Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωσικό Γεροντικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωσικό Γεροντικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2020

ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΟΛΗΨΙΑ


ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΟΛΗΨΙΑ
Η συνάντηση Αγίου Μάξιμου του Γραικού
με τον τσάρο Ιβάν τον Τρομερό



     Ο μεγάλος Έλληνας φωτιστής των Ρώσων, όσιος Μάξιμος ο Γραικός (1470-1556) [21 Ιαν.] παρέμεινε τα τελευταία πέντε έτη της ζωής του στη Λαύρα της Αγίας Τριάδος, που ίδρυσε ο όσιος Σέργιος του Ραντονέζ (1314-1392) [25 Σεπτ.].

     Εκεί τον επισκέφθηκε ο τσάρος Ιβάν ο Τρομερός (1530-1584), καθώς πήγαινε με την τσαρίνα Αναστασία και τον μικρό τσάρεβιτς Δημήτριο, σε προσκύνημα του οσίου Κυρίλλου στο Μπελοζέρσκ.

     Ο όσιος Μάξιμος προσπάθησε, χωρίς τελικά να το πετύχει, με πολλή επιμονή και με κίνδυνο της ζωής του, να πείσει τον θρησκόληπτο ηγεμόνα, αντί να κάνει άσκοπα προσκυνήματα, να βοηθήσει τις φτωχές γυναίκες και τα απροστάτευτα ορφανά, θύματα του πολέμου για την απελευθέρωση του Καζάν από τους Τούρκους.


     Τον υποδέχτηκε στο κελλί του με τα εξής θωπευτικά λόγια για χάρη της διακρίσεως:
     Ευχαριστώ τον μεγαλοδύναμο Θεό, τσάρε Ιβάν, που μ’ αξίωσε να σε δω με τα ίδια μου μάτια πριν έρθει η ώρα τους να κλείσουν. Ας σε συνοδεύει η θεία προστασία, μεγάλε βασιλιά της Ορθοδοξίας! Κι αν σου είναι αρεστό, έχε και τη δική μου ταπεινή ευλογία.
     —Για τούτο με βλέπεις εδώ, γέροντα, απάντησε ο τσάρος. Επειδή θέλω να έχω την ευλογία σου. Κι εγώ και η τσαρίνα κι ο μικρός τσάρεβιτς, που δεν χρόνισε ακόμη.
     —Έμαθα, τσάρε μου, πως σκέφτεσαι να κάνεις μεγάλο ταξίδι. Έτσι είναι όπως το λένε;…
     —Έτσι! απάντησε ο Ιβάν. Πηγαίνω στο Μπελοζέρσκ να προσκυνήσω τον όσιο Κύριλλο. Τέτοιο είναι το τάμα μου.
     —Όταν ήσουν, είπε τότε ο όσιος, βαριά άρρωστος, προσευχήθηκα σε όλους τους αγίους. Προσευχήθηκα ακόμη και στη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας της Βατοπεδινής. Αλλά δεν πήγα στο Βατοπέδι! Από ’δω μέσα την παρακάλεσα για σένα, μέσ’ από το κελλί μου. Κι η Παναγία μ’ άκουσε…


     Ο τσάρος απόρησε. Δεν ήταν τόσο τα λόγια, όσο η φωνή του οσίου, που δεν του άρεσε. Παρατηρητικός ο Ιβάν, κατάλαβε ότι αυτά που άκουσε, έπρεπε να τα «ξετυλίξει», να τα ψάξει και να βρει γρήγορα την έννοιά τους.
     Τον ρώτησε:
     —Και δεν είναι καλό που πάω να κάνω το τάμα μου;
     —Δεν είναι καλό! του δόθηκε δίχως δισταγμό η απάντηση.
     —Μα, πάω να προσκυνήσω τον όσιο Κύριλλο στην ίδια τη μονή του!
     —Τσάρε Ιβάν! Όταν έχεις να κάνεις ένα μεγάλο καλό, και δεν το κάνεις, και αντί για το μεγάλο καλό κάνεις άλλο, μικρότερο, τότε λογάριαζε πως δεν κάνεις καλό, παρά κακό!... Λογάριαζε ότι οφείλεις πέντε και δίνεις ένα. Μα, τότε η οφειλή σου μένει.
     —Και ποια είναι εκείνα που δεν δίνω; Ποιο είναι το «μεγάλο καλό» που δεν κάνω;
     —Οι προσευχές των λόγων είναι πάρα πολλές, μα πάνω απ’ όλες, τσάρε Ιβάν, είναι η προσευχή των έργων. Ο Κύριος είπε: «Μη Μου λέτε “Κύριε! Κύριε!”, αλλά να πράττετε τα όσα σας λέω» (βλ. Ματθ. 7, 21). Κι εσύ τώρα, αντί για έργα, πηγαίνεις να πεις λόγια. Να, το κακό που κάνεις!...

     Ο Ιβάν έμεινε σιωπηλός. Δεν σκεφτόταν τίποτε. Ένιωθε μόνο μέσα του μεγάλο θυμό για τα λόγια του οσίου.
     —Και τι μου λες να κάνω;
     —Πήρες πέρσι το Καζάν από τους απίστους και πολλοί γενναίοι χριστιανοί πολεμιστές έπεσαν μπροστά στα κάστρα… Άφησαν χήρες γυναίκες, παιδιά, ορφανά, μάνες χαροκαμένες κι απροστάτευτες. Ε, αυτούς να σκεφτείς τώρα. Γύρισε πίσω στη Μόσχα και κάθισε να σκεφτείς πώς θα ελαφρύνεις τον πόνο τους.

     Βάζοντας ο όσιος την παλάμη στην καρδιά του, πρόσθεσε με ανείπωτη ικεσία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του:
     —Κάμε όπως σου λέω, και θα προσεύχομαι για σένα νύχτα και μέρα, μέχρι τον θάνατό μου, ακόμη και μετά τον θάνατό μου. Δείξε στους πάσχοντες την ευσπλαχνία σου. Καλύτερη προσευχή από αυτό δεν υπάρχει!... Και να είσαι βέβαιος, τσάρε μου, ότι ο Κύριος θα την ακούσει μια τέτοια προσευχή, θα δοξάσει το όνομά σου στον αιώνα τον άπαντα!


