Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021

«ΕΙΧΑΜΕ ΕΧΘΡΟ ΤΗ ΦΤΩΧΙΑ…»

«ΕΙΧΑΜΕ ΕΧΘΡΟ ΤΗ ΦΤΩΧΙΑ…»

     Ο Δημήτριος Πούλος (ο μετέπειτα μητροπολίτης Εδέσσης, άγιος Καλλίνικος· 1919–1984), γιος του Γεωργίου και της Αικατερίνης Πούλου, εγγονός του παπα–Θανάση Καρζιάνη και της αγαπημένης του γιαγιάς (της «Βάβας» του!), της πρεσβυτέρας Σπυριδούλας, ήταν ο τέταρτος στη σειρά από τα αδέρφια του.

     Γεννήθηκε στις 26 Ιανουαρίου του 1919, μέσα σε μεγάλη χαρά της οικογένειάς του. Του έβαλαν το όνομα Δημήτριος προς χάριν του παππού του, από την πλευρά του πατέρα του. Δεν τον φώναζαν όμως τόσο Δημήτριο, όσο «Μήτσο». Πέρα από τον καλό χαρακτήρα του και την εκκλησιαστική αγωγή που πήρε από το σπίτι του, συγχρόνως ήταν πανέξυπνος. Είχε έκτακτα φυσικά και διανοητικά προσόντα και πάντοτε ήταν άριστος μαθητής. Σε όλες τις τάξεις αρίστευε. Φυσικά, ήταν μελετηρός και διάβαζε πολύ.

     Το Δημοτικό σχολείο το πέρασε στο χωριό του, τα Σιταράλωνα, Θέρμου Τριχωνίδος. Πήγε σε όλες τις τάξεις εκεί, εκτός από την τελευταία, που την περάτωσε στην Ανάληψη Θέρμου Τριχωνίδος. Αυτή η μετακίνηση, οφειλόταν στον έξης λόγο: Ήταν πανέξυπνος μαθητής και διακρινόταν πολύ από τους άλλους συμμαθητές του. Ο δάσκαλος όμως του χωριού του, δεν είχε γνώσεις και δεν μπορούσε να διδάξει καλά. Εύρισκε πάντα ευκαιρίες για να μην πάει στο σχολείο και τελικά τα παιδιά παρέμεναν αγράμματα. Ο δάσκαλος όμως είχε ταπείνωση ή τύψεις συνειδήσεως, γι’ αυτό και μια μέρα συνάντησε τον πατέρα του Μήτσου και τον ρώτησε: «Πρόκειται να στείλεις τον Μήτσο αργότερα για σπουδές;». Στην καταφατική απάντηση του πατέρα του αυτός απάντησε: «Ε, τότε είναι καλύτερα να πάει σε άλλο σχολείο!». Φυσικά, δεν υπήρχε στο χωριό άλλο σχολείο, και αναγκάστηκε την τελευταία τάξη του Δημοτικού σχολείου να την τελειώσει στην Ανάληψη, φιλοξενούμενος στη νουνά του.

     Μετά το Δημοτικό σχολείο φοίτησε στο Γυμνάσιο του Θέρμου, αφού αρίστευσε στις εισαγωγικές εξετάσεις. Το Θέρμο απείχε έντεκα χιλιόμετρα από το χωριό του και, φυσικά, δεν υπήρχαν τότε τα σημερινά συγκοινωνιακά μέσα και γι’ αυτό παρέμενε εκεί όλη τη βδομάδα.

     Η γιαγιά του, η πραγματικά αγία πρεσβυτέρα Σπυριδούλα, που αγαπούσε πολύ το εγγόνι της, το ακολούθησε στο Θέρμο και φρόντισε να μην του λείψει απολύτως τίποτα. Έκανε φαγητό, έπλενε τα ρούχα, καθάριζε, και γενικά ασχολούνταν με όλες τις εργασίες για να είναι απερίσπαστος στη μελέτη του ο αγαπημένος της εγγονός.

     Ο επίσκοπος Εδέσσης Καλλίνικος με πολλή συγκίνηση θυμόταν τις θυσίες της γιαγιάς του και της μητέρας του, η οποία φρόντιζε πολλές φορές να σηκώνεται πρωί–πρωί για να ψήσει ψωμί και να προλάβει να το στείλει στο Θέρμο με τα δύσκολα συγκοινωνιακά μέσα της εποχής εκείνης, για να φάει το παιδί της πριν πάει στο σχολείο.

     Όταν, ως επίσκοπος πια, πήγε στο χωριό του, έκανε Τρισάγιο πάνω στον τάφο της γιαγιάς του και της μητέρας του. Μετά, παρακάλεσε να φύγουν από εκεί όλοι οι άλλοι, και κάθισε αρκετή ώρα για να προσευχηθεί μόνος. Έλεγε αργότερα, εμπιστευτικά, ότι μαζί με την προσευχή που έκανε, σκεφτόταν τα λεπτά εκείνα χεράκια που τον εξυπηρέτησαν κατά τη δύσκολη μαθητική του ζωή.

     Υπάρχει και ένα άλλο περιστατικό της εποχής εκείνης που πρέπει να αναφέρουμε. Πηγαίνοντας κάποτε από το Θέρμο με τα πόδια στο χωριό του, σταμάτησε ο καθηγητής του (της Γυμναστικής) για να τον πάρει με το αυτοκίνητο. Το γεγονός αυτό το θυμόταν ο ίδιος σε όλα τα χρόνια της ζωής του! Γι’ αυτό και έκτοτε αγαπούσε ιδιαιτέρως τους καθηγητές Γυμναστικής, λόγω εκείνης της εξυπηρέτησης. Και όποτε, ως επίσκοπος, έβλεπε παιδιά να βαδίζουν στον δρόμο, σταματούσε αμέσως το αυτοκίνητο και τα έπαιρνε μέσα, μόνο και μόνο για να ανταποδώσει, με την πηγαία και απροσποίητη εξυπηρέτηση που έκαμνε ολόθυμα εκείνη τη στιγμή, εκείνο το παλιό αλλά αλησμόνητο καλό που του είχε κάνει στο παρελθόν ο καθηγητής του. Η ευγνωμοσύνη του, πραγματικά, δεν είχε όρια!...

     Ο Δημήτριος Πούλος ζυμώθηκε με τη Ρωμαίικη Παράδοση και ζούσε συνεχώς με αυτές τις μνήμες και με αυτές τις αγνές καταστάσεις στην καρδιά του. Τις νοσταλγούσε. Και αυτές, πάλι, δεν τον άφηναν να αλλοιωθεί καθόλου, να «χαλάσει» και να φθαρεί. Υπήρξε σε όλη του τη ζωή το αγνό χωριατόπουλο που είχε πλαστεί με τη Ρωμαίικη συνείδηση και τη δοτικότητα του λαού μας.

     Τι κι αν ήταν πραγματικά φτωχός; Όπως έγραψε και ο ίδιος αργότερα σε μια επιστολή του: «Είχαμε εχθρό τη φτώχια, αλλά και αγώνα για πρόοδο…». Ήταν ένα φτωχό χωριατόπαιδο, αλλά χαρακτήρας πλούσιος σε αισθήματα αγάπης και ανθρωπιάς. Ο πλούτος που του κληρονόμησαν οι γονείς του, ο παππούς και η αγαπημένη του «Βάβα», ήταν ανεκτίμητος θησαυρός που δεν συγκρίνεται με κανέναν θησαυρό της γης. Του μετέδωσαν τη Ρωμαίικη Παράδοση, την αγάπη του προς την Ορθοδοξία και τη θυσία αυτής της Ορθοδόξου Παραδόσεως και αυτό είναι το μυστικό μεγαλείο της ψυχής του ανθρώπου. Αυτό το υπέρτατο πνευματικό μεγαλείο το ένοιωθε μέσα του πολλές φορές και κατακυρίευε την ύπαρξή του!...

