Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δοκίμια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Μαΐου 2018

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΪ ΡΟΥΜΠΛΙΩΦ


ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΪ ΡΟΥΜΠΛΙΩΦ


     Στα 1515, ο Καθεδρικός Ναός της Αναλήψεως του Χριστού στη Μόσχα μόλις είχε διακοσμηθεί με εικόνες λαμπρές, εκτελεσμένες από τους μαθητές του μεγάλου διδασκάλου Αντρέϊ Ρουμπλιώφ (1360–1430).

     Όταν ο μητροπολίτης, οι επίσκοποι και οι πιστοί μπήκαν σ’ αυτόν τον Ναό, όλοι, με μια φωνή ανέκραξαν: «Αληθινά, ανοίγονται οι ουρανοί και παρουσιάζονται οι λαμπρότητες του Θεού!».

     Κατανοούμε απόλυτα αυτό το αίσθημα εμπρός στην εικόνα των εικόνων, την εικόνα της Αγίας Τριάδος, εκτελεσμένη στα 1425 από τον μοναχό Αντρέϊ Ρουμπλιώφ. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι, δεν υπάρχει τίποτε παρόμοιο ως προς τη δύναμη της θεολογικής συνθέσεως, τον πλούτο του συμβολισμού και την άφθαστη καλλιτεχνική ωραιότητα.

     Το αφημένο χέρι του αγγέλου προς τα δεξιά μας, δείχνει την κατεύθυνση της ευλογίας, τον κόσμο· φαίνεται να σκέπει, να προστατεύει, (να συμβάλλει μυστικά στην ελεύθερη ανάπτυξή του, να επωάζει και) να «κλωσσᾷ» (κατά την έκφραση της βιβλικής διήγησης για τη δημιουργία). Πάνω από το ορθογώνιο του κόσμου το χέρι αυτό μοιάζει με τα απλωμένα φτερά της αγνής περιστεράς.

     Η γλυκύτητα των γραμμών αυτού του, προς τα δεξιά μας, αγγέλου, έχει κάτι το μητρικό. Είναι η «Παρηγορία», ο Παράκλητος· αλλά είναι και το Πνεύμα, το Πνεύμα της Ζωής. Είναι Αυτός που δίδει τη ζωή και στον Οποίο κάθε ζωή έχει την αρχή της. Είναι ο τρίτος όρος της θείας Αγάπης, το πνεύμα της Αγάπης. Η στάση του είναι διαφορετική από τη στάση των δύο άλλων αγγέλων. Με την κλίση και την ορμή όλου του είναι του βρίσκεται ανάμεσα στον Πατέρα και τον Υιό· είναι το πνεύμα της κοινωνίας και της «περιχωρήσεως».


     Τούτο δείχνει καθαρά από το πόσο αξιοσημείωτο γεγονός ότι η κίνηση ξεκινά από αυτόν τον άγγελο. Μέσα από τη δική Του πνοή ο Πατήρ μετακινείται προς τον Υιό, ο Υιός δέχεται τον Πατέρα και ο Λόγος αντηχεί. Όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «με το Άγιο Πνεύμα αναγνωρίζουμε τον Υιό, τον Υιό του Θεού· και με τον Υιό θεωρούμε τον Πατέρα». Και, κατά τα Θεοφάνεια (Ματθ. 3, 16· Μάρκ. 1, 10· Λουκ. 3, 22· Ιωάν. 1, 32), μέσα στην κίνηση της Περιστεράς φέρεται ο Πατήρ προς τον Υιό.

     Τα χρώματα στην αγιογραφία έχουν τη δική τους γλώσσα. Το βαθύ πορφυρό (η θεία αγάπη) και το πυκνό γαλάζιο (η ουράνια αλήθεια) με το αστραφτερό χρυσάφι των πτερύγων (η θεία αφθονία), σχηματίζουν την τέλεια συγχορδία που συνεχίζεται και ξαναβρίσκεται με μια τονικότητα γλυκύτερη, σαν μια αποκάλυψη μαλακότερη, τη μύηση κατά βαθμίδες: ελαφρό ρόδινο και μενεξεδί αριστερά μας, γλυκύτερο γαλάζιο και ασημί πράσινο δεξιά μας. Το χρυσάφι των θρόνων, της θείας Καθέδρας, εκφράζεται για την υπεραφθονία της ζωής του Θεού.

     Έτσι, ο Πατήρ, απρόσιτος μέσα στην πυκνότητα των χρωμάτων Του, μέσα στα ερέβη του φωτός Του, αποκαλύπτεται γλυκύτερος και προσιτός μέσα στη φωτεινή νεφέλη του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Από μακριά η σύνθεση αυτή δίδει την εντύπωση μιας φλόγας γαλάζιας και κόκκινης. Όλα είναι φλόγα μέσα στον λαμπερό αέρα του Μεσημεριού: «Όποιος είναι κοντά σε Μένα, είναι κοντά στην φωτιά».

     Το χέρι του Πατρός, καθώς απλώνεται πάνω από το Ποτήριον (Ματθ. 26, 27· Μάρκ. 14, 23· Λουκ. 22, 17· Ιωάν. 18, 11), κρατεί την αρχή και το τέλος. Το «εσφαγμένο» Αρνίον «από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος» (Αποκ. 13, 8), το Αρνίον που είναι «ο ναός της νέας Ιερουσαλήμ» (Αποκ. 21, 22), ο Μυστικός Δείπνος του Χριστού και η υπόσχεσή Του να πιεί τον καρπό της Αμπέλου στη Βασιλεία του Πατρός Του (Ματθ. 26, 29), εγκλείουν τον χρόνο μέσα στην αιωνιότητα. Το Ποτήριον ακτινοβολεί μέσα στη λαμπρότητα του Λόγου που εκπέμπει όλα τα χρώματα της Αληθείας· είναι η ακτινοβολία της θείας καρδίας, το αμοιβαίο δώρημα των τριών θείων Προσώπων.


     Από την εικόνα αναδίδεται ένα ισχυρό κάλεσμα· «όλοι να γίνουν ένα, όπως ένα είμαστε κι Εμείς» (Ιωάν. 17, 21). Ο άνθρωπος υπάρχει κατ’ εικόνα του Τριαδικού Θεού· η Εκκλησία–κοινωνία είναι εγγεγραμμένη μέσα στην φύση του ως η υπέρτατη αλήθειά του. Όλοι οι άνθρωποι έχουν κληθεί να ενωθούν γύρω από το ίδιο και μοναδικό Ποτήριον (Α΄ Κορ. 10, 15, 21 και 11, 25–28), ν’ ανυψωθούν στο ύψος της θείας καρδίας και να λάβουν μέρος στο Μεσσιανικό Δείπνο (Λουκ. 14, 16–24· Αποκ. 19, 9, 17), να γίνουν ένας μόνος Ναός–Αρνίον. «Αυτή είναι η αιώνια ζωή· το να γνωρίσουν οι άνθρωποι Εσένα, τον μόνο αληθινό Θεό, αλλά και Αυτόν που Εσύ απέστειλες προς αυτούς, τον Ιησού Χριστό» (Ιωάν. 17, 3).

     Το όραμα τελειώνει σε αυτόν τον εσχατολογικό φθόγγο: είναι η πρόγευση της Βασιλείας των Ουρανών. Το όραμα περιρραίνεται ολάκερο από φως που δεν είναι του κόσμου τούτου (πρβλ. Ιωάν. 17, 14). Τέλος, περιρραίνεται ολάκερο και από μια χαρά αγνή, ανιδιοτελή, από μια χαρά θεία (Ιωάν. 15, 11· 16, 21–24· Α΄ Ιωάν. 1, 4). Από το απλό γεγονός ότι η Τριάς υπάρχει. Ότι έχουμε αγαπηθεί από Αυτήν και ότι όλα είναι Χάρη. Η έκπληξη αναβλύζει απ’ τη ψυχή, μέσ’ απ’ τη σιγή της. Οι μυστικοί δεν μιλούν ποτέ για την κορυφή· μόνο η σιωπή την αποκαλύπτει.

ΠΑΥΛΟΣ ΕΥΔΟΚΙΜΩΦ
(1901–1970)


Παύλου Ευδοκίμωφ:
«Ορθοδοξία»,
μέρος 4ο, κεφ. β΄, §11,
σελ. 314, 320–321·
Εκδόσεις Βασ. Ρηγοπούλου,
Θεσ/νίκη 1972.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός.
Α΄ δημοσίευση:
Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014.






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2017

Η ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ ΕΚΒΑΛΛΕΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ

Η ΔΥΝΑΜΗ ΠΟΥ ΕΚΒΑΛΛΕΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ


     Ανάμεσα στις μυστηριώδεις και θαυμαστές ιδιότητες του Ονόματος του Ιησού Χριστού είναι η δύναμη και η ιδιότητα να εκβάλλει τους δαίμονες. Η ιδιότητα αυτή αποκαλύφθηκε από τον Ίδιο τον Κύριο. Είπε ο Κύριος πως όσοι πιστεύουν σ’ Αυτόν, «θα βγάζουν δαιμόνια με το Όνομά Του» (Μάρκ. 16, 17). Πρέπει ιδιαίτερα να προσεχθεί αυτή η ιδιότητα του Ονόματος του Ιησού, γιατί έχει μεγίστη σπουδαιότητα για όσους εφαρμόζουν στη ζωή τους αυτή την Προσευχή.


     Πρώτα απ’ όλα πρέπει να ειπωθούν λίγα λόγια για την ενοίκηση δαιμόνων μέσα στους ανθρώπους. Αυτή συμβαίνει με δύο τρόπους· ο ένας απ’ αυτούς μπορεί να ονομαστεί «σωματική» ενοίκηση και ο άλλος «ηθική», «πνευματική».

