόνο, διότι τότε θα είμαστε πολύ υποκριτές. Ίσως να θέλουμε μια απόσταση για την πολύ εύλογη ανασυγκρότησή μας, κι αυτό πάλι δεν είναι άσχημο: πρέπει επιτέλους η ατελής αγάπη μας να βρει σαν πλοηγό τη διάκρισή της. Η συγχώρεση πάντως, μαζί με την ευγνωμοσύνη, είναι η διττή σφραγίδα της ορθόδοξης και εν γένει της χριστιανικής πνευματικότητας που επικυρώνει την ακραιφνή συγγένειά μας με τον Χριστό. Την έχουμε όμως αυτή τη σφραγίδα στη ζωή μας; Είμαστε όντως συγγενείς με τον Χριστό; Το επιμαρτυρεί αυτό η καρδιά μας; Εάν ναι, τότε, με τη θεία Του Χάρη, είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται να ακούσουμε τη θεία φωνή να απευθύνεται προς εμάς και να μας λέει αποδοκιμαστικά και απροσωπόληπτα: «Δεν σας ξέρω! Δεν ξέρω από πού είσθε!» (βλ. Ματθ. 25, 12 και Λουκ. 13, 25). Ξέρει κανείς τι είναι και τι σημαίνει να μη σε ξέρει ο παντογνώστης Χριστός; Ο ορισμός της τέλειας και αμετάκλητης απωλείας του προσώπου μας στην ατέρμονη αιωνιότητα. Την ευθύνη γι’ αυτό φυσικά την έχει ο άνθρωπος, με τις ανάλογες πράξεις του, την ανάλογη βούλησή του και την ανάλογη χρήση της ελευθερίας του. Η συγχώρεση είναι η ομοίωσή μας με τον Χριστό, αυτή που μας εισάγει αξιωματικά μέσα στο θείο Οίκο του Πατρός, στη χώρα του Παραδείσου με τους υπόλοιπους ανά τους αιώνες συγγενείς Του, στη φαμίλια των Αγίων Του, των Φίλων Του που δε δίστασαν στη ζωή τους ν’ αγαπήσουν, δηλαδή να συγχωρήσουν πραγματικά. Μόνο με αυτή τη σωτήρια χριστοσυγγένεια θα μπορούμε κι εμείς να ζήσουμε από τώρα τη θεία ζωή, τη ζωή της χριστοσυγχώρεσης και της χριστοενότητας, με ακατάπαυστα την Ευχή και την Προσευχή στα χείλη του σώματος και της ψυχής μας, όλης της ύπαρξής μας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, διά της Θεοτόκου και πάντων Σου των Αγίων, μνήσθητι, ελέησον, στερέωσον, ειρήνευσον, φώτισον, συγχώρησον και σώσον πάντας τους εχθρούς ημών, πάντας τους εχθρούς μου!».

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Ο ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ

Ο ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ


     Στις 13 του Ιουνίου μήνα
     εορτάζεται η μνήμη
     του οσίου Ιακώβου
     που από δαιμονική απάτη
     προσκύνησε τον Αντίχριστο.

     Ο μακάριος Ιάκωβος είχε απαρνηθεί όλα τα υπάρχοντά του για την αγάπη του Χριστού και ασπάσθηκε με ζήλο την μοναχική πολιτεία. Εμπιστευόμενος όμως τον εαυτό του και χωρίς να ζητήσει συμβουλή από τους Γέροντες επιδόθηκε σε μεγάλους ασκητικούς μόχθους, οι οποίοι γέννησαν σε αυτόν αλαζονεία. Μία ημέρα, ο δαίμονας παρουσιάσθηκε σε αυτόν με την όψη ενός αγγέλου φωτός και του είπε: «Ευτρέπισε το κελί σου και κάψε θυμίαμα διότι η άσκησή σου άρεσε στον Χριστό, ο Οποίος θα έλθει απόψε και θα σε πληρώσει χάριτος». Ξεγελασμένος από την οίησή του, ο Ιάκωβος ετοιμάστηκε και εις το μέσον της νυκτός εμφανίσθηκε ο Αντίχριστος, συνοδευόμενος από χιμαιρική δόξα. Μόλις ο Ιάκωβος γονάτισε και τον προσκύνησε, εκείνος τον κτύπησε στο μέτωπο και εξαφανίσθηκε.

