Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εορτοδρόμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εορτοδρόμιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2020

Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ


     Όταν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός θέλησε να παραλάβει προς Αυτόν τη Μητέρα Του, απέστειλε έναν άγγελο [1], τρεις ημέρες πριν, για να της αναγγείλει την είδηση. Πλησιάζοντας ο Άγγελος είπε στην Κεχαριτωμένη: «Τάδε λέγει ο Υιός σου: “Καιρός είναι να παραλάβω τη Μητέρα Μου κοντά Μου”. Μην ταραχθείς λοιπόν, αλλά να δεχθείς το μήνυμα με χαρά, επειδή μεταβαίνεις στην αθάνατη ζωή». Ακούγοντας με μεγάλη χαρά την είδηση, η Θεοτόκος, γεμάτη φλογερή επιθυμία να υψωθεί προς τον Υιό της, μετέβη στο Όρος των Ελαιών για να προσευχηθεί στην ησυχία, όπως το συνήθιζε. Έγινε τότε θαύμα παράδοξο: τη στιγμή που η Παναγία έφθανε στην κορυφή του λόφου, τα δένδρα που φύτρωναν εκεί έκλιναν τα κλαδιά τους προσκυνώντας και αποδίδοντας σέβας και τιμή στην Κυρία του κόσμου, σαν δούλοι που διέθεταν λογικό.

     Αφού προσευχήθηκε, η Παναγία επέστρεψε στο σπίτι της, στο όρος Σιών [2], που σείσθηκε ολόκληρο καθώς έμπαινε. Ευχαριστώντας τον Θεό, άναψε φώτα και κάλεσε τις συγγενείς και τις γειτόνισσες. Συγύρισε μόνη της την οικία, ευτρέπισε το νεκρικό κρεβάτι της και έδωσε εντολή να ετοιμαστούν όλα τα αναγκαία για τον ενταφιασμό της. Στις γυναίκες που ήλθαν μετά το κάλεσμά της αποκάλυψε την είδηση της εκδημίας της στον Ουρανό και για του λόγου το ασφαλές έδωσε σ’ αυτές ένα κλαδί φοινικιάς, σύμβολο νίκης και αφθαρσίας, που της είχε παραδώσει ο Άγγελος. Δέσμιες ακόμη στους δεσμούς του κόσμου τούτου, οι οικείες της δέχθηκαν το νέο με κλάματα και θρήνους, ικετεύοντας την Θεοτόκο να μην τις αφήσει ορφανές. Εκείνη τις καθησύχασε λέγοντας πως θα απερχόταν βέβαια στον Ουρανό, αλλά θα συνέχιζε ωστόσο να τις προστατεύει, όχι μόνον αυτές, αλλά και όλο τον κόσμο με την προσευχή της. Ακούγοντας τα λόγια αυτά οι γυναίκες σταμάτησαν να κλαίνε και έσπευσαν να προχωρήσουν στις προετοιμασίες. Η Παναγία άφησε επίσης παραγγελία να δώσουν τα δύο φορέματα που είχε σε δύο φτωχές χήρες, που ήσαν οι συνηθισμένες συντρόφισσες και φίλες της [3].

     Την ώρα που έλεγε αυτά, μία βοή σαν βροντή έπεσε πάλι στο σπίτι, που γέμισε με σύννεφα τα οποία έφεραν τους Αποστόλους από τα πέρατα του κόσμου. Έτσι στα πρόσωπά τους συνάχθηκε μυστικά όλη η Εκκλησία για να κηδεύσει την Κυρία της. Στον χορό των Αποστόλων προστέθηκε επίσης εκείνος των αγίων Ιεραρχών, όπως ο άγιος Ιερόθεος [4 Οκτ.], ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης [3 Οκτ.] και ο άγιος Τιμόθεος [22 Ιαν.] [4]. Με μάτια γεμάτα δάκρυα είπαν στην Θεοτόκο: «Αν παρέμενες στον κόσμο και ζούσες ανάμεσά μας, αυτό θα ήταν βέβαια μια μεγάλη παρηγοριά, Δέσποινα. Επειδή δε τώρα, με το θέλημα του Υιού και Θεού σου μεταβαίνεις στα Ουράνια, θρηνούμε όπως βλέπεις και κλαίμε. Ωστόσο, από την άλλη χαιρόμαστε για τα οικονομημένα για σένα πράγματα». Εκείνη τους αποκρίθηκε: «Ω, φίλοι και μαθητές του Υιού μου, μην κάνετε πένθος και λύπη τη δική μου χαρά, αλλά ενταφιάσετε το σώμα μου και διατηρείστε το στη θέση που θα πάρω πάνω στο νεκρικό μου κρεβάτι».


     Με τα λόγια αυτά έφθασε με τη σειρά του και το «Σκεύος της Εκλογής», ο Απόστολος Παύλος. Έπεσε στα πόδια της Παναγίας για να την τιμήσει και της απηύθυνε το εξής εγκώμιο: «Χαίρε, μητέρα της ζωής και αντικείμενο του κηρύγματός μου! Διότι, παρόλο που δεν είδα σωματικά τον Χριστό, βλέποντας εσένα πιστεύω ότι θεωρώ Εκείνον».

     Αφού αποχαιρέτησε για τελευταία φορά όλους τους παρόντες η Πανάμωμος, ξάπλωσε μόνη της στο νεκρικό κρεβάτι, τοποθετώντας το σώμα της όπως εκείνη αγαπούσε και ανέπεμψε φλογερές προσευχές στον Υιό της για τη διατήρηση και ειρήνη όλου του κόσμου. Έπειτα, αφού ευλόγησε τους Αποστόλους και τους Ιεράρχες, με πρόσωπο χαμογελαστό παρέδωσε ειρηνικά την πάναγνη και ολόφωτη ψυχή της στα χέρια του Υιού και Θεού της, που εμφανίσθηκε συνοδευόμενος από τον Αρχάγγελο Μιχαήλ και χορό αγγέλων. Η τελευτή της έγινε δίχως πόνο ή αγωνία, όπως ακριβώς ανώδυνος ήταν και ο τόκος της.

     Ο Πέτρος, ο Κορυφαίος των Αποστόλων, έψαλε τότε τον επιτάφιο ύμνο και οι σύντροφοί του σήκωσαν το φέρετρο, ενώ προπορεύονταν άλλοι παρευρισκόμενοι, φέροντας λαμπάδες, ψάλλοντας και έχοντας επικεφαλής τον Ιωάννη τον Θεολόγο, που κρατούσε στο χέρι ένα κλαδί φοινικιάς, με εκείνες του λαού που ακολουθούσε, έτσι που ουρανός και γη γέμιζαν από τον θρήνο αυτόν προς τιμήν της Δέσποινας του κόσμου. Ο αέρας εξαγνίσθηκε από την ανάληψη της ψυχής της και η γη έμελλε σύντομα να αγιασθεί με την κατάθεση του σώματός της, ενώ πολλοί άρρωστοι θεραπεύθηκαν τότε.

     Μην υποφέροντας το θέαμα τούτο, οι αρχηγοί των Εβραίων παρακίνησαν ανθρώπους του λαού να ανατρέψουν το νεκροκρέβατο πάνω στο οποίο αναπαύονταν το ζωαρχικό σώμα. Η θεία δικαιοσύνη όμως πρόλαβε τα σκοτεινά τους σχέδια και οι δράστες έχασαν όλοι το φως τους. Ένας δε από αυτούς, ιερέας κατά τον μωσαϊκό νόμο, ονόματι Ιεφονίας, θρασύτερος από τους άλλους, κατάφερε να αδράξει την ιερά κλίνη, αλλά αμέσως τα δυο του χέρια αποκόπηκαν από το ξίφος της θείας οργής, και τα κομμένα μέλη του έμειναν γραπωμένα και ακίνητα πάνω στο φέρετρο, θέαμα αξιοδάκρυτο και ελεεινό. Η τιμωρία αυτή στάθηκε αφορμή μετανοίας για τον Ιεφονία, ο οποίος ασπάσθηκε ολόψυχα την Πίστη προς τον Χριστό. Με τον λόγο του Αποστόλου Πέτρου βρέθηκε θεραπευμένος, γινόμενος όργανο σωτηρίας και ιατρείας για τους συντρόφους του. Πράγματι, δίνοντάς του ένα κλαδάκι από τη φοινικιά της Θεοτόκου, εκείνος το απέθεσε πάνω στα μάτια των συντρόφων του, θεραπεύοντάς τους τόσο από τη σωματική όσο και από την πνευματική τύφλωση.

