Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 27 Απριλίου 2019

ΜΠΡΟΣΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΕΠΙΤΑΦΙΟ


ΜΠΡΟΣΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΕΠΙΤΑΦΙΟ


     «Τι νά ’ναι αυτό πάλι; Γιατί τόση σιγή πάνω στη γη; Πολλή σιγή και ηρεμία! Σιγή πολλή, γιατί κοιμάται ο Βασιλιάς. Φοβήθηκε η γη και ησύχασε, γιατί ύπνωσε κατά σάρκα ο Θεός. Πέθανε κατ’ άνθρωπον ο Θεός και σκιάχτηκε ο άδης. Κοιμήθηκε για λίγο κι ανέστησε μέσα απ’ τον άδη όσους για αιώνες ήσαν υπνούντες σ’ αυτόν» (Άγιος Επιφάνιος).

     Παρατηρούσα σήμερα το εσπέρας της Μεγάλης Παρασκευής ένα πολύ εκφραστικό σε ύφασμα «Επιτάφιο Θρήνο»: Πώς ζωντάνευε το μεγαλείο της υπερούσιας Θυσίας Σου! Μου ήταν αδύνατο να Σε βλέπω νεκρό, απλωμένο, γυμνό, χωρίς οδυρμούς δακρύων. Έσπασαν τα γόνατά μου αθέλητα και μέσα σε αναφιλητά αγάπης και λατρείας θυμήθηκα το δοξαστικό της Μεγάλης Παρασκευής, το θρηνητικό και δοξολογικό μαζί, το θείο και το ανθρώπινο.

     Αισθανόμουν, Ιησού μου, ότι βρισκόμουν κι εγώ μαζί με την Παναγία Μητέρα Σου και τον Μαθητή που αγαπούσες, μαζί με τον Ιωσήφ τον από Αριμαθαίας, μαζί με τον Νικόδημο που ήρθε τη νύχτα και μαζί με τις άγιες εκείνες γυναίκες που θεωρούσαν από μακριά τη Σταύρωσή Σου, όλοι, όπως ακριβώς ήταν ζωγραφισμένοι στην Εικόνα του Επιταφίου. Και για μια στιγμή νόμισα ότι βαστούσα κι εγώ τη σινδόνα επάνω από το κενό μνημείο, μαζί με τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, όπως ήταν έτοιμοι να απωθήσουν το άχραντο Σώμα Σου.

     Ζούσα τα γεγονότα με τόση ενάργεια, ώστε γονατιστός ν’ απαγγέλω αργά το γλυκύτατο αυτό δοξαστικό, που έδινε διέξοδο στις σκέψεις και τα συναισθήματά μου, μυώντας με στο θεολογικό περιεχόμενο της ώρας εκείνης. Το περιεχόμενό του ήταν σταυροαναστάσιμο. Γι’ αυτό και χαροποιό το πένθος μου…

     «Εσένα, που σα ρούχο ντύνεσαι το φως, ο Νικόδημος μαζί με τον Ιωσήφ, Σε κατέβασε από το Ξύλο του Σταυρού και, βλέποντάς Σε νεκρό, γυμνό, άταφο, θρηνούσε με συμπόνια και με συγκίνηση κι έλεγε με σπαραγμό και οδύνη:


     “Αλίμονο, γλυκύτατε Ιησού μου! [...] Πώς να Σε κηδεύσω, Θεέ μου; Πώς να Σε τυλίξω με τη σινδόνα;! Ποιά άσματα να πω στην εξόδιό Σου, Οικτίρμων; Μεγαλύνω τα Πάθη Σου, υμνολογώ την Ταφή και την Ανάστασή Σου, κράζοντας· Κύριε δόξα Σοι!”».

     Πώς, χωρίς κλαυθμούς αγάπης και ευγνωμοσύνης· πώς, χωρίς θαυμασμό και δοξολογικά σκιρτήματα της καρδιάς· πώς, χωρίς νοερές αγαλλιάσεις, να θυμηθώ το υπερευλογημένο Μέγα Σάββατο, που κατέπαυσες από τα έργα Σου, ακατάληπτε βυθέ του ελέους, Ιησού;

     Τι θείες αντιθέσεις, ποιές υπερφυσικής τάξεως αντινομίες εκφράζουν τα ακατανόητα μυστήρια της θεϊκής Οικονομίας Σου, ακατάληπτε Χριστέ μου! Ολόκληρη η θεανδρική Σου υπόσταση στον χοϊκό Τάφο!
Λοιπόν, «τίς λαλήσει τὰς δυναστείας Σου, Χριστέ»;

     Μάλλον δε, «σιγησάτω πᾶσα σᾶρξ βροτεῖα». Σήμερα απαιτείται τελεία σιωπή.