     Το πρωί, ο ασκητής πήγε κλαίγοντας να αποκαλύψει αυτό που είχε συμβεί σε έναν Γέροντα που ζούσε στα περίχωρα. Πριν ακόμη πάρει τον λόγο, ο Γέροντας τού είπε: «Σε περιέπαιξε ο Σατανάς. Φύγε το γρηγορότερο από τον τόπο αυτό και πήγαινε σε ένα κοινόβιο!». Έτσι, εισήλθε ο δυστυχής Ιάκωβος σε ένα κοινοβιακό μοναστήρι, όπου διακόνησε για επτά χρόνια στο μαγειρείο με ταπείνωση και υπακοή. Έλαβε κατόπιν την ευλογία να μείνει σε κελί, φυλάσσοντας τον ακριβή Κανόνα που του έδωσε ο Πνευματικός του Πατέρας εργαζόμενος ελαφρύ εργόχειρο. Από τον ασφαλή δρόμο της αποκοπής του ιδίου θελήματος απέκτησε έτσι την πνευματική διάκριση και κρίθηκε άξιος να γίνει θαυματουργός, πριν παραδώσει εν ειρήνη την ψυχή του στον Θεό.


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμος 10ος [Ιούνιος]
σελ. 161–162,
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι, Φεβρουάριος 2008.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

ΑΝ ΕΙΠΑ ΚΑΤΙ…

ΑΝ ΕΙΠΑ ΚΑΤΙ…


     Πας να απογοητευτείς πέρα ως πέρα, να αποκαρδιωθείς πολύ αληθινά και πολύ σκληρά, χωρίς κανένα οίκτο προς τα αχυρένια όρια του τσακισμένου εαυτού σου, πας να γύρεις, να πέσεις, να φυλλορροήσεις, επιτέλους να σωριαστείς και να καταλήξεις, κοντεύεις να αισθανθείς κάθε «ανθρώπινο» σβησμό μέσα σου, και «εκεί» είναι που δε σ’ αφήνει η Προσευχή. Το διαπιστώνεις έκπληκτος στην ενδοϋπαρκτική ακρώρεια του μέγα πόνου σου: είσαι ελεύθερος στη γλυκιά αιχμαλωσία της· ήρεμος, απερίπλοκος, απλός, δυνατός, συγκολλημένος ξανά και πάντα ενιαίος στην αγωνιώδη και ειρηνική επίκλησή της. Η Προσευχή που γίνεται όχι απλώς ένα ξεχωριστό κομμάτι του είναι σου, αλλά το αθεώρητο και μονάκριβο κέντρο του, θραύει και κομματιάζει κάθε πρωτόγνωρο πόνο και κάθε έσχατο θάνατο μέσα σου. Καταλαμβάνει τα χνώτα σου και αρπάζει τους παλμούς σου και βλέπεις μετά ότι η θαυμαστή ενέργειά της συνεχίζεται και δίχως τα απαραίτητα λόγια της· μέσα στη σιωπή της συντριβής, στο επέκεινα του λόγου της καρδιάς, στη χριστοκεντρική καραδοκία της διψαλέας ψυχής, στην καρδιοστάλακτη θέα των εσχάτων εντός μας. Αυτή στέκεται ακατανόητα και φιλάνθρωπα πλάι μας σαν το παντοτινό φυλακτήριο της ευόλισθης φύσης μας· γίνεται η ανάσταση των νεκρωμένων ελπίδων και προσδοκιών μας· όλες μας οι κραταιώσεις κι όλα τα κότσια μας βρίσκονται μέσα στην αφοσίωσή μας προς αυτήν· όλη η δύναμη και η χαρά μας γαντζώνεται σφιχτά στο θεολογικό άρμα των πιο ψιθυριστών και σιγανών της λέξεων. Και η ζωή που γίνεται τρόπος και ήθος προσευχής, λειώνει κάθε αδυναμία, απουσία και θάνατο στο καμίνι των θείων πόθων και της θείας, μεγάλης και ανείπωτης στοργής. Αν είπα, αν έγραψα ή ένιωσα κάτι επιπόλαιο και εσφαλμένο που υπερβαίνει μια ανώδυνη λογική ή προσκρούει στα μέτρα μιας άλλης αγαπημένης ιδέας ή συμβατικότητας κάποιου, ζητώ συγνώμη...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΝΔΟΧΩΡΑ, ΠΕΡΙΟΠΤΗ ΠΟΛΗ

ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΝΔΟΧΩΡΑ, ΠΕΡΙΟΠΤΗ ΠΟΛΗ


     Το έχουμε ξαναπεί και θα το λέμε συνέχεια, όσο αναπνέουμε και μέχρι να πεθάνουμε, ότι, ο αυθεντικός Χριστιανισμός δεν υφίσταται στα πρωτόκολλα, στις υποδοχές και στους όποιους θεσμοθετημένους θρησκευτικούς μηχανισμούς· «περπατάει» αδιάκοπα μέσα στα πρόσωπα, μέσα από τα πρόσωπα, πάντα πλάι στα πρόσωπα, και όχι μέσα από τις μεγαλόστομες, τις ατέρμονες και σαγηνευτικές θεωρίες. Τα αέρινα νανουρίσματα (lullaby) των λόγων μας μοιάζουν με σπάργανα και λουρίδες της πολλαπλής και κραυγαλέας ανευθυνότητάς μας προς την όντως ζωή. Το θέμα είναι Τι και Ποιον ζεις, αν ζεις, και όχι ποιο είναι το μότο και η θεωρία σου. Από θεωρίες και ιδέες έχει χορτάσει ολάκερος ο κόσμος. Το Πρόσωπο ζει και πρέπει να ζήσει όσο γίνεται πιο αυθεντικά τον Τριαδικό Θεό του πρωτίστως με την Προσευχή και την έμπρακτη οδό του Ευαγγελίου του Χριστού. Ο πρώτος και αμείλικτος εχθρός της Προσευχής, της Προσευχής που δίνει αιώνια ζωή και παλμό αθανασίας στην καρδιά, είναι η ίδια η σαπισμένη από την αμαρτία και τα πάθη λογική μας. Ο εχθρός εντός των πυλών πάντα. «Είδατε να αλλάζει τίποτα με την Προσευχή; Ο κόσμος παραμένει πάντα ο ίδιος, η κακία του συνεχίζει απτόητα το έργο της, η θρασεία αμαρτία του βασιλεύει παντού και η άφατη λύπη συνεχίζει να κατατρύχει και να λικνίζει το είναι μας», διαμαρτύρεται μέσα μας η στεντόρεια και αυθάδης φωνή του ορθολογισμού. Αυτή τη φωνή, μια τέτοια φωνή, εσείς μη την ακούτε, μη την πιστεύετε! Είναι εύκολο να κάνεις σπουδή, μελέτη και κριτική επί των φαινομένων. Ο Χριστός μάς θέλει ενώπιόν Του αληθινά και αποφασιστικά εγκαρδιωμένους, εμβαθείς, υπερβατικούς, πνευματικά έξυπνους· η ειλικρίνειά μας, το άνοιγμα της καρδιάς μας, όλη η σχέση μας προς Αυτόν να εμφορείται και να συνδυάζεται με ουράνιες δόσεις θείας τρέλας και θείου πόθου. Ο πρώτος και βασικός κόσμος που αλλάζει βαθμιαία αλλά ριζικά με την Προσευχή είναι ο εσωτερικός και αφανής κόσμος μας που είναι το αρχέγονο βάθρο της εξωτερικής ανταρσίας η οποία επικρατεί με τη βία και τη σύγχυση σε κάθε περιβάλλον, παντού στην οικουμένη. Η Προσευχή, που είναι η κατ’ εξοχήν υπαρξιακή κοινωνία με τον Θεό, είναι η θεσπέσια βιωματική αρχή της Βασιλείας του Θεού μέσα μας. Και αυτή η Βασιλεία δεν έρχεται με «παρατήρηση», με γδούπο και με θόρυβο, με κουστωδία και ορχήστρες. Η θεία απλότητα και η θεία ταπείνωση θα μας ανοίξουν τα μάτια να δούμε και να νιώσουμε αυτές τις καταστάσεις, καθώς και όσα μυστήρια και μεγαλεία του Θεού ο κόσμος αγνοεί, μισεί και αντιμάχεται. Ο εγκάρδιος Χριστιανισμός είναι ο αθόρυβος τρόπος της Χάριτος εντός μας, στο δικό μας πρόσωπο και στον δικό μας αγώνα. Η δε Χάρη του Θεού είναι παντοδύναμη και ενθεωτική ενέργεια, που έχει σαν μυστική ενδοχώρα της ή σαν περίοπτη πόλη και πρωτεύουσα την καρδιά του ανθρώπου. Και ο Χριστός θέλει την καρδιά μας· όχι τη θεωρία μας γι’ Αυτόν.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

ΧΑΘΗΚΑΜΕ!

ΧΑΘΗΚΑΜΕ!


