Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΕΝΤΕ ΜΑΡΤΥΡΕΣ


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΕΝΤΕ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Ευστράτιος, Αυξέντιος, Ευγένιος
Μαρδάριος και Ορέστης


     Την εποχή του τελευταίου και πλέον αδυσώπητου διωγμού κατά των χριστιανών, που έγινε επί Διοκλητιανού (περί το 305), το αίμα κυλούσε ποτάμι και βασίλευε ο τρόμος μέχρι στις εσχατιές της αυτοκρατορίας. Όπου κι αν βρίσκονταν, όποια κι αν ήταν η κατάστασή τους, οι χριστιανοί έπρεπε να επιλέξουν μεταξύ της άρνησης της πίστεώς τους και του μαρτυρίου.

     Στην πόλη Σάταλα της Αρμενίας ζούσε ένας λαμπρός αριστοκράτης, ο Ευστράτιος, σκρινιάριος (σύμβουλος) δουκικής τάξεως και επικεφαλής των αυτοκρατορικών νοταρίων (συμβολαιογράφων, γραμματέων) της πόλεως, ο οποίος μέχρι τότε είχε κατορθώσει να κρατήσει κρυφή την πίστη του στον Χριστό. Η ένδοξη άθληση των ομολογητών της πίστεως τού είχε κινήσει τον πόθο να αξιωθεί και εκείνος τον καλλίνικο στέφανο του μαρτυρίου· η προοπτική των βασανιστηρίων τον φόβιζε· θα είχε άραγε το θάρρος ν’ αντέξει ή θα υπαναχωρούσε; Για να μάθει αν η βούληση του Θεού ήταν να προχωρήσει στον δρόμο του μαρτυρίου, εμπιστεύθηκε τη ζώνη του, διακριτικό του αξιώματός του, σ’ έναν υπηρέτη προστάζοντάς τον να την αποθέσει στην αγία Τράπεζα του ναού και να δει αν ο πρώτος που θα έμπαινε στο ιερό Βήμα για να την πάρει θα ήταν ο σεβάσμιος ιερέας Αυξέντιος. Έτσι κι έγινε. Πήρε θάρρος ο Ευστράτιος από αυτό το σημείο και έπαψαν να τον φοβίζουν εκείνοι που μόνο το σώμα μπορούν να σκοτώσουν (Ματθ. 10, 28). Κάλεσε φίλους και συγγενείς να μοιρασθούν μαζί του τη χαρά του σ’ ένα μεγάλο δείπνο, κατά τη διάρκεια του οποίου τους ανακοίνωσε ότι σύντομα θα λάβαινε έναν θησαυρό άφθαρτο.

     Την επαύριο, την ώρα που ο ηγεμόνας Λυσίας επιθεωρούσε τους φυλακισμένους χριστιανούς στο κέντρο της πόλης, παρουσιάσθηκε ξαφνικά ο Ευστράτιος, δήλωσε με παρρησία πως είναι χριστιανός και ζήτησε να τύχει της ίδιας μοίρας όπως οι φυλακισμένοι ομόπιστοί του. Εξεπλάγη ο ηγεμόνας και διέταξε να του αφαιρέσουν τα διακριτικά του αξιώματος και γυμνό να τον μαστιγώσουν, πριν τον ανακρίνει. Κατόπιν, κρέμασαν τον Ευστράτιο με σχοινιά, άναψαν από κάτω φωτιά και τον ξυλοκόπησαν άγρια εκ νέου. Μένοντας απαθής στον πόνο σαν να βασάνιζαν το σώμα κάποιου άλλου, ο Ευστράτιος στράφηκε προς τον Λυσία και τον ευχαρίστησε για τη χαρά που του έδινε, λέγοντας: «Τώρα γνώρισα πως είμαι ναός του Θεού και ότι το Πνεύμα το Άγιο κατοικεί μέσα μου!». Παρά το αλάτι και το όξος που έριξαν στις πληγές του, το ίδιο εκείνο βράδυ θεραπεύθηκε θαυματουργικώς. Μπροστά στο ακλόνητο φρόνημα του μάρτυρος και στη βοήθεια που του παρείχε η θεία Χάρη, ένας από τους συμπολίτες και τους υφισταμένους του Ευστράτιου, ο αξιωματούχος Ευγένιος, παρουσιάσθηκε κι αυτός με τη σειρά του στον ηγεμόνα, διακήρυξε την πίστη του και ζήτησε να αγωνιστεί με τον Ευστράτιο και τους άλλους ομολογητές.


     Χαράματα της επομένης, έβγαλαν τους χριστιανούς από τη φυλακή για να μεταφερθούν πεζοπορώντας προς τη Νικόπολη. Από σκληρόκαρδη ειρωνεία κινούμενος ο Λυσίας, θέλοντας να τιμήσει το αξίωμα του Ευστρατίου, έδωσε διαταγή να του φορέσουν υποδήματα, τα οποία στο εσωτερικό τους είχαν αιχμηρά καρφιά. Μετά από δύο ημέρες εξαντλητικής πορείας, η φάλαγγα των χριστιανών αιχμαλώτων πέρασε από τα Αράβρακα, τη γενέτειρα του αγίου Ευστρατίου. Ήταν εκεί ένας άνθρωπος ολιγογράμματος αλλά ευκατάστατος, Μαρδάριος ονόματι, που την ημέρα εκείνη έφτιαχνε τη σκεπή στο καινούργιο του σπίτι. Είδε τον Ευστράτιο να βαδίζει ακτινοβολώντας ως αγλαόμορφος αστέρας και θαύμασε πώς μπόρεσε και καταφρόνησε τη δόξα και τα εγκόσμια για χάρη του μαρτυρίου. Η σύζυγός του τον ενθάρρυνε να αγωνιστεί κι εκείνος ώστε να γίνει προστάτης προς Κύριον των μικρών παιδιών του καθώς και όλου του γένους του. Φόρεσε χιτώνα και υποδήματα, ασπάσθηκε τα δυο παιδιά του, εμπιστεύθηκε την οικογένειά του στη φροντίδα ενός γενναιόψυχου φίλου κι έτρεξε να προφτάσει τους ένδοξους μαθητές του Χριστού και να παραδοθεί στους στρατιώτες.

     Πρώτος παρουσιάσθηκε ενώπιον του Λυσία ο πρεσβύτερος Αυξέντιος. Μετά από συνοπτική ακρόαση, τον πήγαν σ’ ένα απομακρυσμένο και πυκνό δάσος και τον αποκεφάλισαν, αφήνοντας το σώμα του βορά στ’ αγρίμια. Με τη βοήθεια του Θεού όμως, ευλαβείς χριστιανοί ήλθαν λίγο αργότερα και πήραν τα τίμια λείψανα και χάρη σε μια κουρούνα ανακάλυψαν την κάρα κρυμμένη στο φύλλωμα ενός δέντρου.

     Μετά τον Αυξέντιο, ο ηγεμόνας κάλεσε να παρουσιασθεί ο Μαρδάριος, ο οποίος σε όλες του τις ερωτήσεις απαντούσε λακωνικά: «Είμαι Χριστιανός!». Διέταξε τότε να του τρυπήσουν τους αστραγάλους, να τον κρεμάσουν ανάποδα και να τον χτυπούν μέχρι θανάτου με πυρωμένες σούβλες. Λίγο πριν παραδώσει το πνεύμα του ο Μαρδάριος, προσευχήθηκε και είπε:


 ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΔΑΡΙΟΥ
«Δέσποτα Θεέ, 
Πάτερ Παντοκράτωρ, 
Κύριε Υἱὲ μονογενές, 
Ἰησοῦ Χριστὲ καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, 
μία Θεότης, μία Δύναμις, 
ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν· 
καὶ οἷς ἐπίστασαι κρίμασι, 
σῶσόν με, 
τὸν ἀνάξιον δοῦλόν Σου· 
ὅτι εὐλογητὸς εἶ 
εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 
Ἀμήν».

