Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

ΑΡΓΑ

Α Ρ Γ Α

Ὅταν δὲ νιώθω
στὴ ζωή μου τὴ ζήση τοῦ ἄλλου·
μέσα στὸ φυλλοκάρδι μου
τὸ φυλλοκάρδι τοῦ ἀδελφοῦ μου,
ἴσως τότε νἆναι ἀργὰ
γιὰ νἆμαι «πιστὸς χριστιανός».
Ἀργὰ γιὰ τὴ στιγμή καὶ τὸ πάντα
τοῦ φλύαρου ἀπὸ εὐχὲς κόσμου·
Πολὺ ἀργὰ καὶ γιὰ ἕναν σιωπηλὸ αἰῶνα.
Στὰ ἔγκατά μου βασιλεύει
ὁ ὕπνος τοῦ δικαῖου.
Μά, ὄχι ὁ τῆς Δικαιοσύνης Ἥλιος.
















Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

«ΒΟΗΘΕΙΑ, ΙΕΡΕΙΣ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ! ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, ΒΟΗΘΕΙΑ!»

«ΒΟΗΘΕΙΑ, ΙΕΡΕΙΣ ΤΟΥ ΥΨΙΣΤΟΥ!
ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, ΒΟΗΘΕΙΑ!»
     Μέσα από τις πολλές «προσωπικές σημειώσεις» του πατρός Στέφανου Αναγνωστόπουλου που διανθίζουν την έκδοση του ωραίου βιβλίου του για τις «εμπειρίες κατά την Θεία Λειτουργία», εντοπίζουμε και διαβάζουμε μία φοβερή μαρτυρία ενός συγκληρικού του, η οποία έχει σχέση με το φλέγον θέμα της μετά θάνατον ζωής, ειδικότερα δε, με την ανείπωτη ανάπαυση, άνεση αλλά και σωτηρία που λαμβάνουν οι προσφιλείς μας κεκοιμημένοι, μέσω της μνημόνευσής τους κατά την Θεία Λειτουργία. Η σύντομη πλην όμως σπάνια και φοβερή αυτή μαρτυρία, ξεδιπλώνεται γλαφυρά σε α΄ πρόσωπο αφήγησης και ακολουθεί ως εξής…:  
 