     Ο σατανάς ενοικεί σωματικά μέσα σ’ έναν άνθρωπο, όταν, σαν ύπαρξη, θέτει υπό την κατοχή του το σώμα του ανθρώπου βασανίζοντας το σώμα και τη ψυχή του. Μ’ αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να ζει μέσα στον άνθρωπο ένας δαίμονας, όπως επίσης είναι δυνατό να ζουν μέσα στον ίδιο άνθρωπο πολλοί δαίμονες. Τότε ο άνθρωπος αυτός ονομάζεται «δαιμονόπληκτος» ή «δαιμονισμένος».


     Από το ιερό Ευαγγέλιο μαθαίνουμε πως ο Κύριός μας θεράπευσε ανθρώπους που ήταν δαιμονόπληκτοι. Το ίδιο έκαναν και οι μαθητές Του· έδιωχναν τους δαίμονες έξω από τους ανθρώπους με το Όνομα του Κυρίου. Ο σατανάς ενοικεί ηθικά μέσα σ’ έναν άνθρωπο, όταν ο άνθρωπος αυτός πράττει το θέλημα του διαβόλου. Μ’ αυτό ακριβώς τον τρόπο ήταν που ο «σατανάς εισήλθε» μέσα στον Ιούδα τον Ισκαριώτη (Ιωάν. 13, 27)· έθεσε δηλαδή ο προδότης μαθητής κάτω από τον έλεγχο του αιώνιου εχθρού μας τη λογική και τη βούλησή του κι έγινε ένα μ’ αυτόν πνευματικά.


     Όσοι δεν πιστεύουν στον Χριστό, ήταν, είναι και θα είναι σ’ αυτή την κατάσταση, όπως λέει ο άγιος Απόστολος Παύλος προς τους χριστιανούς που είχαν προσέλθει στον Χριστιανισμό από την ειδωλολατρία: «Ζούσατε κάποτε σύμφωνα με τις αξιώσεις αυτού εδώ του κόσμου, υπακούοντας στον άρχοντα των πονηρών δυνάμεων που βρίσκονται ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, στο σατανικό πνεύμα που εξακολουθεί να εξουσιάζει όσους δεν υπακούν στον Θεό. Έτσι ζούσαμε σαν κι αυτούς κάποτε κι εμείς όλοι: ήμασταν δούλοι στις επιθυμίες μας και κάναμε ό,τι ήθελε το αμαρτωλό εγώ μας. Η αμαρτωλή μας φύση μάς οδηγούσε, όπως και τους υπόλοιπους ανθρώπους, σε πράξεις που προκαλούσαν την οργή του Θεού» (Εφεσ. 2, 2–3). Λίγο-πολύ σ’ αυτή την κατάσταση βρίσκονται, ανάλογα βέβαια με το βαθμό της αμαρτωλότητάς τους, όσοι βαφτίστηκαν μεν «εις Χριστόν», αλλά αποξενώθηκαν απ’ Αυτόν με την αμαρτία. Έτσι αντιλαμβάνονται οι άγιοι Πατέρες τα λόγια του Χριστού που αναφέρονται στην επιστροφή του διαβόλου με συντροφιά άλλων εφτά πονηρών πνευμάτων στον ναό της ψυχής, απ’ όπου φυγαδεύτηκε το Πνεύμα το Άγιο (βλ. Ματθ. 12, 43–45). Όταν μπουν πονηρά και ακάθαρτα πνεύματα στον άνθρωπο, μονάχα μ’ αυτόν τον τρόπο μπορούν να εκβληθούν και πάλι· με την Προσευχή του Ιησού, η οποία ανθίζει στα χώματα μιας ζωής γεμάτης από αδιάκοπη και γρηγορούσα μετάνοια.


     Ας επιδοθούμε σ’ αυτό το παραμελημένο από πολλούς έργο της Ευχής· έργο, που είναι τόσο άμεσα συνδεδεμένο με τη Σωτηρία μας. Ας κάνουμε ό,τι μας είναι δυνατό για να βγάλουμε από μέσα μας, με την Προσευχή του Ιησού, τους δαίμονες που μπήκαν στη ψυχή μας εξαιτίας της αμελείας μας. Η Προσευχή του Ιησού έχει την ιδιότητα να ζωοποιεί όσους νεκρώθηκαν με την αμαρτία και να εκβάλλει κυριολεκτικά τους δαίμονες. «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή», είπε ο Σωτήρας μας· «Κι αυτός που πιστεύει σε Μένα, ακόμα και να πεθάνει, θα ζήσει» (Ιωάν. 11, 25). «Να, και τα θαύματα που θα κάνουν όσοι θα πιστέψουν: με την επίκληση του Ονόματός Μου θα διώχνουν δαιμόνια» (Μάρκ. 16, 17). Η Προσευχή του Ιησού, από τη μία αποκαλύπτει την παρουσία των δαιμόνων μέσα στον άνθρωπο, και από την άλλη τους διώχνει έξω απ’ αυτόν. Εδώ συμβαίνει κάτι παρόμοιο με ό,τι συνέβη όταν ο Κύριος εξέβαλε τον δαίμονα από τον δαιμονόπληκτο νεανία, ύστερα από τη θεία Του Μεταμόρφωση. Σαν είδε ο νεανίας τον Κύριο να έρχεται προς αυτόν, «το πονηρό πνεύμα αμέσως συντάραξε το παιδί κι εκείνο έπεσε καταγής και κυλιόταν βγάζοντας αφρούς» (Μάρκ. 9, 20). Και μόλις το διέταξε ο Κύριος ν’ αφήσει το ταλαίπωρο θύμα του, τη στιγμή που έβγαινε το πνεύμα το πονηρό, κινούμενο από κακεντρέχεια και κακία, στρίγγλισε δυνατά και πολύ βίαια συγκλόνισε τον νέο, έτσι που φάνηκε σαν να είναι πεθαμένος.


     Η δύναμη του σατανά που κατοικεί μέσα στον άνθρωπο σαν αποτέλεσμα της απρόσεκτης και ακόλαστης ζωής του, χωρίς καν να γίνεται αντιληπτή ή κατανοητή, ακούγοντας το Όνομα του Κυρίου Ιησού να το επικαλείται κάποιος σε προσευχή, ταράσσεται και συγχύζεται. Η δύναμη αυτή του σατανά συνδαυλίζει όλα τα πάθη και μ’ αυτά περιάγει ολόκληρο τον άνθρωπο σε μια τρομερή κατάσταση ταραχής και σύγχυσης, γεννώντας μέσα στο σώμα διάφορες «παράξενες» αρρώστιες. Σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα είπε ένας μέγας ασκητής της ερήμου πως, «ένα μονάχα απομένει σ’ εμάς, τα αδύνατα πλάσματα· να καταφεύγουμε στο Όνομα του Ιησού, γιατί τα πάθη είναι δαίμονες που εξαφανίζονται με την επίκληση αυτού του Ονόματος». Αυτό σημαίνει πως η ενέργεια των παθών και των δαιμόνων είναι ενιαία· οι δαίμονες δρουν χρησιμοποιώντας πάντα σαν μέσο τους τα πάθη. Και όποτε βλέπουμε μια ιδιαίτερη ταραχή και αναστάτωση των παθών να συνοδεύει την Προσευχή του Ιησού, ας μην αποθαρρυνόμαστε κι ας μη σαστίζουμε γι’ αυτό. Αντίθετα, να παίρνουμε θάρρος και να προετοιμαζόμαστε στον αγώνα μας για μια πιο προσεκτική Προσευχή στο Όνομα του Ιησού, μια που πλέον είδαμε ένα καθαρό σημάδι πως η Προσευχή έχει αρχίσει να φέρνει το σωστό αποτέλεσμα μέσα μας.


     Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει: «Η θύμηση του Ονόματος του Ιησού, διεγείρει τον εχθρό για μάχη. Γιατί μια ψυχή που ασκεί πίεση στον εαυτό της προκειμένου να εργαστεί την Προσευχή του Ιησού, μπορεί μ’ αυτή την Προσευχή να βρει οτιδήποτε: και αγαθό και πονηρό. Πρώτα η ψυχή είναι δυνατόν να δει το πονηρό στα μύχια της καρδιάς της και κατόπιν να δει το αγαθό. Η Προσευχή αυτή μπορεί να υποκινήσει τον όφη σε δράση, όπως και η ίδια αυτή Προσευχή μπορεί να τον συντρίψει· η Προσευχή αυτή μπορεί να ξεχώσει την αμαρτία που ζει μέσα μας και η ίδια αυτή Προσευχή μπορεί να την ξεριζώσει· η Προσευχή αυτή μπορεί να υποδαυλίσει στην καρδιά όλη τη δύναμη του εχθρού και πάλι αυτή η ίδια Προσευχή μπορεί να τον υποτάξει και, λίγο-λίγο, να τον βγάλει ολότελα από μέσα μας. Το Όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού, κατεβαίνοντας προς τα βάθη της καρδιάς, θα καθυποτάξει τον όφη που διαφεντεύει τα λιβαδοτόπια της, θα σώσει και θα ζωοποιήσει τη ψυχή. Συνεχίστε σταθερά την Προσευχή στο Όνομα του Κυρίου Ιησού, έτσι που η καρδιά να αφομοιώσει μέσα της τον Κύριο και ο Κύριος να αφομοιώσει μέσα Του την καρδιά του ανθρώπου, έτσι που οι δυο τους –και εκείνη και Εκείνος– να γίνουν ένα. Αυτό, όμως, δεν πραγματοποιείται μέσα σε μια μέρα ή μέσα σε δυο μέρες, αλλά απαιτεί χρόνια πολλά και χρόνο πολύ. Χρειάζονται πολύς χρόνος και μόχθος για να διωχθεί ο εχθρός και να εγκατασταθεί ο Χριστός».


