Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη, 24 Απριλίου 2018

ΒΑΘΥΣΤΟΡΓΟ ΟΜΜΑ


ΒΑΘΥΣΤΟΡΓΟ ΟΜΜΑ


Καὶ μόνο τὸ βαθύστοργο ὄμμα σου
σωτηρίας ἡδύγευστα νάματα
ἀδιάκοπα στὴ ψυχή μου ἀποστάζει,
Κυρία Παρθένε Θεοτόκε! ...

π. Δαμιανὸς






Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση
τῶν ἀναρτήσεων ἀπὸ τὸ «Εἰλητάριον»,
ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρεται ἀπαραίτητα
ὡς πηγὴ προέλευσης.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ


ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ


     Υπάρχει περίπτωση αυτός που απερίσκεπτα υποχωρεί σε όλους και για όλα στη ζωή του, ν’ ακούει και πολλά λόγια στο τέλος· πολλά άτοπα, άστοχα, απρεπή και άδικα λόγια! Να το, το πικρόχολο «ευχαριστώ» των αβαθών σχέσεων, των ανεύθυνων και ακαθόριστων σχέσεων δίχως αντίκρισμα ουσιαστικής αγάπης σε κανέναν άνθρωπο, σε καμιά καρδιά και σε καμιά ψυχή. Τα «λόγια» πάλι είναι μονίμως η άμυνα, το όπλο, ο τρόπος, η τακτική, η αντίδραση και η αθεράπευτη φτήνια των κενών και πονηρών ανθρώπων. Όταν αρνούμαστε να είμαστε ευγνώμονες για τη στοργή, το ενδιαφέρον, το δόσιμο, τη σιωπή, την καρτερία, την υποχωρητικότητα του άλλου, αυτό σημαίνει ότι είμαστε εκ των πραγμάτων σίγουρα αναίσθητοι και αδιάφοροι για τα όποια ευγενή αισθήματα της καρδιάς του όποιου συνανθρώπου μας. Είναι νόμος και νομοτέλεια μαζί, αυτό. Κι όταν η ψυχοφθόρα υποχώρηση σταματήσει, εκείνο το καλό και σιωπηλό γαϊδούρι που βόλευε πάντα πρόσωπα, σχέσεις και σχέδια, βλέπουμε να γίνεται ξαφνικά ένα τέλειο, τεράστιο και ακράτητο λιοντάρι. Η μάχαιρα ενός αναγκαίου τέλους έρχεται τότε σαν πλήξη, σαν δικαίωση και σαν αναπόδραστη κάθαρση. Ξεκολλήστε, πια, επιτέλους με την «αγάπη»! Με την «αγάπη» της φαντασίας σας, της ιδέας σας, του θελήματός σας, της εμμονής, της εγωπάθειας και της ανελευθερίας σας. Κάντε πέρα μια τέτοια αυτοκτονική, μισοκάρδια, μισάδελφη και μισάνθρωπη αγάπη! Και δείτε καθαρά ότι ακόμη και πάνω από αυτή στέκεται πάντα και για πάντα η «βασίλισσα όλων των αρετών», η Διάκριση· δηλαδή εκείνη η πολύτιμη, η έμπρακτη και ειρηνική σοφία του Θεού που μας λείπει τραγικά συνεχώς. Γι’ αυτό και παθαίνουμε όλοι ό,τι παθαίνουμε, για να μάθουμε κάτι στο τέλος, μπας και σοφιστούμε. Γι’ αυτό και ισχύει λίγο-πολύ για όλους μας το πασίγνωστο: «Στερνή μου γνώση, να σ’ είχα πρώτα». Ο καθένας οφείλει ν’ αρχίσει επιτέλους να υποψιάζεται και να φοβάται την ενδόμυχη βλακεία του, τουλάχιστον για να μπορεί να αντιμετωπίσει και να μετριάσει μελλοντικά τον πόνο του· τον πόνο των οξέων πλην όμως όχι άδικων ή τυχαίων παθημάτων του…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

«Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ!»


«Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΜΟΥ!»


     Η αρχή της ολοϋπαρκτικής δυστυχίας για τον Απόστολο Θωμά έγινε με το που μαγνητίστηκε από τους θλιβερούς παφλασμούς της λογικής λύπης του· ζώντας μέσα του ο ίδιος μια ζοφερή αποστασιοποίηση από το μυστήριο της Αναστάσεως, δεν μπορούσε με τίποτα πλέον να συμμετάσχει στη χαρά των υπόλοιπων Αποστόλων.
     «Εωράκαμεν τον Κύριον!», του λέγανε αυτοί μεθυσμένοι και τρελαμένοι από χαρά, αλλά αυτός αφέθηκε και παραδόθηκε πλήρως στη βαρυθυμία και στο σβησμό της μεγάλης ευαισθησίας της καρδιάς του. Άκουσε ότι το Σώμα του Χριστού δεν βρέθηκε στον Τάφο, όμως, παρ’ όλ’ αυτά κλονίστηκε σοβαρά η αγάπη του και αδυνατούσε να πιστέψει. Και δεν πίστεψε όχι τόσο από κακόβουλη απιστία, όσο από τον εσωτερικό κλονισμό του που προήλθε από την σωματική απουσία του Κυρίου στη ζωή του.
     Όχι οι άνθρωποι τελικά, αλλά μόνο ο Κύριος γνωρίζει πώς να ζυγίζει και να διακρίνει πίστες και απιστίες. Η πίστη είναι το χάρισμα και το δώρημα του Ουρανού στον άνθρωπο· το ευωδιαστό ξέφωτο της ύπαρξής μας, το οποίο είναι μεγάλη ανάγκη να βρούμε μετά από ουκ ολίγες οδυνηρές περιπέτειες της καρδιάς μας.
     Είναι γεγονός επίσης πως η απιστία λίγο-πολύ, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, είναι βαθιά ζυμωμένη με την ανθρώπινη φύση μας, με την αδυναμία και την ανεπάρκεια του καθενός μας. Φοβερή, τραγική και αξιοθρήνητη απιστία μπορεί κάλλιστα να έχουν και εκείνοι που δηλώνουν πολύ εύκολα, πολύ πρόχειρα, πολύ βιαστικά, πολύ επιπόλαια και πολύ τυπικά ότι «πιστεύουν», κι ας μην παραδεχτούν ποτέ τούτη τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού τους, που είναι η απιστία τους.
     Όλοι μας θεωρητικά πιστεύουμε· λέμε, διατεινόμαστε, υποστηρίζουμε και ισχυριζόμαστε ότι πιστεύουμε, αλλά σε καιρό πειρασμού, θλίψης, δοκιμασίας, πόνου, οδύνης και σύνθλιψης, η πίστη μας χαλαρώνει, μειώνεται, συρρικνώνεται, λιώνει, χάνεται κι αφανίζεται.


