Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

ΡΙΞΕ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

ΡΙΞΕ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ


Ρίξε στην καρδιά μου
την αγάπη Σου, Χριστέ!
Γιατί μόνο με αυτή
μπορώ εγώ να Σε αγαπήσω αληθινά·
όπως θέλεις και όπως Σου πρέπει
και όπως δε νογάει
η ελαχιστότητά μου...

π. Δαμιανός





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΜΟΥ

Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΜΟΥ


Αυτή, η πιο μεγάλη αδυναμία μου·
να αγνοώ και να μη κατανοώ
την αδυναμία σου!...
Δεν παλεύομαι με τίποτα, πια! ...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ


     Ο άγιος πατήρ ημών Αθανάσιος, στύλος της Ορθοδοξίας και φωστήρ της Οικουμένης, γεννήθηκε από ευσεβείς και ορθοδόξους γονείς το 295, λίγο πριν ξεσπάσει ο μεγάλος διωγμός του Διοκλητιανού (303-313), στην κοσμόπολη της Αλεξάνδρειας, όπου συμβίωναν οι πιο διαφορετικοί λαοί και συμπλέκονταν κάθε λογής λατρείες και θρησκεύματα. Από μικρός δεν αρεσκόταν παρά στα του Θεού και της Εκκλησίας. Μια ημέρα, καθώς έπαιζε στην παραλία με τους συντρόφους του, αναπαριστάνοντας με την μεγαλύτερη σοβαρότητα τις εκκλησιαστικές τελετές, ο Αθανάσιος ετέλεσε, εν είδει επισκόπου, το βάπτισμα παιδιών που ακόμη δεν είχαν δεχθεί του βαπτίσματος. Ο επίσκοπος Αλέξανδρος [29 Μαΐου] το παρατήρησε με θαυμασμό, διακήρυξε την εγκυρότητα του βαπτίσματος και πήρε το παιδί υπό την προστασία του.

     Κατά την περίοδο των σπουδών του ο Αθανάσιος έδειξε μέτριο ενδιαφέρον για την θύραθεν γνώση. Προτιμούσε να υφαίνει εν σιωπή τον χιτώνα των αγίων αρετών μελετώντας την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, και αποσύρθηκε για ένα διάστημα στην έρημο κοντά στον άγιο Αντώνιο, του οποίου υπήρξε σε όλη του την ζωή ένθερμος μαθητής. Κατόπιν, επιστρέφοντας στην Αλεξάνδρεια, χειροτονήθηκε διάκονος και ξεκίνησε το θεολογικό και ποιμαντικό του έργο. Τότε συνέταξε τα δύο πρώτα έργα του: «Κατά Ελλήνων» και «Περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου» (1). Αφού καταδίκασε το άτοπο των εθνικών φιλοσοφιών και δοξασιών, έδειξε ότι ο Λόγος του Πατρός δεν είναι μονάχα ο Δημιουργός του κόσμου, η Σοφία και η Πρόνοιά Του, αλλά ότι έγινε Σωτήρ των ανθρώπων που είχαν υποπέσει στην φθορά: «Αυτός έγινε άνθρωπος για να γίνουμε εμείς θεοί» (2). Κοινωνώντας με τον Χριστό γινόμαστε «θείας κοινωνοί φύσεως» (Β΄ Πέτρ. 1, 4), γιατί ο Χριστός δεν είναι απλό δημιούργημα, αλλά κατά φύσιν Λόγος του Πατρός, Μονογενής Υιός του Θεού και Θεός, που έγινε άνθρωπος για να μας κάνει θετούς υιούς του Πατρός. Αυτή η απόλυτη πεποίθηση έγινε για τον άγιο σκοπός της ζωής και των αγώνων του. Ακλόνητος υπερασπιστής του δόγματος της θεότητας του Λόγου και της πίστεως προς την Αγία Τριάδα, υπήρξε ο κήρυκας της εν Χριστώ αγιότητος και θεώσεως.


     Την εποχή εκείνη, ένας πρεσβύτερος της Αλεξάνδρειας, ο Άρειος, άνθρωπος εριστικός που εμπιστευόταν πιο πολύ την ανθρώπινη λογική παρά την πίστη σε ζητήματα που αφορούν τα θεία Μυστήρια, άρχισε να διασπείρει την αμφιβολία στον λαό, διδάσκοντας ότι ο Λόγος του Θεού δεν είναι αιώνιος, ότι δημιουργήθηκε εν χρόνω και κατά συνέπειαν ότι δεν μπορεί να ονομάζεται Υιός του Θεού παρά μεταφορικά. Εκδιώχθηκε από την Αλεξάνδρεια, κατέφυγε στην Καισάρεια και σκόρπισε γρήγορα την σύγχυση σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, σε βαθμό που ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος υποχρεώθηκε να συγκαλέσει μεγάλη Οικουμενική Σύνοδο στην Νίκαια (325), για να διατυπώσει και να διακηρύξει με σαφήνεια την θεότητα του Λόγου. Ο άγιος Αθανάσιος, μέλος της συνοδείας του γηραιού επισκόπου Αλεξάνδρου, συμμετείχε στις εργασίες αυτής της Συνόδου και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο υπερασπιζόμενος την αλήθεια, προκαλώντας τον θαυμασμό των ορθοδόξων αλλά και το άσπονδο μίσος των αιρετικών. Έκτοτε για όλη του την ζωή ταυτίστηκε με την ομολογία της πλήρους ομοουσιότητος του Λόγου και του Πατρός. Το όνομα Αθανάσιος έγινε συνώνυμο του Δόγματος της Νικαίας, της Ορθοδόξου Πίστεως. Μετά τον θάνατο του αγίου Αλεξάνδρου, το 326, ο φλογερός Αθανάσιος εξελέγη ομόφωνα από τον λαό της Αλεξάνδρειας, παρά το νεαρόν της ηλικίας του, για να τον διαδεχθεί στον επισκοπικό θρόνο του αγίου Μάρκου. Πρώτη του ενέργεια ήταν να αποκαταστήσει την ενότητα και την ευταξία στην τεράστια επαρχία του, η οποία υπέφερε όχι μόνον από τους αιρετικούς του Αρείου, αλλά και από τους σχισματικούς του Μελιτίου (3) και από την διαφθορά των ηθών και της εκκλησιαστικής ζωής. Επί χρόνια περιόδευσε σε όλες τις επαρχίες της Αιγύπτου μέχρι τα αιθιοπικά σύνορα, κηρύττοντας και χειροτονώντας επισκόπους· απέκτησε έτσι την αγάπη του λαού, ο οποίος τον αισθανόταν σαν πατέρα του. Επισκεπτόταν επίσης τα αναρίθμητα μοναστήρια, την έρημο της Θηβαΐδας, και διέμενε στην Μονή των Ταβεννησιωτών, το μεγάλο μοναστικό συγκρότημα του αγίου Παχωμίου [15 Μαΐου].


     Κατά την απουσία του όμως από την Αλεξάνδρεια, οι οπαδοί του Μελιτίου διέδωσαν πλήθος συκοφαντίες εναντίον του και, όταν επέστρεψε, ο Αθανάσιος βρέθηκε να κατηγορείται ότι εξελέγη αντικανονικά, ότι είχε καταχρεώσει την επισκοπή του, ότι μεταχειριζόταν κάθε λογής βία εναντίον των αντιπάλων του και, ιδίως, ότι είχε αναποδογυρίσει και ποδοπατήσει το δισκοπότηρο ενός ιερέα του Μελιτίου. Κατηγορήθηκε επίσης ότι είχε στηρίξει οικονομικά συνωμότες που ραδιουργούσαν κατά του αυτοκράτορα. Ο αρχιεπίσκοπος μετέβη στην Νικομήδεια, όπου βρισκόταν ο αυτοκράτορας, και δεν δυσκολεύθηκε να αποδείξει την αθωότητά του. Μόλις όμως επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, κατηγορήθηκε ότι δολοφόνησε τον οπαδό του Μελιτίου, επίσκοπο Ιψάλας Αρσένιο, και ότι χρησιμοποιούσε το κομμένο χέρι του σε τελετές μαγείας. Ο Αθανάσιος ανακάλυψε τον Αρσένιο στο μοναστήρι που κρυβόταν και η αθωότητά του έλαμψε στο δικαστήριο παρουσιάζοντας το υποτιθέμενο θύμα.

