Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2018

ΟΣΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ Ο ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ


ΟΣΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ Ο ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ


     Ο όσιος Κυριακός γεννήθηκε στην Κόρινθο της Πελοποννήσου το 448, προς το τέλος της βασιλείας του Θεοδοσίου του Μικρού. Ήταν γιος ιερέως και ανεψιός του επισκόπου Κορίνθου Πέτρου, ο οποίος τον χειροθέτησε αναγνώστη από την παιδική του ηλικία. Όταν έγινε δεκαοκτώ ετών, κυριευμένος από θείο ζήλο, αποφάσισε να αρνηθεί τον κόσμο και να αναχωρήσει κρυφά στα Ιεροσόλυμα.

     Φθάνοντας στην Αγία Πόλη (466), πέρασε τον χειμώνα στην Μονή του Οσίου Ευστοργίου. Από εκεί μετέβη στην Λαύρα του Μεγάλου Ευθυμίου [20 Ιαν.], με τον πόθο να γίνει μαθητής του. Ο όσιος τον ενέδυσε το αγγελικό σχήμα, δεν του επέτρεψε όμως να παραμείνει, διότι ήταν ακόμη αγένειος. Επειδή ο όσιος Θεόκτιστος [3 Σεπτ.], στον οποίον συνήθως παρέδιδε τους αρχαρίους, είχε απέλθει προς τον Κύριο, τον έστειλε στον όσιο Γεράσιμο [4 Μαρτ.], που ασκήτευε κοντά στον Ιορδάνη. Αυτός τον κράτησε στο κοινόβιό του και του έδωσε ως διακόνημα να κόβει ξύλα, να μεταφέρει νερό και να μαγειρεύει. Ο Κυριακός εκτελούσε πρόθυμα κάθε υπηρεσία, περνώντας την ημέρα με κόπο και μόχθο, την δε νύκτα με προσευχές. Μολονότι υπηρετούσε στο κοινόβιο, κρατούσε την τάξη των αναχωρητών· τρεφόταν μόνο με ψωμί και νερό κάθε δύο ημέρες και πάντα κατά την ενάτη ώρα (3 μ.μ.). Θαυμάζοντας την άσκηση και την διαγωγή του μαθητού του, ο όσιος Γεράσιμος τον αγαπούσε ιδιαίτερα και τον καιρό της Μ. Τεσσαρακοστής τον έπαιρνε μαζί του στην έρημο του Ρουβά, όπου ησύχαζαν έως την Κυριακή των Βαΐων, κοινωνώντας κάθε Κυριακή από τα χέρια του Μεγάλου Ευθυμίου.

     Όταν, το 473, εκοιμήθη ο Μέγας Ευθύμιος, ο όσιος Γεράσιμος είδε την ψυχή του να ανέρχεται στους ουρανούς, την οποία προέπεμπαν άγιοι άγγελοι και, παίρνοντας μαζί του τον Κυριακό, πήγε στην λαύρα για να παρευρεθεί στον ενταφιασμό του μεγάλου γέροντος.

     Τον ένατο χρόνο της παραμονής του Κυριακού στην Παλαιστίνη εκοιμήθη και ο όσιος Γεράσιμος (475). Τότε ο Κυριακός, ηλικίας είκοσι επτά ετών, μετέβη στην Λαύρα του Μεγάλου Ευθυμίου. Επί δέκα χρόνια ησύχαζε σε ένα κελί· παράλληλα κόπιαζε πολύ και στις οικοδομές, διότι τον καιρό εκείνο η λαύρα μετατράπηκε σε κοινόβιο. Εκεί χειροτονήθηκε και διάκονος. Ψυχράνθηκε όμως η αγάπη ανάμεσα στα αδελφά μοναστήρια, το του Μεγάλου Ευθυμίου και το του οσίου Θεοκτίστου, και είχαν διαρκείς φιλονικίες. Φεύγοντας τα σκάνδαλα και τις ταραχές, ο Κυριακός μετέβη στην λαύρα του Σουκά (485).

     Κατά τα τριάντα εννέα χρόνια της εκεί παραμονής του πέρασε από τα διακονήματα του αρτοποιείου, του νοσοκομείου, του ξενοδοχείου και του οικονομείου, στα οποία υπηρετούσε τους αδελφούς με υποδειγματική πραότητα και υπομονή. Στο διάστημα αυτό, σε ηλικία σαράντα ετών, έγινε επί πλέον σκευοφύλακας και κανονάρχης και, αφού συμπλήρωσε δεκατρία χρόνια ως διάκονος, χειροτονήθηκε ιερεύς.

     Ο ίδιος ο αββάς Κυριακός έλεγε ότι επί τριάντα ένα χρόνια, που διακονούσε ως κανονάρχης, ο ήλιος δεν τον είδε να τρώει ούτε να οργίζεται· ούτε κτυπούσε τον ξύλινο σημαντήρα της λαύρας για την ορθρινή ακολουθία, προτού τελειώσει όλον τον «Άμωμο» (Ψαλμ. 118).


     Ο φιλήσυχος αυτός ερωδιός της ερήμου στα εβδομήντα επτά του χρόνια άφησε την λαύρα και αναχώρησε μαζί με έναν μαθητή του στην πανέρημο του Νατουφά. Μη ευρίσκοντας εκεί ούτε άγρια χόρτα, τρεφόταν με βολβούς αγρίων κρεμμυδιών, των οποίων την φυσική πικρότητα ο Θεός, με την προσευχή του δούλου του, μετέτρεπε υπερφυσικά σε γλυκύτητα.

     Ενώ συμπλήρωσαν τον πέμπτο χρόνο της διαμονής τους στον Νατουφά, ο όσιος θεράπευσε από σεληνιασμό τον γιο κάποιου χωρικού από την Θεκωέ. Το θαύμα αυτό διακηρύχθηκε στα περίχωρα και ο Κυριακός, για να αποφύγει την ενόχληση από την συρροή των ανθρώπων, αναχώρησε στην έρημο του Ρουβά, όπου έμεινε πέντε χρόνια (530-535), αρκούμενος στις ρίζες των μελαγρίων και σε ψίχα καλαμιών. Αλλά η Χάρις των θαυμάτων του και εδώ τον έκανε γνωστό και ο όσιος, φέροντας με δυσφορία την πολλή ενόχληση του κόσμου, αναχώρησε μυστικά στην απόκρυφη έρημο του Σουσακείμ.

     Στον απαράκλητο αυτό τόπο έζησε μόνος με μόνον τον Θεό επτά χρόνια. Τότε ενέσκηψε θανατικό στην περιοχή και οι πατέρες της λαύρας του Σουκά, φοβούμενοι τον υπαρκτό κίνδυνο, κατέβηκαν στο Σουσακείμ, και ύστερα από πολλές παρακλήσεις τον ανέβασαν στην λαύρα τους, για να τους προστατεύσει με τις θεοπειθείς προσευχές του. Κατά την δεύτερη αυτή παραμονή του στου Σουκά ο Κυριακός έμεινε πέντε χρόνια (542-547) στο σπήλαιο του οσίου Χαρίτωνος [28 Σεπτ.], αγωνιζόμενος με την οξεία ρομφαία του λόγου και της πνευματικής του σοφίας κατά τως αιρέσεων των ωριγενιστών, που είχαν παρασύρει τότε στην πλάνη τους πολλούς μοναχούς της Παλαιστίνης.

     Όταν ηρέμησαν τα πράγματα, απερίσπαστος ο γέροντας κατέβηκε πάλι στο Σουσακείμ, σε ηλικία ενενήντα εννέα ετών. Εκεί ησύχασε για οκτώ χρόνια, έχοντας συντροφιά ένα λιοντάρι, που του φύλαγε τα μικρά του λάχανα από τα αγριοκάτσικα και τους ληστές. Επειδή ο τόπος ήταν άνυδρος, εξυπηρετούσε τον εαυτό του και πότιζε τα λάχανά του με νερό που συγκεντρωνόταν τον χειμώνα στα κοιλώματα των πετρών. Δύο χρόνια πριν από την κοίμησή του, κατέβηκαν οι πατέρες της λαύρας του Σουκά και με πολλές παρακλήσεις και ικεσίες πήραν τον υπέργηρο όσιο κοντά τους στο σπήλαιο του οσίου Χαρίτωνος. Παρά το βαθύ του γήρας, ολοπρόθυμος στεκόταν στις ακολουθίες και συνέχιζε την άσκησή του. Πράος, ευπροσήγορος και ευπρόσιτος, προφητικός, διδασκαλικός και παρηγορητικός κατά την τελευταία φάση της παροικίας του στην γη, δεχόταν με χαρά όσους τον επισκέπτονταν, τους ωφελούσε με την παρουσία και τον λόγο του και τους περιποιόταν φιλόξενα με τα γεροντικά του χέρια. Όταν αρρώστησε και πλέον κατάλαβε το τέλος του, προσκάλεσε όλους τους πατέρες της λαύρας, τους ασπάσθηκε με άγιο φίλημα και εκοιμήθη εν ειρήνη στις 29 Σεπτεμβρίου του 557, σε ηλικία εκατόν εννέα ετών, πλήρης Χάριτος και Πνεύματος Αγίου.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ ἠκολούθησας, καταλιπὼν τὰ τῆς γῆς, καὶ βίον ἰσάγγελον, ἐπολιτεύσω σαφῶς, ὡς ἄσαρκος Ὅσιε· σὺ γὰρ ἐν ταῖς ἐρήμοις, προσχωρῶν θείῳ πόθῳ, σκίλλῃ πικρᾷ τὴν πάλαι, πικρὰν γεῦσιν ἀπώσω. Διὸ Κυριακὲ θεοφόρε, ἀξίως δεδόξασαι.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
παλῶν ἐξ ὀνύχων τῷ Χριστῷ ἠκολούθησας, τὴν ἀγγελικὴν πολιτείαν ὁλοτρόπως ἑλόμενος· διὸ ἐν ταῖς ἐρήμοις προσχωρῶν, τῶν θείων ἠξιώθης δωρεῶν, θεραπεύων πᾶσαν νόσον Κυριακέ, τῶν πίστει προσιόντων σοι. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
     ς ὑπερμάχῳ κραταιῷ καὶ ἀντιλήπτορι
     Ἡ σὲ τιμῶσα ἱερὰ Λαύρα ἑκάστοτε
     Ἑορτάζει τὰ μνημόσυνα ἐτησίως.
     Ἀλλ’ ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον
     Ἐξ ἐχθρῶν ἐπεμβαινόντων ἡμᾶς φρούρησον,
     Ἵνα κράζωμεν· χαίροις Πάτερ τρισόλβιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
στρον ἐκ Κορίνθου ἀναφανείς, ἐν τῇ Παλαιστίνῃ, διαλάμπεις ἀσκητικῶς, καὶ καταπυρσεύεις, Χριστοῦ τὴν Ἐκκλησίαν, Κυριακὲ θεόφρον, τοῖς σοῖς παλαίσμασι.


