Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδοιπορικά–Προσκυνήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδοιπορικά–Προσκυνήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΚΤΙΤΟΡΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΣΟΥΜΕΛΑ


ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΚΤΙΤΟΡΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΣΟΥΜΕΛΑ


     Ένας ιερέας ονόματι Βασίλειος, καταγόμενος από την Αθήνα, είδε μία ημέρα σε όραμα την Θεοτόκο που του αποκάλυψε ότι σύντομα θα ενδυόταν το μοναχικό Σχήμα μαζί με τον ανηψιό του διάκονο Σωτήριχο, και ότι όφειλε να υπακούσει σε όλα τις εντολές της. Έτσι και έκαναν· και μεταβαίνοντας σε μία εκκλησία όπου τιμώταν μία από τις Εικόνες της Παναγίας ιστορηθείσα, σύμφωνα με την παράδοση, από τον Απόστολο άγιο Λουκά, άκουσαν τη φωνή της Θεοτόκου να τους διαβεβαιώνει ότι θα τους συνόδευε μέχρι το όρος Μελά, για να κτίσουν μία εκκλησία προς τιμήν της. Ευθύς παρουσιάσθηκαν δύο άγγελοι που πήραν την αγία Εικόνα.


     Οι δύο όσιοι ενδύθηκαν το μοναχικό Σχήμα σε ένα μοναστήρι της περιοχής, παίρνοντας τα ονόματα Βαρνάβας και Σωφρόνιος· και, αφού καταρτίσθηκαν για μία εβδομάδα στις αρχές του αγγελικού βίου, άρχισαν το μακρινό ταξίδι τους. Οδηγούμενοι με ασφάλεια από την Παναγία, έφθασαν στην Κολονία, όπου ο επίσκοπος Πέτρος χειροτόνησε τον Σωφρόνιο πρεσβύτερο. Από εκεί, πέρασαν στην Ελλάδα, προσκύνησαν τα λείψανα του αγίου Αχιλλίου [15 Μαΐου] και του αγίου Βαρβάρου στη Θεσσαλία και έφθασαν στη Θεσσαλονίκη. Αφού έμειναν για λίγο στη Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους, οι δύο όσιοι οδηγήθηκαν με ένα πλοίο σταλμένο από την Παναγία στη Μαρώνεια της περιοχής Ροδόπης, απ’ όπου επισκέφθηκαν το μοναστικό κέντρο του Παππικίου όρους. Ο ηγούμενος του πρώτου μοναστηριού, εκλαμβάνοντάς τους για πλάνητες και άστατους μοναχούς, τους άφησε τρεις ημέρες έξω δίχως τροφή και νερό. Ειδοποιημένος όμως για την αποστολή τους από ένα επιτακτικό όραμα, τους δέχτηκε τελικά, τους έδειξε τον αγγελικό βίο των μοναχών του και τους άφησε κατόπιν να συνεχίσουν τον δρόμο τους προς την Ανατολή. Την ημέρα, καθώς περπατούσαν, έλεγαν το μισό Ψαλτήριο, και το άλλο μισό κατά τη νυχτερινή αγρυπνία τους. Φθάνοντας στον ποταμό Έβρο που είχε φουσκώσει, πέρασαν αβρόχοις ποσί. Μπροστά στο θαύμα αυτό, οι κάτοικοι του γύρω τόπου παρακάλεσαν τους δύο οσίους να μεσιτεύσουν υπέρ αυτών για τα χωράφια τους που τα ρήμαζαν οι ακρίδες. Με την προσευχή τους οι ακρίδες μαζεύτηκαν όλες σε ένα μαύρο σύννεφο που πήγε κι έπεσε στο ποτάμι.


     Κατευθύνθηκαν εν συνεχεία προς το περίφημο μοναστικό κέντρο του όρους Λάτρο [15 Δεκ.], θεραπεύοντας τους αρρώστους και οικοδομώντας όσους τους πλησίαζαν. Έκαναν δε μία στάση στην Έφεσο για να προσευχηθούν στο ιερό του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Καθ’ οδόν δέχθηκαν επίθεση από ληστές και οι άγιοι έδειξαν σ’ αυτούς τον Σταυρό, που ήταν ο μόνος τους θησαυρός. Αυτοί τότε έπεσαν κατά γης θαμπωμένοι από τη λάμψη του και, εμπιστευόμενοι τη σωτηρία τους στους οσίους, τους ακολούθησαν. Στην Έφεσο, τους αποκαλύφθηκε ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος και τους έστειλε στο όρος Γαλήσιο [7 Νοεμ.] εφοδιασμένους με συστατική επιστολή για τον ηγούμενο, προκειμένου να δεχθεί τους ληστές στην κοινότητά του.

     Περνώντας από τη Σμύρνη, τη Μυτιλήνη, τη Λάμψακο και την Κύζικο, οι όσιοι Βαρνάβας και Σωφρόνιος επισκέφθηκαν τη Μονή του Μεγάλου Αγρού στο όρος της Σιγριανής [12 Μαρτ.]. Θέλησαν να μείνουν εκεί, αλλά ο ηγούμενος, που είχε το προφητικό χάρισμα, τους ώθησε να εκπληρώσουν την αποστολή τους. Φθάνοντας στην Κωνσταντινούπολη, προσκύνησαν τα ιερά της Πόλης και κατόπιν επιβιβάστηκαν σ’ ένα πλοίο που έφευγε για την Τραπεζούντα. Μετά από ταξίδι δέκα ημερών, τους υποδέχθηκε στην πρωτεύουσα του Πόντου ο επίσκοπος, που τους πήγε να προσκυνήσουν τα λείψανα του πολιούχου της πόλης, αγίου Ευγενίου [21 Ιαν.]. Σε ένα νέο όραμα η Παναγία τούς πρόσταξε να ακολουθήσουν τον ποταμό Πυξίτη μέχρι τις πηγές του. Ο Σωφρόνιος, θέλοντας να προμηθευτεί εφόδια για τον δρόμο, σκόνταψε σε μία πέτρα και τραυμάτισε το πόδι του. Ο Βαρνάβας τού έδεσε την πληγή αναμειγνύοντας τα δάκρυά του στα βότανα που βρήκαν εκεί γύρω και, έτσι, μέσα σε τρεις ημέρες μπόρεσαν να συνεχίσουν τον δρόμο τους.


