Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΝ ΠΟΥ ΖΗΤΟΥΣΕ ΝΑ ΔΕΙ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΝ
ΠΟΥ ΖΗΤΟΥΣΕ ΝΑ ΔΕΙ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ



     Ο Ζακχαίος ζητούσε διακαώς να δει τον Χριστό. Μέσα στην καρδιά του συντηρούσε μεγάλους και ιερούς πόθους για τον Κύριο. Δεν ήταν περίεργος· ήταν θεοδιψιακός, έπασχε μέσα του για τη γνώση του Θεού. Παρά τις μεγάλες «αρχιτελωνικές» αμαρτίες του, παρά την άνεση και την ευμάρεια που του χάριζε ο αθέμιτος πλούτος του, ωστόσο, μέσα του έλιωνε από την ιερή επιθυμία να αντικρίσει τη Ζωή, να απαλλαχθεί με τη θεία συγνώμη από το άχθος και τη ντροπή του αμαυρωμένου βίου του. Τον άρπαγα τον άνθρωπο, τον κλέπτη, τον πονηρό και τον επιτήδειο, πολλοί τον κολακεύουν, όλοι τον αποφεύγουν και τον λυπούνται, όλοι επίσης τον απορρίπτουν, τον επικρίνουν και τον καταδικάζουν, κανείς δεν τον εμπιστεύεται και κανείς δεν τον σέβεται, άπαντες προτιμούν, κι ας μη το λένε ποτέ, να μη τον έχουν καν για φίλο. Αυτό ζούσε ο Ζακχαίος. Η ευτυχία του ήταν μια εξωτερική και επιδερμική κατάσταση, μια παρωδία ευτυχίας. Ήξερε πολύ ποιος είναι, τι είναι, πώς είναι και γιατί είναι όπως είναι, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι από μας.

     Συν τοις άλλοις, είχε και το προσωπικό πρόβλημα της κορμοστασιάς του: «τη ηλικία μικρός ην». Άνθρωπος κοντός, του έλλειπε φοβερά το ύψος, η υψηλή και χορτάτη θέα, το αγέρωχο της παρουσίας, η δύναμη του αναστήματος, το να έχει σύμμαχο το κορμί για να αγρεύει εντυπώσεις, να γίνεται αποδεκτός, περιζήτητος, να επιβάλλεται, να κυριαρχεί, να γίνεται οδηγός. Τελείως κοντός εξωτερικά και τελείως μειονεκτικός εσωτερικά. Όμως τίποτα απ’ όλ’ αυτά δεν τον αποθαρρύνει και δεν τον αποκαρδιώνει.

     Ζητάει από τα βάθη του εαυτού του –αυτού του πρώτου αντίπαλου, κατήγορου και κριτή του– να δει τον Ιησού. Κυριαρχούν μέσα του οι ιερές επιθυμίες με τις ακατάβλητες αξιώσεις τους. Βάζει μπροστά και πάνω απ’ όλα τη δίψα και τη λαχτάρα του για τον Θεό. Μηδενίζει τα πάντα, δεν τον νοιάζει τίποτα, δεν επηρεάζεται από κανέναν, σταματάει να επικεντρώνεται δίχως νόημα στις πολλές του αμαρτίες, στην κατάντια του, στο μεγάλο του ξεπεσμό. Αδίκησε τόσους, άλλος να ήταν στη θέση του θα ντρεπότανε να κάνει βήμα. Η μνήμη και η θύμηση των πολλών του αμαρτιών σ’ αυτή την περίπτωση θα ήταν ένας τοίχος, ένα φρένο, ένα ανάχωμα, ένα εμπόδιο. Ηθικιστικές ενοχικές ερινύες παντού: «Πού πάς αμαρτωλέ; Πώς και γιατί πας; Δεν βλέπεις τα χάλια σου;». Ως συνήθως, έτσι πέφτει θόλωμα στο μυστήριο και το θαύμα. Κι όμως αυτός τα παραβλέπει όλα και πάει ακάθεκτος να συναντήσει τον Χριστό.

     Έτσι με νωπά τα χάλια του, με πλήρη συναίσθηση των ερειπίων του, με την αμαρτία του στη ρημαγμένη του ψυχή σε πρωτόγνωρη συντριβή. Ζει τώρα αλλιώς: όχι πώς να αρπάξει, αλλά πώς να αρπαχθεί από τον Χριστό. Ζει με μια θεία τόλμη, με μια επαινετή θρασύτητα και με μια άριστη απληστία: ή ο Χριστός ή τίποτα! Είμαι ένα τίποτα, το ξέρω, το αισθάνομαι, το νιώθω, μου το λένε κι άλλοι. Κι αν δεν μου το λένε, μου το λέει το άηχο και άγραφο μήνυμα της συμπεριφοράς τους. Είμαι ένα ξεφτιλισμένο και κραυγαλέο τίποτα. Όμως, γι’ αυτό πάω στον Χριστό, γι’ αυτό αξίζει να πάω πιο πολύ στον Χριστό, επειδή αισθάνθηκα τον εαυτό μου ένα τίποτα από τις πολλές και ψυχοφθόρες αμαρτίες μου. Ο Χριστός είναι το Παν και, επειδή είναι το Παν, Αυτός σίγουρα θα είναι και για μένα η συγχώρεση, η λύτρωση, η αποκατάστασή μου, η ζωή που δεν έχω, η νέα αρχή μιας ζωής που δεν μ’ άφησαν ποτέ οι αμαρτίες μου εκεί στο τελωνείο να ζήσω.

     Ο Ζακχαίος κάνει σιωπηλά τις πιο ωραίες υπερβάσεις που καταγράφτηκαν ποτέ στην ιερή ιστορία. Αφήνει κάθε ψυχική αγκύλωση και κάθε σωματική αναπηρία. Εγκαταλείπει την ποταπότητά του για να λάβει το ύψος που γύρευε και δεν εύρισκε. Αφήνει τον δρόμο, τη σκόνη, τον κουρνιαχτό, τα ποδοπατήματα, τα σπρωξίματα, τον συνωστισμό του απρόσωπου πλήθους, κάθε πεπατημένη και απρόσφορη οδό, και πάει και ανεβαίνει πάνω σε μια συκομορέα, σε μια συκαμινιά. Πορεύεται προς το ύψος, ποθώντας να δει και να γευθεί τα όντως υψηλά.

     Ανάμεσα στα κλαδιά και τα φυλλώματα, σε λίγο Τον αντικρίζει. Οι ματιές τους συναντιούνται. Δεν είναι δα και λίγο να βλέπεις την Αγάπη, τα μάτια της Αγάπης. Δεν είναι και λίγο να βλέπεις την Αυτοαγάπη να σε βλέπει· να βλέπει το είναι σου, την καρδιά σου, τον αγώνα και την αγωνία σου, όλες σου τις λαχτάρες και τους πόθους, τις ταπεινές σου προσπάθειες, την ολιγότητά σου, τη φρικτή σου αμαρτωλότητα, την ποικιλόμορφη πτωτικότητά σου. Τον βλέπει καλά και, μόνο που Τον βλέπει, σκιρτά μέσα του κάθε καλή και δεξιά αλλοίωση. Και μόνο που Τον βλέπει, όλος εκείνος ο σκοτεινός, ο αδυσώπητος, ο απελπισμένος κόσμος των παθών καταρρέει με πάταγο. Έτσι γίνεται πάντα, αδελφοί μου. Αυτή είναι η σειρά των τερπνών, των όμορφων αλλοιώσεων: μόλις η ψυχή αντικρίσει τον Κύριο, αλλοιώνεται, αλλάζει, μεταστοιχειώνεται, αναπτερώνεται, μεταρσιώνεται, σκιρτά από χαρά για τη Χάρη που έλαβε και δεν ξέρει πως.