     Είναι φανερό πως εδώ περιγράφεται η δραστηριότητα εκείνη, για την οποία μιλά ο άγιος Μακάριος ο Μέγας, και προς την οποία καλεί τους ανθρώπους στον πρώτο του Λόγο (κεφ. 1ο, όχι από τις «Πνευματικές Ομιλίες»), με σαφή ένδειξη για το όπλο που θα χρησιμοποιηθεί σ’ αυτό τον πνευματικό πόλεμο: «Όποιος και νά ’σαι, μπες με βία ανάμεσα από τις σκέψεις που ακατάπαυστα γεννιούνται και ορθώνονται μέσα σου· μπες μέχρι να φτάσεις εκείνον τον αιχμάλωτο του πολέμου και τον δούλο της αμαρτίας –δηλαδή τον εαυτό σου και τη ψυχή σου–, μπες και ρίξε ένα διεισδυτικό βλέμμα ως τα βάθη του νου σου και εξέτασε το βάθος των σκέψεών σου· θα δεις εκεί, στα πιο βαθιά μύχια της ψυχής σου, φωλιασμένο και σερνόμενο τον όφη (τον «βύθιο δράκοντα» [βλ. Ησ. 27, 1· Δαν. 7, 7· Αποκ. 12, 3. 7–9· και 13, 1. 7–9·]) που σε σκότωσε δηλητηριάζοντας όλα τα ζωτικά μέρη της ψυχής σου. Η καρδιά είναι μια ανεξερεύνητη άβυσσος (πρβλ. Ιερ. 17, 9). Αν σκοτώσεις τον όφη εκείνον, δόξα στην αγνότητά σου ενώπιον του Θεού! Αν όμως όχι, ταπείνωσε τον εαυτό σου σαν ένας άνθρωπος αδύνατος και αμαρτωλός και προσευχήσου στον Θεό να σου παράσχει την απελευθέρωση από τις κρυφές σου αμαρτίες». 


     Πάλι ο ίδιος αυτός μέγας του Θεού δούλος, ο άγιος Μακάριος, μας λέει: «Η βασιλεία του σκότους, δηλαδή ο κακός πρίγκιπας των πνευμάτων, αφού στην αρχή αιχμαλώτισε τον άνθρωπο, περιτύλιξε κι έντυσε τη ψυχή του με τη δύναμη του σκοταδιού. Ο κακός άρχοντας έντυσε τη ψυχή και όλη την ουσία της με την αμαρτία. Τη λέρωσε ολόκληρη και την αιχμαλώτισε στο βασίλειό του. Δεν άφησε ούτε ένα μέλος της ελεύθερο από τη σκλαβιά και από την κυριαρχία του –ούτε τις σκέψεις ούτε την αντίληψη ούτε το σώμα–, τα έντυσε όλα με τη (βλοσυρή και απαίσια) πορφύρα του σκοταδιού. Ο κακός αυτός εχθρός μόλυνε και παραμόρφωσε ολόκληρο τον άνθρωπο: και τη ψυχή και το σώμα. Έντυσε τον άνθρωπο με τον «παλαιό άνθρωπο» (Κολ. 3, 9), αυτόν τον μολυσμένο και ακάθαρτο, τον εχθρικό προς τον Θεό και τον ανυπότακτο στον Νόμο του Θεού (Ρωμ. 8, 7) άνθρωπο· τον έντυσε, δηλαδή, με την ίδια την αμαρτία, έτσι που ο άνθρωπος να μη βλέπει πια όπως (πρέπει να) θέλει (με ακέραιη την ελευθερία του και με φρόνημα ένθεο), μα για να βλέπει και ν’ ακούει μέσα από την αχλή των παθών του και νά ’χει πόδια γοργά μόνο για την επιτέλεση πονηρών πράξεων, τα χέρια εύκολα για κάθε αμαρτωλή πράξη και την καρδιά πάντοτε επιρρεπή σε σκέψεις πονηρές. Αλλά, ας ικετεύσουμε τον Θεό ν’ απομακρύνει από μας τούτο τον παλαιό (της αμαρτίας και της φθοράς) άνθρωπο, αφού μοναχά Εκείνος μπορεί να απομακρύνει από μας την αμαρτία. Γιατί εκείνοι (οι δαίμονες) που μας έχουν αιχμαλωτίσει στην αρπαγή τους και μας κρατούν δέσμιους στη βασιλεία τους, τελικά είναι πάρα πολύ δυνατοί για μας (για τα μέτρα της φύσης και των δυνάμεών μας). Εκείνος όμως (ο Χριστός), υποσχέθηκε να μας ελευθερώσει απ’ αυτή τη δουλεία» (Ομιλία 2, 1–2).


     Ας μη τρομάζουμε ούτε από τους ανέμους ούτε από τα κύματα, όσοι ασκούμαστε στην Προσευχή του Ιησού! Με τους «ανέμους» εννοώ τις διαβολικές σκέψεις και φαντασιώσεις· και με τα «κύματα» θέλω να πω για την ταραχή των παθών που συνδαυλίζονται από τις σκέψεις και τα ονειροπολήματα. Μέσα από την πιο μανιασμένη φουρτούνα, με επιμονή (γεμάτη ελπίδα), με θάρρος (πίστεως) και με κλάμα (ικεσίας αγάπης), κάλεσε τον Κύριο Ιησού Χριστό κι Εκείνος θα επιτιμήσει τους ανέμους και τα κύματα. Κι όταν, μέσα από την ίδια την πείρα, θα έχουμε μάθει και γευθεί την παντοδυναμία του Ιησού Χριστού, θα Του προσφέρουμε την οφειλόμενη λατρεία λέγοντας: «Αληθινά, Εσύ είσαι Γιος του Θεού!» (Ματθ. 14, 33).


     Αγωνιζόμαστε για τη Σωτηρία μας. Από τη νίκη μας ή από την ήττα μας εξαρτάται η αιώνια μοίρα μας. Πάνω σ’ αυτό μας επισημαίνει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος τα παρακάτω σπουδαία ρήματα: «Τότε γίνεται πόλεμος προς τον άνθρωπο και με μεγάλη ταραχή οι πονηροί δαίμονες εναντιώνονται σ’ αυτόν και με το μέσο των παθών προξενούν σύγχυση και ζάλη μέσα στην καρδιά του. Όμως, με το Όνομα του Ιησού Χριστού, όλοι αυτοί αφανίζονται κι όλα λιώνουν όπως ακριβώς λιώνει το κερί στη φωτιά. Αλλά κι αφού ακόμη διωχθούν και βγουν έξω από την καρδιά, ωστόσο και πάλι δεν ησυχάζουν, αλλά ταράζουν με τις αισθήσεις τον νου· γι’ αυτό και πολύ γρήγορα προσέχει και δίνει σημασία ο νους σε όλη εκείνη τη γαλήνη και την ησυχία που λαμβάνει χώρα σ’ αυτόν, μια και δεν έχουν πια τη δύναμη τα δαιμόνια να προκαλέσουν ταραχή μέσα από το βάθος του νου, παρά μόνο εξωτερικά από την επιφάνειά του. Όμως, το να γλυτώσει ο άνθρωπος κι ο νους του οριστικά από αυτόν τον πόλεμο και το να παύσει να πολεμείται από τους δαίμονες, τούτο είναι αδύνατο. Επειδή αυτό είναι κατάσταση των τελείων καθώς επίσης και όλων εκείνων που, αφού χωριστούν τελείως απ’ όλα, αφοσιώνονται παντοτινά στην προσοχή της καρδιάς» («Περί των τριών τρόπων της προσευχής»).


     Στην αρχή, η άσκηση στην Προσευχή του Ιησού φαίνεται εξαιρετικά άγονη και δεν φαίνεται να υπόσχεται οποιουσδήποτε καρπούς. Ενώ ο νους αγωνίζεται να γίνει ένα με την καρδιά, συναντά στην αρχή ένα αδιαπέραστο ζόφο και σκοτάδι, μια ιδιαίτερη σκληρότητα και νέκρα της καρδιάς, η οποία δεν διεγείρεται εύκολα σε συντονισμό με τον νου. Αυτό δεν πρέπει να μας προκαλέσει αποθάρρυνση και δειλία· και αν αναφέρεται εδώ τούτο, είναι γιατί όποιος προειδοποιείται, οπλίζεται από πριν. Αυτός που θα δουλέψει με υπομονή και επιμέλεια, θα πετύχει οπωσδήποτε και θα παρηγορηθεί· θα ξεχειλίσει η καρδιά του από αγαλλίαση σαν καρποφορήσει πνευματικούς καρπούς που ούτε μπορεί να φανταστεί στη σαρκική και φυσική του κατάσταση.