Σχόλιο στο βίο του Οσίου.
     Δείτε την προσωνυμία του Οσίου και θαυμάστε: ο «Αναχωρητής»! Δηλαδή, αυτός που πάντα αναχωρεί, που πάντα αφήνει, που εγκαταλείπει συνέχεια, που γίνεται απόμακρος, απόκοσμος, ακριβοθώρητος, αφανής, μυστικός, μόνος. Μήπως ήταν θεριό; Όχι. Γιατί οι καρποί της ζωής του μόνο αγάπη φανερώνουν. Μήπως ήταν ο πιο ευγενής εραστής του Θεού; Ασφαλώς. Η σπάνια αυταπάρνηση και ανδρειοφροσύνη της ζωής του φέρνει σε όλους την ωφέλιμη απορία στα χείλη μας: Τι άνθρωπος ήταν αυτός, που μια ζωή, αλλά ιδίως από τα εβδομήντα επτά του μέχρι το μακάριο τέλος του, δεν άφηνε έρημο για έρημο; Ποιος νέος και ποιος μεσήλικας και ποιος ηλικιωμένος από μας στους καιρούς μας θα διάλεγε άβατα και άνυδρα μέρη για να ζήσει; Ας μη γελιόμαστε: Κανείς! Και πώς και με τι να ζήσει; «Έτσι» απλά; Ο Όσιος σκορπούσε την ίαση, θεράπευε σεληνιασμένους κι αρρώστους, έφερνε υπερκόσμια χαρά σε όσους θεράπευε, και μετά τι έκαμνε; Μήπως καθόταν να απολαμβάνει δόξες, μεγαλεία, επαίνους, τίτλους, προσκυνήματα, φιλοφρονήσεις, αβρότητες και κολακείες; Όχι. Έφευγε, πάντα έφευγε, σύμφωνα με τη μεγάλη και επιτακτική δίψα της καρδιάς του, μην υποφέροντας τη δόξα και τη ζήτηση που έτρεφε με σεβασμό ο κόσμος προς αυτόν. Η Χάρις του Θεού τον ικάνωνε και τον εξωθούσε στις ερημιές, εκεί στο κέντρο της απαρακλησίας του κόσμου, ενώ η αισθαντική αγιότητα του βίου του τον αποκάλυπτε στις λαύρες των μοναστών και στα πλήθη των κουρασμένων ανθρώπων. Και τι καλό μπορεί να κομίσει η πολιτεία του σε μας σήμερα; Αφού εμείς στην πλειονότητά μας είμαστε πλήρως βουτηγμένοι στα φιλαμαρτήμονα, στα ευσεβιστικά ή στα αυτοδικαιωτικά ημίμετρα του «άστατου», του «υγρού» και «διαλελυμένου» βίου μας. Τι σχέση μπορεί να έχουμε εμείς με το αδιήγητο ύψος της πολιτείας του; Αν ζυγιάσουμε το συναξάρι του εγκεφαλικά και ορθολογιστικά, είναι βέβαιο ότι θα χάσουμε και θα χαθούμε, γιατί θα μας καταλάβει μια αγόνιμη απογοήτευση, η οποία θα μας αφήσει πνευματικά πιο πολύ αθεράπευτους. Μα το θέμα είναι να μας αποκαλυφθεί άνωθεν «κάτι» από τον μεγαλειώδη αναχωρητικό βίο αυτού του υπέργηρου ασκητή, ακριβώς για να χαρούμε επιτέλους, για να κραταιωθούμε και για να εξέλθουμε στην παλαίστρα της καθημερινότητάς μας με ακατάλυτη δύναμη, δυνατοί και ωραίοι. Και «δυνατοί» και «ωραίοι», είναι πάντα οι άνθρωποι που βρήκαν τον Θεό. Όχι βέβαια τον εύκολο και ανώδυνο Θεό που κατάντησε να είναι βαρυσορωπιασμένη καραμέλα στα πιασάρικα κηρύγματα σύγχρονων θεοκράχτηδων στις εθελοανίδεες μάζες, αλλά τον Θεό που είναι, ένεκα της αδιψίας και της αδιαφορίας των πολλών αλλά και από την ίδια τη φύση Του, Μόνος, Μυστικός, Κρυφός, Αφανής και Αθεώρητος. Για έναν τέτοιον πανυπέροχο και παμφιλάνθρωπο Θεό γίνεσαι κι εσύ κι εγώ και όλοι μας «αναχωρητής», έστω «μικροαναχωρητής» τηρουμένων των όποιων αναλογιών των προσώπων, των δυνάμεων, των τρόπων και των τόπων. Μόνο με έναν τέτοιον Θεό, αναχωρείς με υπαρκτική ακαθαίρετη τόλμη από όλα τα σαθρά, από όλα τα μηδαμινά, από όλα τα ανάξια, από όλα τα ανούσια, από όλα τα κίβδηλα και υποκριτικά, από όλα τα παράλογα και τα επιζήμια, για να μην αποδοκιμάσεις κατακριτικά μέσα σου καμία κοινωνία και καμία σχέση που αφήνεις πίσω σου, αλλά να την εμπερικλείεις εντός σου και να την εμπλουτίσεις εν τω Θεώ, να την ωραΐσεις, να τη νοηματοδοτήσεις με τη Χάρη, που κι αυτή είναι μυστική και αθέατη. Λες κι ο Θεός παίζει μαζί μας ένα ιερό «κρυφτούλι» και μας καλεί συνεχώς «εκεί» που είναι, στην απαθή Του «μόνωση» και στη πραεία «μοναξιά» Του, για να φιλοτιμηθούμε κι εμείς να αναχωρήσουμε προς Αυτόν, με δίψα και με πόθο, και όχι με κατασκηνωτικούς ευσεβισμούς και με νοησιαρχικές ιδέες, και να Τον βρούμε επιτέλους! Βλέπετε, όλα τα κάνει αυτό το «Αναχωρητής»! Όποιος, με τη Χάρη του Θεού, «αναχωρεί» από την αμαρτία του, από το σκοτάδι του, από την πλάνη του, από τη βαρύγδουπη εξυπνάδα του, από τη σκιά των προσόντων του, από τη μωρία της σαρκικότητάς του, αυτός δεν υπάρχει περίπτωση να μη βρει και να μη ζήσει μόνος τον Μόνο Θεό!

π. Δαμιανός




[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 1ος (Σεπτέμβριος),
σελ. 349–351.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20112.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Πόσο ευγνώμονες
είναι οι αναλήθειες του βίου μας
στις κατά καιρούς
ανεξάντλητες δικαιολογίες μας!
Μια άλλη πονεμένη ιστορία κι αυτό!...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΓΕΔΕΩΝ


Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΓΕΔΕΩΝ


     Ο Γεδεών ήταν γιος του Ιωάς από την φυλή του Μανασσή και ζούσε στην πόλη Εφραθά της Σαμάρειας. Κατά τους χρόνους του οι ειδωλομανείς Ισραηλίτες αποστάτησαν πάλι από τον Θεό, ο Οποίος τους παρέδωσε προς σωφρονισμό στα χέρια των Μαδιανιτών. Επί επτά χρόνια οι νομάδες αυτοί της ερήμου την εποχή του θερισμού εισέβαλλαν στην εύφορη γη της Χαναάν και κατέστρεψαν τελείως την παραγωγή. Πάμπτωχοι οι Ισραηλίτες εξαιτίας της ερημώσεως, στράφηκαν με μετάνοια προς τον Κύριο.

     Κάποια ημέρα, την ώρα που ο Γεδεών ράβδιζε λίγα στάχυα κρυμμένος σε ένα πατητήρι σταφυλιών για να μη του τα αρπάξουν οι Μαδιανίτες, του παρουσιάσθηκε άγγελος Κυρίου υπό μορφήν ανθρώπου και του ανήγγειλε ότι, αν και ήταν μικρότερος στον οίκο του πατέρα του και καταγόταν από την πιο άσημη οικογένεια της φυλής του, ο Θεός τον εξέλεξε για να απελευθερώσει τον λαό του από την μαδιανιτική μάστιγα.

     Ο Κύριος τον ενδυνάμωσε με πνεύμα Θεού και ο Γεδεών συνήγειρε τους άνδρες της φυλής του εναντίον των νομάδων επιδρομέων. Για να βεβαιωθεί ότι όντως ο Θεός θα είναι μαζί του, ζήτησε να του το αποδείξει με κάποιο υπερφυσικό σημείο. Άφησε αποβραδίς ένα ποκάρι μαλλιού στο αλώνι και παρακάλεσε τον Κύριο η νυκτερινή δροσιά να πέσει μόνον επάνω στο μαλλί, ενώ η γύρω γη να μείνει στεγνή. Ο Θεός εκπλήρωσε το αίτημά του και την επομένη ο Γεδεών ζήτησε να συμβεί το αντίθετο: η δροσιά αυτή τη φορά να πέσει επάνω στην γη, ενώ το ποκάρι να μείνει κατάξερο και άνυδρο. Το διπλό αυτό θαύμα ήταν και μια προφητική προτύπωση του παρθενικού τοκετού του Χριστού, ο Οποίος, ως ουράνια και αθόρυβη δροσιά κατήλθε στην πανάχραντη κοιλία της Κυρίας Θεοτόκου.


     Πεπεισμένος ότι ο Θεός θα είναι σύμμαχός του, ο Γεδεών πρωί-πρωί στρατοπέδευσε με τους άνδρες του απέναντι από το στρατόπεδο των αναρίθμητων Μαδιανιτών, στην πεδιάδα Ιεζράελ. Ο Κύριος τον διέταξε να πάρει από τους άνδρες του μόνον όσους σκύψουν στην κοντινή πηγή και πιουν νερό γρήγορα-γρήγορα από την χούφτα τους, βγάζοντας έξω την γλώσσα όπως ο σκύλος. Έτσι, κράτησε μόνον τους τριακοσίους που το πέτυχαν, ώστε να μην μπορέσει να καυχηθεί λέγοντας, «μ’ έσωσε το χέρι μου» (Κριτ. 7, 2), αλλά να οφείλει την νίκη του αποκλειστικά και μόνον στον Θεό. Εφοδίασε τον καθένα με μία κεράτινη σάλπιγγα και μία στάμνα, μέσα την οποία έκρυψαν αναμμένο δαυλό, και τα μεσάνυκτα επιτέθηκαν προς τους εχθρούς, σαλπίζοντας και συντρίβοντας τις στάμνες. Ο αιφνίδιος κρότος από την βίαιη θραύση και οι αναμμένοι δαυλοί μέσα στην νύκτα επέφεραν μεγάλη σύγχυση και τρόμο στους κοιμισμένους Μαδιανίτες, οι οποίοι αλληλοσφάζονταν, καθώς τους καταδίωκε ο Γεδεών με τους άνδρες του.