     Εσύ, ο Δημιουργός όλων των κόσμων, σήμερα κατέπαυσες το ανακαινιστικό και αναγεννητικό έργο Σου. Και αναπαύεσαι, Βασιλιά των Ουρανών, ζωαρχικώτατε Χριστέ, ωράθης ως νεκρός. Εσύ, που ήσουν και είσαι αχώριστος από τον Πατέρα και το Πνεύμα, όταν το άσπιλο Σώμα Σου ήταν στον Τάφο και η ψυχή Σου στον άδη, «κατάστικτος τοῖς μώλωψι καὶ πανσθενουργός».

     Κύριέ μου Ιησού, μόνο Εσύ υπερέβης κάθε όριο αγάπης. Αφού αξιολόγησες την αγάπη Σου στα πλάσματά Σου με το μέτρο της άφατης Θυσίας Σου. Όχι μόνο υπέρ των φίλων Σου, αλλά και υπέρ των εχθρών Σου. Αλλά και τι Θυσίας! Ασύλληπτης και απερίγραπτης σε ψυχικές και σωματικές αλγηδόνες. Την οποία υπέμεινες μόνο και μόνο από αγάπη. Για να μας χαρίσεις, μαζί με τη θέωση, την ατελεύτητη μακαριότητα κοντά Σου.

     Γλυκύτατε Χριστέ μου, χάριζέ μου δάκρυα για να Σε βλέπω όπως είσαι!...

«ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ»
ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ


[ «Χριστοκεντρικές εμπειρίες
ενός Ερημίτου»
(Επιμέλεια
Μοναχού Θεοκλήτου
Διονυσιάτου)·
§50–§51, σελ. 88–91,
υποσ. 61, σελ. 154,
Εκδόσεις «Αστήρ»·
Αθήνα, Σεπτέμβριος 1991.
Α΄ Δημοσίευση:
Μ. Σάββατο 19 Απριλίου 2014.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 23 Απριλίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ


     Ο μέγας και θαυμαστός αθλητής του Χριστού Γεώργιος ήταν γόνος πλούσιας και υψηλά ιστάμενης οικογένειας της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του, Γερόντιος, εκοιμήθη όταν ο Γεώργιος ήταν δέκα ετών και η μητέρα του, Πολυχρονία, που είχε ασπασθεί τον χριστιανισμό εν αγνοία του συζύγου της, επέστρεψε στη γενέτειρά της Παλαιστίνη και ανέθρεψε τον νεαρό γιο της με τις ευαγγελικές αρετές. Προικισμένος με εύμορφο παρουσιαστικό, ευφυΐα και τρόπους ευγενικούς, ο Γεώργιος κατατάχθηκε στον στρατό σε ηλικία δεκαοκτώ ετών. Ευαρέστησε τους αξιωματικούς του και σύντομα ανήλθε στο αξίωμα του τριβούνου της αυτοκρατορικής φρουράς και κατόπιν, όπως φαίνεται, σε εκείνου του στρατηλάτου (επάρχου).


     Επιστρέφοντας στην Καππαδοκία μετά από μία νικηφόρα εκστρατεία, πέρασε από την περιοχή της Αττάλειας στην Παμφυλία, όπου έσωσε από βέβαιο και αναπόδραστο θάνατο την κόρη του βασιλέα, την οποία είχαν αφήσει βορά σ’ έναν φοβερό δράκοντα, και σκότωσε το θηρίο με την υπερφυσική δύναμη που αντλούσε από την πίστη του. Θαυμάζοντας την ισχύ που χαρίζει ο Χριστός στους πιστούς Του ενάντια στη δύναμη των δαιμόνων, οι ειδωλολάτρες της περιοχής ασπάσθηκαν όλοι τον Χριστιανισμό. Και παρότι δεν αναφέρεται αυτό στα πλέον αρχαία Μαρτύρια, το θαύμα αυτό κατέστη η πλέον γνωστή εικονογραφική παράσταση του αγίου Γεωργίου.


