Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

ΛΕΒΕΝΤΙΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΓΕΙ ΝΟΥ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

ΛΕΒΕΝΤΙΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΓΕΙ ΝΟΥ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ 


     «Βοηθά όταν προσεύχεται κανείς σε βουνά και όχι σε χαράδρες και κλεισούρες. Και ο Χριστός στα βουνά πήγαινε και προσευχόταν. Έτσι, ανοίγει ο νους και τα αισθήματα. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι της Ηπείρου και των βουνών έχουν μια λεβεντιά». 

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924–1994)


Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

ΠΛΑΝΕΡΕΣ ΟΠΤΑΣΙΕΣ, ΟΛΕΘΡΙΕΣ ΑΓΓΕΛΟΦΑΝΕΙΕΣ

ΠΛΑΝΕΡΕΣ ΟΠΤΑΣΙΕΣ,
ΟΛΕΘΡΙΕΣ ΑΓΓΕΛΟΦΑΝΕΙΕΣ 


     Σε κάποιον από τους αδελφούς παρουσιάστηκε ο διάβολος, «μετασχηματισμένος σε άγγελο φωτός» (Β΄ Κορ. ια΄ 14), και του είπε: «Εγώ είμαι ο Αρχάγγελος Γαβριήλ και στάλθηκα σε σένα!». Εκείνος, του απάντησε: «Πρόσεξε μήπως στάλθηκες για κανέναν άλλον· γιατί εγώ δεν είμαι άξιος!». Και ο διάβολος έγινε αμέσως άφαντος. 
     Οι Γεροντάδες προειδοποιούσαν, ότι, ακόμη κι αν συμβεί να σου παρουσιαστεί πραγματικός άγγελος, εσύ, μην τον πιστέψεις! Αντίθετα, ταπεινώσου μέσα σου, λέγοντας: «Εγώ, δεν είμαι άξιος να δω άγγελο, μια που ζω έτσι μέσα στην αμαρτία». 
     Και για κάποιον άλλον Γέροντα έλεγαν, ότι, εκεί που καθόταν στο Κελλί του κι έκαμνε τον πνευματικό του αγώνα, έβλεπε φανερά μπροστά του δαίμονες και τους ξευτέλιζε. Βλέποντας, ο διάβολος, τον εαυτό του να νικιέται τόσο πολύ από αυτόν τον Γέροντα, πήγε και του παρουσιάστηκε πάλι, λέγοντας αυτήν την φορά: «Εγώ είμαι ο Χριστός!». Και με το που τον είδε ο Γέροντας, έκλεισε αμέσως τα μάτια του. Γυρίζει και του λέει τότε ο διάβολος: «Μα, γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Εγώ είμαι ο Χριστός!». Του αποκρίθηκε τότε ο Γέροντας: «Δεν θέλω σ’ αυτήν την ζωή εγώ να δω τον Χριστό!». Μόλις τ’ άκουσε αυτά ο διάβολος έγινε άφαντος.
     Και σ’ έναν άλλον Γέροντα, επίσης, έλεγαν οι δαίμονες: «Θέλεις να δεις τον Χριστό;». Κι εκείνος γύρισε και τους είπε: «Να χαθείτε εσείς κι όλ’ αυτά που μου λέτε! Πιστεύω μονάχα τον Χριστό μου, ο Οποίος, είπε στο Ευαγγέλιό Του: “Εάν τυχόν έρθει και σας πει κάποιος: ‘Να, ο Χριστός!’ ή ‘Να, εκεί, ο Χριστός!’, εσείς, μην τον πιστέψετε καθόλου!” (Ματθ. κδ΄ 23)». Και αμέσως αυτοί εξαφανίστηκαν κι από αυτόν. 

[«Το Μέγα Γεροντικόν», τόμ. δ΄, κεφ. ιε΄, §197–§200, σελ. 142–145, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Το Γενέσιον της Θεοτόκου», Πανόραμα Θεσ/νίκης, Μάρτιος 19991.]




Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Ο ΠΑΠΑ–ΔΗΜΗΤΡΗΣ, ΘΥΜΑΤΑΙ ΚΑΙ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ…

Ο ΠΑΠΑ–ΔΗΜΗΤΡΗΣ, ΘΥΜΑΤΑΙ ΚΑΙ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ… 


     «Την 14ην Ιουλίου 1965, ημέρα Πέμπτη, και ώρα 5 με 7 μ.μ., παρουσιάσθη το εξής πρωτοφανές και μεγάλο σημείο καταστροφής: Επί 2 ώρες, σκότος μέγα και σύννεφα βαρειά παρουσιάσθηκαν, με πολλές και δυνατές βροντές. Έδειχνε πλημμύρα και καταστροφή! Ο κόσμος όλος, μαζεύτηκαν εις τα σπίτια τους και περίμεναν. Οι αστραπές και οι βροντές, πραγματικά, δείχνανε καταστροφή. Η βαζούρα του κακού πλησίαζε και οι βροντές διπλασιάζονταν και οι κεραυνοί έπεφταν βροχή. Θαρρείς, γίνονταν χαλασμός του κόσμου! Υπήρχε, δε, και μέγα σκότος.
     Εγώ, ως εφημέριος του χωριού μου (“Πλάτανος” ή, παλαιότερα· “Βάνια” Τρικάλων), τρέχω και πάλιν εις τον Ναόν των Ταξιαρχών και ανάβω την κανδήλα του Χριστού, της Παναγίας και των Ταξιαρχών. Βάνω το πετραχήλι και, γονυπετής, με δάκρυα και, εκ βάθους ψυχής και καρδίας, προσευχόμουν να απαλλάξει ο Θεός τον κόσμον από τον μεγάλον κίνδυνον.
     Επί μία ώρα και δέκα λεπτά, προσευχόμουν και παρακαλούσα τους Ταξιάρχας. Ο ιδρώτας μου, βγήκεν από την κεφαλήν μέχρι τους πόδας, από την μεγάλην αγωνίαν και δέησιν διά να απαλλαχθή το χωριό και, ω του θαύματος! Ούτε εις τα σύνορα του τόπου μας δεν έπεσε χαλάζι και ούτε οι κεραυνοί μάς έβλαψαν τίποτε! Μόνον ολίγη δροσιά μάς ήρθεν και, έτσι, με την δύναμι των Παμμεγίστων Ταξιαρχών και των παρακλήσεών μου, εσώθη η χώρα.
    
Μέγας εἶ, Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα Σου! Αυτά τα γράφω ως ενθύμιον, και δια τους συναδέλφους μου ιερείς που θα προλάβουν από εμένα, ώστε να μη αφήσουν τους Ταξιάρχας, διότι το χωριό μας έχει αποκτήσει μεγάλους προστάτας και βοηθούς. Εις όλους τους κινδύνους, να τρέχουν και να τους παρακαλούν και να σώνεται η χώρα μας. Διότι ο ιερεύς, όταν προσεύχεται με πίστη και συντριβή της καρδίας του, εισακούεται... 
     Εγώ που τα γράφω αυτά, τα έχω δοκιμάσει όλα. Και δι’ αυτό πρέπει να αγωνίζεται και να κουράζεται ο εφημέριος δια την χώρα του (=την ενορία του, το ποίμνιό του). Έχει υποχρέωση να προσεύχεται και να παρακαλή τον Θεόν διά να τον βοηθή και απαλλάση ό,τι δει (=από ό,τι είναι ανάγκη). Το λέγει και το Ιερόν Ευαγγέλιον: “Αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται…” (Ματθ. ζ΄ 11). Αμήν». 

ΙΕΡΕΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΑΓΚΑΣΤΑΘΗΣ (1902–1975) 

[Από το βιβλίο: «παπα–Δημήτρης Γκαγκαστάθης (1902–1975, Βίος–Θαύματα–Νουθεσίαι–Επιστολαί)», κεφ. α΄, σελ. 132–134, εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσ/νίκη 19902.]


Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

«ΜΗ ΣΤΕΝΑΧΩΡΙΕΣΑΙ!... ΕΓΩ, ΕΙΜΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΣΟΥ!...»

«ΜΗ ΣΤΕΝΑΧΩΡΙΕΣΑΙ!...
ΕΓΩ, ΕΙΜΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΣΟΥ!» 