     Μετά την τελική εξολόθρευση των εχθρών, ο λαός πρότεινε στον Γεδεών κληρονομική βασιλεία, αλλά αυτός, θέλοντας να προβάλλει ως μόνον βασιλέα του Ισραήλ τον Θεό, αρνήθηκε λέγοντας: «Ο Κύριος να είναι ο αρχηγός σας!» (Κριτ. 8, 23). Ως τον θάνατό του, επί σαράντα χρόνια, παρέμεινε κριτής του Ισραηλιτικού λαού, εξασφαλίζοντάς του την ειρήνη. Πέθανε στην Εφραθά και ενταφιάσθηκε στο μνήμα του πατέρα του Ιωάς (Κριτ. 8, 32). Η ετήσια μνήμη του τελείται από την αγία Εκκλησία μας στις 26 Σεπτεμβρίου.


[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 1ος (Σεπτέμβριος),
σελ. 315–317.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20112.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΠΟ ΤΟ ΛΑΛΗΜΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ


ΑΠΟ ΤΟ ΛΑΛΗΜΑ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ


     Περνώντας κάποτε ο αββάς Μακάριος με συνοδεία αδελφών μέσα από την Αίγυπτο, άκουσε κάπου εκεί κοντά ένα παιδάκι να λέει στην μητέρα του τα εξής: «Μητέρα, ένας πλούσιος με αγαπά κι εγώ τον μισώ· κι ένας φτωχός με μισεί κι εγώ τον αγαπώ!...».

     Ο αββάς Μακάριος το άκουσε αυτό και θαύμασε. Και του λένε οι αδελφοί: «Τι κατάλαβες να σημαίνουν τα λόγια αυτά, πάτερ, και θαύμασες τόσο;».

     Και ο Γέροντας τούς είπε: «Πράγματι! Ο Κύριός μας, είναι πλούσιος (σε αγαθότητα και έλεος) και μας αγαπά (απεριόριστα) κι εμείς δεν θέλουμε να υπακούσουμε σ’ Αυτόν· ενώ ο εχθρός μας, ο διάβολος, είναι φτωχός (τελείως από αγάπη) και μας μισεί (θανάσιμα) και, παρ’ όλ’ αυτά, εμείς αγαπούμε την (ολέθρια) βρωμιά του!».

ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ



[ «Το Μέγα Γεροντικόν»·
Τόμ. Γ΄, Κεφ. Ι΄, §72, σελ. 92–95.
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Το Γενέσιον της Θεοτόκου».
Πανόραμα, Θεσ/νίκης·
Ιούνιος, 19971.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Η ΟΣΙΑ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ


Η ΟΣΙΑ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ


     Η οσία Ευφροσύνη έζησε στην Αλεξάνδρεια κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μικρού (408-450). Ο πατέρας της Παφνούτιος ήταν από τους πιο πλούσιους άνδρες της πόλεως και η Ευφροσύνη το μόνο παιδί που άφησε σ’ αυτόν μετά τον πρόωρο θάνατό της η γυναίκα του. Μεγαλωμένη με ευσέβεια και φόβο Θεού, η Ευφροσύνη ποθούσε να αφιερωθεί στον Δεσπότη Χριστό· αλλά, όταν έγινε δεκαοκτώ ετών, ο Παφνούτιος, αν και γνώριζε την φιλόθεη γνώμη της, την μνήστευσε με έναν ευγενή και πλούσιο άρχοντα.

     Λίγο καιρό πριν από τους γάμους, ο Παφνούτιος επισκέφθηκε κατά την συνήθειά του κάποιο ανδρικό μοναστήρι της περιοχής. Η Ευφροσύνη, βρίσκοντας ευνοϊκή την περίσταση, κούρευσε τα μαλλιά της και ντυμένη ανδρικά παρουσιάσθηκε στην μονή ως ευνούχος του αυτοκράτορα Θεοδοσίου με το όνομα Σμάραγδος, την ημέρα που αναχωρούσε από εκεί ο πατέρας της.

     Ο ηγούμενος την δέχθηκε στην συνοδεία του και την έθεσε υπό την καθοδήγηση του σοφού και ενάρετου γέροντος Αγαπίου, στον οποίο η Ευφροσύνη υποτασσόταν με πολλή προθυμία και ταπείνωση. Φλεγόμενη από αγάπη για τον Χριστό, παραδόθηκε αμέσως με τόσο ζήλο στους ασκητικούς αγώνες, ώστε σύντομα έγινε αγνώριστη. Το αποσκελετωμένο πρόσωπο και το καταξηραμένο σώμα της δεν άφηναν καμιά υποψία ότι ανήκαν σε μια πρώην απαλή και ωραιότατη κόρη. Ζώντας σε ανδρικό μοναστήρι η νεαρή παρθένος, με την συνεχή της εγρήγορση και τους καθημερινούς της αγώνες, όχι μόνον απέκρουσε τις επιθέσεις του διαβόλου και υπερπηδούσε τις παγίδες του, αλλά κατανίκησε παντελώς την γυναικεία της φύση. Αφού λοιπόν ο μισόκαλος εχθρός δεν μπορούσε να χαυνώσει την ένταση της δικής της ασκήσεως, έριξε σε πειρασμό τους μοναχούς, προκαλώντας σκάνδαλα από την φυσική της χάρη, που οι ασκητικοί αγώνες δεν μπόρεσαν να αφανίσουν. Εξ αιτίας αυτού ο ηγούμενος την πρόσταξε να ησυχάζει σε απομονωμένο κελί, όπου μόνον ο Αγάπιος είχε την ευλογία να την επισκέπτεται, για να της κομίζει τα αναγκαία.

     Απαλλαγμένη από ενοχλήσεις και περισπασμούς, η Ευφροσύνη με όλη την ψυχή τεταμένη προς τον Θεό, κάθε ημέρα μυστικά «στην καρδιά της πραγματοποιούσε αναβάσεις» (πρβλ. Ψαλμ. 83, 6), προσθέτοντας νηστεία στις νηστείες, αγρυπνία στις αγρυπνίες και άσκηση στις ασκήσεις. Λάμποντας με την ζωή της σαν πολύτιμος λίθος, ύστερα από τριάντα οκτώ χρόνια αρρώστησε.

     Ο Παφνούτιος, ο οποίος αφ’ ότου την έχασε, συχνά κατέφευγε για παρηγοριά σ’ αυτό το μοναστήρι, έτυχε και τότε από θεία πρόνοια να βρίσκεται εκεί. Προγνωρίζοντας η Ευφροσύνη την εκδημία της από τα γήινα, τον κάλεσε την τελευταία της ώρα στο κελί και του είπε: «Μη λυπάσαι πλέον, πατέρα, και μην αναζητάς άλλο το παιδί σου, διότι εγώ είμαι!»· και ευθύς παρέδωσε την ψυχή της στον Κύριο.

     Έκπληκτος ο Παφνούτιος από την απροσδόκητη ανεύρεση, έπεσε στην γη άφωνος ως νεκρός. Όταν συνήλθε, κατέβρεξε το άγιο λείψανο με τα δάκρυά του, μακαρίζοντας την θυγατέρα του που απολάμβανε ήδη την ατελεύτητη μακαριότητα του παραδείσου. Και ενώ η φύση τον ανάγκαζε να θρηνεί, η προς Χριστόν ελπίδα μετέτρεπε την θλίψη του σε χαρά και τα δάκρυά του σε ευφροσύνη. Μετά τον ενταφιασμό παρέμεινε στην μονή. Από τον πόθο του να συναγάλλεται αιωνίως μαζί με την θυγατέρα του, ακολούθησε τα ίχνη της. Έγινε μοναχός και έζησε τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του ως ασκητής στο κελί της Ευφροσύνης, κατακλινόμενος στην ψάθα της. Μετά από δέκα χρόνια θεαρέστου βίου εκοιμήθη εν ειρήνη και ενταφιάσθηκε στον τάφο της θυγατέρας του.


Σ υ ν α ξ ά ρ ι ο ν.
     Τῇ ΚΕ΄ τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τῆς Ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν Εὐφροσύνης, θυγατρὸς Παφνουτίου τοῦ Αἰγυπτίου.

Σ τ ί χ ο ι.
     Τὸ θῆλυ κρύπτεις ἀνδρικῶς Εὐφροσύνη,
     Καὶ κρυπτὰ τὸν βλέποντα Δεσπότην βλέπεις.

     Εἰκάδα Εὐφροσύνη κατὰ πέμπτην πότμον ὑπέστη.

Εἰς τὸν Ὅσιον Παφνούτιον, τὸν πατέρα αὐτῆς.