     Γύρισε και του είπε ο Ιβάν ο Τρομερός:
     —Γέροντα, μπορεί να γίνει και τούτο που λες εσύ κι εκείνο που λογαριάζω εγώ. Το ένα δεν εμποδίζει τ’ άλλο!
     —Εμποδίζει! φώναξε ο όσιος με ιερή έξαψη. Εμποδίζει, τσάρε, πάρα πολύ. Σε ικετεύω, άκουσέ με: Δεν είναι μόνο που θ’ ανακουφίσεις τις χήρες, τους φτωχούς και τους άλλους πονεμένους. Ακόμη πιο σπουδαίο είναι το Παράδειγμα! Όσα σου λέω εγώ τούτη τη στιγμή, δεν τα λέω με τη δική μου φτωχή φώτιση. Άκουσέ με καλά. Κάνε εσύ την αρχή, μάθε τους ανθρώπους, εσύ ο τσάρος, ν’ αφήσουν τα λόγια και να δώσουν αξία στις πράξεις. Τούτο θέλει από εμάς ο Κύριος και τίποτε άλλο. Και να την, τσάρε Ιβάν, η στιγμή! Τώρα που δυνάμωσε το βασίλειό σου κι έγινε ακατανίκητο, τώρα σήμανε η εποχή, επί της δικής σου βασιλείας, να γίνει επιτέλους ο χριστιανισμός θρησκεία των έργων.

     Ο τσάρος τον διέκοψε απερίσκεπτα:
     —Κι αν συνεχίσω το ταξίδι, γέροντα, όπως το ξεκίνησα;
     —Αν το συνεχίσεις, θα κάνεις μεγάλο κακό! Και ανάλογος θα είναι και ο πόνος που θα δοκιμάσεις… Αλλά κι εσύ προσωπικά θα πάθεις μεγάλο κακό! Και μάλιστα πολύ σύντομα…
     —Για ποιο κακό μού λες; ρώτησε οργισμένος ο τσάρος.
     —Εκεί που τώρα πας, θα χάσεις τον τσάρεβιτς! απάντησε ευθαρσώς ο όσιος έχοντας άμεση θεία πληροφορία.

     Ο Ιβάν έγινε κατακίτρινος. Φοβήθηκε τούτο τον δυσάρεστο προφητικό λόγο, μα δυνατότερη κι από τον φόβο ένιωθε μέσα του την ακράτητη οργή.
     —Τι; Με φοβερίζεις; Πώς τολμάς εσύ, ένας θνητός, να μου λες πράγματα που μόνον ο Θεός τ’ αποφασίζει; Πάρε πίσω τα όσα είπες για τον τσάρεβιτς!


     Στα μάτια του ο όσιος του Θεού είδε τον τρόμο για την επαλήθευση της προφητείας. Μέσα στον τρόμο του τσάρου θαμπόφεγγε η μοναδική ελπίδα.
     —Βοήθα, Χριστέ μου! έκανε τον σταυρό του.
     Και πλησιάζοντας τον Ιβάν, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια:
     —Τσάρε Ιβάν! του είπε. Αν δεν ακούσεις τα λόγια μου, το παιδί θα το χάσεις!...

     Έξαλλος ο Ιβάν, μούγκρισε σαν θηρίο ανήμερο, χτύπησε κάτω στο δάπεδο με φοβερή δύναμη το πόδι του και όρμησε προς την πόρτα.

     Το ταξίδι πραγματοποιήθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο. Ο ισχυρός τσάρος περιφρόνησε την έκκληση φιλανθρωπίας του Έλληνα οσίου Μαξίμου, η οποία θα ήταν αφορμή για μια γενικότερη αλλαγή νοοτροπίας σε πολλούς θρησκόληπτους. Σύμφωνα όμως με την πρόρρηση, ο τσάρεβιτς Δημήτριος, πρωτότοκος γιος του Ιβάν του Τρομερού, δεν άντεξε στις κακουχίες του προσκυνηματικού ταξιδιού και πέθανε στον δρόμο.


[ «Χαρίσματα και Χαρισματούχοι»,
Τόμος 3ος, Κεφ. Ι΄, §4,
Ενότ. 5η, σελ. 74–78.
Έκδοση
Ιεράς Μονής Παρακλήτου·
Ωρωπός Αττικής, 19977.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]









Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2019

«ΚΥΡΙΕ, ΓΙΑΤΙ Μ’ ΑΦΗΣΕΣ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΝΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΩ;»


«ΚΥΡΙΕ, ΓΙΑΤΙ Μ’ ΑΦΗΣΕΣ
ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΝΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΩ;»
Το παράπονο του Οσίου Ιωάννου
του «Καρτερικού» και «Πολύαθλου»


     Ο όσιος Ιωάννης, ο αθλητής της κατά Χριστόν παρθενίας και καθαρότητας, έζησε πολλά χρόνια έγκλειστος στο Σπήλαιο του Αγίου Αντωνίου (983–1073) [10 Ιουλ.], του αγιασμένου κτήτορα της περίφημης Κιεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρας των Σπηλαίων. Ένας από τους αδελφούς, που δοκιμαζόταν από τον δαίμονα της πορνείας σε σημείο που να θέλει να εγκαταλείψει το μοναστήρι, ήλθε κάποτε να τον βρει ζητώντας με αγωνία τη βοήθειά του.