     Την εποχή του μεγάλου διωγμού που είχε εξαπολύσει ο Διοκλητιανός (περί το 304), ο αυτοκράτορας συνεκάλεσε στη Νικομήδεια όλους τους επάρχους της Ανατολής για να τους ανακοινώσει τα διατάγματά του κατά των χριστιανών. Ο άγιος Γεώργιος ένιωσε ότι είχε φθάσει η στιγμή να ομολογήσει δημοσίως τον Χριστό. Μοίρασε τα υπάρχοντά του στους πτωχούς, απελευθέρωσε τους δούλους του και παρουσιάστηκε στην αυλή. Στάθηκε στο μέσον της συνέλευσης και στηλίτευσε τον αυτοκράτορα λέγοντας ότι άδικα σφαγιάζει τους αθώους χριστιανούς. Κατάπληκτος ο Διοκλητιανός, έδωσε εντολή στον υπασπιστή του Μαγνέντιο να ανακρίνει τον αυθάδη και τολμητία αξιωματικό. Στις ερωτήσεις του υπασπιστή ο Γεώργιος απάντησε ότι ήταν δούλος του Χριστού, του μόνου αληθινού Θεού, και ότι ήλθε άφοβα να ελέγξει τον αυτοκράτορα εμπιστευόμενος την ακαταμάχητη δύναμη του Θεού του. Όταν συνήλθε από την κατάπληξη ο Διοκλητιανός, φοβούμενος την αναστάτωση της συνέλευσης, πρότεινε στον Γεώργιο τιμές και αξιώματα αν δεχόταν να προσφέρει θυσία στους θεούς της αυτοκρατορίας. Ο Γεώργιος αποκρίθηκε: «Η βασιλεία σου ταχέως φθείρεται και αφανίζεται, χωρίς να σου δώσει κανένα όφελος· όσοι όμως προσφέρουν θυσία αινέσεως προς τον Βασιλέα των Ουρανών, θα βασιλεύσουν μαζί Του αιωνίως».


     Διέταξε τότε ο ηγεμόνας τους στρατιώτες της φρουράς να λογχίσουν τον άγιο στην κοιλιακή χώρα. Άφθονο άρχισε τότε να τρέχει το αίμα του καλλίνικου Μάρτυρος· όμως αμέσως μετά τα πρώτα πλήγματα, οι λόγχες στράβωσαν σαν να ήταν από κερί. Έριξαν τότε τον στρατιώτη του Χριστού στη φυλακή με μια βαριά πέτρα δεμένη επάνω στο στέρνο του. Την επαύριο προσήγαγαν εκ νέου ενώπιον του τυράννου τον άγιο, ο οποίος επέδειξε το ίδιο ακλόνητο φρόνημα. Τον έδεσαν τότε σ’ έναν τροχό που κρεμόταν πάνω από μια σανίδα στην οποία ήταν προσαρμοσμένα μαχαίρια και, κάθε φορά που περιστρεφόταν ο τροχός, τα μαχαίρια κατέκοπταν το σώμα του αγίου. Ξεπερνώντας τον πόνο χάρις στην αγάπη του Θεού που ανέβλυζε άφθονη μέσα του, ο άγιος Γεώργιος δεν έπαυσε να δοξάζει τον Κύριο. Φωνή ακούστηκε τότε εξ ουρανού να λέει: «Μη φοβάσαι, Γεώργιε, είμαι μαζί σου!»· και κατήλθε Άγγελος, ενδεδυμένος μανδύα λευκό πιο απαστράπτοντα από τον ήλιο, ο οποίος έλυσε τον άγιο από τον τροχό και θεράπευσε τις πληγές του.


     Όταν ο Γεώργιος παρουσιάστηκε σώος και αβλαβής ενώπιον του τυράννου, δύο αξιωματικοί της φρουράς, οι στρατηλάτες Ανατόλιος και Πρωτολέων, ομολόγησαν μεγαλοφώνως τον Χριστό. Αποκεφαλίστηκαν επί τόπου. Η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα [21 Απρ.] διακήρυξε κι εκείνη ότι ήταν χριστιανή και ο Μαγνέντιος την υποχρέωσε πάραυτα να αποσυρθεί στο ανάκτορο.