 

[ Μητροπολίτου

Ναυπάκτου Ιεροθέου:

«Κόσμημα της Εκκλησίας

(Βίος και πολιτεία

του αειμνήστου

Μητροπολίτου Εδέσσης

Καλλινίκου)»,

κεφ. 2ο, σελ. 34, 40–42.

Έκδοση Ιεράς Μονής

Γενεθλίου της Θεοτόκου

(Πελαγίας), 1998.

Α΄ Δημοσίευση:

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π.Δαμιανός. ]




 

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2020

ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ, Η ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑ

ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ, Η ΦΑΡΜΑΚΟΛΥΤΡΙΑ

     Η αγία Αναστασία ζούσε στη Ρώμη την εποχή του Διοκλητιανού (284-305). Ήταν κόρη ενός πλούσιου και επιφανούς εθνικού, ονόματι Πραιξετάτου· η ευλαβής μητέρα της Φαύστα, αφού έσπειρε στη ψυχή της θυγατέρας της τους πρώτους σπόρους της Πίστεως, την εμπιστεύθηκε στον Χρυσογόνο, άνθρωπο σεβάσμιο και σοφό γνώστη της Αγίας Γραφής, για να της διδάξει τα του Θεού μυστήρια. Αργότερα, ο πατέρας της την έδωσε, παρά τη θέλησή της, ως νόμιμη σύζυγο στον Πούπλιο, άνθρωπο ειδεχθή, που μόνη του σκέψη ήταν πώς να ικανοποιήσει τις χυδαίες επιθυμίες του. Η καρδιά όμως της Αναστασίας ποθούσε τον επουράνιο Νυμφίο Χριστό και την παρθενία της ισάγγελης πολιτείας, και η νεαρά κόρη κατόρθωσε να αποφύγει τις συζυγικές σχέσεις με το πρόσχημα ότι ήταν άρρωστη. Τις νύχτες όμως, φορώντας φτωχικά φορέματα, σαν μια άσημη και απλή γυναίκα του λαού, επισκεπτόταν μαζί με τη θεραπαινίδα της τους ομολογητές του Χριστού, που ήταν στη φυλακή του αυτοκράτορα εξαιτίας των διωγμών. Προσφέροντας γενναιόδωρα χρήματα στους φρουρούς, κατάφερνε να εισέρχεται στις φυλακές, και με αγάπη και αφοσίωση ανακούφιζε όσους είχαν υποστεί μαρτύρια για το όνομα του Χριστού. Τους έπλενε τα πόδια, καθάριζε και έβαζε επιδέσμους στις νωπές ακόμη πληγές τους και τους ενθάρρυνε να μείνουν σταθεροί μέχρι το τέλος του αγώνα για να λάβουν τον καλλίνικο στέφανο και την αιώνια δόξα. Όταν όμως ο Πούπλιος πληροφορήθηκε ότι η σύζυγός του τον είχε εξαπατήσει με το πρόσχημα της ασθενείας, και ότι ξευτελιζόταν συγχρωτισμένη με τους καταφρονεμένους χριστιανούς μάρτυρες, κατελήφθη από οργίλη μανία και διέταξε να τεθεί η Αναστασία σε κατ’ οίκον περιορισμό και να της απαγορευθεί κάθε επαφή με τον κόσμο.

     Χάρις στη μεσολάβηση μιας χριστιανής γραίας γειτόνισσας, η Αναστασία κατόρθωσε παρ’ όλ’ αυτά να στείλει μήνυμα στον πνευματικό της πατέρα Χρυσογόνο, που βρισκόταν στη φυλακή κατ’ εντολή του αυτοκράτορα. Της απάντησε με ένα γράμμα γεμάτο χαρά και ελπίδα, παρηγορώντας την για τα δεινοπαθήματά της και παροτρύνοντάς την να υπομένει τα πάντα με καρτερικότητα, αφού φυλακίσεις, διώξεις και βάσανα κάθε λογής, είναι ο κλήρος των μαθητών Εκείνου, ο Οποίος δέχθηκε να σταυρωθεί για τη δική μας σωτηρία. Στην κάμινο δοκιμάζεται πάντα ο χρυσός και μέσα στα ποικίλα βάσανα δοκιμάζει ο Κύριος την πίστη και την αγάπη των δούλων Του. Τα λόγια του στερέωσαν την Αναστασία, η οποία με καρτερία πλέον υπέμεινε τις κακομεταχειρίσεις που της επιφύλασσαν οι δεσμοφύλακες, παρότι είχε φθάσει στα όρια της αντοχής της καθώς οι φύλακες δεν της έδιναν σχεδόν καθόλου φαγητό. Σ’ ένα δεύτερο γράμμα του, ο Χρυσογόνος αναπτέρωσε τις δυνάμεις της, νουθετώντας την να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη να αποθάνει για τον Χριστό, ώστε να συγκαταλεχθεί στον χορό των καλλινίκων μαρτύρων. Κάθε μέρα η πίστη της Αναστασίας στον Χριστό δυνάμωνε και τη γέμιζε όλο και μεγαλύτερη αγαλλίαση· υπέμεινε καρτερικά τον εγκλεισμό της επί τρεις μήνες, οπότε ξαναβρήκε την ελευθερία της μια και ο σύζυγός της πνίγηκε όταν βυθίσθηκε το πλοίο που τον μετέφερε σε εκστρατεία κατά των Περσών. Πρώτο μέλημά της ήταν να επισκεφθεί τον Χρυσογόνο και με την ευλογία του διαμοίρασε την περιουσία της σε αγαθοεργίες και απερίσπαστη πλέον επισκεπτόταν και στήριζε τους φυλακισμένους ομολογητές του Χριστού.

     Εκείνη την εποχή, σύμφωνα πάντα με το πρώιμο «Μαρτύριο» της αγίας, ο Διοκλητιανός διέμενε στην Ακουιλία και διέταξε να θανατωθούν όλοι οι χριστιανοί που βρίσκονταν στις φυλακές της Ρώμης και να παρουσιασθεί ενώπιον του δικαστηρίου ο Χρυσογόνος, ο κύριος υπαίτιος της ακλόνητης στάσης των φυλακισμένων. Αφού καταφρόνησε με ειρωνεία τις μάταιες κολακείες του αυτοκράτορα, που του υποσχόταν να τον γεμίσει με τιμές αν δεχόταν να υποταγεί, ο γενναιόφρων γέροντας οδηγήθηκε σε ερημική τοποθεσία όπου και αποκεφαλίσθηκε· το σώμα του το έριξαν σε μια λίμνη εκεί κοντά. Λίγο, αργότερα, μετά από ένα αποκαλυπτικό όραμα, το λείψανο του αγίου βρέθηκε και ενταφιάσθηκε με τη δέουσα τιμή από έναν όσιο ασκητή, τον Ζωίλο, που εγκαταβίωνε στη γύρω περιοχή, καθώς και τρεις αδελφές που κατάγονταν από τη Θεσσαλονίκη· την Αγάπη, την Χιονία και την Ειρήνη. Κατόπιν, ακριβώς όπως είχε προλεχθεί στο αποκαλυπτικό όραμα που είδε ο Ζωίλος, οι τρεις νέες κόρες, ενθαρρυμένες από την αγία Αναστασία, συνελήφθησαν και σύρθηκαν ενώπιον του Διοκλητιανού, στην Ακουιλία, όπου άφοβα μαρτύρησαν υπέρ του Χριστού, ο δε Ζωίλος εκοιμήθη ειρηνικά εν Κυρίω.