     Αυτή η σύντομη αλλά θεολογικά υπέροχη «Ευχή του αγίου Μαρδαρίου» λέγεται στην Ακολουθία του Μεσονυκτικού, της Τρίτης Ώρας και στο Μεγάλο Απόδειπνο κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

     Έφεραν ενώπιον του τυράννου Λυσία, που ήταν όλος μίσος και μανία, τον Ευγένιο. Εξαιτίας της παρρησίας του και της αποφασιστικότητάς του, του έκοψαν τη γλώσσα και τα χέρια, συνέτριψαν τα άλλα μέλη του με ρόπαλα και, εν μέσω των φρικτών βασάνων, παρέδωσε ο Ευγένιος τη ψυχή του στον Κύριο.

     Μετά τις θανατώσεις αυτές, ο Λυσίας πήγε στο στρατόπεδο για να επιθεωρήσει τα γυμνάσια των στρατιωτών. Ήταν εκεί ένας νεαρός οπλίτης, όμορφος και με ωραίο παράστημα, ο Ορέστης, τον οποίον ο Λυσίας είχε επαινέσει στο παρελθόν· την ώρα που έριχνε το ακόντιο, φάνηκε ο μικρός χρυσός σταυρός που φορούσε στον λαιμό. Τον ανέκρινε ο ηγεμόνας και ο Ορέστης δίχως δισταγμό ομολόγησε ότι είναι μαθητής του Χριστού. Συνελήφθη επί τόπου και εστάλη με τον Ευστράτιο στον διοικητή της Σεβάστειας, Αγρικόλαο, επειδή ο Λυσίας φοβόταν την πιθανή αντίδραση των πολυάριθμων χριστιανών της Νικοπόλεως.


     Η πορεία κράτησε πέντε ημέρες και ο Ευστράτιος πληροφορήθηκε τα της θανάτωσης του Αυξεντίου από τον Ορέστη, που ήταν ένας από τους φρουρούς. Όταν έφθασαν στη Σεβάστεια, ο Ευστράτιος προσήχθη ενώπιον του διοικητή, ο οποίος επιθυμούσε να συζητήσει μαζί του. Χάρη στη μεγάλη του μόρφωση, ο Ευστράτιος δεν δυσκολεύθηκε να του καταδείξει τη μωρία της λατρείας των ειδώλων και τη ματαιότητα της φιλοσοφίας. Κατόπιν, σε γλώσσα περιεκτική και γεμάτη αυθεντία, διηγήθηκε όλη τη θεία Οικονομία, από κτίσεως κόσμου μέχρι την πλήρωση της Χάριτος στο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ο Αγρικόλαος κώφευσε σε όλα αυτά τα επιχειρήματα και του υπενθύμισε ότι όφειλε πλήρη υποταγή στα διατάγματα του αυτοκράτορα, και ότι η άρνηση προς τους θεούς του κράτους τιμωρείται με θάνατο. Ωστόσο, δεν εκτέλεσε αμέσως την καταδικαστική απόφαση, αλλά για να του δείξει την κόλαση που τον περίμενε, διέταξε να φέρουν τον Ορέστη και να τον βάλουν πάνω σε πυρακτωμένη κλίνη. Ο νέος στρατιώτης αρχικά δειλίασε μπροστά στη φρίκη του μαρτυρίου, τον ενθάρρυνε όμως στον αγώνα του ο Ευστράτιος, και ο Ορέστης έπεσε πάνω στο πυρακτωμένο κρεβάτι φωνάζοντας: «Κύριε, στα χέρια Σου παραδίδω τη ψυχή μου!».

     Ο Ευστράτιος επέστρεψε πίσω στη φυλακή του για την τελευταία του νύχτα στον κόσμο αυτό, και τον επισκέφθηκε κρυφίως ο επίσκοπος Σεβαστείας άγιος Βλάσιος [11 Φεβρ.], ο οποίος του υποσχέθηκε να εκτελέσει τις τελευταίες του επιθυμίες και να συγκεντρώσει τα λείψανα των πέντε αθλητών του Χριστού στα Αράβρακα. Μετά από μια νύχτα που πέρασε με προσευχή και ουράνιες συνομιλίες, ο επίσκοπος τέλεσε τη θεία Λειτουργία. Τη στιγμή που κοινωνούσε ο Ευστράτιος των αχράντων Μυστηρίων, έλαμψε η φυλακή ωσάν από αστραπή και ακούσθηκε φωνή που έλεγε: «Ευστράτιε, αγωνίσθηκες καλά! Έλα τώρα να λάβεις και το στεφάνι!». Την επομένη, σε μια έσχατη ανάκριση ο Αγρικόλαος προσπάθησε να συγκινήσει τον άγιο, αλλά ο Ευστράτιος τού απάντησε να μην καθυστερήσει πλέον εφόσον θεωρεί βδέλυγμα τους ψευδοθεούς και επικατάρατους όσους τους προσκυνούν. Ο ηγεμόνας διέταξε τότε να θανατωθεί ο άγιος διά πυρός. Ο άγιος έκανε εδαφιαία μετάνοια και ανέπεμψε προς τον Κύριο μια διάπυρη προσευχή για να λάβει το θάρρος που απαιτούσε η ύστατη δοκιμασία. Κατόπιν σηκώθηκε, προχώρησε αποφασιστικά προς την κάμινο που ήδη έκαιγε, έκανε το σημείο του Σταυρού και εισήλθε ψάλλοντας προς τον Κύριο άσμα ευχαριστήριο όπως οι Τρεις Παίδες εν τη καμίνω (βλ. Δαν. 3). Ήταν ακριβώς τότε που, σύμφωνα με την αγιολογική παράδοση, ο άγιος Μάρτυς του Χριστού είπε μια εξαίσια προσευχή. 

    Αυτή η εξαίσια και κατανυκτική προσευχή είναι γνωστή ως η «Ευχή του Αγίου Ευστρατίου» και βρίσκεται στην «Ακολουθία του Μεσονυκτικού» του Σαββάτου ή στη μεταγενέστερη και συνοπτική «Εωθινή» ή «Πρωινή Προσευχή» πάλι κατά την ημέρα του Σαββάτου. Εκφράζει με γλαφυρό τρόπο τη φοβερή περίσκεψη της κάθε ψυχής, όταν αυτή αφήνοντας τον κόσμο αυτόν, αναλογίζεται την επικείμενη παρεμπόδισή της από τα εναέρια τελώνια των δαιμονίων, καθώς θα ανεβαίνει με ολοϋπαρτική συστολή προς τον θρόνο του Παντοκράτορος και Παμβασιλέως Κυρίου για να κριθεί ενώπιόν Του. Η παρεμπόδιση που επιχειρείται από τους θρασείς και πονηρούς δαίμονες βασίζεται στη φθονερή κρίση τους που είναι αναληθής, μισάνθρωπη, πονηρή και υπονομευτική για τον άνθρωπο· ενώ η Κρίση του Θεού, είναι η μόνη αληθής, αληθινή, ακέραιη και δίκαιη, και ανήκει εξ ολοκλήρου στον φιλάνθρωπο και φιλόψυχο Κύριο. Μέσα λοιπόν σε αυτό το αγωνιώδες κλίμα, στο οποίο πραγματικά διακυβεύεται η αιώνια σωτηρία του ανθρώπου, προσφεύγει η πιστή ψυχή προς το μέγα και άφραστο έλεος του Κυρίου ικετεύοντας εκ βαθέων, με ακλόνητη ελπίδα και πίστη προς την ανείκαστη και ανεξιχνίαστη θεία αγάπη, να φρουρηθεί και να σκεπαστεί στοργικά από τους αγίους Αγγέλους, ώστε να φτάσει τελικά αλώβητη, σώα και αβλαβής στα κράσπεδα του γλυκού Παραδείσου. Προσευχήθηκε λοιπόν ο άγιος Ευστράτιος, λέγοντας τα εξής ιερά λόγια:


ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ
Μεγαλύνων μεγαλύνω σε, Κύριε, ὅτι ἐπεῖδες ἐπὶ τὴν ταπείνωσίν μου καὶ οὐ συνέκλεισάς με εἰς χεῖρας ἐχθρῶν, ἀλλ’ ἔσωσας ἐκ τῶν ἀναγκῶν τὴν ψυχήν μου. Καὶ νῦν, Δέσποτα, σκεπασάτω με ἡ χείρ σου, καὶ ἔλθοι ἐπ’ ἐμὲ τὸ ἔλεός σου, ὅτι τετάρακται ἡ ψυχή μου, καὶ κατώδυνός ἐστιν ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαι αὐτὴν ἐκ τοῦ ἀθλίου μου καὶ ῥυπαροῦ σώματος τούτου· μήποτε ἡ πονηρὰ τοῦ ἀντικειμένου βουλὴ συναντήσῃ καὶ παρεμποδίσῃ αὐτήν, διὰ τὰς ἐν ἀγνοίᾳ καὶ γνώσει ἐν τῷ βίῳ τούτῳ γενομένας μοι ἁμαρτίας. Ἵλεως γενοῦ μοι, Δέσποτα, καὶ μὴ ἰδέτω ἡ ψυχή μου τὴν ζοφερὰν καὶ σκοτεινὴν ὄψιν τῶν πονηρῶν δαιμόνων· ἀλλὰ παραλαβέτωσαν αὐτὴν Ἄγγελοί σου φαιδροὶ καὶ φωτεινοί. Δὸς δόξαν τῷ ὀνόματί σου τῷ ἁγίῳ, καὶ τῇ σῇ δυνάμει ἀνάγαγέ με εἰς τὸ θεῖόν σου βῆμα. Ἐν τῷ κρίνεσθαί με, μὴ καταλάβοι με ἡ χείρ τοῦ ἄρχοντος τοῦ κόσμου τούτου, εἰς τὸ κατασπάσαι με τὸν ἁμαρτωλὸν εἰς βυθὸν ᾅδου, ἀλλὰ παράστηθί μοι, καὶ γενοῦ μοι σωτὴρ καὶ ἀντιλήπτωρ. Ἐλέησον, Κύριε, τὴν ῥυπωθεῖσαν τοῖς πάθεσι τοῦ βίου ψυχήν μου, καὶ καθαρὰν αὐτὴν διὰ μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως πρόσδεξαι· ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

          —Με απλά λόγια:
Σε δοξάζω και Σε μεγαλύνω, Κύριε, διότι είδες με ευμένεια την ταπεινότητά μου και δεν συγκατένευσες στο να βρίσκομαι παγιδευμένος στα χέρια των εχθρών μου, αλλά έσωσες από τις δυσκολίες τη ψυχή μου. Και τώρα, Κύριε, ας με προστατέψει το χέρι Σου κι ας έλθει σε μένα το έλεός Σου, διότι είναι ταραγμένη και γεμάτη οδύνη η ψυχή μου, καθώς πρόκειται σε λίγο να φύγει απ’ αυτό το άθλιο και ακάθαρτο σώμα μου· ας έλθει σε μένα το έλεός Σου, μη τυχόν η πονηρή θέληση και επιδίωξη του διαβόλου συναντήσει τη ψυχή μου και την παρεμποδίσει για όλες τις αμαρτίες που τυχόν διέπραξα στη ζωή μου αυτή, είτε με τη γνώση είτε με την άγνοιά μου. Λυπήσου με, Κύριε, και μην επιτρέψεις καθόλου να δει η ψυχή μου τη σκοτεινή και απαίσια μορφή των δαιμόνων. Αντίθετα, ας την παραλάβουν οι λαμπροί και οι φωτεινοί Σου Άγγελοι. Δώσε δόξα στο όνομά Σου το άγιο και, με τη δύναμή Σου, οδήγησέ με προς το θείο Σου Βήμα. Κατά την ώρα της κρίσεώς μου, ας μην προφθάσει να με αρπάξει το χέρι του άρχοντα του κόσμου τούτου για να με γκρεμίσει, εμένα τον αμαρτωλό, στον βυθό του άδη, αλλά στάσου κοντά μου και γίνε σωτήρας μου και βοηθός. Σπλαχνίσου, Κύριε, την ακάθαρτη από τα πάθη αυτού του βίου ψυχή μου και δέξου την καθαρή, με τη μετάνοια και με την προς Σε δοξολογία· καθ’ ότι Εσύ είσαι ευλογημένος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


     Επί σειρά αιώνων και μέχρι τις ημέρες μας οι ένδοξοι Πέντε Μάρτυρες δεν έπαυσαν ποτέ να επιτελούν θαύματα προς παρηγορία και ενίσχυση των χριστιανών, μέσω των λειψάνων, των εικόνων ή και απευθείας με την παρουσία τους. Αναφέρεται, για παράδειγμα, ότι στη νήσο Χίο, κατά τη διάρκεια ενός δριμύτατου χειμώνα, μόνο ένας ευλαβής εφημέριος και κανείς άλλος εκτός από αυτόν δεν μπόρεσε να φθάσει στο απόμερο εξωκκλήσι της Νέας Μονής που ήταν αφιερωμένο στους αγίους Πέντε Μάρτυρες για την ιερά τους πανήγυρη. Ο ευλαβής εφημέριος, απτόητος, αποφάσισε παρ’ όλ’ αυτά να τελέσει την ακολουθία όταν είδε ξαφνικά τότε, σαν σε όραμα, να εμφανίζονται μέσα στον παγωμένο και σιωπηλό ναό πέντε μορφές, όμοιες και απαράλλαχτες με τις εικόνες και τα πρόσωπα των αγίων. Πήραν ήσυχα θέση στο ψαλτήρι και έψαλλαν με καθαρή φωνή τους ύμνους και τα τροπάρια της εορτής. Την ώρα που έπρεπε να γίνει, ως είθισται, ανάγνωση του σεπτού Μαρτυρίου τους, αμέσως μετά την ΣΤ΄ ωδή, ο νεαρός Ορέστης στάθηκε στο αναλόγιο στο κέντρο του ναού και άρχισε να διαβάζει. Όταν όμως έφθασε στην περιγραφή του μαρτυρίου του, αντί να διαβάσει «εδειλίασε μπροστά στην πυρακτωμένη κλίνη», διάβασε «εμειδίασε». Ο άγιος Ευστράτιος, ο πρόκριτος και η κεφαλή της ιερής Πεντάδας των Μαρτύρων, τον διέκοψε τότε και του είπε με αυστηρό τόνο: «Διάβασε αυτό που είναι γραμμένο και έτσι ακριβώς όπως το έζησες εσύ!». Ερυθριώντας από ντροπή ο Ορέστης, υπάκουσε και διάβασε τελικά «εδειλίασεν». Μόλις τελείωσε η παράδοξη όσο και θαυμαστή αυτή αγρυπνία, οι άγιοι Μάρτυρες έκλεισαν τα ιερά βιβλία, έσβησαν τα κεριά και έγιναν άφαντοι, εξίσου ξαφνικά όπως εμφανίσθηκαν…


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
πενταυγὴς τῶν Ἀθλοφόρων χορεία, τῇ τῶν ἀγώνων νοητῇ δᾳδουχίᾳ, τὴν οἰκουμένην ἅπασαν αὐγάζει νοητῶς, ὁ σοφὸς Εὐστράτιος, Αὐξεντίῳ τῷ θείῳ, Ὀρέστης καὶ Μαρδάριος, καὶ Εὐγένιος ἅμα· οὓς εὐφημοῦντες εἴπωμεν πιστοί· χαίροις Μαρτύρων, πεντάριθμε σύλλογε.