     «Χαθήκαμε!»: Η συχνότερη σε λεκτική χρήση κουβέντα μας, το πιο εύκολο στην πλατφόρμα της έμπνευσής μας μονόλεκτο, αλλά ως επί το πλείστον και το πιο αβίαστο και λανθασμένο μας συμπέρασμα. Ένα αμήχανο ρήμα στο α΄ πληθυντικό που τα σκεπάζει όλα ευγενικά, μια βιαστική φράση που (μπορεί να) κρύβει μέσα της μια προσωπική αλλά ανομολόγητη ευθύνη για τη σχέση που διεκόπη, για την κοινωνία που δε συνεχίστηκε, για ένα αλισβερίσι που αραίωσε. Και τη λογική να δανειστείς σαν κάρο προς τη διέξοδο, πάλι δε βγαίνουν οι εξισώσεις των δεδομένων. Δε γίνεται μια ζωή να «χάνονται» όλοι ταυτόχρονα. Δε γίνεται όλα να ξεθωριάζουν ατραυμάτιστα ή αναίτια απ’ όλους. Όλοι καταφεύγουν καταχρηστικά σ’ ένα κατά συνθήκη απρόσωπο «εμείς», που μια χαρά θα ξορκίσει την ευθύνη και την υπαιτιότητα του καθενός. Θεωρητικά τουλάχιστον, οι σχέσεις δεν υπάρχουν, δεν προορίζονται για να «χάνουν» τα πρόσωπά τους. Και δε γίνεται να «χάνεται» κάποιος δίχως λόγο, δίχως μια αιτία, μια αφορμή, μια πρόκληση ή μια ευθιξία. Άσε που, πέρα όλων των παραπάνω, η αφάνεια ενός προσώπου μπορεί κάλλιστα να είναι μια εκπληκτική και έμπρακτη διάκριση –κινέζικο αίνιγμα για τους πολλούς. Στα πνευματικά, μόνο οι λογισμοί μάς σπρώχνουν αδιάκοπα στο να «χανόμαστε» και οι αυτοπαραιτήσεις που αυτοί εισάγουν σ’ εμάς κεντρίζοντας συνεχώς το ταλαιπωρημένο μας μυαλό. Τελικά, μόνο η Προσευχή δεν αφήνει κανέναν και τίποτα να «χαθεί» από κανέναν, γιατί η ίδια είναι το πιο δυναμικό και δροσοβόλο άγγιγμα στον επίγειο κλαυθμό μας· ένα άλλο χαριτωμένο Παρόν που προσκομίζεται προς τον Θεό και που διαυγάζεται θεραπευμένο από Αυτόν· ένα θεϊκό και ακατάβλητο Τώρα στην εσχατιά του πόνου μας· μια υπερκόσμια θωπεία στο παράλογο της φρίκης μας· μεγάλος και αισθαντικός λυτρωμός στο ακατανόητο του τέλματος που βιώνουμε συχνά, πυκνά, κάποτε. Μόνο με την Προσευχή βρίσκεις αυτό που νόμιζες ότι έχασες, βρίσκεις εσένα που πίστευες ότι εχάθης, βρίσκεις όλα όσα εξωθούνταν από τα πράγματα για να χαθούν οριστικά και αμετάκλητα. Αλλά άλλο η Προσευχή και άλλο η χιλιοειπωμένη δικαιολογία του συρμού των επιφανειακών συντυχιών και λόγων: «Χαθήκαμε!». Γράφω πρόχειρα και αυθόρμητα ό,τι ακριβώς αισθάνθηκα σαν άνθρωπος από ένα πολύ πρόσφατο μήνυμα. Ακόμη περιμένω αυτόν ή αυτήν που μου είχε πει πολύ διαβεβαιωτικά ότι «θα είναι», ότι «θα έρθει» και που μου παραπονείται τώρα ότι …«χαθήκαμε». Μια πτυχή της πηγαίας τελειότητας των φρενών είναι να τ’ αφήνεις όλα ή κάποια από τα «όλα» τελείως ανέγγιχτα και αδιόρθωτα: ό,τι πραγματικά δεν αξίζει και δεν ωφελεί. Πρέπει οπωσδήποτε να κατανοήσω το θέμα και το πρόσωπο, αν θέλω να κερδίσω ένα κάτι από τη χριστοευαγγελική σοφία και έμπνευση. Αφήνω τις κουβέντες και τους λόγους να πέφτουν ανέμελα χάμω, γιατί η καρδιά πρέπει να μείνει πάνω απ’ όλα ειρηνική. Και –πιστέψτε με– δεν υπάρχει σημαντικότερο απ’ αυτό.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

ΙΚΕΣΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ

ΙΚΕΣΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ


     Το Άγιο Πνεύμα, που με τρόπο ανέκφραστο εκπορεύεσαι από τον Πατέρα και επισκέπτεσαι διά μέσου του Υιού εμάς τους πιστούς, το Πνεύμα της ζωής και της σύνεσης, το Πνεύμα της αγιοσύνης και της τελειότητας, το Πνεύμα το αγαθό, το σοφό, το φιλάνθρωπο, το γλυκύ, το ένδοξο, που τρέφεις και ποτίζεις συγχρόνως, που ελεείς, που φωτίζεις, που δυναμώνεις, το θείο Πνεύμα της υπομονής, το Πνεύμα που προσφέρεις τη χαρά, την ευφροσύνη, τη σωφροσύνη, τη σοφία, τη γνώση, την πραότητα, την αμνησικακία, την αμεριμνησία των γήινων πραγμάτων, τη θέαση των ουρανίων, το Πνεύμα που διώχνεις την ακηδία, που απομακρύνεις την αμέλεια, που φυγαδεύεις την περιέργεια και την πονηρία, το Πνεύμα που φανερώνεις τα μυστήρια, που είσαι ο αρραβώνας της βασιλείας των ουρανών, η πηγή της προφητείας, ο κρατήρας της διδασκαλίας, το Πνεύμα που καταργείς την αμαρτία, που είσαι η θύρα της μετάνοιας, που δείχνεις σαν θυρωρός την είσοδο σε αυτούς που αγωνίζονται, το Πνεύμα της αγάπης, της ειρήνης, της πίστης, της εγκράτειας, το Πνεύμα του πόθου (της αγάπης προς τον Θεό), που προκαλείς μέσα μας τον πόθο (της ψυχής προς τον Θεό), έλα και κατοίκησε και μείνε μέσα μας αχώριστα, αδιαίρετα, αγιάζοντας και αλλάζοντας και φωτίζοντας τις καρδιές μας, ως ομοούσιο και ομότιμο με τον Πατέρα και τον Υιό, κάνοντας σαν θεούς εκείνους που Σε δέχονται, εξαφανίζοντας κάθε αμαρτία και βάζοντας μέσα μας με την είσοδό Σου κάθε αρετή, χωρίς να μεταφέρεις αυτά (τα θεία δωρήματα) μαζί Σου από έξω, αλλά με το να είσαι το Ίδιο κάθε τι που είναι αγαθό· διότι αυτοί, στους οποίους θα κατοικήσεις, έχουν πραγματικά μέσα τους όλο το αγαθό.

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ
Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ
(956–1037)


[Αγίου Συμεών
του Νέου Θεολόγου:
«Έργα»,
Μέρος 3ο,
Βίβλος των θεολογικών λόγων,
Λόγος θεολογικός τρίτος,
σελ. 377–378,
Απόδοση στη νεοελληνική:
Κωνσταντίνος Γ. Φραντζολάς
(Φιλόλογος),
Εκδόσεις
«Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 2017.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιμέλεια θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ


     Ψυχοσάββατο. Μια μέρα αλλιώτικη, μια μέρα διαφορετική. Μια μέρα που είναι γεμάτη μνήμη, αγάπη και προσευχή. Μνήμη, αγάπη και προσευχή γι’ αυτούς που φύγανε, από αυτούς που μείνανε. Όλοι μας αυτή τη μέρα θυμόμαστε τους αγαπημένους μας και νοσταλγούμε, άλλος λίγο–άλλος πολύ, την παρουσία τους, το πρόσωπό τους, τη φωνή τους, τη ματιά τους. Και να μη τους νοσταλγούμε, κατά βάθος μέσα μας κουρνιάζει σε ψυχοσπαράγματα η προαίρεση της νοσταλγίας σαν ευκτική μιας αλαργινής αποκατάστασης: θα θέλαμε να μπορούσαμε να τους θυμόμαστε με μια άλλη δύναμη του επέκεινα. Από μόνο του είναι ένα θέμα αυτό. Πάντως, η αγάπη, η πραγματική αγάπη είναι μόνο μνήμη. Και η μνήμη της αγάπης είναι μόνο προσευχή. Προσευχόμαστε, επειδή ακριβώς αγαπάμε και θυμόμαστε. Κι αν δεν προσευχηθούμε γι’ αυτούς που φύγανε, αυτό σημαίνει ότι εμείς είμαστε κάπως ελλιπείς και κολοβωμένοι στην αγάπη. Δεν γίνεται να αγαπάς και να μην προσεύχεσαι. Δεν γίνεται να αγαπάς και να μη θυμάσαι. Θυμόμαστε και, έτσι, απευθυνόμαστε στη μεγάλη αγάπη του Χριστού, στον Ίδιο τον Σωτήρα μας Χριστό, για να θυμηθεί τελειότατα όλους όσους εμείς καθόμαστε και θυμόμαστε ιδιαίτερα σήμερα το Ψυχοσάββατο: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ανάπαυσον τους δούλους σου»! Τους πατέρες και τις μητέρες μας, τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, τους αδελφούς και τις αδελφές μας, τους συγγενείς μας, τους αναδόχους και τους αναδεκτούς μας, τους φίλους, τους συγχωριανούς και τους συμπολίτες μας, τους γνωστούς, τους συναδέλφους και τους συνεργάτες μας, τους δασκάλους και τους συμμαθητές μας, τους συστρατιώτες και συμπαραστάτες μας και όλους όσους γνωρίσαμε και όσους μας γνώρισαν, όσους ανθρωπίνως δεν γνωρίσαμε και δεν μας γνώρισαν. Όλοι είμαστε ένα σώμα, ένα σώμα ομόψυχων αδελφών κι ας μην εκμεταλλευτήκαμε ίσως κάποιες ουσιαστικές ευκαιρίες πραγμάτωσης αυτής της αδελφοσύνης που ενδεχομένως να παρουσιάστηκαν αθόρυβα στο διάβα της ζωής μας.