     Τέλος, έφθασαν στο όρος Μελάς, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση 40 χιλιομέτρων από την Τραπεζούντα, κατάφυτο και χαμένο πάντα μέσα στην πυκνή ομίχλη. Ένα πλήθος χελιδόνια που μπαινόβγαινε σε μία απρόσιτη σπηλιά, τράβηξε την προσοχή τους. Κατά την επικίνδυνη ανάβασή τους προς την κατεύθυνση εκείνη, ένα γιγάντιο δένδρο σωριάστηκε πάνω στην παρειά και σχημάτισε ένα είδος φυσικής σκάλας, που τους επέτρεψε να φθάσουν στη σπηλιά. Ανακάλυψαν τότε πάνω σε μια βραχώδη κορυφή την Εικόνα της Θεοτόκου, ακτινοβολώντας υπερκόσμιο φως και μοιάζοντας να τους περιμένει καρτερικά. Έχοντας φθάσει στο τέλος της τριετούς ιεροαποδημίας τους, γεμάτοι χαρά και δέος, άρχισαν να καθαρίζουν τη σπηλιά για να φτιάξουν εκ των ενόντων μία εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία. Με τις προσευχές τους, μία πηγή με ιαματικό νερό ανάβλυσε στη βάση της Εικόνος, προσφέροντας έκτοτε θεραπεία στις ασθένειες των προσκυνητών. Με τη βοήθεια του ηγουμένου μιας κοντινής μονής, εγκατέστησαν γρήγορα ένα παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Αρχάγγελο Μιχαήλ και, κατόπιν, έκτισαν μία εκκλησία αφιερωμένη στην Θεοτόκο, που εγκαινιάσθηκε από τον τότε επίσκοπο Τραπεζούντος.


     Έκτοτε, πλήθος προσκυνητών προσέρχονταν στη μονή, παρακινούμενοι από τις αρετές των οσίων Πατέρων και τα θαύματα της Θεοτόκου, ενώ πολλοί ανάμεσά τους παρέμεναν ως μοναχοί. Ο όσιος Βαρνάβας άφηνε συχνά την καθοδήγηση της αδελφότητος στον ανηψιό του για να αποσυρθεί ψηλά στο βουνό, μόνος με τον Θεό. Μία ημέρα είδε σε όραμα την Παναγία εν μέσω αφάτου φωτός να του παραδίδει ένα Σταυρό και ένα κλαδί ελιάς ως σημείο της επικείμενης εκδημίας του. Ο όσιος αποχαιρέτησε τότε τους αδελφούς, παροτρύνοντάς τους να τηρούν αυστηρά τις διδαχές του, τις οποίες άφησε σε μία Διαθήκη, και προφήτευσε ότι μετά την τελευτή του το μοναστήρι θα ερημωνόταν από βαρβάρους, αλλά ανακαινιζόταν κατόπιν. Μένοντας μόνος, φόρεσε τα άμφιά του και μετέβη στο κοιμητήριο, όπου παρέδωσε ειρηνικά τη ψυχή του. Όταν τον βρήκε ο Σωφρόνιος, θρήνησε πικρά και εξέπνευσε κι αυτός με τον ίδιο τρόπο αμέσως. Οι αδελφοί ανακάλυψαν τα σώματά τους επιστρέφοντας από την εργασία τους και βρήκαν μεγάλη παρηγοριά στην ανάγνωση της Διαθήκης τους. Σαράντα ημέρες αργότερα, ορίστηκε νέος ηγούμενος και το Μοναστήρι γνώρισε έκτοτε μεγάλη ακτινοβολία.

     Σύμφωνα, όμως, με την προφητεία του οσίου Βαρνάβα, ο άγιος αυτός τόπος έγινε το αντικείμενο της απληστίας και ο μόνιμος στόχος της επιδρομής των βαρβάρων, που το ερήμωσαν στο τέλος τελείως και κατέσφαξαν τους μοναχούς. Πολλά χρόνια αργότερα, ένας αγράμματος χωρικός, ο Χριστοφόρος, που ήταν εξαδάκτυλος, κλήθηκε από την Παναγία, ενώ δούλευε στα χωράφια. Παράτησε το ζευγάρι του σαν νέος Ελισσαίος (βλ. Α΄ Βασ. 19, 19) και μετέβη στην Τραπεζούντα για να χειροτονηθεί πρεσβύτερος. Οδηγημένος από την Θεοτόκο μέχρι τη σπηλιά του όρους Μελάς, ανακάλυψε τη εικόνα και βάλθηκε να καθαρίζει εκ νέου τον τόπο. Αίφνης, βρέθηκε ικανός να διαβάζει το Ευαγγέλιο, ενώ ήταν αγράμματος, και παρέμεινε εκεί στο ιερό σπήλαιο προσκαρτερώντας στους αγώνες της αρετής και στη θεωρία· έλαβε, μάλιστα, και άνωθεν το δώρο να γνωρίζει από στήθους όλη την Αγία Γραφή. Έγινε πόλος έλξης για όλους εκείνους που διψούσαν για την αρετή και την προσευχή και έτσι το Μοναστήρι αναπτύχθηκε γρήγορα. Όταν ο άγιος Χριστοφόρος συναισθάνθηκε ότι η ώρα της εκδημίας του ήταν κοντά, μάζεψε τους αδελφούς, συνέστησε σ’ αυτούς να τηρούν αυστηρά και απαρέγκλιτα τις σεπτές εντολές των οσίων Βαρνάβα και Σωφρονίου και να τιμούν με θέρμη την αγία Εικόνα, και απήλθε προς συνάντηση των Πατέρων του.


     Η ιστορία των οσίων Βαρνάβα και Σωφρονίου είναι παραπλήσια με εκείνη των αγίων Συμεών και Θεοδώρου, κτιτόρων της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου στην Πελοπόννησο. Εκτός από την Εικόνα της Παναγίας Σουμελά, έργο του Αποστόλου Λουκά, έχουμε και άλλες εικόνες του. Μία από τις εικόνες αυτές βρίσκεται και τιμάται στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, όπως προαναφέρθηκε, καθώς και στη Μονή Κύκκου της Κύπρου. Ας σημειωθεί δε, ότι ο συγγραφέας του Βίου των οσίων κτιτόρων της Μονής Σουμελά, ο Ακάκιος Σαββαΐτης, τοποθετεί τη διήγησή του στον 4ο αιώνα. Τα αναφερόμενα όμως ιερά και μοναστήρια επιτρέπουν σ’ εμάς άνετα να την τοποθετήσουμε μάλλον προς τις αρχές του 13ου αιώνα.


