Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΟΥΚΙΛΛΙΑΝΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΟΥΚΙΛΛΙΑΝΟΣ


     Κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Αυρηλιανού (270-275), ο κόμης Σιλβανός, διοικητής της Νικομήδειας, έλαβε αναφορά ότι ο αριθμός των πολιτών που εγκατέλειπαν τη λατρεία του Διός και του Άρεως για να ασπασθούν τη χριστιανική Πίστη αύξανε ανησυχητικά, πολλώ δε μάλλον που ένας πρώην ιερέας των ειδώλων, ο Λουκιλλιανός, είχε προσχωρήσει σ’ αυτούς και είχε παύσει εδώ και δύο χρόνια να προσφέρει θυσίες υπέρ της ειρήνης της αυτοκρατορίας.

     Έξαλλος ο Σιλβανός, διέταξε να γίνουν οι αναγκαίες προετοιμασίες για τη θυσία που υποσχέθηκε τον τίτλο του πρώτου αξιωματούχου του πραιτωρίου του σε εκείνον που θα του πρόδιδε τον Λουκιλλιανό. Ένας Εβραίος, ονόματι Συμεών, αποκάλυψε έναντι χρηματικού ποσού τον τόπο όπου ο άγιος συνήθιζε να συναντιέται με άλλους πιστούς, δύο μίλια μακριά από την πόλη. Στάλθηκε ισχυρό απόσπασμα για να τους συλλάβει και να τους ρίξει στη φυλακή. Αφού πέρασε τη νύχτα χωριστά από τους συναθλητές του, ο Λουκιλλιανός παρουσιάσθηκε το πρωί ενώπιον του Σιλβανού στην αγορά. Ο κόμης σε αυστηρό τόνο πρότεινε στον Λουκιλλιανό να αρνηθεί τον Εσταυρωμένο και να επιστρέψει στη λατρεία των θεών και να προσφέρει δημόσια την οφειλόμενη σε αυτούς θυσία, απειλώντας τον με φρικτά βασανιστήρια εάν αρνιόταν. Ο Λουκιλλιανός αποκρίθηκε: «Δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψω την ελπίδα που βρήκα στον Χριστό, για να θυσιάσω σε άψυχες πέτρες και σε ακάθαρτους δαίμονες! Αρκετά χρόνια σπατάλησα μάταια, υπηρετώντας τους! Κάνε με ό,τι θέλεις το γρηγορότερο, καθώς τίποτε δεν υπάρχει που θα μπορούσε να με κάνει να αλλάξω!». Με εντολή του διοικητή οι στρατιώτες τού κατέκοψαν το πρόσωπο, τον άπλωσαν στη γη με τα μέλη του τεντωμένα ανάμεσα σε τέσσερεις πασσάλους και τον μαστίγωναν επί δύο ώρες, ενώ κατόπιν τον κρέμασαν ανάποδα. Ο Λουκιλλιανός παρέμενε εν τω μεταξύ απαθής στον πόνο, ονομάζοντας τον κόμητα υπηρέτη του Σατανά και εχθρό του Θεού, προορισμένο για τη Γέενα του πυρός.

     Κατόπιν υποδείξεως του φιλοσόφου Κρίσπου, ο οποίος τον συμβούλευσε να τελειώνει το γρηγορότερο, διότι υπήρχε φόβος η αντίσταση του Μάρτυρος να οδηγήσει και άλλους στη μεταστροφή, ο Σιλβανός τον έστειλε στη φυλακή. Στο κελλί του βρήκε τέσσερα παιδιά: τον Κλαύδιο, τον Υπάτιο, τον Διονύσιο και τον Παύλο, που είχαν φυλακισθεί για την Πίστη τους. Βλέποντάς τον τα παιδιά έπεσαν στα πόδια του και του ζήτησαν να προσευχηθεί για να αξιωθούν να λάβουν μαζί του τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου. Την αυγή οδηγήθηκαν και οι πέντε στον ναό του Άρεως, όπου καθόταν ο Σιλβανός, ο οποίος τους πρόσταξε να θυσιάσουν στον θεό, ειδεμή θα τους παρέδιδε στην πυρά. Ο άγιος Λουκιλλιανός επανέλαβε τη φλογερή ομολογία Πίστεώς του, δηλώνοντας ότι δεν είχε τίποτε να φοβηθεί από ένα βραχύβιο πυρ, ενώ εκείνος, ο Σιλβανός, θα είχε να αντιμετωπίσει το πυρ το αιώνιο. Τα παιδιά επανέλαβαν τα ίδια αυτά λόγια και δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν να προσεύχονται παρά μόνο στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα. Έξαλλος που έβλεπε ακόμη και παιδιά να του σηκώνουν κεφάλι με τόση τόλμη, ο Σιλβανός έδωσε διαταγή να τους παραδώσουν στις φλόγες. Αλλά η προσευχή των αγίων, όπως συνέβη άλλοτε στη Βαβυλώνα με τους Τρεις Παίδες, ουράνια βροχή κατέφθασε και έσβησε την κάμινο, απ’ όπου τους έβγαλαν ενώ υμνούσαν τον Θεό.

     Ο Σιλβανός διέταξε τότε να μεταβούν στη Χαλκηδόνα, όπου στις προσπάθειες να δελεασθούν τα παιδιά με πλούσια δώρα και βαρύτιμα αντικείμενα, προκειμένου να θυσιάσουν στον Δία, εκείνα αποκρίθηκαν: «Είθε να χαθούν οι τιμές σου μαζί σου σε αιώνιο θάνατο!». Εκτός εαυτού ο τύραννος, διέταξε να μεταφερθούν στο Βυζάντιο, όπου τα τέσσερα παιδιά αποκεφαλίσθηκαν, ο δε άγιος Λουκιλλιανός σταυρώθηκε σε τόπο έρημο, με καρδιά μπηγμένα στο κεφάλι, το στήθος, τα γόνατα και τα γεννητικά του όργανα.


     Μία νεαρή και ευσεβής παρθένος, ονόματι Παύλα, η οποία είχε συνδράμει τους αγίους ενώ βρίσκονταν φυλακισμένοι, αψηφώντας τις επανειλημμένες απαγορεύσεις και απειλές των ειδωλολατρών, καταγγέλθηκε στον κόμητα Σιλβανό. Συνελήφθη στη Νικομήδεια, κατ’ άλλους στο Βυζάντιο διότι φρόντιζε τον τάφο των μαρτύρων, παρουσιάστηκε ενώπιον του διοικητή και ομολόγησε ότι είχε οδηγηθεί στην Πίστη από τον ένδοξο Λουκιλλιανό. Δέκα άνδρες την χτυπούσαν εκ περιτροπής με λουριά, ενώ εκείνη έψελνε: «Μαστιγωνόμουν όλη τη μέρα, κι Εσύ, Κύριε, έγινες για μένα κραταιός βοηθός» (Ψαλμ. 72, 14· 70, 7). Καθώς παρέμενε κι αυτή ακλόνητη, την υπέβαλαν σε ραβδισμούς μέχρι του σημείου να συντριβούν όλα τα μέλη της. Προσευχόμενη, όμως, ένας άγγελος Κυρίου ήλθε να τη θεραπεύσει και τη διαβεβαίωσε ότι στον Ουρανό ο Λουκιλλιανός και τα τέσσερα παιδιά προσεύχονταν για να στερεωθεί στην Πίστη της. Οδηγήθηκε εκ νέου ενώπιον του Σιλβανού, ακτινοβολούσα και έμπλεη θάρρους, και διακήρυξε την ανυπομονησία της να λάβει με τη σειρά της τα τρόπαια της νίκης του μαρτυρίου της. Αφού συνέτριψαν τη σιαγόνα της, την έριξαν στη φυλακή. Κατόπιν την παρέδωσαν στην πυρά, αλλά με την παρέμβαση ενός αγγέλου διαφυλάχθηκε αβλαβής. Εκεί στο Βυζάντιο ετελειώθη δι’ αποκεφαλισμού, ενώ ανέπεμπε ευχαριστίες στον Θεό· στον ίδιο ακριβώς τόπο του μαρτυρίου του αγίου Λουκιλλιανού και των συν αυτώ τεσσάρων παιδιών.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Χορὸς Ἀγγελικός.
ς ἄστρον φαεινόν, ἐκ νυκτὸς τῆς ἀπάτης, ὦ Λουκιλλιανέ, εὐσεβῶς ἀναλάμψας, νομίμως ἠγώνισαι, καὶ τὸν δόλιον ἔκτεινας· ὅθεν πρέσβευε, σὺν τῇ θεόφρονι Παύλῃ, καὶ τοῖς τέσσαρσι, Παισὶ Χριστῷ Ἀθλοφόρε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Μαρτύρων Χριστοῦ, ἰσότιμος γεγένησαι, βασάνων σφοδρῶν, κατατολμήσας ἔνδοξε· καὶ σὺν Παύλῃ ἔκραζες, καὶ Παισὶ τοῖς θείοις τῷ Κτίστῃ σου· Ἰδοὺ ὡς πρόβατα σφαγῆς, θυόμεθα Σῶτερ, διὰ πόθον τὸν σόν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Σπόρον γεωργήσας τὸν λογικόν, Μαρτύρων ἐδρέψω, δι’ ἀθλήσεως τὸν καρπόν, δι’ οὗ τοὺς τιμῶντας, ὦ Λουκιλλιανέ σε, ἐκτρέφεις ἀπορρήτως, ἐν θείῳ Πνεύματι.


[ Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμος 10ος (Ιούνιος),
σελ. 40–42.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Φεβρουάριος, Αθήναι 2008.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

«ΕΙΜΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΙΛΛΙΑΝΟΣ!»


«ΕΙΜΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΙΛΛΙΑΝΟΣ!»


     Αφού τακτοποίησε κάπως το νέο του Κελλί, την Παναγούδα, ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος, εγκαταστάθηκε εκεί στα τέλη Μαΐου του 1979. Και ύστερα από λίγες ημέρες του συνέβη το πρώτο θαυμαστό γεγονός.

     Ήταν 2 Ιουνίου (με το παλαιό ημερολόγιο) και ήθελε να δει ποιος Άγιος γιόρταζε την επόμενη ημέρα, για να κάνει τον Εσπερινό με κομποσχοίνι. Επειδή τα Μηναία, που είχε φέρει από το Κελλί του «Τιμίου Σταυρού», ήταν ακόμη μέσα στα χαρτοκιβώτια, έψαχνε τα γυαλιά του για να διαβάσει τα μικρά γράμματα από ένα ημερολόγιο τσέπης που είχε πρόχειρο. Αφού έψαξε αρκετά και δεν τα βρήκε, άρχισε τον Εσπερινό της 3ης Ιουνίου· και, στο κομποσχοίνι για τον εορταζόμενο Άγιο, έλεγε: «Άγιοι της ημέρας, πρεσβεύσατε υπέρ ημών!». Και στη νυκτερινή του Ακολουθία, αφού πάλι έψαχνε επί ένα μισάωρο με τρία τέταρτα τα γυαλιά του και δεν τα έβρισκε, άρχισε να επαναλαμβάνει το ίδιο: «Άγιοι της ημέρας, πρεσβεύσατε υπέρ ημών!».

     Ξαφνικά, εμφανίσθηκε μπροστά του ένας λαμπροφόρος αξιωματικός, ο οποίος τον πλησίασε με καλωσύνη και πατρική στοργή, μεταδίδοντάς του μία ανέκφραστη αγαλλίαση.


     Ο Πατήρ Παΐσιος πήρε τότε θάρρος και τον ρώτησε:
     –Πού υπηρετούσατε και πώς λέγεστε;
     –Είμαι ο Άγιος Λουκιλλιανός, του είπε εκείνος.
     Ο Πατήρ Παΐσιος δεν άκουσε καλά και ρώτησε:
     –Ο Άγιος Λογγίνος;
     –Όχι, ο Άγιος Λουκιλλιανός, του είπε πάλι.
     Επειδή ο Γέροντας δεν θυμόταν ότι υπήρχε τέτοιος Άγιος, τον ξαναρώτησε:
     –Ο Άγιος Λουκιανός;
     –Όχι· ο Άγιος Λου-κιλ-λι-α-νός! επανέλαβε ο Άγιος προς τον Όσιο Παΐσιο, προφέροντας την κάθε συλλαβή του ονόματός του χωριστά.

     Και τότε ο Άγιος Λουκιλλιανός στράφηκε σε έναν νεαρό γιατρό με άσπρη ιατρική ποδιά, που ήταν δίπλα του, και του ζήτησε να εξετάσει τον Όσιο. Ο νεαρός αυτός γιατρός, ψηλός στο ανάστημα και με ολόλευκο λεπτό πρόσωπο, ήταν ο Άγιος Παντελεήμων, ο προστάτης της Σκήτης Κουτλουμουσίου, η οποία βρίσκεται απέναντι από το Κελλί της Παναγούδας. Αφού λοιπόν τον εξέτασε, είπε στον Άγιο Λουκιλλιανό τη διάγνωση: «Τα τραύματά του έχουν θεραπευθεί· μόνο για το δίπλωμα θα τα λάβουμε υπ’ όψιν μας».


     Όταν οι δύο Άγιοι έφυγαν, ο Όσιος ένιωθε μεγάλη χαρά και διπλή ξεκούραση. Έψαξε καλύτερα για τα γυαλιά του και, όταν τα βρήκε, είδε στο ημερολόγιο ότι στις 3 Ιουνίου ήταν η μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Λουκιλλιανού!

     «Είναι ζωντανή η παρουσία των Αγίων!», έγραψε σε επιστολή του, «Και όταν εμείς δεν τους βρίσκουμε, εκείνοι μας βρίσκουν! Ακόμη ο Άγιος με χορταίνει με την αγάπη του και με ξεκουράζει ψυχικά και σωματικά με την παραδεισένια χαρά που μου έδωσε».

     Την άλλη μέρα το πρωί, όταν ήρθε ο μοναχός που τον βοηθούσε, ο Γέροντας χαμογελώντας τον ρώτησε: «Άγιος Λουκιλλιανός, ε;» και του διηγήθηκε την εμφάνιση των Αγίων. Και όταν διάβασε το Συναξάρι του Αγίου, εξεπλάγη συνειδητοποιώντας την εξής «σύμπτωση»: ο κατά πλάτος Βίος του Αγίου, που βρίσκεται στην Ι. Μ. Ιβήρων, καταχωρείται στις 27 Φεβρουαρίου, ημερομηνία δηλαδή κατά την οποία του είχε εμφανισθεί η Αγία Ευφημία. Η σχέση αυτή του Μάρτυρος με την Αγία, που τόσο ευλαβείτο, αλλά και η εγγύτητα του χρόνου και ιδίως του τόπου του μαρτυρίου των δύο Αγίων, τον χαροποίησαν ιδιαίτερα.

     Έκτοτε ο Γέροντας Παΐσιος τιμούσε τον Άγιο Λουκιλλιανό κατ’ έτος και έβαλε την εικόνα του στην Εκκλησία του Κελλιού του. Πήγε κατόπιν στην Κουτλουμουσιανή Σκήτη και προσκύνησε τον Άγιο Παντελεήμονα. Ανέφερε δε ότι η εικόνα του στο προσκυνητάρι μοιάζει πολύ με την αγία μορφή του.