       Και ο Χριστός βλέπει αυτόν που πάντα έβλεπε σαν Παντεπόπτης και Καρδιογνώστης. Άφησε τον Ζακχαίο ελεύθερο και μόνο. Αυτόν μαζί με τον εαυτό του. Αυτόν απέναντι στα χάλια του. Αυτόν αντάμα με τις αδικίες του. Αυτόν μέσα σε όλη την οδύνη της κατάστασής του. Τον άφησε εκεί στην τροχιά της ευθύνης του έναντι στη ψυχή του, έναντι στους συνανθρώπους που χάλασε και αδίκησε και ρήμαξε, έναντι στον Θεό που τον περιμένει, ανεξάρτητα με το τι και πόσα επικριτικά και αποδοκιμαστικά θα λένε γι’ αυτόν. Η θεία Αγάπη ποτέ δεν έχει σχέση με την κρίση των ανθρώπων. Τον άφησε λοιπόν μόνο με την προαίρεσή του, με τη δίψα του για επιστροφή, για μετάνοια, για τη μεγάλη αλλαγή.

     Αυτές είναι οι καταστάσεις που πρέπει οπωσδήποτε να περάσουμε κι εμείς, μαζί με τον Ζακχαίο: να δούμε, αλλά και να αψηφήσουμε την ελεεινότητά μας, την ανημποριά μας, την αδυνατότητά μας, την αδυναμία μας, τις αυτοεκτιμήσεις μας, τη λογική μας, τις προφάσεις και τις δικαιολογίες μας και να τρέξουμε σαν διψασμένα ελάφια να δούμε και να βρούμε Ποιος επιτέλους είναι ο Χριστός. Να αφήσουμε την αδιαφορία, την ανεμελιά, τη ραστώνη της απιστίας, το ανυποχώρητο θέλημά μας, τη βλοσυρή και καχεκτική αντιμετώπιση των πραγμάτων, τη δήθεν αλάνθαστη και κατά πάντα ανυποχώρητη γνώμη μας και να γεμίσουμε την καρδιά μας με θείους πόθους.

     Και, μαζί με τους θείους πόθους, να πάμε κι εμείς να βρούμε μια συκομορέα. Είναι μεγάλη ανάγκη, έχοντας μέσα μας τη συντριβή της καρδιάς, να τολμήσουμε να ανεβούμε και να μεταρσιωθούμε. Να αφήσουμε τη χοϊκότητα, τη χωματίλα, τη λασπουριά των παθών, των προλήψεων, των ιδεών και των θελημάτων μας και να περιμένουμε, με την υπομονή της θείας αγάπης, να περάσει ο Χριστός, η θεία Αγάπη. Να Τον δούμε και να μας δει. Αυτός πάντοτε μας βλέπει. Το θέμα είναι η ματιά μας να συναντήσει τη δική Του ματιά. Η συκομορέα, το μικρό και χαμηλό δενδρύλλιο της προαίρεσης, του αγώνα και της προσπάθειάς μας, είναι αυτή η ίδια η θεία Χάρη που είναι πάντα κρυμμένη πίσω από αυτά, θα μας μετατοπίσει σε άλλο επίπεδο.

     Και η χάρη θέλει χάρη. Η αγάπη θέλει να έχεις αγάπη για να τη βρεις. Πρέπει να γνωρίσουμε τον Θεό και ταυτόχρονα να γίνουμε γνωστοί σ’ Αυτόν με τις συγκινητικές υπερβάσεις που μας δείχνει ξεκάθαρα σήμερα ο Ζακχαίος. Η πραγματική αναπηρία είναι όταν δεν είσαι άνθρωπος υπερβατικός, όταν δεν πάσχεις και δεν ζητάς συνεχώς τον Θεό και είσαι γεμάτος αιχμηρές αθεότητες, μικροπρέπειες, ανταρσίες και αναλήθειες. Με τους θείους πόθους ανοίγονται πάντα τα μυστήρια του Θεού στη διψασμένη καρδιά. Και, προσέξτε: ο Θεός παρουσιάζεται μπροστά μας σαν περαστικός και σαν διαβάτης. Βέβαια, ο δικός Του πόθος και ο δικός Του προορισμός είναι να έρθει να φιλοξενηθεί στη καρδιά μας. Δεν μας το λέει όμως ποτέ αυτό, για να μη χαλάσει την ελευθερία μας, για να μην επηρεάσει την κρίση μας, για να μη μας αλλάξει με το ζόρι και με το στανιό.   


     Ο Χριστός κοιτάζει τον Ζακχαίο και, μετά τη ζωηφόρο ματιά, έρχεται το θεανδρικό και ζωογόνο λάλημά Του: «Ζακχαίε, κατέβα γρήγορα! Σήμερα θα έρθω να μείνω στο σπίτι σου!». «Κατέβα! Φτάνει πια ο αγώνας και η αγωνία σου, παιδί μου. Σε είδα, σε κατάλαβα, σε γνώρισα, Εγώ, που σε γνωρίζω πάντα! Όλες σου οι προσπάθειες και οι διαθέσεις σου και οι ενέργειές σου, Εμένα φωνάζουν! Έρχομαι, λοιπόν. Και, μάλιστα, έρχομαι γρήγορα. Εκεί που δεν το περίμενες και δεν το φανταζόσουν. Έρχομαι στην οικία σου, στο σπίτι σου το χωματένιο και το φθαρτό. Έρχομαι και στο άφθαρτο σπίτι της καρδιάς σου και του είναι σου»…

     Ακολουθεί μια ανεκδιήγητη φιλοξενία –Θεοξενία καλύτερα–, που γίνεται μέσα στην χαρά του Ουρανού. Ο Φιλοξενούμενος φέρνει τα πάνω-κάτω στη ψυχή του φιλοξενητή Ζακχαίου. «Τα μισά από τα υπάρχοντά μου τα δίνω στους φτωχούς και όσους συκοφάντησα τους δίνω τα τετραπλάσια». Η σωτηρία ήρθε, η σωτηρία έρχεται, η σωτηρία δεν φεύγει, όσο ο Χριστός ανοίγει τις πύλες της καρδιάς μας και μένει εκεί, μόνο εκεί, σβήνοντας κάθε παλιό, κάθε παλαιότητα, κάθε αμαρτία, κάθε ρύπο, κάθε λάσπη, κάθε σκιά, κάθε τραύμα, λύπη, πόνο και ανημποριά. Με τον Χριστό στην καρδιά, φεύγει η αδικία μας, η πονηρία μας, το μένος μας, η αναλγησία, η σκληρότητά μας, η δυστροπία μας, η βαναυσότητά μας, η αγένεια, η προπέτεια του είναι μας. Γίνεται μια θαυμαστή αποκατάσταση. Ζητάμε συνεχώς το δίκαιο, το ευλογημένο. Ζητάμε να χαρίζουμε πίσω με όλη μας τη ψυχή αυτό που αρπάζαμε ή χαλούσαμε από τους άλλους τόσο καιρό, από τις σχέσεις μας και από τις καρδιές των ανθρώπων μας με τον οποιονδήποτε τρόπο. Ξοφλάμε και καθαριζόμαστε με τον ιδιαίτερο τρόπο της Χάριτος· δίνουμε τα πάντα, γιατί πρώτα εμείς δινόμαστε ολοκληρωτικά σε κάθε αγαθότητα και καλοεργία στο όνομα της αγάπης του Χριστού που γνωρίσαμε έκπληκτοι.

     Ο άγιος Ζακχαίος άφησε το τελωνειακό έργο του και πορεύθηκε με πόθο Θεού, με συντριβή, με μετάνοια να συναντήσει τον Σωτήρα Χριστό. Αξιώθηκε να Τον φιλοξενήσει στην οικία του, παρά τις ενστάσεις των γογγυστών και φθονερών ανθρώπων, των δήθεν ευυπόληπτων και νομοταγών, που διαμαρτυρήθηκαν που τον επισκέφθηκε ο Χριστός. Αυτούς τους απάντησε ο Ίδιος ο Κύριος: «Σήμερα ήρθε η σωτηρία σ’ αυτό το σπίτι». Ο Ζακχαίος μετά από αυτή τη συνάντηση και φιλοξενία, έπαυσε μια για πάντα να αδικεί. Ακολούθησε τον Χριστό, έγινε συνέκδημος και βοηθός στις αποστολικές περιοδείες του Αποστόλου Πέτρου και αργότερα έγινε επίσκοπος Καισαρείας. Η πρεσβεία του να σκεπάζει όλους και το παράδειγμά του να αποτελεί για μας έμπνευση για το πώς να ζητάμε συνεχώς να δούμε και να συναντήσουμε τον Χριστό στη ζωή μας.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ
Η απολογία και η νίκη του