     Υπό τη σκέπη της Παναγίας, η Μονή Σουμελά παρέμεινε ανά τους αιώνες η παλαίφατη Κιβωτός της Ορθοδόξου Πίστεως στον Πόντο και πηγή αναρίθμητων θαυμάτων που ενδυνάμωναν την πίστη και την ελπίδα των χειμαζομένων πιστών. Η Μονή Σουμελά γνώρισε την προστασία, την εύνοια και τις πλούσιες δωρεές των Μεγάλων Κομνηνών, αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας, και ιδιαιτέρως του Αλεξίου Γ΄ (1349-1390). Μετά την κατάληψη της Τραπεζούντας από τους Τούρκους (1461), τα προνόμια της Μονής έγιναν σεβαστά από τους σουλτάνους και η Σουμελά παρέμεινε μία νησίδα Ελληνικής Παιδείας μέχρι τον πολύκλαυστο διωγμό των Ελλήνων του Πόντου, το 1923. Εγκαταλελειμμένη, καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1930· και, το επόμενο έτος, στάθηκε δυνατό να μεταφερθούν στην Ελλάδα η θαυματουργός Εικόνα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα που ήσαν αποτεθειμένα σε μία κρύπτη. Η Εικόνα αυτή τιμάται και γεραίρεται πανδήμως σήμερα στη νέα Μονή της Παναγίας Σουμελά, στο όρος Βέρμιο της ένδοξης και ελληνικότατης Μακεδονίας μας.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 12ος (Αύγουστος),
σελ. 194–197.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι, Μάρτιος 2009.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]









Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

«ΑΝΝΑ, ΝΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΕΤΕ!»

«ΑΝΝΑ, ΝΑ ΜΕ ΟΝΟΜΑΣΕΤΕ!»


     Έναν άλλον ερημίτη που γνώρισα, όσο εγώ ήμουν στο Άγιον Όρος (Μάιος 1877–Μάιος 1885), αυτός ήταν ο π. Ιωακείμ, που καταγόταν από τη μεγαλόνησο Κρήτη. Άνθρωπος απλός και ορεσίβιος. Ήταν ένας απ’ αυτούς που επαναστάτησαν για την ελευθερία του Τόπου και έδρασαν κατά των Τούρκων κατακτητών. Μάλιστα ο ίδιος είχε επικηρυχθεί και από την Τουρκική Κυβέρνηση σαν ληστής. Οδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στις φυλακές, αφού πρώτα πιάστηκε σε ενέδρα που του είχε στήσει το Τουρκικό απόσπασμα. Όσο δικαζόταν από το Τουρκικό δικαστήριο, παρευρισκόταν εκεί ο νεοδιορισμένος πασάς της Θεσσαλονίκης, τέως πασάς της Κρήτης.

     Βλέποντας αυτός την απλότητα του Ιωακείμ και το απονήρευτο του παρουσιαστικού του, ζήτησε και τον πήρε μαζί του, σαν σκλάβο, παρ’ όλο που καταδικάστηκε από το δικαστήριο σε θάνατο. Τον πήρε, λοιπόν, μαζί του ο πασάς και ήρθε στη Θεσσαλονίκη. Ο Ιωακείμ αφοσιώθηκε σ’ αυτόν κι έγινε πιστός δούλος του, επειδή του χάρισε τη ζωή. Όταν έβγαινε ο πασάς σε περιοδεία στη Μακεδονία, έπαιρνε πάντα μαζί του, σαν πιστό του ακόλουθο και σωματοφύλακα, τον Ιωακείμ.


     Περιοδεύοντας κάποτε ο πασάς ανά τη Μακεδονία έφτασε και στο Άγιον Όρος. Οι πατέρες του Όρους τον υποδέχθηκαν και τον φιλοξένησαν με μεγάλη τιμή και του πρόσφεραν, πέραν όλων των άλλων δώρων, και κάποιο χρηματικό πόσο, ώστε ο πασάς να μείνει πολύ ευχαριστημένος. Εν τω μεταξύ, η καρδιά του Ιωακείμ, που ήταν μαζί με τον πασά, κεντήθηκε βαθιά από την επιθυμία να μείνει εκεί και να γίνει μοναχός στον Άθωνα. Παρακάλεσε και τους αγιορείτες πατέρες να μεσολαβήσουν στον πασά γι’ αυτό. Οι πατέρες παρακάλεσαν τον πασά ν’ αφήσει τον Ιωακείμ στο Άγιον Όρος, να γίνει μοναχός. Αυτός πάλι τους είπε ότι ο Ιωακείμ ήταν προηγουμένως ληστής και ότι έχει καταδικαστεί σε θάνατο. «Αν δώσετε εσείς», τους πρότεινε, «εγγύηση ότι εφ’ όρου ζωής δεν θα βγει από τ’ Άγιον Όρος, τότε εγώ σας τον αφήνω!». Δέχθηκαν οι πατέρες κι έδωσαν την εγγύηση που τους ζητήθηκε κι έτσι έμεινε ο Ιωακείμ στο Άγιον Όρος, στη Σκήτη της Αγίας Άννης. Όταν ήταν να τον κείρουν μοναχό, τον ρώτησαν πώς θέλει να τον ονομάσουν. Αυτός, από τη μεγάλη του απλότητα, μη μπορώντας να διακρίνει το θηλυκό από το αρσενικό γένος, τους αποκρίθηκε: «“Άννα” να με ονομάσετε, γιατί η Σκήτη τιμάται στ’ όνομα της Αγίας Άννης!». Αυτοί όμως τελικά τον ονόμασαν Ιωακείμ. Ήταν τελείως αγράμματος.

     Πολλές φορές τον επισκέφτηκα εκεί στη σπηλιά που έμενε και η οποία βρίσκεται στα βόρεια της Σκήτης της Αγίας Άννης, απέχοντας γύρω στα είκοσι λεπτά και παραπάνω από τη Νέα Σκήτη προς τ’ ανατολικά. Η σπηλιά βρίσκεται μέσα σ’ ένα απόκρημνο βράχο και βλέπει προς τα δυτικά. Είναι ολότελα ανοιχτή, τόσο πολύ, που πολλές φορές τον χειμώνα μπαίνουν μέσα της χιόνια. Δεν είδα κανένα πράγμα να έχει μέσα στη σπηλιά, παρεκτός από μια στάμνα με νερό. Ούτε κρεβάτι ούτε ρούχα να κοιμάται, εκτός από εκείνα που φορούσε, μαζί με τα οποία κοιμότανε, αν και το περισσότερο μέρος της νύχτας ξαγρυπνούσε προσευχόμενος. Όπως εγώ κατάλαβα, έπαιρνε λίγο ύπνο καθιστός, ακουμπώντας στον τοίχο του σπηλαίου.


     Μου έλεγε μια μέρα, που τον επισκέφτηκα, υποβάλλοντάς του την ερώτηση, γιατί τάχα να ταλαιπωρεί έτσι τον εαυτό του: «Ω, παιδάκι μου! Εγώ ήμουνα ληστής στην Κρήτη. Έκανα πολλά κακά. Φόνευσα πολλούς Τούρκους. Χριστιανό όμως κανέναν! Αλλά το ίδιο είναι! Σκότωσα ανθρώπους, λήστεψα, τυράννησα κι άλλα πολλά κακά έκανα. Ήμουν, παιδάκι μου, μέσα στο σκοτάδι. Δεν γνώριζα τι έκαμνα, ο ταλαίπωρος! Ααχ! Θα με συγχωρέσει, άραγε, ο πολυεύσπλαχνος Θεός;».