     Αυτό το θαυμαστό γεγονός παρηγόρησε τον Άγιο Γέροντα και έδιωξε την κόπωση και τις στενοχώριες που περνούσε εκείνη τη μεταβατική περίοδο με την εγκατάστασή του στην «Παναγούδα».


[ (1) «Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης»,
Κεφ. 12ο, §1, σελ. 386–388,
Έκδοσις Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Βασιλικά Θεσσαλονίκης,
Ιούνιος 20162.
(2) Ιερομονάχου Ισαάκ:
«Βίος Γέροντος Παϊσίου
του Αγιορείτου»,
Κεφ. ΙΒ΄, §2, σελ. 288–290,
Άγιον Όρος 20086.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2020

ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΓΛΥΚΕΡΙΑ


ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΓΛΥΚΕΡΙΑ


     Κατά το πρώτο έτος της βασιλείας του Αντωνίνου του Ευσεβούς (138) ζούσε στην Τραϊανούπολη μια νέα χριστιανή, θυγατέρα ενός υψηλόβαθμου Ρωμαίου αξιωματικού, αφιερωμένη στη στερέωση των ντόπιων χριστιανών στην Πίστη. Ανήμερα μιας ειδωλολατρικής εορτής, σφράγισε το μέτωπό της με το σημείο του Σταυρού και προχώρησε προς τον διοικητή Σαβίνο που παρευρισκόταν στον ναό, ομολογώντας θαρρετά και αβίαστα ότι ήταν δούλη του Χριστού. Ο Σαβίνος τη διέταξε να θυσιάσει στους θεούς· εκείνη κατευθύνθηκε προς τα είδωλα και, με την επίκληση του Ονόματος του Σωτήρος Χριστού, κατακρήμνισε το άγαλμα του Διός και στη συνέχεια το συνέτριψε. Οι ειδωλολάτρες όρμησαν καταπάνω της με λύσσα και επιχείρησαν να τη λιθοβολήσουν, αλλά οι πέτρες δεν μπορούσαν να την πλήξουν. Την κρέμασαν τότε από τα μαλλιά και της ξέσχισαν τη σάρκα με σιδερένια νύχια, κατόπιν δε, την έριξαν στη φυλακή και την άφησαν εκεί δίχως τροφή και νερό επί πολλές ημέρες. Άγγελος Κυρίου όμως της έφερνε τροφή και ενδυνάμωνε μέσα της την ελπίδα των μελλόντων αγαθών. Έτσι, όταν ο διοικητής την κάλεσε πάλι να παρουσιασθεί, με κατάπληξη την είδε να εμφανίζεται μπροστά του χαίροντας άκρας υγείας και λάμποντας από την παρρησία της προς τον Θεό.


     Ο Σαβίνος έπρεπε να μεταβεί στην Ηράκλεια της Θράκης και πήρε μαζί του τη Γλυκερία. Έγινε δεκτή με σεβασμό από τον επίσκοπο Δομίτιο και τους χριστιανούς που είχαν πληροφορηθεί τον ανδρείο αγώνα της. Παρουσιάσθηκε ξανά στο δικαστήριο, καταδικάσθηκε να καεί ζωντανή, όμως μια ουράνια δρόσος έπεσε και έσβησε την κάμινο στην οποία την είχαν ρίξει. Ο δικαστής τότε έδωσε εντολή να γδάρουν το δέρμα της κεφαλής της και την οδήγησαν πίσω στη φυλακή εν αναμονή νέων βασανισμών. Και αυτή τη φορά, άγγελος Κυρίου ήλθε να τη συνδράμει. Μπροστά σε παρόμοια θεϊκά σημεία, ο δεσμοφύλακας Λαοδίκιος μεταστράφηκε στην Πίστη του Χριστού και σύντομα καταδικάσθηκε σε αποκεφαλισμό.


     Τέλος, η αγία παραδόθηκε στα άγρια θηρία. Ένα λιοντάρι χίμηξε με μανία καταπάνω της, αλλά αίφνης έκοψε την ορμή του και ήλθε να γλείψει τρυφερά τα πόδια της. Ένα άλλο λιοντάρι όρμηξε και, με μια ελαφριά δαγκωματιά, δίχως όμως να της προκαλέσει το παραμικρό τραύμα, επέτρεψε στη Γλυκερία να συναντήσει μέσα σε αγαλλίαση τον επουράνιο Νυμφίο της.


     Ο δικαστής βρήκε λίγο αργότερα άθλιο θάνατο, ενώ ο επίσκοπος πήγε να ενταφιάσει το σκήνωμα της ανδρείας αθλήτριας του Χριστού, όχι μακριά από την πόλη. Στον τόπο εκείνο ανηγέρθη αργότερα μέγας και περίλαμπρος ναός, όπου ετιμάτο η αγία Γλυκερία από όλους τους κατοίκους της Ηράκλειας, της οποίας έγινε πολιούχος. Το λείψανό της κατόπιν μεταφέρθηκε στη Λήμνο. Από την κάρα της, που παρέμεινε στην Ηράκλεια, εξακολουθούσε να αναβλύζει πανευώδες μύρο, το οποίο ως πηγή ζώσα θεράπευε πλήθος προσκυνητών.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν καλλιπάρθενον, Χριστοῦ τιμήσωμεν, τὴν ἀριστεύσασαν, πόνοις ἀθλήσεως, καὶ ἀσθενείᾳ τῆς σαρκός, τὸν ὄφιν καταβαλοῦσαν· πόθῳ γὰρ τοῦ Κτίσαντος, τῶν βασάνων τὴν ἔφοδον, παρ’ οὐδὲν ἡγήσατο, καὶ θεόθεν δεδόξασται· πρὸς ἣν ἀναβοήσωμεν πάντες· χαίροις θεόφρον Γλυκερία.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τὴν Παρθένον στέργουσα, καὶ Θεοτόκον Μαρίαν, διετήρεις ἄφθορον, τὴν σεαυτῆς παρθενίαν· πόθῳ δέ, καρδιωθεῖσα τῷ Κυρίῳ, ἤθλησας, ἀνδρειοφρόνως μέχρι θανάτου· διὰ τοῦτο Γλυκερία, διπλῷ στεφάνῳ, σὲ στέφει Χριστὸς ὁ Θεός.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Μύρον πολυσύνθετον τῷ Χριστῷ, ἐξ ἁγνείας πόνων, καὶ αἱμάτων τοῖς σταλαγμοῖς, προσενεγκαμένη, θεόφρον Γλυκερία, ἐν μύροις θεοβρύτοις, λαμπρῶς δεδόξασαι.




[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 153–154.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2020

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΜΩΚΙΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΜΩΚΙΟΣ


     Ο άγιος Μώκιος γεννήθηκε στην Αμφίπολη της Μακεδονίας από γονείς ευγενείς καταγόμενους από τη Ρώμη· χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και για πολλά χρόνια επέδειξε φλογερό ζήλο κηρύττοντας το Ευαγγέλιο και παραινώντας τους συμπολίτες του να αρνηθούν τη ψυχόλεθρη λατρεία των ειδώλων. Το 19ο έτος της βασιλείας του Διοκλητιανού (303), ειδωλολάτρες κατήγγειλαν τον Μώκιο στον ανθύπατο Λαοδίκιο, ο οποίος είχε μόλις φθάσει στην πόλη για να λάβει μέρος στις εορτές προς τιμήν του Διονύσου. Οδηγήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου ο στρατιώτης του Χριστού και, ακτινοβολώντας πλήρης παρρησίας, αποκρίθηκε με σθένος στον δικαστή ότι γι’ αυτόν δεν υπήρχε άλλη ζωή εκτός από τον Χριστό και για τον λόγο αυτό πάσχιζε να βγάλει τους ανθρώπους από τα σκοτάδια και να τους φέρει στο φως της Αλήθειας.