     Στο διάστημα αυτό ο Άρειος, που είχε εξορισθεί ύστερα από την Σύνοδο της Νικαίας, κατόρθωσε να κερδίσει την εύνοια του αυτοκράτορα χάρη στον φίλο του Ευσέβιο Νικομηδείας, άνθρωπο της αυλής, πανούργο και δόλιο. Πέτυχε να του επιτραπεί να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, όπου διέδιδε την διδασκαλία του στον λαό διά μέσου ασμάτων και αποφθεγμάτων. Ο Αθανάσιος ωστόσο δεν υπέκυπτε και αρνιόταν δυναμικά να δεχθεί τον αιρετικό σε κοινωνία. Το 335, με την ευκαιρία του εορτασμού της τριακονταετηρίδος της βασιλείας του, ο Κωνσταντίνος συγκάλεσε νέα Σύνοδο στην Τύρο της Παλαιστίνης για να αποκατασταθεί η τάξη. Οι περισσότεροι των παρισταμένων επισκόπων είχαν επιλεγεί μεταξύ των πλέον άσπονδων εχθρών του Αθανασίου. Και, όταν ο άγιος παρουσιάσθηκε με σαράντα Αιγύπτιους επισκόπους, απαγόρευσαν την είσοδο στην συνοδεία του και οι οπαδοί του Μελιτίου μπόρεσαν να εκθέσουν με άνεση τις συκοφαντικές τους κατηγορίες εναντίον του Αθανασίου, με κύριο επιχείρημα ότι είχε εμποδίσει τον ανεφοδιασμό της Κωνσταντινούπολης με σιτάρι. Παρουσίασαν μάλιστα και μια γυναίκα που ισχυριζόταν ότι την είχε βιάσει. Ο Αθανάσιος είπε σ’ έναν φίλο του να πλησιάσει αντί γι’ αυτόν και πάραυτα η γυναίκα, που δεν είχε δει ποτέ της τον άγιο, διακήρυξε ότι αναγνώρισε τον βιαστή της, αποκαλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο την απάτη. Ήταν ολοφάνερο ότι οι αντίπαλοι μηχανεύονταν πάση θυσία την εξόντωσή του. Έξω το πλήθος, ερεθισμένο δολίως, κραύγαζε αποκαλώντας τον μάγο, άξεστο και ανάξιο. Ο Αθανάσιος επέλεξε την συνετότερη στάση: αναχώρησε κρυφά για την Κωνσταντινούπολη, όπου ζήτησε δικαίωση από τον Κωνσταντίνο, σταματώντας τον την ώρα που εκείνος έκανε περίπατο με το άλογο. Παρά την υποστήριξη του λαού της Αλεξάνδρειας και τις επιστολές του αγίου Αντωνίου προς τον αυτοκράτορα, ο άγιος εξορίσθηκε (335-337) στα Τρέβηρα (σημ. Τρίερ στην Γερμανία), πρωτεύουσα της Γαλατίας. Αποκατέστησαν επίσημα τον Άρειο στην Εκκλησία και ο αυτοκράτορας επηρεασμένος από τον Ευσέβιο διέταξε να συλλειτουργήσει ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως με τον αιρετικό. Ο ασεβής Άρειος, όμως, χτυπήθηκε από την θεία δικαιοσύνη και πέθανε με ειδεχθή τρόπο, ακριβώς πριν την Λειτουργία, όταν τα εντόσθιά του χύθηκαν έξω, την στιγμή κατά την οποία είχε πάει για σωματική του ανάγκη.


     Δύο χρόνια αργότερα, μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου, ο γιος του Κωνσταντίνος Β΄ επανέφερε τον άγιο από την εξορία και ο Αθανάσιος επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια, περνώντας από την Καισάρεια της Καππαδοκίας και την Αντιόχεια για να στερεώσει εκεί την Ορθόδοξη Πίστη. Η είσοδός του στην Αλεξάνδρεια (23 Νοεμβρίου 337), χαιρετήθηκε από σύσσωμο τον κλήρο και τον λαό. Όμως, ο Ευσέβειος Νικομηδείας και οι οπαδοί του Αρείου δεν παραιτήθηκαν. Ξανάρχισαν πάραυτα τις συκοφαντίες τους, χαρακτηρίζοντας αντικανονική την αποκατάσταση του Αθανασίου στον επισκοπικό θρόνο. Μία Σύνοδος των ομολογητών της Πίστεως που συνεκλήθη στην Αλεξάνδρεια (338), εξασφάλισε τον άγιο την ομόφωνη υποστήριξη όλων των επισκόπων της Αιγύπτου· ο άγιος Αντώνιος αποφάσισε να έλθει ο ίδιος από την μακρινή του έρημο στην Αλεξάνδρεια για να υποστηρίξει τον επίσκοπο, με την μαρτυρία του λόγου και των θαυμάτων του. Οι αρειανοί συνεκάλεσαν την δική τους σύνοδο στην Αντιόχεια και επιχείρησαν να εγκαταστήσουν με την βία στον θρόνο της Αλεξάνδρειας κάποιον Γρηγόριο Καππαδόκη και να αποσπάσουν τους ναούς από τους ορθοδόξους (339). Η πόλη ολόκληρη είχε γίνει θέατρο συμπλοκών και ταραχών, οπότε ο Αθανάσιος αποφάσισε να αποσυρθεί προσωρινά για να εμποδίσει την εξάπλωση του κακού και κατέφυγε στην Ρώμη, αφού προηγουμένως εμψύχωσε τους κληρικούς του και τους παρότρυνε να μείνουν ενωμένοι ενάντια στον εγκάθετο ιεράρχη.


     Ο πάπας Ιούλιος τον υποδέχθηκε εγκάρδια και παρείχε κάθε υποστήριξη σε εκείνον που δεν ήταν απλώς ένας εξόριστος επίσκοπος, αλλά είχε καταστεί υπέρμαχος της Ορθοδοξίας. Συνεκάλεσε Σύνοδο, η οποία τον ανακήρυξε μοναδικό νόμιμο επίσκοπο Αλεξανδρείας και αναγνώρισε την αθωότητά του έναντι των γελοίων κατηγοριών που είχαν εκτοξευθεί εναντίον του. Στην Ρώμη ο Αθανάσιος βρήκε και άλλους εξόριστους ομολογητές, όπως τον άγιο Παύλο Κωνσταντινουπόλεως [6 Νοεμ.]. Εξακολούθησε να διοικεί την επισκοπή του δι’ αλληλογραφίας και συνέβαλε τα μέγιστα στην άνθηση του Μοναχισμού στην Δύση, γνωστοποιώντας τον βίο του αγίου Αντωνίου και των ασκητών της Αιγύπτου.

     Το 343, οι δύο αυτοκράτορες Κωνστάντιος (Ανατολή) και Κώνστας (Δύση) αποφάσισαν να συγκαλέσουν μια μεγάλη Σύνοδο στην Σαρδική (σημ. Σόφια) για να λυθεί το ζήτημα του θρόνου της Αλεξάνδρειας και να συμφωνηθεί μια ομολογία Πίστεως. Οι επίσκοποι της Ανατολής είχαν βέβαια απορρίψει τον Άρειο, αλλά επέμεναν να αρνούνται τον όρο «ομοούσιος». Χωρίς να λένε ανοικτά ότι ο Υιός του Θεού είναι κτίσμα, αρνούνταν ωστόσο να ομολογήσουν την πλήρη κατά φύσιν ταύτισή Του με τον Πατέρα. Όλη τους η αντίθεση εναντίον του δόγματος της Συνόδου της Νικαίας αποκρυσταλλωνόταν ουσιαστικά στο πρόσωπο του Αθανασίου: απαιτούσαν, ως προϋπόθεση για την σύγκληση της Συνόδου, να μην παρίσταται ο επίσκοπος Αλεξανδρείας, και εγκατέλειψαν επιδεικτικά την πόλη, προκαλώντας με αυτόν τον τρόπο σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Ο αυτοκράτορας της Ανατολής Κωνστάντιος, καθώς είχε προσχωρήσει στους οπαδούς του Αρείου, παρεμπόδισε την αποκατάσταση των εξορίστων, επικύρωσε την ανάρρηση του Γρηγορίου στον θρόνο της Αλεξάνδρειας, καταδίωξε τους ορθοδόξους και σκόρπισε τον τρόμο σε όλη την αυτοκρατορία.


     Μετά τον θάνατο του Γρηγορίου, ο Κωνστάντιος πρότεινε επανειλημμένα στον άγιο που διέμενε στην Ακουηλία να αναλάβει εκ νέου τον θρόνο του. Τέλος, ύστερα από πιέσεις του Κώνστα, του πάπα και των αξιωματούχων της αυλής, ο Αθανάσιος δέχθηκε να επιστρέψει στην Αίγυπτο, περνώντας από την Αντιόχεια, όπου ο αυτοκράτορας τον διαβεβαίωσε για την υποστήριξη και τον θαυμασμό του, την Καισάρεια και τα Ιεροσόλυμα. Μπαίνοντας στην Αλεξάνδρεια, ύστερα από εξορία πλέον των έξι χρόνων, στις 21 Οκτωβρίου του 346, τον υποδέχθηκε μέγα πλήθος, που μαζεύτηκε σαν μελίσσι από όλες τις γωνιές της Αιγύπτου και τον επευφημούσε με βάγια, ύμνους και χορούς, όπως τον Χριστό όταν εισήλθε στα Ιεροσόλυμα. Στο πρόσωπο του Αθανασίου ήταν ο Ίδιος ο Χριστός παρών στην ειρηνευμένη Εκκλησία Του. Επί μία δωδεκαετία ο άγιος ιεράρχης μπόρεσε να αφοσιωθεί στο πνευματικό του ποίμνιο, στην ανάπτυξη του Μοναχισμού και στο ιεραποστολικό έργο σε πρόσφατα εκχριστιανισθείσες περιοχές, όπως η Αιθιοπία, όπου απέστειλε τον άγιο Φρουμέντιο [30 Νοεμ.].