     Όταν άρχισε να συντάσσεται ο ενωτικός «Όρος» της Συνόδου της Φεράρα (Ιανουάριος 1438–Ιούλιος 1439), ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, επίσκοπος της Εφέσου (1393–1445), ζήτησε από τον βασιλιά Ιωάννη τον Η΄ Παλαιολόγο (1392–1448) όχι μόνο να μην υπογράψει, αλλά να φροντίσει να επιστρέψει πίσω στην Κωνσταντινούπολη με ασφάλεια. Ο αυτοκράτορας τού υποσχέθηκε ότι θα τον επαναφέρει με ασφάλεια στην Πόλη με κάθε επιμέλεια και φροντίδα δική του. Να ήταν άραγε αυτή η υπόσχεση μια εκδήλωση μεγαλοψυχίας από την πλευρά του Ιωάννου του Η΄ του Παλαιολόγου προς τον Μάρκο ή μια κίνηση που απλώς την επέβαλλαν τα πράγματα; Πάντως, δεν ήταν καθόλου εύκολο πράγμα να καμφθεί ο Μάρκος και να υπογράψει. Σαν χαρακτήρας, δεν ήταν ούτε άστατος ούτε δειλός. Αν πάλι ο αυτοκράτορας πίεζε περισσότερο τον σοφό έξαρχο της Συνόδου, δεν θα κατηγορούνταν από το Γένος ότι εκείνη την κρίσιμη στιγμή μεταχειρίστηκε βία για να προδώσει τα ιερά και τα όσια της φυλής; Όπως και να έχει το πράγμα, η ουσία είναι ότι ο βασιλιάς έδωσε στον επίσκοπο της Εφέσου διαβεβαιώσεις τις οποίες λίγο αργότερα τις τήρησε απολύτως. Και αυτό ιστορικά βρίσκεται στο ενεργητικό του, δεδομένου ότι ο Πάπας είχε, όπως θα δούμε και πιο κάτω, την εμπαθή απαίτηση να χαρακτηριστεί ο ομολογητής Μάρκος ως απειθής και να τιμωρηθεί σαν αιρετικός!


     Το απόγευμα της Κυριακής της 5ης Ιουλίου του 1439, όσοι αποτελούσαν τη Σύνοδο της Ανατολής είχαν συγκεντρωθεί στο ανάκτορο Περούτσι όπου έμενε ο βασιλιάς. Ήρθαν όμως και οι επίσκοποι του Πάπα, ο Χριστόφορος Γκαρατόνι, άλλοι δύο και ένας πρωτονοτάριος για να… παρακολουθούν πώς και από ποιους υπογράφεται ο «Όρος»! Ο Πάπας Ευγένιος ο Δ΄ (1383–1447) μέχρι την τελευταία στιγμή δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στους Έλληνες· γι’ αυτό και διέταξε την αστυνόμευση της υπογραφής! Πρώτος υπέγραψε τον «Όρο» ο βασιλεύς. Η θέση στην οποία έμελλε να υπογράψει ο φιλενωτικός Πατριάρχης Ιωσήφ ο Β΄ (1360–10 Ιουν. 1439), έμεινε κενή λόγω του πρόωρου και αιφνίδιου θανάτου του εκεί στην εσπερία. Κατόπιν, ως εκπρόσωπος του Πατριάρχη Αλεξανδρείας, υπέγραψε ο Ηρακλείας Αντώνιος, στον οποίο, επειδή ήταν ασθενής, έφεραν το κείμενο προς υπογραφή στο κρεβάτι του. Τελικά και αυτός, ο πριν «ατίθασος», κάμφθηκε και έδωσε τη συγκατάθεσή του για την υπογραφή. Έφεραν το κείμενο πάλι πίσω στο ανάκτορο και στη συνέχεια υπέγραψε ο μέγας Πρωτοσύγκελλος· έπειτα και οι υπόλοιποι τοποτηρητές και αρχιερείς. Τελικά τον «Όρο» τον υπέγραψαν ο αυτοκράτορας, δεκαοκτώ αρχιερείς, και έντεκα κληρικοί της Ανατολής.  Δ ε ν  υπέγραψαν ο άγιος Μάρκος, ο αδελφός του ο Ιωάννης ο Ευγενικός (1400–1453), ο Σταυρουπόλεως Ησαΐας, ο οποίος αναχώρησε κρυφά στη Βενετία, γιατί όταν οι Λατίνοι πληροφορήθηκαν ότι δεν υπογράφει, ήθελαν με κάθε τρόπο να τον φονεύσουν! Δεν υπέγραψε επίσης και ο Ιβηρίας, ο οποίος με όλη αυτή την κατάσταση είχε παραφρονήσει και αναχώρησε κρυφά και αυτός.


     Μετά την υπογραφή του επάρατου «Όρου» εκ μέρους των Ελλήνων, το κείμενο στάλθηκε στον Πάπα για να υπογραφεί και από τους Λατίνους. Μια τέτοια έκβαση ο επίσκοπος Ρώμης δεν τη φαντάζονταν ποτέ. Ο Πάπας δέχτηκε τους Έλληνες περιβαλλόμενος από τους Καρδιναλίους του και από όλη τη δική του σύνοδο. Το κείμενο του «Όρου» το παρουσίασε ο Νικαίας. Η χαρά του Πάπα ήταν καταφανής. Γιατί όχι; Δεν ήταν άλλωστε μικρή η προσφορά του εξωμότη του Βησσαρίωνα (1403–1472) και των φιλενωτικών Ελλήνων. Είπε, μάλιστα, ότι ενώ είχε ζητήσει τόσα πολλά από τους Έλληνες, τελικά τα πήρε όλα, σε τέτοιο σημείο, που δεν ήξερε τι άλλο να ζητήσει από αυτούς. Είπε συγκεκριμένα: «Αποκτήσαμε εκείνο που ζητούσαμε και απαιτούσαμε!». Βέβαια, όπως θα αποδείκνυαν στη συνέχεια τα ιστορικά γεγονότα, τα όσα πήρε τα κράτησε μόνο προσωρινά. Η θριαμβολογία και ο κομπασμός του εξατμίστηκαν τελείως μόλις πληροφορήθηκε ότι από τις υπογραφές των Ελλήνων απουσίαζε η υπογραφή του αγίου Μάρκου. Όταν ρώτησε αν υπόγραψε ο Μάρκος, του απάντησαν «όχι». Και ο κομπαστής Πάπας παραδέχτηκε την ήττα του λέγοντας αποκαρδιωμένος τα εξής λόγια: «Λοιπόν, ἐποιήσαμεν οὐδέν!» (=Τελικά, δεν κάναμε τίποτα!). Ορθά διέβλεψε. Χωρίς να το θέλει, «προφήτευσε» τον θρίαμβο του επισκόπου Εφέσου ή μάλλον τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας. Ήταν μια δεινή ώρα για τον αιρετικό Πάπα, μια από τις δεινότερες ώρες της ζωής του...


     Ο Πάπας Ευγένιος, παρά την βαρύγδουπη επιτυχία της ψευδοένωσης στη Φεράρα, ο ίδιος ωστόσο δεν ήταν ικανοποιημένος, διότι, όπως ορθά παρατηρήθηκε, έβλεπε ότι η διατύπωση του «Όρου» αυτής της ψευδοσυνόδου δεν ανταποκρινόταν πλήρως προς τις υπερβολικές και υπερφίαλες αξιώσεις του. Μάλιστα, τα όσα γράφονταν εκεί για το πρωτείο του ήταν εκφράσεις μάλλον αόριστες και φαινομενικές. Ο δεύτερος λόγος ο οποίος του προξενούσε μεγάλη ταραχή ήταν εκείνο το «όχι» του κυριολεκτικά Ορθόδοξου επισκόπου, του αγίου Μάρκου. Γι’ αυτό και αμέσως μετά τις αναμενόμενες θριαμβολογίες και τους εναγκαλισμούς για τη ψευδοένωση διεμήνυσε αυστηρά προς τον βυζαντινό βασιλέα Ιωάννη τα εξής: Επειδή ο Εφέσου Μάρκος δεν αποδέχθηκε την απόφαση της Συνόδου ούτε και υπέγραψε τον «Όρο», πρέπει να κριθεί από τη Σύνοδο. Αν δεν μεταπεισθεί, τότε να τιμωρηθεί όπως του ανήκει. Λοιπόν, «στείλτον σ’ εμάς για να κριθεί». Οι διαθέσεις του Πάπα ήταν σαφείς και ξεκάθαρες. Ο βασιλεύς όμως του αντεμήνυσε: Ο Εφέσου είναι δικός μου αρχιερέας· γι’ αυτόν θα φροντίσουν οι δικοί μου. Ο Πάπας όμως απαίτησε επίμονα από τον βασιλέα να του στείλει οπωσδήποτε τον Εφέσου.