     Φθάνοντας στον Κήπο της Γεσθημανή, οι Απόστολοι ενταφίασαν το πανάγιο σώμα της Θεοτόκου και παρέμειναν επί τόπου για τρεις ημέρες, ενώ τις προσευχές τους συνόδευαν αγγελικοί ύμνοι [5]. Κατ’ οικονομίαν της θείας Πρόνοιας, ένας από τους Αποστόλους (ο Θωμάς, σύμφωνα με ορισμένους) δεν βρισκόταν στην κηδεία. Έφθασε στη Γεσθημανή την τρίτη ημέρα και ήταν απαρηγόρητος που δεν μπόρεσε να δει για τελευταία φορά το θεωμένο σώμα της Παναγίας. Έτσι, συμφώνησαν όλοι οι άλλοι Απόστολοι να ανοίξουν τον τάφο για να μπορέσει να προσκυνήσει και αυτός το σώμα της. Μόλις σήκωσαν τον λίθο που έκλεινε την είσοδο, εξέστησαν όλοι διαπιστώνοντας ότι το σώμα είχε γίνει άφαντο και μόνο το σενδόνι όπου ήταν τυλιγμένο παρέμεινε εκεί, κρατώντας ωστόσο το σχήμα του σκηνώματος. Ήταν μία αδιάψευστη απόδειξη της μεταστάσεως στον Ουρανό της Θεοτόκου, ήτοι της αναστάσεως και αναλήψεως του σώματός της που ενώθηκε ξανά με τη ψυχή της υπεράνω των ουρανών, σε στενή οικειότητα με τον Υιό της, για να εκπροσωπεί το ανθρώπινο γένος και να πρεσβεύει υπέρ ημών κοντά στον Θεό [6].


     Η Μαρία, κόρη του Αδάμ, που έγινε όμως αληθινή Μήτηρ Θεού και Μήτηρ της Ζωής, τίκτοντας Εκείνον που είναι η όντως Ζωή (Ιωάν. 14, 6), πέρασε λοιπόν από τον θάνατο. Αλλά ο θάνατός της δεν είναι επ’ ουδενί εναγώνιος, ταραχώδης και ατιμωτικός, διότι νικημένη από τον Χριστό που υποβλήθηκε οικειοθελώς σε αυτήν για τη Σωτηρία μας, η καταδίκη του Αδάμ έγινε «ζωοποιός θάνατος» και αρχή καινής ύπαρξης. Και ο τάφος της Γεσθημανή, όπως ακριβώς και ο πανάγιος Τάφος, φανερώθηκε ως ένας «νυμφώνας», όπου επιτελέσθηκαν οι γάμοι της αφθαρσίας.

     Έπρεπε πράγματι, σύμμορφη σε όλα με τον Σωτήρα Χριστό, η Παναγία Παρθένος να περάσει από όλους τους δρόμους που ακολούθησε ο Χριστός για να αγιάσει στη φύση μας. Αφού Τον ακολούθησε στο Πάθος Του και «είδε» την Ανάστασή Του, γνώρισε την εμπειρία του θανάτου Του [7]. Μόλις αποχωρίσθηκε από το σώμα της όμως, η πάναγνη ψυχή της βρέθηκε ενωμένη με το θείο Φως και το σώμα της, αφού έμεινε για λίγο στη γη, αναστήθηκε σύντομα από τη χάρη του αναστημένου Χριστού, του Υιού της. Αυτό το θεωμένο σώμα έγινε δεκτό στον Ουρανό ως σκηνή του Θεανθρώπου, ως θρόνος του Θεού. Είναι το πιο εκλεκτό μέρος του Σώματος του Χριστού και συχνά εξομοιώθηκε από τους αγίους Πατέρες με την Εκκλησία την ίδια, το κατοικητήριο του Θεού ανάμεσά μας, απαρχή της μέλλουσας κατάστασής μας και πηγή της θεώσεώς μας. Από τα πάναγνα σπλάχνα της Θεοτόκου, μας ανοίχθηκε η Βασιλεία των Ουρανών, γι’ αυτό και η μετάστασή της στον Ουρανό είναι αιτία υπερκόσμιας χαράς και ευφροσύνης για όλους τους πιστούς, που έλαβαν έτσι την εγγύηση ότι στο σεπτό πρόσωπό της όλη η ανθρώπινη φύση, που έγινε φορέας του Χριστού, κλήθηκε να κατοικήσει εν τω Θεώ.


—Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ—
[1]  Όπως συμβαίνει και με τις άλλες εορτές του θεομητορικού κύκλου, η λειτουργική και εικονογραφική παράδοση έχει ευρέως αντλήσει από τα απόκρυφα (Ψευδο-Ιωάννης ο Θεολόγος και Ψευδο-Μελίτων), διορθώνοντας τα δογματικά σφάλματά τους. Τελούμενη αρχικά τον μήνα Ιανουάριο στην Ιερουσαλήμ, η εορτή αυτή καθιερώθηκε στις 15 Αυγούστου και έγινε υποχρεωτική για όλη την Ανατολή από τον αυτοκράτορα Μαυρίκιο (582-602). Γνώρισε μεγάλη διάδοση χάρις στα εγκώμια των αγίων Πατέρων και των μεγάλων εκκλησιαστικών ρητόρων που εκφωνήθηκαν για την περίσταση αυτή: του αγίου Ανδρέου Κρήτης, του Ιωάννη Δαμασκηνού, του Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, του Θεοδώρου Στουδίτου, Γρηγορίου του Παλαμά, κ.λπ.
[2]  Σύμφωνα με ορισμένους, πρόκειται για τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, όπως και στον Ευαγγελισμό. Κατά την παράδοση, το γεγονός έλαβε χώρα έντεκα χρόνια περίπου μετά την Ανάσταση του Χριστού, όταν δηλαδή η Θεοτόκος είχε ηλικία πενήντα εννέα ετών.
[3]  Σύμφωνα με πολλούς συγγραφείς, διέμενε στο σπίτι του αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σιών.
[4]  Βλ. τη διήγηση της Καταθέσεως της Εσθήτος της Θεοτόκου στις 2 Ιουλ.
[5] Λεπτομέρεια που αναφέρεται στα έργα τα αποδιδόμενα στον άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη («Περὶ θείων ὀνομάτων» 3, 2, PG 3, 681-684).
[6]  Ιστορείται ότι, επιστρέφοντας από την κηδεία, οι Απόστολοι συγκεντρώθηκαν για ένα γεύμα αδελφικό και στη θέση του Χριστού έβαλαν ένα κομμάτι άρτου σε σχήμα τριγώνου. Τη στιγμή όμως που το ύψωναν επικαλούμενοι το Όνομα του Χριστού, όπως συνήθιζαν, άκουσαν εξ ουρανού την Παναγία να λέει: «Να χαίρεστε γιατί θα είμαι μαζί σας μέχρι τη συντέλεια των αιώνων». Μέσα στη χαρά τους οι Απόστολοι αναφώνησαν όλοι με μια φωνή: «Παναγία Θεοτόκε, βοήθει ἡμῖν!». Αυτή είναι η αφετηρία της «Ακολουθίας της Υψώσεως της Παναγίας» που τελείται στα μοναστήρια μετά το γεύμα στις εορτάσιμες ημέρες (βλ. «Μέγα Ὡρολόγιον»).
[7]  Σύμφωνα με το απόκρυφο του Ψευδο-Ιωάννη, το σώμα της αγίας Παρθένου μετέστη στον Παράδεισο κοντά στο Ξύλο της Ζωής, όπου ο Αρχάγγελος Γαβριήλ φέρεται να εισήγαγε εκ νέου σε αυτό τη ψυχή της. Οι άγιοι Πατέρες αρνήθηκαν ωστόσο να αποφανθούν δογματικώς επί του θέματος που παραμένει αντικείμενο ευλαβείας και όχι θεολογικών ορισμών. Προτίμησαν να θεωρούν το μυστήριο αυτό του θανάτου και της μεταστάσεως στους Ουρανούς της Θεοτόκου ως ολοκλήρωση του έργου του Λυτρωτού διά της συνανάστασης και του συνδοξασμού της αγίας Παρθένου, προορίζοντας τον όρο «ανάσταση» για εκείνη του Σωτήρος. Όσον αφορά τον όρο «Assumtio» (άνευ θανάτου), που υιοθετήθηκε πρόσφατα ως δόγμα από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία (1950), ως συνοδό εκείνου της «Ασπόρου Συλλήψεως» («Immaculata Conceptio») (1854), αφήνει να υποθέσει κανείς με αμφίσημο τρόπο ότι η Θεοτόκος, εξαιρουμένη από την κληρονομιά του Αδάμ (το προπατορικό αμάρτημα και τη συνέπειά του, τον θάνατο), δεν πέθανε, αλλά μεταφέρθηκε άμεσα, ψυχή τε και σώματι, στον Ουρανό.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄.
ν τῇ Γεννήσει, τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας· ἐν τῇ Κοιμήσει, τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄. Αὐτόμελον.
Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον, καὶ προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα, τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν· ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Παρέστης Παρθένε ἐκ δεξιῶν, τοῦ Παμβασιλέως, ὡς βασίλισσα τοῦ παντός, περιβεβλημένη, ἀθανασίας αἴγλην, ἀρθεῖσα μετὰ δόξης, πρὸς τὰ οὐράνια.