     Υπάρχουν διάφοροι βαθμοί ενέργειας της Προσευχής του Ιησού. Στην αρχή η προσευχή αυτή ενεργεί μοναχά πάνω στον νου, οδηγώντας τον σε μια κατάσταση γαλήνης και προσοχής. Αργότερα, αρχίζει να εισχωρεί στην καρδιά, αφυπνίζοντάς την από τον ύπνο του θανάτου της και κάνοντας έκδηλη την αναζωογόνησή της με τη γέννηση αισθημάτων μετάνοιας και λύπης (το κατά Θεόν ιερό και νηπτικό πένθος) μέσα της. Όσο διεισδύει ακόμα βαθύτερα, αρχίζει λίγο-λίγο να ενεργεί σ’ όλα τα μέλη της ψυχής και του σώματος και ν’ αποδιώχνει την αμαρτία από παντού και να καταστρέφει την κυριαρχία, την επιρροή και το φαρμάκι των δαιμόνων. Γι’ αυτό το λόγο στις πρώτες ενέργειες της Προσευχής του Ιησού τον άνθρωπο τον καταλαμβάνει μια «ανείπωτη συντριβή» και ένας «ανέκφραστος πόνος ψυχής», όπως λέει και ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης. Η ψυχή υποφέρει όπως υποφέρει ένας άνθρωπος άρρωστος ή όπως μια γυναίκα που κοιλοπονάει, όπως λέει η Γραφή (Εκκλ. 48, 21· Ωσ. 13, 13· πρβλ. Ιωάν. 16, 21–23). «Ζωντανός και δραστικός ο λόγος του Θεού, πιο κοφτερός κι από κάθε δίκοπο σπαθί· εισχωρεί βαθιά, ως εκεί που χωρίζει τη ψυχή απ’ το πνεύμα, το κόκαλο απ’ το μεδούλι και κρίνει όλους τους διαλογισμούς και τις προθέσεις της καρδιάς» (Εβρ. 4, 12), ξεριζώνοντας την αμαρτωλότητα απ’ όλα τα μέρη της ψυχής και του σώματος.


     Όταν οι Εβδομήκοντα ελάσσονες Απόστολοι, που ο Κύριος εξαπόστειλε σε περιοδεία κηρύγματος (Λουκ. 10, 1–17), ήρθαν πίσω σ’ Αυτόν έπειτα από την επιτέλεση της διακονίας που τους είχε οριστεί, είπαν στον Κύριο με χαρά: «Κύριε, ακόμη και τα δαιμόνια μάς υποτάχθηκαν στο Όνομά Σου!» (Λουκ. 10, 17). Ω, πόσο η χαρά τους εκείνη ήταν δικαιολογημένη και πόσο εύλογη! Για περισσότερα από πέντε χιλιάδες χρόνια ο διάβολος είχε κυριαρχήσει στους ανθρώπους, κάνοντάς τους σκλάβους του και όμοιούς του μέσω της αμαρτίας. Και, τώρα, ακούει από χείλη ανθρώπων το Όνομα του Ιησού Χριστού και, εξαιτίας αυτού του Ονόματος, είναι υποταγμένος σε ανθρώπους, που ως τώρα ήταν αυτοί υποταγμένοι σ’ αυτόν· είναι δέσμιος στα χέρια εκείνων που κρατούσε δέσμιους και ποδοπατείται από εκείνους που ο ίδιος ποδοπατούσε ως τα τώρα. Απαντώντας στους μαθητές που, χαίρονταν γιατί είχαν κατανικήσει την εξουσία των δαιμόνων πάνω στους ανθρώπους και για το γεγονός ότι οι άνθρωποι είχαν αποκτήσει εξουσία πάνω στους δαίμονες, ο Κύριος είπε: «Σας δίνω την εξουσία να πατάτε πάνω σε φίδια και σε σκορπιούς και να κυριαρχείτε πάνω σ’ όλη τη δύναμη του εχθρού και τίποτε πλέον να μη σας βλάψει» (Λουκ. 10, 19). Η εξουσία δόθηκε, αλλ’ επιφυλάχθηκε ωστόσο στον άνθρωπο να χρησιμοποιεί μέσα στην ελευθερία του αυτή την εξουσία και, ή να ποδοπατεί τους όφεις και τους σκορπιούς ή να περιφρονεί το χάρισμα και να υποτάσσεται θεληματικά γι’ αυτούς. Με τη λέξη «όφεις» είναι φανερό πως οι άγιοι Πατέρες εννοούν τα αμαρτωλά έργα και με τη λέξη «σκορπιοί» αντιλαμβάνονται πράγματα συγκαλυμμένα με μία εξωτερική εμφάνιση αθωότητας ή και ακόμα καλοσύνης.


     Η δύναμη που έδωσε ο Κύριος προς τους Εβδομήκοντα μαθητές Του δίνεται και σε όλους τους χριστιανούς (Μάρκ. 16, 17). Να τη χρησιμοποιείς τούτη τη δύναμη, χριστιανέ! Με το Όνομα του Ιησού απόκοβε τις κεφαλές του εχθρού, δηλαδή τις πρώτες ενδείξεις της αμαρτίας στις σκέψεις μας, τη διάθεσή μας, τη φαντασία μας και τα αισθήματά μας. Κατάστρεφε μέσα σου την εξουσία του διαβόλου επάνω σου, αφάνισε όλη του την επιρροή και απόκτησε πνευματική ελευθερία. Το θεμέλιο για τον αγώνα σου είναι η Χάρη του αγίου Βαπτίσματος και όπλο σου η Προσευχή του Ιησού.


     Αφού έδωσε στους μαθητές Του την εξουσία να ποδοπατούν όφεις και σκορπιούς, ο Κύριος πρόσθεσε: «Μη χαίρεστε, όμως, που σας υπακούν τα δαιμονικά πνεύματα· μάλλον να χαίρεστε που τα ονόματά σας έχουν γραφτεί στον Ουρανό!» (Λουκ. 10, 20). «Χαρείτε», συμπληρώνει ο όσιος Θεοφύλακτος, «που τα ονόματά σας έχουν γραφτεί στον Ουρανό, όχι με μελάνι, αλλά με τη θεία Χάρη και τη μνήμη του Θεού», δηλαδή μέσω της Προσευχής του Ιησού. Τέτοια λοιπόν ιδιότητα έχει η Προσευχή του Ιησού: οδηγεί εκείνον που ασκείται σ’ αυτή, από τη γη στον ουρανό, και τον εντάσσει ανάμεσα στους κατοίκους τ’ Ουρανού. Η εγκατοίκηση, με τον νου και την καρδιά, μέσα στον Ουρανό και στον Θεό είναι ο κυριότερος σκοπός της Προσευχής. Η απώθηση και η συντριβή των εχθρών που εναντιώνονται στην επίτευξη αυτού του σκοπού είναι δευτερεύον ζήτημα· δεν πρέπει αυτό να μας απασχολεί και να εκτρέπει όλη την προσοχή μας, μήπως η επίτευξη αυτής της νίκης γεννήσει ενδεχομένως μέσα μας την υπερηφάνεια και την αυτοπεποίθηση και υποστούμε συντριπτική ήττα με την ίδια μας τη νίκη.


     Λίγο πιο πέρα το Ευαγγέλιο λέει: «Σ’ ευχαριστώ Πατέρα, Κύριε του Ουρανού και της γης, γιατί αυτά που απέκρυψες από τους σοφούς και τους συνετούς τα φανέρωσες τώρα στους ταπεινούς. Ναι, Πατέρα Μου, αυτό έγινε γιατί έτσι το θέλησες. Ύστερα, στράφηκε προς τους μαθητές και είπε: “Όλα Μού έχουν παραδοθεί από τον Πατέρα Μου”» (Λουκ. 10, 21–22). Ο Κύριος αγάλλεται με ακατάληπτη θεία αγαλλίαση για τις επιτυχίες των ανθρώπων (οι οποίες οφείλονται και διεξάγονται αποκλειστικά με τη δική Του παντοδυναμία). Διακηρύττει ότι τα μυστήρια της χριστιανικής Πίστης αποκαλύπτονται, όχι στους σοφούς και στις υψηλές προσωπικότητες αυτού του κόσμου, αλλά σ’ εκείνους που είναι νήπια στις κοινωνικοπολιτικές υποθέσεις, έτσι όπως ήταν και οι μαθητές του Κυρίου, που τους πήρε Εκείνος από την τάξη των απλοϊκών ανθρώπων, των αμαθών και των αγραμμάτων αλιέων. Συνεπώς, για να γίνουμε μαθητές του Κυρίου πρέπει να γίνουμε νήπια και να δεχτούμε τη διδασκαλία Του με παιδική ελευθερία, απλότητα και αγάπη. Σ’ όσους έχουν γίνει μαθητές Του, ο Κύριος εξηγεί την πιο μυστική Του διδασκαλία· αποκαλύπτει πως ο Υιός, παρ’ όλο που ενανθρώπισε, παραμένει πέρα από την αντίληψη όλων των λογικών πλασμάτων. Πέρα από την κατανόησή τους είναι, επίσης, και το αγιότατο Όνομά Του. Με την απλότητα και με την εμπιστοσύνη που δείχνουν όλα τα νήπια, ας δεχτούμε τη διδασκαλία για την Προσευχή του Ιησού. Με απλότητα και πίστη παιδιού ας προσεγγίσουμε την άσκηση σ’ αυτή την Προσευχή. Ο Θεός που, μόνο Εκείνος ξέρει το μυστικό της, θα μας τη δώσει στο βαθμό που μας είναι προσιτός και εφικτός. Ας δώσουμε χαρά στον Θεό με τους αγώνες μας και την πρόοδό μας στην υπηρεσία που Εκείνος μας δίδαξε και για την οποία Εκείνος μας έδωσε εντολή.

ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΡΙΑΝΤΣΙΑΝΙΝΩΦ
(1807–1867)



[ Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ:
«Υιέ μου δος μοι σην καρδίαν…»·
Κεφ. 3ο, σελ. 100–111.
Μετάφραση:
Αρχιμ. Επιφανίου Χαρ. Ασσιώτη.
Έκδοση:
Ορθόδοξου Πνευματικού
Κέντρου Λεμεσού·
Λεμεσός, 19953.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
μερική διόρθωση, υπομνηματισμός,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΖΩΑ

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΖΩΑ


     Εάν η έννοια της ψυχής επεκταθεί ώστε να περιλάβει όχι μόνο τη λογική πλευρά των ανθρώπων, αλλά και τις συγκινήσεις και τα συναισθήματά τους, μήπως μπορεί να διευρυνθεί ακόμη περισσότερο και να περιλάβει και τα ζώα; Έχουν και αυτά ψυχή; Και, αν έχουν ψυχή, είναι αυτή της ιδίας φύσεως με την ανθρώπινη;

     Ασφαλώς, από την ελληνική χριστιανική παράδοση δεν λείπουν κείμενα που θεωρούν ότι και τα ζώα έχουν όντως ψυχή, τουλάχιστον με μία μερική έννοια του όρου. Στο «Ευχολόγιο», για παράδειγμα, που χρησιμοποιείται επίσημα από τη σύγχρονη Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία, υπάρχουν διάφορες προσευχές για τα ζώα. Σε μια απ’ αυτές διαβάζουμε:
     «Ναί, Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, τοῖς ἰδίοις σπλάγχνοις ἐπικαμπτόμενος, οἴκτειρον τὰ πάσχοντα ζῷα… Εἰ γὰρ δίκαιος οἰκτείρει ψυχὰς κτηνῶν αὐτοῦ, πῶς οὐκ οἰκτειρήσῃ ταῦτα, σὺ ὁ τούτων ποιητὴς καὶ προνοητής; Σὺ γάρ, εὔσπλαγχνε, καὶ τῶν ἐν τῇ Κιβωτῷ ζῴων ἐμνήσθης, ὑπὸ τῆς οἰκείας χρηστότητος καὶ τῶν οἰκτιρμῶν σου νικώμενος. Ἵνα διὰ τῆς εὐεξίας καὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν βοῶν καὶ λοιπῶν τετραπόδων ζῴων, καλλιεργῆται μὲν ἡ γῆ, αὐξάνωσι δὲ οἱ καρποί, καὶ ἀφθόνως οἱ δοῦλοί σου οἱ ἐπικεκλημένοι τὸ ὄνομά σου ἀπολαύσωσι τῶν ἰδίων γεωργιῶν…» (1).


     Ο Ωριγένης (περί το 251) ισχυρίζεται, μέχρις ενός σημείου, ότι τα ζώα έχουν ψυχή και δηλώνει κατηγορηματικά (2): «Κανείς νομίζω δεν αμφιβάλλει ότι όλα τα ζωντανά πλάσματα ανεξαιρέτως, ακόμη κι αυτά που ζουν στο νερό, έχουν ψυχές». Και προχωρεί παραπέμποντας στη Γραφή για να στηρίξει την άποψή του (Γεν. 1, 21-24 και Λευιτικόν 17, 14).

     Είναι, όμως, η ψυχή του ζώου της ιδίας φύσεως με την ανθρώπινη; Ο Ωριγένης είναι έτοιμος να παραδεχθεί ότι υπάρχουν ομοιότητες. Παρ’ ότι στα Ελληνικά τα ζώα θεωρούνται «άλογα», ο Ωριγένης υποδεικνύει ότι πολλά από αυτά παρουσιάζουν λογικότητα, που μοιάζει πολύ με αυτή των ανθρώπων: «Η φύση των κυνηγετικών σκύλων και των πολεμικών αλόγων πλησιάζει, αν μου επιτρέπεται να το πω, στην ίδια τη λογική». Εδώ μιλάει μόνο για τα εξημερωμένα ζώα, αλλά ο Θεόφιλος Αλεξανδρείας (περί το 180) προχωρεί ακόμη περισσότερο, υποδεικνύοντας «τὴν ἐν αὐτοῖς τοῖς ζώοις δεδομένην σύνεσιν πρὸς τὸ γεννᾶν καὶ ἐκτρέφειν» (3). Άλλοι Έλληνες Πατέρες επιμένουν ότι τα ζώα διαθέτουν, όχι μόνο κάποιο βαθμό λογικής, όπως οι άνθρωποι, αλλά και μνήμη και μια ευρεία κλίμακα αισθημάτων και συγκινήσεων. Εκδηλώνουν συναισθήματα χαράς και λύπης, λέει ο Βασίλειος Καισαρείας (379 μ.Χ.), και αναγνωρίζουν εκείνους που έχουν παλαιότερα συναντήσει (4). Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος (606 μ.Χ.) προσθέτει ότι εκφράζουν αγάπη το ένα προς το άλλο, «διότι συχνά θρηνούν για την απώλεια των συντρόφων τους» (5). Ενθυμούμενοι την όνο του Βαλαάμ (Αριθμ. 22, 23-24), θα μπορούσαμε ακόμη να προσθέσουμε ότι τα ζώα διαθέτουν πνευματική όραση, αντιλαμβανόμενα πράγματα στα οποία οι άνθρωποι αποδεικνύονται τυφλοί.


     Αν όλα αυτά αληθεύουν, πού δικαιολογούμαστε να τραβήξουμε την κόκκινη γραμμή μεταξύ ανθρώπων και ζώων; Ασφαλώς, ο Νεμέσιος Εμέσης (περί το 400) έχει δίκιο, όταν διαβεβαιώνει ότι όλα τα ζωντανά όντα –φυτά, ζώα και άνθρωποι– μετέχουν κοινής ζωής «ὥστε μίαν εἶναι καὶ συγγενῆ τὴν πᾶσαν φύσιν» (6).

     Ταυτόχρονα, όμως, η ελληνική χριστιανική παράδοση πίστευε ότι υπάρχει μια κεφαλαιώδης διαφορά μεταξύ ανθρώπων και ζώων. Ο Ωριγένης, βασιζόμενος στην περιγραφή της Γενέσεως περί Δημιουργίας, την εντοπίζει (7): η ανθρώπινη ψυχή πλάστηκε κατά τη θεία εικόνα, ενώ των ζώων όχι. Αυτό σημαίνει ότι από τα ζώα λείπει η συνειδητή σχέση με τον Θεό, την οποία αντίθετα απολαμβάνουν οι άνθρωποι και έτσι οι ψυχές τους (δηλ. οι ψυχές των ζώων) δεν είναι προικισμένες με την αθανασία. Η ψυχή του ζώου, κατά τον Μέγα Βασίλειο, πλάστηκε από τη γη (8), ενώ ο άνθρωπος κατέχει την πνοή της ζωής, την οποία ενεφύσησε απ’ ευθείας σ’ αυτόν ο Ίδιος ο Θεός (Γεν. 2, 7) και αυτή ακριβώς είναι που τον καθιστά ικανό να κερδίσει την αιώνια Βασιλεία. Ο C.S.Lewis (1898-1963), μιλώντας για τον πόνο των ζώων, υποθέτει ότι ίσως εμείς οι άνθρωποι διοχετεύουμε προς τα ζώα –σ’ εκείνα ασφαλώς που είναι εξημερωμένα– την αθανασία που τους λείπει (9). Δυστυχώς, δεν μπορώ να βρω πού στηρίζεται μια τέτοια άποψη στους Έλληνες Πατέρες. Πίστευαν ότι στον μέλλοντα αιώνα θα μπορούσαν να υπάρξουν ζώα, αλλά δεν περίμεναν να είναι τα ίδια ακριβώς με αυτά που υπάρχουν σήμερα. Κάθε άνθρωπος, με την προσωπική του διακριτότητα, θα αναστηθεί εκ νεκρών, αλλά αυτό δεν θα συμβεί στα ζώα. Φαίνεται ότι στον μέλλοντα αιώνα τα ζώα, θεωρούμενα το καθένα ξεχωριστά, θα έχουν μια νέα μορφή.


     Δικαιολογείται η ελληνική Χριστιανοσύνη να αρνείται την αθανασία στα ζώα; Ο Χριστός λέει ότι ακόμη και ένα σπουργίτι «δεν είναι ξεχασμένο ενώπιον του Θεού» και ότι «ούτε ένα απ’ αυτά δεν πέφτει στη γη χωρίς το θέλημα του πατέρα σας» (Ματθ. 10, 29 και Λουκ. 12, 6). Ο Χριστός δεν λέει ότι τα σπουργίτια έχουν αθάνατη ζωή, αλλά και δεν αρνείται το ενδεχόμενο. Η Καινή Διαθήκη αφήνει το ζήτημα ανοικτό, γιατί να μην το αφήσουμε κι εμείς!

     Αυτό που ο Χριστός λέει είναι ότι, «εσείς (οι άνθρωποι) αξίζετε πολύ περισσότερο από πολλά σπουργίτια» (Ματθ. 10, 31). Το θέμα αυτό το αναδέχονται οι Έλληνες Χριστιανοί συγγραφείς και το αναπτύσσουν. Πιστεύουν σ’ ένα σύμπαν ιεραρχημένο, μέσα στο οποίο ο άνθρωπος –ακριβώς επειδή δημιουργήθηκε κατά τη θεία εικόνα– «κυριαρχεί» επί των ζώων (βλ. Γεν. 1, 27-28). Ως κυριαρχία, όμως, δεν εννοεί την αυθαίρετη εξουσία ή τη στυγνή εκμετάλλευση, παρ’ ότι έτσι το έχουν εκλάβει πολλοί από τους Χριστιανούς ανά τους αιώνες. Αντίθετα, η κυριαρχία την οποία μας εμπιστεύθηκε ο Θεός, είναι και αυτή κατά την εικόνα και την ομοίωσή Του· οπότε, αναλαμβάνοντας την ευθύνη μας έναντι της δημιουργίας, θα πρέπει να αναπαράγουμε την αγαπητική φροντίδα και συμπάθεια του Θεού. Αλλά μια τέτοια δύναμη ασκείται μόνον εν υπακοή προς Αυτόν.