     Δυστυχώς η νίκη αυτή της Ορθοδοξίας δεν κράτησε πολύ. Το 353, ο Κωνστάντιος ανέλαβε ως μόνος αυτοκράτορας και περιήλθε εκ νέου στην επιρροή των αρειανών οι οποίοι εξαπέλυσαν, με ακόμη μεγαλύτερο μίσος, επίθεση κατά της Συνόδου της Νικαίας και του προσώπου του Αθανασίου. Ο αυτοκράτορας καταδίκασε τον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας και, απειλώντας με εξορία τους δυτικούς επισκόπους που έως τότε παρέμεναν πιστοί στην Ορθοδοξία, τους ανάγκασε να επικυρώσουν την καθαίρεση του αγίου (Μιλάνο 355). Ο πάπας Λιβέριος και ο Όσιος, επίσκοπος Κορδούης, ηλικίας εκατό ετών τότε, διαμαρτυρήθηκαν. Τους εξόρισαν χωρίς δισταγμό, καθώς και τον άγιο Ιλάριο Πικταβίου [13 Ιαν.]. Δεν έμεινε πια παρά να προβούν στην εκδίωξη του Αθανασίου τον οποίο προστάτευε ολόκληρος ο λαός στης Αλεξάνδρειας.

     Την νύχτα της 8ης Φεβρουαρίου του 356, ο διοικητής Συριανός, επικεφαλής περισσοτέρων των πέντε χιλιάδων στρατιωτών, περικύκλωσε τον ναό του αγίου Θεωνά, όπου πλήθος χριστιανών είχε συγκεντρωθεί για να τελέσει αγρυπνία. Εν μέσω κραυγών και αναστάτωσης ο Αθανάσιος παρέμενε ακλόνητος στην καθέδρα του και γύρω του οι πιστοί σε πυκνές σειρές, έτοιμοι να πεθάνουν για να υπερασπίσουν τον ποιμενάρχη τους. Τέλος, οι φίλοι του τον έσυραν παρά την θέλησή του έξω από τον ναό και τον έπεισαν να φύγει στην έρημο. Γρήγορα ξέσπασαν ταραχές εναντίον των αρχών σε ολόκληρη την πόλη. Οι στρατιώτες έσφαζαν άνδρες και γυναικόπαιδα, ατίμαζαν αφιερωμένες παρθένες, λεηλατούσαν και βεβήλωναν τόπους λατρείας. Δόθηκε διαταγή να διωχθεί ο Αθανάσιος ως στασιαστής και να τιμωρείται αυστηρά όποιος του παρείχε άσυλο. Διωκόμενος συνεχώς, ο άγιος Αθανάσιος αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο κατοικίας. Την πιο σταθερή υποστήριξη και την πιο πρόθυμη φιλοξενία την βρήκε κυρίως κοντά στους μοναχούς. Έζησε έξι ολόκληρα χρόνια (356-362) ως φυγάς, στηρίζοντας την Ορθόδοξη Πίστη με δεκάδες θεολογικά συγγράμματα, εγκυκλίους και επιστολές στους επισκόπους όλου του κόσμου. Στην Αλεξάνδρεια είχε ενθρονισθεί ως επίσκοπος ο Γεώργιος Καππαδόκης, ένας άνθρωπος άπληστος, βίαιος και αδίστακτος, ο οποίος γρήγορα αιματοκύλησε όλη την Αίγυπτο για να καθυποτάξει τους ορθόδοξους. Εξόρισε επισκόπους, καταδίκασε σε καταναγκαστικά έργα όσους έρχονταν σε επαφή με τον Αθανάσιο, απαγόρευσε τις συνάξεις των πιστών, διέταξε να γδάρουν και να καύσουν ζωντανούς όλους όσοι δεν υποτάσσονταν. Μετά από έναν χρόνο θηριωδίας, ο λαός της Αλεξάνδρειας απηυδισμένος εξεγέρθηκε και τον ανάγκασε να τραπεί σε φυγή (358).


     Η κατάσταση της Εκκλησίας ήταν τότε περισσότερο τραγική από κάθε άλλη φορά. Όλες οι φωνές που μπόρεσαν να υψωθούν υπέρ της Ορθοδοξίας και εναντίον των αυτοκρατορικών παρεμβάσεων στα εκκλησιαστικά είχαν δυστυχώς σωπάσει. Οι επισκοπικές έδρες ήσαν κενές ή είχαν καταληφθεί από αιρετικούς. Καθώς απολάμβαναν της εύνοιας του αυτοκράτορα, οι αρειανοί αποθρασύνθηκαν και επιχείρησαν να επιβάλουν όρους πίστεως ακόμη πιο ακραίους, αρνούμενοι απολύτως την θεότητα του Υιού και κάθε ομοιότητά Του με τον Πατέρα (Αέτιος, Ευνόμιος). Οι επίσκοποι της Ανατολής ήσαν οι περισσότεροι μετριοπαθείς και απλώς ανησυχούσαν για τον κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ των δύο Προσώπων που θα μπορούσε να φέρει ο όρος «ομοούσιος»· ευαισθητοποιήθηκαν και διακήρυξαν (Βασίλειος Αγκύρας) ότι ο Υιός είναι της ομοίας ουσίας («ομοιούσιος») με τον Πατέρα. Κατάφεραν να πάρουν με το μέρος τους τον Κωνστάντιο, να τον πείσουν να καταδικάσει τους ακραίους αρειανόφρονες και να ανακαλέσει από την εξορία τον πάπα Λιβέριο. Ο άγιος Αθανάσιος και ο επίσκοπος Πικταβίου άγιος Ιλάριος επωφελήθηκαν αυτή την ανάπαυλα επιδιώκοντας την καταλλαγή. Συνεκλήθησαν δύο Σύνοδοι, στο Ρίμινι για την Δύση και στην Σελεύκεια για την Ανατολή (359), για να συμφωνήσουν σε μια κοινή διατύπωση πίστεως, η οποία θα μπορούσε να ικανοποιήσει τους ορθοδόξους της Νικαίας και τους ομοιουσιανούς. Την επόμενη χρονιά όμως, στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως, ο αυτοκράτορας επέβαλε πεισματικά και πάλι την διδασκαλία του Αρείου, καλυμμένη κάτω από μια αόριστη και δόλια διατύπωση («όμοιος») και την επέβαλε διά της βίας σε όλη την αυτοκρατορία. Ο άγιος Μελέτιος Αντιοχείας [12 Φεβρ.] και όλοι οι ορθόδοξοι ιεράρχες εξορίσθηκαν. Η αίρεση θριάμβευσε παντού. «Η γη ολόκληρη οδυνόταν, ξαφνιασμένη που είχε γίνει αρειανή», έγραψε ο άγιος Ιερώνυμος [15 Ιουν.]. Όμως ο Κύριος αγρυπνεί για την Εκκλησία Του και κατασίγασε την καταιγίδα την στιγμή που η καταστροφή έμοιαζε αναπόφευκτη.

     Το 361, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης σφετερίσθηκε την εξουσία και αμέσως επέβαλε με διάταγμα την ανεξιθρησκία. Ο Αθανάσιος μπόρεσε τότε να εξέλθει από την έρημο και να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, όπου συνεκάλεσε σε Σύνοδο όλους τους διασκορπισμένους για χρόνια Ομολογητές της Πίστεως. Κατά την Σύνοδο αυτή διακηρύχθηκε η θεότητα του Αγίου Πνεύματος, που κι αυτήν με την σειρά της είχαν αρχίσει να προσβάλλουν οι αιρετικοί (4). Η ανεξιθρησκία όμως δεν κράτησε πολύ. Ο αυτοκράτορας έδειξε γρήγορα τις αληθινές του προθέσεις και εξαπέλυσε άγριο διωγμό με την ελπίδα να αποκαταστήσει την λατρεία των ειδώλων. Ακολουθώντας συμβουλές μάγων και μάντεων, ο Ιουλιανός έστειλε στρατό για να δολοφονήσει τον στύλο και υπέρμαχο της Ορθοδοξίας, τον Αθανάσιο. Όμως, προστατευμένος από την Χάρη του Θεού, ο άγιος μπόρεσε για μια ακόμη φορά να διαφύγει από τον περικυκλωμένο ναό και να ανέβει με πλοίο τον Νείλο προς την Θηβαΐδα. Οι άνθρωποι του αυτοκράτορα τον καταδίωξαν· την στιγμή που φάνηκε στον ορίζοντα το πλοίο τους, ο Αθανάσιος πρόσταξε τον έκπληκτο καπετάνιο του πλοίου στο οποίο επέβαινε, να ανακρούσει πρύμνα και να κινηθεί προς το μέρος τους. Όταν έφθασε κοντά τους, οι στρατιώτες τούς φώναξαν: «Μήπως είδατε τον Αθανάσιο;». Εκείνος αποκρίθηκε αλλάζοντας την φωνή του: «Ναι, μόλις τον συναντήσαμε. Βιαστείτε!». Και καθώς κωπηλατούσαν με δύναμη, ο άγιος μπόρεσε να συνεχίσει αλλάζοντας δρόμο. Έμεινε πάνω από έναν χρόνο στην Θηβαΐδα με την ήρεμη και παρηγορητική συναναστροφή των μοναχών του αγίου Παχωμίου, έως τον θάνατο του Παραβάτη (363).