     Και τότε με αγωνία ζητούμε –αν ζητούμε– και παρακαλούμε –αν παρακαλούμε– από τον Θεό να κάνει έντονη και αισθαντική την παρουσία Του σ’ εμάς. Και μπορεί ως ένα βαθμό να γίνεται όντως αυτό κάπως, κάποτε· μόνο που ο Θεός «εμφανίζεται» στη θέα της ταλαιπωρημένης ψυχής μας όπως θέλει Εκείνος προς εμάς και όχι όπως θέλουμε ή απαιτούμε εμείς προς Αυτόν.
     Δεν θα υποδείξουμε εμείς του Θεού πώς θα προσφέρει ή πώς θα μας αυξήσει την πίστη μας προς Αυτόν ή πως θα εξαφανίσει την απιστία και την άρνησή μας προς το Πρόσωπο και τη θεία Διδασκαλία Του.
     Ο Χριστός είναι ο Αρχηγός και ο Τελειωτής της Πίστης μας· το μυστικό και ασάλευτο βιωματικό κέντρο της, το πανεράσμιο Πρόσωπο αυτής της πίστης μας, αλλά ταυτόχρονα και το αιώνιο, καταλυτικό, υποβλητικό και αγιαστικό Μυστήριό της. Με τα μυστήρια δεν μπορεί κανείς να εκφράζει λογική, απαίτηση και αδημονία, παρά μόνο ταπείνωση, προσευχή και υπομονή.
     Ο απόστολος Θωμάς είναι το ζωντανό υπόδειγμα της ψηλάφησης του Σώματος του Πιστευόμενου Χριστού και της «σωτήριας ομολογίας» προς Αυτόν που έμεινε άσβηστη στους αιώνες. Η Αγάπη τώρα νίκησε τον θάνατο της τυραννικής αμφισβήτησης και της εναγώνιας αμφιβολίας με την ευφρόσυνη Πίστη. Και Πίστη είναι η καλοκάγαθη έρευνα αντάμα με την άφραστη εμπειρία που, θελήματι Θεού, ζωοποιεί την ύπαρξή μας και φυτεύει την χριστοκεντρική χαρά στα έγκατά μας.
     «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου!», έκραξε μέσα από τα πανευτυχή στήθη του ο Θωμάς. Την ίδια ακριβώς φράση προσμένουν θεοδιψιακά και νοσταλγικά να συλλαβίσουν οι καρδιές όλων των καλοπροαίρετων ανθρώπων. Οι καρδιές που ράγισαν από τη θλίψη της ενδόμυχης απιστίας. Οι ψυχές που παραιτήθηκαν από το μαρτύριο της τεταμένης προσμονής. Οι υπάρξεις που λύγισαν από μια αγάπη που είχαν και που έγινε ταυτόσημη με τη θλίψη και την πίκρα· από μια αγάπη που κατέρρευσε γιατί ακόμη δεν είδε, γιατί ακόμη δεν άκουσε, γιατί ακόμη δεν ψηλάφησε και γιατί ακόμη δεν έκραξε όπως ο Απόστολος Θωμάς: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου!».