     Συναζόμαστε με άφθονες λαχτάρες, ίσως με πόνους ή με φόβους μνήμης στη θεία Ευχαριστία· πάμε σιωπηλά και θαρρετά προς την αγία Πρόθεση με τα ψυχοχάρτια της καρδιάς μας, γινόμαστε βαθμιαία άνθρωποι της Προθέσεως, η καρδιά μας τείνει να γίνει κι αυτή μία άλλη «πρόθεση του Άρτου» και θυμόμαστε και ονοματίζουμε πρόσωπα, έναν-έναν και κάθε έναν δούλο του Θεού –του Θεού που είναι ο μόνος Ελευθερωτής των ψυχών μας. Βρισκόμαστε μέσα στη ζεστή και ασφαλή Κιβωτό της Εκκλησίας· έξω απ’ αυτή τη σωτήρια Κιβωτό, βασιλεύει η καταχνιά και η άβυσσος του άδη, δε βλέπεις καμία ζωή και δεν αισθάνεσαι κανένα παλμό και κανένα χνώτο ζωής πουθενά. Η Εκκλησία σώζει διαρκώς: προσωπικά, διαπροσωπικά και καθολικά, κάθε ώρα και στιγμή, πάντα. Αυτό μόνο γνωρίζουμε γιατί αυτό μόνο αισθανόμαστε εμπειρικά. Η Κεφαλή της, που είναι ο Χριστός, σώζει όσους θέλει, αλλά και μπορεί να σώζει όπως βούλεται εκείνους, για τους οποίους τα μέλη της (=οι άγιοι, οι θεώμενοι, οι σωσμένοι, τα πιστά και αγωνιζόμενα μέλη της) δεν παύουν όλα μαζί να δέονται και να παρακαλούν. Άλλωστε, ποια προσευχή μέσα στην άκτιστη Εκκλησία πάει χαμένη;

     Στο υπέρτατο μυστήριο του θανάτου δεν υπάρχουν εχθροί και έχθρες, κακίες και μνησικακίες, πονηρίες και αλαζονείες, ψέματα και μύθοι, στρεβλώσεις και σκληρύνσεις, επιτηδεύσεις και παρανοήσεις. Καθαιρόμαστε μέσα στο πικρό και βλοσυρό γεγονός του. Γι’ αυτό και όλοι πρέπει να προσευχηθούμε στιγμιαία ή εκτενώς με την καρδιά μας, με μια καρδιά που να έχει μνήμη για προσευχή και προσευχή στη μνήμη. Η μνήμη φέρνει την προσευχή και η προσευχή κινεί την αγάπη, τη θεία αγάπη που είναι παντοδύναμη, ανεξερεύνητη και απερινόητη.

     Πού πήγαν οι προσφιλείς μας συγγενείς; Πού πήγαν αυτοί που δεν παύσαμε ποτέ να θυμόμαστε και να αγαπούμε; Μήπως χαθήκανε; Μήπως σταμάτησε γι’ αυτούς η ζωή; Μήπως, επειδή αδυνατούμε εμείς να τους δούμε και να τους ακούσουμε, πάει να πει ότι δεν υπάρχουν; Όχι. Υπάρχουν. Υπάρχουν, όχι βέβαια εδώ στη γη και ασφαλώς όχι μαζί με το χωμάτινο σκήνωμα της ψυχής τους που ήταν το σώμα τους. Ο θάνατος είναι για μας ένα μυστήριο, το τελευταίο μυστήριο που δοκιμάζει η ύπαρξή μας. Ένα αδιήγητο πέρασμα και μια μεγάλη διάβαση συντελείται. Μια κατάσταση μιας άλλης δυναμικής και αμετάκλητης φυγής σαρώνει τα αδύναμα κύτταρά μας. Μόλις που προλαβαίνουμε να πούμε κάτι, ένα «Ήμαρτον Θεέ μου!», ένα «Κύριε ελέησον!», ένα «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ!», ένα «Συγχώρεσέ με Θεέ μου!», ένα «Συγχωρέστε με κι εσείς αδελφοί μου!» και μετά αποχαιρετούμε μια για πάντα όλα τα επίγεια. Αυτό τον κόσμο κι αυτή τη ζωή που τη νομίζαμε εμείς, όπως και πολλοί άλλοι σαν κι εμάς, σαν μια ζωή που είναι παντοτινή και όχι μια ζωή εφήμερη και πρόσκαιρη. Όμως η αληθινή ζωή είναι αλλού και αλλιώς. Αυτή η ζωή που ζούμε τώρα, τόσο τυφλωμένοι και σαγηνευμένοι, είναι προοίμιο ζωής, μια εισαγωγή κι ένα προστάδιό της. Η αληθινή ζωή είναι η ζωή κοντά στον Χριστό, μέσα στο Φως της Αγίας Τριάδας, μέσα στην κοινωνία των Αγίων, μέσα στη χώρα της άληκτης ανάπαυσης του Παραδείσου. Ο σκοπός και το τέλος της ζωής μας είναι φθάσουμε «εκεί». Πρώτα απ’ όλα με τη Χάρη του Θεού και με τα προσωπικά έργα της αγάπης και της ταπείνωσης, της προσευχής και της ελεημοσύνης, της αμνησικακίας και της συγχώρεσης.