     Μόλις ανέβηκε στον θρόνο ο ορθόδοξος Ιοβιανός, έλαβε μέτρα για να στηρίξει την Πίστη. Προσκάλεσε τον Αθανάσιο στην Αντιόχεια για να λύσει το πρόβλημα που αφορούσε αυτή την εκκλησιαστική έδρα. Ο πρόωρος θάνατός του όμως άφησε την θέση στον ασεβή Ουάλεντα, ο οποίος επανέφερε με μεγαλύτερη αγριότητα την πολιτική του Κωνστάντιου. Διέταξε να εξορισθούν πάλι όλοι οι αρχιερείς που είχε ανακαλέσει ο Ιοβιανός. Ο Αθανάσιος κρύφθηκε τότε για τέσσερις μήνες σ’ ένα κοιμητήριο στα προάστεια της Αλεξάνδρειας, για να ξεφύγει από την καταδίωξη του διοικητή της πόλης Τατιανού. Ο αυτοκράτορας τελικά ανέστειλε τον διωγμό και διέταξε την αποκατάσταση του μεγάλου ιεράρχη. Ο λαός χαρούμενος έτρεξε από παντού μέχρι το κρησφύγετο του αγίου για να τον μεταφέρει θριαμβευτικά στην έδρα του (1 Φεβρ. του 366) και ήταν στο εξής αποφασισμένος να φυλάξει πάση θυσία τον ποιμένα του. Ύστερα από τόσους και θλίψεις, ο άγιος μπόρεσε να απολαύσει ήσυχα τα τελευταία χρόνια του βίου του, περιβαλλόμενος από την αγάπη των πιστών του και τον θαυμασμό όλου του κόσμου. Παρέδωσε το λάβαρο της Ορθοδοξίας στον Μέγα Βασίλειο, ώστε να συνεχίσει τον μεγάλο αγώνα για το Δόγμα της Αγίας Τριάδος, αγώνα που ήρθε σε πέρας με την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη (381).

     Ο άγιος Αθανάσιος παρέδωσε την μεγάλη αποστολική του ψυχή στις 2 Μαΐου του 373 σε ηλικία εβδομήντα πέντε ετών, πεπεισμένος ότι έφερε σε πέρας τον καλόν αγώνα για την πίστη, την δικαιοσύνη, την αγάπη. Εξορίστηκε πέντε φορές και, από τα σαράντα έξι χρόνια της αρχιερωσύνης του, δεκαέξι χρόνια βρισκόταν μακριά από το ποίμνιό του. Ποτέ όμως δεν έπαυσε να είναι ο «επίσκοπος», δηλαδή ο «επιβλέπων», ανεπίληπτος υπερασπιστής της Πίστεως και ζώσα εικόνα του Χριστού, του Μεγάλου Αρχιερέα της ημών αιωνίου σωτηρίας. Η σταθερότητα και η ανένδοτη δράση του σε δογματικά ζητήματα δεν εμπόδιζαν διόλου αυτόν τον γενναίο στρατιώτη του Χριστού να είναι ο ταπεινός, πράος και οικτίρμων ποιμήν των πνευματικών του προβάτων, ο φιλομόναχος, ο πατέρας των ορφανών, ο βοηθός των πτωχών. Με τον θείο Λόγο που ενοικούσε μέσα του, «γινόταν τα πάντα τοις πάσι» (Α΄ Κορ. 9, 22). Τιμήθηκε αμέσως από ολόκληρη την Εκκλησία, ισάξιος με τους Πατριάρχες, τους Προφήτες, τους Αποστόλους και τους Μάρτυρες.


     Την ίδια αυτή ημέρα, η αγία Εκκλησία συνδέει την μνήμη του αγίου Αθανασίου με εκείνην του διαδόχου του στον επισκοπικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, του φλογερού αγίου Κυρίλλου (412-444). Όπως έλαμψε ο Αθανάσιος ως υπερασπιστής της θεότητος του Λόγου, έτσι κι αυτός ανάλωσε τις δυνάμεις του για να υποστηρίξει το χριστολογικό δόγμα, έναντι του ασεβούς Νεστορίου. Κατέδειξε ότι ο Λόγος του Θεού, ομοούσιος τω Πατρί, όπως ομολογήθηκε από τον Αθανάσιο, προσέλαβε αληθώς την ανθρώπινη φύση στο Πρόσωπό Του ώστε να γίνει κοινωνός της θείας φύσεώς Του. Χάρη στον Αθανάσιο και τον Κύριλλο, μπορούμε να ομολογούμε την πίστη μας στον Ιησού Χριστό, Μονογενή Υιό και Λόγο του Πατρός, τον Ένα της Αγίας Τριάδος, ο οποίος έγινε άνθρωπος άνευ αλλοιώσεως, και γνωρίζεται, αγαπάται και λατρεύεται σε δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, διά του Οποίου και εν τω Οποίω αγόμεθα προς τον Πατέρα, διά της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Στῦλος γέγονας, Ὀρθοδοξίας,
θείοις δόγμασιν, ὑποστηρίζων,
τὴν Ἐκκλησίαν,
Ἱεράρχα Ἀθανάσιε·
τῷ γὰρ Πατρὶ
τὸν Υἱὸν ὁμοούσιον,
ἀνακηρύξας
κατῄσχυνας Ἄρειον.
Πάτερ Ὅσιε,
Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε,
δωρήσασθαι ἡμῖν
τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν  αἱμάτων σου.
ρθοδοξίας
φυτεύσας τὰ δόγματα,
κακοδοξίας
ἀκάνθας ἐξέτεμες,
πληθύνας
τὸν σπόρον τῆς Πίστεως,
τῇ ἐπομβρίᾳ τοῦ Πνεύματος
Ὅσιε·
διὸ σὲ ὑμνοῦμεν Ἀθανάσιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Τῆς Ὀρθοδοξίας
σάλπιγξ χρυσῆ,
ὤφθης Ἱεράρχα,
ὁμοούσιον τῷ Πατρί,
τὸν Υἱὸν κηρύττων,
καὶ Πνεύματι Ἁγίῳ,
διὸ σε Ἀθανάσιε
μεγαλύνομεν.


  Ε Π Ι Μ Υ Θ Ι Ο 

«Μαρτύρησε με τη συνείδηση!»

     Είπε ο αββάς Αθανάσιος, ο επίσκοπος Αλεξανδρείας: «Πολλές φορές λέει κάποιος από σας: “Πού υπάρχει διωγμός για να μαρτυρήσω;”. Μαρτύρησε με τη συνείδηση· πέθανε για την αμαρτία, απονέκρωσε ό,τι σε συνδέει με την αμαρτωλή κατάσταση (Κολ. 3, 5) και έχεις γίνει μάρτυς κατά την προαίρεση.
     Εκείνοι (οι Μάρτυρες) μάχονταν με βασιλείς και άρχοντες· έχεις κι εσύ αντίπαλο τον διάβολο, τον βασιλιά της αμαρτίας, και άρχοντες τους δαίμονες (Εφεσ. 6, 12). Και τότε βέβαια μπροστά στους μάρτυρες τοποθετούνταν βωμός και θυσιαστήριο και όλη η αηδία της ειδωλολατρίας· το ίδιο και τώρα νιώσε το ότι έχεις στημένο στην ψυχή σου αξιοκατάκριτο είδωλο.
     Υπάρχει και σήμερα βωμός και θυσιαστήριο και μεμπτό είδωλο, νοητό, μέσα στις ψυχές (μας). Βωμός, το πάθος της λαιμαργίας· θυσιαστήριο, η επιθυμία των ηδονών· είδωλο, το πνεύμα της επιθυμίας. Γιατί αυτός που είναι δούλος της πορνείας και παραδίνεται στις ηδονές, αρνήθηκε τον Ιησού και προσκυνεί είδωλο. Αυτός έχει μέσα του το άγαλμα της Αφροδίτης, την αισχρή δηλαδή σαρκική ηδονή.
     Όπως επίσης κι εκείνος που νικιέται από την οργή και τον θυμό και δεν ξεριζώνει τη μανία του πάθους αυτού, αρνήθηκε τον Χριστό και κρατάει μέσα του τον Άρη για Θεό· μπήκε δηλαδή στον ζυγό της οργής, που αυτό είναι είδωλο παραφροσύνης.
     Άλλος, που είναι φιλάργυρος και φιλήδονος, που κλείνει τα σπλάχνα του στις ανάγκες του αδελφού του και δεν βοηθάει τον πλησίον, αρνήθηκε τον Ιησού Χριστό και λατρεύει τα είδωλα· γιατί έχει μέσα του το είδωλο του Ερμή και, επί πλέον, λατρεύει την κτίση και όχι τον Κτίστη. Ρίζα βέβαια όλων των κακών είναι η φιλαργυρία (Α΄ Τιμ. 6, 10).
     Αν λοιπόν κυριαρχήσεις σ’ αυτά και προφυλαχθείς από τα παράλογα πάθη, πάτησες τα είδωλα και αρνήθηκες την δεισιδαιμονία. Έχεις γίνει κιόλας μάρτυς, αφού ομολόγησες την καλή ομολογία» (πρβλ. Α΄ Τιμ. 6,12 και Ματθ. 10, 32).