     Τότε ο αυτοκράτορας κάλεσε τον Εφέσου και του είπε: «Επειδή ο Πάπας μού διεμήνυσε και δυο και τρεις φορές ότι σε θέλει, πρέπει να παρουσιαστείς ενώπιόν του. Μη δειλιάσεις, λοιπόν. Εγώ ήδη του είπα για σένα πολλά. Ακόμη φρόντισα ώστε να μη σου συμβεί κανένα «σκληρὸν ἢ κακωτικόν». Πήγαινε, άκουσε όσα αυτός θα σου πει και «ἀπολογήθητι ἀνυποστόλως»· δηλαδή πες ό,τι έχεις να πεις με θάρρος, χωρίς να υποστείλεις καν τη σημαία (του φρονήματός σου) και χωρίς να αποσιωπήσεις τίποτα. «Ἀπολογήθητι» με όσα εσένα θα σου φανούν πρέποντα. Βέβαια, δεν είχε ανάγκη των ενθαρρυντικών λόγων του αυτοκράτορα ο άγιος Μάρκος. Η γενναία ψυχή του ήταν ήδη αποφασισμένη για όλα. Ήταν όμως ολοφάνερο ότι η στάση του αυτοκράτορα απέναντι στον άγιο Μάρκο ήταν μια στάση γεμάτη σεβασμό, εκτίμηση και στοργή.


     Τελικά ο Εφέσου παρουσιάστηκε στον Πάπα, ο οποίος καθόταν στον θρόνο του, περιστοιχιζόμενος από Καρδινάλιους και από τους πιο διακεκριμένους Λατίνους επισκόπους. Όταν ο Μάρκος είδε ότι όλοι εκεί κάθονταν, αντιλαμβανόμενος πολύ καλά ότι ο Πάπας θα τον κρατούσε όρθιο σαν κατάδικο, είπε: «Έχω πόνους στα νεφρά και στα πόδια μου και δεν μπορώ να στέκομαι όρθιος»· «καὶ εὐθὺς ἐκάθησε», χωρίς καν να περιμένει να του πει ο Πάπας να καθίσει. Ο Πάπας Ευγένιος στην αρχή τού είπε πάρα πολλά με σκοπό να μεταπείσει τον όσιο του Θεού άνδρα να αποδεχθεί την «ένωση» και να υπογράψει τον «Όρο». Τελικά, έχασε την υπομονή του και τον απείλησε ότι, αν δεν υποχωρήσει στις θέσεις του, θα πάθει αυτό που «έπαθαν και όσοι έδειξαν απείθεια προς τις οικουμενικές συνόδους»: «όπως εκείνοι καθαιρέθηκαν και αποκηρύχθηκαν σαν αιρετικοί, έτσι θα γίνει και με σένα!», του είπε επί λέξει. Ποια άλλη φοβερότερη απειλή θα μπορούσε ποτέ να απευθύνει προς έναν Ορθόδοξο επίσκοπο της Ανατολής ο Πάπας; Όμως, είχε οικτρά απατηθεί! Γιατί είχε μπροστά του έναν αληθινό επίσκοπο και όχι ένα «κοπέλιν» (=ο νέος, το νεαρό αγόρι, ο μαθητευόμενος σε μία τέχνη, το τσιράκι, το πειθήνιο όργανο κάποιου ισχυρού). Είχε μπροστά του έναν βράχο, έναν στύλο Ορθοδοξίας και όχι ένα εύθραυστο «καλάμι που σαλεύεται απ’ τον άνεμο» (πρβλ. Ματθ. 11, 7· Λουκ. 7, 24).


     Ο άγιος Πατέρας μας Μάρκος τον κοίταξε καλά και με σταθερή φωνή τού έδωσε την πρέπουσα απάντηση σε όλα. Και για την απειλή, που με τόση θρασύτητα τού απηύθυνε ο Πάπας, είπε:
     «Οι Σύνοδοι καταδίκαζαν εκείνους που δεν πείθονταν στην Εκκλησία και κήρυτταν διδασκαλίες που αντέβαιναν σε όσα αυτή διδάσκει. Εγώ όμως δεν κηρύττω καμιά δική μου γνώμη, ούτε είπα ποτέ τίποτα νέο και άγνωστο στην Εκκλησία. Τηρώ τον εαυτό μου στην ακραιφνή πίστη, την καθαρή και ανόθευτη, αυτή που παρέλαβε και κατέχει η Εκκλησία από Αυτόν τον Ίδιο τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό. Αυτή τη διδασκαλία την οποία και η Ρωμαϊκή Εκκλησία κρατούσε πριν από το σχίσμα μαζί με τη δική μας, την Ανατολική. Αυτή ακριβώς την «εὐσεβῆ δόξαν» που πάντα πριν και εσείς επαινούσατε, αλλά και πολλές φορές επαινέσατε στην τωρινή Σύνοδο. Αυτή την ευσεβή διδασκαλία κανείς από μας δεν μπορεί να τη μεμφθεί ή να την κατηγορήσει. Αν λοιπόν εγώ επιμένω σ’ αυτή τη διδασκαλία και δεν θέλω να παρεκκλίνω απ’ αυτή, πώς είναι δυνατό να κατακριθώ σαν αιρετικός; Πρώτα κάποιος πρέπει να κατακρίνει τη διδασκαλία στην οποία πιστεύω, και κατόπιν να με καταδικάσει. Αν όμως αυτή η διδασκαλία ομολογείται από όλους πως είναι η ευσεβής και η ορθή, πώς γίνεται μετά εγώ να είμαι άξιος καταδίκης;».


     Μ’ αυτή του την απάντηση ο κατά πάντα άμεμπτος και ακατηγόρητος Μάρκος αποστόμωσε τον Πάπα. Η «επηρμένη οφρύς» του Ευγενίου δέχθηκε ένα ισχυρό κόλαφο. Οι γενναίοι μιλούν ταπεινά, αλλά και γενναία· και έτσι ταπεινώνουν τους θρασείς και αυθάδεις. Ο Μάρκος, που είχε το σθένος να πει το «όχι» στον αυτοκράτορά του, πώς ήταν δυνατό να μη το πει και στον επίσκοπο της Ρώμης, αποδεικνύοντάς τον έτσι καθόλα ανόητο; Ο Εφέσου, όχι απλώς δεν υποτάχθηκε, αλλά εκείνη τη στιγμή ανακήρυξε τη διδασκαλία των Λατίνων σαν ξένη και ψευδή. Και αυτά τα είπε με την εν Κυρίω καύχηση. «Λαμπρώς κηρύττει», ο Μάρκος! «Και πού άραγε; Και μπροστά σε ποιον; Μέσα στο ανακτορικό παλάτι του Πάπα, μπροστά σ’ εκείνον που έκανε τον εαυτό του ίσο με τον Θεό. Μόνος και απομονωμένος, ανάμεσα στους υπερήφανους καρδιναλίους και τους άλλους συμβούλους» του Πάπα, γράφει, πολύ εύγλωττα και παραστατικά, ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (1721–1813). Με αφορμή όλων αυτών πάλι ο Πάριος ο Αθανάσιος προσθέτει ενθουσιαστικά και τα εξής για το πρόσωπο του ιερού Μάρκου: Αν κάθε Ορθόδοξος είναι «αντίπαπας», γιατί αντιτίθεται στις κακοδοξίες του Πάπα και των οπαδών του, πολύ περισσότερο «αντίπαπας» είναι ο Εφέσου. Αυτός είναι ο κατ’ εξοχήν αντίπαπας: «Αυτός δεν είναι αντίπαπας, αλλά ο αντίπαπας· Μάρκος ο Αντίπαπας»!...


