Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 17 Μαρτίου 2019

ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΚΑΙ ΙΕΡΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ


ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΚΑΙ ΙΕΡΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ


     Σήμερα, κατά την πρώτη Κυριακή των Νηστειών, η Εκκλησία μας θέλησε, πολύ σοφά, να εορτάζει την τιμή προς τις άγιες και ιερές Εικόνες του Χριστού, της Κυρίας Θεοτόκου και όλων των Αγίων. Αλλά, τι είναι οι εικόνες; Μήπως είναι είδωλα; Μήπως είναι ξόανα; Μήπως είναι ύλη που δεν της αρμόζει καμία τιμή και ευλάβεια από μέρους μας;
     Αδελφοί μου· Οι εικόνες είναι το πιο αγνό και θεολογικό τεκμήριο της Πίστης μας. Ατενίζουμε προς αυτές, κοιτάμε με το όμμα της καρδιάς μας το πρόσωπο του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων μας και αμέσως αισθανόμαστε ότι παίρνουμε θάρρος, δύναμη, ειρήνη, Χάρη Θεού. Οι εικόνες είναι τα άφθαρτα κοσμήματα της Εκκλησίας μας. Με αυτές αναγόμαστε άμεσα στα πολύπτυχα θέματα της βιβλικής ιστορίας, στα ζωντανά κεφάλαια του ιερού Ευαγγελίου· το Ευαγγέλιο του Χριστού χάρη σε αυτές γίνεται όραση, θέα, θεωρία, ενατένιση που φέρνει πολλές πειστικές απαντήσεις μέσα στην καρδιά μας. Η σχέση μας με τον Χριστό λαμβάνει την πρόταση και το δικαίωμα της όψης, του προσώπου, της ορατής και απτής παρουσίας. Ενδεείς αλλά και περιχαρείς βλέπουμε Αυτόν που θέλησε να ιδωθεί μέσα από την άρρητη ενανθρώπησή Του, μέσα από την πανάχραντη σάρκα Του. Ο Χριστός μέσω των ιερών εικόνων Του οράται σε μας· και «οράται», γιατί έγινε άνθρωπος για μας, έλαβε σάρκα και οστά, περπάτησε και ομίλησε μαζί μας, έγινε σύσκηνος και συνοδίτης μας, κι εμείς δεν θα Τον ιστορούμε επειδή μας συντρίβει ορθολογιστικά το ακατανόητο της εγγύτητάς Του, επειδή μας καταβάλει νοησιαρχικά το απίστευτο της προς εμάς συμμορφίας Του; Πρέπει επιτέλους διά της Ορθόδοξης Πίστεως να «δούμε» πόσο Όμοιος μ’ εμάς έγινε, για να «εννοήσουμε» και πόσο όμοιοι προς Αυτόν μας καλεί ακατάπαυστα να γίνουμε. Το ίδιο και η Παναγία, η Κυρία Θεοτόκος, η οποία, κατά την επίγεια πορεία της, βρισκόταν δυναμικά μέσα στην Εκκλησία του Χριστού, ενίσχυε και κατεύθυνε τους Αποστόλους, καθώς και όλη την Εκκλησία, με τη μορφή της, με το πρόσωπό της, με την παρουσία της, με τον λόγο της, με τις πράξεις της, κι εμείς δεν θα αναθαρρήσουμε και δεν θα την ιστορήσουμε με πόθο, πίστη και ευλάβεια; Ποιος δεν γνωρίζει ότι, κατά τον ισχυρό λόγο της παράδοσής μας, οι πρώτες ιστορήσεις της Θεοτόκου έγιναν με τη θέληση, την κατάφαση και την ευλογία της ίδιας της Παναγίας από τα χέρια και τον χρωστήρα του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά; Αυτό δεν είναι (ή δεν πρέπει να είναι) για μας μια αποκάλυψη και μια παρακαταθήκη;
     Οι εικόνες είναι το αποκούμπι μας· με αυτές εμείς λαμβάνουμε μυστικά δύναμη στην καρδιά και, έτσι, μπορούμε πραγματικά να συνεχίζουμε, μπορούμε να υπομένουμε, μπορούμε να ζούμε την Πίστη μας, μέσα από τη χάρη που αυτές μεταδίδουν ακόρεστα. Όταν όλος ο κόσμος, που με την αμαρτία και την πονηρία του μας απογοητεύει σκληρά, εμείς αντλούμε ισχύ και θαλπωρή μέσα από τη χάρη των ιερών εικόνων.