[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 12ος (Αύγουστος),
σελ. 150–154.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι, Μάρτιος 2009.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ


Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ


     Βάθος και ύψος μυστικής θεολογίας αποκαλύπτει στον ορθόδοξο χριστιανό η γιορτή της Μεταμορφώσεως. Η σχετική ευαγγελική περικοπή και τα εμπνευσμένα τροπάρια της ημέρας πλέουν μέσα στο φως, που σκόρπισε το θαύμα της Μεταμορφώσεως. Ο Χριστός φόρεσε «ὅλον τὸν Ἀδάμ» και την «ἀμαυρωθείσαν φύσιν του» ελάμπρυνε κι εθεούργησε, με την αλλοίωση της μορφής Του (βλ. γ΄ ωδή, α΄ κανών και τροπάριο του Όρθρου της Εορτής). Είδαμε και πάλι να λάμπει το «ἀρχέτυπον κάλλος», το προπτωτικό, που ενώ με την πτώση του Αδάμ αμαυρώθηκε, με τη Μεταμόρφωση του Σωτήρος πήρε πάλι τη δόξα και τη θεία λαμπρότητα, ντυμένο με το άκτιστο κι αστραποβόλο φως της Θεότητος. Στη Μεταμόρφωση βλέπει ο ορθόδοξος τη δόξα της θεώσεώς του, τη σωτηρία της αμαυρωθείσης εικόνας του και τη μεταμόρφωσή του στον πνευματικό κόσμο του θείου φωτός. Αυτή η προσωπική βίωση του πνεύματος της Μεταμορφώσεως, φέρνει στον πιστό, απ’ το δρόμο της μυστικής κατανύξεως, στην έκσταση και στη θεία αλλοίωση. Κι όπως οι Απόστολοι της Μεταμορφώσεως που «μεταρσιώθηκαν και υψώθηκαν πάνω από τη γη πνευματικά, αλλοιούμενοι εσωτερικά με τη θεία έκσταση» [«μετάρσιοι γενόμενοι τῷ πνεύματι, τὴν θείαν ἠλλοιώθησαν ἔκστασιν»], έτσι και οι σημερινοί πιστοί βλέπουν, «όσο είναι μπορετό γι’ αυτούς» [«ὅσον δύνανται»], και τη δική τους μελλοντική μεταμόρφωση μέσα στο αγιασμένο φως του Θεού «με την καλή και θεία αλλοίωση, μέσω της Μεταμόρφωσης του Χριστού, θα φθάσουν στο σημείο να την εξυμνούν έμπρακτα με τα καλά έργα» [«τὴν καλὴν ἀλλοίωσιν ἀλλοιωθέντες τῇ Χριστοῦ Μεταμορφώσει, εὑρεθῶμεν φωτοφανεῖς, ταῖς εὐπραγίαις ἡμῶν, ταύτην μεγαλύνοντες»].


     Δεν υπάρχει κανένα τροπάριο της γιορτής της Μεταμορφώσεως που να μην αντανακλά, κατά κάποιον τρόπο, αυτό το φως που πλημμυρίζει τα πάντα. Ακόμη και στο δογματικό τριαδικό εξαποστειλάριο της ημέρας, όπου, όχι μόνο σε μία, αλλά σε όλες τις λέξεις, υπάρχει ένας πάμφωτος ήλιος, που μας θαμπώνει: «Λόγε, Εσύ που είσαι το αμετάβλητο και αναλλοίωτο φως του φωτός του αγέννητου Πατέρα, μέσα στο δικό Σου φως που φάνηκε σήμερα στο Θαβώρ, είδαμε σαν φως τον Πατέρα και σαν φως το Πνεύμα, που φωτίζει όλη την κτίση» [«Φῶς ἀναλλείωτον Λόγε, φωτὸς Πατρὸς ἀγεννήτου, ἐν τῷ φανέντι φωτί σου, σήμερον ἐν Θαβωρίῳ, φῶς εἴδομεν τὸν Πατέρα, φῶς καὶ τὸ Πνεῦμα, φωταγωγοῦν πᾶσαν κτίσιν»].


       Φυσικά, για να πλησιάσει κανείς αυτό το φως της Μεταμορφώσεως, πρέπει ν’ ανεβεί σε κάποιο Θαβώρ –έστω και στην ίδια κεκαθαρμένη και εξαγνισμένη καρδιά του, κατά τον ιερό υμνογράφο: «Έχοντας την καρδιά μας σαν ένα άλλο ψηλό βουνό, καθαρισμένη από τα πάθη, είθε να αξιωθούμε να δούμε κι εμείς τη Μεταμόρφωση, αυτήν που φωτίζει πραγματικά τον νου μας» [«Ὄρος ὑψηλότατον τὴν καρδίαν, κεκαθαρμένην ἐκ παθῶν, ἔχοντες ὀψόμεθα, Χριστοῦ τὴν Μεταμόρφωσιν, φωτίζουσαν τὸν νοῦν ἡμῶν»].


