Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 30 Απριλίου 2020

ΟΣΙΑ ΙΣΙΔΩΡΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ


ΟΣΙΑ ΙΣΙΔΩΡΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ


     Στην Ταβέννη της Αιγύπτου υπάρχει ένα γυναικείο μοναστήρι, με τετρακόσιες περίπου καλόγριες, απέναντι απ’ το μεγάλο ανδρικό μοναστήρι. Στο γυναικείο αυτό μοναστήρι ασκήτευε και μια μοναχή, που υποκρινόταν μωρία και σαλότητα για χάρη του Χριστού· το όνομά της ήταν Ισιδώρα, και πάντοτε ταπείνωνε και εξευτέλιζε τον εαυτό της εμπρός στους άλλους. Αυτή την Ισιδώρα τη σιχαίνονταν όλες οι μοναχές, τόσο πολύ, που ακόμη και στην τράπεζα δεν την δεχότανε να φάει μαζί τους! Ωστόσο, εκείνη, κι αυτό ακόμη το δέχθηκε με χαρά μεγάλη. Η αρετή της και η βοήθεια, που έδινε με τη διακονία της σ’ όλο το μοναστήρι, ήταν πολύ σημαντική και ωφέλιμη. Οποιαδήποτε υπηρεσία για το μοναστήρι και τις μοναχές, την έκανε πάντα με προθυμία, σα νά ’τανε δούλη τους, και δούλευε με πολλή πραότητα για όλες τους. Πράγματι, αυτή η Ισιδώρα, ήταν το φωτεινό παράδειγμα και το μεγάλο λυχνάρι για τη μοναστική αυτή συνοδία, όπως μας είπε ο Κύριος: «Όποιος από εσάς θέλει να γίνει μεγάλος, ας γίνει δούλος και υπηρέτης όλων» (Ματθ. 20, 26 και 23, 11· Μάρκ. 9, 35· Λουκ. 9, 48), και «Αν κάποιος νομίζει ότι είναι σοφός, ας γίνει πρώτα ανόητος και μωρός» (Α΄ Κορ. 3, 18). Όλες οι άλλες μοναχές είχαν κανονικά το σχήμα της κουράς –φορούσαν τα κουκούλια όλες στο κεφάλι τους–, ενώ εκείνη, είχε δέσει μ’ ένα κουρελόπανο το κεφάλι της, κι έτσι έκαμνε όλες τις δουλειές της μονής. Όλ’ αυτά τα χρόνια, καμιά μοναχή από τις τετρακόσιες τόσες, δεν την είδε ποτέ να τρώει κανονικά, παρά να σκουπίζει τα ψίχουλα που έμεναν στο τραπέζι κι απ’ αυτά να τρώει, καθώς κι από τα περισσεύματα, που ήταν κολλημένα στις χύτρες που έπλενε· αυτά της ήταν αρκετά. Ποτέ της δεν υποτίμησε καμιά μοναχή με υβριστικό λόγο, ούτε γόγγυσε, ούτε είπε μεγάλο ή μικρό πικρό λόγο, παρ’ όλο ότι πολλές τους την έβριζαν, την πείραζαν και την προσέβαλλαν, και –όχι λίγες– τη μισούσαν.


     Γι’ αυτήν, λοιπόν, την ευλογημένη και αγία μοναχή, φανερώθηκε Άγγελος Κυρίου στον αγιώτατον αββά Πιτυρούν, γνωστό και δοκιμώτατο μοναχό, πολύ ενάρετο και διάσημο αναχωρητή, και του λέει:
     –Γιατί καυχάσαι για τα κατορθώματά σου και για την ευλάβειά σου, ασκητεύοντας σε τούτον τον τόπο; Θέλεις να ιδείς μια γυναίκα, που είναι πιο πάνω από σένα στην αρετή και στην ευλάβεια; Πήγαινε στο γυναικείο μοναστήρι των Ταβεννησιωτών, κι εκεί θα βρεις μια μοναχή, που φέρει διάδημα στο κεφάλι. Αυτή, λοιπόν, είναι καλύτερή σου. Γιατί, τόσον καιρό και με τόσο πολύ κόσμο παλεύει, αλλά, παρ’ όλ’ αυτά, δεν άφησε ποτέ το νου της ν’ απομακρυνθεί ούτε στιγμή απ’ τον Θεό, αν και όλες οι μοναχές εκεί τη σιχαίνονται και την αποφεύγουν. Ενώ εσύ, κάθεσαι εδώ, και φαντάζεσαι όλες τις πολιτείες με τον νου σου, κι ας μην έχεις ποτέ σου ιδεί την οικουμένη.

     Ξεσηκώθηκε, λοιπόν, ο μέγας Πιτυρούν και ήρθε στα μέρη της Ταβέννης, παρακαλώντας τους πατέρες και διδασκάλους να τον διαπεράσουν στο μοναστήρι των γυναικών. Μια κι ήταν γνωστός για την αρετή και την αγνότητά του μεταξύ των πατέρων, κι είχε φτάσει σε βαθιά γεράματα με αυστηρή άσκηση, οι πατέρες ευχαρίστως τον βοήθησαν να περάσει το ποτάμι και να επισκεφτεί το γυναικείο μοναστήρι. Εκεί, μετά την προσευχή, ο Γέροντας ζήτησε να ιδεί μια-μια και κατά πρόσωπο όλες τις μοναχές. Κι ενώ πέρασαν όλες οι μοναχές από μπροστά του, εκείνη δεν φάνηκε.
     Τις λέει, τότε ο Γέροντας:
     –Σας παρακαλώ, να μου τις φέρετε όλες.
     Κι ενώ εκείνες του απάντησαν «όλες εδώ είμαστε», εκείνος τις λέει:
     –Λείπει, ωστόσο, μία, την οποία μου έδειξε ο Άγγελος.
     Τότε, του είπαν κι αυτές:
     –Λείπει μία μόνο, που έχουμε στο μαγειρείο και είναι σαλή.
     –Παρακαλώ, να μου την φέρετε κι εκείνη, λέει ο Γέροντας. Θέλω να την δω!