     Η Εκκλησία (και η καρδιά μας, αν έγινε «εκκλησία») προσεύχεται για όλους και ιδιαίτερα για τους κεκοιμημένους. Οι κεκοιμημένοι εκ της θέσεώς τους δεν μπορούν να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία για να μετανοήσουν για όσα αμαρτήματα διέπραξαν μέσα στην άγνοιά τους, μέσα στην απροσεξία, την αμέλεια, την αντίδραση ή και την πώρωσή τους. Αν έδινε ο Θεός στη διάθεσή τους μονάχα ένα ακόμη λεπτό επίγειας ζωής, το μόνο που θα ήθελαν να έκαμναν, αυτό θα ήταν να ζητήσουν συγχώρεση από τον Θεό και από όλους τους ανθρώπους που λύπησαν με την αμαρτία τους. Οι κεκοιμημένοι μας κυριολεκτικά βρίσκονται στο έλεος του Θεού. Και το έλεος του Θεού δεν μια αόριστη βασανιστική μοίρα, είναι ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, απρόβλεπτο, καταλυτικό και παντοδύναμο στοιχείο της θείας βούλησης και της θείας αγάπης. Κανείς δεν μπορεί να πει για κανέναν τίποτα. Κανένας δεν μπορεί να κρίνει και να καταδικάσει κανέναν. Όλοι μας πρέπει να γονατίσουμε και να ζητούμε διαρκώς αυτό το έλεος του Κυρίου μας να αναπαύει τις ψυχές των κεκοιμημένων μας.

     Οι προσευχές μας να έχουν και να αποκτήσουν φτερά· και τα φτερά της προσευχής μας να είναι η προσφορά, η προσφορά του τρόπου του βίου μας και η προσφορά της λειτουργικής μας παράδοσης: το καθαρό κερί προς το θυσιαστήριο, το λάδι για τα κανδήλια της αγίας Τραπέζης, το νάμα της θείας Ευχαριστίας για το άγιο Ποτήριο, το θυμίαμα για τη χρήση του στις ιερές ακολουθίες. Να πλάθουμε και να ζυμώνουμε πρόσφορα γι’ Αυτόν που πλάθει ακατάληπτα τη σωτηρία μας, να πλάθουμε και με τον καθημερινό μας αγώνα ήθος αγάπης· να πηγαίνουμε ανελλιπώς στην Εκκλησία το όνομά τους, να γίνουμε πρωτίστως εμείς πανώριος ναός αγάπης για χάρη τους· να θυμιάζουμε συχνά το μνήμα τους, να θυμιάζουμε και με την αρετή μας τη μνήμη τους· το πραγματικό, το ουσιαστικό μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους μας είναι η προσωπική μας μετάνοια, η χριστοποίησή μας, η χαρίτωση της ζωής μας, η έμπρακτη αγάπη μας προς τον Θεό και τους συνανθρώπους μας. Να έχουμε ασκίαστο και φωτεινό βίο που να ομοιάζει με ιλαρό φως, με το φως των θείων αρετών, με το φως του ταπεινού φρονήματος, με το φως της αληθινής πίστης, με το φως του βιωματικού μας λόγου και ενστερνισμού των θείων δογμάτων, της κατάφασής μας στα κελεύσματα και στα πρόσωπα της Εκκλησίας, με το φως των ιερών βιωμάτων της καρδιάς μας, με αυτό το φως και πάντα με τη Χάρη του Θεού να προσπαθούμε να δίνουμε μια παρηγοριά, μια ανάσα, μια λύτρωση, μια άνεση, μια χαρά, έναν ασπασμό, μια καρδιοστάλακτη σωτηρία Χριστού προς τους κεκοιμημένους μας. Η δική μας ζωή να γίνεται ευάρεστη, ολοένα πιο ευάρεση στον Θεό, μια εύλαλη και ζωντανή θυσία μπροστά στον θρόνο Του, μια απερίγραπτη συγκίνηση γι’ Αυτόν τον Ίδιο τον Θεό, ώστε να σπεύσει Αυτός να αγκαλιάσει, να αναπαύσει και να σώσει, με τον τρόπο που μόνο Εκείνος ξέρει, τους κεκοιμημένους μας. Όχι ότι δεν μπορεί να σώσει ο ανενδεής Θεός μόνος Του τους ανθρώπους που φύγανε απ’ αυτή τη ζωή· αλλά ότι εμείς που με τη θεία Του νεύση νοιαζόμαστε και μεριμνούμε γι’ αυτούς μέσα από την Προσευχή που κάνουμε, μέσα από τη συμμετοχή μας στη θεία Λειτουργία και τις άλλες ιερές δεήσεις, μέσα από τα έργα της αγάπης και της ελεημοσύνης, μέσα από την ετοιμασία και την παρασκευή των κολλύβων, εμείς είμαστε που τελικά παίρνουμε δύναμη, χάρη και αγιαζόμαστε μέσα από μια διαδικασία πνευματικότητας που είναι γεμάτη φως, αγάπη, στοργή, θεία μέθεξη.