     Έριξαν τότε τον άγιο σε λάκκο γεμάτο ασβέστη, ώστε να λιώσει όλο το σώμα του και να μη μείνει ούτε ένα οστό. Όπως όμως οι Τρεις Παίδες στην κάμινο της Βαβυλώνας, ο άγιος εξήλθε μετά από τρεις ημέρες ανέπαφος και το πλήθος τον επευφημούσε φωνάζοντας: «Μέγας ο Θεός του Γεωργίου!».


     Αναίσθητος μπροστά σε όλες αυτές τις εκφάνσεις της εκπληκτικής δυνάμεως του Χριστού, ο τύραννος διέταξε τότε να φορέσουν στον άγιο υποδήματα που είχαν στο εσωτερικό τους πυρακτωμένα καρφιά και να τον αναγκάσουν να περπατήσει με αυτά. «Τρέχα, Γεώργιε, προς τον ποθητό σου Κύριο!» φώναξε ο άγιος επικαλούμενος τη βοήθεια του Χριστού. Και για μια ακόμη φορά παρουσιάστηκε ενώπιον του Διοκλητιανού σώος ακτινοβολώντας χάρη Ουρανού.


     Με τη δύναμη του Θεού, ο Γεώργιος διατηρήθηκε αβλαβής και άτρωτος από το δηλητήριο που του ετοίμασε ένας μάγος ονόματι Αθανάσιος. Καθώς ο Αθανάσιος και οι ομότεχνοί του εξακολουθούσαν να μην πιστεύουν και νόμιζαν ότι ο Γεώργιος χρησιμοποιούσε κάποιο μαγικό τέχνασμα, του ζήτησαν να αναστήσει έναν νεκρό για να αποδειχθεί περίτρανα η δύναμη του Θεού του. Εκεί κοντά βρισκόταν ένας ειδωλολατρικός τάφος και ο άγιος πράγματι ανέστησε τον νεκρό που είχε ταφεί εκεί πριν από τριακόσια χρόνια, ο οποίος αμέσως προσκύνησε τον Γεώργιο διακηρύσσοντας ότι η προσευχή του αγίου τον έβγαλε από την κόλαση και ομολόγησε κι αυτός τον Χριστό. Ο μάγος Αθανάσιος προσέπεσε τότε στα πόδια του δούλου του Θεού, ζήτησε συγχώρεση και ομολόγησε με τη σειρά του την αληθή Πίστη. Έξαλλος από θυμό ο Διοκλητιανός, διέταξε να αποκεφαλίσουν επί τόπου τον μάγο αλλά και τον αναστηθέντα.


     Πολλοί από εκείνους που πίστευσαν στον Χριστό μετά τα θαύματα του αγίου Γεωργίου βρήκαν τρόπο να τον επισκεφθούν στη φυλακή για να κατηχηθούν στην αλήθεια του Ευαγγελίου ή να βρουν με την προσευχή του τη θεραπεία των δεινών τους. Ο άγιος συμπόνεσε τον καθένα και ανέστησε μάλιστα το βόδι του Γλυκερίου, ενός απλού χωρικού γεωργού ο οποίος κατόπιν συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε χωρίς ανάκριση και δίκη.


     Την επομένη, ο Διοκλητιανός διέταξε να φέρουν τον Γεώργιο στο ιερό του Απόλλωνα, ενώ μέγα πλήθος συγκεντρώθηκε εκεί. Υποκρινόμενος ότι ήταν έτοιμος να προσφέρει θυσία, ο μάρτυς εισήλθε στο ιερό, στάθηκε μπροστά στο είδωλο και έκανε το σημείο του Σταυρού. Τότε οι δαίμονες που ενοικούσαν στο είδωλο ομολόγησαν με τρόμο ότι ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και εξήλθαν με μανιώδη βοή και με γοερές κραυγές, ενώ τα υπόλοιπα είδωλα κατέπεσαν και συνετρίβησαν με πάταγο. Οι ιερείς των ειδώλων και οι εθνικοί έδιωξαν τότε τον άγιο με αλαλαγμούς και τον πήγαν στο ανάκτορο. Ακούγοντας την οχλαγωγία η αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα, βγήκε έξω, διέσχισε τον όχλο λέγοντας μεγαλοφώνως: «Θεέ του Γεωργίου, βοήθει μοι!» και προσέπεσε με δέος στα πόδια του αγίου. Μη μπορώντας πλέον να συγκρατήσει τη μανία του ο τύραννος, σκληρόκαρδος όπως άλλοτε ο Φαραώ, διέταξε να τους αποκεφαλίσουν και τους δύο. Την παραμονή όμως της θανάτωσης, η Αλεξάνδρα παρέδωσε ειρηνικά τη ψυχή της στον Κύριο μέσα στη φυλακή όπου βρισκόταν.