     Πριν από χρόνια, ένας νεαρός τότε ιερέας μού διηγήθηκε τα εξής τρομερά:
     «Η μητέρα μου –που εν τω μεταξύ δεν ήθελε ο γιος της να γίνει παπάς– στον τρίτο χρόνο από την χειροτονία μου, πέθανε. Στον θάνατό της, σαν ιερέας εγώ που ήμουν και γιός της, δεν είχα δώσει μεγάλη σημασία. Έκανα “όσα είναι απαραίτητα” και τίποτα περισσότερο από αυτό.
     Ένα απογευματάκι, προς το σούρουπο, περνούσα έξω από το Κοιμητήριο. Σκέφθηκα λοιπόν: “Δεν πάω να της ανάψω το κανδηλάκι;”. Πράγματι, πήγα, το άναψα και κάθισα παραδίπλα πάνω σε μια πέτρα. Δεν είχα μαζί όμως το πετραχήλι μου κι έτσι δεν της διάβασα Τρισάγιο.
     Σαν να ζαλίστηκα όμως λίγο και, ξαφνικά, νόμισα ότι άρχισαν να ανοίγουν οι τάφοι, να σηκώνονται τα νεκρά σώματα των ανθρώπων και να φωνάζουν:
     –Βοήθεια!... Βοήθεια, ιερείς του Υψίστου, βοήθεια!... Ορθόδοξοι χριστιανοί, βοήθεια!... Λειτουργίες, προσευχές, Μνημόσυνα, Τρισάγια!... Βοήθεια, χριστιανοί!...
     Σε λίγο, ταραγμένος, βλέπω και την μάννα μου που γύρισε και μου είπε:
     –Βοήθεια, γιε μου, βοήθεια!... Βοήθεια, τώρα που είσαι και παπάς!... Βοήθεια, για όλους!... Βοήθεια, βοήθεια!...
     Και λέγοντας αυτά, έπεσε πάνω μου σπαράζοντας με κραυγές απελπισίας, ζητώντας βοήθεια για την ψυχή της.
     Τότε συνήλθα κατατρομαγμένος. Είχε πλέον βραδιάσει. Έφυγα τρέχοντας. Σχίσθηκαν και τα ράσα μου. Και από την τρομάρα μου, όλη την νύχτα δεν κοιμήθηκα!
     Την άλλη μέρα το πρωΐ, είπα στην πρεσβυτέρα μου: “Κοίταξε να δεις· για τρία χρόνια θα λειτουργώ κάθε μέρα για την μάννα μου, για όλους τους πεθαμένους, για όσους είναι γραμμένοι εκεί στο Κοιμητήριο, καθώς και για όσα ονόματα κεκοιμημένων θα μου δίνουν από ’δω και πέρα”. Έκανα χίλιες εκατό Λειτουργίες συνεχώς, χωρίς διακοπή! Χίλια εκατό Μνημόσυνα με κόλλυβα, με Τρισάγια, με ό,τι έπρεπε· κάθε μέρα!
     Πολλές φορές τις νύχτες έβλεπα τις ψυχές να μου λένε “ευχαριστώ!”· άλλες γιατί ξεδίψασαν, άλλες γιατί δροσίστηκαν, άλλες γιατί χόρτασαν, άλλες γιατί ζεστάθηκαν μέσα στις παγωνιές του άλλου κόσμου! “Ευχαριστώ! Ζεστάθηκα, παπά μου!”, μου έλεγαν, “Κρύωνα, ζεστάθηκα· σ’ ευχαριστώ!”. Άλλες, πάλι, με ευχαριστούσαν γιατί είδαν λίγο φως και άλλες κρατούσαν ψωμάκια στα χέρια τους…».

[Πρωτοπρεσβυτέρου
Στεφάνου Κ. Αναγνωστοπούλου:
«Εμπειρίες κατά την Θεία Λειτουργία»,
μέρος 1ο, κεφ. 8ο, σελ. 170–171,
Πειραιάς 20032.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΒΗ ΤΟΥ ΣΑΛΟΥ

ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΒΗ ΤΟΥ ΣΑΛΟΥ
     Ήδη η ώρα περνούσε και έπρεπε να πάμε και στον πατέρα Ηρωδίωνα· έναν Ρουμάνο που, ή ήταν Σαλός δια Χριστόν ή δεν ήταν άνθρωπος. Σε δέκα λεπτά φθάσαμε στον… σκουπιδότοπό του. Ο ήλιος, είχε ήδη δύσει. Σ’ ένα ερείπιο γεμάτο σκουπίδια, συναντούμε έναν νέο ήρωα. Ογδόντα δύο ετών, όρθιος στο κούφωμα μιας πόρτας… χωρίς πόρτα. Τα πόδια του, κρατούσαν κόντρα στο ένα της δοκάρι. Η μέση του, ακουμπούσε στο άλλο. Τα χέρια του, στηρίζονταν στο πρώτο. Ώρες ολόκληρες περνούσε έτσι. Ο ίδιος δίχως ζωστικό. Μια μάλλινη φανέλλα κι ένα κουρελιασμένο παντελόνι κάλυπταν το εξαγιασμένο σώμα του. Η καλύβη του, γεμάτη σκουπίδια. Δεν έβλεπες δάπεδο. Ένα στρώμα από κονσέρβες, κουκούτσια, σακκούλες, τάπες, καπάκια από μπουκάλια, φλούδες, ό,τι μπορούσε κανείς να φαντασθεί, πάχους τριάντα εκατοστών και πάνω, αποτελούσε το πολύτιμο χαλί στο μυστηριώδες… παλατάκι του και ασφαλώς το στρώμα του, αν βέβαια κοιμόταν οριζόντιος. Στους τοίχους του, τα αποτυπώματα χυμένων καφέδων και τα ζουμιά πεταγμένων πορτοκαλάδων και, αντί για κατοικίδια ζώα, όλων των ειδών τα ζωύφια, μυγάκια, κατσαρίδες και ποντίκια.
     –Ευλογείτε, γέροντα! είπε χαρούμενος ο απλοϊκός συνοδοιπόρος μου.
     –Ο Κύριος! απαντά νηφάλιος ο ηρωικός ασκητής, χωρίς να δείχνει καθόλου ενοχλημένος για τον οικολογικό περίγυρό του.
     –Σου φέραμε λίγες ευλογίες, κάτι να φας, συνεχίζει δίχως ενδοιασμό ο μοναχός φίλος μου.
     –Ω, καλοί πατέρες, πολύ «ευκαριστώ». Σας «ευκαριστώ». Καλοί πατέρες. Πολύ «ευκαριστώ», απαντά εκείνος.
     Και παίρνοντας την σακκούλα με τις «ευλογίες» και συνεχίζοντας να επαναλαμβάνει αυτές τις προτάσεις, με ιδιάζουσα δύναμη και εκφραστικότητα, πετούσε τις ντομάτες και τα ροδάκινα πάνω από τα κεφάλια μας στους τοίχους της καλύβης του! Τα χυμένα ζουμιά τους, αποτύπωναν την δική μου απορία που, σκυμμένος μη με πάρουν τα βόλια, προσπαθούσα να καταλάβω την λογική της «ευγνωμοσύνης» του και, εντελώς ξαφνιασμένος, να αποτυπώσω το περιεχόμενο της ιδιότυπης μοναχικής προοπτικής του.
     Αφού έσπασε τα μακαρόνια και τα έχυσε από το περίβλημά τους, αφού σκόρπισε τα μπισκότα όσο πιο μακριά μπορούσε, φωνάζοντας: «Να φάνε τα πουλάκια! Να φάνε τα πουλάκια!», άρχισε να μιλάει για τον Σταυρό του Χριστού, την προδοσία του Ιούδα και, εν μέσω ασυνάρτητων κραυγών, να δοξάζει το όνομα του Θεού.
     Είχε ήδη αρχίσει να νυχτώνει. Λίγο ακόμη και θα χάναμε το «θέαμα». Θα χάναμε αυτό που ο πατήρ Ηρωδίων έδειχνε. Μέσα όμως στην «νύχτα» της δικής μου λογικής είχα αρχίσει να υποψιάζομαι λίγο απ’ αυτό που έκρυβαν τα σκουπίδια, τα ακαταλαβίστικα λόγια και, φυσικά, η εντελώς ακατανόητη λογική ενός Σαλού για την αγάπη του Χριστού. Θυμήθηκα τον αββά Ισαάκ που, αναφερόμενος σ’ αυτούς τους ηρωικούς αγίους που ζουν «ἐν ἀταξίαις, εὔτακτοι ὄντες», κατακλείει· «ταύτην τὴν ἄνοιαν ἀξιώσαι ἡμᾶς ὁ Θεὸς φθάσαι».
     Γύρισα πίσω για μια τελευταία κλεφτή ματιά. Το άσχημο από την φύση του και άγριο από τον τρόπο του πρόσωπό του, έλαμπε υπερβατικά από την Χάρη του Θεού. Ήταν τόση η λάμψη του, που υποχρέωνε τα πήλινα μάτια μου και την «μὴ ὁρῶσα» καρδιά μου σε ασυνήθιστες οράσεις άλλου είδους και άλλου κόσμου. Η μυστηριώδης όψη του, μένει ακόμη βαθειά χαραγμένη στην μνήμη μου.
     Έφυγα και ξαναβυθίστηκα στα σκουπίδια του εαυτού μου. Εκείνος έμεινε πατώντας πάνω στα σκουπίδια της λογικής αυτού του κόσμου. Τον σκεπτόμουν και θαύμαζα την αντοχή και τον ηρωισμό του. Μέχρι σήμερα, ενώ αντιλαμβάνομαι την αξία και το μεγαλείο της λογικής του, δεν μπορώ να συλλάβω την δομή της. Σίγουρα η λογική είναι μεγαλύτερη εκτροπή από την διά Χριστόν Σαλότητα. Ίσως όμως και ο σταυρός της να είναι τελικά βαρύτερος από τον σταυρό του πατρός Ηρωδίωνα.
     Πάνω στο «πανεπιστήμιο» των σκουπιδιών και της Σαλότητας, τόλμησα να προβάλω την λογική, την αίγλη και την φινέτσα της νωπής τότε εμπειρίας μου στο Harvard και το MIT. Τότε άρχισαν τα σκουπίδια να ευωδιάζουν σαν λουλούδια, τα ζωύφια να μεταμορφώνονται σε πουλάκια, οι ξεσχισμένες σακκούλες σε πτυχία και δημοσιεύματα· και ο πατήρ Ηρωδίων πολύ πιο «έξυπνος», πολύ πιο «πετυχημένος» από τους Νομπελίστες καθηγητές μου! Η λογική τους, έμοιαζε με αγωνιστικό αυτοκίνητο· η λογική της διά Χριστόν Σαλότητας, με πύραυλο. Το πρώτο, τρέχει μέχρι 320 χλμ. την ώρα. Το δεύτερο, από 29.000 χλμ. την ώρα και πάνω. Το πρώτο, κινείται οριζόντια. Το δεύτερο, κατακόρυφα. Στην μία περίπτωση, αν υπερβείς το όριο, γκρεμοτσακίζεσαι. Στην δεύτερη, αν το ξεπεράσεις, εκτοξεύεσαι· ξεπερνάς την βαρύτητα της γης· διαφεύγεις· ελευθερώνεσαι! Οι πρώτοι, οι λογικοί, όσο κι αν τρέχουν, πατάνε στην γη. Ο πατήρ Ηρωδίων έφυγε από αυτόν τον κόσμο χωρίς να την έχει ακουμπήσει. Χωρίς να τον έχει ακουμπήσει.

[Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής
Νικολάου Χατζηνικολάου:
«Άγιον Όρος – Το υψηλότερο σημείο της γης»,
μέρος β΄, κεφ. 4ο, σελ. 114–117,
εκδόσεις «Καστανιώτης», Μάρτιος 20001.
–Διευκρίνηση
Οι πιο πάνω δύο πρώτες φωτογραφίες 
που επιλέχθηκαν να «ντύσουν»
τον κορμό αυτού του κειμένου,
δεν έχουν καμμία ρεαλιστική σχέση
με το αφηγούμενο πρόσωπο και τόπο.]




















Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ

ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ

Για μία έκτακτη (όσο και αναγκαία) 
ανατροπή της εκκλησιαστικής τάξης 




     Σύμφωνα με τους Κανόνες των Αγίων Αποστόλων, ο ιερέας που χειροδικεί σε άνθρωπο, υπόκειται σε κανονική ποινή και απαγορεύεται να τελέσει τη Θεία Λειτουργία.
     Το συγκεκριμένο συμβάν έλαβε χώρα το 1977. Ο πατήρ Ραφαήλ ήταν τότε νεαρός ιερομόναχος, που πρόσφατα είχε χειροτονηθεί στη Μονή των Σπηλαίων του Πσκωφ. Ένα ηλιόλουστο πρωινό του καλοκαιριού, μπήκε μέσα με πολύ καλή διάθεση στον Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, για να τελέσει τη Λειτουργία. Ωστόσο, το πρώτο πράγμα που αντίκρισε εκεί, ήταν τρεις μεθυσμένοι νταήδες. Ένας από τους συντρόφους αυτούς που χασκογελούσαν, άναψε ένα τσιγάρο από τις λαμπάδες που βρίσκονταν μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου. 