     Ο Γέροντας Παΐσιος (1924–1994) ζήτησε ευλογία από τους Πατέρες της Μονής του Σινά όπου μόναζε, να προσχωρήσει και να μείνει μόνος στην εκεί πιο πέρα Έρημο. Έτσι, εγκαταστάθηκε στο Ασκητήριο των Αγίων Γαλακτίωνος και  Επιστήμης, το οποίο, αποτελείται από το Εκκλησάκι και ένα πολύ μικρό συνεχόμενο κελλάκι. Βρίσκεται σε ωραία θέση σε ύψωμα, απέναντι ακριβώς από την Αγία Κορυφή και απέχει λιγότερο από μία ώρα από το Μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης.
     Κάποια μέρα, ο Γέροντας, αισθανόταν μία πολύ ιδιαίτερη παράκληση, μία ανεξήγητη παρηγορία και μία μεγάλη αγάπη προς την Παναγία. Απορούσε τί να είναι αυτό και γιατί να του συμβαίνει. Σημείωσε μάλιστα και την ημερομηνία: Ήταν 6 Οκτωβρίου του 1963. Αργότερα, έμαθε ότι αυτήν την συγκεκριμένη ημέρα εκοιμήθη η μητέρα του, η Ευλογία Εζνεπίδου, το γένος Φραγκοπούλου (ή, όπως την φώναζαν στην Κόνιτσα· «Ευλαμπία»), που είχε και συγγένεια με τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη.
     Αυτήν την μάννα, ο Γέροντας, την υπεραγαπούσε κυριολεκτικά. Αλλά για την αγάπη του Χριστού και της Παναγίας, την εγκατέλειψε. Ήταν σαν να του έλεγε, πλέον, η Ίδια η Παναγία: «Μη στεναχωριέσαι, Εγώ είμαι η Μητέρα σου!». Αυτή, τρόπον τινά, τον υιοθέτησε από την στιγμή που έγινε Μοναχός. Αξιώθηκε, μάλιστα, να δει την Παναγία επανειλημμένα, να μιλήσει μαζί Της, ακόμη και να λάβει τροφή από τα άχραντα χέρια Της… 

[Ιερομονάχου Ισαάκ: «Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου», μέρος 1ο, κεφ. η΄, §γ΄, §ι΄, σελ. 37, 165, 177, Άγιον Όρος 20086.]



Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Η ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ: «Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΖΩΗΣ!»

Η ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ: «Η ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ
ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΓΕΙΑΣ ΖΩΗΣ!» 


     «Στην ζωή του χριστιανού, υπάρχουν ώρες απαρηγόρητης λύπης και αδυναμίας, από τις οποίες, μας φαίνεται ότι ο Κύριος μας εγκατέλειψε και μας λησμόνησε τελείως. Και ότι επίσης δεν υπάρχει μέσα στην ψυχή ούτε το παραμικρό αίσθημα της παρουσίας του Θεού. Αυτές οι ώρες, είναι του πειρασμού της πίστεως και της αγάπης, ώρες υπομονής του χριστιανού. Γρήγορα, όμως, θα έρθουν καλύτεροι καιροί και ο Θεός “θα στείλει τον Ιησού Χριστό ο Οποίος έχει χριστεί Μεσσίας για όλους εμάς” (πρβλ. Πραξ. γ΄ 20)· γρήγορα ο Κύριος θα χαροποιήσει τον χριστιανό.
     Ένωσε την ψυχή σου με τον Θεό, με εγκάρδια πίστη, και θα γίνεις ικανός όλα να τα πραγματοποιήσεις! Σε πολεμούν ισχυροί, αόρατοι, άγρυπνοι εχθροί; Θα τους καταβάλεις! Οι εχθροί αυτοί, είναι ορατοί, εξωτερικοί; Θα τους καταβάλεις κι αυτούς! Σε κατατυραννούν τα πάθη; Θα τα νικήσεις! Συντρίβεσαι από τις λύπες; Θα τις υπερπηδήσεις! Έπεσες βαθειά σε αθυμία και σε στεναχώρια; Θα πάρεις θάρρος! Με την πίστη, θα γίνεις ικανός να νικήσεις τα πάντα· ακόμη και η Βασιλεία των Ουρανών θα γίνει δική σου!
     Γιατί η πίστη, είναι η μεγαλύτερη ευλογία της επίγειας ζωής. Ενώνει τον άνθρωπο με τον Θεό. Και, με τον Θεό, κάνει τον άνθρωπο δυνατό και νικητή. Γιατί, “όποιος συνδέεται με τον Κύριο, γίνεται ένα πνεύμα μαζί Του” (Α΄ Κορ. στ΄ 17)».

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗΣ (1829–1908) 

[Αγίου Ιωάννου, Προθιερέως της Κρονστάνδης: «Η εν Χριστώ Ζωή», κεφ. στ΄, §4, σελ. 231–232, εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσ/νίκη, 2003.]


Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2013

ΟΜΠΡΕΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΡΟΧΗ

ΟΜΠΡΕΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΡΟΧΗ


Φωτογραφία: ΟΜΠΡΕΛΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΡΟΧΗ
       Μιλώντας ο μακαριστός Επίσκοπος Εδέσσης Καλλίνικος Πούλος (1919–1984), για την πίστη που είναι η δύναμη της προσευχής, έλεγε τα εξής:
       «Πρέπει να έχουμε την πίστη των απλών παιδιών. Όπως ακριβώς το παιδάκι εκείνο, που πηγαίνοντας στην λιτανεία που θα γινόταν για να βρέξει, είχε πάρει μαζί του και την ομπρέλλα του. Τόσο πολύ ήταν σίγουρο!...».

     Μιλώντας ο μακαριστός Επίσκοπος Εδέσσης Καλλίνικος Πούλος (1919–1984), για την πίστη που είναι η δύναμη της προσευχής, έλεγε τα εξής:
     «Πρέπει να έχουμε την πίστη των απλών παιδιών. Όπως ακριβώς το παιδάκι εκείνο, που, πηγαίνοντας στην λιτανεία που θα γινόταν για να βρέξει, είχε πάρει μαζί του και την ομπρέλλα του. Τόσο πολύ ήταν σίγουρο!...».

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

ΤΑ ΣΒΗΣΜΕΝΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΤΑ ΣΒΗΣΜΕΝΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


     Να!... Βρισκόμαστε κιόλας έξω από την πόρτα της Καλύβης. Της Καλύβης του Τιμίου Σταυρού. Έξω από το ασκητήριο του πατρός Παϊσίου. Έχω φόβο. Αυτό κυριαρχεί μέσα μου. Το καταλαβαίνω. Αλλά απροσδιόριστο φόβο. Ανομολόγητο φόβο και ανέκφραστο θαυμασμό. Χτυπάμε διακριτικά, αν και κάπως επίμονα, την πόρτα της αυλής. Ένα σίδερο, κάνει πολύ καλύτερη δουλειά από τα σύγχρονα ηλεκτρικά κουδούνια.
     Περνούν πέντε λεπτά. Απόκριση, καμμία. Μπορεί και να μην μας ανοίξει. Αυτό, λένε, είναι το πιο πιθανό. Συνήθως, δεν διακόπτει την συνομιλία του με τον Θεό. Εμείς, πάντως, ελπίζουμε. Ψιθυρίζουμε μεταξύ μας. Δεν τολμούμε να μιλήσουμε πιο δυνατά απ’ όσο χρειάζεται για ν’ ακουγόμαστε. Ούτε αποφασίζουμε να ξαναχτυπήσουμε. Χωρίς αμφιβολία, το πρώτο χτύπημα ακούστηκε μέσα στην υποβάλλουσα ησυχία. Η επανάληψή του, θα την μόλυνε με τον εγωισμό και την ανυπομονησία μας. Ο Γέροντας, σίγουρα προσεύχεται, αφού αδιαλείπτως αυτό κάνει. Το χτύπημα, δεν είναι για ν’ ακούσει αυτός· αυτός, ακούει. Είναι για να ζητιανέψουμε εμείς. Να ζητήσουμε, πριν εκείνος δώσει· όχι να λάβουμε, χωρίς την ταπείνωση της αιτήσεως. Προκρίνουμε την αναμονή. Περιμένουμε άλλο ένα πεντάλεπτο. 
     Μόλις αποφασίζουμε να ξαναδοκιμάσουμε, να, κάτι ακούγεται· μια πόρτα που ανοίγει. Και κάποιος φαίνεται. Είναι αυτός που κρύβεται και μόλις τώρα φανερώνεται.
     «Δόξα Σοι, ὁ Θεός!», ακούν τ’ αυτιά μου την φωνή του.
     «Δόξα Σοι, ὁ Θεός!», ακούει κι’ η καρδιά μου την φωνή της.
     «Μας άνοιξε!», είπα ανακουφιστικά, αν και με κάποιον φόβο μέσα μου.
     Έρχεται αργά και σταθερά, σιωπηλός. Ανοίγει την πορτούλα. Στον χαιρετισμό μας «εὐλογεῖτε!», η τρεμάμενη από την κατάνυξη και ασθενική από την σπάνια χρήση φωνή του, απαντά:
     –Ο Κύριος!... Περάστε!…
     Ρίχνω μια βιαστική ματιά επάνω του. Ούτε άντεξα, ούτε τόλμησα για δεύτερη. Η καρδιά μου, χτυπά γρήγορα. Έχω περιέργεια· να ανακαλύψω το μυστήριο της αγιωσύνης του. Και, φόβο· να μην αποκαλύψει το μυστικό της αμαρτωλότητός μου. Αυτός, κρύβεται από ταπείνωση· εγώ, από εγωισμό.