—ΚΟΝΤΑΚΙΑ—
Τῶν Ἁγίων Μαρτύρων.
Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
ς Ἀθλόφοροι ἐν πᾶσιν ἀήττητοι, οἱ τοῦ Σωτῆρος πεντάριθμοι Μάρτυρες, πρεσβείας ἀπαύστως προσάγετε, ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς τὸν μόνον Φιλάνθρωπον, διδόναι ἡμῖν θεῖον ἔλεος.

Τοῦ Ἁγίου Εὐστρατίου.
Ἦχος β΄. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Φωστὴρ ἐφάνης λαμπρότατος Χριστοκῆρυξ, τοῖς ἐν τῷ σκότει τῆς ἀγνωσίας καθημένοις· πίστιν ὡς δόρυ περιθέμενος, τῶν δυσμενῶν τὰ θράση οὐκ ἐπτοήθης Εὐστράτιε, ῥητόρων ὑπάρχων εὐγλωττότερος.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Σύμμορφοι ἐν ἄθλοις τοῖς ἱεροῖς, Εὐστράτιε μάκαρ, καὶ Αὐξέντιε ἱερέ, σὺν τῷ Εὐγενίῳ, Μαρδάριε Ὀρέστα, ἡμᾶς ἐν ὁμονοίᾳ, διατηρήσατε.





[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος),
σελ. 135–140.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΡΟΠΑΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΡΟΠΑΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
(Η μνήμη τους τελείται
κατά την 11η Δεκεμβρίου
ή την πρώτη Κυριακή
αμέσως μετά από αυτή την ημέρα)


     Τις ημέρες αυτές που πλησιάζουμε τη Γέννηση του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, οι Άγιοι Πατέρες, εμφορούμενοι από το Άγιο Πνεύμα και την πνευματική μέριμνα για το χριστεπώνυμο ποίμνιο, καθιέρωσαν να τιμάται η μνήμη του Πατριάρχη Αβραάμ, πατέρα των πιστών, καθώς και όλης της γενεάς του: όλων των κατά σάρκα Προπατόρων του Σωτήρος ημών Χριστού.

     Ο Πατριάρχης Αβραάμ γεννήθηκε στη γη των ειδωλολατρών Χαλδαίων. Ούτε στιγμή δεν δίστασε να εγκαταλείψει πατρίδα, σπίτι, συγγενείς και αγαθά, για να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του Θεού και να πάει στη γη Χαναάν, την οποία ο Θεός τού έδωσε κληρονομιά μαζί με την υπόσχεση μιας ένδοξης μελλοντικά γενεάς και μιας αιώνιας Διαθήκης. Καρπός αυτής της πίστεως υπήρξε ο Ισαάκ, που του έδωσε ο Θεός όταν ο Αβραάμ ήταν πια γέρος. Κατόπιν, εκ του Ισαάκ γεννήθηκε ο Ιακώβ και εξ Ιακώβ γεννήθηκαν οι Δώδεκα Πατριάρχες, γενάρχες των δώδεκα φυλών του Ισραήλ. Από τη φυλή του Ιούδα, σύμφωνα με τις Γραφές, επρόκειτο να γεννηθεί ο Χριστός, η εκπλήρωση της επαγγελίας και το πλήρωμα της Διαθήκης για την ένωση του Θεού με τον άνθρωπο.


     Διά μέσου των αγίων Προπατόρων και Πατριαρχών, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι Εκείνος κατά κάποιον τρόπο ο κομιστής, ο εμπνευστής, αλλά και ο καρπός της πίστεως του Αβραάμ. Για τον λόγο αυτό, κάθε φορά που ο καθένας μας ακούει τη φωνή του Θεού, ενώ βρίσκεται στην εξορία των παθών του παλαιού εαυτού του και της ματαιότητας του κόσμου, πρέπει το δίχως άλλο όπως ακριβώς ο Αβραάμ, δίχως διβουλία και δισταγμό, να αποτάξει τα πάντα, και ιδίως το θέλημά του για να ακολουθήσει τη θεία κλήση έως τη Γη της Επαγγελίας, όπου θα μπορέσει με τη σειρά του, με πνευματικό τρόπο, να «γεννήσει» μυστικά τον Χριστό. Διότι, αφού εμφυτεύεται εντός μας διά της Πίστεως και του αγίου Βαπτίσματος, είναι ανάγκη να αναπτυχθεί και να μεγαλώσει στη ζωή μας ο Χριστός, διά μέσου των ευαγγελικών αρετών, ώστε να λάμψει με το φως της καρδιόμυχης θεωρίας. Γενόμενοι «υιοί Θεού» διά της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, πρέπει να διακρίνουμε τον Χριστό που λαμβάνει μορφή μέσα σ’ εμάς, τους απογόνους του Αβραάμ: «Όλοι είστε γιοι του Θεού με την πίστη προς τον Ιησού Χριστό· και όσοι βαπτισθήκατε στο όνομα του Χριστού, ας ενδυθείτε τώρα τον Χριστό· όλοι σας είστε ένα με τον Ιησού Χριστό· κι αν είστε του Χριστού, τότε είστε και τέκνα του Αβραάμ και κληρονόμοι σύμφωνα με την επαγγελία που έθεσε προς αυτόν ο Θεός» (Γαλ. 3, 26-29). Ας γίνουμε λοιπόν με τη σειρά μας «προπάτορες» του Χριστού, προσκαρερώντας στην πίστη, ώστε να εορτάσουμε τη θεία Γέννηση λέγοντας: «Δεν ζω πια εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός!» (Γαλ. 2, 20).


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄.
ν πίστει τοὺς Προπάτορας ἐδικαίωσας, τὴν ἐξ ἐθνῶν δι’ αὐτῶν, προμνηστευσάμενος Ἐκκλησίαν. Καυχῶνται ἐν δόξῃ οἱ Ἅγιοι, ὅτι ἐκ σπέρματος αὐτῶν, ὑπάρχει καρπὸς εὐκλεής, ἡ ἀσπόρως τεκοῦσά σε. Ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ὑπακοή. Ἦχος β΄.
Εἰς δρόσον τοῖς Παισί, τὸ πῦρ μετεβάλλετο· ὁ θρῆνος εἰς χαράν, ταῖς γυναιξὶν ἐνηλλάσσετο· Ἄγγελος γὰρ ἐν ἀμφοτέροις διηκόνει τοῖς θαύμασι, τοῖς μὲν εἰς ἀνάπαυσιν μεταποιήσας τὴν κάμινον, ταῖς δὲ τὴν ἀνάστασιν καταμηνύσας τριήμερον. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς ἡμῶν, Κύριε δόξα σοι.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. β΄. Αὐτόμελον.
Χειρόγραφον εἰκόνα μὴ σεβασθέντες, ἀλλ’ ἀγράφῳ οὐσίᾳ θωρακισθέντες, τρισμακάριοι ἐν τῷ σκάμματι, τοῦ πυρὸς ἐδοξάσθητε· ἐν μέσῳ δὲ φλογὸς ἀνυποστάτου ἱστάμενοι, Θεὸν ἐπεκαλεῖσθε· Τάχυνον ὦ Οἰκτίρμον, καὶ σπεῦσον ὡς ἐλεήμον, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, ὅτι δύνασαι βουλόμενος.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαῖρετε Προπάτορες τοῦ Χριστοῦ· ἐξ ὑμῶν γὰρ ῥάβδος, ἀνεβλάστησεν εὐθαλής, ἥτις ἐξανθῆσαι, τὸ ζωηφόρος ἄνθος, ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει, ἤδη ἐπείγεται.