     Οργισμένος από την τόλμη αυτή, ο Λαοδίκιος διέταξε να τον απλώσουν στο ξύλο και να ξεσχίσουν τις σάρκες του με το μαστίγιο μέχρι να φανούν τα κόκκαλα. Αλλά από το μαρτύριο αυτό ο μάρτυρας άντλησε νέες δυνάμεις και με μεγαλύτερη ακόμη τόλμη ομολόγησε πάλι την πίστη του ενώπιον του δικαστηρίου. Ο ανθύπατος έδωσε τότε εντολή να ανάψουν κάμινο με κλαδιά και στυπεία για να τον τρομοκρατήσει. Ο Μώκιος υποκρίθηκε ότι ενδίδει και δέχθηκε να οδηγηθεί στον ναό του Διονύσου. Μόλις όμως εισήλθε εκεί, οπλισμένος με το σημείο του Σταυρού και επικαλούμενος το Όνομα του Παντοδύναμου Χριστού, το άψυχο είδωλο κατακρημνίστηκε με φοβερό πάταγο. Αμέσως τον έριξαν στην κάμινο, αλλά ο άγιος διαφυλάχθηκε από τις φλόγες, ενώ οι παρευρισκόμενοι τον έβλεπαν σώο και αβλαβή μαζί με άλλα τρία πρόσωπα, ένα εκ των οποίων είχε όψη λαμπρότερη από τον ήλιο. Τότε η φλόγα ξεχύθηκε έξω από την κάμινο και κατέκαυσε τον ανθύπατο και εννέα ιερείς του Διονύσου.


     Ο Μώκιος στη συνέχεια φυλακίσθηκε με εντολή του πρίγκιπα Θαλασσίου. Είκοσι έξι μέρες αργότερα, έφθασε στην Αμφίπολη ο αντικαταστάτης του Λαοδικίου, Μαξιμίνος· και μαθαίνοντας τα γεγονότα, κάλεσε ενώπιόν του τον άγιο, ο οποίος όχι μόνο δεν έδειξε δειλία ή υποταγή, αλλά διακήρυξε με ακόμη λαμπρότερο τρόπο τη νίκη του Χριστού επί των ειδώλων, δηλώνοντας πως θα προτιμούσε χίλιους θανάτους από το να φανεί αχάριστος απέναντι στον Θεό. Ο Μαξιμίνος έδωσε εντολή να τον δέσουν σε δύο τροχούς, που περιστρεφόμενοι συνέθλιβαν και κομμάτιαζαν τα δυστυχή θύματα. Ενώ το αίμα του αγίου μάρτυρος έτρεχε άφθονο στη γη, εκείνος ανέπεμψε ύμνο ευχαριστίας προς τον Θεό και αίφνης οι τροχοί εξαρθρώθηκαν και αχρηστεύθηκαν, με αποτέλεσμα ο αθλητής του Χριστού να παρουσιασθεί ξανά στο δικαστήριο αιμόφυρτος, αλλά αβλαβής.

     Τρεις ημέρες αργότερα, τον έριξαν στα θηρία στο αμφιθέατρο. Αυτά όμως έρχονταν να γλείψουν με τρυφερότητα τις πληγές του αγίου, ενώ το πλήθος θαυμάζοντας ανέκραζε ζητώντας την απελευθέρωση του στρατιώτη του Χριστού. Αναγκασμένος να ενδώσει στο λαϊκό αίτημα, ο Μαξιμίνος έστειλε τον Μώκιο στην Πέρινθο της Θράκης, όπου μετά από οκτώ ημέρες κράτηση ο έπαρχος Φιλιππήσιος διέταξε να τον μεταφέρουν στο Βυζάντιο. Ο άγιος Μώκιος οδηγήθηκε ενώπιον του τοπικού δικαστηρίου της άσημης, τότε, εκείνης πόλης και υποδέχθηκε την καταδίκη του σε θάνατο με νέα προσευχή ευχαριστίας. Ζήτησε από τον Θεό να συγχωρήσει τον λαό αυτό που ενεργούσε έτσι από άγνοια και να ικέτευσε τον Κύριο της Δόξης να τον οδηγήσει στη γνώση της Αλήθειάς Του. Τη στιγμή που η κεφαλή του έπεφτε κάτω από το ξίφος, ακούστηκε φωνή εξ ουρανού που χαιρέτιζε την είσοδο του γενναίου αθλητή στον χορό των αγίων. Επίσκοποι που παρευρίσκονταν εκεί, ενταφίασαν το σκήνωμά του σε κοντινή απόσταση από την πόλη. Αργότερα ανεγέρθηκε στο μέρος εκείνο μέγας και περικαλλής ναός προς τιμήν του αγίου Μωκίου, ο οποίος εξελίχθηκε σε έναν από τους επιφανέστερους της Βασιλεύουσας και στον οποίο προσαρτήθηκε πιο μετά ιερά μονή, όπου ετιμάτο ιδιαίτερα και το σκήνωμα του αγίου Σαμψών του Ξενοδόχου [27 Ιουν.]. Ίσως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η τελείωση του αγίου αυτού μάρτυρος την ίδια ακριβώς ημέρα που επιτελείται η ανάμνηση των Εγκαινίων της Κωνσταντινουπόλεως, ασφαλώς δεν είναι τυχαία.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Χορὸς Ἀγγελικός.
Χριστῷ ἱερουργῶν, ἱερεὺς ὢν τῆς δόξης, θυσίαν λογικήν, καὶ ὁλόκληρον θῦμα, ἀθλήσεως ἄνθραξι, σεαυτὸν προσενήνοχας· ὅθεν Μώκιε, διπλῷ στεφάνῳ σε στέφει, ὁ δοξάσας σε, ὡς δοξασθείς σου τοῖς ἄθλοις, Χριστὸς ὁ φιλάνθρωπος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Καθοπλισθείς, τῷ θυρεῷ τῆς πίστεως, τῶν ἀσεβῶν, τὰς παρατάξεις ἔτρεψας, καὶ ἐδέξω δόξης στέφανον, παρὰ Κυρίου μάκαρ Μώκιε· διὸ μετὰ Ἀγγέλων ἀγαλλόμενος, περίσωζε κινδύνων τοὺς ὑμνοῦντάς σε, πρεσβεύων ἀπαύστως, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Μωκώμενος πλάνην τὴν δυσσεβῆ, ὡς τῆς εὐσεβείας, θεορρήμων ἱερουργός, ᾔσχυνας τοῖς ἄθλοις, ἐν ἀσθενείᾳ Μάρτυς, τοῦ σκότους τὸν προστάτην, Μώκιε ἔνδοξε.





[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 123–125.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


ΤΑ ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


     Όταν ο άγιος Κωνσταντίνος ο Μέγας [21 Μαΐου] είχε περιτειχίσει και επεκτείνει την πόλη του Βυζαντίου, την οποία είχε επιλέξει ως πρωτεύουσα της χριστιανικής Αυτοκρατορίας, την 11η Μαΐου 330, μετά την επίσημη αφιέρωση της Πόλεως στην Παναγία Θεοτόκο, τέθηκε με τον Πατριάρχη επικεφαλής μιας μεγάλης λιτανείας, στην οποία συμμετείχε κλήρος και λαός. Φθάνοντας στον Φόρο, τοποθετήθηκε στην κορυφή μιας στήλης από πορφυρίτη ο ανδριάντας του αυτοκράτορα, αφού εναποτέθηκαν στη κεφαλή του αγάλματος οι άγιοι Ήλοι, δηλαδή τα καρφιά με τα οποία σταύρωσαν τον Χριστό [6 Μαρτ.], ενώ κάτω από τη στήλη υπήρχαν τα δώδεκα κοφίνια τα οποία δέχθηκαν τα περισσεύματα από το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων (Ματθ. 14, 13-21· Μάρκ. 6, 30-44· Λουκ. 9, 10-17· Ιωάν. 6, 1-15). Έκτοτε το γενέθλιο της Πόλεως εορταζόταν κάθε χρόνο με λαμπρότητα, με λιτανεία που ξεκινούσε από τον Φόρο και κατέληγε στην Αγία Σοφία.


