Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

«ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ ΜΥΡΙΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ»


«ΟΦΕΙΛΕΤΕΣ ΜΥΡΙΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ»


     Είμαστε κι εμείς πολλαπλά και πολύτροπα οφειλέτες ενώπιον του Θεού αλλά και προς την εικόνα Του, τον συνάνθρωπό μας· είμαστε, με τον έναν ή άλλο τρόπο, «οφειλέτες μυρίων ταλάντων»! Αυτές οι «οφειλές» πάλι δεν είναι το ενοχικό μέρος ενός παιγνιδιού υποτέλειας σε έναν μηχανισμό θρησκεύματος ή θρησκευτικότητας που προάγουν την ανελευθερία του προσώπου, αλλά πολύτιμα ευρήματα μιας αληθινής εσωτερικής αυτογνωσίας, η οποία είναι το πρώτιστο βήμα προς τη σωτηρία. Πρέπει να ξέρεις αν, τι, που και σε ποιον χρωστάς, για ν’ αρχίσεις να γίνεσαι επιτέλους «νοικοκύρης» του βίου σου. Ο χειρότερος οφειλέτης είναι ο αναίσθητος οφειλέτης κι όχι εκείνος που απλώς δυσκολεύεται να αποπληρώσει τις οφειλές του. Κάθε δυσκολία αίρεται με την παραδοχή των οφειλών. Γιατί ο πολυεύσπλαχνος Κύριος νικά τα χρέη μας, σβήνει τη ντροπή των οφειλών μας και μας κάνει συγκυρίους Του. Κι εκείνο το «μακροθύμησον επ’ εμοί» των συνδούλων της σημερινής Παραβολής είναι η ίδια επαναλαμβανόμενη φωνή παράκλησης, το ίδιο κέλευσμα που, μέσα από τα καθημερινά συμβάντα και τα γεγονότα, μας αποτείνουν οι συνάνθρωποί μας μέσα στην υπάρχουσα σχέση μας μαζί τους· αυτή η φωνή της έκκλησης για κάθε ευεργεσία εν Χριστώ είναι ανάγκη να μας θυμίζει την πρώτη και μεγάλη μακροθυμία του Θεού προς την καρδιά μας, γιατί μέσα ακριβώς σε αυτή τη μακροθυμία βρίσκεται το πνευματικό θεμέλιο της ζήσης μας. Αν όμως η καρδιά μας, η ζωή μας, ο αγώνας μας, το πνεύμα και το φρόνημά μας δεν έχουν καν αλλοιωθεί και δεν έχουν ακόμη συγκινηθεί και εμπνευσθεί από τη θεραπευτική αίσθηση της ανείπωτης και αμείωτης ευεργεσίας της θείας αγάπης σ’ εμάς προσωπικά, τότε όσο ζούμε, προβλέπεται λίγο-πολύ να πνιγόμαστε στην ασφυκτική κακία, στην ανεξακρίβωτη δολιότητα ή την ανομολόγητη βαναυσότητα του μοχθηρού είναι μας.


     Ο σκληρός, ο αμακρόθυμος και ο ανεπιεικής άνθρωπος είναι ο συντελεστής κάθε κακίας κι ας μη το γνωρίζει ο ίδιος κι ας μη το μάθει ποτέ αυτό. Η «οργή» και η «τιμωρία» του Θεού, η κόλαση που εξορκίζουμε συνεχώς, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο βαθμιαίος βυθισμός του είναι μας σ’ έναν σπαραγμό παράνοιας κι σ’ ένα ατελείωτο τέλμα της μη αγάπης που μας συνέχει κυριολεκτικά· τη μη αγάπη που δημιούργησαν τα χρέη και οι οφειλές μας: η απογοητευτική κατάσταση να μην έχουμε να παρουσιάσουμε ούτε προαίρεση ούτε λόγο ούτε και πράξη αγάπης στην επίγεια πορεία μας. Μόνο με τη μακροθυμία της θείας αγάπης «ξεπληρώνουμε». Μόνο με την αναισθησία και την ασυμπάθεια της πονηρίας μας «χρεωνόμαστε» διαρκώς την απώλειά μας. Ο «οφειλέτης των μυρίων ταλάντων» δεν είναι άλλος από τον δύσμοιρο τύπο ανθρώπου της αδιαφορίας, της αναισθησίας, της ασυμπάθειας, της θλιβερής ανεπάρκειας σε καθαρή και έμπρακτη αγάπη Θεού, της φρικτής άρνησης αυτής της σωτήριας αγάπης. Αυτός που χρωστάει τα πιο πολλά, είναι αυτός που αδιαφορεί για όλα και για όλους στη ζωή του. Αυτός που ξεχρεώνεται συνεχώς, μένοντας άδουλος, αδέσμευτος, ελεύθερος και κραταιός, είναι μόνο ο ταπεινός και ευαίσθητος άνθρωπος που κάνει τη θεία ευεργεσία ρότα και πλοηγό της ζωής του ή καλύτερα· ζωή της ζωής του. Η ζωή μέσα στη μακροθυμία και τη συγχωρητικότητα του Θεού γίνεται όντως ζωή, πηγή χαράς και δύναμης για τον κάθε πικραμένο και αδικημένο, θεραπεία και αγωγή προς την πραγματική ελευθερία. Εν τω Θεώ, η οφειλή των μυρίων ταλάντων ένεκα των αμαρτιών και της πονηρίας μας, γίνονται μύρια χαρίσματα και μύριοι πλατυσμοί ανέσεως της καρδιάς μας. Η σωτηρία του Χριστού ήρθε και έρχεται και δε φεύγει από κοντά μας, εκτός βέβαια εάν εμείς το θελήσουμε ακόμη και με την πιο αθέατη και ανεπαίσθητη σκληρότητα από μέρους μας. Και μέσα σε αυτή τη σωτηρία κανείς δεν χρωστάει κανέναν και τίποτα. Γιατί η θεία αγάπη δεν κρατάει σε κανέναν τίποτα, σβήνει κάθε τυχόν οφειλή των ταπεινών, των απλών και των άκακων. Μέσα λοιπόν σε αυτό το παραδείσιο κλίμα «δεν αφήνουμε κανένα χρέος σε κανέναν, εκτός βέβαια από την αγάπη, που την οφείλουμε πάντοτε ο ένας προς τον άλλον» (πρβλ. Ρωμ. 13, 8).

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΒΡΑΧΙΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


ΤΟ ΒΡΑΧΙΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ


     Κάποτε ο ασκητής πέριξ των Καρυών του Αγίου Όρους, ο μακαριστός Γερο–Χαράλαμπος ο «Κομποσχοινάς» (1914–1998), διηγήθηκε κάποτε τα εξής:
     «Ήταν μια γριούλα στη Μικρά Ασία με μια θαυματουργή εικόνα. Θεράπευε Τούρκους και Χριστιανούς. Στον πόλεμο του ’22 αυτή πήρε μαζί της την εικόνα. Ενώ λοιπόν σκότωναν οι Τούρκοι, αυτήν δεν την έβλεπαν και ήρθε στην Αθήνα. Με το μύρο που έβγαζε η εικόνα, θεράπευσε άρρωστο».