     Ο άγιος Ιωάννης τού διηγήθηκε τότε τη δική του ιστορία, εμυστηρεύοντάς του τα εξής:
     «Όταν έφθασα σ’ ετούτο το άγιο μοναστήρι, δέχθηκα την επίθεση τρομερών πειρασμών της σαρκός. Προσπάθησα να παλέψω περνώντας δύο ή τρεις ημέρες, ακόμη και μία εβδομάδα, δίχως να τρώω, δίχως να πίνω, αγρυπνώντας όλη τη νύχτα, αλλά δεν γινόταν τίποτα. Αφού υπέμεινα το μαρτύριο αυτό επί τρία χρόνια, πήγα στο Σπήλαιο του πατρός ημών Αντωνίου, κοντά στον τάφο του, για να προσεύχομαι εκεί νυχθημερόν. Άκουσα τότε τη φωνή του αγίου να με προστάζει να μείνω εκεί έγκλειστος με σιωπή και προσευχή, για να ελευθερωθώ από τις μηχανεύσεις του Εχθρού. Έμεινα λοιπόν εδώ. Τριάντα χρόνια πέρασαν από τότε, αλλά μόνο τελευταία βρήκα την ειρήνη. Όλα αυτά τα χρόνια δεν έπαυσα να παλεύω κατά των ακάθαρτων λογισμών με την προσευχή και την αγρυπνία. Γυμνός και σιδηροδέσμιος έμεινα εκτεθειμένος στο κρύο και στην υγρασία, αλλά η άσκηση αυτή αποδείχθηκε ανεπαρκής. Έτσι, καθώς πλησίαζε η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, έσκαψα μία τρύπα στο αμμώδες χώμα του σπηλαίου και μπήκα μέσα αφήνοντας έξω μόνο το κεφάλι και τα μπράτσα. Έμεινα έτσι ακίνητος όλη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή υπομένοντας τις χειρότερες επιθέσεις του δαίμονα. Οι κνήμες μου βάρυναν τόσο, ώστε μου φαινόταν πως τα κόκκαλά μου θα συντρίβονταν. Ένιωθα να καίγομαι ανυπόφορα, αλλά η ψυχή μου ένιωθε ανάλαφρη και ευφραινόταν που είχε ελευθερωθεί από την ακαθαρσία, γιατί προτιμούσα να πεθάνω για να συναντήσω τον Χριστό, παρά να βγω από την τρύπα και να πέσω στα χέρια του διαβόλου…

     »Στην αρχή της Τεσσαρακοστής, ένας τρομερός δράκος που πετούσε φωτιές από το ρύγχος του μου επιτέθηκε για να με κατασπαράξει, αλλά τον απώθησα με το σημείο του Σταυρού και με την επίκληση του Ονόματος του Χριστού. Οι άγριες επιθέσεις του επαναλήφθηκαν όλη την εβδομάδα των Παθών και τη νύχτα της Αναστάσεως, ο φοβερός δράκοντας εμφανίστηκε για τελευταία φορά. Τον είδα ξαφνικά να ρίχνεται πάνω μου με το στόμα του ανοιχτό. Με άρπαξε αστραπιαία κι έχωσε μέσα στο φρικαλέο στόμα του το κεφάλι και τα χέρια μου, ό,τι βρισκόταν από εμένα έξω από τον λάκκο. Τα γένια και τα μαλλιά μου κάηκαν κι έμειναν έτσι καμένα, όπως τα βλέπεις τώρα· Με επέμβαση του Θεού όμως, ο δράκοντας δεν κατάφερε να με βλάψει περισσότερο. Καθώς το ανήμπορο κεφάλι μου ήταν μέσα στο λαρύγγι του, επικαλέστηκα με όλες μου τις δυνάμεις τον Κύριο και φώναξα μέσα από την καρδιά μου: —“Θεέ και Κύριε, σώσε με! Γιατί μ’ εγκατέλειψες; Σπλαχνίσου με, Δέσποτα, ο μόνος φιλάνθρωπος. Σώσε με, τον αμαρτωλό, ο μόνος αναμάρτητος. Απάλλαξέ με από την ακαθαρσία μου, για να μην πιαστώ στα δίχτυα του πονηρού για πάντα. Γλύτωσέ με από τον εχθρό που θέλει να με καταπιεί. Έλα να με σώσεις με τη δύναμή Σου. Ρίξε αστραπή και κάψ’ τον, για να εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης!”.


     »Ακαριαία, ένα εκτυφλωτικό φως άστραψε μέσα στη σπηλιά και ο φοβερός δράκος έγινε άφαντος. Με τη Χάρη του Θεού δεν τον ξαναείδα από τότε. Μία φωνή με κάλεσε τότε: —“Ιωάννη, Ιωάννη! Σε βοήθησα, όπως Μου ζήτησες. Πρόσεχε τώρα τη ψυχή σου, για να μην πάθεις χειρότερα στον μέλλοντα αιώνα”. Ρώτησα τότε τον Κύριο με παράπονο: —“Κύριε, γιατί μ’ άφησες τόσο πολύ να βασανιστώ;”. Και ο αγαθός Κύριος μού απάντησε: —“Σε δοκίμασα κατά τη δύναμη της υπομονής σου. Περνώντας έτσι μέσα στο καμίνι των πειρασμών, θα παρουσιαστείς μπροστά Μου καθαρός σαν το χρυσάφι. Ποτέ δεν επιτρέπω να δοκιμαστεί ο άνθρωπος πάνω και πέρα από τις δυνάμεις του, ακριβώς για να μην εμπαιχθεί και να μην νικηθεί από τον ‘αρχέκακο όφη’. Εσύ, όμως, για να απαλλαχθείς από τον σαρκικό πόλεμο, προσευχήσου στον όσιο Μωϋσή τον Ούγγρο [26 Ιουλ]. Αυτός αναδείχθηκε ανώτερος από τον Πάγκαλο Ιωσήφ στη σωφροσύνη, γι’ αυτό και μπορεί, διά της Χάριτός Μου, να βοηθάει αποτελεσματικά όσους πολεμούνται από το πάθος της πορνείας”.

     »Εγώ τότε έκραξα προς τον Κύριο: —“Κύριε, δι’ ευχών του οσίου Μωϋσέως, ελέησόν με!” Και να! Αμέσως μ’ έλουσε ένα υπέροχο, γλυκύτατο φως, που μέχρι τώρα παραμένει και φωτίζει τη σπηλιά μου τόσο, ώστε δεν μου χρειάζονται πλέον κεριά. Και όσοι έρχονται εδώ με πίστη, απλότητα και καθαρή καρδιά, αξιώνονται να βλέπουν το θείο αυτό φως, που με καταύγασε και με απάλλαξε από τα βέλη του πονηρού εκείνη τη νύχτα της Αναστάσεως».