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΜΑΣ


ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΜΑΣ


     Η ζωή του καθενός είναι μυστήριο. Δεν είναι χάρτα σαγηνευτικών ιδεών, δεν είναι φιάσκο ανυπόστατων θεωριών, δεν είναι κατασκευαστικό έργο προορισμένο για τη βιτρίνα κάποιων θεαματικών εγκαινίων.
     Σχεδόν όλες οι περιπέτειες της καρδιάς μας ξεκινούν βασικά από μέσα μας και μετά απλώνονται αιτιολογικά προς τις εξωτερικές συνθήκες του βίου μας.
     Ας μη μπερδεύουμε και ας μην ταυτίζουμε ενοχικά τη ζωή μας με τους ζυγούς των ρόλων που μας επιβάλλουν οι όποιοι συστημικοί άπτεροι άνθρωποι.
     Ας παραιτηθούμε επιτέλους από κάθε πιεστικό πειρασμό της λογικής μας. Ό,τι και να πούμε, ό,τι και να κάνουμε, δε θα βρούμε ποτέ το «δίκιο» μας. Όχι βέβαια γιατί δεν το έχουμε, όχι γιατί μας λείπει ή γιατί πρέπει οπωσδήποτε να το βρούμε για να αισθανόμαστε καλύτερα.
     Φύγαμε και φεύγουμε. Κι αυτό φαίνεται να είναι το «λάθος» μας. Λάθος που δε μπορεί και δε γίνεται να μας το συγχωρέσει ποτέ η αναφαίρετη κενότητα και υποκρισία των ανθρώπων του κόσμου.
     Ο καθένας πορεύεται ανάλογα με αυτό ή με εκείνο που βιώνει ή που δεν βιώνει καθόλου μέσα του. Όσο όμως αυτός βιώνει, τόσο του επιτρέπεται βαθμιαία να γνωρίζει. Και αν ή όσο γνωρίζει, τότε μπορεί να αγαπά.
     Η γνώση, η αντίληψη, η κατανόηση και η συμπάθεια είναι εντελώς αδύνατον να βρεθούν σε άνθρωπο δίχως εσωτερικά βιώματα, δίχως δίψα Θεού και δίχως θυσιαστική δοτικότητα στις σχέσεις του. Με τα βιώματα είναι που συλλαβίζουμε αληθινά το μυστήριο της ζωής μας.
     Φτάνουμε στο απευκταίο αλλά τόσο αναγκαίο σημείο, στο να μένουμε τελείως μόνοι, ακατανόητοι και ανυποστήρικτοι. Βουβοί και ανέκφραστοι μέσα στον ψηλαφητό γνόφο των παθών και των αλγημάτων μας, ακροβατώντας με άκρατο φόβο στο φθοροποιό ύψος του κενού που δε βλέπαμε στην αρχή.
     Και, παρά το μέγεθος της μυστικής αγωνίας μας, γίνεται και τούτο συνακόλουθα· φορτωνόμαστε συνεχώς με τοξικά και ψυχοφθόρα βάρη που μας κάμπτουν και μας λυγίζουν και μοιραία στο τέλος, θέλοντας και μη, εμείς «σπάμε» απροσδόκητα εξαιτίας τους, γιατί πολύ απλά δεν έχουμε μέσα μας εκείνη την εξαίσια αγγελική δύναμη για μια αέναη υπομονή που σφαλερότατα είχαμε σκοπό να ακολουθήσουμε.
     Βλέπουμε έκπληκτοι να αποκαλύπτεται το είδος μιας μεγάλης, κραυγαλέας και απαίσιας προδοσίας. Προδοσία από τη συνεχή αγνόηση και αδιάκοπη αδιαφορία που εισπράττουμε από ανθρώπους του περιβάλλοντός μας έναντι στον βαθύ πόνο που βιώνουμε κατά την προσπάθειά μας να αγαπήσουμε ειλικρινά.
     Αλλά «αγάπη» για τους περισσότερους σήμερα πια, σημαίνει λίγο-πολύ την καθίζηση της καρδιάς μας, την υποταγή της σε κάποιους άθλιους νόμους της δυναστείας των «πρέπει», τη ψυχαναγκαστική προσχώρηση του είναι μας σε κατοχυρώσεις άνευ λόγου, ουσίας και σημασίας και τη συμφωνία μας σε αρρωστημένα θελήματα μιας πρόσκαιρης ψευδοισχύος ή ψευδοεξουσίας από πρόσωπα και σχέσεις που δεν είχαν και δεν έχουν καμία απολύτως αξία και ωφέλεια για μας, για την καρδιά και την πορεία μας.
    Το θαύμα του Θεού δεν μας θέλει ποτέ ουραγούς: «Μη γίνεσθε δούλοι ανθρώπων» (Α΄ Κορ. 7, 23).
     Λυτρωνόμαστε κάποτε και σπάμε με γόνιμο θυμό τη βιτρίνα, πετάμε αγανακτισμένοι την κορδέλα και ματαιώνουμε με σθένος ψυχής τα πενθογενή εγκαίνια της σκλαβιάς μας. Πραγματοποιούμε θαρρετά το βήμα προς το κενό, στο τίποτα, στο καθόλου και στον κανένα και διαπιστώνουμε ότι από αυτό και μόνο λαμβάνουμε ανέλπιστα τεράστια δύναμη και κραταίωση. Ο Θεός είναι δίπλα μας, όταν κανείς άλλος δεν είναι δίπλα μας.
     Συνειδητοποιούμε και περιγελούμε όλη τη στημένη απάτη. Νηφάλια μεθυσμένοι από την ψυχότροφη και χαροποιητική αλήθεια που μας δόθηκε από Θεού, επιθυμούμε πλέον να έχουμε ελευθερία στη ζωή μας και όχι μίσος.
     Μα όλοι αυτοί, οι συνεχώς απέναντι στην καρδιά μας, ως συνήθως έχουν μια κίβδηλη και μεταλλαγμένη αγάπη που υπάρχει και δρα ενδοκοσμικά πάντα ιδιοτελώς, ίσα για να ναρκώνει τη συνείδηση και να εξυπηρετεί το καλυμμένο μίσος της αυτοδικαιωμένης ή δικαιολογημένης ανελευθερίας τους με την οποία πορεύονται αθεράπευτα.
     Ο κόσμος θέλει πεισματικά να βρει και να κατέχει την αγάπη δίχως την ελευθερία της. Και θέλει θεωρητικά την ελευθερία δίχως καθόλου να αγαπά έμπρακτα. Δίχως να αγαπά εσένα, εμένα και όλους μας. Ο κόσμος θέλει πρόσωπα δίχως παλμό, δίχως αίσθηση και γνώση, βάθος, ταπείνωση και υπέρβαση.
     Αν όμως απευθυνθούμε ολόψυχα, ταπεινά και προσευχητικά στον Θεό, που είναι ο Δοτήρας, η Πηγή, η Αρχή, η Υπόσταση και το Πρόσωπο της αγάπης και της ελευθερίας μας, τότε είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα καταλάβουμε αρκετά καλά τον λόγο και το νόημα όλων των σταυραναστάσιμων περιπετειών μας.
     Εκείνος μονάχα ξέρει, γιατί μονάχα Εκείνος μας είχε προειδοποιήσει πλήρως εν αγάπη και αληθεία στο Ευαγγέλιο και στη θεία ζωή Του για όλα τα ανωτέρω…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΝΕΟΦΑΝΕΙΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΡΑΦΑΗΛ, ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΝΕΟΦΑΝΕΙΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
ΡΑΦΑΗΛ, ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ


     Στις 23 Ιουνίου 1959, κατά την διάρκεια εργασιών αποκατάστασης ενός ναϋδρίου σ’ έναν λόφο κοντά στο χωριό Θερμή της Λέσβου, ο εργάτης Δούκας Τσολάκης ανακάλυψε έναν τάφο με οστά αγνώστων. Άνθρωπος ολιγόπιστος τότε και ανευλαβής, παράτησε τα τίμια λείψανα στην ρίζα ενός δένδρου, περιγελώντας τα. Γρήγορα όμως τιμωρήθηκε και μπόρεσε να κινήσει ξανά τα χέρια του μόνον αφού έκανε το σημείο του Σταυρού, για πρώτη φορά μετά από είκοσι επτά χρόνια. Είδε κατόπιν τον ίδιο τον άγιο Ραφαήλ κοντά στο ναΰδριο, μετεστράφη από την απιστία του και έγινε διαπρύσιος κήρυκας της χάριτος του νεοφανούς αυτού αγίου του Θεού. Προηγουμένως, η σύζυγός του Μαρία υπήρξε μάρτυς της εμφάνισης στο υπό κατασκευή ναΰδριο ενός ιερομονάχου με επιβλητικό παράστημα, ο άνδρας της όμως την είχε αποπάρει. Έκτοτε, ο άγιος εμφανίστηκε πολλές φορές στον ύπνο και στο ξύπνιο, στην σύζυγο του ιδιοκτήτη του χωραφιού και σε άλλες ευλαβείς γυναίκες του χωριού, καθώς και σε παιδιά και σε ώριμους άνδρες, χωρίς να υπάρξει προσυνεννόηση μεταξύ των προσώπων αυτών. Σε άλλους ο άγιος εμφανιζόταν χωρίς να μιλά, ως ιερομόναχος, φορώντας άμφια ή ράσο. Σε άλλους αποκάλυπτε το όνομά του λέγοντας: «Λέγομαι Ραφαήλ» και τους ανήγγελλε ότι ήταν πλέον καιρός να τον τιμήσουν μαζί με τους συναθλητές του, να φιλοτεχνήσουν εικόνα του και να εορτάζουν την μνήμη του την Τρίτη της Διακαινησίμου, διότι επρόκειτο να τελέσει πολλά θαύματα. Σε άλλους εμφανίστηκε συνοδευόμενος από την Παναγία και την αγία Παρασκευή και διηγιόταν λεπτομερώς το μαρτύριό του, οι δε διηγήσεις συμφωνούσαν απόλυτα μεταξύ τους.


     Ο άγιος Ραφαήλ έζησε τον 15ο αιώνα, την εποχή της άλωσης της Κωνσταντινουπόλεως. Καταγόταν από την Ιθάκη, στο άγιο Βάπτισμα έλαβε το όνομα Γεώργιος και έλαβε λαμπρή μόρφωση, τόσο χριστιανική όσο θύραθεν. Εκάρη μοναχός με το όνομα Ραφαήλ, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έλαβε το αξίωμα του αρχιμανδρίτη και πρωτοσυγκέλλου. Εξαιτίας των ικανοτήτων του, εστάλη σε αποστολή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Γαλλία, στην πόλη Μορλαί της Βρετάννης. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τον διάκονο Νικόλαο, ο οποίος έγινε συνεργάτης του και πνευματικό του τέκνο. Οι απλοί και αγράμματοι χωρικοί που έγιναν μάρτυρες των αποκαλυπτικών γεγονότων αγνοούσαν την ύπαρξη της μικρής αυτής πόλης στην Γαλλία, πολύ δε περισσότερο το γεγονός, γνωστό σε λίγους μόνο ιστορικούς, ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο πράγματι είχε στείλει απεσταλμένους στην Δύση, ειδικότερα στην Βρετάννη και στην Νορμανδία, λίγο πριν την άλωση. Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453), κατέφυγαν στην Μακεδονία και, κατόπιν, όταν οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Θράκη (1454), πήγαν στην Λέσβο, όπου εγκαταστάθηκαν στην Θερμή, στην Μονή της Θεοτόκου, η οποία βρισκόταν στο σημείο που βρέθηκαν τα τίμια λείψανα. Την Μεγάλη Πέμπτη του έτους 1463, οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Μονή, συνέλαβαν τον ηγούμενο Ραφαήλ και τον υπέβαλαν σε φρικτά μαρτύρια. Την νύχτα της Τρίτης της Διακαινησίμου, στις 9 Απριλίου, αφού πρώτα τον χτύπησαν με ρόπαλα, έσυραν καταγής τον άγιο Ραφαήλ από την γενειάδα του, από την κορυφή έως τους πρόποδες του λόφου, κατόπιν τον κρέμασαν από ένα δένδρο καρυδιάς, του λόγχισαν τα πλευρά και του πριόνισαν την σιαγόνα. Με αυτόν τον τρόπο ενώθηκε ο άγιος Ραφαήλ αιωνίως με τον Αναστάντα Χριστό. Ο σκελετός που βρήκε ο εργάτης πράγματι δεν είχε σιαγόνα, και μόνο μετά από εμφάνιση του αγίου βρέθηκε αυτή σε μικρή απόσταση.

     Οι εμφανίσεις του αγίου πολλαπλασιάστηκαν και ο Νικόλαος τέλος αποκάλυψε σε πολλούς ανθρώπους του ακριβές σημείο του τάφου του. Μετά από αρχικούς δισταγμούς, φοβούμενοι ότι θα κατέληγαν περίγελως των ολιγόπιστων σε περίπτωση αποτυχίας, οι πιστοί έσκαψαν και βρήκαν στις 13 Ιουνίου 1960, το λείψανο του αγίου Νικολάου. Προηγουμένως είχαν μάθει από τον άγιο Ραφαήλ ότι ο Νικόλαος καταγόταν από τους Ράγους της Μηδίας και ότι είχε ανατραφεί στην Θεσσαλονίκη. Όταν με την σειρά του συνελήφθη από τους Τούρκους και υπεβλήθη σε βασανιστήρια, πέθανε από καρδιακή ανακοπή κατά την διάρκεια των μαρτυρίων.


     Την ίδια εποχή, ένα κοριτσάκι είδε να εμφανίζεται μια δωδεκάχρονη παιδίσκη με αγγελική μορφή, η αγία μάρτυς Ειρήνη. Η Παναγία διηγήθηκε σε άλλο πρόσωπο ότι η Ειρήνη ήταν κόρη του προέδρου του χωριού, Βασιλείου, που είχε καταφύγει μαζί με άλλους κατοίκους του νησιού στην Μονή. Θέλοντας να αναγκάσουν τον πατέρα τους να τους αποκαλύψει πού κρύβονταν οι χριστιανοί στρατιώτες, οι Τούρκοι πήραν την παιδίσκη και μπροστά στα μάτια των γονιών της της έκοψαν τα χέρια και μετά την έριξαν σε πιθάρι όπου εκάη ζωντανή. Κατόπιν έσφαξαν τους γονείς της παιδίσκης και τον δάσκαλο του χωριού, Θεόδωρο. Μετά από νέες εμφανίσεις και αποκαλύψεις, βρέθηκαν όντως τα λείψανα της αγίας Ειρήνης, στο πιθάρι, ακριβώς όπως στην διήγηση, και κοντά στους τάφους των αγίων Ραφαήλ και Νικολάου, λείψανα άλλων μαρτύρων. Σε μια σειρά ένδοξων εμφανίσεων, ο άγιος Ραφαήλ, συνοδευόμενος από πλήθος αγίων, αποκάλυψε ότι επρόκειτο για μοναχές που εγκαταβίωναν στην Μονή, έναν αιώνα πριν από εκείνον, και ότι στις 11 Μαΐου 1235, η ηγουμένη Ολυμπιάς και η μοναχή Ευφροσύνη σφαγιάστηκαν από Τούρκους πειρατές.