     Σε πολλές περιστάσεις η Παναγία Θεοτόκος έθεσε υπό τη σκέπη της τη Βασιλεύουσα, η οποία με τους λαμπρούς ναούς και τα αναρίθμητα λείψανα αγίων κατέστη προτύπωση της ουράνιας Ιερουσαλήμ. Όταν, το έτος 626, επιτέθηκαν από κοινού Άβαροι και Πέρσες, η εικόνα της Θεοτόκου απώθησε θαυματουργικά τους εχθρούς. Ένα παρόμοιο θαύμα επαναλήφθηκε κατά τη βασιλεία του Λέοντος του Ισαύρου, όταν τράπηκαν σε φυγή οι Άραβες που πολιορκούσαν την Πόλη επί τρία χρόνια. Παρόμοια σε περιόδους λοιμών και φυσικών καταστροφών, η Υπεραγία Θεοτόκος δεν έπαυσε να παρέχει την προστασία της, μέχρι τα χρόνια που σύμφωνα με τις ανεξιχνίαστες βουλές της θείας Πρόνοιας, η περίτρανη Πόλις και η χιλιετής Αυτοκρατορία εξαφανίσθηκαν από τη σκηνή της ιστορίας (1453)· παραμένουν όμως για τους χριστιανούς νεκρέγερτες αναφορές ιερών προσδοκιών της ρωμαίικης παλιγγενεσίας καθώς και σύμβολα της μελλούσης ατελεύτητης και αδιάδοχης Βασιλείας.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄.
Τῆς Θεοτόκου ἡ πόλις, τῇ Θεοτόκῳ προσφόρως, τὴν ἑαυτῆς ἀνατίθεται σύστασιν· ἐν αὐτῇ γὰρ ἐστήρικται διαμένειν, καὶ δι’ αὐτῆς περισώζεται καὶ κραταιοῦται, βοῶσα πρὸς αὐτήν· χαῖρε ἡ ἐλπίς, πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄. Ταῖς τῶν αἱμάτων.
ς περιούσιος κλῆρος ἡ πόλις σου, προσανατίθεται Κόρη τῇ σκέπῃ σου· ἣν σκέποις ἀμάχῳ ἰσχύϊ σου, σοὶ ἀφορῶσαν Παρθένε καὶ κράζουσαν· Σὺ εἶ τοῦ λαοῦ σου ἀσφάλεια.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ
Πόλις ἡ περίοπτος τοῦ Χριστοῦ, Κεχαριτωμένη, Παντευλόγητε Μαριάμ, ἥνπερ ἔσχες πόλιν, ὡς σχοίνισμα καὶ κλῆρον, φυλάττοις τε καὶ σώζοις, τῇ προμηθείᾳ σου.




[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 126.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο, 9 Μαΐου 2020

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑΪΑΣ


Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΣΑΪΑΣ


     Ο άγιος προφήτης Ησαΐας γεννήθηκε περί το 765 π.Χ., στο βασίλειο του Ιούδα την εποχή που ο εβραϊκός λαός, σκληρά διαιρεμένος μεταξύ των αντιπάλων βασιλέων του Ισραήλ (με πρωτεύουσα τη Σαμάρεια) και του Ιούδα (με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ), επρόκειτο να περάσει μία από τις τραγικότερες περιόδους της ιστορίας του, η οποία θα ολοκληρωνόταν με την οριστική καταστροφή του βασιλείου της Σαμάρειας. Ο Ησαΐας άσκησε το λειτούργημά του επί σαράντα έτη, κατά τα οποία η αυτοκρατορία των Ασσυρίων δέσποζε στην Ανατολή, απειλώντας όλο και περισσότερο τα εβραϊκά βασίλεια και τους γείτονές τους. Σφηνωμένο μεταξύ Ασσυρίων και Αιγυπτίων, με τον διαρκή πειρασμό να προσφύγει σε συμμαχία με τον έναν από τους εχθρούς του εναντίον του άλλου, το βασίλειο του Ιούδα είχε πλέον διαφθαρεί από την επίδραση που ασκούσαν οι ξένες λατρείες, από τη διαστροφή της ηθικής, συνέπεια της υλικής ευμάρειας, και από την περιφρόνηση του Νόμου του Θεού. Μεταξύ του λαού, η μαγεία, η νεκρομαντεία και κάθε είδους δεισιδαίμονες πρακτικές, υποκαθιστούσαν τη λατρεία που όριζε ο Νόμος, και ακόμη και εκείνοι που παρέμεναν πιστοί στη λατρεία του Κυρίου στον Ναό αρκούνταν σε μια θρησκευτικότητα τυπολατρική και υποκριτική, τιμώντας έτσι «μονάχα με τα χείλια τους τον Θεό, ενώ η καρδιά τους πόρρω απείχε από Αυτόν» (Ησ. 29, 13).


     Το έτος που πέθανε ο βασιλιάς Οζίας (740), ενώ ο Ησαΐας βρισκόταν στον Ναό, ο Ησαΐας είδε να παρουσιάζεται ο Θεός με όλη Του τη δόξα, καθήμενος πάνω σε υπερυψωμένο θρόνο και περιβαλλόμενος από εξαπτέρυγα Σεραφείμ που αναβοούσαν: «Άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ!». Στο άκουσμα της υπερκόσμιας φωνής αυτής, σείστηκαν οι παραστάτες της θύρας και ο Ναός γέμισε καπνό, όπως άλλοτε το όρος Σινά (βλ. Έξ. 19). Πέφτοντας έντρομος κάτω στη γη ο Ησαΐας ομολόγησε την αναξιότητά του λέγοντας: «Αλίμονό μου, χάθηκα, ο ταλαίπωρος! Γιατί εγώ είμαι άνθρωπος που έχει ακάθαρτα χείλη και κατοικώ ανάμεσα σ’ έναν λαό που έχει κι αυτός ακάθαρτο στόμα και, να, που τώρα είδα με τα μάτια μου τον Βασιλιά, τον Κύριο Σαβαώθ, δηλαδή τον Κύριο του σύμπαντος!» (Ησ. 6, 4). Τότε πέταξε ένα Σεραφείμ και ήλθε κοντά του κρατώντας στο χέρι ένα κάρβουνο αναμμένο που είχε πάρει με μια Λαβίδα από το Θυσιαστήριο. Άγγιξε με αυτό το στόμα του και είπε: «Κοίτα, αυτό άγγιξε τα χείλη σου και η ανομία σου εξαλείφθηκε· αυτό και σε καθάρισε από τις αμαρτίες σου!» (Ησ. 6, 7). Αυτά ακριβώς τα σεραφειμικά λόγια τα επαναλαμβάνει ο λειτουργός ιερέας μετά τη μετάληψή του μέσα στο ιερό Βήμα. Όλες οι λεπτομέρειες του μεγαλειώδους οράματος αυτού, που βρίσκεται στο 6ο κεφάλαιο του Ησαΐα, θεωρήθηκαν από τους Πατέρες ως τύπος και σημείο της εμφάνισης του Θεού στον άνθρωπο, τόσο κατά τη θεία Λειτουργία όσο και στη μυστική θεωρία στον αφανή δρόμο του αγιασμού και της θεώσεως των πιστών. Η δε πυρφόρος Λαβίδα είναι η εκπληκτική προτύπωση της Κυρίας Θεοτόκου, η οποία μέσα στην άχραντη κοιλία της, διά της θείας Χάριτος και της ευδοκίας του Τριαδικού Θεού, μπόρεσε και βάσταξε ανερμηνεύτως το πυρακτωμένο κάρβουνο της Θεότητος του Υιού και Λόγου του Θεού. Εκείνος, που ονομάσθηκε ο «προφήτης με τα καμένα χείλη», προσφέρθηκε ο ίδιος να αποσταλεί στον απειθούντα λαό που πολλάκις είχε αρνηθεί τον Κύριο, για να του αναγγείλει το θέλημα του Θεού, ελπίζοντας ότι θα τον οδηγήσει σε μετάνοια.