     Μπροστά στις άγιες εικόνες εμείς, σαν πρόσωπα και σαν εκκλησία, προσευχόμαστε διαρκώς. Μπροστά στις άγιες εικόνες εναποθέτουμε τις δεήσεις μας, τις παρακλήσεις μας, τις προσευχές μας. Μέρα-νύχτα, κάθε ώρα και στιγμή. Πόσο διαφορετικά αισθανόμαστε, πόσο διαφορετικοί είμαστε, κάθε φορά που αντλούμε δύναμη, κραταίωση, ενίσχυση και χάρη Θεού, όταν σηκωνόμαστε από την προσευχή μπροστά στις άγιες εικόνες! Μπροστά στο τέμπλο της Εκκλησίας, μπροστά στο εικονοστάσι του σπιτιού, της κατ’ οίκον εκκλησίας, μπροστά στα ορθόδοξα προσκυνητάρια των δρόμων και των αυλών μας, εμείς ατενίζουμε τον ουρανό της θείας αγάπης, το πνευματικό στερέωμα των Αγίων της Εκκλησίας.
     Οι άγιες εικόνες μάς βλέπουν, όταν εμείς νιώθουμε ότι δεν μας βλέπει και δεν μας προσέχει κανείς· οι άγιες εικόνες μάς ακούν κι όταν οι πάντες κωφεύουν στον πόνο και στον πειρασμό μας, όταν δεν λέμε τίποτα σε κανέναν, όταν δεν μας βρίσκονται λόγια και φράσεις να εκφράσουμε, όταν η ψυχή μας μιλά αλάλητα και βοά με τη σιγή της· οι άγιες εικόνες μάς μιλούν ακόμη και με την παραδείσια σιωπή τους, μας πληροφορούν και μας τονώνουν· οι άγιες εικόνες γλυκαίνουν μέσα μας τα φαρμάκια αυτού του βίου, μας ενισχύουν στον αγώνα μας, μας φυλάσσουν από κάθε κακό και από κάθε πειρασμό.
     Σπίτι που –όχι τυπικά, όχι μηχανικά, αλλά με πίστη καρδιακή– έχει άγιες εικόνες, αυτό το σπίτι είναι και γίνεται μια φωλιά του Θεού. Σπίτι που έχει κανδήλι αναμμένο μπροστά στις άγιες εικόνες, κατά την αναλογία της ζωής και της προαίρεσης, έχει άσβεστη την πίστη στις καρδιές αυτών που το κατοικούν. «Σβησμένα κανδήλια–σβησμένες ψυχές!», έλεγε πολύ σωστά ένας Γέροντας.
     Οι άγιες εικόνες είναι από μόνες τους μια ορθόδοξη δογματική αποκάλυψη: Ο αόρατος Θεός θέλει και ευδοκεί να εικονίζεται και να οράται μέσα από τις άγιες εικόνες Του. Ποιοι είμαστε εμείς που, με τη στενή και περιορισμένη λογική μας, θα θέσουμε όρια, αλλοιώσεις ή μετατροπές σε αυτή Του την υπέρλογη ευδόκηση, σε αυτό το παμφιλάνθρωπο θέλημά Του;


     Οι άγιες εικόνες μυροβλύζουν, ευωδιάζουν, τέρπουν και συγκινούν, κομίζουν αγαλλίαση στην καρδιά, αφύπνιση στη ναρκωμένη μας συνείδηση. Οι άγιες εικόνες αλγούν και όχι λίγες φορές μας προειδοποιούν και μας προετοιμάζουν για κάποιο μελλούμενο με τα διάφορα σημεία τους, με κρότο, με κούνημα, με παλμό, με συσσεισμό, ακόμη και με αίμα ή με δάκρυα.
     Οι άγιες εικόνες εμφανίζονται αναπάντεχα ή εξαφανίζονται ξαφνικά, πετούν στον αέρα, υπερίπτανται επί των εδαφών, επιπλέουν στα ύδατα, γίνονται άκαυστες και απυρίκαυστες, παύουν θεομηνίες και καταστροφές, αλλάζουν σχήμα και λαμβάνουν κίνηση, αλλάζουν μόνες τους τόπους και τοποθεσίες, γιατί θέλουν να καταδείξουν σε μας την εξαίρετη χάρη με την οποία είναι φορτισμένες εκ Θεού. Οι άγιες εικόνες είναι και γίνονται αχειροποίητες με θαυμαστό τρόπο, ακριβώς γιατί έτσι γίνεται σε μας εμφανές ή αντιληπτό το θέλημα του αγίου Θεού, η βούληση της Παναγίας ή των όποιων Αγίων που εικονίζουν.
     Οι άγιες εικόνες φυλάνε και σκέπουν κυριολεκτικά τις ζωές μας, τα σπιτικά μας, φρουρούν τον χώρο όπου ζούμε και κινούμαστε κι ας μη το ξέρουμε κι ας μη το καταλαβαίνουμε εμείς. Πόσοι χριστιανοί γλύτωσαν από απροσδόκητους πειρασμούς ή ανυπολόγιστους κινδύνους επειδή τους φρουρούσε μυστικά η χάρη μιας ιεράς εικόνας που είχαν στο σπιτικό τους, στην εργασία ή στο αμάξι τους;
     Στις άγιες εικόνες τοποθετούμε το κανδήλι, το κερί, το θυμίαμα, τα στέφανα του γάμου μας, το μυρέλαιο της βαπτίσεως, κάτι ιερό, κάτι που να έχει πολύτιμη αξία και σημασία για μας.