     Ο άγιος Ραφαήλ επέτρεψε επίσης να αποκαλυφθεί μια εικόνα του Χριστού και ένα αγίασμα που επιτέλεσαν πολυάριθμα θαύματα. Οι άγιοι δεν περιορίστηκαν να αποκαλύψουν τα τίμια λείψανά τους και τις συνθήκες του μαρτυρίου τους, αλλά επίσης κατέδειξαν και καταδεικνύουν την παρρησία που έχουν ενώπιον του Θεού με θαύματα, των οποίων ο αριθμός συνεχώς αυξάνει. Μέχρι τις ημέρες μας, ο άγιος Ραφαήλ εμφανίζεται στον ύπνο ή στο ξύπνιο πολλών ανθρώπων, ευσεβών ή αδιάφορων, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και την Αμερική και την Αυστραλία. Θεραπεύει ασθενείς που πάσχουν από ανίατα νοσήματα, ξυπνά συνειδήσεις πωρωμένες από την αμαρτία, ανακουφίζει δεινοπαθούντες και πάσχοντες και καταδεικνύει ότι ο Κύριος δοξάζεται εν τοις αγίοις αυτού, σήμερα, όπως και χθες και αιωνίως. Εντάσσεται η μνήμη τους την ημέρα του μαρτυρίου τους, αλλά τόσο στην Λέσβο όσο και παντού πλέον στην Ορθόδοξη επικράτεια, επικράτησε, σύμφωνα άλλωστε και με τις επιταγές του αγίου Ραφαήλ, η μνήμη τους να εορτάζεται την Τρίτη της Διακαινησίμου (Λαμπροτρίτη). Να αναφέρουμε ότι ένας άλλος νεοφανής άγιος μάρτυς και θαυματουργός, έγινε γνωστός στο πλήρωμα της Εκκλησίας με παρόμοιο τρόπο, ο άγιος Εφραίμ ο Νέος [3 Ιαν. (εύρεση λειψάνων) και 5 Μαΐ. (μαρτύριο)].


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
ν Λέσβῳ ἀθλήσαντες,
ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ,
αὐτὴν ἡγιάσατε,
τῇ τῶν Λειψάνων ὑμῶν,
εὑρέσει μακάριοι.
Ὅθεν ὑμᾶς τιμῶμεν,
Ῥαφαὴλ θεοφόρε,
ἅμα σὺν Νικολάῳ,
καὶ παρθένῳ Εἰρήνῃ,
ὡς θείους ἡμῶν προστάτας,
καὶ πρέσβεις πρὸς Κύριον.

—ΕΤΕΡΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΡΑΦΑΗΛ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Ἰθάκης τὸν γόνον
καὶ τῆς Λέσβου τὸ καύχημα,
Ὁσιομαρτύρων τὴν δόξαν
Ῥαφαὴλ εὐφημήσωμεν·
ἀρτίως γὰρ ἡμῖν φανερωθείς,
ἰάματα πηγάζει τοῖς πιστοῖς,
καὶ κατ’ ὄναρ
καὶ καθ’ ὕπαρ ὑπερφυῶς,
ὀπτάνεται τοῖς κράζουσι·
δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν,
δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι,
δόξα τῷ ἐκπληροῦντι διὰ σοῦ,
ἡμῶν τὰ αἰτήματα.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τοῦ θείου λειψάνου σου,
τῇ ἀνευρέσει σοφέ,
ἡ Λέσβος πεπλήρωται,
τῆς ἐκ Θεοῦ δαψιλῶς,
δοθείσης σοι χάριτος·
σὺ γὰρ Ὁσιομάρτυς,
Ῥαφαὴλ παραδόξως,
φαίνῃ πλείστοις ἀνθρώποις,
καὶ ἰάσεις παρέχεις·
διὸ τοῖς θαυμασίοις σου,
πιστοὶ εὐφραινόμεθα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Οἱ ἐμφανῶς ὑπὲρ Χριστοῦ
ἠθληκότες,
καὶ ὑπὸ γῆν χρόνοις πολλοῖς
κεκρυμμένοι,
ξενοπρεπῶς
ἡμῖν ἐφανερώθησαν,
Ῥαφαὴλ Νικόλαος,
καὶ Εἰρήνη ἡ θεία,
καὶ οἱ συναθλήσαντες,
μετ’ αὐτῶν θεοφρόνως,
οὓς ὡς προστάτας
καὶ θαυματουργούς,
Ὁσιομάρτυρας,
πάντες τιμήσωμεν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Τοὺς Ὁσιομάρτυρας
τοῦ Χριστοῦ,
Ῥαφαὴλ τὸν θεῖον,
καὶ Νικόλαον τὸν σεπτόν,
ἅμα σὺν Εἰρήνῃ,
τῆς Λέσβου τοὺς προστάτας,
ὡς πᾶσι βοηθοῦντας,
ὕμνοις τιμήσωμεν.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμος 8ος, σελ. 94–97.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Ο ΑΝΑΣΤΑΣ ΧΡΙΣΤΟΣ