     Διηγήθηκε μια άλλη φορά:
     «Κατά τον χειμώνα του 1943 στην Αθήνα, όπου διέμενα σαν λαϊκός, υπήρχε μεγάλη στέρηση των αναγκαίων και, σε συνδυασμό με τον βαρύ χειμώνα, πολύς κόσμος πέθαινε. Εκείνη την εποχή, συνήθιζα να επισκέπτομαι αυτήν την πολύ ευλαβή καλογριά, η οποία είχε στο σπίτι της τούτη την παλιά εικόνα της Παναγίας από τη Μικρά Ασία. Η Εικόνα αυτή έφερε πάνω της πολλά παλαιά τάματα, μερικά εκ των οποίων ήταν πολύτιμα. Καθώς λοιπόν στενοχωριόμασταν από την έλλειψη τροφών, μία ημέρα της λέω: “Βρε, Μαρία!... Δεν πουλάς το μάλαμα από την εικόνα ν’ αγοράσουμε τίποτα να φάμε;…”. Κι αυτή απάντησε: “Το μάλαμα αυτό είναι της Παναγίας και δεν μπορώ εγώ να το πειράξω. Αν ήθελε η Παναγία να μας το δώσει, θα μας το έδινε!”. Μόλις όμως είπε αυτά τα λόγια, ένα χρυσό βραχιόλι από τα τάματα της εικόνας σηκώθηκε μόνο του από την εικόνα και κόλλησε στο τζάμι της, σαν να ήθελε να βγει έξω από το προσκυνητάρι. Αυτό το θεώρησε πως ήταν σημάδι από την Παναγία. Πούλησε το βραχιόλι και αγοράσαμε τρόφιμα, με τα οποία βγάλαμε εκείνο τον δύσκολο χειμώνα…».


[ «Από την ασκητική και ησυχαστική 
Αγιορειτική παράδοση»,
3ο μέρος («Αποφθέγματα»),
σελ. 662–663·
Άγιον Όρος, 2011.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

ΣΤΗΝ ΚΟΓΧΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΥΤΕΡΑΣ


ΣΤΗΝ ΚΟΓΧΗ ΤΗΣ ΠΛΑΤΥΤΕΡΑΣ


Μια μικρή αγκαλιά
στην πανώρια
και τρανή αγκαλιά Σου,
θέλησα κι εγώ
να δώσω τρυφερά…
«Πλατυτέρα εσύ!
και πώς να σε φτάσω;»
σκέφτομαι εντός μου·
μα, το τολμώ!...

Τανύζω με λαχτάρα
τα δυο μικρά
κι εύθραυστα χέρια,
σε Σένα καρδιά υψώνω
με πόθο σιωπηλά,
να στέκω πλάι
στο γλυκύτατο Παιδί Σου,
ωσάν παιδί ζήλεψα
– το λέω, τ’ ομολογώ!

Μέσα εκεί στην κόγχη
της δικής Σου αγάπης,
βαθειά κι αιώνια
να μπω, ν’ αράξω,
να κουρνιάξω
κι απ’ την ανείπωτη θαλπωρή,
την υπερκόσμια ομορφιά,
την άφραστη στοργή Σου,
μόνος μου
να το σαλπίσω,
παντού να το φωνάξω·
πως η μόνη Μάννα
ολάκερου του κόσμου,
είσαι Εσύ,
Παναγία μου γλυκιά!...

[ Αύγουστος 2013 ]

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

Η ΟΣΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ


Η ΟΣΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΒΑΛΑΝΤΟΥ


     Η οσία Ειρήνη ζούσε στην Καππαδοκία στους κόλπους μιας πλούσιας και ευγενούς οικογένειας, μετά τον θάνατο του εικονομάχου αυτοκράτορα Θεοφίλου (842). Όταν η Θεοδώρα ανέλαβε την αντιβασιλεία, αναζήτησε σε όλη την Αυτοκρατορία σύζυγο για τον γιο της, τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ (842-867). Οι απεσταλμένοι της αυλής πρόσεξαν την ομορφιά και την ευγένεια των ηθών της Ειρήνης και την έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη μαζί με την αδελφή της, η οποία παντρεύτηκε αργότερα τον καίσαρα Βάρδα, αδελφό της Θεοδώρας. Στον δρόμο τους πέρασαν κοντά από το όρος Όλυμπος της Βιθυνίας και η Ειρήνη επισκέφθηκε τον άγιο Ιωαννίκιο τον Μέγα [4 Νοεμ.], ο οποίος την χαιρέτησε προλέγοντας ότι θα γινόταν ηγουμένη της Μονής Χρυσοβαλάντου. Η θεία Πρόνοια εμπόδισε τον γάμο της με τον αυτοκράτορα και, με την καρδιά της ξαλαφρωμένη και γεμάτη χαρά, μοίρασε τα υπάρχοντά της και αποσύρθηκε στην Μονή Χρυσοβαλάντου, την οποία είχε ιδρύσει ο πατρίκιος Νικήτας (Νικόλαος), κοντά στην στέρνα του Άσπαρ, σε τόπο ευάερο, μακριά από τις πλατείες και τα θορυβώδη μέρη. Στην μοναχική κουρά της η μακαρία, μαζί με τις τρίχες της κεφαλής της, έκοψε και κάθε δεσμό που την κρατούσε στον κόσμο και δόθηκε με ζήλο στους ασκητικούς αγώνες γνωρίζοντας ότι στο μέτρο που εξασθενίζει το σώμα, ο έσω άνθρωπος ανακαινίζεται και πλησιάζει τον Θεό (Β΄ Κορ. 4, 16). Έχοντας μόνο έναν χιτώνα που άλλαζε μία φορά τον χρόνο, τρεφόμενη με νερό και ψωμί, υποτασσόταν πρόθυμα και με χαρά σε ό,τι της όριζαν, αγνοώντας τις αντιρρήσεις και τους γογγυσμούς. Η διαρκή κατάνυξη χαροποιούσε την καρδιά της και έκανε το πρόσωπό της να λάμπει και σαν γόνιμη γη έφερε τους πλούσιους καρπούς των αγίων αρετών. Έβλεπε όλες τις αδελφές της σαν βασίλισσες και θεωρούσε τον εαυτό της ως θεραπαινίδα τους, προσφερόμενη στις πιο ευτελείς εργασίες για να τις διακονεί. Από το στόμα της έβγαιναν μόνον λόγια των Γραφών ή των αγίων Πατέρων, τους οποίους μελετούσε αδιάκοπα. Ενώ ήταν λιγότερο από έναν χρόνο στο μοναστήρι, έχοντας διαβάσει με θαυμασμό τον Βίο του αγίου Αρσενίου [8 Μαΐ.], προσπάθησε να τον μιμηθεί. Και με την βοήθεια της θείας Χάριτος κατάφερε σιγά-σιγά να στέκει όρθια, με υψωμένα τα χέρια σε προσευχή, όλη την ημέρα και όλη την νύκτα. Αγωνιζόταν με τέτοια σοφία να δουλαγωγήσει το σώμα στην ανάταση της ψυχής της προς τον Θεό, ώστε καμία μηχάνευση του δαίμονα δεν μπορούσε να την πλήξει. Όταν εκείνος της υπέβαλλε μνήμες από την δόξα και την ευμάρεια της ζωής που είχε εγκαταλείψει, πήγαινε να εξομολογηθεί τους λογισμούς της στην ηγουμένη της, διπλασίαζε την άσκησή της και αμέσως ελευθερωνόταν από τις αναμνήσεις αυτές.