     Εκείνη, μόλις της το είπαν, δεν ήθελε να παρουσιαστεί, καταλαβαίνοντας την αιτία της προσκλήσεως· ίσως και της αποκαλύφθηκε άνωθεν. Την έσυραν, λοιπόν, με τη βία, λέγοντάς της:
     –Ο άγιος Γέροντας, ο Πιτυρούν, θέλει να σε ιδεί!


     Ο Γέροντας ήταν περιβόητος σ’ όλα εκείνα τα μέρη. Μόλις την έφεραν εκεί μπροστά, ο Γέροντας και μεγάλος ασκητής είδε το πρόσωπό της· έπεσε αμέσως στα πόδια της, και της λέει:
     –Αμμάς και γερόντισσα, ευλόγησέ με!

     Ευθύς έπεσε κι εκείνη στα πόδια του Γέροντα, λέγοντάς του:
     –Εσύ να μ’ ευλογήσεις πρέπει, άγιε Γέροντα και δέσποτά μου!

     Βλέποντας αυτή τη σκηνή, όλες ξαφνιάστηκαν δυσάρεστα, και λένε στον Γέροντα:
     –Μην ταπεινώνεις τόσο πολύ τον εαυτό σου, Γέροντα, και μην εξευτελίζεσαι· η μοναχή αυτή είναι σαλή!

     Τότε, ανασηκώθηκε ο Γέροντας, και λέει σε όλες τις μοναχές:
     –Εσείς είστε σαλές! Ενώ αυτή εδώ είναι, και από όλες εσάς και από μένα, καλύτερη· και είναι πραγματική αμμάς και γερόντισσα, με την οποία εύχομαι να βρεθώ στην ίδια μερίδα κατά τη φοβερή Ημέρα της Κρίσεως!


     Όταν τ’ άκουσαν αυτά οι μοναχές, έπεσαν όλες στα πόδια του, λέγοντας: «Συγχώρεσέ μας!». Και άρχισαν να εξομολογούνται όλες, με πόσους τρόπους είχαν στενοχωρήσει και λυπήσει την αγία αυτή μοναχή. Η μία έλεγε: «Εγώ την κορόϊδευα!»· η άλλη: «Εγώ περιγελούσα το ταπεινό και χαμηλόβλεπτο σχήμα της!»· η άλλη: «Εγώ την περίχυνα συχνά με το ξέπλυμα που έμενε στο πιατάκι μου!»· η άλλη: «Εγώ τη χτύπησα και της έκανα πληγές!»· η άλλη: «Εγώ τη γρονθοκόπησα!»· η άλλη: «Εγώ της έβαλα σινάπι στη μύτη για να την κάψω!»· –και όλες, η καθεμιά τους ξεχωριστά, έλεγαν με τι βρισιές τη στόλιζαν. Όταν τελείωσαν όλες τους την εξομολόγηση, την οποία δέχθηκε ο άγιος Πιτυρούν, εκείνος ευχήθηκε για όλες, τις ευλόγησε, και αφού παρακάλεσε αρκετά την αγία μοναχή να εύχεται κι εκείνη γι’ αυτόν, τις αποχαιρέτησε κι έφυγε.

     Όμως, καθώς περνούσαν οι μέρες, κι η μοναχή τώρα εγνώριζε μεγάλες τιμές, περιποιήσεις και φροντίδες, άρχισε να στενοχωρείται· δεν μπορούσε να υποφέρει τόσες τιμές και δόξες από ολόκληρη τη μοναστική αδελφότητα. Σηκώθηκε λοιπόν, κι έφυγε απ’ το μοναστήρι, δίχως κανείς να το μυριστεί. Αλλά και κανείς ποτέ δεν έμαθε, όταν έφυγε, πού πήγε, σε ποια σπηλιά κρύφτηκε, ούτε πού αναπαύτηκε, αργότερα, εν Κυρίω!



ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν ὡραιότητα, Χριστοῦ ποθήσασα, Μῆτερ τρισόλβιε, ὁδὸν τὴν σύντομον, τὴν ὁδηγοῦσαν πρὸς Αὐτόν, προείλου τὴν ταπείνωσιν· ὅθεν σε ἀνέδειξε, μοναζόντων διδάσκαλον, ἄκρον τε ὑπόδειγμα, τῆς Αὐτοῦ ἐκμιμήσεως, διὸ χαρμονικῶς σοι βοῶμεν· χαῖρε, ὦ Ἰσιδώρα παμμακάριστε.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ποθοῦσα τυχεῖν τῆς ἄνω Μῆτερ στάσεως, ταχεῖαν ὁδόν, προείλου τὴν ταπείνωσιν, δι’ ἧς ἤχθης Χριστῷ ὡς καρπὸς εὐκλεής, καὶ τερπνὸς Ἰσιδώρα παναοίδιμε, βραβεία λαμβάνουσα τὰ ἄφθαρτα.

ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ
Ταπεινοφροσύνης οἶκος λαμπρός, παρθενίας δόξα, ἄνθος θεῖον ὑπομονῆς, ἀκενοδοξίας, τῆς ἄκρας Ἰσιδώρα, ἐργάτις ἀνεδείχθης, διὰ τὸν Κύριον.