[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος),
σελ. 124–125.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

ΑΒΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΩΦΕΛΗΣ ΜΥΘΟΣ


ΑΒΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΩΦΕΛΗΣ ΜΥΘΟΣ


     Φοβάμαι εκείνον τον αβρό και ανωφελή μύθο των ανώδυνων διδάχων και διδαχών· είναι η απουσία βιώματος που κρύβεται ή που συγκαλύπτεται. Φοβάμαι κι εμένα τον ίδιο, όταν έρχεται ο πειρασμός της διδαχής· «το να διδάξεις τον άλλον είναι σαν να τον ελέγχεις», έλεγε πανδίκαια ένας αββάς της ερήμου. Εμείς μια ζωή τούτη την «έρημο» του εαυτού μας τη σκιαζόμαστε, γι’ αυτό και πικραίνουμε ασύστολα τον αδελφό με την πληθωρική τοξικότητα των εγκάτων μας. Ο άλλος με ατενίζει με τη λάμψη των δακρύων και του ιδρώτα του κι εγώ κάμω τη ζωή του τσουλήθρα των άδικων, άτοπων, επιτακτικών και βάναυσων θεωριών μου. Τι μου λες τώρα; Υπάρχει χειρότερο απ’ αυτό; Πες μου! Είναι μακρόθυμος ο Θεός μόνο και μόνο που μού ’δωσε την ομιλία και ασύνετος εγώ που τη χρησιμοποιώ μ’ αυτόν τον άθεο και αφιλάδελφο τρόπο. Και κάπου στα σύνορα αυτών των δεδομένων κεντιέται σιωπηλά η υποκρισία και η αναλγησία στην καρδιά. Η σιωπή του Θεού σίγουρα θα είναι ισοβίως ο πήχης και το στοίχημα της ζωής μου, αλλά και το μυστικό της πληρότητας του είναι μου...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2018

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΑΠΙΟΣ


Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΑΠΙΟΣ


     Ο όσιος Πατάπιος γεννήθηκε στις Θήβες της Αιγύπτου από γονείς ευλαβείς. Η καρδιά του φλεγόταν από τον πόθο της τελειώσεως και ο όσιος αποφάσισε να εγκαταλείψει γονείς, πλούτη και κάθε δεσμό με τον κόσμο για να εγκαταβιώσει στην έρημο και να συνομιλεί αδιαλείπτως με τον Θεό. Έζησε στην ησυχία επί πολλά χρόνια· η επιθυμία του να αποφύγει τον έπαινο των ανθρώπων δεν μπόρεσε ωστόσο να εμποδίσει την φήμη του να απλωθεί ωσάν την λάμψη τηλαυγούς λύχνου. Το πλήθος των πιστών που έρχονταν για να τον συναντήσουν τον αποσπούσε από την θεωρία· αποφάσισε λοιπόν ο όσιος να φύγει και να εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στην Παναγία των Βλαχερνών [1], όπου άγνωστος, ξένος και χαμένος μέσα στον ετερόκλητο πληθυσμό της Βασιλεύουσας θα μπορούσε να συνεχίσει και να επαυξήσει τους πνευματικούς του αγώνες μακριά από τους μάταιους και ανωφελείς επαίνους. Συνδέοντας με φρόνηση την θεωρία και τις ενάρετες πράξεις, έγινε ως άγγελος εν σώματι. Και όπως οι επουράνιες δυνάμεις, έτσι κι εκείνος αδιάκοπα, μέρα-νύχτα, δοξολογούσε τον Θεό και έλαβε ως ανταμοιβή το χάρισμα να επιτελεί θαύματα.

     Επικαλούμενος το Όνομα του Χριστού, θεράπευσε έναν εκ γενετής τυφλό που προσέπεσε με πίστη στα πόδια του. Μια άλλη φορά, θεράπευσε έναν άνδρα που το σώμα του είχε πρηστεί φρικτά εξαιτίας οιδήματος, σημειώνοντας τον τύπο του ζωοποιού Σταυρού και χρίοντάς τον με το λάδι μιας κανδήλας του ναού. Εξέβαλε επίσης τους δαίμονες που είχαν κυριεύσει έναν τυραννισμένο νέο, με την ίδια εξουσία όπως ο Κύριος. Όσο περισσότερο πρόκοβε στην αρετή και στην θεωρία, τόσο πολλαπλασιάζονταν τα θαύματα και το πλήθος των πιστών που έρχονταν να τον συναντήσει. Τηρώντας με αυστηρότητα τις εντολές του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, έλαβε παρά Θεού την ικανότητα να επιτελεί τα ίδια θαύματα όπως εκείνα που αναφέρονται στο άγιο Ευαγγέλιο.

     Αφού οικοδόμησε την Εκκλησία με την πολιτεία του και στερέωσε την πίστη πολλών με τα θαύματά του, ο ένδοξος δούλος του Θεού Πατάπιος εκοιμήθη εν Κυρίω, περιτριγυρισμένος από μοναχούς και ασκητές της γύρω περιοχής, που θρηνούσαν γιατί έχαναν έναν τέτοιο θησαυρό και ταυτόχρονα χαίρονταν για την θριαμβευτική είσοδό του στην αιώνια δόξα του Χριστού. Το λείψανό του ενταφιάστηκε στην Μονή των Αιγυπτίων, που βρισκόταν κοντά στο ασκητήριό του [2].

     Πολλούς αιώνες αργότερα, το 1904, κατά την διάρκεια εργασιών ανακαίνισης του ναού ενός μονυδρίου στις πλαγιές των Γερανίων όρεων στο Λουτράκι, αποκαλύφθηκε ολόκληρο το λείψανο του αγίου Παταπίου. Η μονή αφιερώθηκε έκτοτε στην μνήμη του και δεν σταματούν να επιτελούνται σε αυτήν τα θαύματα της μεγάλης χάριτος του οσίου [3]. 


— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —

   [1] Σύμφωνα με τον άγιο Ιωάννη τον Μαυρόποδα [5 Οκτ.], ο άγιος Πατάπιος έφθασε στην Αίγυπτο (μεταξύ 475 και 518) συνοδευόμενος από δύο άλλους ασκητές: τον Βαρά [16 Μαΐου], κτήτορα της Μονής της Πέτρας, και τον Ραββουλά [19 Φεβρ.], κτήτορα της μονής που διατήρησε το όνομά του. Η πληροφορία αυτή αμφισβητείται, διότι γνωρίζουμε από άλλες πηγές ότι ο Ραββουλά ήταν Σύρος. Άλλοι πάλι τοποθετούν τον βίο του αγίου Παταπίου στον 7ο αιώνα. Σύμφωνα δε με άλλους, έζησε πριν την ίδρυση του ναού των Βλαχερνών, όταν η περιοχή αυτή ήταν ακατοίκητη.
   [2] Στα τρία εγκώμια που αφιέρωσε στον άγιο Πατάπιο (PG 97, 1205-1253) ο άγιος Ανδρέας Κρήτης [4 Ιουλ.], αναφέρονται πολλά θαύματα που επιτέλεσαν τα τίμια λείψανά του.
   [3] Κατά υπόθεση του καθηγητού Στυλιανού Παπαδόπουλου (ο και μετέπειτα Μοναχός Γεράσιμος Δοχειαρίτης· 1933–2012), λίγο πριν ή μετά την Άλωση της Πόλεως, ο Αγγελής Νοταράς, ανιψιός του Μανουήλ Παλαιολόγου και γενάρχης αυτής της λαμπρής οικογένειας της Πελοποννήσου, θα είχε μεταφέρει το τίμιο λείψανο του αγίου, που βρισκόταν τότε στην Μονή της Πέτρας, για να το μετακομίσει στην περιοχή της Κορίνθου. Εξηγείται τότε γιατί βρέθηκε μαζί με το λείψανο του αγίου Παταπίου στην σπηλιά μία εικόνα της αγίας Υπομονής [13 Μαρτ. και 29 Μαΐου], η οποία μπορεί να ήταν η Ελένη Παλαιολογίνα (+1450), σύζυγος του αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ και θυγατέρα του Σέρβου ηγεμόνος Κωνσταντίνου Δραγάση, της οποίας η σορός βρισκόταν στην Μονή της Πέτρας που είχε λάβει πολλές δωρεές από την οικογένειά της. Το λείψανο του αγίου το έκρυψαν σε σπήλαιο, λίγο μετά την μετακομιδή του στην Πελοπόννησο, πιθανόν για να το διαφυλάξουν από τις λεηλασίες και βαρβαρότητες των Τούρκων (βλ. επ’ αυτού, Στ. Παπαδοπούλου: «Ο Όσιος Πατάπιος· Βίος και θαύματα – Ανεύρεση του ιερού λειψάνου – Οσία Υπομονή – Η Μονή Οσίου Παταπίου», έκδ. Ι. Μ. Οσίου Παταπίου, Αθήναι 1995).


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείας κλήσεως, ἰχνηλατήσας, ἐκ νεότητος, τὰς ἐπιδόσεις, δι’ ἀσκήσεως τῷ κόσμῳ ἐξέλαμψας· καὶ δοξασθεὶς ἀπαθείας ταῖς χάρισι, πάθη ποικίλα ἰᾶσαι Πατάπιε. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Λουτρακείου τὸ κλέος, Κορινθίας τὸ καύχημα, καὶ τῶν ἀρετῶν τὸ δοχεῖον, θεοφόρον Πατάπιον, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις ἱεροῖς· ἰάσεις γὰρ παρέχει δαψιλεῖς, τοῖς τῇ θήκῃ τοῦ λειψάνου αὐτοῦ πιστῶς, προστρέχουσι καὶ κράζουσι· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
ξ Αἰγύπτου ἐκλάμψας Πάτερ Πατάπιε, ἐν Βυζαντίῳ ἐμπρέπεις τῇ ἰσαγγέλῳ ζωῇ, καὶ ὡς θεῖον θησαυρὸν ἡμῖν δεδώρησαι· τὸ λείψανόν σου τὸ σεπτόν, ἀναβλύζον μυστικῶς, τὴν χάριν τοῦ Παρακλήτου, τοῖς τῇ ἁγίᾳ Μονῇ σου, προσερχομένοις μετὰ πίστεως.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Γερανείων τὸ κλέος, Κορινθίας τὸ καύχημα, καὶ μοναζουσῶν νῦν προστάτης, ἀνεδείχθης Πάτερ Πατάπιε· ἀσκήσεσι νηστείαις προσευχαῖς, νῦν ἔχεις παρρησίαν πρὸς Θεόν, ἀδιαλείπτως ἱκετεύειν ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν κατακρίτων δούλων σου. Δόξα τῷ δοξασθέντι διὰ σοῦ, δόξα τῷ σὲ ἐνισχύσαντι, δόξα τῷ φωτίσαντι ἡμᾶς, διὰ τῆς σῆς ἀσκήσεως.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τὸν ναόν σου Ἅγιε, πνευματικὸν ἰατρεῖον, οἱ λαοὶ εὑράμενοι, μετὰ σπουδῆς προσιόντες, ἴασιν, τῶν νοσημάτων λαβεῖν αἰτοῦνται, λῦσιν τε, τῶν ἐν τῷ βίῳ πλημμελημάτων· σὺ γὰρ πάντων τῶν ἐν ἀνάγκαις, προστάτης ὤφθης Πατάπιε Ὅσιε.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τοῦ Παρακλήτου δοξασθεὶς τῇ θείᾳ χάριτι
Τῶν ἰαμάτων ἀναβλύζεις τὰ δωρήματα
Τοῖς τῷ θείῳ σου λειψάνῳ προσερχομένοις.
Ἀλλ’ ὡς πάντων τὰ αἰτήματα δωρούμενος
Πάσης θλίψεως καὶ νόσου ἀπολύτρωσαι
Τοὺς βοῶντάς σοι· Χαίροις Πάτερ Πατάπιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Βίον θεοτύπωτον ἐκ παιδός, Πάτερ ἀγαπήσας, ἐξενώθης τῶν γεηρῶν· ὅθεν ᾠκειώθης, τῷ ξένοις θαυμασίοις, Πατάπιε πλουσίως σὲ μεγαλύναντι.




[ (1) «Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
υπό Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου·
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος),
σελ. 87–88.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήνα, Μάρτιος 2005.
(2) (†) Αγιορείτου Μοναχού
Νικόδημου (Μπιλάλη)
(1932–2014):
«Σύντομη βιογραφία
του Οσίου Παταπίου,
μετά συντόμου βιογραφίας
και μερικής διηγήσεως θαυμάτων»,
σελ. 12–15, 40 και 60·
Έκδοσις
Ι. Μ. Οσίου Παταπίου εν Λουτρακίω,
Αθήναι, 19862.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ


ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ, 
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ


     Πυρσός ακτινοβολών άκτιστο φως, ο εν αγίοις πατήρ ημών Αμβρόσιος –το όνομα του οποίου υπενθυμίζει την θεϊκή αθανασία!–, ήταν γόνος αρχοντικής και ισχυρής οικογένειας Ρωμαίων που είχαν ασπασθεί τον Χριστιανισμό. Γεννήθηκε το 339 στα Τρέβηρα (σημ. Τριέρ, στη Γερμανία), όπου ο πατέρας του κατείχε το υψηλό αξίωμα του επάρχου της Γαλατίας. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του επέστρεψε στην Ρώμη μαζί με τα τρία ανήλικα παιδιά της, Αμβρόσιο, Μαρκελλίνα και Σάτυρο, που επρόκειτο να τιμηθούν και τα τρία ως άγιοι της Εκκλησίας. Μία ημέρα, όταν ο Αμβρόσιος ήταν βρέφος στην κούνια, ένα σμήνος μέλισσες τον τριγύρισε και μπήκε μέσα στο στόμα του πριν ανεβεί στον ουρανό, προλέγοντας έτσι με αυτό το παράδοξο γεγονός την ουράνια και θεόσδοτη ευφράδειά του. Ο νεαρός Αμβρόσιος διδάχθηκε από τους καλύτερους διδασκάλους και απέκτησε λαμπρή μόρφωση· είχε ιδιαίτερη επίδοση στις επιστήμες, αλλά όλοι τον θαύμαζαν για τα ρητορικά του χαρίσματα. Μόλις ολοκλήρωσε τις νομικές σπουδές του, ο αυτοκράτορας Ουαλεντινιανός Α΄ (+375) τον διόρισε διοικητή της επαρχίας της Λιγουρίας-Αιμιλίας, που είχε πρωτεύουσα τα Μεδιόλανα (σημ. Μιλάνο) (370). Ο έπαρχος Πρόβος τού είπε τότε: «Να διοικείς σαν επίσκοπος μάλλον παρά σαν δικαστής!»· επρόκειτο ασφαλώς για παραίνεση που απλά τόνιζε την ανάγκη συμπόνιας και φιλανθρωπίας στην άσκηση της εξουσίας, αποδείχθηκε όμως στην συνέχεια άκρως προφητική. Πράγματι, με την φρόνηση και τις αρετές του, ο νεαρός Αμβρόσιος γρήγορα κέρδισε την εμπιστοσύνη και την αναγνώριση του λαού.