     Μετά τον θάνατο της ηγουμένης, υποδείχθηκε παρά την θέλησή της ως διάδοχός της και χειροτονήθηκε από τον Πατριάρχη Μεθόδιο [14 Ιουν.]. Ενθυμούμενη την προφητεία του αγίου Ιωαννικίου και λογίζοντας ως καθήκον της να μην αναζητεί μονάχα τα αρεστά στην ίδια, αλλά να «βαστάζει με υπομονή τις αδυναμίες και τις ατέλειες των αδύνατων» πνευματικά αδελφών της (Ρωμ. 15, 1), έζησε έκτοτε ως άγγελος επίγειος, επιμηκύνοντας τις νηστείες της, προσευχόμενη όλη την νύκτα και κάνοντας αμέτρητες μετάνοιες. Με τα μέσα αυτά προσείλκυσε την Χάρη του Θεού και έλαβε τόση σοφία, ώστε να δύναται να οδηγεί πλήθος ψυχών στην οδό της Σωτηρίας. Ζητούσε από τις αδελφές να μην την θεωρούν ως ανώτερή τους, αλλά ως μία συμμονάστριά τους που είχε ορισθεί να τις υπηρετεί. Με γλυκύτητα και με υπομονή τις παραινούσε να πολιτεύονται στα πάντα κατά το πνεύμα του Ευαγγελίου, αποτάσσοντας τα μάταια θέλγητρα της δόξας και της εκτίμησης των ανθρώπων. Αν δεν ήθελαν η αποταγή τους να είναι επιφανειακή, όφειλαν να φροντίζουν να διατηρούν όχι μόνο την αγνεία τους, αλλά και την πραότητα, αρετές υπεράνω της φύσης που χαρίζονται από τον Χριστό σε όσους προσεύχονται με πίστη. Ό,τι κι αν κατακτούσαν, συμβούλευε τις μαθήτριές της να το θεωρούν ως δώρο του Θεού και να τελούν αδιαλείπτως σε κατάνυξη αναπέμποντας ευχαριστίες. Απαγόρευε εξάλλου σ’ αυτές να προσεύχονται για την υγεία τους, λέγοντας ότι τίποτε δεν είναι λυσιτελέστερο (=ωφελιμότερο) για την ψυχή από την ασθένεια που γίνεται δεκτή με ευγνωμοσύνη προς τον Θεό.

     Έχοντας λάβει από Άγγελο Κυρίου το προορατικό χάρισμα, η οσία ήταν σαν προφήτις του Θεού στην μονή της. Αφού αναπαυόταν για λίγο μετά την Ακολουθία του Όρθρου, καλούσε τις αδελφές και, μία-μία, με τέχνη και διάκριση, τις βοηθούσε να εμφανίζονται αγνές και ανυπόκριτες ενώπιον του Θεού, αποκαλύπτοντάς τους τους πιο κρυφούς λογισμούς τους. Γρήγορα κατέστη περιώνυμη σε όλη την Βασιλεύουσα για τις αρετές και την σοφία με την οποία καθοδηγούσε την αδελφότητά της, ώστε κάθε είδους άνθρωποι, πλούσιοι και πτωχοί, μικροί και τρανοί, προσέρχονταν κοντά της για να λάβουν τις συμβουλές της και να εναποθέσουν την ελπίδα τους στις προσευχές της. Σε όλους δίδασκε την ωφέλεια της μετανοίας, που σε κάθε στιγμή μπορεί να καταστήσει τον Θεό ευμενή έναντι ημών.


     Με την στήριξη της θείας Χάριτος πρόκοβε ασταμάτητα στην άσκηση και την καθαρά προσευχή. Κατά την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μέχρι το Πάσχα, δεν έτρωγε ψωμί, αλλά λίγα μόνον λαχανικά, μία φορά την εβδομάδα. Η ολονύκτια αγρυπνία τής είχε γίνει τόσο φυσική όσο ο ύπνος στους άλλους ανθρώπους, και περνούσε τις νύκτες της με τα χέρια υψωμένα προς τον ουρανό, βυθισμένη σε άγιες θεωρίες. Ενίοτε έμενε στην στάση αυτή δύο ημέρες συνέχεια, ακόμη και μία ολόκληρη εβδομάδα, σε σημείο που οι μαθήτριές της χρειαζόταν στο τέλος να την βοηθήσουν να κατεβάσει τα μουδιασμένα χέρια της. Μία νύκτα, μια μοναχή, κοιτάζοντας προς την αυλή είδε την οσία Ειρήνη να προσεύχεται ανυψωμένη θαυματουργικά από το έδαφος, ενώ τα δύο πελώρια κυπαρίσσια που ορθώνονταν στην αυλή του μοναστηριού είχαν λυγίσει τις κορυφές τους μέχρι το έδαφος· επανήλθαν δε στην θέση τους μόνο όταν σφραγίστηκαν από την οσία με το σημείο του Σταυρού. Αυτή η νυκτερινή προσευχή ήταν φοβερή για τους δαίμονες, οι οποίοι διπλασίαζαν τις επιθέσεις τους μέσα στην νύκτα. Μία φορά ένας από αυτούς έριξε πάνω της το αναμμένο φυτίλι μιας κανδήλας. Τα ρούχα της Ειρήνης πήραν αμέσως φωτιά. Παρέμεινε ωστόσο ατάραχη και θα είχε καεί ολόκληρη αν μία μοναχή που ξύπνησε από την μυρωδιά της σάρκας και των ρούχων που καίγονταν δεν έμπαινε στο κελί της ηγουμένης παραβιάζοντας την πόρτα. Μέσα στους πυκνούς καπνούς είδε την οσία μέσα στις φλόγες όρθια και απαθή να προσεύχεται. Καθώς την έσπρωξε προσπαθώντας να σβήσει τις φλόγες, η Ειρήνη χαμήλωσε τα χέρια της και της είπε επιτιμητικά: «Γιατί μου στέρησες μια τόσο μεγάλη απόλαυση με την απότομη αυτή παρέμβασή σου; Ένας Άγγελος στεκόταν μπροστά μου πλέκοντάς μου ένα στεφάνι από άφθαρτα άνθη, τέτοια που δεν έχει δει ανθρώπου μάτι και ήταν έτοιμος να με πάρει από δω, όταν εσύ τον έδιωξες!». Κι όταν η μαθήτριά της ξεκόλλησε τα ράκη του υφάσματος από την σάρκα της, μια θεσπέσια ευωδία γέμισε το μοναστήρι.