     Νυχθημερόν η Αναστασία προσέφερε τα πάντα στους χριστιανούς ομολογητές. Δεν υπήρχε χριστιανός που να μην έλαβε κάποια ανακούφιση εκ μέρους της: τροφή, χρήματα, συμπόνια και αρωγή, λόγους εγκάρδιους και διάπυρους που ενθάρρυναν την καρτερία και την ελπίδα των μελλόντων αγαθών. Και όταν ολοκληρωνόταν ο αγώνας του κάθε μάρτυρα, η Αναστασία ήταν που φρόντιζε να ταφεί η σορός του με κάθε ευλάβεια και τιμή. Όταν ο τύραννος έδωσε εντολή να εξοντωθούν μέσα σε μια νύχτα όλοι οι φυλακισμένοι χριστιανοί, άλλοι με πνιγμό, άλλοι διά πυρός, άλλοι διά μαχαίρας, η Αναστασία έφθασε όπως συνήθιζε στη φυλακή, δεν βρήκε κανέναν από τους αδελφούς εκεί, και σπαράζοντας από πόνο έπεσε κοντά στην είσοδο και αναλύθηκε σε δάκρυα. Όταν οι εθνικοί την αντίκρισαν, απάντησε, δίχως να νοιάζεται πλέον να κρυφτεί, ότι κι εκείνη ήταν χριστιανή και θρηνούσε τον χαμό των αδελφών της. Αμέσως την συνέλαβαν και την παρουσίασαν στον έπαρχο του Ιλλυρικού, Φλώρο, σαν να επρόκειτο για γυναίκα του λαού. Πληροφορούμενος την υψηλή κοινωνική της θέση ο έπαρχος, δεν την παρέδωσε αμέσως στους δήμιους· την ανέκρινε και προσπάθησε να την πείσει να αρνηθεί τον Χριστό. Την επαύριο πήγαν την Αναστασία στο ανάκτορο του Διοκλητιανού. Ενώπιον του αυτοκράτορα, όπως και ενώπιον του έπαρχου, οι απαντήσεις της Αναστασίας ένα μονάχα δήλωναν: την καταφρόνηση των εγκόσμιων αγαθών και την ανυπόμονη προσδοκία να συναντήσει τους συντρόφους της στη Βασιλεία των Ουρανών. Μετά την ανάκριση, ο έπαρχος Φλώρος αποφάσισε να στείλει τη νεαρή χήρα στον Ουλπιανό, μέγα αρχιερέα των ειδώλων στο Καπιτώλιο. Ο Ουλπιανός πήγε την Αναστασία στην οικία του, όπου της έδειξε αφ’ ενός κοσμήματα, πλούσια ενδύματα και πολύτιμα στολίδια, και αφ’ ετέρου όργανα βασανισμών, που η θέα τους και μόνο θα έκανε και τον πιο αναίσθητο εθνικό να παγώσει από τρόμο. Αν η Αναστασία δεχόταν να θυσιάσει στους θεούς των ειδώλων, ο Ουλπιανός τής υποσχέθηκε ότι θα την έπαιρνε νόμιμη σύζυγο και θα τη γέμιζε πλούτη, ει δε μη, θα την υπέβαλλε σε μαρτύρια. Επί τρεις ημέρες η Αναστασία ήταν στα χέρια τριών κακών γυναικών που μηχανεύονταν πώς να κλονίσουν την πίστη της· παρέμεινε όμως η αγία συνεχώς προσευχόμενη, δίχως ύπνο και τροφή, και το φρόνημά της ενδυναμωνόταν. Την ώρα που ο Ουλπιανός την πλησίασε για να την ατιμάσει, έχασε το φως του και πέθανε αφού προηγουμένως επικαλέσθηκε μάταια τους ψευδείς θεούς του.

     Η Αναστασία απελευθερώθηκε και πήγε στη Νίκαια της Βιθυνίας, όπου κατά τις επισκέψεις της στις φυλακές γνώρισε τη Θεοδότη, μια ευλαβή χήρα που επίσης είχε αφοσιωθεί στην αρωγή και στην ανακούφιση των ομολογητών της Πίστεως. Ο Διοκλητιανός την είχε προσφέρει ως νόμιμη σύζυγο στον ηγεμόνα της Βιθυνίας, τον Λευκάδιο, ώστε τα ισχυρά θέλγητρα των εγκοσμίων να την πείσουν να αρνηθεί τον Χριστό. Όπως και η Αναστασία, έτσι και η Θεοδότη απέφυγε τη σαρκική επαφή και επωφελούμενη από την απουσία του συζύγου της αφοσιώθηκε πλήρως, μαζί με τα τρία της παιδιά, στην αρωγή των ομολογητών του Χριστού. Όταν επέστρεψε ο Λευκάδιος και πληροφορήθηκε τη διαγωγή της συζύγου του, έξαλλος την παρέδωσε στον ανθύπατο της Βιθυνίας, Νικήτα, για να την τιμωρήσει. Ακλόνητη, όπως και τα παιδιά της, η Θεοδότη προετοιμαζόταν για τον καλλίνικο στέφανο του μαρτυρίου. Ο πρωτότοκος γιος της, Εύοδος, όταν τον πήγαν μπροστά στα όργανα των βασανιστηρίων, απηύθυνε τα εξής λόγια στον τύραννο: «Βλέπεις πολύ καλά ότι, την αποφασιστικότητα της ψυχής μας και το θάρρος των λόγων μας, παρά το νεαρόν της ηλικίας, μας τα δίνει ο Χριστός. Εκείνος είναι που αφαίρεσε από εμάς τον ανθρώπινο φόβο και ένδυσε με θεία δύναμη!». Η μητέρα του τον ενθάρρυνε να μη λυγίσει και το νεαρό παιδί παραδόθηκε στους δημίους και θανατώθηκε με ραβδισμούς. Όσο για τη μητέρα του, την έριξαν μαζί με τους άλλους δύο γιους της στην πυρά, ενώ εκείνη δόξαζε τον Θεό που της επέτρεψε να εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών μαζί με τα παιδιά της [29 Ιουλ.].