     Στις άγιες εικόνες εμείς εναποθέτουμε τις ελπίδες μας, τους πόθους μας, τις προσδοκίες μας, τις αγωνιώδεις προσευχές μας ή τις ασυγκράτητες ευχαριστίες μας, το κλάμα και τη χαρά μας.
     Όλη η θεία λατρεία της Εκκλησίας μας γίνεται αντάμα με τις ιερές εικόνες. Η θεία Λειτουργία, γίνεται κυρίως και πρωτίστως με αυτές. Όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας τελούνται μπροστά σε αυτές. Οι αγιασμοί, τα ευχέλαια, οι ακολουθίες, οι ιεροπραξίες, οι τελετές, τα πάντα μέσα στην αγία μας Εκκλησία, γίνονται με τις εικόνες, μαζί με τις εικόνες, διά των αγίων εικόνων. Γιατί αυτό; Γιατί όλα αγιάζονται, όλα πρέπει να αγιάζονται και να ευλογούνται με τις άγιες εικόνες, δηλαδή με την απτή παρουσία του Θεού, μέσα στην παρουσία του Θεού, διά της παρουσίας του Θεού. Αυτή δε η παρουσία του Θεού, δεν είναι μια ιδέα, μια θεωρία, μια αντίληψη, μια σοφιστεία ή μια φιλοσοφία. Αλλά είναι απτό, χειροπιαστό γεγονός. Αυτό το γεγονός δηλώνει αισθαντικά και η ορθόδοξη εικόνα. Η παρουσία του Θεού έχει πρόσωπο, έχει πρόσωπο που βλέπεται κατά χάρη και ιστορείται με πίστη και ευλάβεια.


     Σπίτι χωρίς μια ορθόδοξη, βυζαντινή εικόνα, πώς να έχει μέσα του χάρη Θεού, ομόνοια και πίστη; Καρδιά, χωρίς την ενθύμηση μιας ιερής και θείας εικόνας μέσα της, χωρίς την ευλαβική ενατένιση εμπρός σε μια εικόνα, πώς μπορεί να ζει τον Θεό που σαρκώθηκε και έγινε ορατός για χάρη της; Πόση βουβή μοναξιά, πόση καταχνιά απιστίας, βασιλεύει μέσα σε μια ψυχή που δεν έμαθε να έχει πλάι της σαν πνευματική συντροφιά τις εικόνες της Ορθόδοξης Πίστης μας;
     Όλοι μαζί, με πίστη καρδιακή, κατά τη δύναμη του πόθου του ο καθένας, ας αγκαλιάσουμε τις εικόνες, τις εικόνες της Πίστης και της Ορθοδοξίας μας, της Πατρίδος και του Τόπου μας, της δικής μας Παράδοσης αλλά και ολάκερης της χριστιανικής Οικουμένης, ας τις ασπαζόμαστε με θέρμη καρδιάς, για να ζούμε και για ζήσουμε από τώρα τον Παράδεισο του Χριστού, για να βιώνουμε τη ζωοποιό κοινωνία μαζί Του, την ένθεη κοινωνία του Κυρίου μας μαζί με την Παναγία Μητέρα Του, μαζί με όλους τους Αγίους Του. Αμήν, γένοιτο.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019

«Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΣΤΕΙΡΕΥΤΗ!»


«Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΣΤΕΙΡΕΥΤΗ!»


     «Η Ορθοδοξία είναι αστείρευτη, όταν υπάρχει ζεστασιά στην Προσευχή!» μου είπε ακριβώς πέρυσι μια φίλη ύπαρξη, μια αδελφή ψυχή, μια βαθιά καρδιά. Όταν εγκαρδιώνεται μέσα μας η Προσευχή, όταν ζούμε τη θαλπωρή της, τότε υπάρχουμε εν τω Θεώ, τότε είναι που έχουμε σχέση μαζί Του, βίωμα, μέθεξη, αποκάλυψη. Μ’ αυτή την ανάρτηση τιμούμε την αλήθεια της φράσης για την Ορθοδοξία, η οποία ιστορεί μοναδικά τον Θεό στην καρδιά του ανθρώπου και ανάγει τον άνθρωπο στην καρδιά του Παραδείσου. Καμία Ορθοδοξία δεν διατίθεται σε στόκο θρησκεύματος, όπως καμιά Προσευχή δεν είναι νεκρή εάν είναι διάπυρη. Κάποιοι στοχασμοί μπορεί να είναι πραγματικά ευθείες φανερώσεις της Χάριτος ή τουλάχιστον των ιερών και αγνών προσδοκιών μας.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.



ΤΟ ΣΙΓΟΥΡΟ


ΤΟ ΣΙΓΟΥΡΟ


     Ένα, είναι σίγουρο· ότι για μια ζωή θα μνημονεύουμε μ’ ευγνωμοσύνη και θα αναμοχλεύουμε για πάντα, μέσα από τις σχέσεις και τα περιστατικά του βίου μας, την όποια τυχόν στοργή, την κατανόηση και τη δοτικότητα που λάβαμε από παιδιά. Για το αντίθετο —για την οργή που αμαύρωσε και αντικατέστησε τη στοργή—, αφήστε με να μη μπορώ και να μη θέλω να μιλήσω...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΘΑΡΡΕΙΣ


ΘΑΡΡΕΙΣ


     Στην υπομονή θαρρείς και βρίσκουμε ακουστές όλες εκείνες τις συλλαβές των μυστηρίων που μας προσεγγίζουν ενίοτε.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2019