     Τελειώνοντας τη διήγησή του ο Καρτερικός και Πολύαθλος Ιωάννης, στράφηκε προς τον μοναχό που αντιμετώπιζε τον πόλεμο της πορνείας και του είπε:
     —Αδελφέ, εμείς οι ίδιοι καρφώνουμε τον νου μας στη λατρεία της σάρκας, γι’ αυτό και ταλαιπωρούμαστε. Και ο Κύριος, με τη δίκαιη κρίση Του, αφήνει να πολεμηθούμε, γιατί δεν έχουμε καρπούς μετανοίας. Τέλος πάντων, ζήτησε κι εσύ τις ευχές του μακαρίου Μωϋσέως του Ούγγρου, και ίσως σε λυπηθεί ο Θεός.

     Αφού προσευχήθηκε μαζί με τον μοναχό ο ευλογημένος Ιωάννης, πήρε ένα τεμάχιο από τα τίμια λείψανα του οσίου Μωϋσέως και του είπε:
      —Ακούμπησέ το στο σώμα σου!
     Ο αδελφός έκανε όπως του είπε. Και αυτοστιγμεί ένιωσε να υποχωρεί η πύρωση και να νεκρώνεται το πάθος της ακολασίας και της ακαθαρσίας, που δεν τον ενόχλησε ποτέ πια.

     Ο όσιος Ιωάννης ο Καρτερικός και ο Πολύαθλος αναχώρησε για τον ουρανό λίγο αργότερα, στις 18 Ιουλίου του 1160. Τα άγια λείψανά του κείτονται ασάλευτα σήμερα στον λάκκο όπου ο ίδιος είχε θάψει τον εαυτό του, ζωντανό ακόμη, για την αγάπη του Χριστού και για την προσήλωσή του στην αγγελική αγνεία, και παρέχουν πλουσιοπάροχα την ίαση σε όσους επιθυμούν τη μεσιτεία του προς τον Θεό.


[ (1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος),
σελ. 197–198.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20082.
(2) «Π α τ ε ρ ι κ ό ν
των Σπηλαίων του Κιέβου»·
Μέρος 2ο, Κεφ. 7ο, σελ. 187–191.
Εκδόσεις
Ιεράς Μονής Παρακλήτου·
Ωρωπός Αττικής, 20028.
 (3) Επιμέλεια ανάρτησης,
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ


ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ


     Ο μέγας αυτός μάρτυρας του φωτός του Αγίου Πνεύματος ανέτειλε σαν νέος αστέρας πάνω από τη ρωσική γη στις 19 Ιουλίου του 1759, εποχή που το πνεύμα του Διαφωτισμού κατέκλυζε Ευρώπη και Ρωσία, προετοιμάζοντας από ενωρίς τους σκοτεινούς αιώνες της αθεΐας και των διωγμών. Γιος ευσεβών εμπόρων της πόλης Κουρσκ, ανατράφηκε με ευσέβεια και αγάπη για την Εκκλησία και ήδη στη νεότητά του αξιώθηκε να ιαθεί με θαύμα της Παναγίας. Στα δεκαεπτά του χρόνια εγκατέλειψε τον κόσμο, με την ευλογία της μητέρας του, και εισήλθε στη Μονή του Σάρωφ, στην επαρχία του Ταμπώφ, όπου γρήγορα έγινε πρότυπο υπομονής και μοναχικών αρετών. Με χαρά και προθυμία εκτελούσε και τις πιο κοπιαστικές εργασίες για τη διακονία των αδελφών, νήστευε για να κατανικήσει τις ορμές της σαρκός και φύλαγε νυχθημερόν τον νου του προσηλωμένο στη μνήμη του Θεού με τη νοερά προσευχή. Ύστερα από λίγο καιρό αρρώστησε βαριά και, παρά τους πόνους του, αρνιόταν τη βοήθεια των ιατρών, ζητώντας αποκλειστικά το μόνο φάρμακο που αρμόζει σε αυτούς που έχουν απαρνηθεί τα πάντα για τον Θεό: τη θεία Κοινωνία. Όταν του έφεραν την αγία Μετάληψη, του παρουσιάσθηκε η Παναγία μέσα σε ένα έντονο φως, συντροφευμένη από τον Απόστολο Πέτρο και τον Ιωάννη τον Θεολόγο, και τους είπε δείχνοντας τον νεόφυτο μοναχό: «Αυτός εδώ είναι από το δικό μας γένος!». Λίγο καιρό αργότερα ιάθηκε πλήρως και οικοδόμησε ένα νοσοκομείο στον τόπο του οράματος.


     Ύστερα από οκτώ χρόνια ως δόκιμος, εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Σεραφείμ («πυρφόρος»), όνομα που τον κέντριζε να μιμείται με ακόμη περισσότερο ζήλο τους ασώματους αυτούς υπηρέτες του Θεού που φλέγονται από αγάπη και λατρεία. Όταν χειροτονήθηκε διάκονος, προσευχόταν νύχτες ολόκληρες πριν συμμετάσχει στη θεία Λειτουργία. Και καθώς πρόκοβε αδιάκοπα στον ενάρετο βίο, ο Κύριος τού επιδαψίλευε σε ανταπόδοση πολλές οράσεις, εκστάσεις και πνευματικές παραμυθίες. Καθοδηγούμενος με την πρακτική σοφία από τους γέροντες, δεν καυχιόταν ματαιόδοξα για την εύνοια του Θεού. Απεναντίας, τα βιώματα αυτά γίνονταν αφορμή να βυθίζεται ακόμα περισσότερο στην ταπείνωση και την αυτομεμψία και να αποζητά ακόμη πιο πολύ την ιερή ησυχία.