     Η ελληνική χριστιανοσύνη πιστεύει ότι υπήρχε κάποτε μια εποχή, σύμφωνα με την αφήγηση περί παραδείσου, που ο Αδάμ και η Εύα ζούσαν εν ειρήνη με τα ζώα μέσα στον κήπο της Εδέμ. Την αρμονία αυτή κατέστρεψε ακριβώς η δική μας αμαρτία – η «πτώση» μας στην ανυπακοή. Στην εσχατολογική Βασιλεία όμως, η αρχική αρμονία θα αποκατασταθεί: «Τότε θα κάθεται ο λύκος παρέα με το αρνί και θα κοιμάται ο πάνθηρας με το κατσίκι αντάμα. Το μοσχαράκι και το λιονταρόπουλο θα βόσκουνε μαζί κι ένα μικρό παιδί θα τα οδηγάει» (Ησ. 11, 6). Στον παράδεισο οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα, έτρωγαν μόνον από τα φυτά (Γεν. 1, 29-30)· έτσι, λοιπόν, θα έχουν τα πράγματα και πάλι (εφόσον η κατανάλωση τροφής θα συνεχιστεί και σε εκείνο το επίπεδο της πραγματικότητας). Η κατανάλωση κρέατος επιτράπηκε στους ανθρώπους μόνο μετά την πτώση (Γεν. 1, 3)· δεν είναι αφ’ εαυτής αμαρτωλή, πάντως όμως αντιπροσωπεύει μια παρακμή από την αρχική τελειότητα. Έτσι, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ήταν ποτέ κατ’ αρχήν υπέρ της φυτοφαγίας, παρ’ ότι οι μοναχοί και οι μοναχές συνήθως απέχουν από το κρέας. Τρώνε όμως ψάρι, όπως έτρωγε και ο Χριστός (Λουκ. 24, 42-43).


     Το γεγονός, λοιπόν, ότι στην ελληνική χριστιανική παράδοση δεν αναγνωρίζεται στα ζώα αθάνατη ψυχή, πλασμένη κατά τη θεία εικόνα, δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα μεταχειριζόμαστε ως αντικείμενα που δεν αξίζουν τον σεβασμό μας. Αντίθετα, η ζωή των Ελλήνων αγίων –όπως και εκείνων της Δύσης (ιδιαιτέρως δε των Κελτών αγίων)– είναι γεμάτη από εξακριβωμένα περιστατικά που φανερώνουν τη στενή σχέση μεταξύ των ανθρώπων αυτών και των θηρίων. Οι διηγήσεις αυτές, οι οποίες δεν είναι ούτε φαντασίες ούτε συναισθηματισμοί, έχουν την εξής σημασία: η αμοιβαία αυτή κατανόηση μεταξύ ανθρώπων και ζώων μάς θυμίζει την αρχική μας κατάσταση στον παράδεισο και προεικονίζει τον μεταμορφωμένο κόσμο, ο οποίος θα μας αποκαλυφθεί κατά τα έσχατα. Κατά τους λόγους του αγίου Ισαάκ της Νινευή, ο οποίος στην ελληνική παράδοση τιμάται ως Ισαάκ ο Σύρος (7ος αι.):
     «Ο ταπεινός άνθρωπος πλησιάζει τα άγρια ζώα και, την ώρα που αυτά τον βλέπουν, η αγριότητά τους δαμάζεται. Τον πλησιάζουν και προσκολλώνται σ’ αυτόν όπως στον κύριό τους, κουνώντας την ουρά και γλείφοντας τα χέρια και τα πόδια του. Διότι οσμίζονται σ’ αυτόν την ίδια μυρωδιά που ανέδιδε ο Αδάμ πριν από την παράβαση» (10).

     Και αλλού ο άγιος Ισαάκ γράφει τα αξιομνημόνευτα αυτά λόγια για τη συμπάθεια που πρέπει να έχουμε προς τα ζώα:
     «Τι είναι καρδία ελεήμων; Είναι να φλέγεται από αγάπη η καρδιά για όλη την κτίση: Για τους ανθρώπους, για τα πουλιά και για τα ζώα και για τους δαίμονες και για κάθε κτίσμα. Και, καθώς ο άνθρωπος φέρνει στη μνήμη του και τα σκέφτεται, τα μάτια του τρέχουν δάκρυα. Από την πολλή και σφοδρή συμπάθεια που συνέχει την καρδιά του και από την πολλή εμμονή σ’ αυτή την κατάσταση, μικραίνει (συστέλλεται) η καρδιά του και δεν μπορεί να υποφέρει ή να ακούσει ή να δει κάποια βλάβη ή κάτι έστω και λίγο λυπηρό να γίνεται στην κτίση. Γι’ αυτό και για τα άλογα ζώα και για τους εχθρούς της αλήθειας και γι’ αυτούς που τον βλάπτουν προσεύχεται διαρκώς με δάκρυα, ζητώντας από τον Θεό να τους φυλάξει και να τους συγχωρέσει. Όμοια προσεύχεται και για τα ερπετά από την πολλή του ευσπλαχνία, που συγκινεί την καρδιά του, υπερβαίνοντας το ανθρώπινο μέτρο και φτάνοντας στην ομοιότητα του Θεού» (11).


     Ένας άγιος του 20ου αιώνα, ο Ρώσος μοναχός Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866-1938), εκφράζει τη συμπάθειά του με την ίδια ένταση:
     «Ο Κύριος επιδαψιλεύει τόσο πλούσια τη χάρη Του στους εκλεκτούς Του, ώστε αυτοί αγκαλιάζουν ολόκληρη τη γη, ολόκληρο τον κόσμο με την αγάπη τους… Μια μέρα, είδα στο δρόμο ένα κομματιασμένο φίδι, που κάθε του τεμάχιο σφάδαζε και λυπήθηκα όλη την κτίση και κάθε κτίσμα, κάθε τι που πάσχει, και έκλαψα πολύ ενώπιον του Θεού» (12).

     Στην πράξη, η ανατολική χριστιανοσύνη, ίσως, δεν συμπεριφέρθηκε πάντα με την πνευματική αυτή γενναιοδωρία, όπως εκφράζεται από τον άγιο Ισαάκ και τον άγιο Σιλουανό, αυτός όμως είναι ο στόχος, αυτή είναι και η ελπίδα μας...

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ WARE
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΔΙΟΚΛΕΙΑΣ



—  ΕΠΙΜΥΘΙΟ 

 Α΄. «Μη δείχνεις σκληρότητα στα ζώα»

     «Μη δείχνεις σκληρότητα προς τα ζώα. Αν το κάνεις αυτό, θα είσαι ή θα γίνεις σκληρός και προς τους ανθρώπους. Θυμήσου ότι τα ζώα
κλήθηκαν στη ζωή από το έλεος του Κυρίου και πρέπει να ζουν απείραχτα, όσο διαρκεί ο σύντομος βίος τους».

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
ΠΡΩΘΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗΣ
(1829–1908)

※   ※   ※   ※   ※

Β΄. Ψυχική αφροσύνη, η προσκόλληση στα ζώα 

     «Υπάρχουν άνθρωποι που είναι προσκολλημένοι στα ζώα, τα χαϊδεύουν και συνομιλούν (παθολογικά και υπέρμετρα) μαζί τους εγκαταλείποντας την αγάπη του Θεού και, έτσι, εξαφανίζεται η αγάπη μεταξύ των αδελφών, για την οποία πέθανε ο Χριστός ἐν ὠδίναις. Μια τέτοια συμπεριφορά είναι ανόητη. Δίνε τροφή στο ζώο και στο κτήνος και μην τα κακομεταχειρίζεσαι· αυτό είναι το έλεος του ανθρώπου γι’ αυτά. Αλλά να προσκολλάται κάποιος σ’ αυτά, να τα χαϊδεύει και να μιλά σ’ αυτά, αυτό είναι ψυχική αφροσύνη.
     »Ψυχή που γνώρισε τον Κύριο, ζει πάντα ενώπιόν Του με φόβο και αγάπη· πώς, λοιπόν, μπορεί να προσκολλάται στα ζώα και να μιλά στις γάτες και τους σκύλους; Αυτό σημαίνει ότι ξέχασε ο άνθρωπος την εντολή του Θεού να Τον αγαπάμε με όλη την καρδιά και με όλη την ψυχή και με όλη τη διάνοιά μας.
     »Τα θηρία, τα κτήνη και, γενικά, κάθε ζώο είναι γη. Εμείς, όμως, οφείλουμε να κρατούμε το νου μας ελεύθερο από την προσκόλληση στα γήινα και, με όλη την δύναμη του νου μας, να αγαπάμε τον Κύριο, την Άχραντη Μητέρα Του, την Προστάτιδά μας, και τους Αγίους και να τους σεβόμαστε· αυτοί πρεσβεύουν για μας και λυπούνται, όταν καταφρονούμε την εντολή του Θεού».

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
(1866–1938)

※   ※   ※   ※   ※

Γ΄. «Τα θηρία να τα σταυρώνεις και να τα μιλάς»

     «Όταν, παιδί μου, βλέπεις άγρια θηρία στη φύση, να τα σταυρώνεις και να τους μιλάς. Να μη φεύγεις αμέσως, αλλά και να μην τα πειράζεις. 