Ο ΘΑΝΑΣΗΣ, Ο Α—ΘΑΝΑΣΗΣ: ΑΠΟ ΕΠΑΙΤΗΣ, ΙΕΡΟΨΑΛΤΗΣ


Ο ΘΑΝΑΣΗΣ, Ο Α—ΘΑΝΑΣΗΣ: 
ΑΠΟ ΕΠΑΙΤΗΣ, ΙΕΡΟΨΑΛΤΗΣ


     Μια νύχτα του χειμώνα, σ’ ένα απόμερο ρημαγμένο παρκάκι, μια παρέα άνθρωποι στέκονταν γύρω από μια πρόχειρη φωτιά. Συζητούσαν και άπλωναν τα ξυλιασμένα χέρια τους στο πυρωμένο βαρέλι για να τα ζεστάνουν. Χέρια βασανισμένα. Άνθρωποι βασανισμένοι. Άστεγοι και ζητιάνοι. Της ζωής απόκληροι, απαξιωμένοι και καταδικασμένοι ή απλώς αγνοημένοι από μια κοινή γνώμη διαμορφωμένη άνωθεν. Μα, ευτυχώς υπάρχουν και εξαιρέσεις. Είναι οι άνθρωποι εκείνοι που ακόμη συγκινούνται ελεύθερα. Δηλαδή, ψυχικά. Όχι σύμφωνα με τις τρέχουσες επιταγές. Κι είναι και η Εκκλησία. Αρωγός σε κάθε πάσχοντα. Χωρίς διακρίσεις. Και χωρίς να εξετάζει αιτίες ή να αδιαφορεί καταλογίζοντας ευθύνες. Κατά το παράδειγμα του φιλεύσπλαχνου και παντελεήμονος Θεού.

     Η παρέα συζητούσε ζωηρά και εγκάρδια. Πειραζόταν με γούστο. Και μερικές φορές γίνονταν απότομοι και εριστικοί. Μαζεμένοι γύρω από τη φωτιά που έκαιγε ράκη και κάθε είδους απορρίμματα. Καύσιμο και άνθρωποι, απόβλητα και αποκαΐδια. Αυτού του «πολιτισμού» που όλοι γνωρίζουμε πόσο σκληρός είναι.

     Το επίκεντρο της παρέας, ο Θανάσης, συνήθως ήταν εύθυμος και τους πείραζε όλους. Και τον πείραζαν όλοι. Και στο τραγούδι πρώτος. Με το τίποτα που λέμε και τον Θανάση, διασκέδαζαν όλοι. Όμως, εδώ και λίγη ώρα έστεκε σκυθρωπός ακούγοντας τους άλλους να τον επικρίνουν.

     Ακόμη δεν είχε βγει στη ζητιανιά. Έκανε δουλειές του ποδαριού στην αγορά. Οι μαγαζάτορες τον συμπαθούσαν επειδή ήταν πρόθυμος και καλόγνωμος. Κάτι έβγαζε. Και όποτε μπορούσε, βοηθούσε και τους άλλους της συντροφιάς. Αλλά τελευταία τα πράγματα έσφιξαν. Μεγάλη ανεργία. Έσφιξαν και οι καρδιές. Και τα πορτοφόλια. Ο Θανάσης ζορίστηκε, αλλά δεν ήθελε την επαιτεία. Κι άλλοι όμως δεν τον ήθελαν βάρος· και επιπλέον θίγονταν.
     –Εμείς τι είμαστε δηλαδή; Κι εσύ ποιος είσαι;…
     Με τέτοιες κουβέντες κατέληξε δυσάρεστα η βραδιά κι ένας-ένας τραβήχτηκε στο μέρος του, νωρίτερα από το συνηθισμένο.

     Την επομένη ημέρα το πρωί, ξύπνησε ο Θανάσης παραζαλισμένος από το φθηνό κρασί και τον ταραγμένο ύπνο. Είχε πάρει όμως την απόφαση… Μάζεψε τα πρόχειρα στρωσίδια του, πλύθηκε στον κρουνό του ποτίσματος και τράβηξε για τις εκκλησίες, επειδή του φάνηκε ότι εκεί στέκουν οι ζητιάνοι αρμοδίως. Στην πρώτη που στάθηκε όμως, τον έδιωξαν οι άλλοι ζητιάνοι.
     –Περισσεύεις! του είπαν, να πας αλλού!

     Έφυγε ζεματισμένος, με το κεφάλι σκυφτό. Όλος ο κόσμος έκατσε στην πλάτη του και πλάκωνε. Βάρος ασήκωτο. Η απονιά, η ζωή που έσφυζε γύρω του αδιάφορη, τα παλιά όνειρα που ναυάγησαν…, οι αγάπες που δεν λειτούργησαν… Μόνος με την ανάγκη! Έσερνε τα βήματά του χαμένος σε μαύρους λογισμούς. Στον δρόμο της απελπισίας που περπάτησαν και περπατούν μυριάδες άλλοι.