     Λίγο καιρό μετά τη χειροτονία του σε πρεσβύτερο και τον θάνατο του πνευματικού του πατέρα, του δόθηκε ευλογία να ζήσει στην ησυχία, βαθιά στο δάσος, έξι με επτά χιλιόμετρα από το μοναστήρι και να κτίσει μια ξύλινη καλύβα τριγυρισμένη με περιβολάκι, πάνω σ’ έναν λόφο που ονόμασε «Άγιον Όρος» (Άθω). Εκεί περνούσε όλη την εβδομάδα, παρεκτός τις Κυριακές και τις εορτές που πήγαινε στο μοναστήρι, περνώντας όλο τον καιρό του με προσευχή, μελέτη και θεάρεστη σκληραγωγία της σαρκός. Καθεμιά από αυτές τις δραστηριότητες ήταν μια ακόμη ευκαιρία να υψώνει τη σκέψη του στα θεία. Αγνοούσε κάθε τι κοσμικό ή σαρκικό και υπέφερε υπομονετικά το χειμερινό ψύχος και τις εφόδους των εντόμων το καλοκαίρι, πανευτυχής που μοιραζόταν έτσι μυστικά τις θλίψεις του Κυρίου για να εξαγνίσει τη ψυχή του. Όπου πήγαινε, κουβαλούσε μαζί του ένα χοντρό Ευαγγέλιο δεμένο στην πλάτη του, σαν τα «βάρη του Χριστού», και μετακινούνταν στα διάφορα μέρη του δάσους στα οποία είχε δώσει ονόματα ιερών τόπων («Βηθλεέμ», «Ιορδάνης», «Θαβώρ», «Γολγοθάς»…), έτσι ώστε να μελετά αλλά και να βιώνει τις αντίστοιχες ευαγγελικές περικοπές. Με αυτή την χριστοκεντρική ένταση βίωνε καθημερινά τη ζωή και τα Πάθη του Κυρίου. Η αδιάλειπτη μελέτη της Αγίας Γραφής δεν του παρείχε μόνο γνώση της αλήθειας, αλλά και κάθαρση ψυχής και συντριβή της καρδιάς τόσο, ώστε πέρα από την αποστήθιση των ιερών ακολουθιών στις ορισμένες ώρες και τις χίλιες καθημερινές μετάνοιές του, μπορούσε να προσεύχεται αδιάλειπτα, με βυθισμένο τον νου στην καρδιά. Τρεφόταν στην αρχή με ψωμί που έψηναν στο μοναστήρι, ύστερα μόνον από τα κηπευτικά του περιβολιού του. Συχνά-πυκνά, αποστερούσε τον εαυτό του από το μερίδιό του για να το μοιράσει στα ζώα που έρχονταν κοντά στην καλύβα του, ιδιαίτερα σε μια θεόρατη αρκούδα που είχε γίνει κατοικίδια σαν γάτα.


     Βλέποντας αυτή τη θεάρεστη βιοτή, τόσο συγγενική με εκείνη των ασώματων Δυνάμεων, ο προαιώνιος εχθρός του ανθρωπίνου γένους, ο διάβολος, καθαρά από ζηλοφθονία, έστρεψε πάνω στον αγαθό ασκητή του Χριστού τις συνηθισμένες του επιθέσεις: επηρμένες σκέψεις, θορύβους, τρομακτικά ενύπνια, κλπ. Ο άγρυπνος όμως αγωνιστής της Χάριτος τα απέκρουε όλα αυτά με την προσευχή και το σημείο του Σταυρού. Καθώς ο αόρατος πόλεμος των λογισμών γινόταν ολοένα και πιο πιεστικός, ο άγιος αποφάσισε να αποπειραθεί έναν αγώνα αντάξιο των υψηλών κατορθωμάτων των παλαιών στυλιτών: πέρασε χίλια ημερόνυχτα, όρθιος ή γονατιστός πάνω σ’ έναν βράχο, επαναλαμβάνοντας εκ βάθους καρδίας την προσευχή του τελώνη: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι, τῷ ἁμαρτωλῷ!» (Λουκ. 18, 13). Με τον τρόπο αυτό απαλλάχθηκε οριστικά από τους πονηρούς λογισμούς.


     Όμως ο διάβολος δεν παραδεχόταν ακόμη την ήττα του και, έτσι, έστειλε εναντίον του τρεις ληστές, οι οποίοι εξαγριωμένοι που δεν βρήκαν πάνω στον ακτήμονα μοναχό τα λεφτά που έλπιζαν να βρουν, τον έδειραν με ρόπαλα και με την ανάστροφη του τσεκουριού και, στο τέλος, τον εγκατέλειψαν ημιθανή, αιμόφυρτο με τσακισμένα τα κόκαλα. Μολονότι ήταν γεροδεμένος, ο πράος και ανεξίκακος Σεραφείμ δεν θέλησε να αντισταθεί, και παραδόθηκε στα χτυπήματά τους φρονώντας ότι συμμετέχει έτσι στο Πάθος του Κυρίου του. Παρά την αξιοθρήνητη κατάστασή του, κατάφερε να συρθεί ως το μοναστήρι, όπου, ύστερα από πέντε μήνες βασάνων, θεραπεύθηκε θαυματουργικά μετά από εμφάνιση της Παναγίας, παρόμοια εκείνης που βίωσε όταν ήταν δόκιμος. Παρέμεινε ωστόσο σκυφτός σαν ραχιτικός μέχρι την κοίμησή του, περπατούσε στηριγμένος πάντα σ’ ένα ραβδί και κάθε μετακίνηση ήταν γι’ αυτόν πραγματικά επώδυνη.