     Μερικοί απορούν πώς ο επίσκοπος Ρώμης, ενώ είχε μπροστά του περικυκλωμένο, μόνο και απροστάτευτο, τον φοβερό πολέμιο και ανατροπέα των σχεδίων του, δεν πραγματοποίησε την απειλή του και δεν τιμώρησε τον άγιο Μάρκο με την εσχάτη των ποινών. Όλοι τουλάχιστον αυτό περίμεναν. Η απορία είναι φυσική. Η ιστορία των Παπών –οι οποίοι «τα έβαζαν» ακόμη και με αυτοκράτορες του αναστήματος ενός Φρειδερίκου Βαρβαρόσα του Α΄ (1122–1190)–, δεν έχει να επιδείξει άλλον όμοιο προς τον άγιο Μάρκο. Αναφέρονται στην ιστορία τους μάλλον τα εντελώς αντίθετα. Αλλά και πάλι: άραγε, είναι πάντα εύκολο να πραγματοποιείς τις απειλές σου; Εκτός αυτού, γιατί να αποκλείσουμε στην περίπτωση αυτή και τη μεγάλη ισχύ του ρητού: «Την ανδρεία ξέρει να την θαυμάζει ακόμη και ο εχθρός» («Ἀνδρείαν οἶδε καὶ πολέμιος θαυμάζειν»); Και ο άγιος Μάρκος δεν ήταν απλά ανδρείος· ήταν ήρωας, ήταν άγιος! Πολεμούσε ενάντια σε όλους και νικούσε, γιατί πολεμούσε μαζί του και ο Θεός. Στο πρόσωπο του αδύνατου και κατά το σώμα ασθενικού αγίου Μάρκου έλαμψε η δύναμη του Θεού. Αυτή τον δυνάμωσε στη Σύνοδο. Αυτή τον φρούρησε από την οργή και την αρπαγή του Πάπα.


     Αν η Ορθοδοξία ζει ακόμη –και θα ζει μέχρι το τέλος του παρόντα αιώνα– τούτο οφείλεται στο ότι είχε ανέκαθεν επισκόπους «θείω ζήλω πεπυρωμένους», επισκόπους του αναστήματος του αγίου Μάρκου του Ευγενικού, με τους οποίους πάντα συμπολεμεί ο Θεός. Κατά τον άγιο Αθανάσιο τον Πάριο, ο Μάρκος ήταν ουσιαστικά όχι μόνο γενναία ψυχή, αλλά και «μάρτυς τετελεσμένος». Δηλαδή, ναι μεν δεν έχυσε το αίμα του, αλλά με την πρόθεσή του είχε ήδη μαρτυρήσει για τον Χριστό. Ο επίσκοπος Σταυρουπόλεως Ησαΐας, ένας από εκείνους που δεν υπέγραψαν τον «Όρο» της ψευδοσυνόδου της Φεράρα, όπως γράφτηκε και πιο πάνω, παραλίγο να φονευθεί από τα όργανα του Πάπα, αν δεν τον προστάτευε ο αδελφός του αυτοκράτορα, ο Δεσπότης του Μοριά Δημήτριος (1407–1470· ο οποίος έφτασε στη Βενετία την 1η Ιουλίου 1439). Αλλά για τον Μάρκο ο απεσταλμένος του Πάπα είπε με σαφήνεια και χωρίς περιστροφές: «Για τον Εφέσου δεν χρειάζεται σιτηρέσιο (=η ολοένα και πιο ελάχιστη καθημερινή μερίδα τροφής που χορηγούσε «ευμενώς» ο Πάπας προς τους Έλληνες, όσο καιρό αυτοί βρίσκονταν στην Ιταλία, μέσα σε συνθήκες αυστηρού περιορισμού και συνεχούς επιτήρησης), αλλά σχοινί για να πάει να κρεμαστεί!»… Αν λοιπόν δεν τον σκέπαζε ο Θεός, θα έβαφε ασφαλώς την αρχιερατική του στολή με το αίμα του μαρτυρίου. Άρα, κατά την προαίρεση, ήταν στ’ αλήθεια «μάρτυς τετελεσμένος».


     Η αναχώρηση από τη Βενετία έγινε την 19η Οκτωβρίου του 1439, ύστερα από δύο έτη παραμονής στην Ιταλία. Η Ελληνική αντιπροσωπεία επιβιβάστηκε σε δύο Ενετικά εμπορικά πλοία, εντελώς ακατάλληλα σύμφωνα με τον λόγιο κληρικό Σίλβεστρο Συρόπουλο (1400–1453), ο οποίος λέει: «Ενώ ο Πάπας υποσχόταν να μας μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη με πλοία ευρύχωρα και με κάθε δυνατή άνεση, στο τέλος μάς στρίμωξε όλους μέσα σε δύο φορτηγά πλοία, όπου είχαμε τόση άνεση και ευρυχωρία, όση έχουν και οι Σκύθες δούλοι!». Ο αυτοκράτορας πήρε μαζί του και τον άγιο Μάρκο, δηλαδή τον έβαλε στο δικό του πλοίο για να τον μεταφέρει με ασφάλεια στην Βασιλεύουσα. Με αφορμή αυτή την προστατευτική και στοργική χειρονομία του βασιλέα προς τον Εφέσου Μάρκο, αναφωνεί ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος: «Ω εξαίρετη τιμή και αγάπη παράδοξη! Εξαίρετη τιμή, γιατί όσα έγιναν στον Μάρκο, γίνονταν από έναν βασιλιά και ταίριαζαν να γίνουν μονάχα σ’ ένα εκλεκτό και πολυαγαπημένο του πρόσωπο. Αγάπη παράδοξη, γιατί όλα αυτά γίνονταν σε ποιον; Στον ίδιο τον εχθρό των αυτοκρατορικών πράξεων· στον πολέμιο των δικών του θελήσεων και αποφάσεων· στον ίδιο τον καταλύτη της τόσο πολύ κοπιαστικής, της –για μια ολόκληρη ζωή– περισπούδαστης και πολυπόθητης ένωσης, αλλά, όπως συγκεκριμένα προείπε για όλες τις κατοπινές εξελίξεις ο μέγας Ποντίφικας, “Δεν κάναμε απολύτως τίποτα!”».


     Η πράξη αυτή του Ιωάννου του Η΄ του Παλαιολόγου ήταν μια πανηγυρική απόδειξη του σεβασμού και της υπόληψης που έτρεφε προς τον άγιο Εφέσου, παρ’ όλο που ο τελευταίος ήταν το μοναδικό εμπόδιο στα φιλενωτικά σχέδιά του. Ακόμη, ήταν απόδειξη ότι Μάρκος δεν ήταν μια προσωπικότητα μέτριας αρετής, αλλά άνθρωπος της «τέλειας αγιότητας· ένας άλλος Βασίλειος του τότε καιρού ή ένας Αθανάσιος ή ένας Κύριλλος ή κάποιος άλλος από εκείνους τους θεοφόρους άνδρες», όπως τον ονομάζει πάλι ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος.


     Έτσι, ο άγιος Μάρκος μεταφερόταν από τον βασιλέα προς την Βασιλεύουσα σαν μια Ιερή Ορθόδοξη Παρακαταθήκη που έμεινε άθικτη και ακέραιη από την Παπική αίρεση και το νεωτεριστικό λατινικό πνεύμα. Ήταν αυτός ο ίδιος το «λείμμα» (το υπόλειμμα) της Ανατολής, που επέστρεφε από τη Δύση. Ήταν η καιόμενη λαμπάδα που θα μετέδιδε το ανέσπερο φως της στην οικουμένη. Με τόση σοφία είχε οικονομήσει τα πράγματα ο Σωτήρας Χριστός, η Κεφαλή της Εκκλησίας μας. Το γεγονός αυτό είναι μια επιπλέον απόδειξη ότι την Εκκλησία την φρουρεί ο Εσταυρωμένος Λυτρωτής και όχι οι άνθρωποι. Το Άγιο Πνεύμα με τρόπο μυστικό «ελάλησε αγαθά» στην καρδιά του βασιλέα υπέρ του αγίου Μάρκου. Γνώριζε ο Κύριος ότι ο ακατηγόρητος άγιος Μάρκος ο Ευγενικός ήταν ο μόνος κατάλληλος για να γίνει ύστερα από λίγο ο νέος Βεσελεήλ (=εκείνος, ο γεμάτος από πνεύμα και σοφία του Θεού άνθρωπος, που επιλέχθηκε από τον Ίδιο τον Θεό για να κατευθύνει την κατασκευή της Σκηνής του Μαρτυρίου, της Κιβωτού, καθώς και των ιερών εξαρτημάτων της), καθώς και ο νέος Ζοροβάβελ (=βιβλικό πρόσωπο, πολιτικός ηγέτης των Ιουδαίων μετά την αιχμαλωσία τους στη Βαβυλώνα, ο οποίος οδήγησε στην Ιερουσαλήμ τους πρώτους Ιουδαίους, αναλαμβάνοντας ως επικεφαλής τον συντονισμό για την ανέγερση και τη λειτουργία του Ναού) στην Εκκλησία Του. Έτσι θα ολοκλήρωνε τη νίκη του. Και στο δικό του πρόσωπο θα θριάμβευε η Ορθοδοξία. Και μαζί με αυτήν και ολάκερο το Ελληνικό Γένος.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Π. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ
(1927–2016)