     Μιαν άλλη φορά, ένας ναυτικός που ήλθε από την Πάτμο παρουσιάσθηκε στο μοναστήρι και έδωσε στην οσία τρία υπέροχα μήλα, τα οποία ο άγιος Απόστολος Ιωάννης τού είχε αναθέσει να της τα παραδώσει. Το πρώτο μήλο στάθηκε αρκετό να την τρέφει για σαράντα ημέρες, κατά τις οποίες το στόμα της ανέδιδε μία υπερκόσμια ευωδία· μοίρασε το δεύτερο στην αδελφότητα την Μεγάλη Πέμπτη και κράτησε το τρίτο ως ακριβό φυλαχτό, αρραβώνα των άφθαρτων αγαθών του Παραδείσου.


     Χάρις στο προφητικό χάρισμα, η αοίδιμος Ειρήνη επιτέλεσε πλήθος άλλων θαυμάτων και προέβλεψε συγκεκριμένα την δολοφονία του Βάρδα, την οποία ακολούθησε λίγο αργότερα εκείνη του Μιχαήλ Γ΄ (867), καθώς και την ανάληψη της εξουσίας από τον Βασίλειο Α΄ τον Μακεδόνα. Με την βοήθεια του αγίου Βασιλείου του Μεγάλου [1 Ιαν.] και της αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας [23 Δεκ.] θεράπευσε δαιμονισμένους και έσωσε έναν συγγενή της, τον οποίο ο αυτοκράτορας είχε κατά νου να εκτελέσει ως προδότη, εμφανιζόμενη στον ηγεμόνα, απαστράπτουσα και πλήρης δόξης. Ο αυτοκράτορας Βασίλειος αναγνώρισε το σφάλμα του, ζήτησε συγνώμη και έκτοτε έδειξε την ευμένειά του απέναντι στο μοναστήρι.

     Η οσία Ειρήνη έφθασε σε ηλικία 103 ετών, διατηρώντας όλη την δροσιά και την φυσική ομορφιά της, σημάδι του κάλλους της ψυχής της. Ο Φύλακας Άγγελός της την προειδοποίησε ένα έτος πιο πριν για τον χρόνο της τελευτής της και όταν έφθασε η ημέρα συγκέντρωσε τις αδελφές της, όρισε την ηγουμένη που είχε επιλέξει ο Θεός και αφού τις προέτρεψε να περιφρονούν ό,τι είναι πρόσκαιρο ώστε να ζουν τον αγαπημένο Νυμφίο τους, έκλεισε γαλήνια τα μάτια της και παρέδωσε την ψυχή της εις χείρας Θεού. Ενταφιάσθηκε στο παρεκκλήσιο του αγίου μάρτυρος Θεοδώρου και ο τάφος της ανέδιδε διαρκώς μία ουράνια ευωδία, φανερώνοντας σε όλους την παρρησία που είχε αποκτήσει παρά τω Θεώ, ενώ μέχρι τις ημέρες μας η οσία Ειρήνη δεν παύει να μεσιτεύει υπέρ εκείνων που την επικαλούνται με πίστη.


— ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ —
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
   Δόξαν ῥέουσαν, ὑπεριδοῦσα, νύμφη ἄμωμος, ὤφθης Κυρίου, δι’ ἀσκήσεως Ὁσία ἐκλάμψασα· ὡς οὖν Εἰρήνη τυχοῦσα τοῦ πόθου σου, ἐν ὁμονοίᾳ ἡμᾶς διαφύλαττε, ἀξιάγαστε, Χριστῷ τῷ Θεῷ πρεσβεύουσα, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

— ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ —
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
   Τὴν τοῦ κόσμου εὔκλειαν, καταλιποῦσα Ὁσία, τῷ Χριστῷ νενύμφευσαι, τῷ Βασιλεῖ τῷ ἀφθάρτῳ, κάλλεσι, τῆς παρθενίας λελαμπρυσμένη, σκάμμασι, τῆς ἐγκρατείας πεποικιλμένη· διὰ τοῦτό σε Εἰρήνη, ὁ σὸς Νυμφίος λαμπρῶς ἐδόξασε.

— ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ —
   Τῆς Καππαδοκίας τὴν καλλονήν, καὶ Χρυσοβαλάντου ὁδηγίαν τὴν ἀσφαλῆ, τὴν πηγὴν θαυμάτων, πηγάζουσαν τῷ κόσμῳ, Εἰρήνην τὴν Ὁσίαν, ὕμνοις τιμήσωμεν.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος),
σελ. 318–321.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20082.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

ΜΙΚΡΗ ΙΚΕΣΙΑ


ΜΙΚΡΗ ΙΚΕΣΙΑ


     Θεέ μου, δείχνε μας πάντα εκείνον τον τρόπο Σου ώστε οι επιλογές μας να μη γίνονται της ψυχής μας το αφόρητο βάσανο, αλλά και οι επιλογές των άλλων να μη βασανίζουν ψυχοφθόρα εμάς!

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ


Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ


     Τα Μάγδαλα [1], μικρό ψαροχώρι στην δυτική όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ, πέντε χιλιόμετρα βορειοδυτικά από την πόλη της Τιβεριάδος, ήταν η πατρίδα της αγίας Μαρίας. Εύπορη κόρη, ζούσε με τον φόβο του Θεού και την τήρηση των εντολών Του, μέχρι την ημέρα που βρέθηκε υπό το κράτος επτά δαιμονίων (βλ. Μάρκ. 16, 9· Λουκ. 8, 2) [2]. Βασανιζόμενη και ανίκανη να βρει ανάπαυση, πληροφορήθηκε ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθε στην περιοχή, αφού διέσχισε την Σαμάρεια, και ότι προσείλκυε πλήθη λαού που Τον ακολουθούσαν, με τα θαύματα και την ουράνια διδασκαλία Του. Γεμάτη λαχτάρα και ελπίδα, έτρεξε προς Εκείνον και, αφού παρέστη μάρτυς στο θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων και των ιχθύων σε αριθμό ικανό να θρέψει περισσότερες από τέσσερις χιλιάδες ψυχές (Ματθ. 10, 30-39), έπεσε στα πόδια του Σωτήρος και Του ζήτησε να την οδηγήσει στην οδό της αιωνίου ζωής.