Σ τ ί χ ο ι.
     Μύσας ὁ Παφνούτιος ἐν τῷ σαρκίῳ,
     Τῷ πνεύματι ζῇ, καὶ θεωρεῖ φῶς μέγα.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
     ς παρθένος φρονίμη καὶ ἀδιάφθορος, κατηγγυήθης ὁσίως τῷ Ζωοδότῃ Χριστῷ, καὶ προσκαίρων τὴν χλιδὴν ἐμφρόνως ἔλιπες· ὅθεν ἐν μέσῳ τῶν ἀνδρῶν, ὡς ἀμόλυντος ἀμνάς, ἐξέλαμψας Εὐφροσύνη, καὶ τοῦ Βελίαρ τὰ κέντρα, τῇ πολιτείᾳ σου ἀπήμβλυνας.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.
     Τῆς ἄνω ζωῆς, ποθοῦσα ἐπιτεύξασθαι, τὴν κάτω τρυφήν, σπουδαίως καταλέλοιπας, καὶ σαυτὴν κατέμιξας, ἀναμέσον ἀνδρῶν παναοίδιμε· διὰ Χριστὸν γὰρ τὸν νυμφίον σου, μνηστῆρος προσκαίρου κατεφρόνησας.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
     Εὐφροσύνης πρόξενος ἡ βιοτή σου, τοῖς ἐν κόσμῳ γέγονε, προτυπωθείσης ἐναργῶς, τῇ φερωνύμῳ σου πάνσεμνε, προσηγορίᾳ Εὐφροσύνη ἔνδοξε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
     Μνήστορα λιποῦσα τὸν γεηρόν, φαιδρῶς ἐνυμφεύθης, τῷ ὡραίῳ κάλλει Χριστῷ, δι’ ἀμέμπτου βίου, Ὁσία Εὐφροσύνη, δι’ οὗ ἀεὶ εὐφραίνεις, τοὺς σὲ γεραίροντας.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 1ος (Σεπτέμβριος),
σελ. 294–295.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20112.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ


ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ


     Αυτό το νεοφανές άστρο του στερεώματος της Εκκλησίας, ο όσιος Σιλουανός –κατά κόσμον Συμεών Ιβάνοβιτς Αντόνωφ– γεννήθηκε το 1866 από γονείς χωρικούς της περιφέρειας Ταμπώφ της Ρωσίας. Από την ηλικία των τεσσάρων ετών αναρωτιόταν: «Πού είναι αυτός ο Θεός; Όταν μεγαλώσω, θα γυρίσω όλη την γη αναζητώντας Τον!».

     Όταν μεγάλωσε, οι «Βίοι των Αγίων» και τα θαύματά τους πυρπόλησαν την νεανική του καρδιά από αγάπη προς τον Θεό, ο νους του προσκολλήθηκε στην αδιάλειπτη μνήμη Του και προσευχόταν πολύ με δάκρυα. Η χαρισματική αυτή κατάσταση που διήρκησε τρεις μήνες, διήγηρε μέσα του τον πόθο για την μοναχική ζωή. Νέος όμως, εύθυμος εκ χαρακτήρος και προικισμένος με εξαιρετική φυσική δύναμη, επανήλθε στην κοσμική ζωή και συμμετείχε σε όλες τις διασκεδάσεις του χωριού. Κάποια ημέρα, σε μία συμπλοκή παρά λίγο θα σκότωνε έναν συγχωριανό του. Λίγο καιρό μετά από αυτό το επεισόδιο, αποκοιμήθηκε ελαφρά και είδε στον ύπνο του ένα φίδι να σύρεται μέσα του από το στόμα. Μαζί με την αηδία που ένιωσε, άκουσε την φωνή της Θεοτόκου να του λέει με ασυνήθιστη γλυκύτητα: «Κατάπιες στο όνειρό σου φίδι και δεν σου άρεσε· το ίδιο δεν αρέσει και σε μένα να βλέπω τα έργα σου!».

     Ύστερα από την κλήση αυτή η ζωή του άλλαξε ριζικά. Αισθάνθηκε βαθειά αποστροφή προς την αμαρτία και κυριευμένος από θερμή μετάνοια δεν σκεπτόταν τίποτε άλλο παρά μόνον το Άγιον Όρος και την Μέλλουσα Κρίση. Το 1892, αμέσως μόλις τελείωσε την στρατιωτική του θητεία, ζήτησε από τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης [20 Δεκ.] να εύχεται γι’ αυτόν «να μην τον κρατήσει ο κόσμος» και αναχώρησε για το Περιβόλι της Παναγίας. Εισήλθε ως δόκιμος στην ρωσική Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, η οποία τότε βρισκόταν στο ύψιστο σημείο της ακμής της και αριθμούσε δύο χιλιάδες περίπου μοναχούς.


     Μετά την γενική εξομολόγηση που έκανε στην αρχή της νέας του ζωής, ο πνευματικός τού είπε ότι συγχωρήθηκαν όλες του οι αμαρτίες και ο νεαρός δόκιμος παραδόθηκε αφελώς στην χαρά. Έτσι, έχασε την βαθειά του μετάνοια και άρχισε να πολεμείται από σαρκικούς λογισμούς, που τον έδιωχναν στον κόσμο για να νυμφευθεί. Ο πνευματικός τον συμβούλευσε ποτέ να μην συγκατατίθεται στους λογισμούς, αλλά να τους διώχνει αμέσως με την επίκληση του Ονόματος του Ιησού. Από την στιγμή εκείνη και κατά τα σαράντα πέντε χρόνια της μοναχικής του ζωής, ο μακάριος δούλος του Θεού δεν δέχθηκε ούτε έναν απρεπή λογισμό. Πήρε την μεγάλη απόφαση και είπε στον εαυτό του: «Εδώ θα πεθάνω για τις αμαρτίες μου!» και άρχισε με πύρινη αδιάλειπτη προσευχή να ζητά από τον Κύριο να τον ελεήσει, την μεν ημέρα στην βαριά και κοπιαστική διακονία του μύλου, που εκτελούσε με ακρίβεια και ολοκληρωτική απάρνηση του ιδίου του θελήματος, κυρίως όμως την νύκτα, την οποία περνούσε όλη σχεδόν με ζέουσα προσευχή, όρθιος ή καθισμένος σε ένα σκαμνί. Όταν απέκαμνε από την εξάντληση, δεν ξάπλωνε, αλλά κοιμόταν καθισμένος στο σκαμνί δεκαπέντε έως είκοσι λεπτά και σηκωνόταν πάλι για προσευχή. Συνολικά κοιμόταν δύο ώρες το εικοσιτετράωρο και αυτές διακεκομμένες.

     Είχαν περάσει τρεις μόνον εβδομάδες από την άφιξή του στο Μοναστήρι, όταν κάποιο βράδυ, καθώς προσευχόταν μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, η Ευχή του Ιησού εισέδυσε στην καρδιά του και άρχισε να ενεργείται εκεί μόνη της ακαταπαύστως ημέρα και νύκτα. Την σπάνια και μεγάλη αυτή δωρεά, που μερικές φορές χαρίζει ο Θεός και στους αρχαρίους, ακολούθησε σκληρός αγώνας κατά των λογισμών που του υπέβαλλαν οι δαίμονες. Άλλοτε του έλεγαν ότι είναι άγιος, άλλοτε πάλι τον έριχναν σε απόγνωση πως δεν θα σωθεί. Μία νύκτα, της ώρα της προσευχής το κελί του γέμισε έξαφνα από ασυνήθιστο φως, που διαπέρασε όλο του το σώμα. Η ψυχή του ταράχθηκε. Αν και η προσευχή συνέχισε να ενεργείται μέσα του, ο δόκιμος Συμεών είχε χάσει ωστόσο την συντριβή και τότε κατάλαβε ότι επρόκειτο περί σατανικής πλάνης.

     Έξι μήνες πάλευε με αυτές τις δαιμονικές επιθέσεις, προσευχόμενος με όλη την δυνατή ένταση οπουδήποτε και αν βρισκόταν, είτε στον ναό είτε στο διακόνημα του μύλου είτε στο κελί, ώσπου έφθασε σε εσχάτη απόγνωση. Καθισμένος μία ημέρα στο κελί του, πριν από τον Εσπερινό, σκέφθηκε: «Ο Θεός είναι αδυσώπητος!». Την ίδια στιγμή ένιωσε μέσα του τελεία εγκατάλειψη και η ψυχή του για μία ώρα περίπου βυθίστηκε σε σκοτάδι απερίγραπτης αγωνίας. Την ώρα του Εσπερινού, ενώ προσευχόταν με την Ευχή, «Κύριε Ἰησού Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν», έχοντας το βλέμμα του προσηλωμένο στην εικόνα του Χριστού του τέμπλου του παρεκκλησίου του μύλου, ξαφνικά τον περιέλαμψε υπερφυσικό φως –ιλαρό και γλυκύτατο αυτή την φορά– και είδε τον Σωτήρα Χριστό ζωντανό να τον ατενίζει με ανεκλάλητη πραότητα. Η θεία αγάπη διαπέρασε όλη του την ύπαρξη και άρπαξε με ειρηνική βία το πνεύμα του προς την θεωρία του Θεού, έξω από τα σχήματα και τα νοήματα αυτού του κόσμου. Στα επόμενα σαράντα πέντε χρόνια του μοναχικού του βίου ακατάπαυστα μαρτυρούσε ότι διά του Αγίου Πνεύματος γνώρισε τον Ίδιο τον Κύριο, ο Οποίος του εμφανίσθηκε και του αποκάλυψε την Χάρη Του στην πληρότητά της. Το όραμα αλλοίωσε τόσο την ψυχή του από άμετρη αγάπη προς τον Κύριο, ώστε ακόρεστα πια το πνεύμα του, νύκτα και ημέρα στραμμένο προς τον Ηγαπημένο Κύριο, έκραζε: «Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και με δάκρυα Τον ζητώ. Πώς να μη Σε ζητώ; Συ πρώτος με ζήτησες και μου έδωσες να γευθώ την γλυκύτητα του Πνεύματος του Αγίου, και η ψυχή μου Σε αγάπησε ολοκληρωτικά».


     Μόλις πέρασε ο πρώτος καιρός μετά την εμφάνιση του Κυρίου, οι δαίμονες όρμησαν πάλι εναντίον του με λογισμούς τώρα υπερηφανείας. Ο δόκιμος ακόμη Συμεών συγκέντρωσε όλες του τις δυνάμεις στον αγώνα για καθαρή προσευχή. Κατά καιρούς παρηγοριόταν από ολιγόχρονες επισκέψεις της Χάριτος, αλλά όταν αυτή τον εγκατέλειπε και εμφανίζονταν δριμείς προς αυτόν οι δαίμονες, η εσωτερική οδύνη της ψυχής του ήταν πραγματικά απερίγραπτη. Προκειμένου να κρατήσει αναφαίρετη την Χάρη μέσα του, άρχισε έναν μακροχρόνιο και εξαιρετικά επίπονο αγώνα, που συχνά ξεπερνούσε κατά πολύ τις συνηθισμένες ανθρώπινες δυνάμεις.

     Το έτος 1896 εκάρη μικρόσχημος μοναχός με το όνομα Σιλουανός. Εξωτερικά συνέχισε να ακολουθεί με πιστότητα την γενική τάξη της Μονής, αλλά η ένταση του εσωτερικού και αφανούς βίου του τον δίδασκε σταδιακά την τελειότερη ασκητική τάξη του μυστικού ένθεου βίου.

     Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια μαρτυρικών αγώνων από την ημέρα που του εμφανίσθηκε ο Κύριος· και μία νύκτα, όταν σηκώθηκε από το σκαμνί του για να κάνει μετάνοιες, ένας δαίμονας εμφανίσθηκε μπροστά στην εικόνα του Χριστού περιμένοντας να δεχθεί αυτός την εδαφιαία προσκύνηση. Ο Σιλουανός με οδύνη καρδίας ζήτησε την βοήθεια του Κυρίου και άκουσε στην ψυχή την άνωθεν απάντηση: «Οι υπερήφανοι πάντα έτσι υποφέρουν από τους δαίμονες!». «Κύριε», είπε τότε ο Σιλουανός, «τι πρέπει να κάνω για να ταπεινωθεί η ψυχή μου;». Και πήρε την απάντηση από τον Χριστό: «Κράτα τον νου σου στον άδη και μη απελπίζου!».

     Με τον λόγο αυτόν –παρακαταθήκη στην γενεά μας– ο Θεός τού αποκάλυψε ότι κάθε ασκητικός αγώνας πρέπει να αποβλέπει στην απόκτηση της Ταπεινώσεως του Χριστού, κατά τον λόγο Του «Μάθετε ἀπ’ Ἐμοῦ, ὅτι πρᾷος εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11, 29)· και ότι αυτή η Ταπείνωση είναι η βασιλική και ασφαλής οδός που οδηγεί στην καθαρή προσευχή και στην απάθεια. Έλεγε πως, μόλις ο νους του έφευγε από την μνήμη του πυρός της κολάσεως, οι λογισμοί αποκτούσαν πάλι δύναμη.


     Στο εξής, τηρώντας ως κανόνα απλανή τον λόγο του Κυρίου, πορευόταν σταθερά την οδό της Δεσποτικής Ταπεινώσεως. Η Χάρις ενοίκησε μονίμως μέσα του· αλλά, όταν αυτή ελαττωνόταν εξαιτίας του ευμετάβλητου της ανθρώπινης φύσεως –από το οποίο έπασχε ακόμη ο Σιλουανός–, έχυνε οδυνηρά δάκρυα. Πέρασαν άλλα δεκαπέντε χρόνια εντατικού αγώνος, μέχρις ότου αποκτήσει πλήρη κυριαρχία επάνω σε κάθε κίνηση της καρδιάς του και εισέλθει, κατά την τελευταία δεκαπενταετία του επίγειου βίου του, στην μακαρία κατάσταση της απαθείας.

     Το 1911 εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Εκείνη περίπου την εποχή, ποθώντας η αδιάλειπτη προσευχή του να είναι απερίσπαστη, ζήτησε από τον ηγούμενο την ευλογία να αφήσει το διακόνημα του οικονόμου και να πάει στο «Παλαιό Ρωσικό» –εξάρτημα της Μονής που βρίσκεται ψηλότερα στο βουνό– όπου χάρη στην ερημική ησυχία του τόπου ζούσαν τότε αυστηροί ασκητές. Εκεί έπαθε ψύξη στο κεφάλι και έως τον θάνατό του υπέφερε από μαρτυρικούς πονοκεφάλους, τους οποίους θεώρησε ως παιδαγωγική τιμωρία επειδή παραβίασε την κρίση του ηγουμένου και είχε κάνει το θέλημά του.

     Ενάμισι όμως χρόνο αργότερα το Μοναστήρι τον ανακάλεσε στο διακόνημα του οικονόμου, στο οποίο παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του. Επιστρέφοντας στην υπακοή του, μολονότι ανέλαβε υπό την ευθύνη του διακόσιους περίπου εργάτες, η προσευχή του έγινε θερμότερη παρά στο «Παλαιό Ρωσικό». Κάθε πρωί περιερχόταν τα εργαστήρια για να κατανείμει τις εργασίες της ημέρας και επέστρεφε πάλι στο κελί του για να προσευχηθεί με δάκρυα γι’ αυτούς τους ανθρώπους και τις οικογένειές τους, «για τον λαό του Θεού». Έχοντας λάβει από το Άγιο Πνεύμα το χάρισμα να βιώνει ενεργώς την απέραντη αγάπη του Χριστού προς τον κόσμο, με πύρινα δάκρυα προσευχόταν αδιαλείπτως για την ανθρωπότητα, για όλον τον Αδάμ, ιδιαιτέρως δε για τους κεκοιμημένους. Έλεγε: «Το να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους σημαίνει να χύνεις αίμα»· και δίδασκε ότι το κριτήριο της αληθινής πίστεως είναι η αγάπη προς τους εχθρούς.

     Ο ταπεινός αυτός Αγιορείτης Μοναχός, που έζησε όλα τα χρόνια της μοναχικής του ζωής έναν μαρτυρικό αγώνα στην αφάνεια, άφησε ως πολύτιμη κληρονομιά στην Εκκλησία –σαν ένας νέος προφήτης των τελευταίων καιρών– την προσευχή υπέρ του κόσμου· αυτή είναι η σύνθεση του Χριστιανισμού και η συντομότερη οδός για την επίτευξη της εν Χριστώ τελειότητος. Στηρίζοντας τον κόσμο με την προσευχή του και δεόμενος διακαώς προς τον Κύριο να Τον γνωρίσουν εν Πνεύματι Αγίω όλοι οι λαοί της γης, ετελείωσε εν ειρήνη τον επίγειο δρόμο του στις 24 (11) Σεπτεμβρίου του 1938. Η επίσημη αναγνώρισή του σε άγιο έγινε το 1988 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι Εκκλησίες του παλαιού ημερολογίου τον εορτάζουν στις 11 Σεπτεμβρίου. Για τον εκτενή και κατά πλάτος Βίο και για τις Γραφές του Αγίου Σιλουανού βλέπε το περισπούδαστο και θεολογικότατο έργο του πιστού μαθητή και μόνου βιογράφου του, του μακαριστού Γέροντος Αρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ (1896–1993): «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», έκδοση της Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 200310.

ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΧΕΣ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ

[1]
«Το να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους,
είναι σαν να χύνεις αίμα»


     Όταν ο Άγιος Σιλουανός έγινε οικονόμος και γυρνούσε από το ηγουμενείο στο κελί του, προσευχόταν θερμά να τον βοηθάει ο Κύριος να εκπληρώνει όπως πρέπει το υπεύθυνο διακόνημα. Μετά από πολλή προσευχή, η ψυχή του πήρε την απάντηση: «Διατήρησε την Χάρη που σου δόθηκε!». Τότε κατάλαβε πως η διατήρηση της Χάριτος είναι σπουδαιότερη και πολυτιμότερη από όλα τα άλλα. Και έτσι, όταν ανέλαβε το νέο του διακόνημα, πρόσεχε άγρυπνα να μην προκαλέσει εμπόδιο στην προσευχή του. Είχε στις διαταγές του, διακόσιους περίπου εργάτες. Το πρωί επισκεπτόταν τα εργαστήρια και έδινε σε γενικές γραμμές υποδείξεις στους αρχιεργάτες. Έπειτα επέστρεφε στο κελί του να κλάψει «για τον λαό του Θεού».
     Η καρδιά του πονούσε για τους εργάτες κι έχυνε δάκρυα για τον καθένα τους...: «Να, ο Μιχάλης! Άφησε τα παιδιά και την γυναίκα του στο χωριό κι εργάζεται εδώ για λίγα χρόνια. Πώς να αισθάνεται, τόσο μακριά από το σπίτι του, χωρίς να βλέπει ούτε την γυναίκα, ούτε τα αγαπημένα του παιδιά;... Να, ο Νικήτας! Μόλις παντρεύτηκε κι εγκατέλειψε την νεαρή έγκυο γυναίκα του και την ηλικιωμένη μητέρα του. Τί να ένοιωσαν τάχα, όταν αποχωρίζονταν από τον νεαρό γιο και άνδρα;... Να, ο Γρηγόρης! Εγκατέλειψε γέρους γονείς, νέα γυναίκα και δυο μικρά παιδιά κι ήρθε εδώ να εργαστεί για ένα κομμάτι ψωμί. Τί θα εξοικονομήσει εδώ; Τί φτώχεια θα είχαν, για να αποφασίσουν να εγκαταλείψουν όλους τους δικούς τους;… Σε ποιά φοβερή στέρηση και θλίψη ζει όλος αυτός ο λαός!... Να, ο Νικόλας! Παιδί, ακόμη! Με πόση λύπη θα τον έστειλαν οι γονείς του, τόσο μακριά, σε ξένους ανθρώπους για να πάρει ένα μεροκάματο! Πόσο θα λυπάται η καρδιά των γονιών του!... Ω, σε τί φτώχεια και παθήματα ζει ο λαός!... Και όλοι είναι σαν απολωλότα πρόβατα. Μαθαίνουν κάθε είδους διαστροφές, γίνονται άγριοι, σκληροί!...».
     Έτσι έλεγε ο μακάριος Γέροντας, και η καρδιά του έπασχε για όλους τους φτωχούς. Χωρίς αμφιβολία, έπασχε περισσότερο απ’ αυτούς τους ίδιους, γιατί αυτός έβλεπε στην ζωή τους, όλα όσα οι ίδιοι αγνοούσαν... «Η καρδιά, μιλάει στην καρδιά», λέει η παροιμία. Ο Γέροντας προσευχόταν μυστικά για τον «λαό του Θεού». Οι εργάτες, το αισθάνονταν αυτό και τον αγαπούσαν. Ποτέ δεν τους επιβάρυνε με την παρουσία του και με την επιτήρηση κατά την εργασία. Κι εκείνοι πρόθυμοι εργάζονταν, μάλλον χαρούμενοι και πιο δραστήρια, απ’ ό,τι στους άλλους οικονόμους που –κατά τ’ άλλα– «αγρυπνούσαν για τα συμφέροντα» της Μονής. Ποιός όμως δεν ξέρει πως, όταν παρεμβάλλεται η μέριμνα για το «συμφέρον» ο άνθρωπος παραθεωρείται;! Ο Γέροντας έβλεπε το συμφέρον, το πραγματικό συμφέρον της Μονής, προπάντων στην εργασία των εντολών του Χριστού. «Ο Κύριος σπλαχνίζεται τους πάντες», έλεγε· και όχι μόνον το έλεγε, αλλά συνέπασχε και ο ίδιος μαζί με όλους γεμάτος από Πνεύμα Χριστού.
     Απ’ όσα έβλεπε στην ζωή γύρω του, από τις αναμνήσεις του παρελθόντος του και από την βαθύτατη προσωπική του πείρα, ζούσε το πάθος του λαού, όλου του κόσμου, και η προσευχή του δεν είχε τέλος. Προσευχόταν «εὐχῇ μεγάλῃ» για όλον τον κόσμο. Λησμονούσε τον εαυτό του, ήθελε να πάσχει για τον λαό, από συμπόνια για τους ανθρώπους. Για να έχουν ειρήνη και για να σωθούν, ποθούσε να χύσει το αίμα του, όπως και πράγματι το έχυνε στις προσευχές του. «Το να προσεύχεσαι για τους ανθρώπους, σημαίνει να χύνεις αίμα!», έλεγε ο Γέροντας. Είναι τάχα ανάγκη να πούμε ποια ένταση προσευχής κρύβουν αυτά τα λόγια;…

[2]
«Κράτα τον νου σου στον άδη
και μην απελπίζεσαι!»