     Πάλι τον ρώτησα, λέγοντας το εξής: «Πάτερ Ιωακείμ, δεν έχεις παρενοχλήσεις από τους δαίμονες;». «Ααχ!», μου είπε, «έχω πάρα πολύ! Μου θυμίζουν τις σαρκικές μου πράξεις. Μου θυμίζουν κι εκείνα τα κλοπιμαία σφάγια που έτρωγα αχόρταγα με τους συντρόφους μου κι άλλα πολλά μου φέρνουν στο νου μου». «Στην πραγματικότητα, δηλαδή στα φανερά, είδες καθόλου δαιμόνια;». «Όχι», μου είπε· «Μόνο μια φορά, ενώ κράταγα το κομποσχοίνι μου κι έλεγα, κατά τη συνήθειά μου, το “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με”, βλέπω να μπαίνει μέσα στη σπηλιά ένας μεγάλος όφις, σφυρίζοντας κι έχοντας το στόμα του ανοιχτό. Στην αρχή, μόλις τον είδα φοβήθηκα, γιατί τον πέρασα για πραγματικό όφη, κι έπεσα κάτω στα γόνατα και προσευχόμουν. Αφού γύρισε όλη τη σπηλιά, στάθηκε κοντά μου και μ’ ατένιζε με βλέμμα βλοσυρό, έχοντας πάντα ανοιχτό το στόμα του. Έπειτα, πλησίασε τη στάμνα που ήταν γεμάτη νερό. Είπα τότε: “κατά πως φαίνεται, αυτός διψάει και θα μου σπάσει τη στάμνα μου”. Αλλά αντί για κάτι τέτοιο, σφύριζε δυνατά και στο τέλος έγινε άφαντος. Τότε εγώ κατάλαβα ότι δεν ήταν πραγματικός όφις, αλλά δαίμονας».
     Μια άλλη φορά μου έλεγε: «Αισθάνομαι σαν με σπρώχνει κάποιος να πέσω κάτω απ’ το βράχο, αλλά δεν βλέπω κανέναν».

     Επειδή είχε φτάσει σε γήρας βαθύ, του έλεγαν οι πατέρες της Αγίας Άννης να εγκαταλείψει τη σπηλιά του και να πάει να μείνει μαζί τους στη Σκήτη, όπου, κοντά στο Κυριακό (σημ.: «Κυριακό» λέγεται ο κοινός, ο καθολικός ναός της Σκήτης, μέσα στον οποίο συναθροίζονται όλοι μαζί οι πατέρες τις Κυριακές και τις άλλες εορτές, τελώντας εκεί ολονύχτιες παννυχίδες), του είχαν ετοιμάσει κατάλληλο δωμάτιο.


     Το 1883, ενώ τελούνταν αγρυπνία στο Κυριακό της Αγίας Άννης, όπως και στη Νέα Σκήτη, για την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, ο γέρων Ιωακείμ βγήκε από το Κυριακό κατά τα μεσάνυχτα και πήρε το δρόμο να πορευτεί προς τη σπηλιά του, λίγο για να ησυχάσει, διότι ήταν πια γέρος και αδύνατος. Μόλις έφτασε μπροστά στη σπηλιά, φώναζε γοερά λέγοντας: «Παναγία μου! Αγία Άννα μου! Βοηθήστε με!». Κι έβγαζε τέτοιες φωνές, που ακουγόταν σ’ όλη τη Σκήτη. Έτρεξαν από την Αγία Άννα πολλοί πατέρες, έχοντας μαζί τους φανάρια, αλλά μέχρι να φτάσουν, ο Ιωακείμ βρισκόταν ήδη κάτω από το βράχο, μέσα στο γκρεμό και μέσα σ’ ένα πρίνο, μη μπορώντας απ’ το φόβο του να μιλήσει παρά μόνο να βογγά. Με πολύ κόπο κατάφεραν και τον ανέσυραν οι πατέρες, γιατί από κάτω ο βράχος ήταν απότομος και ψηλός. Στην αρχή νόμιζαν ότι συντρίφτηκε ολότελα. Μα όταν τον ανέσυραν, είδαν ότι είχε μόνο δυο μικρά κατάγματα στο κεφάλι του. Τον μετέφεραν στο Κυριακό της Σκήτης και δεν του επέτρεψαν πια να πάει στη σπηλιά του.

     Πήγα την πιο άλλη μέρα προς αυτόν και τον ρώτησα να μου πει πώς έπεσε από το βράχο. «Παιδάκι μου, ήρθε κατά πάνω μου ένας φοβερός και τρομερός και μ’ έπιασε θέλοντας να με ρίξει κάτω στο γκρεμό. Για πολλή ώρα αγωνίστηκα παλεύοντας ενάντιά του και φώναζα “Παναγία μου! Αγία Άννα μου!”. Στο τέλος, αυτός υπερίσχυσε και μ’ έριξε κάτω από το βράχο. Κι αυτό, παιδάκι μου, το έπαθα για την παρακοή μου. Γιατί, ενώ οι πατέρες κι ο πνευματικός μου, μου έλεγαν να έρθω να μείνω στο Κυριακό της Σκήτης, παρ’ όλ’ αυτά εγώ δεν υπάκουσα».
     Αφού έφτασε σε βαθιά γεράματα ο Πατήρ Ιωακείμ, αναπαύθηκε εν Κυρίω.

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΙΩΑΚΕΙΜ ΣΠΕΤΣΙΕΡΗΣ
(1858–1943)


[Αρχιμ. Ιωακείμ Σπετσιέρη:
«Απομνημονεύματα
(Άγιον Όρος–Ιεροσόλυμα)»,
Τόμ. Α΄, Μέρ. Α΄, Κεφ. 17ο,
σελ. 63—68,
Έκδοσις Ιεράς Καλύβης
«Σύναξις Αγίων Αναργύρων»,
Νέα Σκήτη,
Άγιον Όρος, Μάιος 19982.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου,
ολική μεταφορά του στη δημοτική:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ· Η ΜΕΣΑ ΝΗΦΑΛΙΑ ΜΑΤΙΑ

ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ·
Η ΜΕΣΑ ΝΗΦΑΛΙΑ ΜΑΤΙΑ


     Ο καλύτερος φίλος μου από τους μοναχούς που γνώρισα στο Άγιον Όρος ήταν γιατρός στη Νέα Υόρκη. Ειδικός επί εσωτερικών παθήσεων. Εδώ και πολλά χρόνια ζει στον Άθωνα. Από τότε που τον γνώρισα, καθαρίζει κάθε πρωί με μεγάλη φροντίδα τους ξενώνες και τις τουαλέτες, πλένει και σιδερώνει –γι’ αυτόν αυτή είναι προφανώς η αναγκαία θεραπεία κατά του εγωισμού και μέρος της απάντησής του στον λόγο του Ιησού Χριστού: «Σηκώστε πάνω σας το ζυγό Μου και διδαχθείτε από το δικό Μου παράδειγμα… και οι ψυχές σας θα βρουν ξεκούραση» (Ματθ. 11:29).