     »Η αρκούδα, ας πούμε, άμα δεν την πειράξεις, δεν σε πειράζει. Εγώ κοιμήθηκα κάποια φορά πλάι σε μια αρκούδα και κάναμε μαζί προσευχή. Ο άνθρωπος, όμως, σε πειράζει με τα λόγια, σε σκοτώνει με τη γλώσσα και με τα μάτια· έχει καταντήσει σήμερα χειρότερος κι από το ζώο. Γι’ αυτό χρειάζεται προσευχή και μετάνοια…».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ
(1912–2006)

※   ※   ※   ※   ※

Δ΄.  «Προσευχή είναι να πλησιάζεις
το κάθε πλάσμα του Θεού με αγάπη»

     «Προσευχή είναι να πλησιάζεις το κάθε πλάσμα του Θεού με αγάπη και να ζεις με όλα –και με τ’ άγρια ακόμη– εν αρμονία. Αυτό επιθυμώ και προσπαθώ να το εφαρμόζω. Ακούστε να σας πω κάτι που έχει σχέση μ’ αυτό.

     »Κάποιος, πριν από καιρό, μου χάρισε έναν παπαγάλο. Τις πρώτες μέρες ήταν πολύ ατίθασος και άγριος. Δεν μπορούσες να τον πλησιάσεις· ήταν έτοιμος με το ράμφος του να σου κόψει το χέρι. Θέλησα, λοιπόν, να τον ημερεύσω με την Χάρη του Θεού και με την Ευχή. Έλεγα το “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με” από μέσα μου ή και απ’ έξω και με μια βεργίτσα ακουμπούσα πάνω στη ράχη του, ενώ ο παπαγάλος βρισκόταν μες στο κλουβί. Αυτή την κίνηση την έκανα τρεις φορές και με προσοχή. Το απόγευμα της ίδιας μέρας επανέλαβα το ίδιο. Την άλλη μέρα επίσης το ίδιο. Μετά από λίγες μέρες ακουμπούσα τη βέργα πάνω απ’ το κεφάλι του απαλά λέγοντας πάλι το “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”. Πάντα με προσοχή, μη θυμώσει το πουλί. Αυτή την κίνηση δεν την έκανα πολλή ώρα. Μετά πάλι από λίγες μέρες τον ακουμπούσα από πάνω απ’ το κεφάλι, συνέχιζα στη ράχη και τον έφθανα μέχρι την ουρά. Αφού δεν έβλεπα καμιά αντίδραση, άρχισα να βάζω τη βέργα κάτω απ’ το λαιμό του σ’ όλο το στήθος μέχρι κάτω μ’ έναν τρόπο απαλό, για να μην τον εκνευρίσω, και λέγοντας πάντα την Ευχή. Μετά πήρα θάρρος, άφησα τη βέργα, πήρα ένα μολύβι κι έκανα τις ίδιες κινήσεις. Τέλος, άφησα το μολύβι κι άρχισα να χρησιμοποιώ το χέρι μου. Είχε επέλθει πλέον η εξοικείωση, οπότε τον έβγαζα έξω απ’ το κλουβί κι ανέβαινε πάνω στον ώμο μου. Κάναμε περίπατο μαζί στο διάδρομο. Αλλά κι όταν καθόμουνα να φάω, ερχότανε και τρώγαμε μαζί. Του έδινα λίγο μήλο κι ερχόταν δίπλα μου και το έτρωγε. Όμως τον χάσαμε. Κάποια μέρα είχε έλθει ένας παπάς με πολλά παιδιά και τα παπαδόπουλα άνοιξαν το κλουβί κι ο παπαγάλος έφυγε.


     »Έπειτα από καιρό μας φέρανε άλλον παπαγάλο, αυτόν που έχουμε τώρα. Άγριος κι αυτός, όπως και ο πρώτος. Με τον ίδιο τρόπο, απαλά και με την Ευχή, τον ημέρεψα κι αυτόν. Άρχισε σιγά-σιγά να λέει διάφορες λέξεις, να φωνάζει ονόματα, να βγαίνει έξω απ’ το κλουβί του, να στέκεται πάνω μου, να τρώει μαζί μου. Το κλουβί του έχει σύρτη. Όταν βγαίνει έξω, εγώ του αμπαρώνω το σύρτη και στέκεται πάνω απ’ το κλουβί. Όταν θέλω να ξαναμπεί πάλι μέσα, μ’ ένα νεύμα μου του δείχνω να κατεβεί και να μπει μέσα. Τότε πηγαίνει, ανοίγει το σύρτη και μπαίνει μες στο κλουβί. Είναι εγωιστής, όμως, και θέλει να τον προσέχεις, να του μιλάεις με γλυκύτητα, να μην τον περιφρονείς. Ζηλεύει ιδιαιτέρως, γι’ αυτό δεν θέλει να μιλάεις σ’ άλλον, ούτε ν’ αγαπάεις άλλον. Αλλιώς θυμώνει πολύ. Τώρα που έχομε αποκτήσει μεγάλη φιλία, έμαθε όχι μόνο λέξεις και ονόματα, αλλά λέει και την Ευχή: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”. Λέει επίσης: “Θεοτόκε Παρθένε, χαῖρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετὰ Σοῦ”, “Ο Θεός είναι καλός”, “Ο Θεός είναι πολύ καλός”, αλλά και ψάλλει το “Κύριε ἐλέησον” κ.α.

     »Τώρα θέλω να εξημερώσω κι έναν αετό. Τον έχω βρει στη βόρειο Εύβοια. Εκεί που πηγαίνω και ξεκουράζομαι, λίγο πιο πάνω, βρήκα ένα μέρος, που το ονόμασα “Αετοφωλιά”. Αυτό το όνομα δεν το έδωσα τυχαία. Είναι πολύ δύσκολο να φθάσεις εκεί. Κατσάβραχα είναι και κάτω απλώνεται το Αιγαίο. Όταν η ατμόσφαιρα είναι καλή, από ’κει φαίνονται τα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους.

     »Μια μέρα είδαμε εκεί έναν αετό με ανοικτά τα φτερά του δυόμισι μέτρα. Θηρίο! Περιφέρονταν από πάνω μας με ήσυχο τρόπο, χωρίς να παίζει καθόλου τα φτερά του. Κατάστρωσα ένα σχέδιο: όπως εξημέρωσα τον παπαγάλο, να εξημερώσω και τον αετό. Και το πιστεύω ότι με τη βοήθεια του Θεού θα γίνομε φίλοι με τον αετό. Θα το κάνομε μ’ έναν άγιο τρόπο. Θέλουν και τα πουλάκια τρόπους του Θεού, για να προσεύχονται. Τους αρέσει το διάβασμα. Στον αετό αρέσει και το κρέας.


     »Σκέπτομαι, λοιπόν, να πάμε με δύο ακόμη στο βράχο πρωί-πρωί. Στην αρχή θα κάνομε νοερά προσευχή. Στη συνέχεια, θα διαβάσομε δυνατά ορισμένους ψαλμούς του όρθρου. Μετά θα ψάλομε μερικούς ύμνους, αίνους κ.α. Την ίδια ώρα θα βάλομε και λίγο θυμίαμα. Πολύ σπουδαίο ρόλο θα παίξουνε και οι ψαλμωδίες αλλά και η μυρωδιά απ’ το λιβάνι. Το λιβάνι είναι άρωμα σεμνό, που ημερεύει. Θα πάρω κι ένα ξύλο ξερό, μακρύ, ενάμισι μέτρο κι ένα άλλο μικρό και θα χτυπάω το τάλαντο, όπως το χτυπάνε στα μοναστήρια: “Το τά-λα-ντο, το τά-λα-ντο, το τά-, το τά-, το τά-λα-ντο” κ.λπ. Κάθε τόσο θα φωνάζω: “Ιωάνηηη!!... Ιωάννηηη!!...”. Αυτό το όνομα θα του δώσω. Εν τω μεταξύ θα έχομε μαζί μας κρέας ψητό. Κομματάκια-κομματάκια θα το αφήσομε στο βράχο και θ’ απομακρυνθούμε περίπου διακόσια μέτρα. Απ’ αυτή την απόσταση θα τον αντικρίζω και θα λέω το “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με” και σε λίγο οπωσδήποτε ο αετός θα κατεβεί και θα φάει το κρέας.

     »Την άλλη μέρα θα κάνομε το ίδιο. Ο αετός θα περιφέρεται πάνω μας και, μόλις τελειώσομε το πρόγραμμα, αυτός θα κατεβεί κάτω και θα φάει το κρέας. Μια, δυο, τρεις, πάει! Δικός μας ο αετός! Όποια ώρα θα χτυπάμε το τάλαντο, θα έρχεται να τρώει το κρέας. Θα τον κατεβάζω κάτω, όποια ώρα θέλω. Σιγά-σιγά θα ημερέψει και θα μπορέσω να πάω να τον πιάσω. Δηλαδή μπορεί να με κάνει κομμάτια. Αυτός είναι θηρίο! Τα πόδια του τεράστια. Έτσι και καθίσει στον ώμο σου, θα σου τον καταφάει, έστω κι αν δεν έχει κακία. Αλλά υπάρχει τρόπος. Θα πάρω το μπαστούνι του Αγίου Γερασίμου και θα του το βάλω πάνω στη ράχη του δύο φορές και θα φωνάξω συγχρόνως: “Ιωάννηηη!!... Ιωάννηηη!!.... Του έδωσα ωραίο όνομα. Είναι το σύμβολο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Την άλλη μέρα που θα ξανάρθει, μόλις φάει το κρέας, θα περάσω το μπαστούνι στη ράχη του τρεις φορές. Την άλλη μέρα τέσσερις. Την άλλη πέντε φορές. Την άλλη μέρα θα προχωρήσω στο λαιμό του. Την άλλη θ’ αρχίσω απ’ το κεφάλι μέχρι την ουρά. Και την άλλη απ’ το στόμα του και το λαιμό του μέχρι και πιο κάτω. Το ίδιο και την άλλη και την άλλη, ώσπου να πιάσομε φιλία. Οπότε μετά θ’ απλώσω το χέρι μου στο κεφάλι του, στα φτερά του, στη ράχη του, και θα κάνω ό,τι έκανα πρώτα με το μπαστούνι. Αλλά χρειάζεται προσοχή, γιατί είναι επικίνδυνο. Αν κάτι θελήσει να πιάσει, θα σε φάει με τα φοβερά του νύχια. Σιδερένια είναι τα νύχια του. Μπορεί να σε καρφώσει, και μόνο αν μυρίζεις από κρέας. Αλλά ο αετός είναι πολύ έξυπνος, βασιλιάς, δραστήριος. Άμα το κάνομε αυτό, θα δούμε πραγματικά την χάρη και την επίσκεψη του Θεού.