[ (1) Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
σελ. 191–200.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
(2) «Το Μέγα Γεροντικόν»,
Τόμ. Α΄, κεφ. Α΄, §5, σελ. 40–43.
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Το Γενέσιον της Θεοτόκου»·
Πανόραμα Θεσσαλονίκης,
Μάρτιος, 1994. 
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]



 Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ  
   (1)  Πρβλ. ΕΠΕ 1, Θεσσαλονίκη 1973. Ορισμένοι ιστορικοί υποθέτουν ότι αυτά τα δύο θεμελιακά συγγράμματα συντάχθηκαν από τον άγιο Αθανάσιο όταν ήταν νέος επίσκοπος και ηθελημένα αποσιωπά την αρειανή έριδα, ώστε να δώσει μια πνευματική απάντηση, εδραιωμένη στην εμπειρία του περί θεώσεως του ανθρώπου, που είχε αποκτήσει στην επαφή του με τους μοναχούς.
   (2)  «Περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου», 54.
   (3)  Υποστηρικτές του επισκόπου Μελιτίου Λυκοπόλεως που την εποχή του μεγάλου διωγμού εναντιώθηκε στην φιλάνθρωπη στάση του αγίου Πέτρου Αλεξανδρείας [24 Νοεμ.] απέναντι σε όσους συνθηκολόγησαν (lapsi), και ο οποίος χειροτόνησε ιερείς και επισκόπους συγκροτώντας ολόκληρη παράλληλη ιεραρχία και διαταράσσοντας με αυτόν τον τρόπο για μεγάλο χρονικό διάστημα την εκκλησιαστική ζωή στην Αίγυπτο.
   (4)  Ο ορισμός της θεότητας του Αγίου Πνεύματος κατέστη φλέγον ζήτημα με τον Μακεδόνιο. Και σε τούτο το θέμα ο άγιος Βασίλειος [1 Ιαν.] αποπεράτωσε το έργο του αγίου Αθανασίου.






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ


     Ο άγιος Αντώνιος, το πρώτο άνθος της Ερήμου, γεννήθηκε περί το 250 στο μικρό χωριό Κόμα (σημ. Κιμάν αλ-Αριάς στην περιοχή Αλ-Ουαστά της Μέσης Αιγύπτου). Οι γονείς του, ευγενείς και πλούσιοι χριστιανοί, τον ανέθρεψαν με πίστη και φόβο Θεού. Ανέλαβαν οι ίδιοι την μόρφωση του γιου τους, γιατί ο Αντώνιος δεν αρεσκόταν να συμμετέχει στα θορυβώδη παιγνίδια των άλλων παιδιών και περιφρονούσε τις θύραθεν επιστήμες. Δεν έβγαινε από το σπίτι παρά για να πάει στην εκκλησία, όπου παρακολουθούσε προσεκτικά την ανάγνωση των ιερών βιβλίων και την εξιστόρηση των άθλων των αγίων. Γύρω στα είκοσί του χρόνια, ο θάνατος των γονέων του τον άφησε κύριο της οικογενειακής περιουσίας και μόνον υπεύθυνο για την ανατροφή της μικρότερης αδελφής του. Μια ημέρα, καθώς πήγαινε στην εκκλησία συλλογιζόμενος την ειρηνική και αμέριμνη ζωή των Αποστόλων και των πρώτων χριστιανών, άκουσε να διαβάζουν την ευαγγελική ρήση: «Αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε και πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα χρήματα στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό κοντά στον Θεό· κι έλα να Με ακολουθήσεις» (Ματθ. 19, 21). Πεπεισμένος ότι διαβάστηκε ειδικά γι’ αυτόν, πήγε και μοίρασε χωρίς χρονοτριβή όλα τα κτήματα που διέθετε, πούλησε τα υπάρχοντά του, μοίρασε τα χρήματα στους πτωχούς και δεν κράτησε παρά τα απαραίτητα για την αποκατάσταση της αδελφής του. Μια άλλη φορά ακούγοντας να διαβάζουν την ευαγγελική ρήση: «Μην αγωνιάτε για το αύριο» (Ματθ. 6, 34), αποφάσισε να αποταχθεί οριστικά τον κόσμο, να μοιράσει το υπόλοιπο της περιουσίας του, να εμπιστευθεί την αδελφή του σε έναν ενάρετο άνθρωπο, να εγκαταλείψει το σπίτι του και να ασπασθεί τον ασκητικό βίο.

     Την εποχή εκείνη δεν είχαν συσταθεί ακόμη μοναστήρια. Συναντούσε κανείς μόνο κάποιους ανθρώπους του Θεού οι οποίοι ζούσαν μοναχικά όχι μακριά από το χωριό τους, νηστεύοντας και προσευχόμενοι. Ένας από αυτούς τους γέροντες έμενε εκεί κοντά. Ο Αντώνιος έβαλε σκοπό να τον μιμηθεί. Εγκασταστάθηκε κι εκείνος σ’ ένα απομονωμένο μέρος, όπου με τον νου απαλλαγμένο από κάθε μέριμνα και κάθε ενθύμηση της περασμένης του ζωής, εργαζόταν με τα χέρια του, μοίραζε τα περισσεύματά του στους πτωχούς, μελετούσε τα ιερά βιβλία και προσπαθούσε να φυλάξει αδιατάρακτη την προσευχή μέσα στην καρδιά. Ωσάν μέλισσα, κάθε φορά που άκουγε να επαινούν την αρετή κάποιου ασκητή, προσέτρεχε σ’ αυτόν, παρατηρούσε την ταπεινοφροσύνη του ενός, την σκληραγωγία του άλλου, την προσήλωση στην προσευχή ή στην μελέτη και, όταν γύριζε στο κελί του, αγωνιζόταν να συγκεντρώσει πάνω του όλες αυτές τις αρετές.

     Ο δαίμονας, που φθονεί κάθε αγαθό έργο των ανθρώπων, μη υποφέροντας να βλέπει τέτοιο ζήλο σε τόσο νέο άνθρωπο, αποφάσισε να τον πολεμήσει. Του υπέβαλε αρχικά την ενθύμηση της περιουσίας που είχε αφήσει, της αδελφής που είχε εγκαταλείψει και όλων των απολαύσεων της περασμένης ζωής του. Ύστερα, του παράστησε με φοβερό τρόπο τις δυσκολίες της ασκητικής ζωής, την αδυναμία του σώματός του, τον μακρύ αγώνα που θα έπρεπε να διεξάγει επί πολλά χρόνια, υποβάλλοντάς του πυκνό νέφος σκοτεινών λογισμών. Καθώς ο Αντώνιος αντιστεκόταν στις επιθέσεις του, μένοντας σταθερός στην πίστη, την υπομονή και την αδιάλειπτη προσευχή, ο Πονηρός επιτέθηκε σε άλλο μέτωπο. Τον κατέκλυσε με ακάθαρτους λογισμούς και τον ερέθισε με άσεμνες νύξεις. Και βλέποντας ότι ο Αντώνιος αντιστεκόταν σθεναρά, μία νύχτα μεταμορφώθηκε σε γυναίκα που του έκανε προκλητικές χειρονομίες. Όμως, ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού τον απώθησε περιφρονητικά ψάλλοντας: «Ο Κύριος είναι βοηθός και σύμμαχός μου, γι’ αυτό κι εγώ θα δω τους εχθρούς μου νικημένους και ταπεινωμένους μπροστά στα πόδια μου» (βλ. Ψαλμ. 117, 7). Ήταν όντως πεπεισμένος ότι δεν ήταν εκείνος που κατήγαγε αυτή την πρώτη νίκη, αλλά η Χάρη του Θεού που ενοικούσε μέσα του (βλ. Α΄ Κορ. 15, 10). Σοφά κατηχημένος από την μελέτη των αγίων Γραφών για τις διάφορες μηχανεύσεις των δαιμόνων, ο Αντώνιος δεν εφησύχασε. Πάντα γρηγορών, εργαζόταν με ακόμη περισσότερη φροντίδα να καθυποτάξει το σώμα του, από φόβο μήπως, νικητής σε μια μάχη, βρεθεί ηττημένος σε άλλη. Έχοντας εδραιώσει την απόφαση στην οσιακή πολιτεία του, δεν κουραζόταν πια να περνά όλη την νύχτα προσευχόμενος, δεν έτρωγε παρά λίγο ψωμί και αλάτι κάθε δύο ημέρες και αρνιόταν κάθε ανθρώπινη παρηγορία. Χωρίς να συλλογιέται πόσα χρόνια διήγε στην ασκητική βιοτή «έκανε ό,τι μπορούσε για να φτάσει αυτά που ήταν μπροστά του» (βλ. Φιλιπ. 3, 14)· θεωρούσε την κάθε ημέρα ως απαρχή της ασκήσεώς του, οικειοποιούμενος τα λόγια του Προφήτη Ηλία: «Στον ζωντανό Θεό θα παρουσιαστώ σήμερα» (βλ. Γ΄ Βασ. 18, 15).