     Κάποια στιγμή αντίκρισε μια άλλη εκκλησία. Στράφηκε γρήγορα να απομακρυνθεί. Αλλά η ανάγκη τον κράτησε από το μανίκι. Πλησίασε προσεκτικά και παρατήρησε. Στέκονταν απ’ έξω δυο-τρεις ζητιάνοι. Λίγος κόσμος έφτανε πια. Η Λειτουργία, έμαθε, πλησίαζε στο τέλος της. Σε λίγο θα έβγαιναν. Όλοι μαζί. Τόσοι άνθρωποι. Τόσα πορτοφόλια. «Λες, να;…» σκέφθηκε. Μάζεψε το κουράγιο του, πλησίασε ψύχραιμα και στάθηκε παράμερα. Οι άλλοι ζητιάνοι τον είδαν και κατάλαβαν. Κάτι ψιθύρισαν μεταξύ τους, αλλά δεν τον ενόχλησαν. Ο Θανάσης ανάσανε με ανακούφιση. «Ίσως…», μονολόγησε, «ποιος ξέρει;…». Θυμήθηκε ότι άκουσε κάποτε τυχαία στο ραδιόφωνο έναν λόγο του Αγίου Πορφυρίου: «Μην απελπίζεσαι! Έχει ο Θεός! Εκεί που απελπίζεσαι, σου στέλνει κάτι που δεν το περιμένεις!...». Πράγματι, σε λίγο άρχισαν να βγαίνουν. Ευδιάθετοι άνθρωποι σε μικρές ή σε μεγαλύτερες παρέες, συζητώντας εύθυμα. Πλησίασε ο Θανάσης, άπλωσε δειλά το χέρι του και κάτι ψέλλισε που δεν το άκουσε ούτε ο ίδιος. – Είχε περάσει πια στην τάξη των ζητιάνων!

     Κι ο κόσμος διάβαινε μπροστά του. Τον πρώτο που δεν έδωσε, τον είδε με αντιπάθεια· μα ύστερα στεκόταν απαθής για να αντέχει, εκτεθειμένος στο έλεος των διερχομένων. Και ξαφνικά έπεσε στη χούφτα του το πρώτο νόμισμα. Ο άνθρωπος που το έριξε, απομακρύνθηκε με μια φευγαλέα ματιά, αλλά ο Θανάσης πρόλαβε να του ανταποδώσει το βλέμμα με τρυφερότητα. Από κοντά ερχόταν η οικογένειά του· άπλωσε αδέξια το χέρι του να χαϊδέψει ένα παιδάκι –δεν ήξερε πόσο επικίνδυνο έχει γίνει–, κι η μητέρα κοίταξε δηκτικά τα λερά χέρια του. «Ίσως να νόμισε ότι τους καλοπιάνω!...», μονολόγησε ο Θανάσης. «Δεν πειράζει! Νά ’ναι καλά!». Λένε ότι τέτοιες ευχές βρίσκουν μεγάλη παρρησία στον Κύριο. Ποιος ξέρει; Στη χούφτα του πάντως κρατούσε λίγα γραμμάρια αγάπης ή συμπάθειας, καθήκοντος, ενοχής, φόβου ή και υπολογισμού. Κάποιας ανθρωπιάς εν πάση περιπτώσει. Και λίγη ελπίδα. Και κάτι να δώσει στην ανάγκη, να φύγει. Μέχρι να ξανάρθει· ο ζυγός της ανάγκης μετά τη μεγάλη πτώση του ανθρώπου.

     Έτσι, λοιπόν, πέρασε κι αυτός στην τάξη των επαιτών. Και σιγά-σιγά συνήθισε. Όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος. Η ανάγκη είναι το μεγαλύτερο θηρίο. Το ένστικτο της επιβίωσης σπρώχνει τον άνθρωπο σε ανεπιθύμητες ενέργειες που σιγά-σιγά τις συνηθίζει. Ανθρώπινο. Ανάρμοστες είναι οι πράξεις εκείνες που γίνονται για την πολυτέλεια. Για την ικανοποίηση κάθε πάθους.

     Τώρα είχε αρχίσει να αναπτύσσει τεχνικές αύξησης της εισπράξεως. Όπως κάνει κάθε ελεύθερος επαγγελματίας. Τεχνικές ανάλογες του χαρακτήρα του. Ο τρόπος του Θανάση ήταν καρδιακός. Έτσι τον γνώρισαν οι τακτικοί του εκκλησιάσματος και τους έμαθε κι αυτός. Στεκόταν πια με την άνεση στη θέση που του είχε παραχωρηθεί στο προαύλιο του ναού και ζητούσε με θάρρος βοήθεια, με τον τρόπο που νόμιζε ότι ταιριάζει στον καθένα.

     Κάποια στιγμή επέκτεινε τον κύκλο των επιχειρήσεών του και στο εσωτερικό της εκκλησίας. Η προσωπική επαφή τού έδωσε αυτό το θάρρος. Και σκέφθηκε ότι θα είναι μια πλεονεκτικότερη θέση. Μα, δεν ήταν μόνο αυτό. Είχε και την περιέργεια να μάθει «τι γίνεται εκεί μέσα». Να συμμετάσχει κι αυτός. Μήπως κι αυτός δεν ήταν άνθρωπος;


     Έτσι πέρασε την πόρτα της εκκλησίας. Και δεν μπορείς να πεις ότι έμεινε αναίσθητος στα δρώμενα. Αλλά η δουλειά, δουλειά. Δηλαδή, η ανάγκη, ανάγκη. Γι’ αυτό, άρχισε να γυρεύει χρήματα και μες στην εκκλησία. Κι έτρεχε να πάρει αντίδωρα μόλις εμφανιζόταν ο δίσκος. Και καμιά φορά, πήγαινε να μεταλάβει σα να πήγαινε να πάρει μερίδα στο συσσίτιο.