     Στο συναξαριστικό υπόμνημα της εορτής αναφέρεται και η αιτία, για την οποία ο Χριστός έκαμε το θαύμα της Μεταμορφώσεως: «Πολλές φορές ο Δεσπότης μας Χριστός προέλεγε στους αγίους Του μαθητές για τους κινδύνους, για τα πάθη και για τον θάνατο που έμελλε να πάθει, παρόμοια και για τις σφαγές και τον μαρτυρικό θάνατο των μαθητών Του. Και επειδή οι κίνδυνοι και τα δεινά που τους περίμεναν ήταν μπροστά τους σ’ αυτή την παρούσα ζωή, ενώ τα αγαθά που θα λάμβαναν ήταν γι’ αυτούς μόνο ελπιζόμενα, γι’ αυτό θέλησε ο Κύριος να πληροφορήσει εκ βαθέων τους μαθητές Του και να τους επιτρέψει να δουν με τα δικά τους τα μάτια με ποια και με πόση δόξα πρόκειται να έλθει Αυτός κατά την κοινή ανάσταση όλων, αλλά και ποια δόξα έχουν να απολαύσουν αιώνια. Γι’ αυτό τους παίρνει ιδιαίτερα και τους ανεβάζει πάνω σ’ ένα ψηλό όρος και εκεί μεταμορφώθηκε μπροστά τους και έλαμψε το πρόσωπό Του σαν τον ήλιο και τα ρούχα του έγιναν άσπρα σαν το φως. Φάνηκαν σ’ αυτούς ο Μωυσής και ο Ηλίας να συνομιλούν με τον Χριστό. Και πήρε μαζί Του ο Χριστός μόνο τρεις Αποστόλους, μια και αυτοί ήταν οι πρόκριτοι και οι υπερέχοντες των λοιπών Αποστόλων. Προκρίθηκε ο Πέτρος, γιατί αγαπούσε πολύ τον Χριστό. Προκρίθηκε ο Ιωάννης, γιατί αγαπήθηκε πολύ από τον Χριστό. Και προκρίθηκε και ο Ιάκωβος, γιατί μπόρεσε να πιει μετέπειτα το ποτήριο του θανάτου που ήπιε και ο Κύριος (πρβλ. Μάρκ. 10, 38-39). Έφερε και παρουσίασε ανάμεσά τους τον Μωυσή και τον Ηλία, για να διορθώσει τις σφαλερές ιδέες και αντιλήψεις που είχαν πολλοί μέσα από τον λαό γι’ Αυτόν. Καθότι άλλοι έλεγαν για τον Κύριο πως είναι ο Ηλίας και κάποιοι άλλοι πως είναι ο Ιερεμίας. Για τούτο λοιπόν παρουσίασε εκεί στο Θαβώρ τους πρώτους και κορυφαίους Προφήτες, για να γνωρίσουν οι μαθητές και, μέσω των μαθητών όλοι οι άνθρωποι, το πόση διαφορά υπάρχει μεταξύ του Χριστού και των Προφητών. Ο μεν Χριστός είναι Δεσπότης και Κύριος· οι δε Προφήτες είναι απλώς δούλοι. Και για να μάθουν όλοι ότι ο Κύριος έχει την εξουσία του θανάτου και της ζωής. Γι’ αυτό και από τους πεθαμένους έφερε τον Μωϋσή και από δε τους ζωντανούς έφερε τον Ηλία, ο οποίος, ενώ ζούσε ακόμη, αναλήφθηκε “ως εκ του ουρανού”».


     Δεν είναι ίσως άσκοπο να αναφερθεί κανείς και στον καιρό και το χρόνο, κατά τον οποίον έγινε η Μεταμόρφωση. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης πιστεύει, μαζί με τον Ευσέβιο Καισαρείας και τους περισσότερους Διδασκάλους της Εκκλησίας, πως «η Μεταμόρφωση έγινε σαράντα μέρες πριν από το Πάθος… έγινε δηλαδή κατά τον Φεβρουάριο μήνα, και όχι κατά τον Αύγουστο όπως εορτάζεται τώρα». Και παραθέτει ο άγιος Νικόδημος τους λόγους, οι οποίοι βεβαιώνουν «ότι μια τέτοια θέση και γνώμη, είναι η πιο πιθανή και κοινά αποδεκτή μέσα στην Εκκλησία του Χριστού», ενώ πιο κάτω ελέγχει, μεταξύ άλλων, και τον Αθηνών Μελέτιο –ο οποίος μαζί με άλλα λέγει ότι έγινε στις 6 Αυγούστου η Μεταμόρφωση– πως «έπρεπε να φέρει κάποιο μαρτύριο των λόγων του και όχι να μας λέγει ασυνάρτητα και ατεκμηρίωτα πράγματα» και θαυμάζει «πώς γίνεται να πιστεύει κανείς αυτά τα πράγματα, έτσι αβάσιμα και αβέβαια που είναι»! Ενδιαφέρει, όμως, να δούμε και τον λόγο, γιατί η Ορθοδοξία έβαλε τη γιορτή της Μεταμορφώσεως στις 6 Αυγούστου, αφού αυτή έγινε τον Φεβρουάριο. Πραγματικά, σ’ αυτό το λόγο φαίνεται γι’ άλλη μια φορά η σοφία και η σύνεση των θείων Πατέρων, «οι οποίοι ρύθμισαν άριστα όλα τα θεία πράγματα και γεγονότα» [«τὰ θεία καλῶς διαταξαμένων θείων Πατέρων»]. Πρώτα-πρώτα η γιορτή έπρεπε να μετατεθεί απ’ τον Φεβρουάριο, γιατί, αφού όπως είπαμε έγινε σαράντα μέρες πριν από τη Σταύρωση του Χριστού, έπεφτε μέσα στην περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η γιορτή όμως της Μεταμορφώσεως, έχοντας πανηγυρικό περιεχόμενο, για να δείξει τη χαρά των χριστιανών για τη μέλλουσα δόξα και λαμπρότητα που θα φορέσουν οι πιστοί, έπρεπε να γιορτάζεται οχτώ μέρες στη σειρά. Κι αυτό το πράγμα ήταν, βέβαια, ανάρμοστο να γίνεται μέσα στην πενθική περίοδο της νηστείας και της Μεγάλης Τεσσαρακαστής. Μετατίθεται, λοιπόν –μα όχι τυχαία– στον Αύγουστο, και μάλιστα στις 6 Αυγούστου. Και να γιατί. Επειδή, όπως είπαμε πιο πριν, η Μεταμόρφωση έγινε σαράντα μέρες πριν από το Πάθος και τη Σταύρωση του Χριστού, κι επειδή η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού «επέχει τα δίκαια του Σταυρού και του Πάθους του Κυρίου», μέτρησαν από τη μέρα αυτή οι άγιοι Πατέρες πάλι σαράντα μέρες, και είπαν να γιορτάζεται στις 6 Αυγούστου η θεία Μεταμόρφωση. Κι από τις 6 Αυγούστου ως τις 14 Σεπτεμβρίου είναι ακριβώς σαράντα μέρες· ούτε παρακάτω ούτε παραπάνω.