     Τη συνέχεια ο π.Ραφαήλ, κατά τα λεγόμενά του, τη θυμάται αμυδρά. Όπως διηγήθηκαν αργότερα οι ενορίτες που ήταν μάρτυρες της σκηνής, ο νεαρός ιερομόναχος άρπαξε τον θρασύ (βέβηλο και ιερόσυλο) καπνιστή, τον έβγαλε έξω στο προαύλιο του Ναού σηκωτό (ο πατήρ Ραφαήλ φημιζόταν για τη σωματική του ρώμη) και τον πέταξε κάτω, με τέτοιον τρόπο, που τον θυμούνται μέχρι σήμερα οι αυτόπτες μάρτυρες. Και μόλις ο π.Ραφαήλ ήρθε στα συγκαλά του, τότε, σαν σε αργή κίνηση, είδε τον άτυχο νταή να απογειώνεται, να πετά πάνω από το προαύλιο, να χτυπά στο έδαφος με δυνατό γδούπο και να μένει εκεί ακίνητος!
     Οι τρομοκρατημένοι σύντροφοί του έσπευσαν προς αυτόν και, κοιτάζοντας τον π.Ραφαήλ, έπιασαν τον φίλο τους από τα χέρια και τον κουβάλησαν μακριά από τον Ναό, προς την πύλη του Μοναστηριού. 



     Εκείνη τη στιγμή, ο π.Ραφαήλ, συνειδητοποιώντας ότι αυτό που συνέβη ήταν κάτι το εξαιρετικά ανεπανόρθωτο και ότι τώρα δε θα μπορούσε να τελέσει τη Λειτουργία, συνήλθε και έτρεξε βιαστικά προς το κελλί του πατρός Ιωάννη, του Πνευματικού του Πατέρα.
     Ο πατήρ Ιωάννης εκείνη τη στιγμή προσευχόταν. Ο π.Ραφαήλ όρμησε μέσα στο κελλί του Γέροντα χωρίς να χτυπήσει καν την πόρτα και έπεσε στα πόδια του.
     Γεμάτος απόγνωση εξομολογήθηκε το «έγκλημά» του και άρχισε να εκλιπαρεί τον Γέροντα να του συγχωρέσει αυτό του το αμάρτημα και να τον συμβουλεύσει τί έπρεπε τώρα να κάνει.
     Ο Γέροντάς του, ο π.Ιωάννης, άκουσε με προσοχή το πνευματικό του τέκνο και το «επέπληξε» αυστηρά:
     «Γιατί πέφτεις κάτω από το πετραχήλι μου;
     Το χτύπημα αυτό δεν ήταν δικό σου, αλλά του Αγγέλου!».
     Στη συνέχεια, ωστόσο, του διάβασε τη Συγχωρητική Ευχή, του έδωσε την ευλογία του και τον έστειλε να τελέσει, ήσυχος και ειρηνικός, τη Θεία Λειτουργία...


[π.Τύχωνος Σεβκούνωφ: «Σχεδόν Άγιοι»,
κεφ. 47ο, σελ. 387–388,
εκδόσεις «Ἐν Πλῷ», Μάϊος 20121.]