[Νικολάου Π. Βασιλειάδη:
«Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός
και η ένωσις των Εκκλησιών»,
Κεφ. 7ο, σελ. 148–152 και 161–167.
Έκδοση Αδελφότητας Θεολόγων
«Ο Σωτήρ».
Αθήναι, Μάρτιος 19934.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου
και ολική μεταφορά του
στη δημοτική: π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΛΟΞΑ

ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΛΟΞΑ


     Έλεγε πολλές φορές και πολύ εύστροφα, ο Άγιος Παΐσιος, πολύ πριν κοιμηθεί, για το αρρωστημένο κλίμα που επικρατεί σήμερα από ανθρώπους που λαμβάνουν μια θέση και έναν ρόλο μέσα στην εκκλησία, κάνοντας ταυτόχρονα ο ίδιος και ένα εξαιρετικά επιτυχημένο λογοπαίγνιο, κουφίζοντας κάπως τη θλίψη της διαπίστωσης: «Σήμερα οι περισσότεροι ενδιαφέρονται πώς να αποκτήσουν από παντού δόξα. Δόξα από ’δω, δόξα από ’κει, και τελικά καταλήγουν σε… λόξα από ’δω, λόξα από ’κει. Με κάτι τέτοια μου έρχεται να κάνω εμετό. Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα δεν μπορώ να ζήσω ούτε είκοσι τέσσερις ώρες» (βλ. Γέροντος Παΐσίου «Λόγοι», Τόμ. Α΄, «Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο», μέρ. 4ο, κεφ. 2ο, σελ. 328, Ησυχαστήριο Σουρωτής, Μάρτιος 1999). Πόσο αληθινό! Είναι ό,τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα, τώρα. Και, επιτέλους, ας πούμε άφοβα τα πράγματα με τ’ όνομά τους: Είμαστε υπεύθυνοι ενώπιον του Κυρίου –εφάμαρτα υπεύθυνοι– για όλη την κοσμική δόξα που λαμβάνουμε κατά κόρον, για όλο αυτόν τον ακατάσχετο επευφημισμό που αποτελεί υψίστη αδικία προς τον Θεό και οπωσδήποτε ζημία για τη ψυχή μας. Αυτό που γίνεται φαίνεται να είναι ένα άχαρο και αχαρίτωτο παιγνίδι που εξελίσσεται σ’ έναν αγώνα εντυπωσιασμού, ο οποίος με τη σειρά του καταλήγει σ’ έναν ψυχοφθόρο κλοιό και, ταυτόχρονα, σε μια παγίδα αυτοειδωλισμού που σίγουρα εγκρίνει πέρα ως πέρα η φιλαυτία μας.

     Όσο έχουμε υγιή και ευαίσθητη συνείδηση να πάμε να προσπέσουμε στο έλεος του Χριστού, να προσευχηθούμε όλοι, όλοι μαζί και ένας-ένας προσωπικά, να μας έλθει ένα αναφαίρετο πνεύμα σύνεσης μέσα στην καρδιά μας. Να μη στεκόμαστε μουδιασμένοι και αφοπλισμένοι στον περαστικό θρίαμβο των βαΐων, αλλά να προχωράμε με ανδρεία και προς τη Γεσθημανή. Η αγάπη μας προς τον Χριστό, εκτός από ψαγμένη, εμφιλόσοφη, ειρηνική και βαθιά, να είναι και να γίνει έμπρακτη, αφάνταστη, χαλκέντερη, στομωμένη, αποφασιστική, με τόνο και νεύρο: Να μη σκιαζόμαστε την απουσία και τη μοναξιά που μας κερνούν οι άνθρωποι και μας χαράζουν παιδευτικά ή παραχωρητικά οι διάφορες καταστάσεις, μέσα στην άγνοια των μυαλών των περισσοτέρων και εξαιτίας της πτωτικότητας της φύσης των πραγμάτων. Επειδή δεν είμαστε άνθρωποι της προσευχής, της κοινωνίας με τον Θεό, για τούτο γίναμε άνθρωποι που μέσα στο ατελείωτο τρεχαντήρι τους επαιτούν κούφια δόξα από παντού. Το θέμα είναι κατά πόσο θα αντλήσουμε εμείς δύναμη και σθένος, κάνοντας όλη αυτή την ιδιαίτερα μοναξιά γόνιμη και εύκαρπη, δηλαδή ευλογημένο υλικό προσευχής και Πνεύματος, ευκαιρία προσωπικής ανάπτυξης εν Χριστώ. Σίγουρα, δεν είναι εύκολο αυτό, αλλά είναι το μόνο άξιο για τη ζωή της ψυχής μας.


     Ήθελα να ήξερα· όλες αυτές οι αβρότητες, οι κολακείες, οι φιλοφρονήσεις, οι υποδοχές, οι αλληλοασπασμοί, οι μυρωμένες ατσαλακωσιές, οι επιδεικτικές τελεταρχίες, οι αποδοχές άνευ πραγματικής αγάπης, ανιδιοτέλειας, ειλικρίνειας και γνώσεως, κατάνυξης και νίψεως, που οδηγούν; Ασφαλώς στην παραχάραξη του αυθεντικού χριστιανισμού, στην απομάκρυνσή μας από το αληθινό πνεύμα του (το οποίο ήταν και είναι εντελώς άσχετο από κάθε μορφή και αναπαραγωγή δόξας), στην αλλοίωση του ορθοδόξου καρδιακού φρονήματος, στην εσφαλμένη υπερεκτίμηση και αβασάνιστη αποδοχή κάποιων έξυπνων και στοχαστικών, παρά πνευματικών, διδασκαλιών, που οπωσδήποτε δεν είναι ζυμωμένες με τη ιερογραφική χάρη, την αγιοπατερική χροιά, που δεν αντιφεγγίζουν πνεύματος χάρη, εκκλησιαστική περιωπή και δύναμη βιώματος.

     Και, αντί για την τόση θρησκευτική φιλοδοξία που πλανάται σαν μιαν άλλη μάστιγα στον αέρα, ας κάνουμε έναν αγώνα ν’ αγκαλιάσουμε την ειρηνική σοφία της χριστοευαγγελικής ταπείνωσης, ησυχίας και φιλοπονίας, από την οποία εξέρχεται ο ιδρώτας της σωτηρίας μας σαν θρόμβοι αίματος. Και αυτό ασφαλώς δεν είναι στείρος οδυνισμός· είναι προσωπική μετοχή στο μαρτύριο του Χριστού που επαναλαμβάνεται και στο δικό μας αγώνα, στη δική μας πάλη.