     Η αναπηρία αυτή του επέτρεψε να αναρριχηθεί έναν ακόμη βαθμό στην ουρανοδρόμο κλίμακα που είχε στηθεί γι’ αυτόν και να επιχειρήσει, από το 1807 ως το 1810, τον αγώνα της σιωπής στην ησυχία. Μόλις αποκαταστάθηκε η υγεία του και ανέλαβε, ξαναγύρισε στην «έρημό» του και, καθώς δεν μπορούσε να έρχεται τακτικά στο μοναστήρι, έπαψε συνακόλουθα να δέχεται και να απευθύνει τον λόγο σε οποιονδήποτε. Κάθε φορά που συναντούσε κάποιον μέσα στο δάσος, έκανε εδαφιαία υπόκλιση μπροστά του, αμίλητος, έως ότου εκείνος απομακρυνόταν. Μπορούσε έτσι να κρατάει τον νου του προσηλωμένο στον Θεό, δίχως διακοπή και δίχως περισπασμούς. Στο μεταξύ, ο ηγούμενος της μονής εκοιμήθη και ορισμένοι μοναχοί άρχισαν να δείχνουν ζωηρή αντιπάθεια για τον άγιο ερημίτη, κατηγορώντας τον ότι αποχωρίζεται από τη θεία Κοινωνία. Τον διέταξαν τελικά να επιστρέψει στο μοναστήρι. Ο Σεραφείμ υπάκουσε χωρίς καμία αντίρρηση και εγκαταστάθηκε σ’ ένα στενό κελί, όπου εγκαινίασε μια νέα περίοδο στον ασκητικό του βίο: αυτή του εγκλεισμού. Στην είσοδο είχε βάλει το φέρετρό του, όπου του άρεσε να κάθεται προσευχόμενος· και στο κελί του, όπου δεν έμπαινε ποτέ κανένας, είχε για στρώμα ένα τσουβάλι πέτρες, έναν κορμό δέντρου για κάθισμα και μια εικόνα της Παναγίας της «Γλυκοφιλούσας» που ο ίδιος την αποκαλούσε «Η των πάντων χαρά», μπροστά στην οποία έκαιγε ακοίμητο καντήλι. Ζούσε μέσα σε απόλυτη σιωπή, αυξάνοντας τις εκούσιες στερήσεις, μελετώντας και ερμηνεύοντας ο ίδιος κάθε εβδομάδα ολόκληρη την Καινή Διαθήκη, προσευχόμενος αδιάκοπα, με την καρδία νήφουσα, μην έχοντας άλλους, εκτός από τους αγγέλους και τους αγίους, ως μοναδικούς μάρτυρες των συχνών εκστάσεών του και των νοερών αρπαγών του στα ουράνια δώματα.


     Ύστερα από πέντε χρόνια εγκλεισμού, άνοιξε την πόρτα του, αφήνοντας να εισέλθουν όσοι ήθελαν να τον δουν, χωρίς όμως να διακόψει τη σιωπή του, ακόμη και για τους πιο επίσημους επισκέπτες. Το 1825, καθώς η ίδια η Παναγία τού αποκάλυψε πως ήρθε η ώρα να εγκαταλείψει την ησυχαστική ζωή, άρχισε να προσφέρει τους καρπούς της εμπειρίας του στους άλλους: τους μοναχούς πρώτα, που τους παρότρυνε στην τήρηση των μοναστικών κανόνων και στον ζήλο για τα έργα του Θεού· τους λαϊκούς ύστερα, που ο αριθμός τους μεγάλωνε γοργά. Έχοντας κοινωνήσει εκούσια στο Πάθος του Κυρίου, μετά από σαράντα επτά χρόνια ασκητικής ζωής, και περνώντας διαδοχικά από τα στάδια του κοινοβιάτη, του ησυχαστή, του στυλίτη και του έγκλειστου, αυτός ο γέροντας ντυμένος στα λευκά, κυρτωμένος πάνω στο ραβδί του, στρεφόταν προς τους ανθρώπους, έμπλεος Χάριτος και Φωτός από το Άγιο Πνεύμα, για να εκπληρώσει στην εντέλεια το ανώτερο αξίωμα της πνευματικής πατρότητος («Στάρτσεστβο») και να καταστεί για ολόκληρο τον ρωσικό λαό ένας αληθινός «απόστολος», μάρτυρας και κήρυκας της Αναστάσεως. Η πόρτα του έμενε ανοιχτή σε όλους ως το βράδυ. Χαιρετούσε τους επισκέπτες του χαρωπός, λέγοντάς τους: «Χαρά μου, Χριστός ανέστη!» και επιδείκνυε μια ξεχωριστή εύνοια απέναντι στους αμαρτωλούς που προσέρχονταν προς αυτόν μετανιωμένοι, όπως ο άσωτος υιός στον Πατέρα του (Λουκ. 15, 11). Η υπερφυσική πραότητά του προσείλκυε ακόμη και τους πιο σκληρούς· η ταπείνωσή του έκαμπτε τους υπερήφανους και τους έκανε να κλαίνε σαν παιδιά. Για τους αριστοκράτες όπως και για τους ανθρώπους του λαού, το κελί του «πτωχού Σεραφείμ» έμοιαζε κυριολεκτικά με προθάλαμο του ουρανού. 


     Μια συζήτηση μαζί του ή μια απλή ευλογία από αυτόν, γινόταν αληθινή συνομιλία με τον Θεό, που μπορούσε να αλλάξει ριζικά τον προσανατολισμό της ζωής τους. Με το διορατικό του χάρισμα, διείσδυε στα μυστικά των καρδιών και τα φανέρωνε στους εξομολογούμενους που δεν τολμούσαν να τα ομολογήσουν· απαντούσε σε γράμματα χωρίς να χρειάζεται να τ’ ανοίξει και ήξερε να δίνει στον καθένα την κατάλληλη συμβουλή, παρηγοριά, ενθάρρυνση ή επίπληξη. Όντας ολότελα παραδομένος στο θείο θέλημα, τους έλεγε χωρίς άλλη σκέψη τον πρώτο λόγο που ο Θεός τού αποκάλυπτε και πάντα αποδεικνυόταν εκ των πραγμάτων ο πλέον κατάλληλος λόγος. Έκανε πολλές θαυματουργικές ιάσεις, αλείφοντας τους ασθενείς με το λάδι του καντηλιού που έκαιγε ακατάπαυστα στο κελί του, ή στέλνοντάς τους να πιουν από το νερό της πηγής που μετέπειτα επονομάσθηκε «Πηγή του Πατρός Σεραφείμ», σε μικρή απόσταση από το μοναστήρι, στην κοντινή «έρημό» του, όπου του άρεσε να περνάει τα απομεσήμερα. Τόσα ήταν τα αιτήματα να προσευχηθεί για τους ζώντες και τους κεκοιμημένους, που του ήταν αδύνατο να μνημονεύει όλα τα ονόματα. Άναβε για τον καθένα ένα κερί στο κελί του, που υπερθερμαινόταν και ήταν σταθερά καταυγασμένο από εκατοντάδες φλόγες, ίδιες με ψυχές ζωντανές. Ο Θεός τού παραχώρησε και το προφητικό χάρισμα, οπότε προέβλεψε μελλοντικά γεγονότα τόσο για συγκεκριμένα πρόσωπα όσο και για ολόκληρη τη χώρα, όπως τον πόλεμο της Κριμαίας, τον λιμό και τη φρικτή δοκιμασία που καθαίμαξε την Εκκλησία και τον ρωσικό λαό, έναν αιώνα αργότερα. Τις διάφορες προφητείες του όμως τις έκρυβε πίσω από αινιγματικά λόγια, που δεν τα καταλάβαιναν, παρά αφού πρώτα πραγματοποιούνταν τα γεγονότα.