     Μπαίνουμε στο απέριττο καλυβάκι του. Όλα, μικρά. Οι πόρτες, στενές και χαμηλές. Τα ταβάνια, επίσης χαμηλά. Ακόμη και οι γεωμετρικές διαστάσεις, έχουν «ταπείνωση» εδώ! Προχωρούμε στο Εκκλησάκι του. Το τέμπλο, απλό, σανιδένιο. Εικόνες, ρώσσικες, αναγεννησιακές. Από σκέτο χαρτί,  στερεωμένες με πινέζες και καρφιά στο πλαίσιο που δημιουργεί το σανίδι του τέμπλου, δίχως ξύλινη πλάτη. Με λίγη πίεση, σχίζονται. Όλα, στα όρια της φυσικής αντοχής και αναγκαιότητος. Εμείς προσκυνούμε, και ο π.Παΐσιος συνοδεύει ισοκρατώντας:
     «Δόξα Σοι, ὁ Θεός!» – «Κύριε, ἐλέησον!».
     Μου έκανε εντύπωση, ότι, ενώ σε όλες σχεδόν τις Εικόνες τα χέρια των Αγίων ήταν λειωμένα, στην Εικόνα του Κυρίου, τα πόδια Του ήταν σβησμένα. Κάποια άλλη φορά, έκλεψα την ευκαιρία και του φανέρωσα την παρατήρησή μου. Μου είπε, τότε: 
     –Στο πρόσωπο, φιλούμε από αγάπη. Στα χέρια, από σεβασμό. Στα πόδια, φιλούμε μόνο με συντριβή. Τον Θεό, δεν Τον ασπαζόμεθα στο πρόσωπο, όταν υπάρχουν τα πόδια Του. Τους Αγίους, τολμούμε να τους φιλήσουμε στα χέρια. Τον Χριστό, όμως, μόνο στα πόδια αντέχουμε να Τον ασπασθούμε.
     Και έτρεχαν τα μάτια του…


ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)

[Νικολάου (Χατζηνικολάου) Ιερομονάχου
(τώρα, Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής):
«Άγιον Όρος· Το υψηλότερο σημείο της γης»,
μέρος α΄, κεφ. 4ο, σελ. 36–38,
εκδόσεις Καστανιώτη, Αθηνα, Μάρτιος 2000.]





Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ



Φωτογραφία: ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
       Από την Αγία Άννα, διά μέσου Νέας Σκήτης, πηγαίνουμε στην Μονή Αγίου Παύλου. Μεγαλόπρεπο Μοναστήρι στην ρίζα του Άθωνα. Πεντακάθαρο. Αστράφτει. Τους τοίχους των διαδρόμων του, κοσμούν αγιογραφικά και πατερικά ρητά, κατά τέτοιον τρόπο διατεταγμένα, ώστε να μην μπορεί η σκέψη καθόλου να ξεφύγει. Μας οδηγούν στο αρχονταρίκι. Ένας πανύψηλος αρχοντάρης, κοντά δύο μέτρα, πενηνταπεντάρης στην ηλικία, με βαριές αργές κινήσεις, μας προσφέρει το κέρασμα. Σοβαρός και ολιγόλογος. Γλυκύτατος, αλλά χωρίς χαμόγελο. Τα χείλη του, ψιθυρίζουν κάτι συνεχώς. Τον παρατηρώ προσεκτικά. Επαναλαμβάνει την «Εὐχή»: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με!». Προσπαθώ να τον κοιτάξω στα μάτια. Είναι αδύνατον να διασταυρωθούν τα βλέμματά μας. Αποτυπώνεται η ησυχία του, όχι στο πρόσωπό του, –αυτό, δεν μπορείς να το δεις!–, αλλά στο όλο παρουσιαστικό του.
       Κάποιος άγνωστος προσκυνητής, ρωτάει:
       –Πάτερ, πόσο ύψος έχετε;
       –Κύριε ελέησον!..., απαντά ο π.Μητροφάνης· έτσι, ονομαζόταν ο αρχοντάρης.
       Ακολουθεί σιωπή. Ύστερα από λίγα λεπτά, ένας άλλος πετιέται:
       –Πόσα χρόνια έχετε στο μοναστήρι;
       –Δόξα σοι ο Θεός!..., αποκρίνεται εκείνος.
       Νέο διάστημα σιγής.
       –Γέροντα, πόσοι Πατέρες είστε στην Μονή; ακολουθεί τρίτη ερώτηση.
       –Ελάτε να σας δείξω τα δωμάτιά σας!..., απαντά αυτός και σηκωνόμαστε εμείς...

       Αφού τακτοποιηθήκαμε, κάνουμε έναν περίπατο στην αυλή. Εκεί, συναντούμε ένα κατάλευκο Γεροντάκι, με παιδικό πρόσωπο και ανάλογη ψυχή. Κρατούσε ένα τσαμπί σταφύλι και μαδούσε μία-μία υπομονετικά τις ρώγες του. Άρχισε να μιλάει για την Βασιλεία του Θεού, τον θησαυρό της «αδαμάντινης ψυχής μας», και για την σωτηρία μας, την οποία, όμως, την έβλεπε πολύ δύσκολη. Πρόδηλη, η αγωνία του, για την δική του λύτρωση. Βούρκωσε και ζήτησε την προσευχή μας. Κάποιος, του προτείνει να του βγάλει μια φωτογραφία.
       –Τί, την θέλεις την φωτογραφία; αυτός αντιστέκεται.
       –Απλώς για ενθύμιο, επιμένει ο προσκυνητής.
       –Για «ενθύμιο», να έχεις την κόλαση και τον παράδεισο! απαντά ο μοναχός και γκρεμίζει οριστικά κάθε ελπίδα να αποτυπώσει στο χαρτί την χαριτωμένη όψη του· την όψη ενός παιδιού, μπορεί και… ογδόντα ετών!...

       Εκείνο, όμως, που θα μου μείνει αξέχαστο από την Μονή του Αγίου Παύλου, είναι η νυκτερινή της Ακολουθία. Το Καθολικό, ο Ναός, δεν μπορώ να πω πως με ενέπνεε. Ένα παγερό μαρμάρινο τέμπλο, δυτικότροπο στο σχέδιο και τις εικόνες του, μάλλον με απωθούσε. Η γλύκα, όμως, η πραότητα, η γαλήνη και η ηρεμία του εφημέριου Ιερομονάχου, η ευλαβής προθυμία και κινητικότητα των Μοναχών και η κατανυκτικότατη φωνή ενός Γέροντος που έψελνε, μου δημιουργούσαν ένα αίσθημα αφάνταστης λύπης, στην σκέψη και μόνον, ότι, όλο αυτό, σύντομα θα τελείωνε. Ποτέ, στην ζωή μου, δεν είχα παρακολουθήσει κάτι τόσο σεμνό, ηρεμιστικό και γαλήνιο! Ακόμη μέχρι σήμερα, αυτό που διασώζει η φαντασία μου, είναι το αίσθημα μιας τέλειας ισορροπίας ρυθμού, φωτισμού, εντάσεως, φυσικότητος, γλυκύτητος. Μια μοναδική σύνθεση εξωτερικών προϋποθέσεων για να καταλαγιάσει ο, πολυταραγμένος από τα αλόγιστα ερεθίσματα των αισθήσεων, ψυχικός κόσμος μας. Μια σπάνια αντανάκλαση της ουράνιας γαλήνης που, φυσικά και ανυποψίαστα, ζουν ψυχές που, εντελώς ταπεινά, απλά και αμέριμνα, επέλεξαν ως δρόμο της ζωής τους, την ολοκληρωτική παράδοση στο θεϊκό θέλημα…


[Νικολάου (Χατζηνικολάου) Ἱερομονάχου (νῦν, Μητροπολῖτου Μεσογαίας καὶ Λαυρεωτικῆς): «Ἅγιον Ὄρος· Τὸ ὑψηλότερο σημεῖο τῆς γῆς», μέρος α΄, κεφ. 9ο, σελ. 78–81, ἐκδόσεις Καστανιώτη, Ἀθῆνα, Μάρτιος 2000.]



     Από την Αγία Άννα, διά μέσου Νέας Σκήτης, πηγαίνουμε στην Μονή Αγίου Παύλου. Μεγαλόπρεπο Μοναστήρι στην ρίζα του Άθωνα. Πεντακάθαρο. Αστράφτει. Τους τοίχους των διαδρόμων του, κοσμούν αγιογραφικά και πατερικά ρητά, κατά τέτοιον τρόπο διατεταγμένα, ώστε να μην μπορεί η σκέψη καθόλου να ξεφύγει.
     Μας οδηγούν στο αρχονταρίκι. Ένας πανύψηλος αρχοντάρης, κοντά δύο μέτρα, πενηνταπεντάρης στην ηλικία, με βαριές αργές κινήσεις, μας προσφέρει το κέρασμα. Σοβαρός και ολιγόλογος. Γλυκύτατος, αλλά χωρίς χαμόγελο. Τα χείλη του, ψιθυρίζουν κάτι συνεχώς. Τον παρατηρώ προσεκτικά. Επαναλαμβάνει την «Εὐχή»: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με!». Προσπαθώ να τον κοιτάξω στα μάτια. Είναι αδύνατον να διασταυρωθούν τα βλέμματά μας. Αποτυπώνεται η ησυχία του, όχι στο πρόσωπό του, –αυτό, δεν μπορείς να το δεις!–, αλλά στο όλο παρουσιαστικό του.
     Κάποιος άγνωστος προσκυνητής, ρωτάει:
     –Πάτερ, πόσο ύψος έχετε;
     –Κύριε ελέησον!..., απαντά ο π.Μητροφάνης· έτσι, ονομαζόταν ο αρχοντάρης.
     Ακολουθεί σιωπή. Ύστερα από λίγα λεπτά, ένας άλλος πετιέται:
     –Πόσα χρόνια έχετε στο μοναστήρι;
     –Δόξα σοι ο Θεός!..., αποκρίνεται εκείνος.
     Νέο διάστημα σιγής.
     –Γέροντα, πόσοι Πατέρες είστε στην Μονή; ακολουθεί τρίτη ερώτηση.
     –Ελάτε να σας δείξω τα δωμάτιά σας!..., απαντά αυτός και σηκωνόμαστε εμείς...