     Να σταματήσουμε επιτέλους να είμαστε «δημοφιλείς» προσφέροντας δίχως να πάσχουμε τα θεία έναν κούφιο χριστιανισμό για τις εύπιστες μάζες. Ας το πάρουμε πια απόφαση: δεν είναι ούτε το like ούτε το selfie τεκμήρια πνευματικότητας, σοφίας και ποιότητας της ψυχής μας εν γένει. Δεν θα κριθούμε με βάση τις γλυκανάλατες θεωρίες, τις απανωτές εκδόσεις, την αναμετάδοση των σοφιστειών μας. Χόρτασαν όλοι από λόγια, από λογάδες και μαέστρους της κουβέντας και όλοι θέλουν να φύγουν μακριά από έναν χριστιανισμό απελπιστικά θεωρητικό. Να γίνουμε άνθρωποι αληθινοί, ακίβδηλοι, μεστοί, μυστικοί, γεμάτοι, πλήρεις, ουσιαστικοί. Ανεπαρκείς για τη ρηχή αντίληψη του κόσμου και δεκτοί στο φιλάνθρωπο κατώφλι του παραδείσου. Να ψάξουμε με ιερή αγωνία να βρούμε και να αναδείξουμε με κάθε σεβασμό τα πρόσωπα, ως πρόσωπα πρωτίστως εμείς οι ίδιοι. Να παύσουμε να μηρυκάζουμε αδιάφορες παραινέσεις, να φύγουμε από τις έξυπνες διδαχολογίες με τις εύπεπτες αναπτύξεις από τη ψυχολογική σχολή του προτεσταντικού μισιοναρισμού. Γίναμε οι υπεραρεστοί του κόσμου με όλα αυτά και είναι πραγματικά αμφίβολο εάν είμαστε αρεστοί στον Παντεπόπτη Θεό. Να βάλουμε ένα φρένο στον κενόδοξο εγκέφαλό μας με τις ανάξιες φιλοσοφήσεις του, τις περίεργες και παράδοξες θεωρίες του, τους αδιάφορους και ατέρμονους μονολόγους που ως συνήθως είναι πλαισιωμένοι από λογοκρατικές σαγηνεύσεις και γκουρουϊστικές αύρες.


     Τα μυστήρια του Θεού, όσο πάει, και φυγαδεύονται από την αυλή της καρδιάς μας. Εμείς κατά βάθος το ξέρουμε αυτό, αλλά κάνουμε και πως δεν το ξέρουμε και προχωράμε ακάθεκτοι προβάλλοντας προς όλους τους ανίδεους μια προκατασκευασμένη και άμοχθη πνευματικότητα. Άτυπτα και ανένοχα αρνούμαστε τη ζωογόνα έκπληξη της χριστοκεντρικότητας. Ο Χριστός δεν είναι πια η παλμική αναφορά μας, το ζύγι της ύπαρξής μας κι αυτό φαίνεται πάνω μας σαν μια κραυγαλέα ασχήμια …«αμφιβόλου παρελεύσεως». Γιατί δεν το καταλαβαίνουμε; Ο Χριστός δεν είναι μόνο εκείνο το θρυλικό «επέκεινα» των θεολογικών ενθουσιασμών μας, αλλά προπαντός εκείνο το ενδόμυχο και ευγενές κέντρο μας, καθώς και το μόνο οικείο και ασφαλές μέτρο της φύσης μας, δοσμένο προσωπικά σε μας κατά χάρη.

     Ας δεχθούμε τη ζωή μας και τη θέση μας, την τιμή και την ευθύνη μας, τη χαρά και τη λύπη μας, το μαρτύριο και την καρτερία μας, το ενδοκάρδιο Πάσχα και την υπαρκτική μας ανάσταση, χωρίς περαιτέρω φληναφήματα και διακηρύξεις, χωρίς ακατάσχετες και ανούσιες προβολές· ας ανοιχθούμε στο μυστήριο του Θεού και του ανθρώπου με προσευχή και ταπείνωση χιλιόμετρα μακριά από τις σαχλές ζητωκραυγές του όχλου. Δεν μας γνωρίζει ο όχλος, ο Θεός μάς γνωρίζει. Αφήστε που υπάρχει πάνω από τα κεφάλια μας η μεγάλη πιθανότητα να μας πει, όπως λέει και το Ευαγγέλιο: «Δεν σας ξέρω, δεν σας γνωρίζω!» (Ματθ. 25, 12). Όσο ενθαρρύνουμε και επιτρέπουμε εμείς τον κόσμο να μας επικροτεί και να μας θαυμάζει, τόσο πιο πολύ αποστασιοποιούμαστε –και εμείς και αυτός– από τη θεία αγάπη και όλοι, στο τέλος, βγαίνουμε παντοιοτρόπως χαμένοι, κενοί, σαλεμένοι και άκαρποι. Ο Χριστός να δει τη συντριβή μας, τη μετάνοιά μας, τις προσευχές μας και να μην αφήσει κανέναν! Αμήν, γένοιτο.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ
— Ο εξ Ιωαννίνων —


     Ο άγιος Γεώργιος γεννήθηκε το 1810 σε πτωχή οικογένεια του χωριού Τζάρχλι (σημ. Άγιος Γεώργιος) της επαρχίας Γρεβενών. Μετά τον θάνατο των γονέων του, εισήλθε στην υπηρεσία ενός Τούρκου αξιωματικού, ως ιπποκόμος. Παρ’ όλο που έμεινε προσηλωμένος στην Χριστιανική Πίστη, οι υπόλοιποι Τούρκοι υπηρέτες συνήθιζαν να τον φωνάζουν με μουσουλμανικό όνομα: «γκιαούρ Χασάν». Ύστερα από οκτώ χρόνια, καθώς ετοιμαζόταν ο Γεώργιος να εορτάσει τους αρραβώνες του με μια πάμπτωχη νεαρή χριστιανή ονόματι Ελένη, ένας Τούρκος αγάς παρενέβη και τον κατήγγειλε στον δικαστή, λέγοντας ότι ενώ ήταν μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, ετοιμαζόταν να νυμφευθεί χριστιανή. Ενώπιον της κατηγορίας αυτής, ο Γεώργιος, που ήταν συνήθως συνεσταλμένος και λιγομίλητος, κατόρθωσε να αποδείξει ότι γεννήθηκε και παρέμεινε χριστιανός. Ο Γεώργιος νυμφεύθηκε και εισήλθε στην υπηρεσία άλλου οθωμανού αξιωματούχου στην πόλη των Φιλιατών.

     Επιστρέφοντας στα Ιωάννινα, την ημέρα που γεννήθηκε ο γιος του (12 Ιανουαρίου 1838) συνελήφθη εκ νέου από τον πρώτο κατήγορό του. Γρήγορα μαζεύτηκε κόσμος. Ο Γεώργιος οδηγήθηκε στον δικαστή και ομολόγησε με επιμονή ότι πάντα ήταν χριστιανός και ότι ποτέ δεν αρνήθηκε την Πίστη των πατέρων του. Οι πιέσεις των Τούρκων και οι φωνές τους δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Τον έριξαν στην φυλακή και εκεί άλλοι χριστιανοί κρατούμενοι ενθάρρυναν μέσα του την επιθυμία να συνεχίσει τον αγώνα μέχρι τον στέφανο του μαρτυρίου. Ένας λευκοφορεμένος νέος τού παρουσιάσθηκε, τον ανακούφισε από τις βαριές χειροπέδες και του ενέπνευσε ένα υπεράνθρωπο θάρρος, ώστε με απερίγραπτη χαρά άκουσε το πρωί της 17ης Ιανουαρίου την απόφαση της καταδίκης του σε θάνατο. Ακολούθησε τους δημίους του στον τόπο της εκτέλεσης σχεδόν τρέχοντας, όπως η διψασμένη έλαφος που ποθεί να πιει από τις πηγές των υδάτων (βλ. Ψαλμ. 41, 1).
    
     Ετελειώθη με απαγχονισμό. Το σώμα του έμεινε στην αγχόνη τρεις ημέρες. Ανέπνεε λεπτό άρωμα και οι φύλακες είδαν με τα μάτια τους να το περιβάλλει ένα ουράνιο φως. Τέλος, η σορός του παραδόθηκε στον μητροπολίτη Ιωακείμ, ο οποίος συγκέντρωσε όλους τους χριστιανούς των Ιωαννίνων για να κηδεύσουν επίσημα τον νέο χριστιανό μάρτυρα. Μέγας αριθμός θαυμάτων έγιναν κατά την ώρα της νεκρώσιμης ακολουθίας και έκτοτε επιτελούνται διά των λειψάνων του αγίου.