     Αφού λυτρώθηκε από την δοκιμασία των δαιμονίων, απαρνήθηκε τα υπάρχοντά της και κάθε δεσμό με τον κόσμο, για να ακολουθήσει τον Χριστό σε όλες τις περιοδείες Του μαζί με τους Αποστόλους, την Παναγία και άλλες ευσεβείς γυναίκες που είχαν ταχθεί στην υπηρεσία Του, αφού θεραπεύθηκαν από διάφορες ασθένειες: την Μαρία, την μητέρα του Ιακώβου του μικρού και του Ιωσή· την Μαρία του Κλωπά· την Ιωάννα, που ήταν γυναίκα του επιτρόπου Χουζά· την Σουσάννα και την Σαλώμη, την μητέρα των υιών Ζεβεδαίου.


     Όταν εκπλήρωσε την αποστολή Του στην Γαλιλαία, ο Κύριος κατευθύνθηκε προς την Ιερουσαλήμ, παρά τις προειδοποιήσεις των κοντινών Του ανθρώπων. Η Μαρία η Μαγδαληνή Τον ακολούθησε και εκεί χωρίς δισταγμό και συνδέθηκε φιλικά με την Μαρία και την Μάρθα από την Βηθανία. Όταν ο Κύριος ελευθέρωσε έναν δαιμονισμένο που ήταν βουβός και βεβαίωσε ότι εξέβαλλε τα δαιμόνια με το Πνεύμα του Θεού, μία φωνή δυνατή ακούστηκε από το πλήθος λέγοντας: «Μακάρια η κοιλιά που Σε βάσταξε και οι μαστοί που Σε θήλασαν!» (Λουκ. 11, 27). Η φωνή αυτή ήταν πιθανόν της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής. Ήταν επίσης παρούσα στην ανάσταση του Λαζάρου και στερεώθηκε τότε στην πίστη της στον Υιό και Λόγο του Θεού. Ενώ οι άλλοι μαθητές είχαν εγκαταλείψει τον Διδάσκαλο την στιγμή της προδοσίας και της σύλληψής Του, εκείνη Τον ακολούθησε μέχρι την αυλή του αρχιερέως και, κατόπιν, παρευρέθηκε στην άδικη κρίση Του στο δικαστήριο του Ποντίου Πιλάτου και στο Πάθος Του μαζί με την Παναγία και τον Ιωάννη τον Θεολόγο (Ιωάν. 19, 25).


     Όταν όλα συντελέστηκαν και το αίμα του Σωτήρος είχε τρέξει από το πλευρό Του για να εξαγνίσει την γη, η Μαρία ξεπερνώντας την οδύνη της, πήρε την πρωτοβουλία του ενταφιασμού Του. Γνωρίζοντας ότι ο ευγενής Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας [31 Ιουλ.], εύσημος βουλευτής, είχε λαξεύσει στον βράχο εκεί κοντά έναν νέο τάφο, πήγε να τον βρει και τον έπεισε να παραχωρήσει αυτό το μνημείο για να ενταφιασθεί ο Εσταυρωμένος Κύριος. Ενδυναμωμένος από την σθεναρή πίστη της γυναίκας αυτής, ο Ιωσήφ πήρε την άδεια από τον Πιλάτο και παίρνοντας μαζί του τον Νικόδημο, μέλος επίσης του Συνεδρίου και κρυφός μαθητής του Χριστού, κατέβασε το σώμα από τον Σταυρό και το τύλιξε σε σάβανο για να το καταθέσει στον τάφο. Η Μαρία η Μαγδαληνή, όπως και η Παναγία, παρευρίσκονταν στην σκηνή και ανέπεμψαν νεκρώσιμο ύμνο με δάκρυα, στα οποία όμως έλαμπε η ελπίδα της Αναστάσεως [3]. Αφού σφραγίσθηκε το μνημείο με μεγάλο λίθο που κυλίστηκε στην είσοδο, ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος απομακρύνθηκαν· οι δύο όμως άγιες γυναίκες παρέμειναν καθισμένες κλαίγοντας μπροστά στον τάφο μέχρι αργά την νύκτα. Εγκαταλείποντας τον τόπο αποφάσισαν μόλις τελείωνε η αργία του Σαββάτου να επιστρέψουν στον τάφο με μύρα για να αλείψουν μία φορά το σώμα του Σωτήρος (Μάρκ. 16, 1).


     Αφού τήρησαν το Σάββατο, σύμφωνα με τον Νόμο μέχρι να λαλήσει ο πετεινός, κι ενώ χάραζε η πρώτη ημέρα της εβδομάδας, η Μαρία η Μαγδαληνή και η «άλλη Μαρία» ήλθαν στο μνημείο [4]. Έγινε εκεί αίφνης σεισμός και τους εμφανίσθηκε λαμπρός άγγελος που τους ανήγγειλε ότι ο Κύριος Ιησούς δεν βρισκόταν πια μέσα, αλλά είχε αναστηθεί (Μάρκ. 28, 1). Αναστατωμένες, δεν βρήκαν καν τον χρόνο να κοιτάξουν μέσα στον τάφο, αλλά έτρεξαν να μεταφέρουν την εξαίσια είδηση στους Αποστόλους. Ο Αναστημένος Κύριος τούς φανερώθηκε στον δρόμο και τις χαιρέτισε λέγοντας «Χαίρετε!». Ήταν πράγματι ταιριαστό να αναγγελθεί σε μία γυναίκα η λύτρωση της φύσης μας που εξέπεσε και καταδικάστηκε στην οδύνη εξαιτίας της αμαρτίας της προμήτορος Εύας.


     Ακούγοντας την διήγησή τους, οι Απόστολοι πίστεψαν ότι παραληρούσαν. Ο Πέτρος, ωστόσο, έτρεξε στον τάφο κι αφού έσκυψε μέσα, είδε ότι μόνο τα σάβανα βρίσκονταν εκεί κι έφυγε αμήχανος. Όταν πια έφεξε, η Μαρία η Μαγδαληνή πήγε για δεύτερη φορά στον τόπο εκείνο για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε πέσει θύμα παραίσθησης. Βλέποντας κι αυτή πως ο τάφος ήταν όντως κενός, πήγε να το πει στον Πέτρο και στον Ιωάννη που μετέβησαν τρέχοντας επί τόπου. Όταν οι δύο μαθητές αναχώρησαν εκ νέου, έμεινε μόνη κοντά στον τάφο, συλλογιζόμενη ποιος θα μπορούσε να έχει πάρει το σώμα (Ιωάν. 20, 11). Δύο λαμπροφορεμένοι άγγελοι φάνηκαν τότε στο μέρος όπου ήταν πριν το σώμα του Κυρίου, ο ένας προς το μέρος του κεφαλιού και ο άλλος προς το μέρος των ποδιών, και την ρώτησαν γιατί έκλαιγε. Καθώς αποκρινόταν σ’ αυτούς, οι άγγελοι ανασηκώθηκαν αίφνης με σεβασμό.