     Ταπείνωση· μια λέξη μάλλον εκτός μόδας στον καιρό μας, σε μακρινή, περασμένη γεύση. Ως αρετή ξέπεσε. Μυρίζει δουλοπρέπεια, υποταγή και αναπηρία. Άλλοι είναι σήμερα οι κανόνες του παιγνιδιού. Δεν επιδιώκουμε τόσο την αυτοπραγμάτωση, αλλά, αν είναι δυνατόν, θα θέλαμε να είμαστε και σε θέση ισχύος.

     «Όλα κρέμονται από την ταπείνωση», λένε οι μοναχοί του Αγίου Όρους. Και πράγματι συζητώντας μαζί τους ομολογούν όλοι ότι ο αγώνας κατά του δαίμονα της υπερηφάνειας είναι ο πιο ακανθώδης αγώνας και –μαζί με την υπακοή– ακόμα δυσκολότερος και από την παρθενία. Για να προσθέσουν έπειτα ότι, «η ταπείνωση είναι πράγματι η βασιλική οδός προς την πραγματική απάθεια και τη ψυχική ειρήνη».

     Βέβαια, όλα αυτά δεν είναι κάτι καινούργιο. Κοντεύουν χίλια χρόνια από τότε που ο Bernhard von Clairvaux (1091–1153), ιδρυτής τάγματος και μέγας κήρυκας της σταυροφορίας, έθεσε την ίδια ιεραρχία στις αρετές: «Αξιέπαινη η παρθενία, πολύ αναγκαιότερη όμως η ταπείνωση. Εν τέλει χωρίς παρθενία μπορεί κανείς να αγιάσει, χωρίς ταπείνωση όμως όχι».

     Η ταπείνωση προϋποθέτει την αποδοχή των προσωπικών ορίων, των αδυναμιών και σκοτεινών πλευρών μας, την εκούσια λοιπόν απομυθοποίηση του εγώ. Και ωθεί στην παραίτηση από την φιλοδοξία, την αλαζονεία, το φθόνο και την υπερηφάνεια. «Η υπερηφάνεια είναι ρίζα όλων των αμαρτιών», λέει συνοπτικά ο άγιος Σιλουανός (1866–1938) από τη ρωσική μονή Παντελεήμονος· «Όποιος θέλει να αποκτήσει τον Θεό, πρέπει να αποκτήσει την ταπείνωση».

     Όσοι φτάνουν συχνά ως προσκυνητές στις μονές του Αγίου Όρους, γνωρίζουν τη δυσκολία αυτού του αγώνα. Σήμερα μάλιστα περισσότερο από ποτέ, αφού ο άνεμος της εποχής μας δεν αφήνει ούτε κι αυτό το Άγιον Όρος ανεπηρέαστο. Και όντως, γίνεται σαφές συζητώντας με τους νέους μοναχούς ότι συχνά ο εγωκεντρισμός και η ύβρις της κοινωνίας μας τους οδήγησαν στο δρόμο του Άθωνα, στο δρόμο προς τον αντίθετο αυτό κόσμο. «Το μήνυμα του χριστιανισμού έχει δυστυχώς βάναυσα κακοποιηθεί», λέει ένας από αυτούς, «αυτό δηλαδή της θέωσης του ανθρώπου, χωρίς όμως τον Θεό». Ωστόσο χωρίς τις κάθετες συνιστώσες –χωρίς το «πάνω» και το «κάτω», τα οποία φυσικά δεν έχουν σχέση με κοσμικές ιεραρχίες– όλα είναι χαμένα.

     «Ταπείνωση, θάρρος δηλαδή να υπηρετείς, είναι ο αέναος αγώνας κατά του εγωιστή εαυτού», λένε οι μοναχοί. Ταπείνωση δεν είναι η χαμέρπεια και η υποδούλωση, αλλά η ειλικρινής αξιολόγηση του εαυτού μας, η απολύτως νηφάλια ματιά στον καθρέφτη. Είναι η παραδοχή του πόσα καθένας μας χρωστάει στο έλεος και στα χαρίσματα του Θεού και πόσα λίγα τελικά στη δική του προσπάθεια. Ταπείνωση σημαίνει να αναγνωρίζεις το πεπερασμένο του εαυτού σου μπροστά στο μεγαλείο του Θεού. Είναι το έδαφος, όπου –αν όλα πάνε καλά– δεν ευδοκιμεί κανενός είδους εξευτελισμός, παρά μόνο αυτή η ιδέα, η οποία σε ελευθερώνει: «Μη θεωρείς τον εαυτό σου και τόσο σπουδαίο».

     Αναμφίβολα, τα μοναστήρια είναι τόποι, όπου ασκείται και βιώνεται μέρα τη μέρα η ταπείνωση και η υπακοή. Κι όμως, δε θυμάμαι να συνάντησα κανέναν εξευτελισμένο, δουλοπρεπή και τσακισμένο μοναχό στον Άθωνα. Αντιθέτως, οι άνθρωποι αυτοί κατέχουν μια τέτοια ελευθερία σε σύγκριση με τη δική μας καθημερινότητα. Ελευθερία απέναντι σε κάθε τάση και μόδα. Ελευθερία απέναντι στις ανάγκες της σημερινής εργασίας. Ελευθερία απέναντι στους εξωτερικούς εκβιασμούς. Ελευθερία ακόμα και απέναντι στις ίδιες τις εκκλησιαστικές ιεραρχίες – ακόμα μπορεί κανείς να αισθανθεί κάτι από εκείνη την πεισματώδη αντίδραση απέναντι σε αυθεντίες κάθε είδους, που διαμορφώθηκε στο Άγιον Όρος μέσα στους αιώνες.

     Σε ένα μονοπάτι του Άθωνα, στη σκιά μιας αχλαδιάς, διαβάζει ένας από τους «αδελφούς του Άθωνα» που με συνοδεύουν ένα κείμενο από τον Thomas von Kempten (1379–1471): «Προσπάθησε, γιε μου, να ακολουθείς περισσότερο το θέλημα των άλλων παρά το δικό σου. Να επιθυμείς καλύτερα να έχεις λιγότερα παρά περισσότερα. Ψάχνε πάντα την τελευταία θέση. Να είσαι σε όλους υποτακτικός… Όποιος πολιτεύεται έτσι, φτάνει στο βασίλειο της ειρήνης και της ησυχίας…».