     Αφού τακτοποιηθήκαμε, κάνουμε έναν περίπατο στην αυλή. Εκεί, συναντούμε ένα κατάλευκο Γεροντάκι, με παιδικό πρόσωπο και ανάλογη ψυχή. Κρατούσε ένα τσαμπί σταφύλι και μαδούσε μία-μία υπομονετικά τις ρώγες του. Άρχισε να μιλάει για την Βασιλεία του Θεού, τον θησαυρό της «αδαμάντινης ψυχής μας», και για την σωτηρία μας, την οποία, όμως, την έβλεπε πολύ δύσκολη. Πρόδηλη, η αγωνία του, για την δική του λύτρωση. Βούρκωσε και ζήτησε την προσευχή μας. Κάποιος, του προτείνει να του βγάλει μια φωτογραφία.
     –Τί, την θέλεις την φωτογραφία; αυτός αντιστέκεται.
     –Απλώς για ενθύμιο, επιμένει ο προσκυνητής.
     –Για «ενθύμιο», να έχεις την κόλαση και τον παράδεισο! απαντά ο μοναχός και γκρεμίζει οριστικά κάθε ελπίδα να αποτυπώσει στο χαρτί την χαριτωμένη όψη του· την όψη ενός παιδιού, μπορεί και… ογδόντα ετών!...

     Εκείνο, όμως, που θα μου μείνει αξέχαστο από την Μονή του Αγίου Παύλου, είναι η νυκτερινή της Ακολουθία. Το Καθολικό, ο Ναός, δεν μπορώ να πω πως με ενέπνεε. Ένα παγερό μαρμάρινο τέμπλο, δυτικότροπο στο σχέδιο και τις εικόνες του, μάλλον με απωθούσε. Η γλύκα, όμως, η πραότητα, η γαλήνη και η ηρεμία του εφημέριου Ιερομονάχου, η ευλαβής προθυμία και κινητικότητα των Μοναχών και η κατανυκτικότατη φωνή ενός Γέροντος που έψελνε, μου δημιουργούσαν ένα αίσθημα αφάνταστης λύπης, στην σκέψη και μόνον, ότι, όλο αυτό, σύντομα θα τελείωνε.
     Ποτέ, στην ζωή μου, δεν είχα παρακολουθήσει κάτι τόσο σεμνό, ηρεμιστικό και γαλήνιο! Ακόμη μέχρι σήμερα, αυτό που διασώζει η φαντασία μου, είναι το αίσθημα μιας τέλειας ισορροπίας ρυθμού, φωτισμού, εντάσεως, φυσικότητος, γλυκύτητος. Μια μοναδική σύνθεση εξωτερικών προϋποθέσεων για να καταλαγιάσει ο, πολυταραγμένος από τα αλόγιστα ερεθίσματα των αισθήσεων, ψυχικός κόσμος μας. Μια σπάνια αντανάκλαση της ουράνιας γαλήνης που, φυσικά και ανυποψίαστα, ζουν ψυχές που, εντελώς ταπεινά, απλά και αμέριμνα, επέλεξαν ως δρόμο της ζωής τους, την ολοκληρωτική παράδοση στο θεϊκό θέλημα…

[Νικολάου (Χατζηνικολάου) Ιερομονάχου (τώρα, Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής): «Άγιον Όρος· Το υψηλότερο σημείο της γης», μέρος α΄, κεφ. 9ο, σελ. 78–81, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, Μάρτιος 2000.]


Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Η ΑΓΙΑ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Η ΑΓΙΑ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ:
Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ,
Η ΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ.

Φωτογραφία: Η ΑΓΙΑ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ:
Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ,
Η ΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ!…
       «Ο Δημήτριος Πούλος (ο μετέπειτα Μητροπολίτης Εδέσσης Καλλίνικος, 1919–1984), γιος του Γεωργίου και της Αικατερίνης Πούλου, εγγονός του παπα–Θανάση Καρζιάνη και της αγαπημένης του γιαγιάς (της ‘‘βάβας’’ του!) της πρεσβυτέρας Σπυριδούλας, ήταν ο τέταρτος στην σειρά από τα αδέρφια του. Γεννήθηκε στις 26 Ιανουαρίου του 1919, μέσα σε μεγάλη χαρά της οικογένειάς του. Του έβαλαν το όνομα Δημήτριος προς χάριν του παππού του, από την πλευρά του πατέρα του. Δεν τον φώναζαν όμως τόσο Δημήτριο, όσο ‘‘Μήτσο’’.
       Πέρα από τον καλό χαρακτήρα του και την εκκλησιαστική αγωγή που πήρε από το σπίτι του, συγχρόνως ήταν πανέξυπνος. Είχε έκτακτα φυσικά και διανοητικά προσόντα και πάντοτε ήταν άριστος μαθητής. Σε όλες τις τάξεις, αρίστευε. Φυσικά, ήταν μελετηρός και διάβαζε πολύ. Το Δημοτικό Σχολείο, το πέρασε στο χωριό του, τα: Σιταράλωνα, Θέρμου Τριχωνίδος. Πήγε σε όλες τις τάξεις εκεί, εκτός από την τελευταία, που την περάτωσε στην Ανάληψη Θέρμου Τριχωνίδος. Αυτή η μετακίνηση, οφειλόταν στον έξης λόγο…:
       Ήταν πανέξυπνος μαθητής και διακρινόταν πολύ από τους άλλους συμμαθητές του. Ο δάσκαλος όμως του χωριού του, δεν είχε γνώσεις και δεν μπορούσε να διδάξει καλά. Εύρισκε πάντα ευκαιρίες για να μην πάει στο Σχολείο και τελικά τα παιδιά παρέμεναν αγράμματα. Ο δάσκαλος όμως είχε ταπείνωση ή τύψεις συνειδήσεως, γι’ αυτό και μια μέρα συνάντησε τον πατέρα του Μήτσου και τον ρώτησε: ‘‘Πρόκειται να στείλεις τον Μήτσο αργότερα για σπουδές;’’. Στην καταφατική απάντηση του πατέρα του, αυτός, απάντησε: ‘‘Ε, τότε είναι καλύτερα να πάει σε άλλο Σχολείο’’. Φυσικά, δεν υπήρχε στο χωριό άλλο Σχολείο και αναγκάστηκε, την τελευταία τάξη του Δημοτικού Σχολείου, να την τελειώσει στην Ανάληψη, φιλοξενούμενος της νουνάς του. 
       Μετά το Δημοτικό Σχολείο, φοίτησε στο Γυμνάσιο του Θέρμου, αφού αρίστευσε στις εισαγωγικές εξετάσεις. Το Θέρμο, απείχε έντεκα χιλιόμετρα από το χωριό του και, φυσικά, δεν υπήρχαν τότε τα σημερινά συγκοινωνιακά μέσα και γι’ αυτό παρέμενε εκεί όλη την εβδομάδα. 
       Η γιαγιά του, η αγία πρεσβυτέρα Σπυριδούλα, που αγαπούσε πολύ το εγγόνι της, το ακολούθησε στο Θέρμο και φρόντισε να μην του λείψει απολύτως τίποτα. Έκανε φαγητό, έπλενε τα ρούχα, καθάριζε και γενικά ασχολούνταν με όλες τις εργασίες για να είναι απερίσπαστος στην μελέτη του. Ο Επίσκοπος Εδέσσης Καλλίνικος, με πολλή συγκίνηση θυμόταν τις θυσίες της γιαγιάς του και της μητέρας του, η οποία φρόντιζε πολλές φορές να σηκώνεται πρωΐ–πρωΐ για να ψήσει ψωμί και να προλάβει να το στείλει στο Θέρμο με τα δύσκολα συγκοινωνιακά μέσα της εποχής εκείνης, για να φάει το παιδί της πριν πάει στο Σχολείο. 
       Όταν, ως Επίσκοπος πια, πήγε στο χωριό του, έκανε Τρισάγιο πάνω στον τάφο της γιαγιάς του και της μητέρας του. Μετά, παρακάλεσε να φύγουν από εκεί όλοι οι άλλοι, και κάθησε αρκετή ώρα για να προσευχηθεί μόνος. Έλεγε αργότερα, εμπιστευτικά, ότι μαζί με την προσευχή, σκεφτόταν τα λεπτά εκείνα χεράκια που τον εξυπηρέτησαν κατά την μαθητική του ζωή. 
       Ήταν ευγνώμων, σε απόλυτο βαθμό!
Υπάρχει και ένα άλλο περιστατικό της εποχής εκείνης που πρέπει να αναφέρουμε. Πηγαίνοντας κάποτε από το Θέρμο με τα πόδια στο χωριό του, σταμάτησε ο Καθηγητής του (της Γυμναστικής) για να τον πάρει με το αυτοκίνητο. Αυτό, το θυμόταν ο ίδιος σε όλα τα χρόνια της ζωής του! Γι’ αυτό και έκτοτε αγαπούσε ιδιαιτέρως τους Καθηγητές Γυμναστικής, λόγω εκείνου του γεγονότος. Και όποτε, ως Επίσκοπος, έβλεπε παιδιά να βαδίζουν στο δρόμο, σταματούσε το αυτοκίνητο και τα έπαιρνε μέσα, μόνο και μόνο, για να ανταποδώσει με την πηγαία και απροσποίητη εξυπηρέτηση που έκαμνε ολόθυμα εκείνη την στιγμή, εκείνο το αλησμόνητο καλό που του είχε κάνει στο παρελθόν ο Καθηγητής του. Η ευγνωμοσύνη του, πραγματικά, δεν είχε όρια!...
       Ο Δημήτριος Πούλος, ζυμώθηκε με την Ρωμαίικη Παράδοση και ζούσε συνεχώς με αυτές τις μνήμες και με αυτές τις καταστάσεις στην καρδιά του. Τις νοσταλγούσε. Και αυτές, πάλι, δεν τον άφηναν να αλλοιωθεί καθόλου, να ‘‘χαλάσει’’. Υπήρξε σε όλη του την ζωή το αγνό χωριατόπουλο που είχε πλαστεί με την Ρωμαίικη συνείδηση του λαού μας.
       Τί, κι’ αν ήταν πραγματικά φτωχός;! Όπως έγραψε και ο ίδιος αργότερα σε επιστολή: ‘‘Είχαμε εχθρό την φτώχια, αλλά και αγώνα για πρόοδο…’’. Ήταν ένα φτωχό χωριατόπαιδο, αλλά πλούσιος σε Παράδοση και αισθήματα αγάπης και ανθρωπιάς. Ο πλούτος που του κληρονόμησαν οι γονείς του, ο παππούς και η αγαπημένη του ‘‘βάβα’’, ήταν ανεκτίμητος θησαυρός που δεν συγκρίνεται με κανέναν θησαυρό της γης. Του μετέδωσαν την Ρωμαίικη Παράδοση, την αγάπη του προς την Ορθοδοξία και την θυσία αυτής της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Και αυτό, είναι το μεγαλείο του ανθρώπου. Και αυτό το υπέρτατο πνευματικό μεγαλείο, το ένοιωθε πολλές φορές. Και κατακυρίευε την ύπαρξή του!». 


[Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου: «Κόσμημα της Εκκλησίας (βίος και πολιτεία του αειμνήστου Μητροπολίτου Εδέσσης Καλλινίκου)», κεφ. 2ο, σελ. 34, 40–42, έκδοση α΄, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 1998.]


     «Ο Δημήτριος Πούλος (ο μετέπειτα Μητροπολίτης Εδέσσης Καλλίνικος, 1919–1984), γιος του Γεωργίου και της Αικατερίνης Πούλου, εγγονός του παπα–Θανάση Καρζιάνη και της αγαπημένης του γιαγιάς (της “βάβας” του!) της πρεσβυτέρας Σπυριδούλας, ήταν ο τέταρτος στην σειρά από τα αδέρφια του. Γεννήθηκε στις 26 Ιανουαρίου του 1919, μέσα σε μεγάλη χαρά της οικογένειάς του. Του έβαλαν το όνομα Δημήτριος προς χάριν του παππού του, από την πλευρά του πατέρα του. Δεν τον φώναζαν όμως τόσο Δημήτριο, όσο “Μήτσο”.
     Πέρα από τον καλό χαρακτήρα του και την εκκλησιαστική αγωγή που πήρε από το σπίτι του, συγχρόνως ήταν πανέξυπνος. Είχε έκτακτα φυσικά και διανοητικά προσόντα και πάντοτε ήταν άριστος μαθητής. Σε όλες τις τάξεις, αρίστευε. Φυσικά, ήταν μελετηρός και διάβαζε πολύ. Το Δημοτικό Σχολείο, το πέρασε στο χωριό του, τα: Σιταράλωνα, Θέρμου Τριχωνίδος. Πήγε σε όλες τις τάξεις εκεί, εκτός από την τελευταία, που την περάτωσε στην Ανάληψη, Θέρμου Τριχωνίδος. Αυτή η μετακίνηση, οφειλόταν στον έξης λόγο…:
     Ήταν πανέξυπνος μαθητής και διακρινόταν πολύ από τους άλλους συμμαθητές του. Ο δάσκαλος όμως του χωριού του, δεν είχε γνώσεις και δεν μπορούσε να διδάξει καλά. Εύρισκε πάντα ευκαιρίες για να μην πάει στο Σχολείο και τελικά τα παιδιά παρέμεναν αγράμματα. Ο δάσκαλος όμως είχε ταπείνωση ή τύψεις συνειδήσεως, γι’ αυτό και μια μέρα συνάντησε τον πατέρα του Μήτσου και τον ρώτησε: “Πρόκειται να στείλεις τον Μήτσο αργότερα για σπουδές;”. Στην καταφατική απάντηση του πατέρα του, αυτός, απάντησε: “Ε, τότε είναι καλύτερα να πάει σε άλλο Σχολείο”. Φυσικά, δεν υπήρχε στο χωριό άλλο Σχολείο και αναγκάστηκε, την τελευταία τάξη του Δημοτικού Σχολείου, να την τελειώσει στην Ανάληψη, φιλοξενούμενος της νουνάς του. 
     Μετά το Δημοτικό Σχολείο, φοίτησε στο Γυμνάσιο του Θέρμου, αφού αρίστευσε στις εισαγωγικές εξετάσεις. Το Θέρμο, απείχε έντεκα χιλιόμετρα από το χωριό του και, φυσικά, δεν υπήρχαν τότε τα σημερινά συγκοινωνιακά μέσα και γι’ αυτό παρέμενε εκεί όλη την εβδομάδα. 
     Η γιαγιά του, η αγία πρεσβυτέρα Σπυριδούλα, που αγαπούσε πολύ το εγγόνι της, το ακολούθησε στο Θέρμο και φρόντισε να μην του λείψει απολύτως τίποτα. Έκανε φαγητό, έπλενε τα ρούχα, καθάριζε και γενικά ασχολούνταν με όλες τις εργασίες για να είναι απερίσπαστος στην μελέτη του. Ο Επίσκοπος Εδέσσης Καλλίνικος, με πολλή συγκίνηση θυμόταν τις θυσίες της γιαγιάς του και της μητέρας του, η οποία φρόντιζε πολλές φορές να σηκώνεται πρωΐ–πρωΐ για να ψήσει ψωμί και να προλάβει να το στείλει στο Θέρμο με τα δύσκολα συγκοινωνιακά μέσα της εποχής εκείνης, για να φάει το παιδί της πριν πάει στο Σχολείο. 
     Όταν, ως Επίσκοπος πια, πήγε στο χωριό του, έκανε Τρισάγιο πάνω στον τάφο της γιαγιάς του και της μητέρας του. Μετά, παρακάλεσε να φύγουν από εκεί όλοι οι άλλοι, και κάθισε αρκετή ώρα για να προσευχηθεί μόνος. Έλεγε αργότερα, εμπιστευτικά, ότι μαζί με την προσευχή, σκεφτόταν τα λεπτά εκείνα χεράκια που τον εξυπηρέτησαν κατά την μαθητική του ζωή. 
     Ήταν ευγνώμων, σε απόλυτο βαθμό!
     Υπάρχει και ένα άλλο περιστατικό της εποχής εκείνης που πρέπει να αναφέρουμε. Πηγαίνοντας κάποτε από το Θέρμο με τα πόδια στο χωριό του, σταμάτησε ο Καθηγητής του (της Γυμναστικής) για να τον πάρει με το αυτοκίνητο. Αυτό, το θυμόταν ο ίδιος σε όλα τα χρόνια της ζωής του! Γι’ αυτό και έκτοτε αγαπούσε ιδιαιτέρως τους Καθηγητές Γυμναστικής, λόγω εκείνου του γεγονότος. Και όποτε, ως Επίσκοπος, έβλεπε παιδιά να βαδίζουν στο δρόμο, σταματούσε το αυτοκίνητο και τα έπαιρνε μέσα, μόνο και μόνο, για να ανταποδώσει με την πηγαία και απροσποίητη εξυπηρέτηση που έκαμνε ολόθυμα εκείνη την στιγμή, εκείνο το αλησμόνητο καλό που του είχε κάνει στο παρελθόν ο Καθηγητής του. Η ευγνωμοσύνη του, πραγματικά, δεν είχε όρια!...
     Ο Δημήτριος Πούλος, ζυμώθηκε με την Ρωμαίικη Παράδοση και ζούσε συνεχώς με αυτές τις μνήμες και με αυτές τις καταστάσεις στην καρδιά του. Τις νοσταλγούσε. Και αυτές, πάλι, δεν τον άφηναν να αλλοιωθεί καθόλου, να “χαλάσει”. Υπήρξε σε όλη του την ζωή το αγνό χωριατόπουλο που είχε πλαστεί με την Ρωμαίικη συνείδηση του λαού μας.
     Τί, κι’ αν ήταν πραγματικά φτωχός;! Όπως έγραψε και ο ίδιος αργότερα σε επιστολή: “Είχαμε εχθρό την φτώχια, αλλά και αγώνα για πρόοδο…”. Ήταν ένα φτωχό χωριατόπαιδο, αλλά πλούσιος σε Παράδοση και αισθήματα αγάπης και ανθρωπιάς. Ο πλούτος που του κληροδότησαν οι γονείς του, ο παππούς και η αγαπημένη του “βάβα”, ήταν ανεκτίμητος θησαυρός που δεν συγκρίνεται με κανέναν θησαυρό της γης. Του μετέδωσαν την Ρωμαίικη Παράδοση, την αγάπη του προς την Ορθοδοξία και την θυσία αυτής της Ορθοδόξου Παραδόσεως. Και αυτό είναι το μεγαλείο του ανθρώπου. Και αυτό το υπέρτατο πνευματικό μεγαλείο, το ένοιωθε πολλές φορές. Και κατακυρίευε την ύπαρξή του!...». 

[Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου Βλάχου: «Κόσμημα της Εκκλησίας (βίος και πολιτεία του αειμνήστου Μητροπολίτου Εδέσσης Καλλινίκου)», κεφ. 2ο, σελ. 34, 40–42, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 11998.]



Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

ΟΤΑΝ ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΧΤΥΠΟΥΝ ΑΠΟ ΜΟΝΕΣ ΤΟΥΣ…

ΟΤΑΝ ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΧΤΥΠΟΥΝ ΑΠΟ ΜΟΝΕΣ ΤΟΥΣ…


Φωτογραφία: ΟΤΑΝ ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΧΤΥΠΟΥΝ 
ΑΠΟ ΜΟΝΕΣ ΤΟΥΣ…
       Ο Γερο–Μιχαήλ, γεννήθηκε στην Σύμη το 1906. Εκοιμήθη στις 24 Μαΐου του 1959. Στο Άγιον Όρος, ήρθε το 1922. Το 1923, εκάρη Μοναχός στην Καλύβη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, Αγίου Όρους. Ήταν πάντοτε χαρούμενος άνθρωπος. Ανέπαυε πραγματικά τις ψυχές των μοναχών και των προσκυνητών με τις διηγήσεις του και τα πνευματικά του λόγια, τα οποία, ήταν γεμάτα ζωντάνια και παραστατικότητα. 
       Επίσης, ήταν πολύ επιμελής στα μοναχικά του καθήκοντα. Φρόντιζε όσο το δυνατόν να κάνει Λειτουργίες στην Καλύβη του, επειδή ακριβώς ενστερνιζόταν το μεγαλείο τους και βίωνε βαθειά την ανείπωτη ψυχική ωφέλεια κάθε Θείας Λειτουργίας. Επιπλέον δε, ήταν και πολύ καλός ψάλτης, αγαπούσε τις ολονύκτιες αγρυπνίες καθώς και τις Λειτουργίες που τελούνταν στο «Κυριακό» (=έτσι λέγεται ο κεντρικός Ναός της κάθε Σκήτης, μέσα στον οποίον, συνάζονται από κοινού οι Πατέρες, τις μεγάλες εορτές και πανηγύρεις).
       Ο Γερο–Μιχαήλ, σαν κύριο εργόχειρο, είχε την ξυλογλυπτική. Κατασκεύαζε, ως επί το πλείστον, ξύλινα κουτάλια και χαρτοκόπτες. Για να προμηθευτεί την πρώτη ύλη για το εργόχειρό του, με την συνοδία του, με πολύ κόπο μέσα από το βουνό, κατέβαζε τα ξύλα που χρειάζονταν κουβαλώντάς τα με την πλάτη, ενώ τα έσοδα γι’ αυτούς ήταν μηδαμινά και ανεπαρκή για την συντήρησή τους.
       Με την προθυμία, όμως, του υποτακτικού του, –του πατρός Γαβριήλ–, έμαθαν από τους «Ιωασαφαίους» λίγα βασικά πράγματα για να εργασθούν επιπλέον και την αγιογραφία. Αυτή η προθυμία και ο ζήλος τους γι’ αυτό το θείο έργο, απέφερε τελικά θαυμαστά αποτελέσματα. Οι Εικόνες του Γέροντος Μιχαήλ, είχαν όντως Θεία Χάρη. Δύο σημαντικά και αντιπροσωπευτικά έργα του που γνωρίζουμε ως τώρα, –ιστορήσεις του Αγίου Νεκταρίου (1846–1920) και του Αγίου Σάββα «τοῦ ἐν Καλύμνῳ» (1862–1948), επιτέλεσαν και επιτελούν θαύματα.
       Αυτός ο Καυσοκαλυβίτης Αγιορείτης Μοναχός, έλαβε παραγγελία από την ηγουμένη Φιλοθέη να ιστορήσει την μορφή του Αγίου Σάββα, «τοῦ ἐν Καλύμνῳ» (1862–1948). Ο π.Μιχαήλ, πάλι, επειδή δεν κατείχε και δεν είχε δει ποτέ του εικόνα του Αγίου, αλλά ούτε και γνώριζε προσωπικά τον Άγιο, παρακάλεσε θερμά τον Κύριο αλλά και τον Άγιο Σάββα στην προσευχή του για να φωτιστεί ώστε να αγιογραφήσει την Εικόνα του, όσο το δυνατόν πιο καλά και πιο ικανοποιητικά. Πράγματι, κατά την διάρκεια της όλης εργασίας του, ένιωθε πως είχε μεγάλη ευχέρεια. Και όταν η Εικόνα στάλθηκε και παραδόθηκε στο Τελωνείο της Καλύμνου, άρχισε να χτυπάει από μόνη της η καμπάνα του Μοναστηριού του Οσίου (το Μοναστήρι των Αγίων Πάντων). 
       Το παράδοξο και αιφνίδιο αυτό γεγονός, παρέμεινε ανεξήγητο από τις απορημένες Μοναχές, μέχρι που ήρθε η επόμενη μέρα, όταν αυτές ειδοποιήθηκαν από το Τελωνείο για την άφιξη της Ιεράς Εικόνος. Έγινε στο τελωνείο η παραλαβή της και πάλι η καμπάνα του Μοναστηριού χτυπούσε από μόνη της μέχρις ότου έφεραν την Εικόνα του Αγίου Σάββα στο Μοναστήρι…


[(1) Βασιλείου Παπανικολάου: «Ο Άγιος Σάββας ο Νέος, ‘‘ὁ ἐν Καλύμνῳ», μέρος δ΄, σελ. 141–142, έκδοσις ε΄, Ιεράς Μονής Αγίων Πάντων, Κάλυμνος 1999. 
(2) Ιερομονάχου Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου: «Ασκητικές Μορφές και διηγήσεις από τον Άθω», σελ. 171–173, έκδοσις α΄, Ιεράς Καλύβης Αγίου Παντελεήμονος, Άγιον Όρος, 1999.
(3) Στην φωτογραφία της ανάρτησης που ήδη βλέπετε: η Ιερά Εικόνα του Αγίου Σάββα «τοῦ ἐν Καλύμνῳ»: πάντερπνη «ποίησις τῶν χειρῶν αὐτοῦ» (πρβλ. Ψαλμ. ιη΄ 2) του ιδίου του π.Μιχαήλ, από τα Καυσοκαλύβια.]