Ο ΑΝΑΣΤΑΣ ΧΡΙΣΤΟΣ


     Ο Χριστός ανασταίνεται την τρίτη μέρα μετά την ταφή Του. Τόσο οι βιβλικές μαρτυρίες όσο και η εκκλησιαστική εικονογραφία και η υμνολογία αργότερα, υποδηλώνουν την Ανάσταση έμμεσα, θα έλεγε κανείς, μετά από σημεία, όπως το κενό μνημείο, ο άγγελος του Θεού που ελευθερώνει την είσοδο του τάφου, τα «οθόνια» της ταφής «κείμενα μόνα». Δεν προσδιορίζεται ούτε περιγράφεται κάποια συγκεκριμένη στιγμή που το νεκρό σώμα του Χριστού ζωοποιείται και πάλι και επαναλειτουργεί βιολογικά, όπως συνέβη με τους νεκρούς που ανέστησε ο Ίδιος ο Χριστός στη διάρκεια του δημόσιου βίου Του. Υπάρχει όμως η εμπειρία και μαρτυρία των σωματικών Του εμφανίσεων μετά την Ανάσταση. Ο Αναστημένος Χριστός εμφανίζεται στις Μυροφόρες γυναίκες και στους οδοιπόρους της Εμμαούς και στη σύναξη των Μαθητών στο υπερώο της Ιερουσαλήμ ή στις όχθες της Τιβεριάδας.

     Για την εμπειρία και βεβαιότητα της Εκκλησίας, η Ανάσταση του Χριστού διαφέρει από τις αναστάσεις νεκρών που πραγματοποίησε ο Ίδιος στον επίγειο βίο Του. Στο νεκρό σώμα του Λαζάρου ή του γιου της χήρας στη Ναΐν ή της θυγατέρας του Ιαείρου, το κυριαρχικό πρόσταγμα του Χριστού αποκαθιστά τις νεκρωμένες λειτουργίες της ζωής —όπως στις περιπτώσεις των άλλων θαυμάτων αποκαθιστούσε κάποιες επιμέρους λειτουργίες: την όραση του τυφλού ή την ακοή και τη λαλιά του κωφαλάλου ή τη βάδιση του παραλύτου— όμως το σώμα των αναστημένων παραμένει φθαρτό και θνητό. Όλοι αυτοί πέθαναν κάποτε και πάλι, γιατί το σώμα τους που αναστήθηκε μια φορά, ήταν υποταγμένο, όπως και πριν αναστηθεί, στις συνέπειες της ανθρώπινης πτώσης, στην αναγκαιότητα της φθοράς και του θανάτου.


     Οι αναστάσεις των νεκρών που περιγράφονται στην Αγία Γραφή, είναι για τα ανθρώπινα μάτια δείγμα εκπληκτικό της δύναμης του Θεού, δηλαδή της ελευθερίας Του από κάθε φυσικό περιορισμό. Αυτή η δύναμη μπορεί να ανατρέψει τους νόμους της φύσης, αλλά δεν μπορεί να μεταβάλει τον τρόπο υπάρξεως της φύσης. Μια τέτοια μεταβολή δεν επιβάλλεται εξωτερικά, είναι μόνο καρπός της προσωπικής ελευθερίας, κατόρθωμα ελευθερίας. Όπως συχνά τονίσαμε, το πρόσωπο είναι που υποστασιάζει τη ζωή και την ύπαρξη —και την υποστασιάζει ή ως φυσική αυτοτέλεια (υποτάσσοντας την ύπαρξη στις αναγκαιότητες του κτιστού) ή ως γεγονός αγαπητικής σχέσης και ερωτικής κοινωνίας με τον Θεό (ελευθερώνοντας την ύπαρξη από τη φθορά και το θάνατο). Αλλά η αγάπη και ο έρωτας δεν επιβάλλονται εξωτερικά, είναι μόνο κατόρθωμα προσωπικής ελευθερίας.

     Αυτό το κατόρθωμα ελευθερίας ολοκληρώθηκε από τον Χριστό πάνω στον Σταυρό και φανερώθηκε υπαρκτικά με την Ανάστασή Του. Με την υπακοή Του μέχρι θανάτου στο θέλημα του Πατρός οδήγησε ο Χριστός την ανθρώπινη φύση Του στην τέλεια παραίτηση από κάθε διεκδίκηση υπαρκτικής αυτοτέλειας, μετέθεσε την ύπαρξη της φύσης στη σχέση αγάπης και στην ελευθερία της υπακοής στον Θεό. Και αυτή η φύση που αντλεί την ύπαρξή της από τη σχέση με τον Θεό, δεν πεθαίνει. Γιατί, αν και κτιστή, υπάρχει πια με τον τρόπο του ακτίστου, όχι με τον τρόπο του κτιστού.

     Το αναστημένο σώμα του Χριστού είναι σώμα υλικό, φύση κτιστή. Διαφέρει όμως από τα σώματα των άλλων αναστημένων, γιατί αυτό υπάρχει τώρα πια με τον τρόπο του ακτίστου, τον τρόπο της ελευθερίας από κάθε φυσική αναγκαιότητα. Έτσι, ενώ είναι αισθητό και απτό, με σάρκα και οστά (Λουκ. 24, 30), ενώ μπορεί να πάρει τροφή όπως όλα τα άλλα σώματα (και ο Αναστημένος Χριστός τρώει μέλι και ψάρι μπροστά στα μάτια των Μαθητών Του: Λουκ. 24, 42) και ενώ τα σημάδια των πληγών που δέχθηκε είναι ψηλαφητά επάνω Του, όμως το ίδιο αυτό σώμα μπαίνει στο υπερώο «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων» (Ιωάν. 20, 1) και γίνεται άφαντο στην Εμμαούς μετά την κλάση του άρτου (Λουκ. 24, 31) και τελικά αναλαμβάνεται στους ουρανούς (Μάρκ. 16, 19· Λουκ. 24, 51) ενθρονίζοντας την ανθρώπινη «πηλό» στη δόξα της θείας ζωής.