     Με αυτόν τον τρόπο ο Αντώνιος πέρασε στην αντεπίθεση: επέλεξε για κατάλυμα έναν από τους αρχαίους τάφους που είχαν σκάψει οι ειδωλολάτρες. Μη υποφέροντας τέτοια πρόκληση, ο Σατανάς ήρθε να τον πολιορκήσει την νύχτα με ολόκληρη λεγεώνα δαιμόνων. Του κατάφεραν τόσα πλήγματα, ώστε τον άφησαν καταγής καταπληγωμένο. Όταν ο φίλος που φρόντιζε να του πηγαίνει τροφή τον βρήκε σ’ αυτήν την κατάσταση, ημιθανή σχεδόν, τον έφερε εσπευσμένα στον ναό του χωριού. Μόλις όμως ο Αντώνιος συνήλθε, τον παρακάλεσε να τον μεταφέρει ξανά στον τάφο. Ανίκανος να σταθεί όρθιος, προσευχόταν ξαπλωμένος και προκαλούσε θαρραλέα τους δαίμονες, οι οποίοι εισήλθαν στον τάφο με την μορφή κάθε λογής θηρίων και ερπετών. Ο ανδρείος μαχητής πολιορκούμενος από παντού τους απωθούσε φωνάζοντας: «Αν είχατε την παραμικρή εξουσία, θα αρκούσε ένας από σας για να με καταβάλει. Επειδή όμως ο Χριστός σάς αφαίρεσε την δύναμη, προσπαθείτε να με τρομάξετε με την πληθώρα σας. Το γεγονός ότι έχετε υποβιβασθεί να παίρνετε το σχήμα των άλογων ζώων, είναι γνώρισμα της αδυναμίας σας. Αν έχετε κάποια δύναμη εναντίον μου, εμπρός, μη καθυστερείτε άλλο, επιτεθείτε! Αν δεν έχετε δύναμη, σταματήστε να πηγαινοέρχεσθε έτσι. Το σημείο του Σταυρού και η Πίστη αποτελούν τείχος απόρθητο!». Οι δαίμονες στην αδυναμία τους, δεν μπορούσαν παρά να τρίζουν τα δόντια από θυμό. Τέλος, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήλθε σε βοήθειά του, η στέγη άνοιξε και μία ακτίνα φωτός έτρεψε σε φυγή τα πνεύματα του σκότους. Ο Αντώνιος ρώτησε: «Πού ήσουν, Κύριε; Γιατί δεν σταμάτησες νωρίτερα αυτή την μάχη;». Ο Χριστός τού αποκρίθηκε: «Εδώ ήμουν, στο πλευρό σου. Ήθελα όμως να παρακολουθήσω τον αγώνα σου. Επειδή αντιστάθηκες με τόση υπομονή, θα είμαι από εδώ και πέρα πάντα ο υπερασπιστής σου και θα καταστήσω το όνομά σου ένδοξο σε ολόκληρη την γη».

     Ο Αντώνιος, τριάντα πέντε χρόνων τότε (286), ύστερα από τους αγώνες αυτούς αισθάνθηκε να δυναμώνει ο ζήλος του και αποφάσισε να αποσυρθεί ολομόναχος στην έρημο. Έφθασε στην ανατολική όχθη του Νείλου, βρήκε πάνω στο βουνό ένα παλιό φρούριο εγκαταλειμμένο και, αφού έδιωξε τα ερπετά που το κατοικούσαν, εγκαταστάθηκε εκεί σε απόλυτη ησυχία, απαγορεύοντας την είσοδο σε όλους. Έμεινε επί είκοσι χρόνια στο καταφύγιο αυτό, όπου κάθε έξι μήνες ερχόταν ένας φίλος και του έριχνε ψωμί πάνω από το τείχος. Ωστόσο, πολλοί ήσαν εκείνοι που πήγαιναν, παρακινημένοι από την φήμη του οσίου. Κάθονταν έξω από το τείχος και άκουγαν να έρχεται από το εσωτερικό του φρουρίου μεγάλη βοή και αναταραχή και τις φωνές των δαιμόνων να αντηχούν μανιασμένες εναντίον εκείνου που τόλμησε να κατοικήσει στο άντρο τους. Μία ημέρα, οι επισκέπτες παραβίασαν την θύρα και αντίκρισαν τον άγιο Αντώνιο ακτινοβολούντα ωσάν να έβγαινε από κάποιο μυστικό θυσιαστήριο και με την όψη αναλλοίωτη ύστερα από είκοσι χρόνια, παρ’ όλες τις κακοπάθειες της σαρκός. Έκτοτε, συμφώνησε να δέχεται μαθητές, ο αριθμός των οποίων συνεχώς μεγάλωνε. Ίδρυσε δυο μοναστήρια: το ένα ανατολικά του Νείλου, στο Πισπίρ (σημ. Νταγιάρ-αλ-Μαϊμούν), το άλλο στην αριστερή όχθη, όχι μακριά από την Αρσινόη. Με ειρηνική καρδία και νου ακλόνητα προσηλωμένο στον Θεό, ο άγιος Αντώνιος είχε την δύναμη να συμφιλιώνει τους εχθρούς μόνο με την παρουσία του, να κάνει να βασιλεύει η αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους και να θεραπεύει τους αρρώστους με την προσευχή. Με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος δίδασκε στους μαθητές του την πνευματική επιστήμη. Τους συνιστούσε να μην αφήνουν ποτέ να τους αποθαρρύνουν οι δοκιμασίες ή να ψυχραίνεται ο αρχικός τους ζήλος, αλλά απεναντίας να τον αυξάνουν, σαν να άρχιζαν κάθε μέρα για πρώτη φορά, συλλογιζόμενοι τα λόγια του Αποστόλου: «κάθε ημέρα εγώ πεθαίνω» (Α΄ Κορ. 15, 31).