     Έσυραν τότε την αγία Αναστασία ενώπιον του νέου έπαρχου Ιλλυρίας, Λουκιανού, ανθρώπου άπληστου και άσπλαχνου· αρνήθηκε η αγία να του παραδώσει την περιουσία της «διότι η εντολή του Θεού και Κυρίου μου δεν είναι να μοιράζω τα υπάρχοντά μου σε ανθρώπους πλούσιους, όπως εσύ, αλλά στους πτωχούς για χάρη της ψυχικής τους σωτηρίας». Την έριξαν στη φυλακή όπου έμεινε για έναν ολόκληρο μήνα, δίχως καμιά τροφή, με μόνη ανακούφιση και ενθάρρυνση τις εμφανίσεις της αγίας Θεοδότης. Όταν ο έπαρχος την είδε να βγαίνει από τη φυλακή ακτινοβολώντας πνευματική δύναμη, διέταξε να την παραδώσουν σε άλλους δεσμοφύλακες, πιο σκληρόκαρδους, για άλλες τριάντα ημέρες εγκλεισμού, και μετά το πέρας τους την καταδίκασε σε θάνατο. Επιβίβασαν την Αναστασία σε πλοίο μαζί με εκατόν τριάντα εθνικούς, καταδικασμένους για αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου, και έναν μόνον άλλο χριστιανό, τον Ευτυχιανό. Κατόπιν, τρύπησαν σε πολλές μεριές το κήτος του πλοίου και το εγκατέλειψαν με τους φυλακισμένους στην ανοιχτή θάλασσα. Μόλις όμως άρχισε να βυθίζεται το πλοίο, παρουσιάσθηκε η αγία Θεοδότη, η οποία πήρε το πηδάλιο και οδήγησε το πλοίο στη νήσο Παλμαρία, όπου ζούσαν εξόριστοι χριστιανοί. Μπροστά στο θαύμα αυτό, οι ειδωλολάτρες κατάδικοι ασπάσθηκαν με ευγνωμοσύνη την Πίστη του Χριστού. Πληροφορήθηκε το γεγονός ο έπαρχος και έστειλε στρατό στο νησί, συνέλαβε περί τους διακόσιους χριστιανούς και διέταξε να αποκεφαλισθούν όλοι, αμέσως μετά τον αποκεφαλισμό της αγίας Αναστασίας, η οποία έλαβε τέλος τον καλλίνικο και αμαράντινο στέφανο του μαρτυρίου, που είχε εξασφαλίσει σε τόσους άλλους πριν. Το τίμιο λείψανό της μετακομίσθηκε αρχικά στη Ρώμη, όπου οικοδομήθηκε ναός προς τιμήν της, και κατόπιν μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη επί πατριάρχου αγίου Γενναδίου, περί το 470, και κατετέθη στον ναό που αφιερώθηκε στη μνήμη της και επιτελεί έκτοτε πολλά θαύματα.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τῶν Μαρτύρων ταῖς χρείαις διακονήσασα, μαρτυρικῶς ἐμιμήσω τὰς ἀριστείας αὐτῶν, δι’ ἀθλήσεως ἐχθρὸν καταπαλαίσασα· ὅθεν βλυστάνεις δαψιλῶς, χάριν ἄφθονον ἀεί, Ἀναστασία θεόφρον, τοῖς προσιοῦσιν ἐκ πόθου, τῇ ἀρωγῇ τῆς προστασίας σου.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Οἱ ἐν πειρασμοῖς, καὶ θλίψεσιν ὑπάρχοντες, πρὸς τὸν σὸν ναόν, προστρέχοντες λαμβάνουσι, τὰ σεπτὰ δωρήματα, τῆς ἐν σοὶ οἰκούσης θείας χάριτος, Ἀναστασία· σὺ γὰρ ἀεί, τῷ κόσμῳ πηγάζεις τὰ ἰάματα.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Τὰ πάθη ἡμῶν, τὰ μυσαρὰ καὶ χρόνια, ῥοπῇ μυστικῇ, Ἀναστασία ἴασαι, καὶ ζωὴν ἀκίνδυνον, διανύειν ἡμᾶς καταξίωσον, ὡς ἂν τῶν θείων ἐντολῶν, τρυγήσωμεν πάντες τοὺς ἐνθέους καρπούς.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Φάρμακα προχέουσα μυστικά, ψυχῶν καὶ σωμάτων, θεραπεύεις πάθη δεινά, ὦ Ἀναστασία, τῇ θείᾳ ἐνεργείᾳ· διὸ τὰς χάριτάς σου, πάντες κηρύττομεν.


 

[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 4ος (Δεκέμβριος),

σελ. 251–257.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Μάρτιος 20052.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]



— Ε Π Ι Μ Υ Θ Ι Ο —

«ΚΑΛΕΣΤΕ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ!»

     Λίγο μετά τα μέσα του 9ου αιώνα, στη Μονή του Χρυσοβαλάντου, στην Κωνσταντινούπολη, προσήλθε για να μονάσει κάποια κοπέλα από επιφανή οικογένεια της Καππαδοκίας. Ύστερ’ από την κανονική δοκιμασία, η ηγουμένη οσία Ειρήνη, Καππαδόκισσα κι εκείνη, την κούρεψε μοναχή.

     Ο μισόκαλος διάβολος, όμως, φρύαξε από το κακό του για τη σωτηρία άλλης μιας ψυχής. Και τι έκανε; Άναψε σφοδρό έρωτα στην καρδιά του πρώην μνηστήρα της, που με ακατασίγαστο πόθο άρχισε να την αναζητάει παντού. Δεν δίστασε, μάλιστα, τυφλωμένος από το παράφορο πάθος του, να καταφύγει σ’ έναν περίφημο μάγο της Καππαδοκία και να του τάξει χρήματα πολλά, αν έφερνε πάλι στα χέρια του τη νεαρή γυναίκα. Κι εκείνος ο υπηρέτης του σατανά επιστράτευσε όλες του τις μαγγανείες.

     Η νεόκουρη μοναχή τότε, εντελώς απροσδόκητα, φλογίστηκε κι αυτή από μανιακό έρωτα για τον παλιό της μνηστήρα. Χάνοντας σχεδόν τα λογικά της, άρχισε να χτυπιέται, να φωνάζει, να κλαίει και να επαναλαμβάνει συνεχώς το όνομά του.

     –Ορκίζομαι, απειλούσε, πως, αν δεν μπορέσω να τον ξαναδώ, θα κρεμαστώ!

     Κάθε τόσο έτρεχε στην πύλη της μονής. Με κραυγές και βρισιές φοβερές, πίεζε την πορτάρισσα μοναχή να την αφήσει να βγει έξω.

     Η θλίψη της αγίας Ειρήνης ήταν απερίγραπτη. Γρήγορα κατάλαβε πως είχε να κάνει με δαιμονικά τεχνάσματα. Κάλεσε αμέσως όλες τις μοναχές και, αφού τις συμβούλεψε να φυλάγονται από τις πανουργίες του διαβόλου, τις πρόσταξε να νηστέψουν αυστηρά και να προσευχηθούν με πολλή θέρμη για μια εβδομάδα, κάνοντας μάλιστα χίλιες μετάνοιες καθημερινά για χάρη της ταλαίπωρης αδελφής τους.

     Πραγματικά, όλη η αδελφότητα, με βαθύ πόνο και θερμά δάκρυα, άρχισε τις ικεσίες προς τον Θεό. Η οσία ηγουμένη Ειρήνη ζητούσε ιδιαίτερα τις μεσιτείες του συμπατριώτη της Μεγάλου Βασιλείου, στον οποίο έτρεφε ξεχωριστή ευλάβεια. Του παραπονιόταν τώρα, γιατί ανεχόταν να γίνονται στην πατρίδα τους, την Καππαδοκία, τέτοια ανοσιουργήματα.

     Είχαν περάσει οι τρεις πρώτες μέρες της νηστείας και της προσευχής. Στα χαράματα της τέταρτης μέρας εμφανίζεται ολοζώντανος μπροστά στην οσία ο άγιος Βασίλειος.

     –Γιατί μου παραπονιέσαι, Ειρήνη, της είπε, πως τάχα ανέχομαι να γίνονται βρώμικες δουλειές στην κοινή μας πατρίδα;… Να, σήμερα η Μητέρα του Κυρίου θα βρίσκεται στις Βλαχέρνες. Πήγαινε εκεί με την άρρωστη μαθήτριά σου κι Εκείνη θα φροντίσει για τη θεραπεία της.

     Μόλις ξημέρωσε, η οσία πήρε την άρρωστη κι άλλες δύο μοναχές, και κίνησε για τον ναό των Βλαχερνών. Εκεί, γονατιστή όλη τη μέρα μπροστά στη θαυματουργική εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου, θερμοπαρακαλούσε με πόνο τη χάρη της, βρέχοντας το δάπεδο με καυτά δάκρυα.

     Όταν, τα μεσάνυχτα, ο ύπνος τής έκλεισε απαλά τα κουρασμένα μάτια, είδε σε όνειρο τη Βασίλισσα των Ουρανών. Το πρόσωπό της αστραποβολούσε από θείο φως. Μπροστά και πίσω της πήγαιναν αναρίθμητοι άγγελοι και άγιοι, που βάδιζαν με σεβασμό και συστολή. Η Παντάνασσα στάθηκε μπροστά στη μαθήτρια της αγίας Ειρήνης. Ύστερα κάλεσε τον Μέγα Βασίλειο και τον ρώτησε:

     –Γιατί η Ειρήνη άφησε το μοναστήρι της και βρίσκεται αυτή την ώρα εδώ;

     –Η Ειρήνη, Δέσποινα, κατέφυγε στην ισχυρή σου προστασία. Έκαναν μάγια στη μαθήτριά της, και σε παρακαλεί να τη θεραπεύσεις.