     «Παρακαλώ όλους τους ανθρώπους! Ας καταφύγουμε στην μετάνοια και τότε θα δούμε το έλεος του Κυρίου. Εκείνους, μάλιστα, που βλέπουν οράματα και δίνουν πίστη σ’ αυτά, τους παρακαλώ να καταλάβουν πως γι’ αυτό εμφανίζεται μέσα τους η υπερηφάνεια και μαζί της η γλύκα της κενοδοξίας, στην οποία δεν ζει το ταπεινό πνεύμα της μετανοίας. Και εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος, γιατί είναι αδύνατον να νικήσεις τους εχθρούς χωρίς ταπείνωση. Και τώρα αν με ρωτούσε κανείς “τι θέλεις από τον Θεό, ποιές δωρεές;”, θα του απαντούσα: “Το πνεύμα της ταπεινώσεως, που ευχαριστεί τον Κύριο περισσότερο απ' όλα!”. Η Παρθένος Μαρία έγινε Θεομήτωρ για την ταπείνωσή Της και είναι δοξασμένη στον ουρανό και στην γη περισσότερο από όλους. Αυτή παραδόθηκε τελείως στο θέλημα του Θεού: “Ιδού, η δούλη Κυρίου!”. Κι εμείς οφείλουμε να μιμούμαστε την Αγία Παρθένο. Για την ταπείνωση η ψυχή λαμβάνει ανάπαυση κοντά στον Θεό, αλλά για να την φυλάξει, παιδεύεται για πολλά χρόνια. Στερούμαστε την ανάπαυση αυτή, γιατί δεν στερεωθήκαμε στην ταπείνωση. Πολλές φορές εξαπατήθηκα από τους εχθρούς. Σκεφτόμουν: “Η ψυχή μου γνωρίζει τον Κύριο, γνωρίζει πόσο αγαθός είναι και πόσο μας αγαπά. Πώς, όμως, έρχονται σε μένα κακοί λογισμοί;”. Και για πολύ καιρό δεν μπορούσα να διακρίνω, μέχρις ότου ο Κύριος με νουθέτησε και, τότε, γνώρισα ότι από την υπερηφάνεια έρχονται οι κακές σκέψεις. Μία νύχτα καθόμουν στο κελί μου. Και, να! Το κελί μου γέμισε δαίμονες. Προσευχήθηκα θερμά, ο Κύριος τούς έδιωξε, αλλά ήρθαν και πάλι. Τότε σηκώθηκα να κάνω μερικές μετάνοιες μπροστά στις εικόνες, αλλά οι δαίμονες με περικύκλωσαν και ένας απ’ αυτούς στεκόταν μπροστά μου, έτσι που δεν μπορούσα να κάνω μετάνοια στις εικόνες, γιατί θα φαινόταν πως προσκυνώ τον δαίμονα. Τότε κάθισα και λέω: “Κύριε, Εσύ βλέπεις πως θέλω να προσευχηθώ σε Εσένα με καθαρό νου, αλλά δεν μ’ αφήνουν οι δαίμονες. Πες μου· τί πρέπει να κάνω για να φύγουν από μένα;”. Και απάντησε στην ψυχή μου ο Κύριος: “Οι υπερήφανοι πάντοτε έτσι υποφέρουν από τους δαίμονες!”. Κι εγώ είπα: “Κύριε, Εσύ, είσαι Ελεήμων. Η ψυχή μου Σε γνωρίζει. Πες μου· τι πρέπει να κάνω για να ταπεινωθεί η ψυχή μου;”. Και ο Κύριος απάντησε στην ψυχή μου: “Κρατά τον νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι!”. Ω, η ευσπλαχνία του Θεού! Εγώ είμαι βδέλυγμα ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων, αλλά, ο Κύριος με αγάπησε τόσο, που με νουθετεί, με θεραπεύει και διδάσκει ο Ίδιος στην ψυχή μου την ταπείνωση και την αγάπη, την υπομονή και την υπακοή, και εκχέει επάνω μου όλα τα ελέη Του! Από τότε, κρατώ τον νου μου στον άδη και καίγομαι στο ζοφερό πυρ και λιώνω πνευματικά για τον Κύριο και Τον αναζητώ με δάκρυα και λέω: “Κοντεύει το τέλος! Θα πεθάνω και θα κατοικήσω στην σκοτεινή φυλακή του άδη. Εκεί, θα καίγομαι μόνος εγώ και θα νοσταλγώ τον Κύριο και θα κλαίω. Πού είναι ο Κύριός μου, τον Οποίον γνωρίζει η ψυχή μου;”. Και η σκέψη αυτή με ωφέλησε πολύ. Ο νους μου καθαρίστηκε και η ψυχή μου βρήκε ανάπαυση...».

[3]
Για τους ποιμένες


       «Κάποτε, σ’ έναν εσπερινό της Μεγάλης Σαρακοστής, στο “Παλαιό Ρωσικό”, είδε ένας μοναχός τον πνευματικό Αβραάμιο κατ’ εικόνα Χριστού. Ο Γέροντας πνευματικός, στεκόταν με το πετραχήλι του στο εξομολογητήριο κι εξομολογούσε. Όταν μπήκε εκείνος ο μοναχός, αντίκρισε τον πνευματικό, κατάλευκο Γέροντα, και είδε το πρόσωπό του νεανικό, σαν πρόσωπο παιδιού κι έλαμπε ολόκληρος, λες και ήταν όμοιος με τον Χριστό. Τότε κατάλαβε ο μοναχός εκείνος ότι ο πνευματικός τελεί το Μυστήριο “ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ”, καθώς και ότι “διὰ Πνεύματος Ἁγίου” συγχωρούνται οι αμαρτίες σε όποιον μετανοεί.
       »Μεγάλο πρόσωπο είναι ο ιερέας, ο λειτουργός του αγίου θυσιαστηρίου του Θεού! Όποιος τον προσβάλλει, προσβάλλει το Άγιο Πνεύμα που ζει σ’ αυτόν. Αν έβλεπαν οι άνθρωποι σε “ποια” δόξα λειτουργεί ο ιερέας, θα έπεφταν καταγής από το θέαμα αυτό. Και αν ο ίδιος ο ιερέας έβλεπε τον εαυτό του σε “ποια” ουράνια δόξα βρίσκεται κατά την τέλεση του λειτουργήματός του, τότε θα γινόταν μεγάλος ασκητής και θ’ αγωνιζόταν να μη θλίψει με τίποτα την Χάρη του Αγίου Πνεύματος που ζει μέσα του.
       »Γράφω αυτές τις γραμμές και το πνεύμα μου χαίρεται, γιατί οι ποιμένες μας είναι όμοιοι με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Αλλά κι εμείς, τα λογικά πρόβατα, παρ’ όλο που έχουμε μικρή χάρη, εν τούτοις είμαστε ως ένα σημείο όμοιοι με τον Κύριο. Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν αυτό το μυστήριο, αλλά ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος μίλησε καθαρά γι’ αυτό: “Ὅμοιοι Αὐτῷ (τῷ Χριστῷ) ἐσόμεθα” (Α΄ Ιωάν. 3, 2). Ας παραμείνουμε, αδελφοί, υπάκουοι στους ποιμένες μας και τότε θα έρθει γενική ειρήνη· και ο Κύριος με το Άγιο Πνεύμα θα μείνει μαζί με όλους μας.
       »Πρέπει να θυμόμαστε πάντοτε πως ο πνευματικός τελεί το λειτούργημά του με το Άγιο Πνεύμα και γι’ αυτό οφείλουμε να τον σεβόμαστε. Πιστεύετε, αδελφοί, πως αν τύχει και πεθάνει κάποιος ενώπιον του πνευματικού και του πει: “Άγιε πάτερ, ευλόγησέ με να δω τον Κύριο στην Βασιλεία των Ουρανών!” και του απαντήσει ο πνευματικός: “Πήγαινε, παιδί μου, και δες τον Κύριο!”, θα γίνει ό,τι του δώσει με την ευλογία του ο πνευματικός, γιατί το Άγιο Πνεύμα είναι το Ίδιο· και στον ουρανό και στην γη.
       »Έχουν μεγάλη δύναμη οι προσευχές του πνευματικού! Εγώ, έπαθα πολλά εξαιτίας της υπερηφανείας μου από τους δαίμονες, αλλά ο Κύριος με ταπείνωσε και με ελέησε με τις προσευχές του πνευματικού. Και τώρα ο Κύριος μού φανέρωσε ότι σε αυτούς αναπαύεται το Άγιο Πνεύμα και γι’ αυτό έχω βαθύ σεβασμό για τους πνευματικούς. Με τις προσευχές τους, παίρνουμε την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και την αγαλλίαση για τον Κύριο που (τόσο) μας αγαπά και μας άνοιξε τον δρόμο προς την σωτηρία της ψυχής.
       »Αν ο άνθρωπος δεν τα λέει όλα στον πνευματικό, τότε “ἡ ὁδὸς αὐτοῦ εἶναι σκολιά” (πρβλ. Παρ. Σολομώντος 21, 8) και δεν οδηγεί στην σωτηρία. Αν, όμως, λέει τα πάντα, αυτός πορεύεται κατευθείαν στην Βασιλεία των Ουρανών. Γνωρίζω πολλούς που απατήθηκαν με τους λογισμούς τους και από την περιφρόνησή τους προς τον πνευματικό, δεν μπόρεσαν να προοδεύσουν (πνευματικά). Οι άνθρωποι αυτοί, ξεχνούν ότι στο Μυστήριο ενεργεί η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, η οποία και μας σώζει. Το Άγιο Πνεύμα δίνει σοφία στην ψυχή, όταν υπακούμε στις συμβουλές των ποιμένων μας.
       »Ίσως εσύ να σκέφτεσαι: “Πώς μπορεί ο τάδε επίσκοπος ή ο τάδε πνευματικός ή ο τάδε ιερέας να έχει Άγιο Πνεύμα, αφού του αρέσει να τρώει πολύ και έχει και (τόσες) άλλες (ανθρώπινες) αδυναμίες;”. Εγώ, όμως, θα σου πω: “Είναι αυτό δυνατόν, αν αυτός δεν δέχεται τους κακούς λογισμούς. Έτσι, και αν ακόμη έχει κάποιο ελάττωμα, αυτό δεν παρεμποδίζει την Χάρη να ζει μέσα στην ψυχή του. Όπως το πράσινο δέντρο· αν και έχει μερικά ξερά κλαδιά, αυτό όμως δεν το εμποδίζει να καρποφορεί. Ή, όπως τα ζιζάνια· που δεν εμποδίζουν να βλαστάνει το σιτάρι.
       »Όλες οι συμφορές έρχονται σε ’μας, γιατί δεν ρωτάμε τους πνευματικούς πατέρες που είναι ταγμένοι (από τον Θεό) να μας καθοδηγούν.
     »Όπως επίσης (το ίδιο ισχύει) και για τους ιεράρχες και πνευματικούς· γιατί (κι αυτοί με την σειρά τους,) δεν ρωτούν τον Κύριο πώς πρέπει να ενεργήσουν (κάθε φορά).
     »Αν ο Αδάμ ρωτούσε τον Κύριο όταν η Εύα τού έδωσε να γευθεί τον καρπό, τότε ο Κύριος θα τον φώτιζε και ο Αδάμ δεν θ’ αμάρτανε. Θα το πω και για τον εαυτό μου: Όλα τα αμαρτήματά μου και τα λάθη μου έγιναν, γιατί την ώρα του πειρασμού και της ανάγκης, δεν επικαλέστηκα τον Κύριο. Τώρα, όμως, έμαθα να ικετεύω την αγαθότητα του Θεού· και ο Κύριος, με τις ευχές του πνευματικού, με σώζει!
       »Το ίδιο και οι αρχιερείς· αν και έχουν το δώρο του Αγίου Πνεύματος (το δώρο της Χάριτος της Αρχιερωσύνης του Χριστού), όμως (σαν άνθρωποι κι αυτοί) δεν εννοούν τα πάντα· και γι’ αυτό οφείλουν την ώρα της ανάγκης να ζητούν φώτιση από τον Κύριο. Αυτοί, όμως, (πολλές φορές) ακολουθούν την δική τους γνώμη και, έτσι, προσβάλλουν την ευσπλαχνία του Θεού και σκορπίζουν σύγχυση (στον λαό του Θεού).
     »Όλοι μας πρέπει να μάθουμε τον δρόμο που οδηγεί στην επίγνωση του θελήματος του Θεού. Αν, όμως, δεν κοπιάσουμε για να το μάθουμε αυτό, δεν θα γνωρίσουμε ποτέ αυτόν τον δρόμο.
       »Το Άγιο Πνεύμα επενεργεί στο Μυστήριο μέσω του πνευματικού· και γι’ αυτό, όταν φεύγεις από τον πνευματικό, η ψυχή αισθάνεται πως ανακαινίστηκε από την ειρήνη και την αγάπη για τον πλησίον. Και αν έφυγες από τον πνευματικό συγχυσμένος, αυτό σημαίνει ότι δεν εξομολογήθηκες όπως έπρεπε, και ότι δεν συγχώρεσες εσύ με την ψυχή σου τα παραπτώματα του αδελφού σου.
       »Ο πνευματικός πρέπει να χαίρεται, όταν ο Κύριος οδηγεί κοντά του μια ψυχή στην μετάνοια και, σύμφωνα με την Χάρη που του δόθηκε, οφείλει (να μπορεί) να γιατρεύει αυτήν την ψυχή· και αυτό θα γίνει αιτία να λάβει από τον Θεό μέγα έλεος ως καλός ποιμένας των προβάτων Του…».