     Το πόσο μεγάλη σημασία δίνει η αγία Εκκλησία μας στη γιορτή και το πνεύμα της Μεταμορφώσεως, φαίνεται κι απ’ το ότι έβαλε να λέγεται κάθε μέρα στις «Ώρες» –ελάχιστοι πια δυστυχώς απόμειναν που ν’ αναγνώθουν κάθε μέρα τις κατανυκτικές «Ώρες» της Εκκλησίας– το Κοντάκιο της Μεταμορφώσεως. Κατά τον λόγο, μάλιστα, του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, όπως οι Απόστολοι έβλεπαν τη δόξα του Χριστού στη Μεταμόρφωση, έτσι και οι μακάριοι θα βλέπουν στον μέλλοντα αιώνα την ίδια δόξα του Χριστού. «Επειδή θέλησε η Εκκλησία να έχουν πάντα στη μνήμη τους οι χριστιανοί τη δόξα εκείνη που πρόκειται να απολαύσουν, όρισε να λέγεται κάθε μέρα το Κοντάκιο αυτής της εορτής, ώστε με τη συνεχή υπόμνηση να κινήσει μέσα τους τον πόθο και τον έρωτα της μελλοντικής δόξας» (άγιος Νικόδημος). Κι αυτό, βέβαια, όχι με πανηγυρικά και κούφια λόγια, δίχως καμιά σχέση και συνέπεια με την προσωπική μας ζωή, που πρέπει να είναι φωτεινή, όπως τη θέλει το μεγάλο και πλούσιο φως της Μεταμορφώσεως. Είναι χαρακτηριστική η φράση που συχνά επαναλαμβάνει σ’ έναν κανόνα της εορτής ο ιερός υμνογράφος: «φανερώνοντας με το θείο φως της Μεταμορφώσεως ότι αυτοί που έφθασαν το ύψος των αρετών και διέπρεψαν σε αυτές, αξιώνονται μετά και της ένθεης δόξας» [«δηλῶν ὅτι οἱ τῷ ὕψει τῶν ἀρετῶν διαπρέψαντες, καὶ τῆς ἐνθέου δόξης ἀξιωθήσονται»]. Πρέπει αυτό πολύ να το προσέξουμε, γιατί δίχως τον ενάρετο βίο και την προσήλωση στο νόμο και στις εντολές του Θεού, κάθε λόγος μας για τη Μεταμόρφωση είναι μια φτωχή φιλολογία, χωρίς κανένα πνευματικό βάθος. Τότε το φως της Μεταμορφώσεως δεν έρχεται να μας ενδύσει με τη μέλλουσα δόξα, αλλά να μας κάψει για τις αμαρτίες μας, για το θράσος μας και για την υποκρισία μας, πως είμαστε τάχα «φιλόφωτοι» (ενώ στην πραγματικότητα σκοτεινοί και αφώτιστοι).


     Ένα απ’ τα δυσκολώτερα σημεία, στα οποία σκοντάφτει όποιος μελετά το θαύμα της Μεταμορφώσεως, είναι το  Φ ω ς  με το οποίο περιέστραψε τους Αποστόλους ο Χριστός επάνω στο Θαβώρ. Ας το ιδούμε, με κάθε δυνατή συντομία. Ο αγαπητός αναγνώστης ας θυμηθεί εδώ τους φοβερούς αγώνες που έγιναν πάνω σ’ αυτό το θέμα, κατά τον δέκατο τέταρτο αιώνα, μεταξύ της Ανατολής και της Δύσεως, καθώς και τις διαμάχες των εκπροσώπων τους, ήγουν του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του αιρετικού Βαρλαάμ του Καλαβρού. Πρώτα-πρώτα, ας σημειώσουμε πως η Μεταμόρφωση αφορά στην αλλοίωση που είδαν οι Απόστολοι στην ανθρώπινη μορφή του Κυρίου και όχι σαν κάποιαν αλλαγή της Θεότητάς Του: «Και έγινε», λέγει το Ευαγγέλιο, «την ώρα που προσευχόταν, η όψη του προσώπου Του διαφορετική και τα ρούχα Του άσπρα κι αστραφτερά» (Λουκ. 9, 29). Αλλά κι απ’ αυτό το φως της θείας φύσεως του Χριστού, δεν έλαμψε όλο το άκτιστο φως, γιατί οι Απόστολοι, μη μπορώντας να βαστάξουν, στο υπερβολικό φως, θα τυφλώνονταν ή και θα πέθαναν ακόμη. Αλλά «αφού υποχώρησε (ο Σωτήρας Χριστός) προς την αδυναμία της φύσεως του σώματος που προσέλαβε» [«μικρὸν ὑποκύψας τῆς σαρκὸς τὸ πρόσλημμα»], άφησε να φανεί [«παρεγύμνωσεν»] και έδειξε σαν μέσα από κάποιο έσοπτρο (το θεοϋπόστατο σώμα Του), ολίγο φως της αΰλου Θεότητος· αν και μ’ αυτό το λίγο, και με τη φωνή που άκουσαν να κατεβαίνει απ’ τον ουρανό, «οι μαθητές έπεσαν με το πρόσωπο στη γη και φοβήθηκαν πολύ» (Ματθ. 17, 6). Οι Απόστολοι, λοιπόν, είδαν το φως, που είναι άκτιστη ενέργεια του Θεού, και όχι την ουσία του Θεού, η οποία, κατά την ωραία έκφραση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, «είναι ουσιαστικά από μόνη της και από ο,τιδήποτε άλλο πάνω στη γη, αυτή που υπερέχει πάνω από κάθε έννοια κατανόησης και είναι απρόσιτη και απροσπέλαστη από κάθε έρευνα και επινόηση» του ανθρώπου [«αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, ὅ,τί ποτε κατ’ οὐσίαν ἐστί, πάσης ὑπέρκειται καταληπτικῆς ἐπινοίας, ἀπρόσιτος καὶ ἀπροσπέλαστος οὖσα ταῖς σχολαστικαῖς ἐπινοίαις»]· «Η Θεότητα από μόνη της είναι αόρατη» [«Θεότης καθ’ ἑαυτὴν ἀόρατος»]. Κι αυτό ήταν, που ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός δεν μπορούσε ποτέ να ξεχωρίσει, κι έπεφτε συνεχώς έξω στη σχέση μεταξύ της θείας ουσίας, που είναι απρόσιτη και αμέθεκτη, και της θείας ενεργείας –το άκτιστο φως της Μεταμορφώσεως– που είναι προσιτή και μεθεκτή, όπως εδίδασκε και διδάσκει η Ορθόδοξη Εκκλησία, με το αγιασμένο στόμα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Με τα ίδια σχεδόν λόγια και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αρνείται πως οι Απόστολοι είδαν την ουσία της Θεότητος στη Μεταμόρφωση: «το φως του προσώπου του Κυρίου που νίκησε την περιορισμένη ενέργεια της πεπερασμένης ανθρώπινης φύσης, δείχνοντας στους μακάριους Αποστόλους, με την αποφατικότητα της μυστικής Θεολογίας, σύμφωνα με την οποία η μακάρια Θεότητα βρίσκεται πάνω από κάθε έκφραση και γνώση και σε άπειρο βαθμό πέρα από κάθε πείρα και εμπειρία του ανθρώπου, μην επιτρέποντας ούτε το παραμικρό ίχνος κατάληψης ή αντίληψης από αυτούς που κατέλαβε η ίδια» [«τὸ φῶς τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου, τὸ νικῆσαν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως τὴν ἐνέργειαν, τὸν τρόπον διετύπου τοῖς μακαρίοις Ἀποστόλοις τῆς κατὰ ἀπόφασιν μυστικῆς Θεολογίας, καθ’ ἣν ἡ μακαρία θεότης κατ’ οὐσίαν ἐστὶν ὑπεράρρητος καὶ ὑπεράγνωστος, καὶ πάσης ἀπειρίας ἀπειράκις ἐξῃρημένη, οὐδ’ ἴχνος ὅλως καταλήψεως κἂν ψιλὸν τοῖς μετ’ αὐτὴν καταλείψασα»].


     Το θείο και άκτιστο φως της Μεταμορφώσεως του Χριστού, κατά τη γνώμη των αγίων Πατέρων, οι Απόστολοι το είδαν με τον νου, που είναι ο οφθαλμός της ψυχής, αλλά και με τα μάτια του σώματος. Όχι, φυσικά, έχοντας τη συνηθισμένη φυσική δύναμη των ματιών τους, αλλά «έχοντας αλλοιωθεί προς το καλύτερο και προς το θειότερο και έχοντας, επίσης, λάβει τη δύναμη από την εξαίσια δύναμη εκείνου του φωτός, μια και οι κτιστοί, οι ανθρώπινοι οφθαλμοί, δεν μπορούν να δουν και να κατανοήσουν το φως που βρίσκεται πάνω από κάθε αίσθηση, πάνω από κάθε νου και νόηση» [«ἀλλοιωθέντες εἰς τὸ κρεῖττον καὶ θειότερον, καὶ δυναμωθέντες ὑπὸ τῆς δυνάμεως τοῦ φωτὸς ἐκείνου, ἐπειδὴ κτιστοὶ καὶ αἰσθητοὶ ὀφθαλμοὶ τὸ ἄκτιστον καὶ ὑπὲρ αἴσθησιν καὶ νοῦν φῶς, χωρῆσαι οὐ δύνανται»].