     –Καλέστε την Αναστασία! πρόσταξε η Θεοτόκος.

     Αμέσως παρουσιάστηκε μπροστά της η αγία μεγαλομάρτυς Αναστασία η Φαρμακολύτρια.

     –Εσύ, της είπε η Παναγία, έχεις ειδικό χάρισμα από τον Υιό μου να θεραπεύεις αυτού του είδους τις αρρώστιες. Εξέτασε, λοιπόν, σε συνεργασία με τον Βασίλειο, τούτη την κόρη και θεράπευσέ την.

     Την ίδια στιγμή, οι άγιοι Βασίλειος και Αναστασία, αφού προσκύνησαν, έφυγαν για την Καππαδοκία. Συγχρόνως, ακούστηκε μια φωνή να λέει στην οσία Ειρήνη:

     –Γύρισε στο μοναστήρι σου, κι εκεί θα δεις τη θεραπεία της μαθήτριάς σου.

     Με την ηχώ αυτής της φωνής ξύπνησε η οσία. Έκθαμβη αναλογιζόταν την ουράνια οπτασία…

     Ήταν Παρασκευή, ώρα Εσπερινού, κι όλη η αδελφότητα του Χρυσοβαλάντου βρισκόταν στην εκκλησία, όταν η αγία Ειρήνη επέστρεψε στη μονή με τις τρεις αδελφές. Στο τέλος της ακολουθίας, διηγήθηκε στις μοναχές, που την περίμεναν με αγωνία, το όραμά της. Στη συνέχεια, της πρόσταξε να υψώσουν τα χέρια στον ουρανό και μ’ ένα στόμα να φωνάξουν το «Κύριε, ελέησον!».

     Όλων οι προσευχές ενώθηκαν τότε σε μια πανίσχυρη ικεσία, που έκρουσε δυνατά και αποτελεσματικά τη θύρα του θείου ελέους. Το δάπεδο του ναού βράχηκε από τα πονεμένα δάκρυα των μοναστριών.

     Ξάφνου, γεμάτες δέος, είδαν να εμφανίζονται ψηλά στον αέρα η Αγία Αναστασία και ο Μέγας Βασίλειος. Συνάμα ακούστηκε μια φωνή, που έλεγε στην οσία Ειρήνη:

     –Άπλωσε τα χέρια σου, πάρε τούτα ’δω και πάψε να μας ονειδίζεις.

     Η οσία άνοιξε την αγκαλιά της, όπου έπεσε από ψηλά ένα παράξενο δέμα.

     Έτρεξαν αμέσως όλες οι αδελφές, άναψαν κεριά και άρχισαν να λύνουν το δέμα, που ζύγιζε τρεις λίτρες περίπου. Όταν το άνοιξαν, είδαν με αποτροπιασμό πως περιείχε δυο μολυβένια ειδώλια –ομοιώματα της άρρωστης μοναχής και του πρώην μνηστήρα της– αγκαλιασμένα και δεμένα με τρίχες και κλωστές. Ήταν ακόμα γραμμένες κάποιες δαιμονικές επικλήσεις, καθώς και το όνομα του μάγου.

     Όλη τη νύχτα οι αδελφές έμειναν στον ναό, δοξολογώντας τον Κύριο και τη Μητέρα Του.

     Το πρωί η οσία Ειρήνη έστειλε τις δύο μοναχές, που την είχαν συνοδεύσει στις Βλαχέρνες, και την άρρωστη στον ναό της αγίας Αναστασίας, δίνοντάς τους κεριά, θυμίαμα, λάδι, πρόσφορο, και τα διαβολικά αντικείμενα του δέματος.

     –Με το λάδι ν’ ανάψετε τα καντήλια στον τάφο της αγίας, τους είπε. Τα κεριά και το πρόσφορο να τα δώσετε στον ιερέα, για να τα χρησιμοποιήσει στη θεία Λειτουργία.

     Έτσι κι έκαναν. Μετά τη θεία Λειτουργία, διηγήθηκαν τα καθέκαστα στον ιερέα, κι εκείνος τις κατέβασε στον τάφο της αγίας. Εκεί προσευχήθηκε και άλειψε με λάδι από το καντήλι την άρρωστη. Ύστερα ανέβηκε στον ναό, πήρε αναμμένα κάρβουνα και άρχισε να καίει τα μάγια. Όσο αυτά, ένα-ένα, καίγονταν, τόσο η δαιμονόπληκτη αδελφή λυτρωνόταν από την επήρεια του πονηρού, ελευθερωνόταν από τα αόρατα δεσμά της, ξανάβρισκε τα λογικά της και ευχαριστούσε τον Παντοδύναμο.

     Όταν πια όλα είχαν γίνει στάχτη, μέσ’ από τ’ αναμμένα κάρβουνα άρχισαν να βγαίνουν τέτοιες κραυγές, που λες κι εκείνη την ώρα έσφαζε κανείς ένα κοπάδι χοίρων. Όλοι όσοι ήταν εκεί πανικοβλήθηκαν κι έφυγαν τρέχοντας από τον ναό, διακηρύσσοντας συνάμα την ακαταμάχητη δύναμη της αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας.

Τροπάρια της Αγίας.

Νενέκρωμαι, ἁμαρτίας βέλεσι, τοξευθεὶς τῇ τοῦ ἐχθροῦ συνεργείᾳ, καὶ κατωτάτῳ ἀπέρριμαι λάκκῳ, καὶ ἐν σκιᾷ τοῦ θανάτου κατῴκησα, ἀλλ’ ἐπιστᾶσα σὺ σεμνή, ἐκ βυθοῦ τῶν κακῶν μου ἀνάγαγε.

νάρρωσιν, καὶ τελείαν λύτρωσιν, τοῖς ἐν πόνοις τρυχομένοις ἀτρύτοις, ὡς φιλοικτίρμων, πρυτάνευσον Μάρτυς, καὶ θλιβομένων τὴν λύπην μετάστρεψον, Ἀναστασία μυστικῶς, εἰς χαρὰν ἀληθῆ καὶ φαιδρότητα.

Σωμάτων σε, ἰατρὸν πανάριστον, καὶ πνευμάτων ἀληθῆ θεραπείαν, ὁ τῶν ψυχῶν καὶ σωμάτων Δεσπότης, Ἀναστασία λαμπρῶς ἀπειργάσατο· διὸ θεράπευσον ἡμῶν, καὶ ψυχῶν καὶ σωμάτων τοὺς μώλωπας.

νάστησον, Ἀναστασία θεόφρον, τοὺς σοὺς ἱκέτας, ἐκ συντριμμάτων καὶ χαλεπῶν παραπτώσεων, καὶ σεσωσμένους προσάγαγε τῷ Κυρίῳ.

[ Από την Στ΄ Ωδή του Παρακλητικού Κανόνος της Αγίας, σελ. 16–17. ]




[ «Οι δαίμονες και τα έργα τους»,

Μέρος Β΄, κεφ. 3ο, §17,

σελ. 336–340.

Εκδόσεις:

Ιεράς Μονής Παρακλήτου·

Ωρωπός Αττικής 20052.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]




Στην αγαπημένη θεία μου, Αναστασία Καμπά, πρωτότοκη κόρη των αειμνήστων παππούδων μου, του Ελευθερίου και της Αικατερίνης Κ., και αδελφή της μητέρας μου, την πάλαι ποτέ νηπιαγωγό και κυκλάρχισσα στη μητρόπολη των παιδικών μου χρόνων, μια βαθυκάρδια αφιέρωση και συνάμα μια αγκαλιά υπέρτατης ευγνωμοσύνης για ό,τι από παιδί ήταν για μένα. Τώρα πια, που γέρνει σιωπηλά ο χρόνος της για την Άνω Ιερουσαλήμ, την ασπάζομαι βαθυσεβάστως· η εξ αμφοτέρων αγάπη έγινε άσβεστη και πύρινη προσευχή προς τον θρόνο του Χριστού μας.




Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2020

ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΙΟΥΛΙΑΝΗ

ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΙΟΥΛΙΑΝΗ

     Η αγία Ιουλιανή ήταν κόρη ειδωλολατρών. Οι γονείς της, επιφανείς άρχοντες στη Νικομήδεια επί βασιλείας του στυγνού Διοκλητιανού (286-305), την αρραβώνιασαν με κάποιον Ελεύσιο, άνδρα με βαθμό συγκλητικού, ο οποίος την ερωτεύθηκε παράφορα και βιαζόταν να γίνει ο γάμος τους. Την καρδιά όμως της Ιουλιανής είχε προ πολλού κυριεύσει ο έρωτας για τον επουράνιο Νυμφίο Χριστό· η νεαρή κόρη επιθυμούσε να διαφυλαχθεί άθικτη και ακέραια για τον Χριστό, και προσπαθούσε να αντισταθεί όσο μπορούσε στις επιδιώξεις του μνηστήρα της. Δήλωσε κατ’ αρχήν, σαν να επρόκειτο για καπρίτσιο κοσμικής κοπέλας, ότι θα δεχόταν να νυμφευθεί τον Ελεύσιο, μόνο αν εκείνος γινόταν έπαρχος της πρωτεύουσας της Βιθυνίας. Παρά τη δυσκολία του εγχειρήματος, ο Ελεύσιος επιδόθηκε αμέσως στο έργο: δαπάνησε ανυπολόγιστα χρήματα, έβαλε να μεσολαβήσουν φίλοι και συγγενείς του στην αυλή, και σε σύντομο χρονικό διάστημα κατόρθωσε να γίνει έπαρχος της Νικομήδειας. Επανέλαβε τότε την πρόταση γάμου, και αναγκασμένη πλέον να φανερώσει την Πίστη της, η μνηστή του Χριστού, είπε: «Αν δεν εγκαταλείψεις τη λατρεία των μάταιων ειδώλων και δεν προσκυνήσεις τον Δεσπότη μου Χριστό, ομόζυγό μου δεν θα σε λάβω, διότι πώς είναι δυνατόν να ενωθούν τα σώματα και να αντιμάχονται οι καρδιές μας;». Ακλόνητη στην απόφασή της, παρά τις παρακλήσεις των γονέων της, η Ιουλιανή συνελήφθη ως οπαδός της υπό διωγμόν θρησκείας και σύρθηκε ενώπιον του δικαστηρίου του έπαρχου. Ο κατά κόσμον μνηστήρας της έγινε τώρα κριτής και δήμιός της· διέταξε να τη γδύσουν και να την υποβάλουν σε ανελέητα μαρτύρια. Μαστίγωσαν την αγία σε όλο της το σώμα και μετά την κρέμασαν από τα μαλλιά και ξερίζωσαν το τριχωτό της κεφαλής της. Στη φυλακή τής παρουσιάσθηκε ο διάβολος με τη μορφή αγγέλου τάχα του Κυρίου και της πρότεινε να δεχθεί να θυσιάσει στα είδωλα· η αγία όμως, οπλισμένη με την προσευχή, κατατρόπωσε το τέχνασμα του πονηρού χτυπώντας τον και φτύνοντάς τον κατάμουτρα άντλησε νέες δυνάμεις για τη συνέχεια των αγώνων της.

     Την έβγαλαν από τη φυλακή και την ανέκριναν. Ο Ελεύσιος τής απηύθυνε έκκληση να τον νυμφευθεί για να γλιτώσει τις βασάνους και της υποσχέθηκε να την αφήσει ελεύθερη μετά να λατρεύει τον Θεό της. Η αγία παρέμεινε ακλόνητη. Την οδήγησαν τότε σε μεγάλο καζάνι, όπου χοχλάκιζε λιωμένο μολύβι για να τη ρίξουν μέσα. Ο πόθος της Ιουλιανής ήταν διάπυρος, πλέον φλογερός από την όποια επίγεια φωτιά, ώστε η ψυχή της μετάγγιζε στο σώμα της λίγη από την αφθαρσία που υπόσχεται η αιώνια ζωή στους εκλεκτούς. Όχι μόνο δεν έπαθε τίποτα η αγία, αλλά όταν άγγιξε το καζάνι, εκείνο ανετράπη και το λιωμένο μολύβι χύθηκε κατά πάνω στους φρουρούς. Μπροστά σε τόσα σημεία και θαύματα, πολλοί από τους ειδωλολάτρες που παρευρίσκονταν στον τόπο του μαρτυρίου, πεντακόσιοι άνδρες και εκατόν τριάντα γυναίκες, δόξασαν τη δύναμη που χαρίζει ο Θεός στους αγίους μάρτυρες, ομολόγησαν το όνομα του Χριστού και αποκεφαλίσθηκαν επί τόπου με διαταγή του έπαρχου. Τέλος, αποκεφαλίσθηκε και η Ιουλιανή, και η ψυχή της αγαλλόμενη μετέστη στους χορούς των αγίων. Ήταν δεκαοκτώ χρονών, όταν με αυτόν τον τρόπο τέλεσε τους γάμους της με τον Χριστό.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.

ς νύμφη πανάμωμος, καὶ Ἀθληφόρος σεμνή, τῷ Λόγῳ νενύμφευσαι, τοῦ ἀθανάτου Πατρός, Ἰουλιανὴ ἔνδοξε· σὺ γὰρ φθαρτὸν μνηστῆρα, παριδοῦσα ἐμφρόνως, ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν, καὶ τὸν ὄφιν καθεῖλες. Καὶ νῦν ταῖς τοῦ Νυμφίου σου, τρυφᾷς φαιδρότησι.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Χορὸς Ἀγγελικός.

Παρθένος παγκαλής, καὶ περίδοξος Μάρτυς, ἐδείχθης ἀληθῶς, θείῳ φίλτρῳ τρωθεῖσα· διὸ ἀμφοτέρωθεν, διαλάμπουσα ἔνδοξε, πρὸς οὐράνιον, μετεβιβάσθης νυμφῶνα, ἱκετεύουσα, διὰ παντὸς Ἀθληφόρε, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Κῆπος παρθενίας πολυανθής, ἀθλήσεως φέρων, ἄνθη εὔοσμα καὶ τερπνά, ὤφθης Ἀθληφόρε, τοῖς ἱεροῖς σου πόνοις· ὦ Ἰουλιανή σε, ὅθεν γεραίρομεν.




[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 4ος (Δεκέμβριος),

σελ. 245–246.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Μάρτιος 20052.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]





Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ

     Ο άγιος Θεμιστοκλής ήταν άνθρωπος με απλούς τρόπους και καθαρή καρδιά που έβοσκε το ποίμνιό του στα βουνά που βρίσκονται κοντά στα Μύρα της Λυκίας, την εποχή του διωγμού που εξαπέλυσε ο Δέκιος (250). Μια μέρα, ένας χριστιανός της πόλεως, Διοσκορίδης ονόματι, που τον κυνηγούσαν οι στρατιώτες του έπαρχου Ασκληπιού, του ζήτησε να τον κρύψει. Λίγες στιγμές αργότερα, κατέφθασαν οι διώκτες του και ρώτησαν τον βοσκό αν τυχόν είδε τον φυγάδα. Πιστεύοντας στην καλή τους προαίρεση και νομίζοντας πως όλοι οι άνθρωποι ήσαν όπως εκείνος γεμάτοι συμπόνια και καλοσύνη για τον πλησίον, τους είπε: «Αφήστε τον να φύγει, αδελφοί μου, για να γλιτώσει τον θάνατο. Μην τον προσάγετε στον διοικητή, χαρίστε του τη ζωή, γιατί αν και χριστιανός, όπως άλλωστε κι εγώ, είναι άνθρωπος όπως κι εσείς». Τα ειρηνικά λόγια του εξόργισαν τους στρατιώτες που του αποκρίθηκαν: «Αν αρνηθείς να μας τον παραδώσεις, θα συλλάβουμε εσένα στη θέση του!». «Σας έκανα την πρόταση για να ωφεληθείτε», απάντησε ο άγιος, «αλλά αφού την απορρίπτετε, με χαρά δέχομαι να με συλλάβετε αντ’ αυτού, γιατί είμεθα και οι δύο δούλοι του Χριστού και μέλη του αυτού Σώματος».