(1) Παντελή Β. Πάσχου:
«Γυναίκες της Ερήμου»
–Μικρό Γεροντικό Γ΄–
Σειρά:
«Ορθόδοξη Μαρτυρία»–αριθ. 53.
Κεφ. ΝΞ΄, σελ. 167–171.
Εκδόσεις «Ακρίτας»·
Αθήνα, Απρίλιος 19951.
(2) Ελενοπόλεως Παλλαδίου:
«Λαυσαϊκή Ιστορία» (420 μ.Χ.),
Τόμ. 1ος, κεφ. 34ο (XXXIV),
σελ. 180–185,
Μετάφραση–Εισαγωγή–Σχόλια:
Ν. Θ. Μπουγάτσου (1911–2006)
και Δ. Μ. Μπατιστάτου (1921–1991),
Αθήναι, έκδοσις 2η (χ.χ.),
Εκδόσεις «Τήνος».
(3) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος),
σελ. 18.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
(4) Δημητρίου Γ. Τσάμη:
«Μητερικόν»,
Τόμ. Α΄, Κεφ. Α΄, Διήγηση 31η,
σελ. 130–135.
Εκδόσεις
Αδελφότητας «Αγία Μακρίνα»·
Πανόραμα, Θεσσαλονίκης 19901·
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2020

Ο ΓΑΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΝΑ


Ο ΓΑΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΝΑ
(Κατά Ιωάννην, Κεφ. 2ο, Στίχοι: 1–11)


     Την τρίτη μέρα, γινόταν ένας γάμος στην Κανά της Γαλιλαίας. Ήταν εκεί και η Μητέρα του Ιησού. Προσκάλεσαν λοιπόν και τον Ιησού και τους Μαθητές Του στον γάμο. Κάποια στιγμή που τελείωσε το κρασί, η Μητέρα του Ιησού Τού λέει: «Δεν έχουν κρασί!». Της λέει τότε ο Ιησούς: «Τι επεμβαίνεις εσύ στο δικό Μου έργο, γυναίκα; Δεν ήρθε ακόμη η ώρα Μου!». Τότε η Μητέρα Του γυρίζει και λέει προς τους υπηρέτες: «Ό,τι σας πει, να το κάνετε!».
     Βρίσκονταν εκεί έξι πέτρινες στάμνες που χωρούσαν η καθεμιά ογδόντα ως εκατόν είκοσι λίτρα και αυτές χρειάζονταν για τον καθαρισμό που απαιτούσε ο ιουδαϊκός νόμος. Τότε ο Ιησούς λέει στους υπηρέτες: «Γεμίστε τις στάμνες με νερό». Και τις γέμισαν ως απάνω. «Πάρτε τώρα», τους είπε, «και φέρτε να δοκιμάσει ο υπεύθυνος για το τραπέζι». Και αυτοί του έφεραν. Μόλις, όμως, ο υπεύθυνος για το τραπέζι γεύτηκε το νερό που είχε γίνει κρασί, μη γνωρίζοντας τη θαυμαστή προέλευσή του, γιατί μόνο οι υπηρέτες που είχαν βάλει το νερό ήξεραν, φωνάζει τον γαμπρό και του λέει: «Όλος ο κόσμος προσφέρει πρώτα το καλό κρασί στους καλεσμένους, κι όταν μεθύσουν, τότε φέρνει το πιο δεύτερο· εσύ όμως φύλαξες το καλό κρασί ως αυτή την ώρα».
     Αυτή ήταν η αρχή των σημείων του Ιησού στην Κανά της Γαλιλαίας. Έτσι φανέρωσε τη δόξα Του και οι Μαθητές Του πίστεψαν σ’ Αυτόν.

     Σήμερα Δευτέρα, τη Δευτέρα αμέσως μετά την Κυριακή του Θωμά, η περικοπή του Ευαγγελίου που διαβάζεται εν τη θεία Λειτουργία, αφορά τον περιβόητο «Γάμο στην Κανά». Δεν υπάρχει ορθόδοξος πιστός που να μη θυμάται με καρδιακή ευαρέσκεια τούτη την περικοπή. Μα, όλοι σχεδόν νομίζουν ότι αυτό το Ευαγγέλιο διαβάζεται και ακούγεται μόνο μέσα στο Μυστήριο του Γάμου. Όμως, όχι. Σήμερα, είναι η διατεταγμένη μέρα αυτής της ωραίας και διδακτικής περικοπής. Και μας θυμίζει την «αρχή των σημείων» του Χριστού στον γάμο των ανθρώπων. Η παρουσία του Χριστού μυστηριοποιεί μια για πάντα τον γάμο, που χωρίς Αυτόν, δεν είναι Μυστήριο, αλλά συνθήκη, συμφωνία, συμβίωση, θεσμοποίηση.
     Όσο και να θέλουμε ή να πιστεύουμε ότι αγαπάμε εμείς οι άνθρωποι, μόνο με το γλυκό κρασί της θείας Αγάπης και της θείας Ευλογίας, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι πορευόμαστε στη ζωή μας με την Αγάπη Του στην αγάπη μας, από τη φθορά του κόσμου στην αφθαρσία της θείας ζωής.
     Πόσο θλίβουμε τον Σωτήρα μας Χριστό που αθετούμε και αρνούμαστε την ευλογία που Αυτός εκχώρησε στη σύσταση του Μυστηρίου του Γάμου! Χιλιάδες οι αφώτιστοι και κοσμολάτρες νεοέλληνες σπεύδουν στον δήμαρχο τάχα για να παντρευτούν, αλλά η αληθινή παντρειά είναι μόνο στον Χριστό μας. Το γαϊτανάκι της από μέρους μας αρνήσεως του Κυρίου κρατάει χρόνια και την ευθύνη γι’ αυτό την έχουν στο ακέραιο οι γονείς, κατόπιν οι παππούδες, οι νονοί, οι συγγενείς και οι φίλοι. Άγευστοι και άπειροι των βιωμάτων της θείας Χάριτος, οι κατά σάρκα και ου κατά Θεόν γεννήτορες, σπρώχνουν κολαστικά τα παιδιά προς τα δημαρχεία για να «παντρευτούν» στο άψε-σβήσε. Μετά, έρχονται και σου λένε με κομπασμό και με αναισθησία: «Ξέρεις κάτι; Εμένα που με βλέπεις, είμαι πολύ πιστός! Πιστεύω!». Μα, πώς πιστεύεις, βρε αδελφέ, αφού δεν (γίνεται να) υπάρχει σοβαρή και γνήσια πίστη μέσα σου, όταν με τη ζωή σου και με την επιλογή που έχεις κάνει, έχεις αρνηθεί το Μυστήριο του Γάμου που έχει φέρει στη γη αυτή ο Χριστός για σένα; Θα μου πει κανείς, οι υπόλοιποι εκτός των Ορθοδόξων δεν έχουν τελετές γάμου; Αυτοί δεν παντρεύονται; Παντρεύονται ανθρώπινα, χοϊκά· πάντως όχι χριστοκεντρικά, όχι θεϊκά, όχι με τη Χάρη του Θεού.