     Η μεταβολή στον τρόπο υπάρξεως της ανθρώπινης φύσης του Χριστού μετά την Ανάστασή Του δηλώνεται στα Ευαγγέλια έμμεσα και πάλι —δεν είναι δυνατόν να οριστεί και να περιγραφεί με τις αντικειμενικές κατηγορίες που προσδιορίζουν τις κοινές καθημερινές μας εμπειρίες. Επισημαίνεται μια «ετερότητα»: είναι ο γνώριμος «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου», αλλά «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ» (Μάρκ. 16, 12). Η Μαρία η Μαγδαληνή, στον κήπο του μνημείου, Τον νομίζει για κηπουρό. Οι δύο οδοιπόροι, στον δρόμο για την Εμμαούς, Τον νομίζουν τυχαίο διαβάτη. Οι Μαθητές που ψαρεύουν στην Τιβεριάδα, Τον ακούνε να τους ζητάει κάτι «βρώσιμον» και δεν υποψιάζονται πάλι πως είναι Αυτός που τους περιμένει στην όχθη. Όλοι Τον ανακαλύπτουν ξαφνικά και αυτονόητα, αλλά αφού αρχικά πλανηθούν.


     Τι είναι αυτό που Τον διαφοροποιεί καταρχήν και πρέπει να υπερβεί κανείς κάτι για να Τον αναγνωρίσει; Σίγουρα κάτι που δεν λέγεται, αλλά μόνο βιώνεται. Ίσως αν η σχέση μαζί Του σταματήσει στη φαινόμενη ατομικότητα δεν κατορθώνει να αναγνωρίσει την υπόσταση, την ελευθερωμένη από την ατομική αυτοτέλεια. Δεν ξέρουμε και δεν μπορούμε να περιγράψουμε την εμπειρία, τολμούμε μόνο να την προσεγγίσουμε ερμηνευτικά μέσα από τα γεγονότα που τη συνοδεύουν: Το σώμα του Αναστημένου Χριστού είναι η ανθρώπινη φύση ελεύθερη από κάθε περιορισμό και από κάθε ανάγκη, είναι ένα ανθρώπινο σώμα με σάρκα και οστά, που όμως δεν αντλεί ζωή από τις βιολογικές του λειτουργίες, αλλά υποστασιάζεται σε πραγματική ύπαρξη χάρη στην προσωπική σχέση με τον Θεό, που αυτή και μόνη το συνιστά και το ζωοποιεί.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ


[ «Αλφαβητάρι της πίστης»,
κεφ. 8ο, §ι΄, σελ. 172–175.
Εκδόσεις «Αρμός»·
Αθήνα, 1999.
Πληκτρολόγηση κειμένου,
επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

ΤΟ ΦΥΤΙΛΑΚΙ


ΤΟ ΦΥΤΙΛΑΚΙ


     Σηκωνόταν κάθε πρωί και, πριν κάνει ο,τιδήποτε άλλο, κατευθυνόταν προς το προσκυνητάρι της, αργά, ευλαβικά. Έπιανε με το δεξί της χέρι το μικρό ποτηράκι που χρησιμοποιούσε για καντήλι, το έφερνε στο αριστερό της χέρι και ξανάκανε τον σταυρό της. Το άφηνε απαλά στο τραπέζι που βρισκόταν εκεί δίπλα, άνοιγε μια μικρή μπιζουτιέρα που μέσα αντί για χρυσαφικά είχε θυμίαμα, καρβουνάκια, φυτιλάκια.

     Πρόσθετε λίγο λάδι, άλλαζε το φυτιλάκι, το άναβε ψέλνοντας το «Άξιον εστίν», το τοποθετούσε και πάλι στο κέντρο του προσκυνηταριού. Το παλιό φυτιλάκι με την χαρτοπετσέτα δεν τα πετούσε στα σκουπίδια, είχε μια ειδική σακούλα, που όταν γέμιζε την έπαιρνε και την έκαιγε σε μιαν άκρη της αυλής του σπιτιού της.

     Κάθε μέρα ο γιος της την πετύχαινε σε κάποιο σημείο αλλαγής του φυτιλιού. Αυτός πήγαινε πάντα βιαστικά στο μπάνιο, να πλυθεί, να ντυθεί να πάει στη δουλειά. Ο πατέρας του τους είχε αφήσει εδώ και χρόνια, μάλλον καλύτερα που έφυγε μιας και η καημένη του η μάνα τράβηξε πολλά από τα μεθύσια και τις ασωτίες του…

     Την παρατηρούσε κάθε μέρα, κάθε πρωί να ψέλνει, να θυμιάζει το σπίτι, να τον αποχαιρετά με το θυμιατό στο χέρι, να τον σταυρώνει καθώς αυτός απομακρυνόταν. Και πάλι την έβλεπε να ανοίγει απαλά τις κουρτίνες του παραθύρου και να τον παρατηρεί καθώς έμπαινε στο αμάξι.

     Μετά και αυτή ντυνόταν και πήγαινε στον ναό να ακούσει την ισχνή φωνή του ιερέα να ψέλνει τον όρθρο της ημέρας. Μέσα στον ναό στεκόταν όρθια κάτω από την αγιογραφία της Αγίας Αικατερίνης. Εκεί στο στασίδι ακουμπούσε λίγο, έκλεινε τα μάτια της και έλεγε την Ευχή. Μόλις τελείωνε ο όρθρος περίμενε τον πάτερ να πάρει την ευχή του. Έβαζε μετάνοια, φιλούσε το χέρι του και έφευγε.

     Το απόγευμα, καθώς γυρνούσε κουρασμένος από την δουλειά, την έβρισκε είτε να κρατά το συναξάρι είτε το προσευχητάρι.

     Του έβαζε να φάει, δεν τον ρωτούσε πολλά, μόνο αν ήταν καλά, μόνο αν ήθελε κάτι και μπορούσε να το κάνει. Καθόταν μαζί του και τον έβλεπε να τρώει. Τον έβλεπε και χόρταινε και η ίδια· χαιρόταν όταν έτρωγε όλο το φαγητό στο πιάτο, μα χαιρόταν περισσότερο εάν ζητούσε κι άλλο. Αν σήκωνε τα μάτια του, έβλεπε πάντα το χαμόγελό της. Σιωπηλή, ήρεμη, παρούσα. Τελείωνε το φαγητό του. Έκανε τον σταυρό της.