     Ο άγιος Γεώργιος έφθασε στον τόπο της θανάτωσης ακολουθούμενος από μεγάλο πλήθος κόσμου. Ευχαρίστησε τον Θεό για όλες τις ευεργεσίες Του, ζήτησε τη βοήθειά Του υπέρ εκείνων που θα επικαλούνταν με πίστη το όνομά του ανά τους αιώνες και κατόπιν έκλινε τον αυχένα κάτω από το ξίφος και ανήλθε στους ουρανούς για να λάβει τα τρόπαια της αιώνιας δόξης.


     Σύμφωνα με την εντολή του αγίου, ο δούλος του μετέφερε κατόπιν το τίμιο λείψανο στην πατρίδα του, στη Λύδδα (Διόσπολη) της Παλαιστίνης [3 Νοεμ.], όπου αναρίθμητα θαύματα επιτελέστηκαν στον μεγάλο ναό που ανηγέρθη προς τιμήν του.


     Η τιμή του αγίου Γεωργίου γνώρισε μεγάλη εξάπλωση σε όλη την χριστιανοσύνη, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Τιμάται ως πολιούχος προστάτης χωρών όπως η Γεωργία και η Αγγλία, χιλιάδες ναοί είναι αφιερωμένοι στη μνήμη του και κάθε χριστιανική ψυχή διαβλέπει στον άγιο τη δυναμική ενσάρκωση των αρετών της γενναιότητας, της ανδρείας, της καρτερικότητας, του θείου πόθου προς τον Χριστό και της πλήρους εμπιστοσύνης στη βοήθεια της θείας Χάριτος που συνιστά ο Κύριος σε όλους τους στρατιώτες και τους αγωνιστές της ευσεβείας.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄.
ς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής, καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Μαρτύρων τὸ κλέος, καὶ λαμπρὸν ἀκροθίνιον, τῶν καινῶν τροπαίων τὴν στήλην, καὶ ὁπλίτην περίδοξον, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις ἱεροῖς, Γεώργιον τὸν μέγαν Ἀθλητήν· σελαγίζει γὰρ τοῖς θαύμασι πᾶσαν γῆν, καὶ σώζει τοὺς κραυγάζοντας· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ μεγαλύναντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, ξένα θαυμάσια.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Τῆς Ἀνακομιδῆς τοῦ Ἁγίου.
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
ς ἥλιος ἔμψυχος, τῇ σῇ ἀθλήσει φανείς, θεσμῷ ἔδυς φύσεως, ἀλλ’ ἀνατέλλεις ἐκ γῆς, διὰ τῶν λειψάνων σου, ὅλος λελαμπρυσμένος, τῇ τοῦ Πνεύματος αἴγλῃ, ἐκλάμπων τῇ οἰκουμένῃ, ἰαμάτων ἀκτίνας, Γεώργιε μεγάλαθλε, πιστῶν ἡ ἀντίληψις.


—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Γεωργηθεὶς ὑπὸ Θεοῦ ἀνεδείχθης, τῆς εὐσεβείας γεωργὸς τιμιώτατος, τῶν ἀρετῶν τὰ δράγματα συλλέξας σεαυτῷ· σπείρας γὰρ ἐν δάκρυσιν, εὐφροσύνῃ θερίζεις· ἀθλήσας δὲ δι’ αἵματος, τὸν Χριστὸν ἐκομίσω· καὶ ταῖς πρεσβείαις Ἅγιε ταῖς σαῖς, πᾶσι παρέχεις, πταισμάτων συγχώρησιν.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
      ς τῶν Μαρτύρων ταξιάρχην καὶ ἀκρέμονα
      Καὶ Ἐκκλησίας ἀκατάσειστον θεμέλιον
      Μακαρίζομέν σε πόθῳ Τροπαιοφόρε
      Ἀλλ’ ὡς μέγας ἀρωγὸς ἡμῶν καὶ πρόβολος
      Ἐν παντὶ ἀντιλαβοῦ καὶ ὑπεράσπισον
      Τῶν βοώντων σοι· χαίροις Μάρτυς Γεώργιε.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
      Τῇ ὑπερμάχῳ καὶ ταχείᾳ ἀντιλήψει σου
      Προσπεφευγότες οἱ πιστοὶ καθικετεύομεν
      Λυτρωθῆναι διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἀθλοφόρε
      Τῶν σκανδάλων τοῦ ἐχθροῦ καὶ πάσης θλίψεως
      Καὶ παντοίων συμφορῶν καὶ περιστάσεως
      Τοὺς βοῶντάς σοι· χαίροις Μάρτυς Γεώργιε.