     Ποιος από τους γονείς, σήμερα, θα βρεθεί ακατάκριτος και ακατηγόρητος ενώπιον των ορθοδόξων ευθυνών του, και θα προτρέψει τα παιδιά τους και τα παιδιά μας να πορευθούν προς την Εκκλησία για να ιερολογήσει αυτή τον γάμο τους; Αυτό κι αν είναι ομολογία και πίστη! Παρά το κλίμα της κοσμικότητας, της αθεΐας και της απιστίας που επικρατεί σχεδόν παντού, κάποια καλόπαιδα, με τη θεάρεστη ενθάρρυνση των γονιών τους, έρχονται τελικά στην Εκκλησία. Και με την όλη παρουσία τους εκεί, είναι σαν φωνάζουν και σαν να κελεύουν προς τον Χριστό: «Χριστέ μας, παρά τις αμαρτίες μας, παρά τη μηδαμινότητά μας, εμείς πιστεύουμε σ’ Εσένα και ήρθαμε εδώ σήμερα, για να ευλογήσεις Εσύ με την αγάπη Σου, με το έλεός Σου, με τη θεία Χάρη και τη δύναμή Σου, την αγάπη μας, τη σχέση που έχουμε σαν άνθρωποι που αγαπιούνται και θέλουν ο ένας τον άλλον. Και από μικρή, φθαρτή και πεπερασμένη που είναι αυτή μας η αγάπη, Εσύ, με τη θεϊκή Σου σκέπη και προστασία, να την κάνεις, μεγάλη και μεγαλειώδη, κραταιά, άφθαρτη, αιώνια!». Και γίνεται το Θαύμα, το Θαύμα του Γάμου της εν Κανά. Αυτή τη φορά όμως οι εσωτερικές πέτρινες υδρίες των ερωτευμένων υπάρξεων γεμίζουν με τον «καλόν οίνον» του Χριστού, δηλαδή με τη δύναμη, το σθένος, την κραταίωση, τη χαρά, τη χάρη του Χριστού! Τι μυστήριο και τι μεγαλείο! Αντιμετωπίζουν τους πειρασμούς και τις δυσκολίες του γάμου τους με την άνωθεν δύναμη και με την εσωτερική γλυκύτητα του παραδεισένιου οίνου που τους προσφέρει αδαπάνητα ο Χριστός. Πόση αμαρτία και τι μεγάλο κατάκριμα εισπράττουν στη ζωή τους όσοι μένουν αστεφάνωτοι και ανιερολόγητοι στη σχέση τους, καταπατώντας τη δωρεά του Μυστήριου του Γάμου που ίδρυσε ο Χριστός στην Εκκλησία μας, για τη σωτηρία όλων!
     Μου είπε μια φορά μια κυρία: «Πάντρεψα τον γιο μου, πάτερ!» «Πότε; Πού;» «Στο δημαρχείο, εχθές!» «Καλή μου, ένας είναι ο Γάμος! Του Χριστού και όχι του δημάρχου!». Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε και ακόμη να αξιωθεί να στεφανωθεί το παιδί της. Και ανθρωπίνως, ούτε πρόκειται. Αυτή είναι η θλιβερή κατάντια μας. Μας κρατάει ο σατανάς δέσμιους, με τη μια αφορμή μετά την άλλη, ειδικά τα νέα παιδιά, αρκεί να μην παντρευτούν, αρκεί να μην βηματίσουν αποφασιστικά προς την Εκκλησία, προς τον Χριστό μας, για να επαναληφθεί αχρόνως και προσωπικώς ο Γάμος στην Κανά και ο Γάμος της Κανά να γίνει δικός μας γάμος, δική μας χαρά, δικό μας πανηγύρι! Μέσα σε αυτόν τον Γάμο, τον Γάμο της ιερότητας και της χαράς, βλέπουμε και πάλι τον Χριστό να ιερολογεί την αγάπη μας, τη σχέση μας, αυτόν που αγαπάμε, αυτήν που αγαπάμε. Κι όλα αποκτούν νέα ζωή, νέα αρχή, δίχως τέλος, γιατί όλα τα ανθρώπινα ριζοβολούν και μπολιάζονται στη θεία και σωτήρια αγάπη.
     Εκεί, μέσα στην Εκκλησία και μέσα στο Μυστήριο της Εκκλησίας, θα ατενίζουμε νοερά την Παναγία μας να βρίσκεται ταπεινά και αγαπητικά πλάι στον Χριστό. Και στέκεται εκεί πλάι στον Υιό Της όχι τυχαία· απλά για να ψιθυρίζει στον Χριστό και να κινεί πρεσβευτικά την αγάπη Του υπέρ ημών: «Δεν έχουν κρασί!». Στερούνται τούτα τα ζευγαράκια μας κι ας νομίζουν ότι τα έχουν όλα. Δεν έχουν την άφραστη γλυκάδα και την πολύτιμη πεμπτουσία της ζωής, που είσαι Εσύ, Χριστέ μας, για όλους τους ανθρώπους! Όσοι αγαπάτε, παντρευτείτε· παντρευτείτε εν τω Χριστώ, διά του Χριστού και παρά του Χριστού, ο Οποίος είναι ο μόνος που προσφέρει το θείο και ζωογόνο μεθύσι της καρδιάς στην αγάπη και τον γάμο των ανθρώπων. Και η χαρά σας, η χαρά της αγάπης σας, θα είναι στ’ αλήθεια εν Αυτώ «πεπληρωμένη»!