     Έλεγε: «Ας προσπαθήσουμε να μην κατέχουμε παρά μονάχα ό,τι θα πάρουμε μαζί μας στον τάφο: προπαντός την αγάπη, την πραότητα, την δικαιοσύνη. Η αρετή, δηλαδή η Βασιλεία των Ουρανών, δεν έχει ανάγκη παρά μόνον της βουλήσεώς μας, γιατί «είναι μέσα μας» (Λουκ. 17, 21) και από εμάς τους ίδιους αποκτάται (Ματθ. 11, 12). Στην πραγματικότητα η αρετή έγκειται στην διατήρηση της ψυχής μας στην καθαρότητα και την ωραιότητα με την οποία επλάσθη. Φυλάσσοντας άγρυπνα την καρδιά μας από κάθε μολυσμό κακού λογισμού, από φιλήδονους ερεθισμούς και παράφορο θυμό, θα μπορούμε να αντιστεκόμαστε στις επιθέσεις των δαιμόνων που μας περιτριγυρίζουν και μηχανεύονται τα πάντα με σκοπό να εμποδίσουν τους χριστιανούς να ανεβούν στον ουρανό και να καταλάβουν την θέση από την οποία εκδιώχθηκαν εξαιτίας της αλαζονείας και της ανυπακοής τους. Μόνο προσκαρτερώντας με σταθερή άσκηση και πολλή προσευχή, μπορούμε να λάβουμε από το Άγιο Πνεύμα το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων, για να αντιμετωπίσουμε τις μηχανεύσεις τους. Στην αρχή επιτίθενται υποβάλλοντας ακάθαρτους λογισμούς· κατόπιν, εάν τους αποδιώξει κανείς με πίστη, νηστεία και προσευχή, επιτίθενται εκ νέου υποβάλλοντας διάφορες φαντασιώσεις με σκοπό να μας τρομάξουν. Διωγμένοι γι’ άλλη μια φορά με την δύναμη του Χριστού, επιχειρούν τότε να μας εξαπατήσουν παριστάνοντας ότι προλέγουν τα μέλλοντα να συμβούν, ενώ μόνον ο Θεός τα γνωρίζει ως Παντογνώστης. Χάρη στην ελαφρότητα και κινητικότητα της ασώματής τους φύσεως, μπορούν να εξαπατήσουν τους αστήρικτους. Εάν μένουμε ακλόνητοι, τότε ο ίδιος ο αρχηγός τους, ο Σατανάς, παρουσιάζεται μέσα σε πομπή περιβαλλόμενος με απατηλό φως, απεικόνιση του πυρός που ετοιμάζεται γι’ αυτόν στην αιωνιότητα, και υποβάλλει οράσεις, αποκαλύψεις, ασκητικά ανδραγαθήματα και κάθε λογής παγίδες, για να μας ρίξει στην έπαρση και την πλάνη. Να μη φοβηθείτε όλες αυτές τις επιθέσεις. Έχοντας χάσει την δύναμή τους από την Ενσάρκωση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και μη μπορώντας διόλου να ησυχάσουν, δεν τους μένει άλλο παρά να μας απειλούν με λόγια, με θορύβους και με μάταιες εμφανίσεις. Εάν είχαν κάποια εξουσία, δεν θα ήταν ανάγκη να στήσουν τέτοια παράσταση και θα είχαν από καιρό ανακόψει την ανάπτυξη και την πρόοδο των χριστιανών. Μονάχα τον Θεό πρέπει να φοβόμαστε και, όχι απλώς να μην δειλιάζουμε απέναντι στους δαίμονες, αλλά να τους περιφρονούμε. Τίποτε δεν φοβούνται περισσότερο από την νηστεία των μοναχών, την ταπεινοφροσύνη, την υπομονή, την αγάπη προς τον Θεό και τους αδελφούς. Αν σας φανερωθεί κάτι, μην ταραχθείτε, αλλά ρωτήστε αυτόν που παρουσιάσθηκε, ποιος είναι και από πού έρχεται. Εάν η εμφάνιση είναι αγία, θα διαλυθούν πάραυτα οι αμφιβολίες σας και θα μεταβληθεί ο φόβος σας σε χαρά. Εάν προέρχεται από τον διάβολο, αυτός θα τραπεί σε φυγή μόλις δει την σταθερότητά σας. Όλες αυτές οι δοκιμασίες είναι προς όφελός σας: αν λείψουν οι πειρασμοί, κανείς δεν θα σωθεί. Χάρη στον άγιο Αντώνιο, «η έρημος μεταβλήθηκε σε πόλη που κατοικήθηκε από πλήθος μοναχών, οι οποίοι αποτάχθηκαν τον κόσμο ώστε να μιμηθούν την αγγελική ζωή» (βλ. Άγιος Αθανάσιος· «Βίος και πολιτεία του οσίου Αντωνίου», 14, 7, ΕΠΕ 11, 47). Όλες αυτές οι κοινότητες μοναχών έμοιαζαν με ναούς, όπου άνθρωποι ενωμένοι σε γλυκιά αρμονία λόγω του ενός, μοναδικού και κοινού σκοπού, εγκαταβίωναν ψάλλοντας ύμνους, μελετώντας τις άγιες Γραφές, νηστεύοντας και προσευχόμενοι με την χαρά και την ελπίδα των μελλόντων αγαθών.


     Την εποχή εκείνη ο Μαξιμίνος Δάιας είχε εξαπολύσει ανελέητο διωγμό κατά των χριστιανών στην Αίγυπτο και έπνιξε την Αλεξάνδρεια στο αίμα (308). Ο Αντώνιος, φλεγόμενος από τον πόθο να κατακτήσει τον στέφανο του μαρτυρίου, ήλθε στην Αλεξάνδρεια και θαρραλέα ριψοκινδύνευσε την ζωή του διακονώντας τους ομολογητές της Πίστεως. Παρά τον διάπυρο πόθο του να συμμεριστεί το μαρτύριό τους, ο Θεός τού επεφύλαξε άλλους αγώνες. Δεν τον συνέλαβαν και, έτσι, ο Αντώνιος επέτρεψε στην μοναστική του κοινότητα, όπου συνέχισε το αναίμακτο μαρτύριο της συνειδήσεως, διπλασιάζοντας τον ασκητικό του κανόνα. Εξακολουθούσε να επιτελεί θαύματα και, μολονότι παρέμενε έγκλειστος, δεν έπαυαν να συρρέουν επισκέπτες στο ερημητήριό του. Για τον λόγο αυτό αποφάσισε να αποσυρθεί ακόμη πιο βαθιά μες στην έρημο. Ακολούθησε ένα καραβάνι βεδουίνων και έφθασε οδοιπορώντας μέχρι το όρος Κοζλίμ (Κουολζούμ ή Όρος Αγίου Αντωνίου) που βρισκόταν προς το μέρος της Ερυθράς Θάλασσας στην έρημο, τρεις ημέρες απόσταση από τον Νείλο, όπου εγκαταστάθηκε κατόπιν θείας πληροφορίας. Καλλιεργούσε λίγα οπωροκηπευτικά για να τρέφεται. Αγρίμια και θηρία έρχονταν να πιουν στην πηγή εκεί κοντά και χαλούσαν το περιβόλι. Ο άγιος τα επέπληξε και τα ζώα δεν ξαναπλησίασαν. Σπάνιες ήταν οι επισκέψεις των μαθητών του και ο Αντώνιος μπορούσε πλέον να αφοσιωθεί χωρίς περισπασμούς στην θεωρία και στον αγώνα κατά της μανίας των δαιμόνων. Ο νους του έμεινε ακλόνητος και ατάραχος όπως το όρος Σιών, και η παρρησία του προς τον Κύριο ήταν τόσο μεγάλη, ώστε έφευγαν οι δαίμονες και τα θηρία συμβίωναν ειρηνικά μαζί του.

     Ύστερα από πολλά χρόνια ο Αντώνιος, σε προχωρημένη ήδη ηλικία, συγκατένευσε να επισκεφθεί τους μαθητές του στο Πισπίρ, στην δεξιά όχθη του Νείλου. Καθ’ οδόν έκανε να αναβλύσει νερό στην έρημο, για να πιουν οι συνοδοιπόροι του που υπέφεραν από δίψα. Με πολύ μεγάλη χαρά υποδέχθηκαν στην κοινότητα τον άνθρωπο του Θεού και για όλους τους μοναχούς η επίσκεψή του έγινε αφορμή να αναζωπυρωθεί ο ζήλος τους για τον αγώνα της αρετής. Μέγα πλήθος τον ακολούθησε όταν επέστρεψε στο όρος του: άλλοι τον παρακαλούσαν να θεραπεύσει τις σωματικές τους ασθένειες, άλλοι έρχονταν για να λάβουν πνευματική παρηγορία και καθοδήγηση. Ο άγιος έδινε στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του, όπως ο Θεός ο Ίδιος. Δεν διέκοπτε την σιωπή του παρά μόνον από το Άγιο Πνεύμα και μιλούσε τότε με λόγια της Αγίας Γραφής σαν να ήταν εκείνος ο συγγραφέας τους. Έλεγε με ένθεη παρρησία: «Δεν φοβούμαι πλέον τον Θεό, αλλά Τον αγαπώ! Η αγάπη έξω βάλλει τον φόβο!». Για τον λόγο αυτό στην διδασκαλία του υπογράμμιζε προπαντός την αγάπη προς τους αδελφούς και την ανάγκη καθάρσεως της καρδίας. Έλεγε ακόμη: «Η ζωή και ο θάνατος εξαρτώνται από τον πλησίον. Εάν κερδίσουμε τον αδελφό μας, κερδίζουμε τον Θεό. Εάν όμως είμαστε αφορμή αμαρτίας για τον αδελφό μας, αμαρτάνουμε ενώπιον του Χριστού». Ως πατέρας φιλεύσπλαχνος, ήξερε να μετριάζει στην κατάλληλη στιγμή την άσκηση των μαθητών του, διδάσκοντάς τους αυτό που είχε μάθει από έναν άγγελο: να εναλλάσσουν με διάκριση την νοερά προσευχή, την ψαλμωδία και το εργόχειρο ώστε να αγωνίζονται κατά της ακηδίας. Επωμιζόταν σαν να ήταν δικές του τις συμφορές όσων κατέφευγαν σ’ αυτόν και προσευχόταν για τον καθένα τους. Όταν ο Θεός επιτελούσε δι’ αυτού μια ίαση, Τον ευχαριστούσε· και όταν του την αρνιόταν, πάλι Τον ευχαριστούσε και παρακινούσε τον πάσχοντα να συνεχίζει να ελπίζει.