—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Μέγας ἐν ἀθλήσει ἀναδειχθείς, ὡς Τροπαιφόρος, καὶ ἐν θαύμασιν εὐκλεής, μέγας ἀντιλήπτωρ, τῆς Ἐκκλησίας ὤφθης, Γεώργιε παμμάκαρ, Μαρτύρων καύχημα.

—ΕΤΕΡΟΝ ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Φρούρει τοὺς τιμῶντας σε Ἀθλητά, καὶ εὐσεβοφρόνως, προσκυνοῦντας τὴν σὴν μορφήν· καὶ ῥῦσαι κινδύνων, καὶ πάσης ἄλλης βλάβης, Γεώργιε τρισμάκαρ, ταῖς ἱκεσίαις σου.

—ΕΤΕΡΟΝ ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Πόθῳ ἑορτάσωμεν ἀδελφοί, τὴν φωσφόρον μνήμην, Γεωργίου τοῦ Ἀθλητοῦ, καὶ στέψωμεν τοῦτον, τοῦ ἔαρος τοῖς ἴοις, ἵνα ἀξιωθῶμεν, τῆς θείας χάριτος.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 8ος (Απρίλιος),
σελ. 213–218.
Θεώρηση κειμένου
και διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20071.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.


Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ


«ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ»


–Τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου Ὀλύμπου–
(Ἀποσπάσματα)

γνεύω γιὰ χάρη δική Σου
καὶ κρατώντας λαμπάδες φωτεινές,
Νυμφίε, Σὲ ὑποδέχομαι.

Παρθένες
ἦρθ’ ὁ ἀντίλαλος
ἀπὸ ψηλὰ
ποὺ ξυπνάει νεκροὺς
καὶ ποὺ λέει
νὰ ὑποδεχτοῦμε
ὅλες μαζὶ
τὸν Νυμφίο
μὲ λευκὲς στολὲς
καὶ λαμπάδες
στραμμένες
στὴν ἀνατολή.
Σηκωθεῖτε
πρὶν φθάσει
νὰ τρέξουμε
νὰ μποῦμε
μέσ’ ἀπ’ τὶς πόρτες
τοῦ Βασιληᾶ.

ρθα,
ἀφοῦ ξέφυγα,
Μακάριε,
τοὺς μύριους δόλους
τοῦ δράκοντα
ποὺ θέλγουν.
Ὑπόφερα δὲ
καὶ τὴν φλόγα
τῆς φωτιᾶς
καὶ τὶς ὁρμὲς
τῶν ἀνήμερων θηρίων,
ποὺ φθείρουν
τοὺς θνητούς,
καθὼς Σὲ περίμενα
ἀπ’ τὸν οὐρανό.

Ξέχασα τὴν πατρίδα,
Λόγε,
καθὼς ποθοῦσα
τὴν δική Σου Χάρη,
ξέχασα τοὺς χοροὺς
τῶν συνομιλήκων
παρθένων,
ξέχασα
τὴν μητρικὴ καύχηση,
τὴν ὑπερηφάνεια
τοῦ γένους.
Ὅλ’ αὐτὰ
γιὰ μένα,
Χριστέ μου,
εἶσαι Σύ.

Σύ, Χριστέ μου,
εἶσαι
ὁ χορηγὸς τῆς ζωῆς.
Χαῖρε φῶς
ἀνέσπερο.
Δέξου
τὴν κραυγὴ τούτη.
Χορὸς παρθένων
Σὲ προσφωνεῖ,
Λόγε,
τέλειο ἄνθος,
ἀγάπη,
χαρά,
φρόνηση,
σοφία.