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΜΕΤΑ ΤΟ «ΕΞΑΙΡΕΤΩΣ»


ΜΕΤΑ ΤΟ «ΕΞΑΙΡΕΤΩΣ»


     Ρώτησαν το 2003 τον μακαριστό Γέροντα π.Αμβρόσιο Λάζαρη (1912–2006), τον χαρισματικό Πνευματικό της Μονής Δαδίου και πιστό τέκνο του Αγίου Πορφυρίου το εξής:
     –Πες μου, Γέροντα, ποια στιγμή της Θείας Λειτουργίας όλα αυτά τα χρόνια ήταν για σένα η πιο συγκλονιστική;
    –Μετά το «Εξαιρέτως», απάντησε αυτός αργά και χωρίς να βιάζεται, λες και περίμενε την έγκριση από κάποιον, για να μιλήσει.
     –Γιατί τότε;
     –Γιατί έβλεπα την Κυρία Θεοτόκο και τον Υιόν της, παιδί μου!…

[ «Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης,
ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου»,
Μέρος Β΄, κεφ. 1ο, σελ. 173–174,
Εκδόσεις Π. Κυριακίδη,
Φθιώτιδα, Νοέμβριος 20081.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2020

Ο ΤΡΟΠΑΙΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


Ο ΤΡΟΠΑΙΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


     Σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει μαρτυρική εορτή. Εάν επιχειρήσουμε να εκθειάσουμε τον εορταζόμενο άγιο, μάλλον θα τον μειώσουμε. Ο άγιος αυτός είναι η δόξα των Μαρτύρων, το καύχημα των Αγίων, η τιμή του Ουρανού και της θριαμβεύουσας Εκκλησίας. Είναι ο παμμέγιστος Γεώργιος. Δεν υπάρχει στόμα χριστιανικό από τη νηπιακή ηλικία μέχρι του τελευταίου επιθανάτιου παλμού της καρδιάς του ανθρώπου, που να μην επικαλεσθεί το γλυκύτατο όνομά του. Δεν υπάρχει χώρα χριστιανική που να μην υπάρχουν έστω και ερείπια ναού, που να μην έχει κτιστεί στη μνήμη του. Ο φωστήρας αυτός κρύβει ένα μεγάλο μυστήριο που δεν εξερευνήθηκε κατάλληλα. Πού οφείλεται η τόση αγάπη του λαού προς αυτόν; Αλλά και η δική του αγάπη προς τον λαό είναι τόσο μεγάλη που μας εμποδίζει να τον ξεχνάμε, αλλά συνεχώς να τον επικαλούμαστε. Μέσα σε τρεις ή τέσσερις χριστιανικές οικογένειες θα υπάρχει οπωσδήποτε το όνομα «Γεώργιος». Γιατί δεν υπάρχει οικογένεια, στην οποία δεν επενέβη η αγάπη αυτού του αγίου για να βοηθήσει.

     Αυτός ο ήρωας πέτυχε να ολοκληρώσει τη χριστιανική του ιδιότητα, όχι μόνο διά της ομολογίας της Πίστεως αλλά και διά του μαρτυρίου. Και τη συνεχίζει και μετά το μαρτύριό του. Αγκάλιασε την Εκκλησία, τους πιστούς όλων των αιώνων στα τετραπέρατα της οικουμένης. Και εκεί που δεν υπάρχει ακόμα Ορθοδοξία, που υπάρχει η ομίχλη της ειδωλολατρίας, και εκεί προφταίνει απρόσκλητος και δίνει την παρουσία της αγάπης του. Δίκαια ονομάστηκε από την Εκκλησία «Αθλοφόρος», «Τροπαιφόρος» και «Μεγαλομάρτυς». Όλοι οι Μάρτυρες είναι μεγάλοι, διότι όλοι θυσίασαν τη ζωή τους και φανέρωσαν την τέλεια αγάπη τους προς τον Χριστό μας. Αλλά το «Τροπαιοφόρος» και το «Μεγαλομάρτυς» δεν ανήκει τόσο στη γενναιότητα που επέδειξε στα βασανιστήρια αλλά, κατά τη γνώμη μου, στο πλήρωμα της αγάπης του, που υπήρξε όχι μόνο κατά την περίοδο που έζησε, αλλά και μετέπειτα μέχρι ακόμα τη συντέλεια των αιώνων, ούτως ώστε να προλαμβάνει κάθε παλμό πόνου και να στηρίζει όποιον επικαλεσθεί το όνομά του.