     Λίγο μετά το όραμα αυτό, ο Ησαΐας νυμφεύθηκε και έδωσε στους δύο γιους του ονόματα που προέλεγαν το ένα τις επερχόμενες δοκιμασίες και το άλλο το «καταλειφθέν», που έπρεπε να επιβιώσει για να γίνει ο σπόρος ενός νέου λαού. Κατά τα πρώτα έτη του λειτουργήματός του, ο Ησαΐας απηύθυνε το κήρυγμά του στο βασίλειο της Σαμάρειας, καταγγέλλοντας τα σκάνδαλα και τη ψευδή ελπίδα σε έναν Θεό συμβιβαστικό. Επιστρέφοντας κατόπιν στην Ιερουσαλήμ, όπου παρέμεινε όλη την υπόλοιπη ζωή του, ο άγιος προφήτης επικαλέστηκε τους ουρανούς και τη γη ως μάρτυρες της αχαριστίας του λαού που αποστράφηκε τον Θεό για να παραδοθεί στη διαφθορά και την ειδωλολατρία. Ανήγγειλε ότι ο Κύριος δεν θα ανεχθεί άλλο την υποκριτική λατρεία, τις θυσίες και τις προσευχές του: «Να, τι λέγει ο Κύριος· Λουστείτε και εξαγνιστείτε! Να μη βλέπουν τα μάτια Μου τις πονηρές σας πράξεις· πάψτε να κάνετε το κακό! Μάθετε στη ζωή σας να κάνετε το καλό, επιδιώξτε τη δικαιοσύνη και βοηθείστε τον καταπιεσμένο συνάνθρωπο, αποδώστε το δίκιο στο ορφανό και υποστηρίξτε την υπόθεση της χήρας. Ελάτε να κριθούμε με λόγο αναμεταξύ μας· κι αν είναι οι αμαρτίες σας κόκκινες σαν το αίμα, μα σαν το χιόνι θα μπορούσαν να γίνουν λευκές. Μόνο αν θέλατε να Μ’ ακούσετε! Τότε θ’ απολαμβάνατε όλα τ’ αγαθά της γης. Εσείς, όμως, αντιστέκεστε και αποστατείτε. Γι’ αυτό τον λόγο θα γίνετε στο τέλος η τροφή του ξίφους. Εγώ, ο Κύριος, σας το λέω αυτό!» (Ησ. 16-18). «Διότι θα επέλθει ημέρα Κυρίου και το υπερήφανο ύψος του ανθρώπου θα υποκύψει και κάθε τους έπαρση θα ταπεινωθεί. Μονάχα ο Κύριος θα εξυψωθεί τη μέρα εκείνη» (Ησ. 2, 17). Οι καταστροφές που προφήτευε έγιναν πραγματικότητα λίγα χρόνια αργότερα, όταν ο βασιλιάς της Δαμασκού, Ραασούν, και ο βασιλιάς του Ισραήλ, Φακεέ, θέλησαν να παρασύρουν τον βασιλιά Άχαζ του Ιούδα σε συμμαχία εναντίον του βασιλιά της Ασσυρίας Θαγλαθφελλασάρ Γ΄. Εκείνος αρνήθηκε· και τότε οι δύο ηγεμόνες επιτέθηκαν στο βασίλειο του Ιούδα. Αντί να εμπιστευθεί τον Θεό, ο Άχαζ στράφηκε στους Ασσυρίους, παρά τις προειδοποιήσεις του Ησαΐα για τους κινδύνους που ελλόχευε το διάβημα αυτό. Και ενώ μέσα σε μεγάλη αναταραχή ο λαός της Ιερουσαλήμ προετοιμαζόταν για την πολιορκία, ο Ησαΐας παρουσιάστηκε ενώπιον του βασιλέως που επέβλεπε τα οχυρωματικά έργα και του είπε: «Πρόσεξε! Μείνε ήσυχος· μη φοβηθείς και μη δειλιάσεις απ’ αυτούς τους δύο δαυλούς που καπνίζουν… Μετά από εξήντα πέντε χρόνια θα συντριφτεί το βασίλειο του Εφραίμ [το βασίλειο του βορρά] και ο λαός του δεν θα υπάρχει πια!» (Ησ. 7, 4-8). Ο Άχαζ παρέμενε δύσπιστος και τότε ο Ησαΐας πρόφερε τη σαφέστερη σε όλη την Παλαιά Διαθήκη προφητεία για την έλευση του Μεσσία, «Σημείο» με το οποίο όλοι οι άνθρωποι θα κληθούν στη Σωτηρία: «Γι’ αυτό ο Ίδιος ο Κύριος θα σας δώσει ένα Σημείο: Να, η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει Γιο, ο Οποίος θα ονομαστεί “Εμμανουήλ” [δηλαδή “Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός”–“Είναι μαζί μας ο Θεός”]» (βλ. Ησ. 7, 14 και Ματθ. 1, 23). Όπως συμβαίνει με όλες τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, η πρόρρηση αυτή μπορεί να εννοηθεί σε δύο επίπεδα: ο Εμμανουήλ θα είναι ο Εζεκίας, ο δίκαιος βασιλιάς που θα αποκαταστήσει το βασίλειο του Ιούδα, αλλά είναι συνάμα και ο Μεσσίας, ο Ιησούς Χριστός, που θα έλθει να εγκαινιάσει την εσχατολογική εποχή του νέου Ισραήλ. Λίγο αργότερα θα διευκρινίσει ότι το Παιδί αυτό θα καθίσει στον θρόνο του Δαβίδ, θα λάβει κάθε εξουσία και θα φέρει τα Ονόματα: «Θεὸς ἰσχυρός», «μεγάλης βουλῆς Ἄγγελος», «Πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος», «Ἄρχων εἰρήνης» (Ησ. 9, 5-7). Ο προφήτης του Υψίστου ανήγγειλε επίσης τις συμφορές που επρόκειτο σύντομα να ενσκήψουν πάνω στη Δαμασκό και τη Σαμάρεια. Το 733, ο Θαγλαθφελλασάρ επιτέθηκε στη Δαμασκό, φόνευσε τον Ραασούν, ερήμωσε κατόπιν τη Γαλιλαία και έστειλε τους κατοίκους της στην εξορία.


     Ο θάνατος του βασιλιά των Ασσυρίων, λίγο αργότερα (727), αναπτέρωσε τις ελπίδες του βασιλιά της Σαμάρειας, ο οποίος επιχείρησε να επαναστατήσει. Κατά την περίοδο αυτή, ο Ησαΐας δεν έπαψε να μέμφεται την ασύνετη αυτή πολιτική, που βασιζόταν σε φρούδες ελπίδες για υποστήριξη από πλευράς της Αιγύπτου και η οποία έμελλε να καταδικάσει σε οριστική καταστροφή το βασίλειο του Ισραήλ: «Θα ποδοπατηθεί το στέμμα της αλαζονείας των μεθυσμένων του βασιλείου του Εφραίμ!» (Ησ. 28, 3). Θα έλθει ισχυρός αντίπαλος, ο οποίος, σαν αιφνίδιο χαλάζι που αφανίζει τα σπαρτά και σαν καλοκαιρινή καταιγίδα που ρημάζει τα σπίτια, θα ανατρέψει τα πάντα. Και όντως, μετά από τριετή πολιορκία (το 721· βλ. Δ΄ Βασιλ. 17), η υπερήφανη Σαμάρεια καταστράφηκε από τους Ασσύριους· ωστόσο, ο Ησαΐας διακήρυξε ότι αφού χρησιμεύσουν για κάποιο διάστημα ως όργανο της θεϊκής οργής, οι Ασσύριοι θα συντριβούν τελικά από τον Εμμανουήλ (Ησ. 8, 9).