[4]
Η μορφή του Αγίου Σιλουανού


     Εμείς γνωρίσαμε τον Γέροντα σε αυτήν την περίοδο της ζωής του: Οι μακροί χρόνοι της τιτάνιας μάχης με τα πάθη, είχαν περάσει. Τότε, ήταν αληθινά μέγας στο πνεύμα! Αφού μαθήτευσε στα μυστήρια του Θεού και καθοδηγήθηκε άνωθεν στον πνευματικό αγώνα, ανέβαινε πλέον με σταθερό βήμα στην απάθεια.
     Εξωτερικά ο Γέροντας ήταν απλός. Στο ανάστημα, ήταν ψηλότερος από τον μέσο άνθρωπο, αλλά όχι μεγαλόσωμος. Το σώμα του, δεν ήταν ούτε λεπτό ούτε παχύσαρκο. Ρωμαλαίος κορμός, ισχυρός λαιμός, πόδια δυνατά, συμμετρικά με τον κορμό, με μεγάλα πέλματα, χέρια εργάτη στιβαρά, με μεγάλες παλάμες και ανάλογα δάκτυλα, το πρόσωπο και το κεφάλι σε πολύ αρμονικές αναλογίες. Ωραίο, μέτριο στρογγυλό μέτωπο, μόλις μεγαλύτερο από το μήκος της μύτης. Το κάτω σαγόνι έντονο, δυνατό και αποφασιστικό, αλλά χωρίς αισθησιασμό και σκληρότητα. Μάτια βαθύχρωμα, όχι μεγάλα, βλέμμα επιεικές, προσεκτικό, διορατικό, πολλές φορές κουρασμένο από την πολλή αγρυπνία και τα δάκρυα. Φρύδια χαμηλά, ευθυτενή. Τα μαλλιά μαύρα, ως τα γηρατειά, μάλλον πυκνά. Τον φωτογράφησαν μερικές φορές, αλλά χωρίς επιτυχία. Τα ισχυρά, ανδρεία χαρακτηριστικά του προσώπου του αποτυπώνονταν σκληρά, ενώ στην πραγματικότητα είχε όψη πραεία, συμπαθητική, με γαλήνιο βλέμμα. Το πρόσωπο, ωχρό από τον λίγο ύπνο και την πολλή νηστεία, συχνά γεμάτο κατάνυξη, αλλά ουδέποτε τραχύ.
     Έτσι ήταν συνήθως, αλλά καμιά φορά άλλαζε και γινόταν αγνώριστος! Το χλωμό, καθαρό πρόσωπό του, έπαιρνε τέτοια φωτισμένη έκφραση, γινόταν τόσο καταπληκτικό, που δεν είχες την δύναμη να το ατενίσεις: τα μάτια χαμήλωναν! Ακουσίως, ερχόταν στην μνήμη η Αγία Γραφή που λέει, πως, εξαιτίας της δόξας του προσώπου του Μωϋσή, ο λαός φοβόταν να τον ατενίσει.
     Η ζωή του Γέροντα ήταν μετρίως αυστηρή, με τέλεια αδιαφορία για την εξωτερική εμφάνιση και μεγάλη αφροντισιά για το σώμα. Ντυνόταν με χοντροφτιαγμένα ενδύματα, όπως οι εργάτες μοναχοί, και φορούσε πολλά ενδύματα ακόμη και το καλοκαίρι, επειδή την εποχή που έδειχνε πλήρη αδιαφορία για το σώμα του, συχνά αρρώσταινε και υπέφερε από ρευματισμούς. Κατά την διαμονή του στο «Παλαιό Ρωσικό» έπαθε ψύξη στο κεφάλι και μαρτυρικοί πονοκέφαλοι τον ανάγκαζαν να μένει πολλές φορές ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Εκείνη την εποχή, για να έχει μεγαλύτερη απομόνωση, περνούσε τις νύχτες έξω από τα τείχη της κυρίως Μονής, στην γωνιά μιας αποθήκης τροφίμων που διαχειριζόταν.
     Αυτή ήταν η απλή και ταπεινή εξωτερική εμφάνιση αυτού του ανθρώπου. Να μιλήσουμε, όμως, για τον χαρακτήρα και την εσωτερική του μορφή, είναι και πρόβλημα και για την διήγηση!
     Στα χρόνια εκείνα, που μας δόθηκε η ευκαιρία να τον παρακολουθήσουμε, παρουσίαζε μία εξαιρετική αρμονία των ψυχικών και σωματικών του δυνάμεων.
     Ήταν ολιγογράμματος. Όταν ήταν μικρός, πήγε στο σχολείο του χωριού του μόνο για «δυο χειμώνες», αλλά από την συνεχή ανάγνωση και ακρόαση στον Ναό της Αγίας Γραφής και των μεγάλων συγγραφών των Αγίων Πατέρων, αναπτύχθηκε πολύ. Και, σε ό,τι σχετιζόταν με την πνευματική ασκητική ζωή, έδινε εντύπωση εγγράμματου ανθρώπου. Είχε εκ φύσεως οξύ, δημιουργικό νου, και η μακροχρόνια εμπειρία του πνευματικού αγώνα, της εσωτερικής Νοεράς Προσευχής, των μεγάλων δοκιμασιών, αλλά και των εξαιρετικών Θείων επισκέψεων, τον έκαναν σοφό και οξυδερκή, περισσότερο από το συνηθισμένο.
     Ο Γέροντας Σιλουανός ήταν άνθρωπος με αληθινά τρυφερή καρδιά, ευαίσθητη στην αγάπη, με σπάνια λεπτότητα και συμπόνια στην θλίψη και στον πόνο, χωρίς όμως κανένα ίχνος αρρωστημένης συναισθηματικότητας. Το αδιάκοπο βαθύ πνευματικό πένθος, ποτέ δεν μεταβαλλόταν σε συναισθηματικά κλαυθμηρίσματα. Η ακοίμητη εσωτερική ένταση, δεν είχε ούτε σκιά νευρικότητας. Αξιοθαύμαστη είναι και η μεγάλη σωφροσύνη αυτού του μεγαλόσωμου και δυνατού άνδρα. Πρόσεχε πολύ τον εαυτό του, ακόμη και τον παραμικρό λογισμό που θα δυσαρεστούσε τον Θεό. Παρ’ όλ’ αυτά όμως, η συμπεριφορά και οι σχέσεις του προς όλους τους ανθρώπους ήταν εντελώς ελεύθερες και φυσικές, με αγάπη και απλότητα, ανεξάρτητα από την θέση και τον τρόπο της ζωής τους. Μέσα του, δεν υπήρχε ούτε σκιά αποστροφής, ακόμη και για ανθρώπους με ρυπαρή ζωή –στο βάθος της ψυχής του, όμως, θλιβόταν για τις πτώσεις τους, όπως λυπάται ο πατέρας ή η μητέρα για τις αποτυχίες των αγαπημένων τους παιδιών.
     Δεχόταν και υπέμενε τους πειρασμούς με μεγάλη ανδρεία. Ήταν άνθρωπος τελείως άφοβος και ελεύθερος και, συγχρόνως, δεν υπήρχε μέσα του ούτε ίχνος θρασύτητας. Ήταν άφοβος, αλλά ζούσε με φόβο Θεού. Φοβόταν πραγματικά να μην Τον λυπήσει, έστω και με έναν κακό λογισμό. Ήταν άνθρωπος μεγάλης ανδρείας και, συγχρόνως, εξαιρετικής πραότητας: συνδυασμός σπάνιος και με ασυνήθιστη ομορφιά.
     Ο Γέροντας είχε βαθειά, γνήσια ταπείνωση, και ενώπιον του Θεού και ενώπιον των ανθρώπων. Του άρεσε να δίνει το προβάδισμα στους άλλους, του άρεσε να είναι κατώτερος, να χαιρετά πρώτος, να ζητά ευλογία από τους κληρικούς, κυρίως από τους επισκόπους και τον ηγούμενο και, όλ’ αυτά, χωρίς καμία ανθρωπαρέσκεια ή κολακεία. Τιμούσε ειλικρινά όσους είχαν αξίωμα ή θέση, καθώς και τους μορφωμένους, αλλά ποτέ δεν είχε μέσα του αίσθημα φθόνου ή μειονεκτικότητας. Ίσως γιατί γνώριζε βαθιά, πόσο εφήμερα είναι κάθε κοσμική θέση, εξουσία, πλούτος, ακόμη και επιστημονική γνώση. Γνώριζε «πόσο πολύ αγαπά ο Κύριος τον λαό Του». Και από αγάπη για τον Θεό και τους ανθρώπους, τιμούσε αληθινά και σεβόταν κάθε άνθρωπο.
     Η εξωτερική συμπεριφορά του ήταν απλή και συγχρόνως αυτό που κυρίως τον χαρακτήριζε ήταν η εσωτερική ευγένεια, η «αριστοκρατικότητα», αν θέλετε, στην πιο σωστή σημασία της λέξεως. Σε όποιες συνθήκες και αν τον συναντούσε κανείς, ακόμη και ο άνθρωπος με την λεπτότερη διαίσθηση, δεν μπορούσε να παρατηρήσει σε αυτόν άξεστες κινήσεις της καρδιάς: αντιπάθεια, απροσεξία, περιφρόνηση, προσποίηση και τα παρόμοια. Ήταν άνθρωπος πράγματι ευγενικός, όπως μπορεί να είναι μόνο ο χριστιανός.
     Ο Γέροντας ποτέ δεν γελούσε δυνατά. Ποτέ δεν μιλούσε διφορούμενα. Δεν περιγέλασε, ούτε αστειεύθηκε άλλους ανθρώπους. Στο συνήθως σοβαρό, γαλήνιο πρόσωπό του, ζωγραφιζόταν καμιά φορά ένα ελαφρύ χαμόγελο, χωρίς να ανοίγονται τα χείλη (εκτός και αν μιλούσε).
     Αντιστεκόταν στους πειρασμούς και τους υπέμενε με μεγάλη ανδρεία. Το πάθος του θυμού δεν είχε θέση μέσα του. Παρά την φανερή απλότητα, την σπάνια διαλλακτικότητα και την υπακοή, ήταν απολύτως αντίθετος με κάθε τι ψεύτικο, πονηρό και άσχημο. Σε αυτόν δεν συναντούσες κατάκριση, χυδαιότητα, μικρότητα και τα παρόμοια. Εδώ φαινόταν η έμμονη ακαμψία του, αλλά με τρόπο, που να μην στεναχωρεί αυτόν που αμαρτάνει. Πρόσεχε μάλιστα να μην τον προσβάλει, όχι μόνο εξωτερικά, αλλά κυρίως ούτε και με την κίνηση της καρδιάς του, γιατί ο λεπτός ο άνθρωπος αισθάνεται και τις κινήσεις της ακόμη. Αυτό το κατάφερνε με εσωτερική προσευχή και ησυχία, χωρίς να επηρεάζεται από οποιαδήποτε δυστροπία.
     Είχε σπάνια δύναμη θελήσεως, χωρίς πείσμα. Είχε απλότητα, ελευθερία, αφοβία και ανδρεία με πραότητα και προσήνεια. Ταπείνωση και υπακοή, χωρίς δουλοπρέπεια και ανθρωπαρέσκεια. Ήταν αληθινά άνθρωπος, εικόνα και ομοίωση Θεού.
     Ωραίος είναι ο κόσμος, δημιούργημα του μεγάλου Θεού!...
     Αλλά, δεν υπάρχει τίποτε πιο θαυμάσιο από τον άνθρωπο·
     τον αληθινό άνθρωπο·
     τον υιό του Θεού!!..