     Για μας τους μοναχούς ιδιαίτερα, ο Άγιος Γεώργιος είναι κουροτρόφος και προστάτης. Στην Θ΄ ωδή του Κανόνος του Αγίου λέγονται τα εξής: «Καὶ σὺ κατ’ ἐξαίρετον σκίρτα, τὸ Ὄρος τὸ Ἅγιον· χόρευε νῦν καὶ ἀγάλλου φαιδρῶς, εὗρες καὶ γὰρ κράτιστον τὸν Μέγαν Γεώργιον, ὀροφύλακα». Μετά την Κυρία Θεοτόκο έρχεται αυτός ως προστάτης του τόπου τούτου και των μοναχών. Τέσσερα αθωνικά Μοναστήρια και αρκετά Κελλιά και Καλύβες είναι αφιερωμένα στο άγιο όνομά του.


     Στον βίο του αναφέρεται ότι ο πατέρας του, ο Γερόντιος, ήταν χριστιανός και τελειώθηκε ως Μάρτυρας. Και ο Γεώργιος από μικρός ήταν χριστιανός. Σε ηλικία 22 ετών αγόρασε το αξίωμα του κόμητος. Όταν πήγε να πάρει τον τίτλο για να προβιβασθεί, είδε τους ανωτέρους του να ετοιμάζουν το διάταγμα διωγμού κατά των χριστιανών. Απόρησε γιατί τόσο αναίσχυντα διατάσσουν την καταστροφή των χριστιανών χωρίς να τους φταίνε. Έβγαλε τη ζώνη του, την πέταξε προς τους αρχηγούς του και φώναξε: «Είμαι χριστιανός! Δεν θα πειθαρχήσω στο διάταγμά σας!». Από αυτή τη στιγμή αρχίζει το μαρτύριό του. Και αυτός ο Μεγαλομάρτυς, παρ’ όλο το νεαρό της ηλικίας του, υπόμενε αγόγγυστα όλες τις ύβρεις και τις ατιμώσεις, χωρίς να παραφερθεί. Με πατρική αμνησικακία και στοργή υπόμεινε τα τρομερά εκείνα μαρτύρια και θαυματουργούσε για να τους πείσει –αν και γνώριζε ότι δεν θα πιστέψουν– αλλά για να μην υποβιβάσει τη δύναμη της Χάριτος. Έκανε το θαύμα και έλεγε: «Εγώ θα το κάνω, αλλά εσείς δεν θα πιστέψετε!». Και ανάστησε έναν νεκρό που είχε πεθάνει πριν από τριακόσια έτη.

     Και εκείνο που μας συγκινεί πραγματικά, είναι το αμνησίκακο που είχε, ενώ μπορούσε να τους επιτιμήσει. Μπορούσε να τους φερθεί με ένα άγριο ύφος, αλλά αυτός τους μιλούσε με πολλή συμπάθεια.


     Εμείς, σαν μοναχοί, παραδειγματιζόμαστε από τη γενναιοψυχία και την αυταπάρνησή του, γιατί ενισχυόμαστε και στο δικό μας αναίμακτο μαρτύριο συνειδήσεως. Στους Μάρτυρες έλεγαν: «Ή αρνείσθε ή ομολογείτε!». Και δεν αρνήθηκαν και πέθαναν. Σε μας, τώρα, δεν υπάρχει αυτή η φάση. Υπάρχει όμως ο μυστηριώδης πόλεμος του νοητού τυράννου, ο οποίος συνεχώς μας πειράζει. Είναι σαν να μας λέει: «Ή θα προσκυνήσεις το πολύμορφο είδωλο της αμαρτίας ή θα σου φέρω πειρασμό ή ασθένεια ή ταραχή!». Κι εμείς απαντούμε με υψωμένη τη φωνή: «Κύριον τον Θεόν μου προσκυνήσω και Αυτώ Μόνω λατρεύσω! Ούτε τους θεούς σου λατρεύω, ούτε την εικόνα σου προσκυνώ!». Πραγματικά, αντλούμε από αυτόν τον γίγαντα μεγάλο θάρρος. Είμαστε ομοϊδεάτες. Για την αγάπη του Χριστού όχι μόνο δεν λυπήθηκε την περιουσία του, τις αξίες, τους τίτλους, τη χλιδή, τα οποία ανοίγονταν μπροστά του, αλλά ούτε και αυτή τη ζωή του, την οποία και θυσίασε.

     Και εμείς, στις δύσκολες ημέρες που περνάμε, πιστεύουμε ότι ο Ίδιος ο Θεός που ήταν τότε, είναι και τώρα· και με την ίδια πατρική στοργή και συμπάθεια ενισχύει την μικρότητά μας. Και εμείς, με την ίδια πρόθεση, προτιμούμε την αγάπη του Χριστού μας, την πίστη και την υποταγή μας προς Αυτόν, έναντι των υπολοίπων κοσμικών ανέσεων. Χάριν Τούτου και εμείς, με τις πτωχές μας δυνάμεις, δρασκελίσαμε τον βίαιο ποταμό της κοσμικής σύγχυσης και ματαιότητας. Αρνηθήκαμε τους σπιτικούς και αυτήν ακόμα τη φύση μας και βρισκόμαστε αυτοεξόριστοι σε αυτό τον τόπο, με την ίδια προσδοκία· φεύγοντας από τις αφορμές των αιτίων, μακριά από τα σκάνδαλα, μέσα στα πλαίσια της ελευθερίας που διαθέτουμε διά της Χάριτος του Χριστού μας, για να αποδείξουμε πρακτικά ότι αγαπούμε γνήσια τον Χριστό· τον δε διάβολο και την αμαρτία βδελυσσόμαστε όπως του αξίζει.