     Η Μαρία γύρισε προς τα πίσω και είδε τον Ιησού Χριστό που της έκανε την ίδια ερώτηση. Παίρνοντάς Τον για τον κηπουρό, Τον ρώτησε εάν όντως είχε πάρει εκείνος το σώμα. Μόλις όμως ο Χριστός την αποκάλεσε με το όνομά της, «Μαρία!», αναγνωρίζοντας αυτή την φωνή του αγαπημένου της Κυρίου, φώναξε: «Ραβουνί!», που σημαίνει «Διδάσκαλε». Και θέλησε να πέσει στα πόδια Του να τα φιλήσει με δέος. Επιθυμώντας να την οδηγήσει σε μία υψηλότερη κατανόηση της ένθεης κατάστασης στην οποία βρισκόταν το σώμα Του μετά την Ανάσταση, ο Χριστός τής είπε: «Μη Μ’ αγγίζεις· δεν ανέβηκα ακόμη προς τον Πατέρα Μου!» και την έστειλε να αναγγείλει στους υπόλοιπους αδελφούς ό,τι ακριβώς είδε και άκουσε.


     Γινόμενη για τρίτη φορά «απόστολος των Αποστόλων» η Μαρία η Μαγδαληνή, έμεινε με τους μαθητές και την Παναγία, συμμεριζόμενη την χαρά τους. Είναι πιθανόν να ήταν παρούσα στο Όρος των Ελαιών κατά την Ανάληψη, όπως και στο Υπερώο, την ημέρα της Πεντηκοστής, όταν επεφοίτησε το Άγιο Πνεύμα «με την μορφή πύρινων γλωσσών» (Πράξ. 2, 3).


     Ιστορείται πως η αγία εγκατέλειψε έπειτα την Ιερουσαλήμ για να μεταβεί στην Ρώμη, προκειμένου να ζητήσει από τον αυτοκράτορα Τιβέριο να αποδοθεί δικαιοσύνη για την άδικη καταδίκη που εξέδωσε ο Πιλάτος [5]. Παρουσιάστηκε ενώπιον του αυτοκράτορα με ένα αυγό στο χέρι και του δήλωσε ότι μετά το Πάθος ο Χριστός ανέστη κομίζοντας σε όλους τους ανθρώπους την επαγγελία της Αναστάσεως· και τότε το αυγό βάφτηκε κόκκινο [6]. Ο Τιβέριος άκουσε το αίτημά της και κάλεσε τον Πιλάτο καθώς και τους αρχιερείς Άννα και Καϊάφα. Ο Καϊάφας πέθανε καθ’ οδόν προς την Κρήτη· όσο για τον Άννα τιμωρήθηκε κλεισμένος σε ένα βουβαλίσιο τομάρι. Ο Πιλάτος παρουσιάσθηκε στο δικαστήριο του αυτοκράτορα και προσπάθησε να δικαιολογηθεί επικαλούμενος τις πιέσεις που δέχθηκε από τους Εβραίους και τον κίνδυνο εξέγερσης κατά των ρωμαϊκών Αρχών. Ο Καίσαρας όμως έμεινε απαθής μπροστά στην απολογία του και τον φυλάκισε. Αναφέρεται ότι κυνηγώντας ένα ελάφι σε κάποιο κυνήγι που οργάνωσαν φίλοι του Πιλάτου, έξω από την πόλη και κάπου κοντά στην φυλακή, προκειμένου να κολακεύσουν τον αυτοκράτορα και να μεταβάλλουν την καταδικαστική του απόφαση, ο Τιβέριος έριξε ένα βέλος το οποίο βρήκε στην καρδιά τον Πιλάτο καθώς βρισκόταν στο παράθυρο της φυλακής του.


     Επιστρέφοντας στην Ιερουσαλήμ η Μαρία η Μαγδαληνή ακολούθησε την αποστολική πορεία του αγίου Πέτρου. Τέσσερα χρόνια μετά την Ανάσταση, καθώς οι Απόστολοι βρίσκονταν διεσπαρμένοι σε διάφορες περιοχές του κόσμου, η αγία συνόδευσε τον άγιο Μάξιμο, έναν από τους Εβδομήκοντα Μαθητές [4 Ιαν.], στην διάδοση του Ευαγγελίου. Συνελήφθησαν από τους Εβραίους και εγκαταλείφθηκαν μαζί με άλλους χριστιανούς στο πέλαγος δίχως τροφή σε ένα καράβι χωρίς πανιά και κουπιά. Το πλεούμενο ωστόσο οδηγήθηκε από τον Χριστό, τον Πιλότο της Σωτηρίας μας, στην Μασσαλία της Γαλατίας [7]. Αφού έπιασαν στεριά σώοι και αβλαβείς, οι άγιοι Απόστολοι δοκιμάστηκαν από την πείνα, την δίψα και την περιφρόνηση των κατοίκων της περιοχής, που ήσαν φανατικοί ειδωλολάτρες οι οποίοι δεν τους προσέφεραν καμία βοήθεια. Μία ημέρα που είχαν συγκεντρωθεί για τις ασεβείς θυσίες τους, η αγία Μαρία παρεισέφρησε με θάρρος στην συνάθροιση και τους προέτρεψε να αναγνωρίσουν ως μόνο Θεό, τον Κύριο, τον Ποιητή ουρανού και γης. Σαγηνευμένοι από το θάρρος της και από την ακτινοβολία του προσώπου της, οι ειδωλολάτρες πρόσεξαν τα λόγια της. Επανέλαβε αυτή την ομιλία της μπροστά στον Ρωμαίο διοικητή της περιοχής, ονόματι Υπάτιο, που είχε έρθει με την σύζυγό του να φέρουν τις προσφορές τους στα είδωλα για να αποκτήσουν τέκνο. Διστακτικός στην αρχή ο Υπάτιος, μετά από τρεις εμφανίσεις της αγίας δέχθηκε την Μαρία και τους συντρόφους της στο παλάτι και ζήτησε να πληροφορηθεί επαρκώς για την Πίστη τους. Χάρη στην μεσιτεία της Μαρίας απέκτησε παιδί, αλλά η γυναίκα του πέθανε στην γέννα. Μετά από σύντομη παραμονή στην Ρώμη, ο Υπάτιος ξεκίνησε για προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ· αλλάζοντας όμως ξαφνικά γνώμη, αποφάσισε να επιστρέψει στον τόπο όπου είχε ενταφιασθεί η γυναίκα του. Πόση όμως ήταν η έκπληξή του βρίσκοντας αυτήν και το παιδί του στην ζωή και μαθαίνοντας ότι είχαν επιβιώσει χάρη στις προσευχές και τις φροντίδες της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής! Ευχαριστώντας τον Θεό, ο άρχοντας, όπως και όλος ο οίκος του, βαπτίσθηκαν τότε και έγιναν διάπυροι κήρυκες της αληθείας του Χριστού.