     Ο πλούσιος γαιοκτήμονας Μοτοβίλωφ, που είχε θαυματουργικά ιαθεί από τον άνθρωπο του Θεού και είχε γίνει θερμός μαθητής του, τον ρώτησε μία ημέρα: «Ποιος είναι ο σκοπός της χριστιανικής ζωής;». Ο πατήρ Σεραφείμ τού αποκρίθηκε: «Είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος που λαμβάνουμε με τα αγαθά έργα που μας συνιστά η Εκκλησία και προπαντός με την προσευχή». Καθώς ο συνομιλητής τον πίεζε ρωτώντας τον για να μάθει επακριβώς τι είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ο στάρετς ξαφνικά τον αγκάλιασε, τον κοίταξε κατάματα –το πρόσωπό του έλαμπε πιο πολύ από τον ήλιο το καταμεσήμερο– και του είπε προστακτικά: «Κοιτάξτε με, φίλε του Θεού, μη φοβάστε! Ζήτησα από τον Κύριο με όλη μου την καρδιά να σας αξιώσει να δείτε με τα σωματικά σας μάτια την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Και ιδού! Έχετε γίνει όπως κι εγώ, ολόφωτος. Έχετε πληρωθεί με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, διαφορετικά θα σας ήταν εντελώς αδύνατο να με αντικρίσετε έτσι φωτολουσμένο. Τι αισθάνεσθε;». Ο Μοτοβίλωφ απάντησε: «Μια γαλήνη και μια άφατη ειρήνη. Η καρδιά μου κατακλύζεται από χαρά που δεν εκφράζεται!». —«Και ακόμη;». —Μια θέρμη και μια ευωδία, που δεν έχω ξανανιώσει ποτέ!». —«Αυτή είναι η ευωδία του Αγίου Πνεύματος», αποκρίθηκε ο άγιος Σεραφείμ, «και αυτή η θέρμη δεν είναι εξωτερική, αφού βρισκόμαστε μεσ’ στο καταχείμωνο και ολόκληρο το δάσος γύρω μας είναι χιονοσκέπαστο, αλλά είναι μέσα μας, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου μας που λέει: “Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας” (Λουκ. 17, 21)». Αυτή η θαυμάσια συνομιλία κράτησε πολύ ακόμη και στο τέλος ο άγιος Σεραφείμ ζήτησε από τον μαθητή του να την καταγράψει και να τη μεταδώσει σε όλο τον κόσμο. Το χειρόγραφο του Μοτοβίλωφ βρέθηκε πολύ αργότερα, το 1903, στην παραμονή της αγιοκατάταξης του αγίου Σεραφείμ. Από τότε διαδόθηκε ευρέως. Είναι το ύστατο φωτοφόρο και ελπιδοφόρο μήνυμα που ο άγιος, όσιος και προφήτης του Σαρώφ άφηνε στη Ρωσία. Στις διδαχές του έλεγε συχνά: «Χαρά μου, απόκτησε πνεύμα ειρήνης και τότε χιλιάδες ψυχές θα σωθούν κοντά σου!». Αυτή την εσωτερική ειρήνη, που είχε αποκτήσει με τίμημα τόσους μόχθους, τη σκόρπιζε ολόγυρά του ως χαρά και φως. Γι’ αυτό ο άγιος Σεραφείμ δεν άφησε πίσω του μια συγκεκριμένη διδασκαλία, αλλά μάλλον ένα ζωντανό και ευεργετικό πρότυπο ζωής.


     Τότε που ήταν ακόμη διάκονος, η κτιτόρισσα της Μονής του Ντιβέγιεβο, λίγα χιλιόμετρα από το Σάρωφ, του είχε εμπιστευθεί την πνευματική καθοδήγηση του νεοσύστατου κοινοβίου. Όλη του τη ζωή, ο όσιος Σεραφείμ επέδειξε πατρική φροντίδα για τις αδελφές. Η αδελφότητα αυξήθηκε γρήγορα, παρά τις οικονομικές δυσκολίες. Ο όσιος Σεραφείμ την οργάνωσε σε αυστηρά κοινοβιακό τύπο, με την προτροπή: «Να έχετε πάντα τα χέρια στο εργόχειρο και τα χείλη στην προσευχή». Κατ’ εντολήν της Παναγίας, ίδρυσε ένα δεύτερο μοναστήρι, που αποκλήθηκε του «Μύλου», με τις πιο αγαπητές του αδελφές, στις οποίες έδωσε κανόνα βίου που ήταν βασισμένος στην άσκηση της νοεράς προσευχής. Δυστυχώς, μετά την κοίμηση του μεγάλου στάρετς, ο σατανάς υποκίνησε έναν φιλόδοξο και δολοπλόκο μοναχό, που προσπάθησε με κάθε μέσο να καταστρέψει τη φήμη και το έργο του αγίου: έκλεισε τον «Μύλο» και υπέβαλε τις μοναχές σε πλήθος ταλαιπωρίες.