     Μερικές φορές μπορεί να μην τα καταφέρνουμε από απειρία, από αγνωσία ή από αδυναμία, αλλά ουδέποτε προδίδουμε την πρόθεση. Συνέχεια και εμείς ομολογούμε, ότι, «Κύριον τον Θεόν ημών προσκυνούμε και Αυτώ Μόνω λατρεύομεν!», και ένεκα της αγάπης Του, «τα πάντα ηγούμεθα σκύβαλα» (όλα τα νομίζουμε πως είναι άχρηστα), αντλώντας θάρρος από το νέφος των Μαρτύρων που βάδισαν αυτόν τον δρόμο και μας τον άφησαν σαν κληρονομιά. Πιστεύουμε ακράδαντα πως οπωσδήποτε θα μείνει μαζί μας η θεία Χάρις και θα πετύχουμε κι εμείς τον σκοπό μας. Έτσι, πετυχαίνουμε δύο μεγάλα καλά. Πρώτα, τη δική μας σωτηρία. Και δεύτερον, το ότι αποτελούμε ένα στήριγμα προς τους εν Χριστώ αδελφούς μας, που μένουν μέσα στην κοινωνία και σηκώνουν τον σκληρό και βαρύ ζυγό του κοινωνικού βίου και παλεύουν με τόσα αντίθετα και αντίξοα, με τόσες ταλαιπωρίες, για να μπορέσουν και αυτοί να μην αρνηθούν τον Κύριο, αλλά να Τον ομολογήσουν στο μέτρο της δυνάμεώς τους. Φως για μας είναι οι Άγγελοι. Και φως για τους χριστιανούς του κόσμου είναι οι μοναχοί, διότι σήμερα οι άνθρωποι δεν μπορούν να βρουν τον Μέγα Αντώνιο, τον Μέγα Παΐσιο και τον Παχώμιο· αυτοί παρήλθαν. Σήμερα στη θέση αυτή βρισκόμαστε εμείς οι ταπεινοί, που κρατάμε τα ίδια εμβλήματα, τις ίδιες γραμμές, την ίδια παράδοση και συνεχίζουμε την ίδια πορεία.

     Όλοι μας, με σωστή πρόθεση, ας καταφύγουμε γονατιστοί στην αγάπη του Αγίου Γεωργίου, διότι αυτές τις αφορμές ζητεί ο Τροπαιοφόρος για να προβάλει την πανίσχυρη πρεσβεία του και να μας ενισχύσει στον αγώνα μας. «Μακάριος εκείνος που έχει γνωστούς στη Σιών και οικείους στην Ιερουσαλήμ!». Ιδού και εμείς· έχουμε «γνωστό» και «οικείο» τον Άγιο Γεώργιο, που με ελάχιστα λόγια εγκωμιάσαμε, για να του δώσουμε την αφορμή και πρόφαση να εκπληρώσει τη θεοπρεπή του αγάπη και να μας χαρίσει τον Ουρανό. Αμήν.

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ
(1921–2009)



Θα ήθελα να αφιερώσω, εκ βάθους καρδίας,
την παρούσα ανάρτηση στον μακαριστό θείο μου,
τον Παπα–Γιώργη τον Σχοινά, από τον Βόλο,
αλησμόνητο αγαθό, ταπεινό και άκακο Εφημέριο
του παλαιού, ιστορικού (17ος αι.)
ναού του Αγίου Αθανασίου
(αλλά και Αγίου Γεωργίου)
Νέας Μεσήμβριας – Θεσσαλονίκης,
του οποίου πάμπολλες φορές υπήρξα ψάλτης
στον ήσυχο και κατανυκτικό ναό του,
σε παντός καιρού πρωινά.
Ω, πόσο αξέχαστες και ευεργετικές
εκείνες οι Λειτουργίες μας!
Ο καλός Θεός να τον αναπαύει
κι εγώ να έχω την ευχούλα του για φυλακτό μου.
Μου λείπει πολύ, είναι η αλήθεια!
Επίσης, ας μου επιτραπεί να αφιερώσω
την παρούσα ανάρτηση και στον γαμπρό μου,
τον πάλαι ποτέ πιστό και φιλότιμο διακονητή μου,
δίνοντας σε αυτόν τις πιο εγκάρδιες ευχές μου
για υγεία, δύναμη και σωτηρία. 




[ Ιωσήφ Μοναχού:
«Διδαχές από τον Άθωνα»,
Κεφ. 11ο, σελ. 87–92.
Εκδόσεις «Το Άγιον Όρος»·
Θεσσαλονίκη, 1989.
Η υπότιτλη θαυμάσια εικόνα
αποτελεί έργο άξιων χειρών
του Αγιογράφου και Καθηγητού Αγιογραφίας
κ. Βασιλείου Θεοδωρακάκου.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2020

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ


ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
ΤΗΣ ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ


     Στο Άγιον Όρος βρίσκεται το Μοναστήρι του Ζωγράφου, το οποίο τιμάται στο όνομα του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Μέσα στο καθολικό αυτής της Μονής, δίπλα στον κίονα του δεξιού χορού, υπάρχει μια θαυμάσια εικόνα του Αγίου, από τις πιο θαυματουργές του Όρους.

     Αλλά ποιο είναι το ιστορικό της; Όταν βασίλευε στο Βυζάντιο ο Λέων ο Σοφός (909 μ.Χ.), τρία αδέλφια από την Αχρίδα, ο Μωϋσής, ο Ααρών και ο Βασίλειος, θέλησαν να γίνουν μοναχοί. Γι’ αυτό πήγαν στο Άγιον Όρος, όπου έχτισαν ένα Μοναστήρι. Όμως διαφώνησαν μεταξύ τους για το ποιος θα έπρεπε να ήταν ο άγιος προς τον οποίον θα το αφιέρωναν. Γι’ αυτό, με νηστεία και προσευχή, παρακάλεσαν τον Θεό να φανερώσει το θέλημά Του. Ετοίμασαν, λοιπόν, το σανίδι όπου θα ιστορούσαν την εικόνα και το τοποθέτησαν μέσα στη νεόχτιστη Εκκλησία.