     Ο Γερο–Μιχαήλ, γεννήθηκε στην Σύμη το 1906. Εκοιμήθη στις 24 Μαΐου του 1959. Στο Άγιον Όρος, ήρθε το 1922. Το 1923, εκάρη Μοναχός στην Καλύβη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, Αγίου Όρους. Ήταν πάντοτε χαρούμενος άνθρωπος. Ανέπαυε πραγματικά τις ψυχές των μοναχών και των προσκυνητών με τις διηγήσεις του και τα πνευματικά του λόγια, τα οποία, ήταν γεμάτα ζωντάνια και παραστατικότητα. 
     Επίσης, ήταν πολύ επιμελής στα μοναχικά του καθήκοντα. Φρόντιζε όσο το δυνατόν να κάνει Λειτουργίες στην Καλύβη του, επειδή ακριβώς ενστερνιζόταν το μεγαλείο τους και βίωνε βαθειά την ανείπωτη ψυχική ωφέλεια κάθε Θείας Λειτουργίας. Επιπλέον δε, ήταν και πολύ καλός ψάλτης, αγαπούσε τις ολονύκτιες αγρυπνίες καθώς και τις Λειτουργίες που τελούνταν στο «Κυριακό» (έτσι λέγεται ο κεντρικός Ναός της κάθε Σκήτης, μέσα στον οποίον, συνάζονται από κοινού οι Πατέρες, τις μεγάλες εορτές και πανηγύρεις).
     Ο Γερο–Μιχαήλ, σαν κύριο εργόχειρο, είχε την ξυλογλυπτική. Κατασκεύαζε, ως επί το πλείστον, ξύλινα κουτάλια και χαρτοκόπτες. Για να προμηθευτεί την πρώτη ύλη για το εργόχειρό του, με την συνοδεία του, με πολύ κόπο μέσα από το βουνό, κατέβαζε τα ξύλα που χρειάζονταν κουβαλώντάς τα με την πλάτη, ενώ τα έσοδα γι’ αυτούς ήταν μηδαμινά και ανεπαρκή για την συντήρησή τους.
     Με την προθυμία, όμως, του υποτακτικού του, –του πατρός Γαβριήλ–, έμαθαν από τους «Ιωασαφαίους» λίγα βασικά πράγματα για να εργασθούν επιπλέον και την αγιογραφία. Αυτή η προθυμία και ο ζήλος τους γι’ αυτό το θείο έργο, απέφερε τελικά θαυμαστά αποτελέσματα. Οι Εικόνες του Γέροντος Μιχαήλ, είχαν όντως Θεία Χάρη. Δύο σημαντικά και αντιπροσωπευτικά έργα του που γνωρίζουμε ως τώρα, –ιστορήσεις του Αγίου Νεκταρίου (1846–1920) και του Αγίου Σάββα «τοῦ ἐν Καλύμνῳ» (1862–1948), επιτέλεσαν και επιτελούν θαύματα.
     Αυτός ο Καυσοκαλυβίτης Αγιορείτης Μοναχός, έλαβε παραγγελία από την ηγουμένη Φιλοθέη να ιστορήσει την μορφή του Αγίου Σάββα, «τοῦ ἐν Καλύμνῳ» (1862–1948). Ο πατήρ Μιχαήλ, πάλι, επειδή δεν κατείχε και δεν είχε δει ποτέ του εικόνα του Αγίου, αλλά ούτε και γνώριζε προσωπικά τον Άγιο, παρακάλεσε θερμά τον Κύριο αλλά και τον Άγιο Σάββα στην προσευχή του για να φωτιστεί ώστε να αγιογραφήσει την Εικόνα του, όσο το δυνατόν πιο καλά και πιο ικανοποιητικά. Πράγματι, κατά την διάρκεια της όλης εργασίας του, ένιωθε πως είχε μεγάλη ευχέρεια. Και όταν η Εικόνα στάλθηκε και παραδόθηκε στο Τελωνείο της Καλύμνου, άρχισε να χτυπάει από μόνη της η καμπάνα του Μοναστηριού του Οσίου (το Μοναστήρι των Αγίων Πάντων). 
     Το παράδοξο και αιφνίδιο αυτό γεγονός, παρέμεινε ανεξήγητο από τις απορημένες Μοναχές, μέχρι που ήρθε η επόμενη μέρα, όταν αυτές ειδοποιήθηκαν από το Τελωνείο για την άφιξη της Ιεράς Εικόνος. Έγινε στο τελωνείο η παραλαβή της και πάλι η καμπάνα του Μοναστηριού χτυπούσε από μόνη της μέχρις ότου έφεραν την Εικόνα του Αγίου Σάββα στο Μοναστήρι.

[(1) Βασιλείου Παπανικολάου: «Ο Άγιος Σάββας ο Νέος, “ὁ ἐν Καλύμνῳ”», μέρος δ΄, σελ. 141–142, έκδοσις Ιεράς Μονής Αγίων Πάντων, Κάλυμνος 19995·  
(2) Ιερομονάχου Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου: «Ασκητικές Μορφές και διηγήσεις από τον Άθω», σελ. 171–173, έκδοσις Ιεράς Καλύβης Αγίου Παντελεήμονος, Άγιον Όρος, 19991· 
(3) Στην φωτογραφία της ανάρτησης: η Ιερά Εικόνα του Αγίου Σάββα «τοῦ ἐν Καλύμνῳ»: πάντερπνη «ποίησις τῶν χειρῶν αὐτοῦ» (πρβλ. Ψαλμ. ιη΄ 2) του ιδίου του πατρός Μιχαήλ, από τα Καυσοκαλύβια Αγίου Όρους.]



Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2013

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ· ΜΙΑ ΖΩΗ ΓΕΜΑΤΗ ΑΓΑΠΗ, ΦΤΩΧΕΙΑ, ΑΓΙΟΤΗΤΑ

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ·
ΜΙΑ ΖΩΗ ΓΕΜΑΤΗ ΑΓΑΠΗ, ΦΤΩΧΕΙΑ, 
ΑΓΙΟΤΗΤΑ

Φωτογραφία: Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ:
ΜΙΑ ΖΩΗ ΑΓΑΠΗ, ΦΤΩΧΙΑ, ΑΓΙΟΤΗΤΑ!
       Όταν ο Άγιος Νεκτάριος (1/10/1846–8/11/1920) έβγαινε από την Ριζάρειο Σχολή, –στην οποία, για 14 ολόκληρα χρόνια (1894–1908) διετέλεσε χαρισματικός και αλησμόνητος διευθυντής της–, σχεδόν πάντα, κυκλοφορούσε ταπεινά και απλά ενδεδυμένος, σαν ένας απλός ιερέας, χωρίς να τον ακολουθεί συνοδεία και χωρίς να φέρει πάνω του εγκόλπιο (το διακριτικό του βαθμού της αρχιερωσύνης).
       Κάποτε, κάπου εκεί κοντά στην Ριζάρειο Σχολή, συνάντησε τον Άγιο Νεκτάριο, ο μοναχός Νικόδημος από τα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους. Ο Άγιος, χαιρέτησε τον αγιορείτη μοναχό με τον πασίγνωστο αγιορείτικο χαιρετισμό «εὐλογεῖτε!», που ήταν, –για τότε τουλάχιστον–, εντελώς άγνωστος στους πολλούς. Όπως ήταν φυσικό, απόρησε ο μοναχός και ακολούθησε ο ακόλουθος διάλογος, μεταξύ τους:
       –Πώς γνωρίζετε, πάτερ, το «εὐλογεῖτε»;
       –Κι εγώ, Γέροντα, μοναχός είμαι!
       –Φαίνεστε ότι είστε και παπάς. Πού είστε εφημέριος;
       –Είμαι, εδώ, στον Άγιο Γεώργιο της Ριζαρείου.
       –Ασφαλώς, τότε, θα είστε ο Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Γιατί γνωρίζω καλά ότι αυτός είναι εκεί εφημέριος. Γιατί δεν φέρετε το διακριτικό σας εξωτερικά;
       –Μέσα μας, Γέροντα!... Το πως θα έχουμε τον Χριστό, μέσα μας! Αυτό, έχει σημασία! Τα εξωτερικά, δεν είναι και τόσο απαραίτητα!…, απάντησε με γλυκύτητα και ταπεινοφροσύνη ο Ιεράρχης του Χριστού.

       Η αγάπη, η φιλαδελφία, η φιλανθρωπία, η ελεημοσύνη, η θυσία και το δόσιμο του Αγίου Νεκταρίου προς τον άνθρωπο, –τον κάθε άνθρωπο–, σε συνδυασμό με την εκούσια πτωχεία, την ένδεια και την ακτημοσύνη, ήταν κάτι το μοναδικό, το απίστευτο και απαράμιλλο! Πολύ ενδεικτικά, αναφέρουμε λίγα θαυμαστά περιστατικά που μας το φανερώνουν αυτό.
       Κάποια μέρα, αρχές του μήνα, εμφανίστηκε στο γραφείο του Αγίου ένας άγνωστος και ζητούσε 25 δραχμές για να ξοφλήσει ένα γραμμάτιο. Ό Άγιος, του έδωσε τα χρήματα, –ήταν όλα κι όλα όσα είχε–, και στον συμπαρόντα και διαμαρτυρόμενο υποδιευθυντή της Ριζαρείου είπε «να μην απελπίζεται γιατί ο Θεός θα τα οικονομήσει τα πράγματα», όπως και πράγματι έγινε στην συνέχεια.
       Μια Κυριακή, μετά την Θεία Λειτουργία, στην εκκλησία της «Χρυσοσπηλιώτισσας» (Αιώλου 60), ο Άγιος αντίκρισε έναν ιερέα με πολύ φθαρμένο το εξώρασό του. Αμέσως, βγάζει το δικό του και το ανταλάσσει με εκείνο το φθαρμένο του φτωχού λευΐτη.
       Άλλη φορά, ένας φτωχός, που μόλις είχε βγει από το νοσοκομείο, κατέφυγε στον Πενταπόλεως και ζητούσε χρήματα για ν’ αγοράσει φάρμακα. Ο Άγιος, μη έχοντας να του δώσει, του πρόσφερε μια καινούργια φορεσιά εσώρουχα που του είχαν χαρίσει, ώστε πουλώντας τα με το αντίτιμό τους, να εξυπηρετηθεί.
       Και αυτό έμμεσα επιβεβαιώνεται από σημείωμα της 16ης Απριλίου 1940, που βρέθηκε στο προσωπικό αρχείο του Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Σωφρονίου, το οποίο αναφέρει πως, συνέβαινε ο Άγιος να μην έχει ακόμη και δεύτερα εσώρουχα και να αναγκάζεται να μένει στο δωμάτιό του ώσπου να πλυθούν και να στεγνώσουν τα υπάρχοντα. Ακόμα, διαπιστώνουμε από επιστολές του πως είχε μονάχα ένα επανωκαλύμμαυχο(*), ενώ υπήρχαν περιπτώσεις που δεν είχε χρήματα ούτε να πληρώσει τα εισιτήριά του για να πάει στην Αίγινα…
       Τελικά, «ένας τέτοιος Αρχιερέας μάς χρειαζόταν! Που να είναι τόσο άγιος, τόσο άκακος και τόσο αψεγάδιαστος (με την αγάπη). Που δίχως να έχει (καμμία σθεναρή και ουσιαστική) σχέση με την ανθρώπινη αμαρτία, κατάφερε και ανέβηκε προς τα ουράνια» (πρβλ. Εβρ. ζ΄ 26) με μια τέτοια θαυμαστή επίγεια πολιτεία. Και, από «εκεί», τώρα και για πάντα, με άπλετη πατρική και ένστοργη αγάπη, να πρεσβεύει ακατάπαυστα στον Μέγα Αρχιερέα και Αρχιποίμενα Χριστό, για όλους εμάς!...