     «Σωστά!... Σωστά!...», μουρμουρίζει κάποιος από την ομάδα, «(Εδώ) τον Άθωνα (που βρισκόμαστε τώρα), αυτό διαβάζεται εύκολα και κατανοητά. (Έξω) στον κόσμο όμως, ως “μάνατζερ” ή όπως αλλιώς είναι ο καθείς μεταμφιεσμένος, πώς μπορεί να γίνει αυτό πράξη;... Ποιος μπορεί να το καταφέρει;…».
     Και αυτό δεν ήταν παρά η αρχή μιας μακράς συζήτησης…

HEINZ NUSSBAUMER



[Heinz Nussbaumer:
«Μόνος κι όχι μόνος»,
κεφ. 10ο, σελ. 75–83,
μετάφραση: Δ. Μαντζούρης,
εκδόσεις «Επτάλοφος»,
Αθήνα 2007.]








Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΑΝΟΔΟΣ ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΟΥ

Η ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΑΝΟΔΟΣ
ΤΩΝ ΝΕΡΩΝ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΟΥ


     «Ένα άλλο παράδοξο που είδα με τα ίδια τα μάτια μου και το οποίο το ψηλάφησα εγώ ο ίδιος, είναι κι αυτό το γεγονός που ακολουθεί:
     Για τρεις συνεχείς χρονιές πήγαινα μαζί με άλλους αδελφούς της Μονής του Αγίου Σάββα στον Ιορδάνη ποταμό για την εορτή των Θεοφανείων. Πηγαίναμε από την προπαραμονή (στις 4 Ιανουαρίου) για να προετοιμάσουμε τα πράγματα της εορτής. Παρομοίως, ερχότανε εκεί στον Ιορδάνη και ο επίσκοπος Ιορδάνου ή κάποιος άλλος Αρχιερέας. Την παραμονή των Θεοφανείων, κοντά στο χείλος του ποταμού, τελείται η Θεία Λειτουργία μέσα σε κινητή εκκλησία. Και, λέω “κινητή”, γιατί είναι εντελώς αδύνατο να κτιστεί εκκλησία κοντά στον Ιορδάνη, επειδή κατά τον μήνα Μάρτιο περίπου, πλημμυρίζει ο ποταμός, με αποτέλεσμα να υψώνεται η στάθμη του νερού ίσαμε 10 μέτρα (και παραπάνω καμιά φορά) και να παρασέρνει ό,τι βρει μπροστά του.
     Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων όμως, κατασκεύασε κινητή ξύλινη εκκλησία, την οποία, ειδικοί τεχνίτες ήδη από την παραμονή των Θεοφανείων την μεταφέρουν από την Μονή του Τιμίου Προδρόμου στον Ιορδάνη ποταμό, όπου, ενώ πρώτα είναι διαλυμένη σε κομμάτια, κατόπιν την στήνουν όρθια κοντά στον ποταμό. Την άλλη μέρα, μετά τα Θεοφάνεια, την αποσυναρμολογούν και την μεταφέρουν ξανά πίσω στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου, η οποία απέχει γύρω στη μια ώρα δρόμο από τον Ιορδάνη.
     Την παραμονή της εορτής των Θεοφανείων, στις 12 το μεσημέρι, αρχίζει η Θεία Λειτουργία. Μετά την Απόλυση, ο λειτουργός Αρχιερέας μαζί με τους υπόλοιπους ιερείς, ανεβαίνουν στην, ειδικά γι’ αυτήν την περίσταση, κατασκευασμένη εξέδρα που βρίσκεται πάνω από τον Ιορδάνη. Εκεί, ψέλνουν τον Μεγάλο Αγιασμό της παραμονής των Θεοφανείων. Όλοι οι προσκυνητές στέκονται κοντά στο χείλος του Ιορδάνου, ψάλλοντας το: “Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε...” και, όλοι τους, ρίχνονται μέσα στα νερά και βαπτίζονται.
     Την άλλη μέρα το πρωί, την κυριώνυμη μεγάλη μέρα των Θεοφανείων, γίνεται ο Μέγας Αγιασμός στον Ιορδάνη και έπειτα η Θεία Λειτουργία. Μετά αναχωρεί ο Αρχιερέας καθώς και οι προσκυνητές. Και μένουν εκεί μόνο οι μοναχοί από τη Μονή του Αγίου Σάββα, προκειμένου να μαζέψουν τα σκεύη. Παρατήρησα και εξέτασα με προσοχή αυτό το “σημείο” που συμβαίνει πάντοτε στα νερά του Ιορδάνου:
     Μετά τον Αγιασμό της παραμονής, αρχίζει το νερό να υψώνεται ήρεμα. Αυτή η άνοδος του νερού εξακολουθεί μέχρι και το πρωινό, ανήμερα των Θεοφανείων. Το νερό, κατόπιν, αρχίζει να κατεβαίνει. Ώστε, ήδη μέχρι το μεσημέρι των Θεοφανείων, να παίρνει την προηγούμενη κανονική θέση του. Αυτό το φαινόμενο το πρόσεξα όλες τις χρονιές που έτυχε να βρίσκομαι εγώ κατά την εορτή των Φώτων στον Ιορδάνη. Το νερό υψωνόταν γύρω στις πέντε σπιθαμές. Κι αυτό γινότανε, τόσο τις χρονιές που ήμουν εγώ προσωπικά παρών, όσο και σε άλλες χρονιές που δεν ήμουν. Γι’ αυτήν την άνοδο των νερών του Ιορδάνου κατά την εορτή της Βαπτίσεως του Χριστού, ρώτησα τον Μητροπολίτη Βηθλεέμ Άνθιμο (Απέργη), ο οποίος, λειτούργησε εκεί τα Φώτα του έτους 1890. Και μου είπε ότι, “το πράγμα, είναι ανεξήγητο!”. Και, πρόσθεσε: “Ίσως, να βρέχει πέρα στις πηγές του Ιορδάνου...”.
     Ναι, “ίσως”!... Αλλά, πώς γίνεται αυθημερόν, μέσα στο χρονικό διάστημα της ίδιας πάντα μέρας, το νερό να κατέρχεται στην ίδια πάντα θέση του; Και, πώς γίνεται αυτό να συμβαίνει μια φορά τον χρόνο, μονάχα κατά την εορτή των Θεοφανείων; Αυτό —για μένα, τουλάχιστον– δεν είναι τίποτε άλλο, εκτός από θεία ενέργεια, θεία Χάρη· θαύμα Θεού!». 

ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΚΕΙΜ ΣΠΕΤΣΙΕΡΗΣ
(1858–1943)




[Αρχιμ. Ιωακείμ Σπετσιέρη 

(1858–1943): 
«Απομνημονεύματα 
(Άγιον Όρος–Ιεροσόλυμα)»,
Τόμ. α΄, μέρ. β΄, κεφ. 33ο, 
σελ. 154—156,
Έκδοσις Ιεράς Καλύβης 
«Σύναξις Αγίων Αναργύρων»,
Νέα Σκήτη  Άγιον Όρος, 
Μάϊος 19982.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου
και ολική μεταφορά του
στη δημοτική: π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

ΣΤΕΦΑΝΟΣ, Ο ΣΕΡΒΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ

ΣΤΕΦΑΝΟΣ, Ο ΣΕΡΒΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ

     Η βραχώδης, σχεδόν απρόσιτη άκρη της χερσονήσου του Άθωνα, είναι διάστικτη από σπηλιές, μετέωρες καλύβες και άλλες επικίνδυνες κατοικίες που στεγάζουν μια διαρκώς σμικρυνόμενη αποικία Ασκητών. […] Ο τόπος που ονομάζεται Καρούλια είναι σκεπασμένος μ’ ένα δίχτυ από αλυσίδες που, καρφωμένες στους βράχους, στηρίζουν τα βήματα των Αναχωρητών στις σποραδικές εξόδους τους από τα μοναχικά τους ενδιαιτήματα, όπου μάχονται τον διάβολο, κατά το παράδειγμα του Αγίου Αντωνίου, ιδρυτή του ασκητικού κινήματος στην αιγυπτιακή έρημο.
     Αν και οι περισσότεροι Ερημίτες του Αγίου Όρους θα έτρεχαν να κρυφτούν στη θέα κάποιου ξένου, ο Ιερομόναχος Στέφανος (1922–2001) μάς χαιρέτησε εγκάρδια και προσφέρθηκε να μας βοηθήσει με τις αποσκευές μας, προσκαλώντας μας στην κατοικία του για μια μικρή ανάπαυση από το επίπονο, ανηφορικό περπάτημά μας. Τον είχαμε συναντήσει καθώς αναβαίναμε από τον Αρσανά της περιοχής που ονομάζεται «Κατουνάκια», για να πάμε στο σπίτι των Δανιηλαίων, των αγιογράφων Μοναχών που θα μας φιλοξενούσαν για λίγο.
     Γόνος μιας πλούσιας Σερβικής οικογένειας εμπόρων, σπούδασε οικονομικά και έπειτα θεολογία, για να γίνει τελικά ιερομόναχος. Το 1956, σε ηλικία 34 ετών, κατέφυγε στο Άγιον Όρος για να γλυτώσει, κατά τα λεγόμενά του, από τη θρησκευτική καταδίωξη στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο.
     «Το ξέρω εσείς έξω νομίζετε ότι όλοι εμείς εδώ πάνω είμαστε τρελλοί», είπε με σπασμένα Ελληνικά, καταφεύγοντας πότε–πότε σε μερικές γαλλικές ή αγγλικές λέξεις. «Ακούω πως έχετε πολέμους εκεί έξω, είμαστε στα πρόθυρα της καταστροφής που έχει προφητεύσει από παλιά ο κόσμος των Μοναχών. Αλλά ό,τι και να γίνει, εμείς εδώ είμαστε ασφαλείς…».
 
     Με τα μακριά ασημένια –ξανθιά, κάποτε!– μαλλιά του, που έπεφταν σε μπούκλες πάνω στους φαρδιούς του ώμους, ο Σέρβος Ερημίτης έδινε την εντύπωση ενός πολύ νέου ανθρώπου. Όταν τον ρωτήσαμε πόσο χρονών ήταν, μας αποκάλυψε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ότι είχε περάσει τα εβδομήντα.
     «Απίστευτο!», είπαμε με θαυμασμό.
     Τότε αυτός μας προσκάλεσε να δοκιμάσουμε τη δύναμη του χεριού του, κρατώντας τον αγκώνα του σταθερά πάνω σ’ ένα τραπέζι και ανοίγοντας την παλάμη του για να τη σφίξουμε και να προσπαθήσουμε να λυγίσουμε το μπράτσο του, γελώντας ξεκαρδιστικά με την αδυναμία μας να το καταφέρουμε.
     Ζούσε σε μιαν ιδιόμορφη κατασκευή από σανίδες, λαμαρίνες και πλίνθους, που την είχε στήσει μόνος του πάνω στους βράχους, ένας εξώστης μπροστά γεμάτος γλάστρες με λουλούδια και διαφόρων ειδών λαχανικά να βλέπει στο ανοιχτό πέλαγος και, από πίσω, μια μακρόστενη βεράντα σκεπασμένη με τσίγκους και τζάμια και ένα μεγαλύτερο δωμάτιο γεμάτο παλιά σλαβικά βιβλία και εικόνες της Παναγίας και Αγίων δυτικής τεχνοτροπίας, φωτογραφίες του τελευταίου Σέρβου Μονάρχη Πέτρου, του τελευταίου Τσάρου της Ρωσίας και της οικογένειάς του, καθώς και μελών της έκπτωτης Ελληνικής Βασιλικής οικογένειας. Όταν κάποιος από μας παρατήρησε πως φαινόταν να πιστεύει όχι μόνο στον Θεό και στους Αγίους Του αλλά και στους βασιλιάδες, εκείνος το παραδέχτηκε χωρίς δυσκολία: «Πρόεδροι και πρωθυπουργοί, εκλέγονται από τους ανθρώπους», εξήγησε. «Βασιλιάδες, ορίζονται από τη θεία Χάρη. Κι όταν ακόμα κάνουν λάθη, πρέπει να το θέλει ο Θεός και (να) τα κάνουν (!)».
     Ένας από τους συντρόφους μου με τράβηξε σε μια γωνιά και, χωρίς να πει λέξη, μου έδειξε στον τοίχο ένα κάδρο. Ήταν ένας χάρτης της Σερβίας που περιελάμβανε όλη τη Μακεδονία και την Κεντρική Ελλάδα ως τον Κορινθιακό κόλπο. Κατάλαβα ότι ο φίλος μου είχε στο νου (του) την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία των Σκοπίων και τις επεκτατικές διαθέσεις που υποτίθεται ότι έκρυβε πίσω από την επιμονή της να αναγνωρισθεί με το όνομα «Μακεδονία». Μα τον καθησύχασα, δείχνοντάς του την επιγραφή στο κάτω μέρος του χάρτη που έλεγε: «Η Αυτοκρατορία των Σέρβων και Ελλήνων του Στεφάνου Δουσάν, 1331–1355».
 