     »Να σας πω και κάτι άλλο.
     »Ήλθε κάποια φορά μια γυναίκα, η κυρα-Λένη, εκεί στην έρημο που πηγαίνω, στην βόρειο Εύβοια, και μου έφερε τα γίδια της. Μου είπε, εκεί που ήμουν στο τσιμέντο:
     –Μπορείς να κάνεις μια προσευχή για τα γίδια μου, γιατί δεν πάνε καλά;
     »Σηκώθηκα πάνω. Ήλθαν μόνα τους, δεν μου τα έφερε. Άπλωσα τα χέρια μου και διάβαζα ευχή. Ήταν όλα κοντά μου, σηκώσανε τα κεφαλάκια τους και με κοιτάζανε. Ένας τράγος ζύγωσε κοντύτερα. Έσκυψε, μου φίλησε το χέρι. Ήθελε να τον χαϊδέψω. Τον χάιδεψα, ευχαριστήθηκε. Με τριγυρίσανε όλα και κοιτάγανε κατά πάνω. Με κοιτάγανε στο πρόσωπο. Τα ευλογούσα. Εγώ μιλούσα, έκανα προσευχή.


     »Κάποτε είχαμε ένα σκυλί. Άμα μ’ έβλεπε έξω, ερχότανε –σαπ!– μου φιλούσε το χέρι, με γέμιζε σάλια κι έφευγε, για να μην το μαλώσω…».

ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ
(1906–1991)

※   ※   ※   ※   ※

Ε΄. «Τὰ ζῷα εἰς τὸν οὐρανὸν ἐκραύγασαν»

     «Άλλοτε, πάλι, όταν έπεσε μεγάλη αναβροχιά και στέγνωσαν όλες οι στέρνες της ερήμου, μαζεύτηκε ένα μεγάλο κοπάδι από άγρια γίδια και τριγυρνούσαν όλα τα μέρη στην τοποθεσία “Ἀρσελάου”, αναζητώντας απεγνωσμένα λίγο νερό να πιούν, αλλά δεν έβρισκαν πουθενά!
     »Ήτανε μήνας Αύγουστος…


     »Και, καθώς έμελλαν να χαθούν από τη δίψα, ανεβαίνουν τότε όλα τα γίδια στην πιο ακραία και ψηλή βουνοκορφή των βράχων της ερήμου· κι από ’κει, άρχισαν όλα μαζί να βελάζουν και να κραυγάζουν, σαν να βοούσαν δυνατά προς τον Κτίστη τους και Κύριο της δόξης. Και λένε ότι δεν κουνήθηκαν από ’κείνον τον τόπο, ώσπου σε λίγο ήρθε μεγάλη βροχή από τον ουρανό και, μάλιστα, μόνο σε ’κείνη τη βουνοκορφή.
     »Κι έτσι, μπόρεσαν στο τέλος όλα τα διψασμένα άγρια ζώα και ήπιαν νερό –σύμφωνα με την αψευδή προφητική φωνή από τους Ψαλμούς– από “Εκείνον που δίνει στα ζώα την τροφή τους, καθώς και σε όλα τα μικρά πουλιά των κοράκων, που Τον επικαλούνται με τις φωνές τους” (βλ. Ψαλμ. Ρμστ΄ [146], 9)».

ΣΙΝΑΪΤΙΚΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ

※   ※   ※   ※   ※

ΣΤ΄.  «Σε καλύτερη θέση το σκυλί»

     Είπε ο αββάς Ξάνθιος:
     «Το σκυλί είναι σε καλύτερη θέση από μένα, 
     διότι και αγάπη έχει και δεν πρόκειται να κριθεί».

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ



[—  Π η γ έ ς  —
Ι. Μητροπολίτου Διοκλείας
Κάλλιστου Ware:
«Εχθροί ή Φίλοι;»
(Το σώμα, η ψυχή
και τα πάθη του ανθρώπου),
Κεφ. 2ο, σελ. 69–78
και 157–158 (όπου οι σημειώσεις),
Μετάφραση:
Πολυξένη Τσαλίκη–Κιοσόγλου,
Επιμέλεια έκδοσης:
Βασίλης Αργυριάδης,
Εκδόσεις «Ἐν Πλῷ»,
Αθήνα, Νοέμβριος 20152.
ΙΙ. Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης:
«Η εν Χριστώ ζωή μου
(ιεροί λογισμοί μιας αγίας ψυχής)»,
§130, σελ. 73,
μετάφραση: Βασ. Μουστάκη,
Εκδόσεις Παπαδημητρίου,
Αθήνα, 19966.
ΙΙΙ. Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ:
«Ο Άγιος Σιλουανός
ο Αθωνίτης»,
Μέρος Β΄, Λόγος Ιθ΄, σελ. 556,
Έκδοση Ι. Μονής Τιμίου Προδρόμου,
Έσσεξ Αγγλίας, 200310.
ΙV. Ιερά Μονή Δαδίου:
«Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης,
ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου»,
Τόμ. Β΄, Μέρος Α΄,
κεφ. 2ο («Νουθεσίες»), σελ. 102,
Εκδόσεις Κυριακίδη,
Νοέμβριος 2011.
V. Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου:
«Βίος και Λόγοι»,
Μέρος 2ο, Λόγος 11ος («Περί Κτίσεως»),
§2, σελ. 465–469,
Έκδοση Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής,
Χανιά, Οκτώβριος 200910.
VΙ. Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου:
«Θα σας πω…»,
Μέρος 10ο, Κεφ. 3ο και 4ο,
σελ. 425–431 και 450–455,
Εκδόσεις
«Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος»,
Μήλεσι, Νοέμβριος 20152.
VΙΙ. Κλείτου Ιωαννίδη:
«Ο Γέρων Πορφύριος»
–Μαρτυρίες και εμπειρίες–
Κεφ. 3ο, §1, σελ. 224,
Γραπτή μαρτυρία
Γεωργίου Παπαζάχου (1935–2001),
Έκδοση Ι. Γυν. Ησυχαστηρίου
Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος,
Αθήνα, Ιούνιος 19933.
VΙΙI. Το Ια΄ (11ο) Κεφ. του Ησαΐα,
από την «Αγία Γραφή»
της «Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας»,
σελ. 1206, Αθήνα 2003·
και από την «Παλαιά Διαθήκη»,
κείμενο με σύντομη ερμηνεία
του Ιωάννου Θ. Κολιτσάρα (1904–1989),
Τόμος 5ος, σελ. 43,
Εκδόσεις «Ζωή»,
Αθήνα, 1991.
ΙΧ. Παντελή Β. Πάσχου:
«Μέλι το εκ Πέτρας
(Οι Γέροντες του Σινά,
Μικρό Γεροντικό Β΄)»,
Μέρος Δ΄, Κεφ. Ιστ΄, σελ. 167,
Εκδόσεις «Ακρίτας»,
(Α΄ έκδοση, Φεβρουάριος 1989)·
Α΄ ανατύπωση, 
Αθήνα, Μαΐος 1996.
Χ. «Το Μέγα Γεροντικόν»,
Τόμ. Δ΄, Κεφ. Ιε΄, §107, σελ. 94–95,
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Το Γενέσιον της Θεοτόκου»,
Πανόραμα Θεσσαλονίκης,
Μάρτιος 19991.
ΧΙ. Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
έρευνα, προσάρτηση
και πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.



—  Π α ρ α π ο μ π έ ς  —
(1) βλ. «Μικρὸν Εὐχολόγιον»
ή «Ἁγιασματάριον»,
«Εὐχὴ τοῦ ἁγίου Μοδέστου»·
Ευχή, που αποδίδεται στον
άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη,
σελ. 358-360,
εκδ. «Ἀποστολικῆς Διακονίας», 2012.
(2) Περὶ Πρώτων Ἀρχῶν, 2, 8, 1.
(3) Πρὸς Αὐτόλυκον, 1, 6.
(4) Ἑξαήμερος, 8, 1· PG 129, 165ΑΒ.
(5) Κλῖμαξ Θείας Ἀναβάσεως,
26· PG 88, 1028A.
(6) Λόγος κεφαλαιώδης
περὶ φύσεως ἀνθρώπου, 1.
(7) Κατὰ Κέλσου, 4, 83.
(8) Ἑξαήμερος, 8, 2· PG 29, 168Α.
(9) The Problem of Pain,
124-41, London 1940.
(10) Μυστικὴ Πραγματεία, 82.
(11) Ὁμιλία, 74.
(12) Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης,
Λόγος Ιθ΄, σελ. 555.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.