     Το πράγμα, βέβαια, δεν μπορούσε να γίνει ανεκτό, κι έτσι του υπέδειξαν να στέκεται απ’ έξω, αν θέλει να παίρνει το καλό ρεγάλο από τον παπά. Αυτός συμβιβάστηκε αρχικά, αλλά ύστερα διεκδίκησε το δικαίωμά του να είναι μέσα, όπως κάθε άνθρωπος. «Εκτός υπηρεσίας» έστω και ενάντια στα συμφέροντά του. Άρχισε πια να λειτουργεί εντός του ο άνθρωπος. Τώρα τον έβλεπες να ξαποσταίνει στο κάθισμα ή να βυθίζεται σε λήθαργο. Νόμιζες ότι ταξίδευε ή ίσως ότι έφθασε πια.

     Σ’ αυτές τις ονειροπολήσεις, η ψαλμωδία ήρθε να συναντήσει και να αφυπνίσει το έμφυτο μουσικό χάρισμά του. Κι αντί για τα τραγούδια της παρέας, άρχισε να σιγοντάρει τα άσματα της Πίστεως. Και στο μυαλό του να τρέχουν εικόνες της ζωής του. Άρχισε να αποκτά συνείδηση της κατάστασής του. Και επιθυμία να ανέλθει.

     Έμπαινε στον ναό, συνόδευε χαμηλόφωνα τη ψαλμωδία μαθαίνοντας με τον καιρό τα κείμενα των ακολουθιών και, από κάθισμα σε κάθισμα, μέρα με τη μέρα, πλησίαζε δειλά το αναλόγιο των ψαλτών. Και παραμελούσε τη «θέση» του στο προαύλιο. Όταν στάθηκε πια κάτω από το αναλόγιο, ένιωσε σα το ναυαγό που πάτησε στη στεριά. Κι έδειχνε άλλος άνθρωπος. Πολλοί αναρωτιούνταν αν ήταν πράγματι ο επαίτης που νωρίτερα στεκόταν στην είσοδο. Και μήπως η από καρδιάς ψαλτική, με τη χάρη του Θεού, δεν μεταμορφώνει;

     Αφού πέρασε κάμποσος καιρός έτσι, ο πρωτοψάλτης του ναού, εκτιμώντας το ενδιαφέρον του και την ερμηνευτική του δεινότητα, έσπευσε να μιλήσει στον προϊστάμενο του ναού.
     –Πρέπει να του δώσουμε μια ευκαιρία, παπα-Γιώργη, να τον ενθαρρύνουμε! του είπε.
     –Μα, του έχει δοθεί ήδη. Και δεν βλέπω να του λείπει ο ζήλος. Ας αφήσουμε τα πράγματα να κυλήσουν αβίαστα και ο Θεός θα οικονομήσει. Μην ανησυχείς! Αυτός τώρα ανακάλυψε τον εαυτό του, το χάρισμά του τον έχει συνεπάρει, έχει σκοπό ζωής.
     –Αλλά πόσοι άλλοι χαρισματικοί χάνονται, παπά μου, λόγω αντίξοων συνθηκών!
     –Αν το σχολείο ανακαλύπτει και καλλιεργεί την κλίση κάθε παιδιού, θα συμβάλει στη συγκρότηση πετυχημένων και ικανοποιημένων πολιτών. Άρα και στην ευημερία όλης της κοινωνίας. Και αυτή η φροντίδα θα αναδεικνύει και τους προικισμένους. Για τους οποίους τότε καμία δυσκολία δεν θα στέκεται εμπόδιο, επειδή θα έχουν επίγνωση της ικανότητάς τους. Αλλά το εκπαιδευτικό μας σύστημα υστερεί σ’ αυτόν τον τομέα, με συνέπεια πολλοί άνθρωποι να χάνονται ή να δυστυχούν από αυτή την αμέλεια. Η Εκκλησία έχει συχνά αυτή την ευκαιρία να θεραπεύει τέτοιες περιπτώσεις. Εφόσον περνούν την πόρτα της.
     –Και μήπως αυτό το σωστικό έργο της Εκκλησίας δεν έχει και εκπολιτιστικό χαρακτήρα; Δεν είναι μια σημαντική κατάθεση στην κοινωνία;
     –Πράγματι, το σωστικό της έργο υπηρετεί διά του ανθρώπου τον πολιτισμό. Τον ένθεο πολιτισμό. Και καλλιεργεί τις τέχνες με τρόπο σωστικό. Πνευματικής ανάτασης. Υψώνοντας τον άνθρωπο, υψώνει τον πολιτισμό. Αλλά και σε συλλογικό επίπεδο, το ιεραποστολικό της έργο αποβαίνει εκπολιτιστικό. Έτσι το παραδίδει η ιστορία. Λαούς ολόκληρους έβγαλε από το σκοτάδι της βαρβαρότητας, στο φως του Χριστού που φώτισε τον δρόμο τους και δημιούργησαν σημαντικούς πολιτισμούς. Δοξασμένο τ’ όνομά Του!


     Το φως αυτό που φωτίζει λαούς και άτομα και ιερείς και πρωτοψάλτες και τον καθένα που προσβλέπει σ’ αυτό, φώτισε και τη ψυχή του φτωχού Θανάση και του έδωσε τη δύναμη να διεκδικήσει μια θέση στον κόσμο.