     Μετά την πτώση του βασιλείου του Βορρά, ο προφήτης αποσύρθηκε από τα κοινά, μέχρι τα πρώτα έτη της βασιλείας του Εζεκία (περί το 713). Διάφοροι γείτονες λαοί, ωθούμενοι από την Αίγυπτο, πρότειναν τότε στο βασίλειο του Ιούδα να προσχωρήσει σε μια νέα συμμαχία εναντίον του Ασσύριου δυνάστη. Ο Ησαΐας διέτρεχε επί τρία χρόνια τους δρόμους της Ιερουσαλήμ, γυμνός και ανυπόδητος, ως σημείο και οιωνός που ανήγγελλε ότι οι φρούδες ελπίδες για τη συνδρομή της Αιγύπτου θα έφερναν την καταστροφή, την εξορία και την απογύμνωση (Ησ. 20, 2-6). Η πρόρρηση αυτή σύντομα επιβεβαιώθηκε με την κατάληψη της Αζώτου, στη χώρα των Φιλισταίων, η οποία είχε εξεγερθεί και εκείνη εναντίον των Ασσυρίων, υπολογίζοντας στη βοήθεια της Αιγύπτου, και την καταστροφή της ακολούθησε εκείνη της Μωάβ, της Εδώμ και της Βαβυλώνας.


     Μετά τον θάνατο του Σαργών Β΄ (Αρνά), βασιλιά της Ασσυρίας, τον οποίο διαδέχθηκε ο γιος του Σενναχηρίμ, πολλά έθνη επαναστάτησαν με την υποκίνηση Φιλισταίων και Φοινίκων. Παρά τη θαυματουργική θεραπεία του και το σημείο που του έδωσε ο Θεός, ο Οποίος, διά της φωνής του Ησαΐα, έκανε να οπισθοχωρήσει η σκιά δέκα σκαλοπάτια (Ησ. 38), ο Εζεκίας αρνήθηκε να εμπιστευθεί τον Θεό και προσχώρησε στη συμμαχία. Διέταξε να γίνουν προετοιμασίες για να αντιμετωπισθεί πολιορκία στην Ιερουσαλήμ, επιδιόρθωσε τα προτειχίσματα, διπλασίασε τις οχυρώσεις και έδωσε εντολή να σκάψουν δεξαμενή για να εξασφαλισθούν αποθέματα νερού. Ακαταπόνητος υπερασπιστής των θείων δικαιωμάτων, ο Ησαΐας βγήκε από τη σκιά και έμεμψε τους Εβραίους που έκαναν όλες αυτές τις προετοιμασίες αντί να κλαίνε, να πενθούν και να μετανοήσουν. Κατήγγειλε με σφοδρότητα τις μάταιες ελπίδες που συνέχιζαν να εναποθέτουν στα άρματα και στα άλογα της Αιγύπτου –σε αυτόν τον λαό που δεν φέρνει καμία βοήθεια, ούτε όφελος, αλλά μόνο όλεθρο και σύγχυση– αντί να προσβλέπουν στον Θεό του Ισραήλ, σε Εκείνον που δεν ανακαλεί ποτέ τον λόγο Του και ανατρέπει ως πύρινος χείμαρρος όλες τις επηρμένες δυνάμεις του κόσμου τούτου (Ησ. 31, 1). Και πρόφερε τον εξής φοβερό λόγο: «Μέχρι να πεθάνετε, δεν πρόκειται να σας συγχωρεθεί αυτή η αμαρτία σας!» (Ησ. 22, 14). Παρά τις προσπάθειες και τις επικρίσεις του προφήτη, τα έθνη εξεγέρθηκαν, προκαλώντας σαρωτικά αντίποινα εκ μέρους του Σενναχηρίμ, ο οποίος, ερημώνοντας τα πάντα στο πέρασμά του, συνέτριψε τις εστίες αντίστασης στην Παλαιστίνη και πολιόρκησε την Ιερουσαλήμ με ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις (701). Ο Εζεκίας τού προσέφερε όλον τον χρυσό, το ασήμι και τα πολύτιμα σκεύη που διέθετε, αδειάζοντας για τον σκοπό αυτό το θησαυροφυλάκιο και τον Ναό (βλ. Δ΄ Βασιλ. 18), αλλά ο βασιλιάς της Ασσυρίας δεν ικανοποιήθηκε με όλα αυτά και επιθυμούσε να εξασφαλίσει την παράδοση της πόλεως. Τη φορά αυτή ο Ησαΐας παρουσιάσθηκε ενώπιον του βασιλέως και του τρομοκρατημένου λαού, όχι για να απειλήσει, αλλά για να αναγγείλει ότι ο Θεός επρόκειτο να τιμωρήσει την αλαζονική αυτοπεποίθηση του βασιλιά της Ασσυρίας και να ελευθερώσει τον λαό Του, όπως τον είχε απελευθερώσει άλλοτε από τους Αιγυπτίους στην Ερυθρά Θάλασσα. Ο Ασσύριος βασιλιάς θα υπέκυπτε στο ξίφος της θείας δικαιοσύνης και η θυγατέρα της Σιών θα τον χλεύαζε και θα τον καταφρονούσε. Έτσι τη νύχτα εκείνη άγγελος Κυρίου θανάτωσε 185.000 ανθρώπους στο στρατόπεδο των Ασσυρίων. Ο Σενναχηρίμ έλυσε σύντομα την πολιορκία και επέστρεψε στη Νινευί, όπου δολοφονήθηκε μέσα στον ναό του θεού Νασαράχ (Ησ. 37, 38).


     Έχοντας εκπληρώσει την αποστολή του, ο Ησαΐας επέστρεψε στην ησυχία. Λέγεται πως κατά τους χρόνους της βασιλείας του Μανασσή (687-642), ο οποίος ξεπέρασε όλους τους προκατόχους του σε ασέβεια και σκληρότητα, χωρίς να χαριστεί ούτε καν στους προφήτες που του υπενθύμιζαν τον Νόμο του Θεού, ο Ησαΐας κόπηκε στα δύο με ξύλινο πριόνι. Το γεγονός αυτό εμπεριέχεται στο απόκρυφο «Μαρτύριον του Ησαΐα», αλλά επιπλέον μαρτυρείται και ως παράδοση σε εδάφιο στην προς Εβραίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου (βλ. Εβρ. 11, 37). Στη «Διαθήκη» του, ο προφήτης υπενθυμίζει στον λαό ότι η σωτηρία του βρίσκεται στην επιστροφή του προς τον Θεό και στην ησυχία, επειδή όμως ο λαός εκ των πραγμάτων δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο, αλλά εμπιστεύεται την οδό της πλάνης και της απιστίας, ετοιμάζει για τον εαυτό του την οριστική καταστροφή. Για όσους όμως έχουν την ελπίδα τους στον Θεό, ισχύει το εξής: «Παρ’ όλ’ αυτά, ο Κύριος προσμένει να σας σπλαχνιστεί· είναι έτοιμος να σηκωθεί και να σας ελεήσει, γιατί ο Κύριος είναι Θεός δικαιοσύνης και μακάριοι εκείνοι που Τον εμπιστεύονται!» (Ησ. 30, 18).