Θρηνοῦν τώρα
πικρὰ
οἱ κόρες,
ποὺ ἀναστενάζουν
βαρειὰ
ἔξω ἀπ’ τὶς πύλες
τοῦ Νυμφῶνα
καὶ φωνάζουν
λυπητερὰ
γιατὶ
σὰν ἔσβησε
τὸ φῶς
τῶν λαμπάδων τους,
δὲν πρόκαναν
νὰ δοῦν
τὸ ἐσωτερικὸ
τοῦ Σπιτιοῦ τῆς χαρᾶς.

γνεύω γιὰ χάρη δική Σου
καὶ κρατώντας λαμπάδες φωτεινές,
Νυμφίε, Σὲ ὑποδέχομαι.


Γιατί
σὰν ξεστράτισαν
ἀπ’ τὸν ἱερὸ δρόμο
καὶ πῆραν
τὰ μονοπάτια
τῆς πρόσκαιρης ζωῆς,
ἀμέλησαν πιὰ
νὰ πάρουν
λάδι
μαζί τους.
Καὶ
κρατώντας λαμπάδες
νεκρωμένες
ἀπ’ τὴν φλογερὴ φωτιὰ
στενάζουν
μέσα τους
βαθειά.

Κρατῆρες
γεμᾶτοι
ἀπὸ νέκταρ γλυκὺ
βρίσκονται
μπροστά μας.
Ἂς πίνουμε.
Εἶν’ οὐράνιο ποτό,
παρθένες,
τοῦτο,
ποὺ πρόσφερε
ὁ Νυμφίος,
σὲ ’κείνους,
ποὺ ἄξια
προσκλήθηκαν
στὸν Γάμο.

φυγε
ἡ φθορὰ
κι’ οἱ πόνοι
τῆς ἀρρώστιας
ποὺ κάνουν
νὰ στάζουν
τὰ δάκρυα.
Ὁ θάνατος
ἀφαρπάστηκε.
Χάθηκε
κάθε ἀφροσύνη.
Πέθανε ἡ λύπη
ποὺ τρώει
τὰ σωθικὰ
κι’ ἔλαμψε
πάλι
ξαφνικὰ
στοὺς θνητοὺς
ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ.

ποστερημένος
δὲν εἶναι
πιὰ
ὁ παράδεισος
τῶν θνητῶν,
γιατὶ ξανὰ
μὲ ἐντολὴ θεία,
σὰν καὶ πρὶν
κατοικεῖ
σ’ αὐτόν,
Μακάριε,
ἄφθαρτος
κι’ ἄφοβος
ὁ ἄνθρωπος,
ποὺ ἔπεσε
μὲ τὶς
ποικίλες τέχνες
τοῦ δράκοντα.

Μακάριε,
Σὺ
ποὺ
κατοικεῖς
στὸν ἄχραντο θρόνο
τ’ οὐρανοῦ·
Ἄναρχε,
Σὺ
ποὺ συναρμόζεις
τὰ πάντα
μὲ τὴν αἰώνια δύναμη,
ἤρθαμε,
δέξου μας,
μαζὶ
μὲ τὸν Υἱό Σου,
Πατέρα,
κι’ ἐμᾶς
μέσ’ ἀπ’ τὶς Πῦλες
τῆς Ζωῆς.

γνεύω γιὰ χάρη δική Σου
καὶ κρατώντας λαμπάδες φωτεινές,
Νυμφίε, Σὲ ὑποδέχομαι.

ΑΓΙΟΣ ΜΕΘΟΔΙΟΣ ΟΛΥΜΠΟΥ
(†311 μ.Χ.)


[ Μητροπολίτου
Ἀττικῆς & Μεγαρίδος
Νικοδήμου Γκατζιρούλη
(1927–2013):
«Καταφιλήσω…»
(Δοκίμια
γιὰ τὸν Ὀρθόδοξο Μοναχισμό)·
Κεφ. 12ο, σελ. 191–207.
Ἐκδόσεις «Σπορά»·
Ἀθήνα 1992.
Ἐπιμέλεια ἀνάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Ἐπιτρέπεται ἡ ἀναδημοσίευση
τῶν ἀναρτήσεων ἀπὸ τὸ «Εἰλητάριον»,
ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρεται ἀπαραίτητα
ὡς πηγὴ προέλευσης.