     Μια ημέρα, την ώρα της προσευχής, ο άγιος Αντώνιος αρπάχτηκε με το πνεύμα του και υψώθηκε σωματικά στον αέρα από αγγέλους που απομάκρυναν την ορδή των δαιμόνων, οι οποίοι απαιτούσαν να απολογηθεί για όλη την διαγωγή του από τότε που γεννήθηκε. Το πρόσωπό του ακτινοβολούσε τέτοια λάμψη καθαρότητας και όλες οι κινήσεις του σώματος πρόδιδαν τέτοια απάθεια ψυχής, ώστε καταύγαζε γύρω του φως ειρήνης, χαράς και πραότητας. Χωρίς να δηλώσει καν ποιος είναι, όλοι όσοι τον έβλεπαν ελκύονταν ακατάσχετα προς εκείνον. Μπορούσε να διαβάσει την καρδιά τους σαν ανοιχτό βιβλίο ωσάν έμπειρος ιατρός, και τους έδινε πάντα το κατάλληλο φάρμακο. Όλη η Αίγυπτος τον θεωρούσε πατέρα και ιατρό της, προσωπικότητες από τις πλέον υψηλά ιστάμενες έφτασαν στην μακρινή έρημο για να συνομιλήσουν μαζί του ή απλώς για να λάβουν την ευλογία του. Ακόμη και ο ίδιος ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος και οι γιοι του έγραψαν επιστολές στον ταπεινό μοναχό ωσάν προς τον πατέρα τους.


     Χωρίς να αποσπάται από όλες αυτές τις τιμές και με τον νου αδιάκοπα στραμμένο στην παρουσία του Θεού εντός του, ο Αντώνιος είχε επιπλέον διδαχθεί από τον Θεό όλη την γνώση που χρειαζόταν για να αποστομώνει τους σοφούς του κόσμου. Έλληνες φιλόσοφοι, επαιρόμενοι για την μάταιη γνώση τους, ήλθαν να επισκεφθούν με περιφρόνηση αυτόν τον αγράμματο μοναχό για τον οποίο μιλούσε όλη η Αίγυπτος. Με λίγα λόγια του ο άνθρωπος του Θεού κλόνισε την αλαζονεία τους. Κατέδειξε πώς η σοφία τούτου του κόσμου κατέστη μωρά από την μωρία του Σταυρού, αποδείχνοντάς τους την ανοησία των μύθων τους που καταβιβάζει τον Θεό σε ομοιώματα ζώων ή άψυχων αντικειμένων, ενώ η Διδασκαλία του Χριστού ανεβάζει τον άνθρωπο σε άχραντη κοινωνία με την θεία φύση. Τους έκανε να αναγνωρίσουν ότι αυτό που οι χριστιανοί γνωρίζουν με την πίστη και την δύναμη του βιώματος, εκείνοι μάταια επιχειρούν να το φθάσουν με τις συζητήσεις και τους συλλογισμούς. Επισφράγισε, τέλος, την νίκη του λυτρώνοντας δαιμονισμένους με την δύναμη του Χριστού και οι επισκέπτες του αποχώρησαν αποσβολωμένοι.

     Ο άγιος Αντώνιος σεβόταν ιδιαίτερα τους κληρικούς και τους ταγούς της Εκκλησίας. Ήταν βέβαια ξένος από κάθε εκκλησιαστική υπόθεση, όμως υποστήριζε σθεναρά την Ορθόδοξη Πίστη, που κινδύνευε σε εκείνους τους ταραγμένους καιρούς. Όταν οι οπαδοί του Αρείου στην Αλεξάνδρεια διέδωσαν ότι ο ξακουστός ερημίτης συμμεριζόταν την ανόητη διδασκαλία τους, ο άγιος δεν δίστασε να αφήσει το ησυχαστήριό του, να έλθει στην τύρβη της μεγαλούπολης και να ομολογήσει καθαρά και απερίφραστα, ενώπιον του λαού που έτρεξε να τον δει, την πίστη του στην θεότητα του Υιού και Λόγου του Θεού, την ακράδαντη προσήλωσή του στο δόγμα της Συνόδου της Νικαίας και την αμέριστη υποστήριξή του στον άγιο Αθανάσιο τον Μέγα (338).

     Όταν έφθασε σε ηλικία εκατόν πέντε ετών, πήγε κατά την συνήθειά του να επισκεφθεί τους μοναχούς που είχαν εγκατασταθεί σε ένα βουνό ακόμη πιο βαθειά μες στην έρημο και να τους αναγγείλει με χαρά ότι ο Θεός θα τον καλούσε σύντομα στην αληθινή πατρίδα, την Άνω Ιερουσαλήμ. Τους εμψύχωσε παρακινώντας τους να επιμένουν στην άσκηση, σαν να επρόκειτο να πεθάνουν την επόμενη μέρα, να μιμούνται το παράδειγμα των αγίων και να τηρούν με επιμέλεια την παράδοση των θεόπνευστων Πατέρων, αποφεύγοντας κάθε σχέση με αιρετικούς. Ύστερα επέστρεψε στην βαθειά έρημο με δύο υποτακτικούς: τον Μακάριο [19 Ιαν.] και τον Αμάτα. Πριν παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο, έδωσε εντολή να μη μεταφέρουν την σορό του στην Αίγυπτο, από φόβο μήπως την ταριχεύσουν σύμφωνα με τα ειδωλολατρικά έθιμα που ίσχυαν ακόμη. Διέταξε να τον ενταφιάσουν σε μέρος άγνωστο σε όλους. Κληροδότησε ένα μέρος από τα ενδύματά του στους δύο μεγάλους ομολογητές της Ορθοδοξίας: τον άγιο Αθανάσιο [18 Ιαν και 2 Μαΐ.] και τον άγιο Σεραπίωνα Θμούεως [21 Μαρτ.] και την μάλλινη μηλωτή του στους δύο υποτακτικούς του, ώστε να προστατεύονται αοράτως από αυτόν. Ύστερα, άπλωσε τα πόδια και με πρόσωπο που έλαμπε από χαρά, σαν να συναντούσε φίλους, παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Θεό (17 Ιανουαρίου του 356).

     Η φήμη του ως Πατήρ των μοναχών και ως Πατήρ πατέρων απλώθηκε ως τα πέρατα της οικουμένης και εδώ και πολλούς αιώνες ο «Βίος» του, γραμμένος με αγάπη και αφοσίωση από τον άγιο Αθανάσιο Αλεξανδρείας, προσφέρει ένα τέλειο πρότυπο της οδού που πρέπει να ακολουθήσουν κατά την οικεία τους έφεση και δύναμη οι πραγματικοί εραστές του Θεού για να φθάσουν στην ζωογόνα τελειότητα της Χριστιανικής ζωής. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος [25 Ιαν. και 30 Ιαν.] γράφει ότι ο «Βίος» του αγίου Αντωνίου είναι «μια νομοθεσία για τον μοναχικό βίο μέσα από την πλοκή της διηγήσεώς του» (Λόγος 21, 5, PG 35, 1088).

     Το λείψανο του αγίου Αντωνίου φαίνεται πως αποκαλύφθηκε ύστερα από όραμα το 561 και μεταφέρθηκε στην Αλεξάνδρεια. Γύρω στο 635, λόγω της απειλούμενης αραβικής εισβολής, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και, περί το 1070, σύμφωνα με μαρτυρία της δυτικής παράδοσης, ένας άρχοντας της Ντωφινέ μετέφερε το τίμιο λείψανο στην Γαλλία (Άγιος Αντώνιος της Ντωφινέ) όπου αποτελεί μέχρι και σήμερα σεβάσμιο αντικείμενο ονομαστού προσκυνήματος.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄.
Τὸν ζηλωτὴν Ἠλίαν
τοῖς τρόποις μιμούμενος,
τῷ Βαπτιστῇ
εὐθείαις ταῖς τρίβοις ἑπόμενος,
Πάτερ Ἀντώνιε,
τῆς ἐρήμου γέγονας οἰκιστής,
καὶ τὴν οἰκουμένην
ἐστήριξας, εὐχαῖς σου.
Διὸ πρέσβευε Χριστῶ τῷ Θεῷ,
σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τοὺς βιοτικούς,
θορύβους ἀπωσάμενος,
ἡσυχαστικῶς, τὸν βίον ἐξετέλεσας,
τὸν Βαπτιστὴν μιμούμενος,
κατὰ πάντα τρόπον, Ὁσιώτατε.
Σὺν αὐτῷ οὖν σε γεραίρομεν,
Ἀντώνιε Πάτερ,
τῶν Πατέρων κρηπίς.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ ἀρχηγός,
καὶ τῆς ἰσαγγέλου
πολιτείας καθηγητής·
χαίροις τῆς ἐρήμου,
στυλοειδὴς νεφέλη,
Ἀντώνιε παμμάκαρ,
Πατέρων καύχημα.




[Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
σελ. 173–181.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
Η παρούσα ανάρτηση
αφιερώνεται εκ βαθέων υικώς
στη μνήμη του πατέρα μου·
Αντωνίου Τιμ. Σαράντη
(19241984).
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.