[(1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 5ος, Ιανουάριος,
σελ. 185–186.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Ιούνιος 20142.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

Η ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΥΣΕΩΣ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΕΤΡΟΥ


     Περί το έτος 43, ο βασιλέας των Εβραίων Ηρώδης Αρχίππας, βλέποντας να καρποφορεί το κήρυγμα των Αποστόλων, κατελήφθη από αιμοδιψή μανία κατά των Χριστιανών και διέταξε να θανατωθεί διά μαχαίρας ο άγιος Ιάκωβος [30 Απρ.], αδελφός του Ιωάννη. Διαπιστώνοντας ότι η διαταγή αυτή έφερε ικανοποίηση στους Εβραίους, διέταξε να συλλάβουν και τον άγιο Πέτρο, τον πρωτοκορυφαίο των Αποστόλων, και να τον ρίξουν στην φυλακή, με σκοπό να τον θυσιάσει χάριν του λαού, μετά το Πάσχα. Από φόβο μήπως δραπετεύσει, του πέρασαν δυο χοντρές αλυσίδες με τις οποίες τον έδεσαν με τους δύο στρατιώτες που τον φρουρούσαν, και έβαλαν φρουρούς σε κάθε πύλη της φυλακής. Την ίδια νύχτα όμως, χάρη στις προσευχές της Εκκλησίας, ο Θεός έστειλε ολόλαμπρο άγγελο, που όταν παρουσιάστηκε, το κελί της φυλακής πλημμύρησε φως. Ο άγγελος ξύπνησε τον Πέτρο που είχε αποκοιμηθεί και τον σήκωσε όρθιο· παρευθύς οι αλυσίδες έπεσαν από τα χέρια του καταγής. Χωρίς καλά-καλά να καταλάβει τι συνέβαινε, νομίζοντας ότι κοιμόταν ακόμη, ο Πέτρος έβαλε την ζώνη του, έδεσε τα σανδάλια του και οδηγούμενος από τον άγγελο πέρασε όλους τους φρουρούς χωρίς κανένα εμπόδιο. Όταν τέλος έφθασαν στην πόλη, ο άγγελος, έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του, τον άφησε. Ο δε Πέτρος, βγαίνοντας από την νάρκη του, ευχαρίστησε τον Θεό. Έτρεξε τότε στο σπίτι της Μαρίας, της μητέρας του Ιωάννη, του επονομαζόμενου Μάρκου, όπου οι συναγμένοι χριστιανοί τον υποδέχθηκαν με μεγάλη χαρά (Πράξ. 12, 1-19).


     Τις αλυσίδες που είχαν πέσει από τα χέρια του αγίου Αποστόλου τις μάζεψαν ευσεβείς χριστιανοί και παραδόθηκαν από γενεά σε γενεά μέχρις ότου ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου τις έφερε στην Κωνσταντινούπολη, όπου κατατέθηκαν στον ναό του Αγίου Πέτρου κοντά στην Αγία Σοφία και επιτέλεσαν ανά τους αιώνες πλήθος θαυμάτων και ιάσεων. Στην Ρώμη τιμάται, από αμνημονεύτων χρόνων, μια άλλη αλυσίδα του αγίου Πέτρου (Εορτή των εγκαινίων της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου των Δεσμών, την 1η Αυγούστου στην Δυτική παράδοση). Φαίνεται όμως ότι πρόκειται για τις αλυσίδες με τις οποίες είχαν δέσει τον άγιο Απόστολο στην Ρώμη εν αναμονή του μαρτυρίου του.


     Δεν υπάρχει τίποτε παράξενο στο γεγονός ότι όχι μόνο τα οστά των αγίων ενεργούν θαύματα, αλλά και τα ρούχα τους ή τα αντικείμενα που έχουν αγγίξει. Η Αγία Γραφή μάς λέει ότι η Χάρη του Θεού επιτέλεσε παρόμοια θαύματα διά του Αποστόλου Παύλου: αρκούσε οι κάτοικοι της Εφέσου να επιθέτουν στους αρρώστους μαντήλια ή προσόψια που είχαν αγγίξει το σώμα του αγίου Αποστόλου, για να ιαθούν και να τρέψουν σε φυγή τα πονηρά πνεύματα (Πράξ. 19, 11-12). Η άκτιστη Χάρη του Θεού, που πληροί την καθαρμένη ψυχή των αγίων, διαχέεται στο σώμα τους, από το σώμα στα ενδύματά τους και από τα ενδύματα ακόμη και στην σκιά τους για να επιτελέσει θαύματα. Έτσι στις «Πράξεις» διαβάζουμε ακόμη σχετικά με τον Απόστολο Πέτρο, ότι πολλοί άνδρες και γυναίκες έφθαναν στο σημείο να μεταφέρουν τους αρρώστους στους δρόμους και να τους βάζουν καταγής, ώστε η σκιά του αγίου να τους σκεπάσει καθώς θα περνούσε και να τους θεραπεύσει, ή να τους ενδυναμώσει στην καρτερικότητα και στην ελπίδα (Πράξ. 5, 15). Για τον λόγο αυτό, η Ορθόδοξη Εκκλησία κληρονόμησε την ευσεβή συνήθεια να μην προσκυνά μόνο το σώμα των αγίων ως φορέα της Χάριτος, αλλά και τα ενδύματά τους, τα οικεία τους αντικείμενα ή τα όργανα διά των οποίων μαρτύρησαν για τον Κύριο.


ΕΠΙΜΥΘΙΟ
Η λύτρωση του Αποστόλου Πέτρου


     «Είμαστε όλοι ένα σώμα με κεφαλή τον Χριστό. Όλοι είμαστε Εκκλησία. Η θρησκεία μας αυτό το μεγαλείο έχει: ενώνει τον κόσμο νοερώς. Η δύναμη της προσευχής, είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη, κυρίως όταν γίνεται από πολλούς αδελφούς. Στην κοινή προσευχή ενώνονται όλοι. Να νιώθουμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας. Αυτό είναι η ζωή μας, το αγαλλίαμά μας, ο θησαυρός μας. Όλα είναι εύκολα εν Χριστώ. Ο Χριστός είναι το κέντρο· όλοι συντρέχουν προς το κέντρο και ενώνονται μ’ ένα πνεύμα και με μια καρδιά. Η δύναμη των πολλών πολλαπλασιάζεται, σαν να βλέπουν ένα ωραίο πράγμα και το κοιτάζουν όλοι μαζί με λαχτάρα. Ε, η όρασή τους, που σμίγει σ’ αυτό το ωραίο, τους ενώνει. Παράδειγμα, η λύτρωση του Αποστόλου Πέτρου απ’ την φυλακή: “εκτενής και αδιάκοπη προσευχή γινόταν γι’ αυτόν προς τον Θεό από όλην την Εκκλησία” (Πράξ. 12, 5).

     »Όταν έχουμε κάποιο πρόβλημα εμείς ή κάποιος άλλος, να ζητάμε κι από άλλους προσευχές και να παρακαλούμε όλοι τον Θεό με πίστη και αγάπη. Να είστε σίγουροι, ότι ο Θεός ευαρεστείται σ’ αυτές τις προσευχές και επεμβαίνει κάνοντας θαύματα. Αυτό δεν το έχουμε καταλάβει καλά. Το πήραμε έτσι απλά (και αψήφιστα) και λέμε: “Κάνε μια προσευχή για μένα”.


     »Πιο πολύ θα προσεύχεσθε για τους άλλους παρά για τον εαυτό σας. Θα λέτε το ‘‘Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” και θα έχετε μέσα σας πάντοτε και τους άλλους. Όλοι είμαστε παιδιά του ίδιου Πατέρα, είμαστε όλοι ένα· γι’ αυτό, όταν προσευχόμαστε για τους άλλους, λέμε: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με” και όχι, “ελέησέ τους”. Τους κάνουμε έτσι ένα με τον εαυτό μας.

     »Η προσευχή για τους άλλους, που γίνεται απαλά και με βαθιά αγάπη, είναι ανιδιοτελής κι έχει μεγάλη πνευματική ωφέλεια. Χαριτώνει τον προσευχόμενο, αλλά χαριτώνει κι εκείνον για τον οποίο προσεύχεται, του φέρνει την Χάρη του Θεού».

ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ
(1906–1991)


[(1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 5ος, Ιανουάριος,
σελ. 167–168.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Ιούνιος 20142.
(2) Αγίου Γέροντος Πορφυρίου
Καυσοκαλυβίτου:
«Βίος και Λόγοι»,
Μέρος 2ο, Λόγος 3ος,
σελ. 278–279.
Έκδοση
Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής,
Χανιά, Οκτώβριος 200910.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.