     Ωστόσο, σε κάποιους ενορίτες, ερχόταν δύσκολο να τον αποδεχθούν ως έναν εξ αυτών. «Μας κοροϊδεύει!...», είπαν στον παπα-Γιώργη, «Λεφτά θέλει!...». Κι ίσως να είχαν δίκιο. Αλλά, ποιος ξέρει το σχέδιο του Θεού; Άλλωστε πολλοί στερημένοι και ανέστιοι, μέσω του χρήματος ελεημοσύνη ψυχής αιτούνται. Αυτό είναι η μεγαλύτερη ανάγκη τους. Ειδικά αυτών. Επειδή τους περισσότερους οδήγησε στον δρόμο η –χωρίς Θεό ωστόσο– αναζήτηση. Κι όποιος είναι στον δρόμο, αυτήν στερείται πρωτίστως.

     Ο παπα-Γιώργης πικράθηκε με τη στάση τους. «Φαίνεται», τους είπε, «μας τον έστειλε ο Θεός για να μας δοκιμάσει. Να δεχθούμε τον ζητιάνο σαν ίσο. Και σαν ανώτερο μετά τη μεταστροφή του. Γιατί εμείς τι μεταστροφή επιτύχαμε; Ή μήπως αγγίξαμε την τελειότητα; Μπορούμε να καταλάβουμε τι δρόμο κάνει αυτός; Μα, ίσως αυτή η σύγκριση να εκθέτει την αμέλειά μας και να ελέγχει την υπερηφάνειά μας· κι αυτή είναι που δεν τον θέλει».

     Και το πράγμα έμεινε εκεί κι ο Θανάσης ευτυχώς δεν αντελήφθη τίποτε. Αλλά και να είχε καταλάβει, μαθημένος ήταν. Άλλωστε είχε άλλες φροντίδες τώρα. Το πόθο να «κατακτήσει» την κορυφή του αναλογίου. Την προσπάθεια να πραγματοποιήσει τούτο τον πόθο. Με τη βοήθεια ενός νεαρού ψάλτη, έκανε τα πρώτα βήματα στη συστηματική σπουδή της ψαλτικής και στη γνωριμία των λειτουργικών κειμένων. Και μετά από μερικούς μήνες εισήχθη στη σχολή βυζαντινής μουσικής της μητροπόλεως.

     Με το νέο έτος, στις 18 Ιανουαρίου, ανήμερα του Αγίου Αθανασίου, ο Θανάσης ανέβηκε επίσημα στο αναλόγιο. Αθανάσιος ιεροψάλτης πλέον! Εκείνη την ημέρα, ο καφές μετά τη Λειτουργία έδωσε την ευκαιρία για αναδρομή και αναπολήσεις.


     Κάποια στιγμή ο ήρωάς μας, είπε του παπα-Γιώργη για τον λόγο του Αγίου Πορφυρίου, που είχε ακούσει στο ραδιόφωνο και τον είχε φυλάξει στην καρδιά του:
     –Από αυτό τον απλό λόγο, έμαθα ότι υπάρχει ελπίδα. Έμαθα να ελπίζω.
     –Αλήθεια! Και στο ραδιόφωνο πολλοί άνθρωποι ακούν «τυχαία» έναν λόγο που αποβαίνει χρήσιμος έως σωτήριος. Σαν ένα διαρκές θαύμα που κοινωνείται (και) μέσω του ραδιοφώνου.
     –Πάτερ, έλεγε και κάτι άλλο μετά, που δεν το συγκράτησα, του είπε.
     Κι εκείνος το συμπλήρωσε:
     –«…αρκεί να Τον πιστεύεις και να Τον αγαπάς. Εκείνος μας αγαπά και μας φροντίζει, όπως ο κάθε πατέρας τα παιδιά του!».

     Αφιερώνεται στον ιδαλγό μιας λαϊκής γειτονιάς του Πειραιά. Αυτό το «Αθανάσιος» που το κάναμε «Θανάσης», ωραία ακούγεται, αλλά εικονίζει θάνατο πια, παρά αθανασία. Κι είναι, μου φαίνεται, της εποχής τούτης ενδεικτικό. Αυτή η ιστορία, περίπου αληθινή, κινήθηκε αντίθετα· από τον θάνατο στην όντως ζωή…

ΣΤΑΥΡΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ


[ Μηνιαίο Περιοδικό
Μητροπόλεως Πειραιώς
«Πειραϊκή Εκκλησία»·
Τεύχ. 310, Ιαν. 2019,
σελ. 39–41.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

ΣΒΗΣΜΕΝΑ ΚΑΝΤΗΛΙΑ — ΣΒΗΣΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ


ΣΒΗΣΜΕΝΑ ΚΑΝΤΗΛΙΑ — ΣΒΗΣΜΕΝΕΣ ΨΥΧΕΣ


     Όταν ήμουν μικρός, ο παπάς που με βάπτισε, μου είχε διηγηθεί το εξής περιστατικό, το οποίο και καταγράφω:

     «Μια φορά, παιδάκι μου, ένα πρωινό, πήγα στον ναό μου που εφημέρευα. Ήταν χειμώνας κι έκανε πολύ κρύο. Ήμουν μόνος, χωρίς τον καντηλανάφτη, τον κυρ-Κώστα, που ήταν τότε άρρωστος.