     Μια μέρα, λίγο καιρό πριν την εκδημία του, ο Σεραφείμ κάλεσε μια μοναχή του Ντιβέγιεβο και της ανήγγειλε σκεπάζοντάς την με τον μανδύα του: «Σε λίγο θα δεχθούμε την επίσκεψη της Παναγίας!». Την ορισμένη στιγμή, τη σήκωσε και άκουσαν ένα δυνατό θόρυβο που έμοιαζε με δυνατό άνεμο στο δάσος και ύστερα εκκλησιαστικούς ύμνους. Η πόρτα άνοιξε από μόνη της και αίφνης το κελί κατακλύσθηκε από θείο φως και ευωδία. Ο όσιος έπεσε στα γόνατα και εμφανίσθηκε η Παναγία, συνοδευόμενη από δύο αγγέλους, τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, ακολουθούμενη από μια δωδεκάδα αγίων παρθενομαρτύρων. Η μοναχή έπεσε καταγής, νομίζοντας πως ήρθε το τέλος της, ενώ ο πατήρ Σεραφείμ στεκόταν όρθιος και συνομιλούσε τρυφερά με τη Βασίλισσα των Ουρανών σαν οικείος και φίλος. Η Θεοτόκος τού υποσχέθηκε να προστατεύει πάντα τις αδελφές του Ντιβέγιεβο και, στο τέλος, καθώς χανόταν η Παναγία, του είπε: «Πολυαγαπημένε μου, σύντομα θα είσαι κοντά μας!». Όταν απόμειναν μόνοι, ο στάρετς εκμυστηρεύθηκε στη μοναχή ότι ήταν η δωδέκατη θεία εμφάνιση που τον αξίωνε να ζήσει ο Κύριος.


     Φθάνοντας σε ηλικία εβδομήντα ετών, ο όσιος Σεραφείμ υπέφερε φρικτά από τις παλαιές πληγές του, χωρίς όμως επ’ ουδενί να μειώσει την άσκησή του. Μιλούσε όλο και συχνότερα για τον επικείμενο θάνατό του, γεμάτος χαρά και με το πρόσωπό του να λάμπει. Την 1η Ιανουαρίου του 1833, αφού μετέλαβε, προσκύνησε όλες τις εικόνες της εκκλησίας, ανάβοντας μπροστά σε κάθε μια από αυτές ένα κερί και ευλόγησε όλους τους αδελφούς λέγοντας: «Φροντίστε για τη σωτηρία σας! Αγρυπνείτε! Σας ετοιμάζονται στεφάνια!». Ύστερα, αφού επισκέφθηκε τον τάφο του, κλείσθηκε στο κελί του και την ίδια νύχτα παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο, γονατιστός, ψάλλοντας πασχαλινούς ύμνους. Όλος ο λαός της περιοχής συγκεντρώθηκε για την κηδεία του.


     Έκτοτε ο άνθρωπος του Θεού εξακολούθησε να επισκέπτεται και να συνδράμει τα πνευματικά του τέκνα με συνεχείς εμφανίσεις και ιάσεις, και η αφοσίωση του λαού σ’ αυτόν αυξανόταν, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων. Τελικά, η ανακήρυξη του οσίου Σεραφείμ σε άγιο, στις 19 Ιουλίου του 1903, παρουσία της τσαρικής οικογένειας, πολλών επισκόπων και εκατοντάδων χιλιάδων κόσμου που ήλθαν από όλα τα μέρη της Ρωσίας, ήταν η ένδειξη του ανεκδιήγητου θριάμβου του. Αυτή η τελετή υπήρξε και η τελευταία εκδήλωση της ενότητας του ρωσικού λαού και της δόξας της Εκκλησίας πριν τη μεγάλη δοκιμασία των διωγμών που ολοένα πλησίαζε. Τα σεπτά λείψανά του, που περιέφεραν εν πομπή πάνω από το πλήθος, επιτέλεσαν τότε πολλά θαύματα. Το 1926 οι μπολσεβίκοι τα δήμευσαν και τα ίχνη τους χάθηκαν. Από θεία Πρόνοια ξαναβρέθηκαν το 1991, στις αποθήκες του «Μουσείου Αθεΐας», στην Αγία Πετρούπολη. Τα πολύτιμα αυτά λείψανα, αφού εξακριβώθηκε δεόντως η ταυτότητά τους, μεταφέρθηκαν πανηγυρικά στη Μονή του Ντιβέγιεβο, ύστερα από θριαμβευτική και συγκινητική λιτάνευση μέσα από τις μεγάλες πόλεις της Ρωσίας. Το γεγονός αυτό εγκαινίασε κατά κάποιο τρόπο τη σύγχρονη θρησκευτική αναγέννηση στη Ρωσία. Ο εορτασμός της Εκατονταετηρίδας της αγιοκατάταξης του οσίου Σεραφείμ, τον Ιούλιο του 2003, έφερε στο Σάρωφ δεκάδες χιλιάδων πιστών. Στα εγκαίνια του ναού, που είχε κτισθεί στον τόπο του κελιού του οσίου, αλλά που είχε εν τω μεταξύ μετατραπεί σε αίθουσα διασκεδάσεων, ο πατριάρχης Αλέξιος χαιρέτησε το γεγονός αυτό ως εκπλήρωση της προφητείας του οσίου Σεραφείμ, που είχε πει ότι «θα εορτάσουν Πάσχα μες στο κατακαλόκαιρο».



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ ἐν νεότητος, ἀκολουθήσας θερμῶς, εὐχαῖς καὶ δεήσεσιν, ἐν τῇ ἐρήμῳ Σαρώφ, ὡς ἄσαρκος ἤσκησας· ὅθεν τοῦ Παρακλήτου, δεδεγμένος τὴν χάριν, ὤφθης τῆς Θεοτόκου, θεοφόρος θεράπων· διὸ σὲ μακαρίζομεν, Σεραφεὶμ Πάτερ Ὅσιε.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
ν Σαρὼφ ὡς ἄγγελος βεβιωμένος, Σεραφεὶμ μακάριε, ὤφθης δοχεῖον ἐκλεκτόν, τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος, λόγῳ πλουσίῳ, ἐκφαίνων τὰ κρείττονα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
λως ἀνακείμενος τῷ Χριστῷ, χαρίτων τῶν θείων, ἀναδέδειξαι θησαυρός, θαύμασι καὶ λόγοις, καὶ θείαις ὑποθήκαις, ὦ Σεραφεὶμ παμμάκαρ, φωτίζων ἅπαντας.




[ Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
σελ. 29–36.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.