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
     Κήρυξ δέδοσαι, τῇ οἰκουμένῃ, σὺ γλυκύτατος, ἐν θεολόγοις, τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀγάπης τρισόλβιε· τὸν Ταπεινὸν γὰρ καὶ Πρᾷον ἑώρακας, καὶ τὴν Ἐκείνου καρδίαν κατέμαθες. Ὅθεν ἅπαντες, Σιλουανέ, ἐλλαμπόμενοι, τοῖς σοῖς θεογλώσσοις ῥήμασι, δοξάζομεν τὸ Πνεῦμα τὸ δοξάσαν σε.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Κανόνα πίστεως.
     Χριστὸν διδάσκαλον ἐν ὁδῷ ταπεινώσεως, προσευξάμενος ἔλαβες, μαρτυροῦντος τοῦ Πνεύματος, ἐν σῇ καρδίᾳ τὴν λύτρωσιν· διὰ τοῦτο ἀσκήσεως ἀνειδείχθης σὺ ὁδηγός, ὡς φωτὸς θείου ἔμπλεως. Ὅσιε Πάτερ Σιλουανέ, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
     Πνεῦμα Ἅγιον, λαβὼν ἐν γνώσει, καὶ κτησάμενος ᾍδὰμ τὸ πένθος, ἀκορέστως Χριστὸν ἐπεπόθησας· στερρῶς τὸν νοῦν εἰς τὸν ᾍδην ἐκράτησας, καὶ τοὺς βροτοὺς ὑπὲρ φύσιν ἠγάπησας. Πάτερ πρέσβευε, ἀεὶ τῷ Θεῷ δωρήσασθαι, ἡμῖν Σιλουανὲ τὸ μέγα ἔλεος.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
     Κατηγλάϊσας Πάτερ Ὄρος τοῦ Ἄθωνος, ὑπὲρ φύσιν βιώσας καὶ τὴν τοῦ Πνεύματος, ἐπιδειξάμενος ἡμῖν θείαν ἐνέργειαν· ὅθεν τιμῶντές σου σεπτῶς, τὴν μνήμην ὦ Σιλουανέ, δοξάζομεν ἐκ καρδίας, τὸν παρασχόντα σε μέγαν, τῇ Ἐκκλησίᾳ χριστοκήρυκα.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
     σίων ἐφάμιλλος, καὶ κοινωνὸς ἀληθῶς, ἐσχάτοις ἐν ἔτεσι, δι’ ἐναρέτου ζωῆς, ἐδείχθης μακάριε. Ὅθεν Σιλουανέ σε, ἡ οὐράνιος δόξα, δέδεκται μετὰ τέλους, σὺν Ὁσίοις Πατράσι· μεθ’ ὧν καὶ καθικέτευε, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Ὅτε καταβάς.
     τε ἐπὶ γῆς Χριστὸν διηκόνησας, πορευόμενος τούτου τοῖς ἴχνεσι· νῦν ἐν οὐρανοῖς ὁρᾷς Ὃν ἐπόθησας, καὶ συμμένεις Αὐτῷ, ὡς ὑπέσχετο· διὸ Πάτερ με δίδαξον, ἣν σὺ ὤδευσας τρίβον.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
     ς πολὺ ἠγάπησας, καὶ πολλὴν εὗρες, Χάριν θείου Πνεύματος, Σιλουανὲ παρὰ Χριστοῦ, ὅθεν τὰ ἔθνη βοῶσί σοι· Χαίροις ὦ Πάτερ, Πατέρων παγκόσμιε.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
     Τῶν Ὁσίων σύσκηνος τῶν πάλαι ὤφθης, ἐναρέτοις πράξεσι, Χριστὸν δοξάσας ἐπὶ γῆς, Σιλουανὲ παναοίδιμε, καὶ ἐκομίσω, τὸν ἄφθαρτον στέφανον.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ—
     Τῆς Ρωσσίας βλάστημα θαυμαστόν, καὶ τοῦ Ὄρους Ἄθω, καλλιέρημα λογικόν, Πνεύματος Ἁγίου, τὸ θεοφόρον στόμα, Σιλουανὸν τὸν μέγαν, ὕμνοις τιμήσωμεν.

     Χαίροις θεοφόρε Σιλουανέ, ὁ ἐσχάτοις χρόνοις, διαλάμψας ἀσκητικῶς· χαίροις τῶν ἐν Ἄθῳ, ὑπόδειγμα Πατέρων, καὶ πρὸς Χριστὸν μεσίτης, ἡμῶν θερμότατος.




[ Α΄. Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 1ος (Σεπτέμβριος),
σελ. 287–291.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20112.
Β΄. Αρχιμανδρίτου
Σωφρονίου Σαχάρωφ
(1896–1993):
«Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»·
(1) Μέρος Α΄, Κεφ. Γ΄ (3ο)
(«Η Μορφή του Γέροντα»),
σελ. 74–76.
(2) Μέρος Β΄, Λόγος ΙΣΤ΄ (16ος)
(«Για τον πνευματικό αγώνα»),
 σελ. 514–517.
(3) Μέρος Β΄, Λόγος ΙΓ΄ (13ος)
(«Για τους ποιμένες»),
σελ. 481–487.
(4) Μέρος Α΄, Κεφ. Γ΄ (3ο)
(«Η μορφή του Γέροντα»),
σελ. 61–65.
Έκδοση
Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής
Τιμίου Προδρόμου·
Έσσεξ Αγγλίας, 200310.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.