     »Έχοντας τα κλειδιά, άνοιξα και σκέφτηκα ν’ ανάψω τα καντήλια. Ψάχτηκα, αλλά δεν βρήκα σπίρτα. Πάω στο παγκάρι, ανοίγω τα συρτάρια, δεν βρήκα τίποτα. Πάω μέσα στο ιερό Βήμα, τίποτα πάλι. Ψάχνω εδώ, ψάχνω εκεί, για να βρω σπίρτα ή τσακμάκι (αναπτήρα δηλαδή), αλλά δεν μπόρεσα να βρω. Στεναχωρήθηκα! Πάω μπροστά στην εικόνα της Παναγίας (ο Ναός είναι αφιερωμένος στα Εισόδιά της) και της λέω:
     —Παναγίτσα μου, δεν κάνεις κανένα θαύμα ν’ ανάψεις τα καντήλια; Εγώ σπίρτα ή τσακμάκι δεν έχω. Έξω κάνει κρύο και παγωνιά. Ποιον να βρω τώρα να σταματήσω για να μου δώσει φωτιά;

     »Τα συζητούσα όλα αυτά μόνος μου, χωρίς να σκεφθώ ότι τα καντήλια ήταν άδεια κι από λάδι. Έπρεπε, λοιπόν, πρώτα να γεμίσω τα καντήλια με λάδι και ύστερα να βρω φωτιά. Τα καντήλια ήταν όλα σβηστά, ακόμη και το ακοίμητο μέσα στο άγιο Βήμα, παρ’ όλο που εκείνη την εποχή χρησιμοποιούσαν μακριά φυτίλια.

     »Και εκεί που τα έλεγα αυτά, μονολογώντας για το λάδι στα καντήλια και τη φωτιά…, φρααπ!..., άναψαν μονομιάς όλα. Άναψαν όλα τα καντήλια της εκκλησίας! Και των προσκυνηταρίων και των φορητών εικόνων, που είναι στα πλάγια του τέμπλου, ακόμη και μέσα στο ιερό Βήμα, το ακοίμητο.
     —Πω!... Πω!... Πω!... Να, μπρε Παναγιά, που κάνεις θαύματα! Κουραζόμαστε, βασανιζόμαστε να τ’ ανάβουμε ανεβαίνοντας στα σκαμνιά και στις καρέκλες, κι Εσύ, με μιας, φρααπ!..., ήρθες και τ’ άναψες!...

     »Και γυρίζοντας προς εμένα, με ρώτησε:
     —Δεν μου λες, έχετε καντήλι στο σπίτι σας;
     —Βέβαια.
     —Καίει το καντήλι σας μέρα-νύχτα;
     —Μάλιστα, μέρα-νύχτα!
     —Αα! Γιατί τα σβησμένα καντήλια, παιδί μου, είναι σβησμένες ψυχές, άδειες ψυχές! Ψυχές που δεν κάνουν προσευχή μπροστά στο εικονοστάσι, είναι παγωμένες σαν τον βοριά που φυσάει έξω· είναι σαν τ’ άδεια και σβησμένα καντήλια!...

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ
ΣΤΕΦΑΝΟΣ Κ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ


[ Πρωτοπρεσβυτέρου
Στεφάνου Κ. Αναγνωστόπουλου:
(1) «Η Ευχή μέσα στον κόσμο»·
κεφ. 2ο, σελ. 123–124.
Πειραιάς, Οκτώβριος 20165.
(2) Με μία παραλλαγή
στα στοιχεία της αφήγησης:
«Εμπειρίες
κατά την Θεία Λειτουργία»·
Κεφ. 2ο, σελ. 88–89.
Πειραιάς, 20032.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2019

ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΤΟΥ ΟΛΟΣΩΣΤΟΥ


ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΤΟΥ ΟΛΟΣΩΣΤΟΥ


     Εάν δεν έρθει η χάρη και ο φωτισμός του Θεού στην καρδιά μας, μια ζωή θα μας «τρώει» αμάσητα το «σωστό» του «ολόσωστου» εαυτού μας. Και μετά προβλέπεται να «φάμε» κι εμείς με τη σειρά μας, είτε αυτούς που το δέχθηκαν αναγκαστικά είτε αυτούς που το αρνήθηκαν ελεύθερα είτε αυτούς που ανθρώπινα δεν το κατάλαβαν ποτέ. Γιατί στην τελική «σωστό», «ορθό», «ηθικό», «δίκαιο», «δέον» και «πρέπον», άνευ του Θεού, άνευ του Θεού εντός ημών, άνευ ημών εν τω Θεώ, απλά δεν υπάρχει, δεν αξίζει και δεν τελεσφορείται. Τέλος.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2019

Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ


Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ


Η ψυχή του ταπεινού 
μοιάζει με πέλαγος.
Ρίξε μια πέτρα στο πέλαγος.
Θα ταράξει για λίγο την επιφάνεια 
και αμέσως θα βυθιστεί στα βάθη.
Έτσι καταβυθίζονται 
στην καρδιά του ταπεινού 
οι θλίψεις, 
γιατί η Δύναμη του Κυρίου 
είναι μαζί του.

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ ΑΘΩΝΙΤΗΣ
(1866–1938)


[ Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ:
«Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»·
Β΄ Μέρος, Κεφ. Γ΄, σελ. 379.
Έκδοση Ιεράς Μονής
Τιμίου Προδρόμου,
Έσσεξ Αγγλίας, 200310.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2019

ΜΙΑ ΜΟΝΟ ΠΙΚΡΑ


ΜΙΑ ΜΟΝΟ ΠΙΚΡΑ


«Μία μόνο πίκρα υπάρχει·
η πίκρα να μην είσαι άγιος!»

Léon Bloy
(1846–1917)








Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.