     Το Βιβλίο του προφήτη Ησαΐα υπερέχει από όλα τα προφητικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, όχι μόνο χάρη στη μεγαλόπνευστη ομορφιά της ποιητικής έκφρασης, αλλά πρωτίστως λόγω της ακρίβειας των προρρήσεών του όσον αφορά την έλευση του Μεσσία. Ανήγγειλε με σαφήνεια την εκ Παρθένου γέννηση Εκείνου που, όντας αναμάρτητος, θα αποτελέσει την ελπίδα του λαού Του (Ησ. 7). Ο «βλαστός» αυτός από τη «Ρίζα του Ιεσσαί» (δηλαδή από τον οίκο του Δαβίδ και πιο συγκεκριμένα από την αειπάρθενη Θεοτόκο), θα έχει ως χρίσμα το πλήρωμα του Αγίου Πνεύματος (Ησ. 11). Θα αποκαταστήσει τη δικαιοσύνη μεταξύ των ανθρώπων και θα εγκαταστήσει την ειρήνη και την αρμονία του παραδείσου στην Εκκλησία (Ησ. 11, 6). Αυτός ο Ίδιος όμως που θα εγκαινιάσει τη μεσσιανική εποχή θα είναι συνάμα και ο ταπεινός «Παῖς Κυρίου»· «Δε θα κραυγάζει, ούτε θα υψώνει τη φωνή Του, ούτε και θα βροντολαλεί μέσα στους δρόμους. Καλάμι τσακισμένο δε θα το συντρίψει και λυχνάρι που καπνίζει δε θα το σβήσει, γιατί πραγματική θα φέρει σ’ όλους δικαιοσύνη» (βλ. Ησ. 42, 2 και Ματθ. 12, 18-21). Θα προσφερθεί οικειοθελώς στην αισχύνη για τη σωτηρία όλου του κόσμου. «Περιφρονημένος και απορριμμένος υπό των ανθρώπων, έγινε άνθρωπος φορτωμένος θλίψεις και πληγές, έγινε σύντροφος του πόνου» (Ησ. 53, 3)· «Έδωσε τη ράχη Του σ’ αυτούς που Τον μαστίγωναν και το σαγόνι Του σ’ αυτούς που Του ξερίζωναν τα γένια και δεν έκρυψε το πρόσωπό Του όταν Τον βρίζανε και Τον έφτυναν» (Ησ. 50, 6). «Αυτός φορτώθηκε όλες τις θλίψεις μας και υπέφερε τους δικούς μας πόνους. Εμείς νομίζαμε πως όλα όσα Τον βρήκαν ήταν τραύματα, πληγές και ταπεινώσεις από τον Θεό. Μα, οι αμαρτίες μας ήταν η αιτία που Αυτός πληγώθηκε, και οι ανομίες μας για τις οποίες Αυτός εξουθενώθηκε. Για χάρη της δικής μας σωτηρίας Εκείνος τιμωρήθηκε και μέσα από τις δικές Του πληγές εμείς βρήκαμε τη γιατρειά. Βασανιζόταν, κι όμως ταπεινά υπέμεινε, χωρίς καθόλου να παραπονιέται. Σαν το πρόβατο που τ’ οδηγούνε στη σφαγή, στέκεται άφωνο μπροστά σ’ αυτόν που το κουρεύει, έτσι κι Αυτός δε διαμαρτύρεται. Κακόπαθε, καταδικάσθηκε κι οδηγήθηκε μακριά. Τον εξαφάνισαν απ’ τον κόσμο των ζωντανών και για τις αμαρτίες μας Αυτός χτυπήθηκε απ’ το θάνατο» (Ησ. 53, 4-8 και Ματθ. 27, 58). Αλλά ο Θάνατός Του, τελικά, θα είναι λύτρωση: «Έναντι αυτής της Ταφής θα χαθούν όλοι οι πονηροί και έναντι αυτού του Θανάτου θα απολεσθούν όλοι οι άπληστοι» (Ησ. 53, 9). Οι καρποί των πόνων της ψυχής Του θα είναι να χορτάσει Φως (Ησ. 53, 10-11) και να αποκαταστήσει την Ιερουσαλήμ μέσα στη θεία Δόξα Του.


     Αν ο προφήτης Ησαΐας προφήτευσε πολλές φορές την επικείμενη καταστροφή όσων εναποθέτουν την εμπιστοσύνη τους στις αρχές του κόσμου τούτου, ρίχνοντας έτσι φως στις απώτερες δοκιμασίες που πρέπει να υποστεί η ανθρωπότητα κατά τις έσχατες ημέρες, το δεύτερο μέρους του Βιβλίου του, που ονομάζεται «Βιβλίο της Παρηγορίας», είναι αφιερωμένο καθ’ ολοκληρίαν σχεδόν στην αναγγελία της καταλλαγής του Θεού με τον λαό Του, του ανακαινισμού της Ιερουσαλήμ και του εγκαινιασμού της ατελεύτητης βασιλείας. «Σήκω πάνω, Ιερουσαλήμ, ορθώσου και γίνε όλη φως! Γιατί έρχεται πάνω σου το φως και η δόξα του Κυρίου ανέτειλε σ’ εσένα!» (Ησ. 60, 1). Όλα τα έθνη θα προσέλθουν στην Εκκλησία, τη Νέα Ιερουσαλήμ, και θα εισέλθουν στην πόλη αυτή, που οι θύρες της δεν πρόκειται να κλείσουν ποτέ πια, και η οποία δεν θα φωτίζεται ούτε από τον ήλιο ούτε από τη σελήνη, διότι ο Ίδιος ο Κύριος θα είναι το αιώνιο φως της και κάθε δίκαιος θα γίνει άφθαρτο μέλος του λαού αυτού που ο Θεός έχει συνάξει. Θα χαίρεται εντός του και αυτός εν Αυτώ, και στην πόλη τούτη, όπου ο θάνατος θα καταργηθεί, δεν θα ακούγονται πια κραυγές, ούτε στεναγμοί, ούτε θρήνοι, αλλά μονάχα η άληκτη δοξολογία του Θεού (Ησ. 60-62). Έχοντας έτσι αναγγείλει, με τρόπο σχεδόν διαφανή, την υπέρχρονη ουσία του Ευαγγελίου, δικαίως ο άγιος προφήτης Ησαΐας ονομάσθηκε και θεωρείται ως ο «Πέμπτος Ευαγγελιστής» και το θεόπνευστο Βιβλίο του παραμένει μία από τις βασικές αρχές της Πίστεως και της Ελπίδος μας.


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
ς σάλπιγξ πανεύσημος, μεγαλοφώνῳ φθογγῇ, τῷ κόσμῳ προήγγειλας, τὴν παρουσίαν Χριστοῦ, Προφῆτα θεσπέσιε· σὺ γὰρ τοῦ Παρακλήτου, ἐλλαμφθεὶς τῇ δυνάμει, κάλαμος ὀξυγράφος, τῶν μελλόντων ἐδείχθης· διό σε Ἡσαΐα, ὕμνοις γεραίρομεν.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ἦχος β΄. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τῆς προφητείας τὸ χάρισμα δεδεγμένος, Προφητομάρτυς Ἡσαΐα θεοκῆρυξ, πᾶσιν ἐτράνωσας τοῖς ὑφ’ ἥλιον, τὴν τοῦ Θεοῦ φωνήσας, μεγαλοφώνως σάρκωσιν· Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ λήψεται.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ
νθρακι τὰ χείλη σου καθαρθείς, τῆς ὑπερκοσμίου, θεωρίας θεουργικῶς, ὤφθης Ἡσαΐα, Προφήτης θεηγόρος, καὶ τοῦ Χριστοῦ προλέγεις, σαφῶς τὴν σάρκωσιν.




[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 105–111.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.