     Δίπλα στο κύριο δωμάτιο όπου ο Σέρβος καλόγερος είχε τα βιβλία του, το τραπέζι με τα χαρτιά του και το κρεβάτι του, υπήρχε ένα μικρό εκκλησάκι γεμάτο πολύχρωμες εικόνες, κορδέλες και λουλούδια, σαν κουκλόσπιτο. Και στο πίσω μέρος του σπιτιού της παράγκας μάλλον! κρεμόταν ένας πελώριος βράχος που σχημάτιζε την είσοδο μιας σπηλιάς, μέσα στην οποία, ο καλόγερος είχε χτίσει μια στέρνα που δεχόταν το νερό μιας πηγής κρυμμένης στο βάθος της σπηλιάς. Η αφθονία του διαθέσιμου νερού επέτρεπε στον πατέρα Στέφανο να καλλιεργεί διάφορα λαχανικά και οπωροφόρα δέντρα, που τον έκαναν σχεδόν αυτάρκη από την άποψη της τροφής, την οποία συμπλήρωνε με ψάρια που τα έπιανε ο ίδιος μ’ έναν περίεργο τρόπο από τον εξώστη του σπιτιού του, τουλάχιστον 200 μέτρα πάνω από τη θάλασσα. Ήταν μια εφεύρεση δική του, ένας αρκετά πολύπλοκος μηχανισμός καμωμένος από ένα μακρύ συρμάτινο σκοινί, μ’ ένα αγκίστρι που περνούσε μέσα από μια τροχαλία στεριωμένη σ’ έναν βράχο πάνω από τη θάλασσα κι ένα δεύτερο παράλληλο σύρμα μ’ ένα βαρίδι στην άκρη που επέτρεπε στον χειριστή να ελέγχει το αγκίστρι χωρίς να το βλέπει.
     Όσο για τις άλλες του ανάγκες, τις βόλευε με τα λίγα χρήματα που κέρδιζε πουλώντας εικόνες, που τις ζωγράφιζε κατά καιρούς ο ίδιος, και από τα βιβλία που έγραφε, θρησκευτικά κείμενα με τη φωτογραφία του στο εξώφυλλο, τον εαυτό του σε νεότερη ηλικία, με ξανθά μακριά μαλλιά ανάμεσα σε πολύχρωμα λουλούδια. Τα θέματα για τα οποία έγραφε ήταν η υπεροχή της πίστης απέναντι στην επιστήμη, η ανάγκη της μετάνοιας και ιστορίες για συμπατριώτες του Σλάβους που αδιαφορούσαν για τη θρησκεία και πίστεψαν ύστερα από κάποια θεία εμφάνιση ή ονειρική εμπειρία που είχε σχέση με το επερχόμενο τέλος του κόσμου και τη Δευτέρα Παρουσία, την οποία θα προμηνούσε η γέννηση και βασιλεία του Αντιχρίστου, σημαδεμένη με τον αριθμό 666, όπως αναφέρει η Αποκάλυψη του Ιωάννη.
     Το βενζινοκίνητο πλοιάριο της γραμμής, που κάνει τη διαδρομή από τη Δάφνη στα Κατουνάκια, επέτρεπε τον Ερημίτη μας να ενημερώνεται για όσα συνέβαιναν στον έξω κόσμο και να διατηρεί αλληλογραφία μ’ εκείνους που διάβαζαν τα βιβλία του και του ζητούσαν να μνημονεύει τους πεθαμένους τους στις προσευχές του, εσωκλείοντας κάποια χρήματα στα γράμματά τους. Και αρχίζοντας ν’ ανοίγει την αλληλογραφία που μόλις είχε παραλάβει, τίναζε τα γράμματα πάνω στο τραπέζι, αφήνοντας να πέσουν ένα–δυο χαρτονομίσματα από το καθένα, μ’ ένα χαμόγελο ευτυχίας στα χείλη.
     Σε αντίθεση με τον πατέρα Στέφανο που, σαν τους καλόγερους των Μοναστηριών και των μικρότερων Κοινοβίων, ήταν πρόθυμος να συνευρεθεί και να κουβεντιάσει με ξένους, οι Ερημίτες προτιμούν να μην έρχονται σε επαφή μαζί τους, δηλώνοντας πως είναι «νεκροί» για τον κόσμο τούτο. Δεν είναι, ωστόσο, αφιλόξενοι όταν κανείς καταφέρει να τους συναντήσει όπως εμείς…

[Πέτρου Χαρτοκόλλη:
«Αγιον Όρος – Ένα ταξίδι μέσα από τους θρύλους και την ιστορία»,
κεφ. 9ο, σελ. 118–123,
«Κέδρος», Αθήνα, Οκτώβριος 2001.]


ΜΙΚΡΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ: Ο Πέτρος Χαρτοκόλλης (1924–2013) καταγόταν από την Μάνη. Γεννήθηκε όμως στην Αθήνα, όπου έζησε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Μεταναστεύοντας μετά τον Πόλεμο στην Αμερική, σπούδασε Ιατρική, Κλινική Ψυχολογία, Ψυχιατρική και Ψυχανάλυση. Τους διδακτορικούς τίτλους τούς απέκτησε στο Michigan των USA όπου και ειδικεύτηκε στην Ψυχιατρική και την Ψυχανάλυση. Θήτευσε ως διευθυντής  της Ψυχιατρικής κλινικής του C. F. Menninger Memorial Hospital στην Topeka της Pennsylvania. Το 1980, με τον επαναπατρισμό του στην Ελλάδα, ανέλαβε την έδρα της Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας. Ήταν από τους εισηγητές-πρωτοπόρους της Ψυχανάλυσης στην Ελλάδα ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο από αυτούς που πρώτοι περιέγραψαν την «Μεθόρια–Μεταιχμιακή (borderline) Διαταραχή της Προσωπικότητας».Έχει δημοσιεύσει ψυχιατρικά και ψυχαναλυτικά άρθρα, κεφάλαια επιστημονικών βιβλίων καθώς και αρκετά άλλα βιβλία, ανάμεσα σε αυτά ψυχιατρικά, λογοτεχνικά, φιλολογικά και περιηγητικά. Απεβίωσε στην Philadelphia στις 24 Σεπτεμβρίου του 2013. Σαν αιτία θανάτου του, αναφέρθηκε η νόσος Πάρκινσον με τις συναφείς εμπλοκές της. Μερικοί τίτλοι των πονημάτων του: «Ο αυτόχειρας του Σκαραμαγκά» (2008), «Χρόνος και αχρονικότητα» (2006), «Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων» (2005), «Όταν θα τελείωνε ο πόλεμος» (2003), «Άγιον Όρος» (2001), «Λογοτεχνία και ψυχανάλυση» (1999), «Και η σελήνη εγένετο ως αίμα» (1998), κ.α.