     Έτσι, η Μεταμόρφωση του Χριστού φαίνεται πια, όχι ως αλλαγή του Χριστού, αλλά ως ενδυνάμωση των ματιών των Αποστόλων, να ιδούν κάτι παραπάνω απ’ ό,τι μέχρι τώρα –δίχως τη δύναμη του θείου φωτός– έβλεπαν. Μετά από αυτή την παρατήρηση, μεταφέρουμε εδώ την κλασσική έκφραση του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, χωρίς φόβο πως θα παρεξηγηθεί η πρωτοτυπία της: «Μεταμορφώνεται, λοιπόν, ο Χριστός· όχι σε κάτι που να μπορούν να προσλάβουν αυτοί που είδαν τη μεταμόρφωση και δεν μεταβάλλεται σε κάτι που δεν ήταν ο Ίδιος, αλλά όπως ήταν και όπως πάντα εμφανιζόταν στους οικείους σε Αυτόν μαθητές, ανοίγοντας Αυτός ο Ίδιος τα μάτια τους και κάνοντας να δουν τόσοι τυφλοί» [«Μεταμορφοῦται τοίνυν Χριστός, οὐχ ὃ οὐκ ἦν προσλαβόμενος, οὐδὲ εἰς ὅπερ οὐκ ἦν μεταβαλλόμενος, ἀλλ’ ὅπερ ἦν τοῖς οἰκείοις μαθηταῖς ἐμφαινόμενος καὶ διανοίγων τούτων τὰ ὄμματα καὶ ἐκ τυφλῶν ἐργαζόμενος βλέποντας»]. Ανάλογη είναι και η έκφραση του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: «Άρα, λοιπόν, ούτε εκείνο το φως ήταν αισθητό, ούτε και αυτοί που το είδαν μπόρεσαν να το δουν μόνο με τα φυσικά τους μάτια, αλλά αφού πρώτα αλλάχθηκαν και αλλοιώθηκαν οι ίδιοι εσωτερικά με τη δύναμη του θείου Πνεύματος» [«Οὐκοῦν οὐδὲ τὸ φῶς ἐκεῖνο αἰσθητόν, οὐδὲ οἱ ὁρῶντες αἰσθητικοῖς ἁπλῶς ἑώρων ὀφθαλμοῖς, ἀλλὰ μετασκευασθεῖσι τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος»].


     Άμποτε κι εμείς, αγαπητοί μου, από θερμό πόθο και θείο έρωτα, ν’ ανέβουμε στο όρος Θαβώρ –κατά τον τρόπο που όρισε για τον καθένα ο Θεός, όπως λέγει και ο άγιος Μάξιμος– και ν’ απολαύσουμε ύστερ’ από τη δική μας εσωτερική αλλοίωση και μεταμόρφωση, το άκτιστο φως της Μεταμορφώσεως του Χριστού, με τις ζωοπάροχες φρυκτωρίες Του.


[ Παντελή Β. Πάσχου:
«Έρως Ορθοδοξίας»,
Κεφ. Α΄, §1, Σελ. 50–57,
Εκδόσεις
«Αποστολικής Διακονίας»,
Αθήναι, 1987.
Απόδοση στα Ελληνικά
των πατερικών χωρίων:
Νικόλαος Αμανατίδης.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ


Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ


     Την ημέρα αυτή που ακολουθεί λίγο μετά την εαρινή ισημερία, καθώς το σκοτάδι της νύχτας φθάνει στο τέρμα της υπεροχής του έναντι της ημέρας και αρχίζει να υπερτερεί το φως, η Εκκλησία εορτάζει τη σύλληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και την κάθοδο, στο σκότος και τον ζόφο του κόσμου, του Ηλίου της Δικαιοσύνης, η οποία ανέστρεψε τον ρου του χρόνου και της ιστορίας και, από κάθοδο προς τον άδη, τον έκανε ανύψωση προς την οριστική άνοιξη της αιωνιότητας.

     Ρίζα και αρχή όλων των δεσποτικών εορτών, στις οποίες μνημονεύουμε κατ’ έτος τη Σωτηρία μας, η εορτή αυτή του Ευαγγελισμού πρέπει να εορτάζεται πάντα την ίδια ημερομηνία, επειδή σύμφωνα με αρχαία παράδοση ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό κατά τον μήνα Μάρτιο και, στις 25 Μαρτίου ακριβώς, ο Αδάμ, ο οποίος πλανήθηκε από την υπόσχεση του όφεως και θέλοντας ο ίδιος να γίνει θεός, παρέβη τη θεία εντολή και εξορίστηκε από τον Παράδεισο [1]. Άρμοζε λοιπόν η ίαση της φύσεώς μας να επιτελεστεί, ως δεύτερη δημιουργία, διά των ιδίων μέσων και τις ίδιες ακριβώς ημέρες, στις οποίες συνέβη η αρχέγονη πτώση μας. Και καθώς το ανθρώπινο γένος υποδουλώθηκε στον θάνατο διά της παρακοής της Εύας, στην άνοιξη του κόσμου, άρμοζε να λυτρωθεί κατά τον Μάρτιο μήνα διά της υπακοής της Παρθένου. Αναπτύσσοντας με θαυμαστό τρόπο τη θεολογία των αντιστοιχιών στην Οικονομία της Σωτηρίας, ο άγιος Ειρηναίος Λουγδούνου [23 Αυγ.] γράφει σχετικά: «Και όπως η Εύα εξαπατήθηκε και παράκουσε τη φωνή του Θεού, έτσι τώρα η Θεοτόκος πείσθηκε να υπακούσει προς τον Θεό και να γίνει αυτή η παράκλητος της πρώτης και παλαιάς παρθένου, της Εύας. Και όπως συνδέθηκε το γένος των ανθρώπων με τον θάνατο μέσω της παρθενικής ανυπακοής, έτσι τώρα λύθηκε από τα δεσμά του θανάτου με την παρθενική υπακοή της Παναγίας» [2].

     Μετά την πτώση μας ο Θεός, μακροθυμώντας μέσα στην άπειρη ευσπλαχνία Του, προετοίμασε σιγά-σιγά την ανθρωπότητα, από γενεά σε γενεά, με γεγονότα άλλοτε ευμενή και άλλοτε δυσμενή, στην πραγματοποίηση του Μεγάλου Μυστηρίου, το οποίο κρύπτεται προαιωνίως στην Τριαδική Βουλή, το οποίο είναι η Ενανθρώπηση του Λόγου. Ενώ ο Κύριος γνώριζε ήδη εκ των προτέρων ποιο θα ήταν το σφάλμα του ανθρώπου και οι τραγικές του συνέπειες, παρ’ όλα αυτά δημιούργησε την ανθρώπινη φύση έχοντας κατά νουν το πέρας αυτού του Μυστηρίου, «ώστε να βρει και να ετοιμάσει μια μητέρα» [3], η οποία με την ωραιότητα της άσπιλης ψυχής της, περιβεβλημένη με τα στολίδια όλων των αρετών, θα είλκυε πάνω της το βλέμμα του Παντοδύναμου και θα απέβαινε η νυφική παστάδα του Λόγου, το δοχείο Αυτού που περιέχει και συνέχει τα πάντα, το παλάτι του επουρανίου Βασιλέως και το ευλογημένο πέρας του θείου Σχεδίου.