     Τον συνέλαβαν και τον πήγαν στα Μύρα, όπου παρουσιάσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου του Ασκληπιού, ντυμένος με τα απλά ρούχα του ορεσίβιου βοσκού, με τη μηλωτή και τη γκλίτσα. Εξέπληξε ωστόσο ο άγιος όλους τους παρευρισκομένους με τη φρόνηση και τη σοφία των απαντήσεών του, που ανάβλυζαν σαν τρεχούμενο νερό από την Αγία Γραφή. «Πού έκρυψες τον χριστιανό φυγάδα;», ρώτησε ο έπαρχος· «πες την αλήθεια για να σώσεις τη ζωή σου!». «Εγώ», απάντησε ο Θεμιστοκλής, «έχω και άλλη ζωή και δεν γνωρίζω άλλη αλήθεια από τον Ιησού Χριστό, ο Οποίος μας είπε: “Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια” (Ιωάν. 14, 6)». Αρνήθηκε να υποταγεί στη λατρεία των μάταιων ειδώλων, έλεγξε το ψεύδος των θεών των ειδωλολατρών, που δεν είναι παρά πάθη ανθρώπινα μεταμφιεσμένα, και παραδόθηκε στους δημίους λέγοντας: «Θέλετε να με βασανίσετε; Βασανίστε με, λοιπόν. Με χαρά θα πεθάνω για τον Χριστό, γενόμενος θυσία για τη δόξα του Κυρίου μου, για τη σωτηρία εμού και του δούλου του Θεού, Διοσκορίδη, για να μάθετε ότι “έχω τη δύναμη να κάνω τα πάντα, όταν μ’ ενδυναμώνει μέσα μου ο Χριστός” (Φιλ. 4, 13)». Τον τέντωσαν από τα άκρα και τον μαστίγωσαν στην κοιλιά μέχρι που φάνηκαν τα εντόσθιά του· κατόπιν τον κρέμασαν από έναν ιστό, ώστε να γδάρουν τις σάρκες του με σιδερένια χτένια, από εκείνα που χρησιμοποιούσαν για το γνέσιμο του μαλλιού. Παρά τα βασανιστήρια, η χαρά του αγίου ολοένα και μεγάλωνε και όταν ανέβηκε στο ικρίωμα, είπε στον έπαρχο: «Δεν γνωρίζεις, ω Ασκληπιέ, ότι διά του Ξύλου (του Σταυρού) φανερώθηκε σ’ εμάς η ζωή και βρήκαμε τη σωτηρία; Δεν γνωρίζεις ότι δι’ αυτού του Ξύλου κατατροπώθηκε ο σατανάς, καταλύθηκε η δύναμη των ειδώλων, ο κόσμος σώθηκε και ο Χριστός δοξάσθηκε σε όλη την οικουμένη ως Κύριος;». Βλέποντας τη θριαμβευτική του όψη, ο Ασκληπιός διέταξε να κατεβάσουν τον άγιο από το ικρίωμα, να τον οδηγήσουν έξω από την πόλη και να τον θανατώσουν σέρνοντάς τον πάνω σε αγκαθωτούς θάμνους. Μετά το ένδοξο μαρτύριο του αγίου, οι πιστοί φύτεψαν τη γκλίτσα του στο χώμα που σκέπαζε τον τάφο του. Η γκλίτσα έβγαλε ρίζες, μεγάλωσε και έγινε μια τρανή μυγδαλιά, που επί πολλά έτη έδινε ηδύγευστους καρπούς με θεραπευτικές ιδιότητες.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

ς ἐναθλήσας ἀπτοήτῳ καρδία, κατηγωνίσω τὸν ἀρχέκακον ὄφιν, καὶ τὸν Χριστὸν ἐδόξασας τοῖς ἄθλοις σου· ὅθεν συνηρίθμησαι τῶν Μαρτύρων τοῖς δήμοις, Θεμιστόκλες ἔνδοξε, Ἀθλητὰ γενναιόφρων· μεθ’ ὧν δυσώπει πάντοτε Χριστόν, ἐλεηθῆναι τοὺς σὲ μακαρίζοντας.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Τοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα, ὁμολογήσας ἀνδρείως, Θεμιστόκλες Ἅγιε, μαρτυρικῶς ἠγωνίσω· πάσας γὰρ σαρκὸς ἐνέγκας τὰς ἀλγηδόνας, εἴληφας, τῶν σῶν ἀγώνων τὸ θεῖον γέρας, ἐκ χειρὸς τῆς τοῦ Κυρίου· ὃν ἐκδυσώπει, σωθῆναι πάντας ἡμᾶς.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

θλησας νομίμως ὑπὲρ Χριστοῦ, Μάρτυς Θεμιστόκλες, καὶ κατέβαλες τὸν ἐχθρόν· ὅθεν ἡμᾶς ῥῦσαι, τῆς τούτου ἐπηρείας, καὶ πάσης ἄλλης βλάβης, τῇ ἀντιλήψει σου.



 

[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 4ος (Δεκέμβριος),

σελ. 246–248.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Μάρτιος 20052.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]



 

 

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2020

ΑΓΙΟΙ ΒΟΝΙΦΑΤΙΟΣ ΚΑΙ ΑΓΛΑΪΑ

ΑΓΙΟΙ ΒΟΝΙΦΑΤΙΟΣ ΚΑΙ ΑΓΛΑΪΑ

     Ο άγιος Βονιφάτιος ήταν δούλος στην υπηρεσία της Αγλαΐας, μιας πλούσιας Ρωμαίας αρχόντισσας, κόρης του ανθύπατου της πρωτεύουσας την εποχή του Διοκλητιανού (284-305). Ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση της περιουσίας της αφέντρας του και ζούσε βίο ακόλαστο, κατά πάντα σύμφωνο με τα έκλυτα ήθη των Ρωμαίων της εποχής του. Παραδομένος στην κραιπάλη και την πορνεία, είχε μοιχευθεί με την Αγλαΐα και δεν έδειχνε καθόλου να διακατέχεται από ενδοιασμούς και τύψεις. Ήταν πάντως κατά βάθος καλός και γενναιόδωρος, προσέφερε αφειδώς φιλοξενία στους ξένους και μοίραζε με συμπόνια ελεημοσύνη στους φτωχούς.