     Φεύγοντας από την Γαλατία, η αγία Μαρία συνέχισε τις αποστολικές περιοδείες της στην Αίγυπτο, την Φοινίκη, την Συρία, την Παμφυλία και άλλους τόπους, διαδίδοντας παντού την ευωδία του Χριστού. Πέρασε κάποιο διάστημα στην Ιερουσαλήμ, κατόπιν δε αναχώρησε για την Έφεσο, όπου συνάντησε τον Ιωάννη τον Θεολόγο και μοιράστηκε τις δοκιμασίες του, απολαμβάνοντας τις θεόπνευστες διδαχές του.


      Αφού εκπλήρωσε την αποστολή που της είχε εμπιστευθεί ο Θεός, μετά από σύντομη ασθένεια, παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή της στον Κύριο και ενταφιάσθηκε στην είσοδο του σπηλαίου όπου εκοιμήθησαν μεταγενέστερα οι άγιοι Επτά Παίδες [4 Αυγ.]. Πλήθος θαυμάτων επιτελέσθηκαν στον τόπο εκείνο μέχρι που, δέκα σχεδόν αιώνες αργότερα (899), ο ευσεβής βασιλεύς Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός (866-912) διέταξε την ανακομιδή των λειψάνων της αγίας Ισαποστόλου στην Κωνσταντινούπολη [4 Μαΐου]. Τα υποδέχθηκε με μεγάλη ευλάβεια με την αθρόα παρουσία του λαού και, φέροντάς τα επάνω στους ώμους του, βοηθούμενος και από τον αδελφό του Αλέξανδρο, τα κατέθεσε στο αριστερό μέρος του ιερού της Μονής του Αγίου Λαζάρου την οποία είχε ιδρύσει ο ίδιος.


     Επιβιώνοντας μέσα από τις περιπέτειες της ιστορίας, το αριστερό χέρι της αγίας Μυροφόρου Μαγδαληνής Μαρίας, το οποίο διατηρεί την θερμοκρασία του σώματος ενός ζωντανού ανθρώπου και το οποίο αναδίδει άρρητη και πλούσια ευωδία, αποτελεί τρανό και ευλαβικό προσκύνημα σήμερα στην ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Όρους, η οποία τιμά την αγία Μαγδαληνή, την Μαθήτρια και Μυροφόρο του Σωτήρος Χριστού και Ισαπόστολο της Εκκλησίας Του, ως δεύτερη κτιτόρισσά της και πανθαύμαστη έφορό της.


— ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ —
Ἦχος α΄. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
     Χριστῷ τῷ δι’ ἡμᾶς, ἐκ Παρθένου τεχθέντι, σεμνὴ Μαγδαληνή, ἠκολούθεις Μαρία, αὐτοῦ τὰ δικαιώματα, καὶ τοὺς νόμους φυλάττουσα· ὅθεν σήμερον, τὴν παναγίαν σου μνήμην, ἑορτάζοντες, ἁμαρτημάτων τὴν λύσιν, εὐχαῖς σου λαμβάνομεν.

— ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ —
Ἦχος α΄. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
     Μαρία ἡ σεμνή, τετρωμένη τῷ πόθῳ, Χριστοῦ τοῦ ἑαυτῆς οὐρανίου Νυμφίου, τὰ μύρα ἐκόμισε, πρὸς τὸ Μνῆμα τὸ ἅγιον· ἧς τὴν πάντιμον, χεῖρα πλουτοῦντες ἡμεῖς δέ, ἀσπαζόμεθα, ταύτην σὺν πόθῳ τὴν χάριν, αὐτῆς ἀρυόμενοι.


— ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ —
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
     ὑπερούσιος Θεὸς ἐν τῷ κόσμῳ, μετὰ σαρκὸς ἐπιφοιτήσας Μαρία, σὲ ἀληθῆ μαθήτριαν προσήκατο, ὅλην σου τὴν ἔφεσιν, πρὸς αὐτὸν κεκτημένην· ὅθεν καὶ ἰάματα, ἐπιτέλεσας πλεῖστα· καὶ μεταστᾶσα νῦν ἐν οὐρανοῖς, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, πρεσβεύεις ἑκάστοτε.

— ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ —
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
     Τὴν Χριστοῦ Μαθήτριαν, καὶ πρώτην ἐν Μυροφόροις, τὴν εὐαγγελίσασαν τοῖς Ἀποστόλοις τὸ χαῖρε· ἅπαντες ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις ἀνευφημοῦμεν, αἴνεσιν ἀναπέμποντες Θεῷ τῶν ὅλων, τῷ τοιαύτην ἐν τῷ κόσμῳ, πηγὴν θαυμάτων, χαρισαμένῳ ἡμῖν.


— ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ —
     Τάφῳ προσελθοῦσα τοῦ Ἰησοῦ, τοῦτον ἐθεάσω, ἀναστάντα ἐν τῶν νεκρῶν. Ὅθεν Ἀποστόλοις, Μαγδαληνὴ Μαρία, χαρᾶς εὐηγγελίσω τὰ εὐαγγέλια.

— ΕΤΕΡΟΝ ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ —
     Χαίροις Ἰσαπόστολε τοῦ Χριστοῦ, χαίροις ὦ Μαρία, Μυροφόρων ἡ καλλονή, χαίροις ἡ τὸ χαῖρε, μετὰ τῆς Θεοτόκου, φαιδρῶς ἑνωτισθεῖσα, τῆ Ἀναστάσει Χριστοῦ.


— ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ —
 
  [1] Τα Μάγδαλα (e-Megdel· Μάγαδα ή Δαλμανουθά) πιθανόν να ταυτίζονται με την Μεγαλά Αρίμ της φυλής Νεφθαλείμ (βλ. Ιησ. Ν. 19, 38).
  [2] Η δυτική παράδοση, από την εποχή του αγίου Γρηγορίου του Διαλόγου [12 Μαρτ.] («Ομιλία εις τα Ευαγγέλια» 24 και 33, PL 76, 1189, 1239· «Ομιλία εις Ιεζεκιήλ» 8, PL 76, 854) εξομοίωσε την Μαρία την Μαγδαληνή με την μετανοούσα αμαρτωλή που ήλθε να αλείψει με μύρο τα πόδια του Χριστού (Λουκ. 7, 36-38) και ακόμη με την Μαρία την αδελφή του Λαζάρου. Ο συνταυτισμός αυτός όμως δεν έχει κανένα στήριγμα στο Ευαγγέλιο και αγνοείται από τους περισσότερους ανατολικούς Πατέρες. Ο δαιμονισμός άλλωστε δεν προϋποθέτει έκλυτο βίο. Ο άγιος Συμεών ο Μεταφραστής (900-987) [9 Νοεμ.] ερμηνεύει με αλληγορικό τρόπο τα «επτά δαιμόνια» ως τα επτά πάθη που θέτουν εμπόδια στην αρετή· σε αυτό πάντως δεν τον ακολουθούν άλλοι Πατέρες.
  [3] Ο θρήνος αυτός είναι το θέμα του Όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου.
  [4] Κατά τον άγιο Ρωμανό τον Μελωδό (6ος ή 8ος αι.) [1 Οκτ.] και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά (1296-1359) [14 Νοεμ. και Β΄ Κυρ. Νηστειών] η «άλλη Μαρία» δεν μπορεί να είναι άλλη από την Παναγία, διότι άρμοζε να είναι η πρώτη που θα έβλεπε την Ανάσταση του Υιού της. Για τους περισσότερους όμως Πατέρες, η Μαρία η Μαγδαληνή ήταν εκείνη που είδε πρώτη τον Κύριο, σύμφωνα με τα λόγια του Ευαγγελίου (Μάρκ. 16, 19) και η «άλλη Μαρία» ήταν η μητέρα του Ιακώβου [23 Οκτ.]. Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς προσπάθησαν να συμβιβάσουν με διαφορετικούς τρόπους τις διηγήσεις των Ευαγγελίων όσον αφορά την επίσκεψη ή τις επισκέψεις των αγίων Μυροφόρων γυναικών στον Τάφο. Συνοψίζουμε εδώ την εκδοχή του Νικηφόρου Καλλίστου Ξανθοπούλου (14ος αι.) [22 Νοεμ].
  [5] Η διήγηση αυτή της εκδίκησης κατά του Πιλάτου και του θανάτου του αναφέρεται μόνο από τον άγιο Συμεών τον Μεταφραστή, πιθανώς υπό την επίδραση του απόκρυφου «Ευαγγελίου του Νικοδήμου» («Πράξεις του Πιλάτου», 5ος αι.), όπου διαδραματίζει ρόλο η αγία Βερονίκη [12 Ιουλ.]. Το έτος 36, ο Πιλάτος καθαιρέθηκε από το αξίωμά του και στάλθηκε στην Ρώμη για να δώσει λογαριασμό για την κακοδιοίκησή του, κατά την οποία αφθονούσαν οι βιαιότητες και οι αυθαίρετες εκτελέσεις. Κατά τον ιστορικό Ευσέβιο Καισαρείας (263-339), φέρεται να αυτοκτόνησε (βλ. Εκκλ. Ιστ. 2, 7) ή ίσως και να εκτελέσθηκε. Διάφορες απόκρυφες παραδόσεις προσπάθησαν να αποκαταστήσουν τον Πιλάτο, υποθέτοντας ακόμη ότι δήθεν μεταστράφηκε και μεταφέρουν όλη την ευθύνη για το Πάθος στους Εβραίους.
  [6] Η παράδοση αυτή εξηγεί το έθιμο των πασχαλινών αυγών, που έχει διαδοθεί σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο.
  [7] Η διήγηση αυτή της αποστολής της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, που αναφέρεται από τον άγιο Συμεών τον Μεταφραστή, απηχείται τρόπον τινά σε διάφορες παραδόσεις διαδεδομένες στην Γαλλία, όσον αφορά την τιμή της αγίας. Η παράδοση της ανακομιδής του λειψάνου της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής στην Μονή του Vézelay στην Βουργουνδία δείχνει να είναι η παλαιότερη και υπήρξε η απαρχή ενός ονομαστού προσκυνήματος. Κατά ορισμένους τα λείψανα αυτά προήλθαν από την Προβηγκία, κατ’ άλλους από την Παλαιστίνη. Από τον 12ο αιώνα άρχισε να τιμάται στην Sainte-Baume, πενήντα χιλιόμετρα από την Μασσαλία, ένα σπήλαιο όπου η αγία φέρεται να ασκήτευσε επί τριάντα χρόνια. Παράλληλα αναπτύχθηκε προσκύνημα στο χωριό «Άγιος Μαξιμίνος», είκοσι χιλιόμετρα από εκεί, όπου ανακαλύφθηκε σε κρύπτη μία σαρκοφάγος της αγίας Μυροφόρου. Έκτοτε τιμώνται στην Προβηγκία η αγία Μαρία η Μαγδαληνή και οι συν αυτή: ο άγιος Μαξιμίνος, πρώτος επίσκοπος του Αιξ, ο άγιος Σιδώνιος, η αγία Μαρκέλλα και δύο άλλα παιδιά. Ας σημειώσουμε εξάλλου ότι στο Saintes-Maries de la Mer, στην Καμάργκ, τιμώνται οι άγιες Μυροφόροι Μαρία, μήτηρ του Ιακώβου, και η Μαρία η Σαλώμη, που φέρεται να συντρόφευσε την αγία Μαρία την Μαγδαληνή στην αποστολή της.



[ (1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος),
σελ. 239–245.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20082.
(2) Αγίου Νικοδήμου
του Αγιορείτου:
«Συναξαριστής
των ΙΒ΄ μηνών ενιαυτού».
Τόμ. Γ΄, σελ. 359–360.
Εκδόσεις «Δόμος»·
Αθήνα, 20052.
(3) Ματθαίου Λαγγή:
«Μέγας Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμος Ζ΄, σελ. 425–437.
Αθήνα, Φεβρουάριος 19985.
(4) Θρησκευτική και Ηθική
Εγκυκλοπαίδεια·
Τόμ. 8ος, σελ. 723–724,
άρθρο Γεωργίου Γρατσέα
(1920–1997)·
Αθήνα, 1966.
 (5) (†) Δημητρίου Γ. Τσάμη:
«Μητερικόν»·
Τόμ. Ε΄, κεφ. 2ο («Βίοι»),
§8, σελ. 406–413,
–Μετάφραση της
Ολυμπίας Σιλουανίδου–
Έκδοση
Ι. Μονής Χρυσοπηγής, Χανίων·
Θεσσαλονίκη 1995.
(6) Μητροπολίτου Γουμενίσσης,
Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου
κ.κ. Δημητρίου (Μπεκιάρη):
«Η ευαγγελίστρια της Αναστάσεως».
Έκδοση Ιεράς Κοινοβιακής Μονής
Αγ. Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης·
Γρίβα Γουμένισσας, 1994.
(7) «Ακολουθίαι
Οσ. Σίμωνος του Μυροβλύτου
και Αγ. Μαρίας της Μαγδαληνής»,
σελ. 96, 109 και 121.
Έκδοσις
Ι. Μονής Σίμωνος Πέτρας,
Άγιον Όρος·
Ιούλιος, 1992
(8) Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.