     Την εποχή εκείνη, παρά τους μακρόχρονους αγώνες μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας (325), η αίρεση του Αρείου ήταν ακόμη ισχυρή και διαιρούσε σκληρά την Εκκλησία, κυρίως την Ανατολή, όπου είχε την υποστήριξη του νέου αυτοκράτορα Ουάλη (364-378). Μετά τον θάνατο του αρειανού επισκόπου Μεδιολάνων, Αυξεντίου (373), έγινε συνέλευση στον καθεδρικό ναό για να εκλεγεί νέος επίσκοπος, αλλά ο κόσμος είχε χωρισθεί σε δύο παρατάξεις, τους ορθόδοξους και τους αρειανούς, και δεν υπήρχε δυνατότητα συμφωνίας. Κάλεσαν τότε τον Αμβρόσιο να μεσολαβήσει ώστε να ηρεμήσουν τα πνεύματα και να σταματήσουν οι ταραχές. Ο λόγος του διοικητή, η πραότητα, η πειθώ και το ειρηνοποιό πνεύμα του, προκάλεσαν τόση εντύπωση, ώστε ξαφνικά όλοι οι πιστοί με ένα στόμα επαναλάμβαναν το ηχηρό σύνθημα ενός παιδιού που φώναξε: «Αμβρόσιος επίσκοπος!». Εξεπλάγη και φοβήθηκε ο Αμβρόσιος και πρόβαλε αντίρρηση ότι ήταν ακόμη κατηχούμενος –ήταν διαδεδομένη τότε η συνήθεια να καθυστερεί το άγιο Βάπτισμα ώστε να μην κηλιδωθεί από κατοπινά αμαρτήματα του βίου– και κατέφυγε στο ανάκτορό του ακολουθούμενος από το πλήθος που επαναλάμβανε την ίδια κραυγή. Την νύχτα, ο Αμβρόσιος πήρε το άλογό του και προσπάθησε να φύγει· έχασε όμως τον δρόμο του και τα χαράματα ξαναβρέθηκε εκεί που είχε ξεκινήσει. Προσπάθησε να αποφύγει το επισκοπικό αξίωμα συντάσσοντας μια επιστολή προς τον αυτοκράτορα· εκείνος όμως, αν και γενικά αδιάφορος ως προς τα εκκλησιαστικά ζητήματα, στην παρούσα κατάσταση υποστήριξε ένθερμα την εκλογή του Αμβροσίου. Υποτάχθηκε τέλος ο Αμβρόσιος στην βούληση του Θεού και, σε ηλικία τριάντα τεσσάρων ετών, ο εξαίρετος αυτός ρήτορας και ικανός κρατικός λειτουργός χειροτονήθηκε επίσκοπος, οκτώ μόλις ημέρες μετά το βάπτισμά του, προς ικανοποίηση και των δύο παρατάξεων (7 Δεκεμβρίου 374).


     Ο Αμβρόσιος αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στο ουράνιο λειτούργημά του, αποποιήθηκε όλα του τα πλούτη και υπάρχοντα και απέρριψε κάθε εγκόσμια ηδονή. Μοίρασε τα χρήματά του στους πτωχούς και δώρισε τα απέραντα κτήματά του στην Εκκλησία. Δεν κράτησε τίποτε για τον εαυτό του· περνούσε σχεδόν όλη την εβδομάδα σε αυστηρότατη νηστεία, αφιέρωνε τις νύχτες του στην προσευχή και στην μελέτη της αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων, ενώ την ημέρα ασχολείτο με τις υποθέσεις της Εκκλησίας και με την καθοδήγηση του πνευματικού ποιμνίου του. Με την καθοδήγηση του ιερέα Σιμπλικιανού, απέκτησε βαθειά γνώση της φιλοσοφίας και των Ελλήνων Πατέρων (ιδίως του Ωριγένη) και ανέλαβε την υπεράσπιση της Ορθοδοξίας με τέτοιο ζήλο που έφερε σε μεγάλη αμηχανία τους αρειανούς, οι οποίοι είχαν συμφωνήσει αρχικά στην εκλογή του πρώην μετριοπαθούς επάρχου ευελπιστώντας ότι έτσι θα τον έκαναν υποχείριό τους. Στα συγγράμματά του και στις ομιλίες ο άγιος Αμβρόσιος απεδείχθη επί είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια ο πλέον ακατάβλητος υπέρμαχος της Ορθοδοξίας στην Δύση μετά τον άγιο Ιλάριο [13 Ιαν.]. Ανέδειξε τα Μεδιόλανα, όπου από το 381 και εξής διέμενε ο αυτοκράτορας της δυτικής αυτοκρατορίας, μητροπολιτικό κέντρο όπου λαμβάνονταν σημαντικές αποφάσεις για όλες τις εκκλησιαστικές υποθέσεις των επισκοπικών περιφερειών της Ιταλίας: της Παννονίας (σημ. Ουγγαρία), Δακίας (σημ. Ρουμανία) και Μακεδονίας. Με σθένος αντιτάχθηκε στην αυτοκράτειρα Ιουστίνα και στο περιβάλλον του νεαρού διαδόχου Ουαλεντινιανού Β΄ που είχαν ασπασθεί την αίρεση του Αρείου και κατόρθωσε να αποκτήσει την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα της Δύσης Γρατιανού (375-383), χάρις στην υποστήριξη του οποίου συγκάλεσε την Σύνοδο του Σιρμίου (Ιούλιος 378), η οποία εξέδωσε διατάγματα που απαγόρευαν τον αρειανισμό. Μετά τον θάνατο του Ουάλη (379), ανήλθε στον θρόνο της Ανατολικής αυτοκρατορίας ο ευλαβής Θεοδόσιος [17 Ιαν.], ο οποίος έτρεφε μεγάλη αγάπη και σεβασμό για το πρόσωπο του σεπτού ιεράρχη. Βαθύτατα ορθόδοξος ο νέος αυτοκράτορας, συγκάλεσε την Μεγάλη και Αγία Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (Β΄ Οικουμενική Σύνοδος) τον Ιούλιο του 381, ενώ ο Γρατιανός, ακολουθώντας την συμβουλή του Αμβροσίου, συγκάλεσε την Σύνοδο της Ακουιλείας που σφράγισε το τέλος του αρειανισμού στην Δύση. Ωστόσο, οι φιλίες του αυτές με τους δυνατούς του κόσμου δεν έκαναν τον άγιο Αμβρόσιο να παραβλέπει την διαχρονική αρχή της ανεξαρτησίας της Εκκλησίας από την κοσμική εξουσία. Παρακινούμενος από την αρειόφρονα μητέρα του Ιουστίνα, ο νεαρός Ουελεντινιανός Β΄, διέταξε τον ιεράρχη να παραδώσει σε αυτόν την εκκλησία του. «Πηγαίνετε και πείτε τον κύριό σας», είπε τότε αποφασιστικά ο Αμβρόσιος προς τους αποσταλμένους του αυτοκράτορα, «ότι ο επίσκοπος ποτέ δεν παραδίδει τον ναό του Κυρίου!». Κλείσθηκε στον ναό μαζί με πολύ κόσμο, αποφασισμένο να πεθάνει μαζί με τον ποιμενάρχη του· με μόνο όπλο το φλογερό κήρυγμα του επισκόπου, τις ψαλμωδίες και τους ύμνους, από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι την Μεγάλη Πέμπτη, αντιστάθηκαν στους στρατιώτες του αυτοκράτορα που είχαν κυκλώσει απειλητικά τον ναό.