     Μετά από χρόνια άστατου βίου και κραιπάλης, η Αγλαΐα, βασανιζομένη από τύψεις συνειδήσεως και από τον φόβο της απολογίας για τις αμαρτίες της ενώπιον του Θεού, άκουσε να λένε οι χριστιανοί ότι, όποιος τιμά και υπηρετεί τα λείψανα των αγίων μαρτύρων, χαίρει της μεσιτείας τους παρά τω Θεώ και είναι ένας τρόπος και αυτός να συγχωρούνται οι αμαρτίες του. Γεμάτη θάρρος και ελπίδα εξ αυτού, κάλεσε τότε τον Βονιφάτιο και του ανέθεσε να πάει στη Μικρά Ασία, εκεί όπου οι χριστιανοί υπέφεραν διωγμούς και μαρτύρια, να βρει τρόπο και να εξαγοράσει λείψανα και να τα φέρει στη Ρώμη. Ανίδεος και αναίσθητος ακόμη τότε στα του Θεού, ο δούλος και εραστής της την ειρωνεύτηκε: «Κι αν φέρω το δικό μου σώμα ως λείψανο, θα με τιμήσεις ως άγιο;». «Δεν είναι ώρα για ευφυολογήματα!», αποκρίθηκε η Αγλαΐα επιτιμητικά. «Πρέπει να ξεμεθύσεις και να ετοιμαστείς για το ταξίδι, γιατί εγώ η αμαρτωλή θα περιμένω ανυπόμονα την επιστροφή σου ώστε να λάβω παρά Θεού άφεση των αμαρτιών μου».

     Ο Βονιφάτιος έφθασε στην Ταρσό της Κιλικίας, επικεφαλής πολυάριθμης συνοδείας εφοδιασμένης με μεγάλη ποσότητα χρυσού και με ό,τι άλλο ήταν απαραίτητο για να ταριχεύσουν και να μεταφέρουν γρήγορα τα λείψανα των αγίων. Χωρίς χρονοτριβή, κατευθύνθηκε προς το αμφιθέατρο της πόλεως, όπου παρακολούθησε κατάπληκτος το μαρτύριο μιας εικοσάδας μαρτύρων. Του ενός τα άκρα δέθηκαν σε τέσσερεις στύλους και εξαρθρώθηκαν, έναν τον κρέμασαν ανάποδα, άλλους οι δήμιοι τούς μαστίγωναν ή καταξέσχισαν τις σάρκες τους με σιδερένια άγκιστρα. Όλοι όμως οι μάρτυρες παρέμεναν τόσο απαθείς και έδειχναν τόση καρτερία, ώστε ο άσωτος και ανάλγητος Βονιφάτιος ήλθε σε κατάσταση μεγάλης κατανύξεως κι ένιωσε την καρδιά του να ραγίζει πρωτόγνωρα. Με αναφιλητά έπεσε στα πόδια τους, ασπάσθηκε με σέβας τα δεσμά τους και, αφού ζήτησε την αρωγή της προσευχής τους, διακήρυξε δημόσια ότι και εκείνος επίσης ήταν οπαδός του Χριστού. Τον συνέλαβαν αμέσως και τον πήγαν στο δικαστήριο του επάρχου, όπου ο Βονιφάτιος χλεύασε με βδελυγμία τη λατρεία των ειδώλων και ευθαρσώς ομολόγησε τον Σωτήρα Χριστό. Τον πήγαν κατόπιν στην αρένα, όπου, χάρις στις προσευχές των αγίων, υπέστη κάθε λογής βασάνους με την απάθεια ανθρώπου που έχει εξέλθει από το σαρκίο του και είναι εντελώς ξένος προς τον κόσμο. Έμπηξαν αιχμηρά καλάμια κάτω από τα νύχια του, έριξαν στο στόμα του λιωμένο μολύβι, τον έριξαν σε καζάνι με καυτή πίσσα, και κάθε φορά παρέμενε απτόητος και αβλαβής.

     Την επαύριο, ο αθλητής του Χριστού πληροφορήθηκε με χαρά την καταδίκη του σε θάνατο και πριν αποκεφαλιστεί, έχοντας οπλισθεί με το σημείο του Σταυρού, ανέπεμψε στον Κύριο διάπυρη προσευχή για την ενδυνάμωση των χριστιανών που βασανίζονταν· παρακάλεσε επίσης, ο κατά μίμηση Χριστού θάνατός του να του παράσχει άφεση αμαρτιών ώστε να αξιωθεί να εισέλθει στην αιώνια χαρά του Παραδείσου σιμά στον Κύριο.

     Τα μέλη της συνοδείας του σκέφτηκαν ότι, καταπώς συνήθιζε, ο Βονιφάτιος θα ήταν σε κάποιο καπηλειό ή χαμαιτυπείο· ανησύχησαν για την παρατεταμένη απουσία του και άρχισαν να τον αναζητούν με αγωνία παντού. Στον δρόμο συνάντησαν τον αδελφό του δημίου που αποκεφάλισε τον Βονιφάτιο και αυτός τους είπε ότι ακριβώς την προηγούμενη είχε θανατωθεί ένας άγνωστος Ρωμαίος που ταίριαζε στην περιγραφή του συντρόφου τους. Παρότι θεωρούσαν αδιανόητο ο εν λόγω μάρτυς να είναι ο φιλήδονος και άστατος Βονιφάτιος, έσπευσαν στο αμφιθέατρο και κατάπληκτοι βρήκαν το τίμιο σκήνωμά του, το οποίο εξαγόρασαν για πενήντα λίβρες χρυσού και το μετέφεραν με μεγάλη τιμή και επισημότητα στη Ρώμη.

     Άγγελος Κυρίου παρουσιάσθηκε τότε στην Αγλαΐα και της είπε: «Σήκω και πρόστρεξε σ’ εκείνον που πρώτα ήταν δούλος σου και σύντροφος στην κραιπάλη και τώρα έγινε αδελφός μας. Δέξου τον ως αυθέντη σου, διότι χάρις σ’ αυτόν θα αφεθούν όλες σου οι αμαρτίες!». Γεμάτη αγαλλίαση η Αγλαΐα, διοργάνωσε λαμπρή πομπή και συνοδεία για να υποδεχθεί, σύμφωνα με την πρότερη ακούσια προφητεία του, το τίμιο λείψανο του αγίου Βονιφατίου, λίγο έξω από τη Ρώμη, σε τοποθεσία όπου αργότερα έβαλε να χτίσουν ωραίο και μεγάλο ναό προς τιμήν του και όπου επιτελέσθηκαν πολλά θαύματα. Απέταξε τα εγκόσμια και τη μάταιη δόξα, διαμοίρασε την περιουσία της στους πτωχούς και αφοσιώθηκε στην άσκηση και στην προσευχή με τόσο ζήλο, ώστε αξιώθηκε να λάβει το χάρισμα να επιτελεί θαύματα. Εκοιμήθη ειρηνικά εν Κυρίω δεκατρία χρόνια αργότερα, έχοντας λάβει εξ ουρανού τη διαβεβαίωση ότι όλοι οι ρύποι του παρελθόντος βίου της είχαν απαληφθεί χάρις στη μεσιτεία του αγίου Βονιφατίου.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.

Μαρτύρων τὴν εὔκλειαν, ἰχνηλατήσας θερμῶς, Χριστὸν ὡμολόγησας, ἐπὶ ἀπίστων στερρῶς, σοφὲ Βονιφάτιε· ὅθεν καθάπερ πλοῦτον, ἀδαπάνητον Μάρτυς, δέδωκας σοῦ τὸ σῶμα, τῇ σεμνῇ Ἀγλαΐᾳ· ἐξ οὗ τῷ κόσμῳ πηγάζει, ῥῶσις καὶ ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.

ερεῖον ἄμωμον, ἐθελουσίως, σεαυτὸν προσήγαγες, τῷ ἐκ Παρθένου διὰ σέ, τεχθῆναι μέλλοντι Ἅγιε, στεφανηφόρε, σοφὲ Βονιφάτιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

θλοις ἀπαθείας καταυγασθείς, παθῶν τῆς δουλείας, ἀπεσείσω τὸν σκοτασμόν, καὶ ἀνδραγαθήσας, υἱὸς φωτὸς ἐδείχθης, ὡς Ἀθλητὴς τοῦ Λόγου, ὦ Βονιφάτιε.



 

[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 4ος (Δεκέμβριος),

σελ. 223–225.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Μάρτιος 20052.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]





 

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.