     Έξι μήνες μετά τη θαυματουργική σύλληψη εκείνου που επρόκειτο να είναι σε όλα Πρόδρομος του Σωτήρος (βλ. Λουκ. 1, 17), ο Γαβριήλ, ο Άγγελος της θείας ευσπλαχνίας [8 Νοεμ.], στάλθηκε από τον Κύριο στη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, προς την Παρθένο Μαρία, η οποία μετά την έξοδό της από τον Ναό είχε μνηστευθεί τον δίκαιο και αγνό Ιωσήφ, ώστε να γίνει εκείνος φύλακας και προστάτης της παρθενίας της [4]. Φανερώθηκε αιφνίδια στην ταπεινή κατοικία της Κόρης με ανθρώπινη όψη κρατώντας ράβδο και χαιρέτησε εκείνην που θα γινόταν «η λύτρωση της Εύας από τα δάκρυα» του πόνου, της αμαρτίας και του θανάτου [5], λέγοντας: «Χαίρε, εσύ, που έχεις χαριτωθεί από τον Θεό· είναι μαζί σου ο Κύριος!» (Λουκ. 1, 28). Παραξενεμένη από την εμφάνιση αυτή, η Μαρία άφησε να πέσει το αδράχτι της [6]· και, ταραγμένη από τα παράδοξα λόγια αυτά του ασώματου επισκέπτη, αναρωτιόταν μήπως αυτό το χαρμόσυνο άγγελμα δεν ήταν, όπως και στην Εύα, παρά μια ακόμη πλάνη από εκείνον που μπορεί πολύ εύκολα να μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός (βλ. Α΄ Κορ. 11, 14). Ο άγγελος όμως την καθησύχασε λέγοντας: «Μη φοβάσαι, Μαριάμ! Γιατί βρήκες εξαίρετη χάρη από τον Θεό!». Μην παραξενεύεσαι από την εμφάνισή μου και από αυτά τα χαρμόσυνα λόγια του χαιρετισμού που σου φέρνω –επειδή είχε πλανηθεί άλλοτε από τον όφι η φύση σου και καταδικάσθηκε σε κόπους και ωδίνες–, γιατί ήρθα τώρα να σου αναγγείλω την αληθινή χαρά και την απολύτρωση από την κατάρα της πρώτης μητέρας (πρβλ. Γέν. 3, 16). Να, πρόκειται να συλλάβεις και να γεννήσεις Γιο –εκπληρώνοντας την πρόρρηση του προφήτου Ησαΐα που έλεγε: «Να, η παρθένος, που θα συλλάβει και θα γεννήσει Γιο!» (Ησ. 7, 14)– και θα Τον ονομάσεις “Ιησού” (που σημαίνει “Σωτήρ”). Αυτός θα γίνει μέγας και θα ονομαστεί –γι’ αυτό που ήδη είναι– Υιός του Υψίστου!» (Λουκ. 1, 30).

     Ακούγοντας τα απίστευτα αυτά λόγια η Παρθένος, αναφώνησε: «Πώς θα γίνει αυτό που μου λες, αφού δεν έχω άνδρα;». Δεν έθεσε, η Κυρία Θεοτόκος, σε αμφισβήτηση τα θεία λόγια από έλλειψη πίστεως, όπως ο Ζαχαρίας που τιμωρήθηκε γι’ αυτό με αλαλία (βλ. Λουκ. 1, 20), αλλά αναρωτήθηκε με ποιο τρόπο το Μυστήριο αυτό θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στην περίπτωσή της, χωρίς τη γαμήλια ένωση, που είχε καταστεί ο νόμος αναπαραγωγής του γένους των ανθρώπων, του υποταγμένου στη φθορά. Κατανοώντας τις αμφιβολίες της, ο Άγγελος δεν την έψεξε καθόλου, αλλά, όσο μπορούσε, της εξήγησε τον καινοφανή τρόπο αυτής της υπέρλογης συλλήψεως: «Το Πνεύμα Άγιο θα έρθει επάνω σου και η δύναμη του Υψίστου θα σε σκεπάσει». Κατόπιν, αφού της υπενθύμισε ότι η Ελισάβετ, την οποία αποκαλούσαν «στείρα», συνέλαβε γιό στα γεράματά της, της κατέδειξε ότι μπροστά «στη βουλή του Θεού νικιέται η τάξη, η σειρά και ο τρόπος της φύσεως» [7] και τη διαβεβαίωσε ότι, με την έλευσή Του το Άγιο Πνεύμα, επρόκειτο να επιτελέσει θαύμα εισέτι μεγαλύτερο από τη δημιουργία του κόσμου. Ο Βασιλεύς του σύμπαντος, ο τα πάντα πληρών, κατέβηκε από τους ουρανούς και «ἑαυτὸν ἐκένωσεν» (Φιλ. 2, 7) από άφατη συγκατάβαση, ώστε να κατοικήσει εντός της, να ανακραθεί σε ένωση με την ανθρώπινη φύση ασυγχύτως και να ενδυθεί την ανθρώπινη σάρκα, βαμμένη με το παρθενικό αίμα της, σαν βασιλική πορφύρα.

     Κλίνοντας τότε το βλέμμα της ταπεινά στη γη, αποδεχόμενη το θείο σχέδιο με όλο το θέλημα της υπάρξεώς της, η Παρθένος αποκρίθηκε: «Ιδού, είμαι μια δούλη του Κυρίου, πρόθυμη να υπηρετήσω τη βουλή Του· ας γίνει σ’ εμένα σύμφωνα με τον λόγο σου».


     Με τα λόγια αυτά αποδέχθηκε –και μαζί της όλη η ανθρώπινη φύση– την έλευση σε αυτήν της θείας Δυνάμεως που της μετέδιδε ο λόγος του Αγγέλου [8]. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή συντελέστηκε η σύλληψη του Σωτήρος Χριστού. Ο Υιός του Θεού γίνεται Υιός ανθρώπου: ένα Πρόσωπο σε δύο φύσεις. Ο Θεός ενδύεται την ανθρωπότητα και η Παρθένος γίνεται αληθινά Θεοτόκος, έτσι ώστε χάριν αυτής της ανταλλαγής των φυσικών ιδιοτήτων, οι άνθρωποι, λυτρωμένοι πια από τη φθορά, δύνανται να γίνουν υιοί Θεού κατά χάριν.

     Η εκπλήρωση του Μυστηρίου της Ενανθρωπήσεως, άγνωστου ακόμη και σε αυτούς τους αγγέλους, δεν υπήρξε επομένως μόνον έργο του Πατρός, εν τη συγκαταβάσει Του, του Υιού που κατήλθε εκ των ουρανών, και του Πνεύματος που επισκίασε την Παρθένο, αλλά ο Κύριος προσδοκούσε αυτήν, που την είχε διαλέξει από όλες τις γυναίκες, να πάρει ενεργό μέρος με την ελεύθερη και εκούσια συγκατάθεσή της, ώστε η Σωτηρία του ανθρωπίνου γένους να αποτελέσει έργο από κοινού του θείου θελήματος και της ανθρώπινης πίστεως. Επομένως, διά μέσου μιας ελεύθερης συνέργειας της ανθρωπότητας με τη θεία βουλή εκπληρώθηκε το Μέγα Μυστήριο, που προετοιμαζόταν προ πάντων των αιώνων. «Εκείνος ενανθρώπησε για να θεοποιηθούμε εμείς» [9]· και η Παρθένος, η Νύμφη η ανύμφευτη, αποβαίνει για την ανακαινισμένη φύση μας πηγή και αιτία παντός αγαθού και ευλογίας.