     Μερικά χρόνια αργότερα, όταν ο Θεοδόσιος βρισκόταν στο απόγειο της δόξας του, κατέστειλε με άσκοπη σκληρότητα μια εξέγερση που ξέσπασε στην Θεσσαλονίκη, σφαγιάζοντας περισσότερους από επτά χιλιάδες ανθρώπους (390). Η θλιβερή είδηση έφθασε στα Μεδιόλανα και όταν, κατά την διάρκεια μιας επίσκεψής του στην ιταλική μεγαλούπολη, παρουσιάσθηκε ο Θεοδόσιος στην πύλη του καθεδρικού ναού για να παρακολουθήσει την θεία Λειτουργία, ο άγιος ιεράρχης, όργανο της πανδίκαιης μήνιος του Θεού, δεν δίστασε να του απαγορεύσει την είσοδο και να τον αφορίσει για περισσότερο από οκτώ μήνες. Σεβόμενος τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας ο ηγεμόνας, μπροστά στον οποίο έτρεμε η οικουμένη, αποσύρθηκε οδυρόμενος στο ανάκτορό του και υπέστη με ταπεινότητα την δημόσια μετάνοια. Την ημέρα των Χριστουγέννων πήγε ξανά στον ναό, έκανε εδαφιαία μετάνοια μπροστά στα πόδια του αγίου Αμβροσίου, ποτίζοντας το δάπεδο με τα δάκρυά του και ικέτευσε να κριθεί εκ νέου άξιος της μεταλήψεως των αγίων Μυστηρίων. Αφού έλαβε συγχώρεση από τον επίσκοπο, την ώρα της θείας μετάληψης, εισήλθε στο ιερό βήμα, για να μεταλάβει μαζί με τους κληρικούς, όπως ήταν το έθιμο στην Κωνσταντινούπολη. Ο Αμβρόσιος όμως στράφηκε προς το μέρος του και τον ταπείνωσε εκ νέου δημοσίως, λέγοντάς του τα εξής: «Βγες και στάσου στη θέση της τάξεως των λαϊκών, γιατί η αλουργίδα δεν χρίει ιερείς αλλά βασιλείς!». Δίχως καν ν’ απαντήσει ο Θεοδόσιος, βγήκε αδιαμαρτύρητα από το ιερό και πήρε την θέση του μεταξύ των μετανοούντων· τόσο μεγάλος ήταν ο σεβασμός του για τον άγιο. Και όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, ποτέ ξανά δεν τόλμησε να εισέλθει στο ιερό βήμα για να μεταλάβει.

     Οικείος των ισχυρών του κόσμου, ο άγιος Αμβρόσιος έδειχνε την πατρική στοργή του ακόμα και προς τον ελαχιστότερο των πιστών. Όταν κάποιος αμαρτωλός πήγαινε να εξομολογηθεί, τον αγκάλιαζε και τον έλουζε με τα δάκρυά του. Διάπυρος υπέρμαχος της Πίστεως, απέσπασε πολλούς ειδωλολάτρες από τον ζόφο της πλάνης και τους κατήχησε στα μυστήρια του Χριστιανισμού είτε με δημόσιες ομιλίες είτε με κατ’ ιδίαν συζητήσεις. Ο πλέον ονομαστός μαθητής του ήταν ο ιερός Αυγουστίνος [15 Ιουν.], ο οποίος χάρις στον επίσκοπο Μεδιολάνων μεταστράφηκε από τον μανιχαϊσμό, προσήλθε στην Εκκλησία του Χριστού και διέλαμψε υπηρετώντας την. Χάρις επίσης στον άγιο Αμβρόσιο η βασίλισσα των Μακρομάνων, ενός γερμανικού φύλου, βαπτίσθηκε και έφερε στην αγία και αληθή Πίστη τους υπηκόους της.

     Παρά τις πολυσχιδείς δραστηριότητές του, ο μέγας αυτός ποιμενάρχης βρήκε τον χρόνο να συντάξει πολλά συγγράμματα, ερμηνευτικής και ηθικής κυρίως φύσεως, που αντανακλούν την ευρύτατη μόρφωσή του στα ιερά γράμματα και στην θύραθεν παιδεία και που συνέβαλαν τα μέγιστα στην διάδοση των δογμάτων των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας στην Δύση. Πέρα από το ρητορικό έργο του, ο άγιος Αμβρόσιος συνέθεσε εξαίρετους λειτουργικούς ύμνους, που προορίζονταν να ψάλλονται από το εκκλησίασμα σε δύο αντιφωνικούς χωρούς, και οι οποίοι επί πολλούς αιώνες αποτέλεσαν τον λειτουργικό πλούτο της Δυτικής Εκκλησίας.

     Ο άγιος Αμβρόσιος εκοιμήθη ειρηνικά εν Κυρίω στις 4 Απριλίου του 397, χαράματα του Μεγάλου Σαββάτου, δυο χρόνια μετά την εκδημία του αυτοκράτορα, φίλου και μαθητή του Θεοδοσίου, στην κηδεία του οποίου εκφώνησε τον επικήδειο λόγο. Το σκήνωμά του κατατέθηκε και φυλάσσεται μέχρι σήμερα στον καθεδρικό ναό του Μιλάνου (Ντουόμο).




—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
ς θεῖος διδάσκαλος, καὶ ἱεράρχης σοφός, δογμάτων ἀκρίβειαν, μυσταγωγεῖς τοὺς πιστούς, Ἀμβρόσιε Ὅσιε· λύεις αἱρετιζόντων, τὴν ἀχλὺν τοῖς σοῖς λόγοις· φαίνεις τῆς εὐσεβείας, τὴν θεόσδοτον χάριν, ἐν ᾗ τοὺς σὲ γεραίροντας, συντήρει ἀπήμονας.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐσεβείας δόγμασι περιαστράπτων, ὡς φωστὴρ ἐξέλαμψας, τῇ οἰκουμένῃ ἐκ Δυσμῶν, καταφωτίζων τοὺς ψάλλοντας· χαίροις Πατέρων τὸ κλέος Ἀμβρόσιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις ἱερέων ἡ καλλονή, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, στῦλος ὄντως ὁ θεαυγής· χαίροις Ὀρθοδόξων, δογμάτων μυστολέκτα, Ἀμβρόσιε τρισμάκαρ, Τριάδος πρόμαχε.





[ «Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
υπό Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου·
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος),
σελ. 71–76.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήνα, Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.