     Ο αρχέγονος πειρασμός του ορθολογισμού εμφανίζεται πάντα στιβαρός και ύπουλος μέσα στη φράση «Εν τω άδη ουκ έστι μετάνοια». Αυτό ισχύει και αφορά εν γένει τους νεκρούς και την προσωπική τους αναφαίρετη ευθύνη έναντι του Θεού και των συνανθρώπων τους κατά την επίγεια ζωή τους. Είναι μια απροσωπόληπτη αλήθεια που μπορεί κάλλιστα να δεχθεί την εξαίρεση μιας άλλης ακατανόητης θείας και προσωπικής αλήθειας. Ο τρόπος που σώζει ένας Θεός τις ψυχές δεν μας είναι απόλυτα γνωστός· δεν μας είναι καν «γνωστός». Η σωτηρία της ψυχής είναι το πιο γνοφώδες μυστήριο για μας. Και έτσι πρέπει, γιατί αυτό αρμόζει κατά πάντα στη φύση μας. Εμείς ξέρουμε μέσα από την εμπειρία της Εκκλησίας, μέσα από την εμπειρία των αγίων, μέσα από τις αποκαλύψεις των συναξαρίων της, ότι η αγάπη είναι πιο κραταιή κι απ’ τον θάνατο, επειδή η αγάπη είναι η μόνη ελπίδα σωτηρίας για τον καθένα. Ποιος άδης μπορεί να τα βάλει με την αγάπη, αφού η ίδια η Αυτοαγάπη, ο Χριστός, κατέβηκε μέσα στον άδη για να αρπάξει από εκεί τις ψυχές που καταδυναστεύονταν για αιώνες; Το θαύμα της αγάπης εμείς ουσιαστικά δεν το ξέρουμε και δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε. Αυτό το θαύμα δεν σταμάτησε ακόμη να διενεργείται μυστικά και να σώζει εκείνους, για τους οποίους ο κόσμος δεν έχει να δώσει καμιά ελπίδα. Η αγάπη του Χριστού πάει συνεχώς κόντρα στην άθλια ψευτοαγάπη του κόσμου, στη φτηνή και μπακαλίστικη λογική μας. Η προσευχή μας πρέπει να μη ρωτά τίποτα, να μη τη νοιάζει για τίποτα, μόνο να είναι αέναη, συνεχής, αδιάκοπη, καρδιακή. Αγαπάμε τους κεκοιμημένους μας; Εάν και εφόσον ναι, τότε ας μη παύσουμε να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, ας μην παύσουμε να κάνουμε τη ζωή μας ένα καθαρό μνημόσυνο προς τη μνήμη τους, ας γίνουμε εμείς προσευχή και αγάπη γι’ αυτούς που μας έφεραν στον κόσμο, γι’ αυτούς που μας φρόντισαν με κάθε τρόπο, που θυσιάστηκαν για μας, που συντρόφευσαν και ευεργέτησαν ποικιλοτρόπως τη ζωή μας. Όσοι προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους μας, όχι μόνο κατά τα δύο Ψυχοσάββατα του χρόνου, αλλά και κάθε άλλη μέρα, κερδίζουμε μαζί τους σε αφάνταστο βαθμό τη ζωή, την αθανασία, τη δύναμη, την ωραιότητα, την τερπνότητα και τη μακαριότητα της παραδείσιας αγάπης του Χριστού.

     Γι’ αυτό λοιπόν, αφού σας αναφέρω ότι είναι απόλυτα απαραίτητο και αναγκαίο να συνοδεύονται τα κόλλυβά μας με το καθαρό κερί, με το νάμα, με το λάδι και το θυμίαμα στο Ιερό, απευθύνομαι στην ορθόδοξη συνείδηση όλων προτρέποντάς την να μην παύσουμε ποτέ να πηγαίνουμε τα ονόματα των κεκοιμημένων μας στην Πρόθεση του Ιερού, να μην παύσουμε να δεόμαστε όλοι μαζί μέσα από την καρδιά μας για τους προσφιλείς κεκοιμημένους μας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, διά της Θεοτόκου και πάντων Σου των Αγίων, μνήσθητι, ελέησον, ανάπαυσον και σώσον τους κεκοιμημένους δούλους Σου!». Αμήν. Γένοιτο.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.