     Αυτή που προαναγγέλθηκε από τις παλαιές προτυπώσεις των προφητών, όπως· η άφλεκτη βάτος (Γέν. 3, 14)· το αλατόμητο όρος, από το οποίο δεν αποκόπηκε κανένας λίθος (Δαν. 2, 34)· η κλεισμένη πύλη από την οποία θα διέλθει μόνον ο Θεός (Εξ. 44, 2)· η Θεοτόκος είναι η ζώσα Κλίμακα (Γέν. 28, 10-17), διά της οποίας κατήλθε ο Θεός και από την οποία η θεία ευδοκία επιτρέπει τους ανθρώπους να ανέλθουν στον ουρανό. Ανοίγεται πλέον στους ανθρώπους ένας νέος τρόπος υπάρξεως: η παρθενία, χάρις στην οποία το σώμα του ανθρώπου κατά το παράδειγμά της καλείται να γίνει ναός Θεού (Α΄ Κορ. 3, 16· 6, 19).

     Η κτίση ολόκληρη, που είχε υποταχθεί άλλοτε στη φθορά από την αμαρτία του ανθρώπου, προσδοκούσε και εκείνη σιωπηλά το «Ναι!» της Παρθένου, που ανήγγελλε την απαρχή της λύτρωσης. Γι’ αυτό σήμερα τα ουράνια και τα επίγεια ενωμένα σχηματίζουν εκ συμφώνου μία εορταστική χορωδία με τους υιούς του Αδάμ, για να δοξάσουν τον Θεό, τιμώντας τη σύλληψή Του διά της ανύμφευτης και αειπάρθενης Μητρός Του, της Κυρίας Θεοτόκου. Τέλος, ας σημειωθεί ότι η πανεύσημος Εορτή του Ευαγγελισμού καθιερώθηκε επί βασιλείας Ιουστινιανού (περί το 542).


—ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ—
[1]  Αναφέρεται επίσης ότι κατά τον μήνα Μάρτιο ο εβραϊκός λαός εξήλθε από την Αίγυπτο και διέσχισε την Ερυθρά Θάλασσα αβρόχοις ποσί, ότι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ανέστη εκ νεκρών στις 25 Μαρτίου και ακόμη ότι η τελική Ανάσταση και η Κρίση θα λάβουν χώρα και αυτές την ίδια ημερομηνία. Αυτός ο μήνας, που ήταν ο πρώτος του έτους στους Εβραίους και που δήλωνε με το όνομά του την τελειότητα, ανακεφαλαιώνει επομένως όλα τα μυστήρια της θείας Οικονομίας, από τη δημιουργία του κόσμου μέχρι την έσχατη ανάσταση. Λόγω ακριβώς του συμβολικού χαρακτήρα της 25ης Μαρτίου, η εορτή του Ευαγγελισμού δεν μπορεί επ’ ουδενί λόγω να μεταφερθεί σε άλλη ημερομηνία, σε περίπτωση που συμπέσει με άλλη εορτή. Γι’ αυτό το Τυπικόν προβλέπει περίπλοκους κανόνες συνδυασμού της εορτής αυτής με τη Μεγάλη Εβδομάδα και ιδιαίτερα τη Μεγάλη Παρασκευή ή το Πάσχα.
[2]   Άγιος Ειρηναίος, Κατὰ αἱρέσεων Ε΄, 19, 1, SC 153, 249-251.
[3]  Είναι η διδασκαλία του αγίου Νικολάου Καβάσιλα στην Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν 8 (Η Θεομήτωρ, «Ἐπὶ τὰς πηγάς», Αθήνα 1968, σελ. 150), εμπνευσμένη πιθανόν από τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή.
[4]  Πρβλ. 21 Νοεμβρίου.
[5]  Πρβλ. τον Ακάθιστο Ύμνο, που υπήρξε αρχικά ύμνος για την εορτή του Ευαγγελισμού και ψάλλεται πανηγυρικά το Σάββατο της πέμπτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ψάλλεται επίσης κατά μέρος στις τέσσερεις πρώτες Παρασκευές της Τεσσαρακοστής. Στα μοναστήρια διαβάζεται καθημερινά στο Απόδειπνο. Πολλοί πιστοί τον ξέρουν από στήθους και τον απαγγέλλουν πολλές φορές την ημέρα, επειδή ο Χαιρετισμός του Αρχαγγέλου κατέστη έκφραση χαράς και ευχαριστίας από μέρους όλων των χριστιανών προς την Κυρία Θεοτόκο.
[6]  Κατά το Πρωτευαγγέλιο του αγίου Ιακώβου, οι ιερείς τής είχαν αναθέσει να υφάνει το πορφυρό ύφασμα για το καταπέτασμα του Ναού. Η λεπτομέρεια αυτή διατηρήθηκε στην ορθόδοξη εικονογραφία.
[7]  Τρίτο Στιχηρό Εσπερινού του Ευαγγελισμού και Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία εἰς τὴν Γέννησιν, PG 56, 385. Για όλα αυτά, βλέπε τη μνήμη της Συνάξεως της Θεοτόκου [26 Δεκ.].
[8]  Σύμφωνα με ορισμένους Πατέρες, η σύλληψη του Κυρίου έγινε με τη μεσολάβηση της φωνής του αρχαγγέλου Γαβριήλ: «τοῦ Γαβριὴλ τὴν φωνήν, ἀντὶ σπορᾶς εἰσεδέξατο» (Ανδρέου Κρήτης, Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, PG 97, 820). Κατ’ άλλους όμως, ο Γαβριήλ εστάλη για να αναγγείλει στην Παρθένο το θαύμα της εισόδου του Λόγου στον χρόνο, που συντελέσθηκε κατά άφατο τρόπο «πριν» την έλευσή Του (άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, Ὁμιλία εἰς τὸν Εὐαγγελισμόν, PG 62, 756).
[9]  Αγίου Αθανασίου, Περὶ ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου 54, PG 25, 192 (Πρὸς Ἀδέλφιον), 4, PG 26, 1077. Διδασκαλία που αναπτύσσεται θαυμάσια στο Δοξαστικό των Αίνων της εορτής: «Τὸ ἀπ’ αἰῶνος μυστήριον, ἀποκαλύπτεται σήμερον, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Υἱὸς ἀνθρώπου γίνεται, ἵνα τοῦ χείρονος μεταλαβών, μεταδῶ μοι τοῦ βελτίονος. Ἐψεύσθη πάλαι Ἀδάμ, καὶ θεὸς ἐπιθυμήσας οὐ γέγονεν, ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα θεὸν τὸν Ἀδὰμ ἀπεργάσηται…».



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄.
Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ κεφάλαιον, καὶ τοῦ ἀπ’ αἰώνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις· ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, υἱὸς τῆς Παρθένου γίνεται, καὶ Γαβριήλ τὴν χάριν εὐαγγελίζεται. Διὸ καὶ ἡμεῖς σὺν αὐτῷ, τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Αὐτόμελον.
Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια
Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια
Ἀναγράφω σοι ἡ πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον
Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Τὸν ὁμοούσιον Πατρὶ καὶ θείῳ Πνεύματι
Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ Ἁγνὴ συνέλαβες
Τῇ τοῦ Πνεύματος ἐλεύσει τοῦ Παναγίου
Εἰς ἀνάπλασιν βροτείου γένους Ἄχραντε,
Ἀρχαγγέλου σοι φωνὴν κοσμοχαρμόσυνον
Ἐκβοήσαντος· Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Νῦν εὐαγγελίζεται Γαβριήλ, τὸ χαῖρε κραυγάζων, μετὰ δέους τῇ Μαριάμ. Ὢ τοῦ ξένου τρόπου, ἐν μήτρᾳ γὰρ ἀχράντῳ, συνείληπται ὁ Πλάστης, σώζων ὃν ἔπλασε.





[ Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
σελ. 232–236·
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Σωτήρης Γουνελάς,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήνα, Φεβρουάριος 20172.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.