     Σηκωνόντουσαν από το τραπέζι. Πήγαινε στο σαλόνι, άνοιγε την τηλεόραση, έβλεπε ειδήσεις ή αθλητικά, μπορεί να τον έπαιρνε ο ύπνος εκεί. Κατά το βραδάκι, σηκωνόταν, ντυνόταν και, καθώς άνοιγε την πόρτα, έλεγε: «Μάνα, θα βγω…». Η φωνή της ακουγόταν πίσω από την κλειστή πόρτα του δωματίου της, έκαμε να τον προλάβει, μα τις περισσότερες φορές τον λόγο της τον προλάβαινε ο ήχος της εξώπορτας: «Να προσέχεις, παιδί μου!...».

     Έμενε στην κλειστή εξώπορτα όρθια, μόνη, σιωπηλή. Μετά από λίγο, γυρνούσε στο δωμάτιό της. Δίπλα στο μόνο κρεβάτι της είχε ένα μικρό χαλάκι. Σήκωνε απαλά τη φούστα της, τα γόνατά της ακουμπούσαν χάμω. Το βλέμμα της έμενε καρφωμένο σε μια εικόνα της Παναγίας που είχε στο κομοδίνο της.


     Δεν άκουγες τίποτα να βγαίνει από το στόμα της, δεν άκουγες φωνή, μα αν ήσουν παρών, θα έβλεπες τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα, να χαρακώνουν τα μάγουλά της, να κυλάνε στο λαιμό της και να χάνονται στην αλυσίδα του σταυρού της. Οι ώρες περνούσαν, δύο, τρεις και τέσσερις ώρες. Στα γόνατα. Στο μικρό αυτό χαλάκι, στη μικρή αυτή κάμαρα.

     Ποτέ της δεν έκανε κήρυγμα στον γιο της. Ποτέ της δεν τον ρωτούσε πού πήγαινε, με ποιους ήταν, τι έκανε. Την ανησυχία της την έκανε προσευχή. Το κλειδί στην πόρτα ακουγόταν. Ήταν ο γιος της. Γύρισε. Έκανε τον σταυρό της. Ακουμπούσε το μέτωπό της χάμω και έμενε εκεί μέχρι ο γιος της να μπει στο δωμάτιό του. Αφού έπεφτε για ύπνο, έκανε αυτή να σηκωθεί.

     Μα, κάποιες φορές, ήταν τόσο δύσκολο! Τόση ώρα στα γόνατα, δεν αισθανόταν πλέον τα πόδια της. Προσπαθούσε στηριζόμενη στο κρεβάτι της. Κάποιες φορές ίσα-ίσα που κατάφερνε να ακουμπήσει το σώμα της στο στρώμα, κάποιες άλλες φορές έμενε χάμω απλώνοντας τα πόδια της περιμένοντας να κυκλοφορήσει και πάλι το αίμα.

     Την επόμενη μέρα η πόρτα του δωματίου του άνοιγε. Καθώς πήγαινε στο μπάνιο την έβλεπε και πάλι να αλλάζει το φυτιλάκι. Και αυτό γινόταν χρόνια. Πάντα διακριτική. Είχανε μεταξύ τους μια συνδέουσα απόσταση, μια σχέση σεβασμού, κατανόησης, αλληλοπεριχώρησης.

     Ο καιρός περνούσε. Γνώρισε μια κοπέλα όμορφη, καλοσυνάτη, απλή. Την αγαπούσε πολύ ο γιος της και αυτή τον αγάπησε πολύ. Την έφερε και στο σπίτι. Της είπανε ότι έχουν σκοπό να παντρευτούν. Η μάνα του σηκώθηκε, έκανε τον σταυρό της, «νά ’ναι ευλογημένο, παιδιά μου!», είπε, έπεσε στα γόνατα, έπιασε τα χέρια της κοπέλας και τα φίλησε. Τα φίλησε και τα γέμισε δάκρυα, δάκρυα χαράς.

     Πέρασαν μερικές ημέρες. Το πρόγραμμα στο σπίτι δεν άλλαξε. Μέχρι εκείνο το πρωινό… Ξύπνησε, βγήκε από το δωμάτιό του, μα δεν είδε τη μάνα του. Κοντοστάθηκε. Έμεινε ακίνητος μερικά δευτερόλεπτα. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Τα χείλη του ψέλλιζαν μια λέξη, μα την επαναλάμβαναν αδύναμα, ψιθυριστά. Μα όσο πήγαινε, η λέξη δυνάμωνε, μέχρι που η φωνή του έγινε κραυγή: «Μάνα μου!...», έλεγε και ξανάλεγε, έτρεξε στη μικρή της κάμαρα.

     Άνοιξε την πόρτα. Την είδε γονατιστή πάνω στο μικρό χαλάκι. Ακίνητη, σιωπηλή, ήρεμη, χωρίς πνοή, με μάτια κλειστά, με το κομποσχοίνι στο χέρι της. Είχε γύρει και ακουμπούσε στο πλάι του κρεβατιού. Το μικρό πορτατίφ ήταν ακόμα αναμμένο. Μπροστά της η εικόνα της Παναγίας. Γονάτισε δίπλα της. Σταμάτησε να φωνάζει. Σταμάτησε να κινείται κι αυτός. Και οι δύο πλέον ήταν γονατιστοί. Μάνα και γιος. Δίπλα-δίπλα.

     Μετά από μερικά λεπτά γύρισε, την είδε, της χάιδεψε τα μαλλιά, την πλησίασε και την ασπάστηκε στα μάτια της, σ’ αυτά τα μάτια που ήταν ακόμα υγρά από τα δάκρυα της προσευχής της, της νίψης που βίωνε. Τα δικά του μάτια είχαν γίνει κόκκινα από την αλμύρα των δακρύων του.

     Σηκώθηκε. Πήγε προς το προσκυνητάρι. Πήρε με το δεξί του χέρι το καντηλάκι. Άλλαξε το φυτιλάκι. Έκανε τον σταυρό του. Μετά, ειδοποίησε τους συγγενείς…

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ


[ Περιοδικό
«Πειραϊκή Εκκλησία»,
Τεύχ. 302ο, Απρίλιος 2018,
σελ. 50–51.
Πληκτρολόγηση κειμένου,
επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






 Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.