[Σοφοκλή Γ. Δημητρακόπουλου: «Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως – Η πρώτη Αγία Μορφή των καιρών μας (Ιστορική Βιογραφία βασισμένη σε αυθεντικές πηγές)», κεφ. 24ο, σελ. 207–209, Αθήνα 1998.
(*) «Επανωκαλύμμαυχο»: μαύρο κάλυμμα από λεπτό ύφασμα, το οποίο είθισται να τίθεται επάνω στον σκούφο των μοναχών ή στο καλυμμαύχι των ιερομονάχων και να φέρεται αποκλειστικά από τους άγαμους κληρικούς, ως διακριτικό της μοναχικής τους κουράς και ιδιότητας.]

     Όταν ο Άγιος Νεκτάριος (1/10/1846–8/11/1920) έβγαινε από την Ριζάρειο Σχολή –στην οποία, για 14 ολόκληρα χρόνια (1894–1908) διετέλεσε χαρισματικός και αλησμόνητος διευθυντής της– σχεδόν πάντα κυκλοφορούσε ταπεινά και απλά ενδεδυμένος, σαν ένας απλός ιερέας, χωρίς να τον ακολουθεί συνοδεία και χωρίς να φέρει πάνω του κανένα εγκόλπιο (το διακριτικό του βαθμού της αρχιερωσύνης).
     Κάποτε, κάπου εκεί κοντά στην Ριζάρειο Σχολή, συνάντησε τον Άγιο Νεκτάριο, ο μοναχός Νικόδημος από τα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους. Ο Άγιος, χαιρέτησε τον αγιορείτη μοναχό με τον πασίγνωστο αγιορείτικο χαιρετισμό «εὐλογεῖτε!», που ήταν –για τότε τουλάχιστον– εντελώς άγνωστος στους πολλούς. Όπως ήταν φυσικό, απόρησε ο μοναχός και ακολούθησε ο ακόλουθος διάλογος, μεταξύ τους:
     –Πώς γνωρίζετε, πάτερ, το «εὐλογεῖτε»;
     –Κι εγώ, Γέροντα, μοναχός είμαι!
     –Φαίνεστε ότι είστε και παπάς. Πού είστε εφημέριος;
     –Είμαι, εδώ, στον Άγιο Γεώργιο της Ριζαρείου.
     –Ασφαλώς, τότε, θα είστε ο Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Γιατί γνωρίζω καλά ότι αυτός είναι εκεί εφημέριος. Γιατί δεν φέρετε το διακριτικό σας εξωτερικά;
     –Μέσα μας, Γέροντα!... Το πως θα έχουμε τον Χριστό, μέσα μας! Αυτό, έχει σημασία! Τα εξωτερικά, δεν είναι και τόσο απαραίτητα!…, απάντησε με γλυκύτητα και ταπεινοφροσύνη ο Ιεράρχης του Χριστού.

     Η αγάπη, η φιλαδελφία, η φιλανθρωπία, η ελεημοσύνη, η θυσία και το δόσιμο του Αγίου Νεκταρίου προς τον άνθρωπο –τον κάθε άνθρωπο– σε συνδυασμό με την εκούσια πτωχεία, την ένδεια και την ακτημοσύνη, ήταν κάτι το μοναδικό, το απίστευτο και απαράμιλλο! Πολύ ενδεικτικά, αναφέρουμε λίγα θαυμαστά περιστατικά που μας το φανερώνουν αυτό. 



     Κάποια μέρα, αρχές του μήνα, εμφανίστηκε στο γραφείο του Αγίου ένας άγνωστος και ζητούσε 25 δραχμές για να ξοφλήσει ένα γραμμάτιο. Ο Άγιος, του έδωσε τα χρήματα –ήταν όλα κι όλα όσα είχε– και στον συμπαρόντα και διαμαρτυρόμενο υποδιευθυντή της Ριζαρείου είπε «να μην απελπίζεται γιατί ο Θεός θα τα οικονομήσει τα πράγματα», όπως και πράγματι έγινε στην συνέχεια. 

     Μια Κυριακή, μετά την Θεία Λειτουργία, στην εκκλησία της «Χρυσοσπηλιώτισσας» (Αιώλου 60), ο Άγιος αντίκρισε έναν ιερέα με πολύ φθαρμένο το εξώρασό του. Αμέσως, βγάζει το δικό του και το ανταλάσσει με εκείνο το φθαρμένο του φτωχού λευΐτη. 

     Άλλη φορά, ένας φτωχός, που μόλις είχε βγει από το νοσοκομείο, κατέφυγε στον Πενταπόλεως και ζητούσε χρήματα για ν’ αγοράσει φάρμακα. Ο Άγιος, μη έχοντας να του δώσει, του πρόσφερε μια καινούργια φορεσιά εσώρουχα που του είχαν χαρίσει, ώστε πουλώντας τα με το αντίτιμό τους, να εξυπηρετηθεί. 



     Και αυτό έμμεσα επιβεβαιώνεται από σημείωμα της 16ης Απριλίου 1940, που βρέθηκε στο προσωπικό αρχείο του Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Σωφρονίου, το οποίο αναφέρει πως, συνέβαινε ο Άγιος να μην έχει ακόμη και δεύτερα εσώρουχα και να αναγκάζεται να μένει στο δωμάτιό του ώσπου να πλυθούν και να στεγνώσουν τα υπάρχοντα. 

     Ακόμα, διαπιστώνουμε από επιστολές του πως είχε μονάχα ένα επανωκαλύμμαυχο*, ενώ υπήρχαν περιπτώσεις που δεν είχε χρήματα ούτε ακόμη να πληρώσει τα εισιτήριά του για να πάει στην Αίγινα. 

     Τελικά, «ένας τέτοιος Αρχιερέας μάς χρειαζόταν! Που να είναι τόσο άγιος, τόσο άκακος και τόσο αψεγάδιαστος (με την θεϊκή αγάπη). Που δίχως να έχει (καμμία σθεναρή και ουσιαστική) σχέση με την ανθρώπινη αμαρτία, κατάφερε και ανέβηκε προς τα ουράνια» (πρβλ. Εβρ. ζ΄ 26) με μια τέτοια θαυμαστή επίγεια πολιτεία. 
Μια πολιτεία και ζήση γεμάτη δόσιμο, θυσία και αγάπη, φτώχεια, ένδεια και αυταπάρνηση, χάρη και αγιότητα. Και, από «εκεί», τώρα και για πάντα, με άπλετη πατρική και ένστοργη αγάπη, να πρεσβεύει ακατάπαυστα προς τον Μέγα Αρχιερέα και Αρχιποίμενα Χριστό, για όλα και για όλους μας!... 


[Σοφοκλή Γ. Δημητρακόπουλου:
«Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως·
Η πρώτη Αγία Μορφή των καιρών μας
(Ιστορική Βιογραφία βασισμένη σε αυθεντικές πηγές)»,
κεφ. 24ο, σελ. 207–209, Αθήνα (ημερ. προλόγου: Ιούνιος) 1998·
*«Επανωκαλύμμαυχο»:
μαύρο κάλυμμα από λεπτό ύφασμα,
το οποίο είθισται να τίθεται επάνω
στον σκούφο των μοναχών
ή στο καλυμμαύχι των ιερομονάχων
ως διακριτικό της μοναχικής τους κουράς και ιδιότητας.]