     Ένα βράδυ, ενώ και οι τρεις τους προσεύχονταν μέσα στα κελλιά τους, ένα ασυνήθιστο φως, λαμπρότερο και από αυτό του ηλίου, απλώθηκε από την Εκκλησία σ’ όλο τον γύρω τόπο κι έφτασε ως τα κοντινά υψώματα. Την άλλη μέρα το πρωί, πήγαν στον Ναό και εκεί τους κατέλαβε έκπληξη, φόβος, θαυμασμός και δέος για το πραγματικά παράδοξο που έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια: Επάνω στο άγραφο και ανιστόρητο ξύλο, επάνω στο κενό και αζωγράφιστο σανίδι, είχε αποτυπωθεί θαυμάσια η ζωντανή μορφή του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Από αυτή, λοιπόν, τη μορφή έβγαινε εκείνη η ουράνια λάμψη, η οποία καταύγαζε όλο τον μοναστηριακό τόπο την προηγούμενη νύχτα. Από αυτό το εκπληκτικό θαύμα της αχειροποίητης εικόνας του Αγίου Γεωργίου, η Μονή του Ζωγράφου αφιερώθηκε άπαξ διά παντός στο σεπτό όνομά του.

     Πολλά και αναρίθμητα θαύματα έγιναν από τότε και από παντού έφταναν οι πιστοί για να προσκυνήσουν τη χάρη του Αγίου. Ο αυτοκράτωρ, στη Βασιλεύουσα, όταν άκουσε το θαύμα, τόσο πολύ ευλαβήθηκε τον Άγιο, ώστε ήρθε ο ίδιος αυτοπροσώπως, με ζήλο και με αγάπη πολλή, για να δει και να προσκυνήσει την εικόνα του Τροπαιοφόρου. Το ίδιο έκαμε και ο ηγεμόνας των Βουλγάρων, ονόματι Ιωάννης, από το Τύρνοβο, και βοήθησαν τη Μονή του Ζωγράφου, η οποία, έκτοτε, υψώθηκε μεγαλόπρεπη και περικαλλής.


     Ένας, όμως, δεσπότης, ακούγοντας για τα πολυάριθμα θαύματα της αχειροποίητης εικόνας του Μεγαλομάρτυρος, μέσα του αμφέβαλλε και απιστούσε λέγοντας με αφροσύνη πνεύματος ότι όλ’ αυτά δεν ήταν παρά τεχνάσματα και επινοήσεις των μοναχών, που σκοπό είχαν τη φιλοχρηματία και τον πλουτισμό, καθώς και άλλα παρόμοια. Πήγε, λοιπόν, ο ίδιος στο Μοναστήρι και, μόλις οι μοναχοί τον οδήγησαν με πολλή τιμή μέσα στον Ναό, αυτός, χωρίς σεβασμό και ευλάβεια, με φανερή την απαξίωση και, συνάμα, την περιέργεια, στάθηκε με αλαζονεία και κομπασμό μπροστά στην ιερή εικόνα. Σαν αγέρωχος, υπερόπτης και ανευλαβής που ήταν, άπλωσε με θράσος και αναίδεια το χέρι του και άγγιξε το θείο πρόσωπο του Μεγαλομάρτυρος. Ευθύς αμέσως –ω, του θαύματος!– ακινητοποιήθηκε το δάκτυλο του χεριού του επάνω στο ιστορημένο πρόσωπο της Εικόνος και στάθηκε εντελώς αδύνατο να αποκολληθεί από την εικόνα. Μάταια προσπαθούσε η συνοδεία του και οι πατέρες να τον ελευθερώσουν. Το κόλλημα του δακτύλου του ήταν η παίδευση του αγίου που απέρριπτε. Μετά από λίγο, μέσα σε φρικτούς πόνους, οι πατέρες αναγκάστηκαν να του κόψουν το δάκτυλο προκειμένου να απαγκιστρώσουν το χέρι του από την επιφάνεια της αχειροποίητης εικόνας. Ακόμη και σήμερα στην αριστερή παρειά (μάγουλο) και κοντά στη ζωγραφισμένη μύτη του Αγίου, είναι ορατό και ευδιάκριτο αυτό το οικτρό δακτυλικό υπόλειμμα του ταπεινωμένου δεσπότη. Και μένει εκεί σαν απόδειξη της ζωντανής παρουσίας των αγίων στη ζωή μας, της ζωντάνιας της Ορθοδόξου Πίστεώς μας και της μεγάλης χάριτος, της δυνάμεως και της παρρησίας που έχει λάβει από τον Αθλοθέτη Χριστό ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος για να στηρίζει, να ενισχύει και να χαροποιεί όλους τους πιστούς και, εάν και εφ’ όσον αυτό χρειαστεί εξαιτίας της δικής αμαρτίας ή απιστίας, να παιδαγωγεί και να παραδειγματίζει κάθε αθεόφοβο, άθεο, άπιστο και βέβηλο τολμητία άνθρωπο, που εκπειράζει και εναντιώνεται στην ευεργετική και παντοδύναμη χάρη του Παναγίου Πνεύματος, τη χάρη δηλαδή που έχουν όλοι οι Άγιοι του Χριστού, εξαιρέτως δε ο άγιος ένδοξος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος και θαυματουργός, του οποίου την ευλογία και σκέπη των μεγάλων πρεσβειών του, είθε να έχουμε όλοι στην καρδιά, τη ζωή και τον αγώνα μας!


[ «Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος»,
Κεφ. Β΄ («Θαύματα του Αγίου»),
σελ. 74-76.
Έκδοση
Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου
Ηλίων Ευβοίας·
Αιδηψός, Ιούνιος 1999.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.