ΕΠΙΜΥΘΙΟ

   Στ’ αλήθεια, πόσο λείπει από τις καρδιές και τη ζωή μας σήμερα το Προδρομικό Ήθος! Η καθάρια δηλαδή και ζωντανή αλήθεια στα πρόσωπα και τα πράγματα. Το μεγαλείο της εντιμότητας στα λόγια και τα έργα μας. Η καρδιοστάλακτη ευθύτητα στους λογισμούς, τις διαθέσεις και τις εκφράσεις μας. Η ανεμπόδιστη δύναμη της φλογερής αγάπης για τον Θεό, η οποία, δεν πειθαρχεί και δεν δελεάζεται στην απειλητική ή την κολακευτική παρουσία των όποιων σύνδουλων ανθρώπων. Πάσχουν και διψούν μέσα μας οι καρδιές για την αλήθεια. Αλλά οι ασύνετες πράξεις μας, πόσο την απομακρύνουν από την εμβέλεια της ζήσης μας! Και πόσο μετά, αυτή η αντίφαση, μετατρέπεται σε εσωτερικό μαρτύριο!
     Κάτι πρέπει να κάνουμε, κάτι πρέπει να γίνει, ώστε το Πνεύμα του Θεού να ελκυσθεί δυναμικά προς εμάς, προκειμένου μ’ εκείνη την ασυμβίβαστη, τη σφοδρή και γλυκιά βία Του να αλλοιώσει το νου μας, να σφυρηλατήσει την καρδιά μας με την αλήθεια και την ελευθερία Του, με την πύρινη φλόγα και την παρρησία Του. 
     Το αληθινό περιστατικό που προηγήθηκε, μας δίνει μια γλαφυρή και άμεση ιδέα γι’ αυτό το πολύτιμο και εξαίσιο Προδρομικό Ήθος. Στην αλλοτριωμένη λογική μας βέβαια, ένα τέτοιο ήθος και ένας τέτοιος τρόπος, φαίνεται να μην είναι ο ενδεδειγμένος κανόνας αντιμετώπισης. Εθιστήκαμε δυστυχώς στην αντίληψη ότι το μυστήριο που λέγεται «άνθρωπος» μπορεί να σφηνωθεί μέσα σε κιούπια υπαγορευμένων συμπεριφορών. Υπάρχουν φορές όμως, που ένα τέτοιο θαυμαστό και ανατρεπτικό ήθος είναι αδήριτη ανάγκη, πρωτίστως για ’μας τους ίδιους· διότι αποτελεί αναπόδραστη πράξη και έκφραση πίστεως. Γιατί με την πίστη ανοίγουν οι πύλες μιας αιωνιότητας· ενώ ο κόσμος φεύγει και χάνεται μέσα στη φθορά, την απάτη και το ψέμμα του.  

     Δυστυχώς, για τους σιωπηλούς ακόλουθους του πνιγηρού σήμερα, ετούτο το ουράνιο Προδρομικό Ήθος, δεν έχει φίλη τη νωθρότητα, τη φαιδρότητα, την παθητικότητα, τη δειλία, την ανανδρία και την πλαδαρότητα των «σαβουάρ βιβρ»· δεν έχει «διαλεκτικές» καλωσύνες που κολάζουν αφού δεν ωφελούν κανέναν και δεν πείθουν καμμιά καρδιά· δεν έχει τεχνάσματα διπολικών συμπεριφορών που αγρεύουν μάταιες εντυπώσεις· δεν έχει μισόλογα, μισοαλήθειες, μισανοίγματα και μισανθρωπίες· δεν έχει ηθικιστικές και κόσμιες προτάσεις για μία αβρή ανοχή προς το άδικο και για μία αδιάφορη σύμπραξη με την αμαρτία· επίσης, δεν έχει κίβδηλα νομικά όρια σιωπής που χαράζει και τρέφει η ευρωπαϊκή υποκρισία της σημερινής νοοτροπίας. Πολυπολιτισμοί και συνασπίσεις κρατών, φτιάξανε ένα τέλειο απόσπασμα για την αλήθεια του Χριστού που διώκουν και μισούν. Είναι όμως ακαθαίρετος νόμος: οι πνευματικά άνευροι άνθρωποι των εξουσιών, των αρχών, των εντυπώσεων, της φιγούρας, της βιτρίνας, της εικόνας και της κρούστας των σχέσεων, σπέρνουν και θερίζουν στο τέλος άφθονη και υπέρμετρη λύπη και αναφαίρετη μοναξιά στην ανεπίβατη αυλή τους. Γιατί δε φρόντισαν ποτέ να ζήσουν αυθεντικά και να πορευθούν με αληθινό πρόσωπο. Να πορευθούν ακέραιοι, μαζί με τη ψυχή τους και με τον μόνο Θεό αυτής της ψυχής.
     Το εκπληκτικό περιστατικό της παρούσας ανάρτησης, ξεχειλίζει από Προδρομικό Ήθος· γι’ αυτό και λάμπει από αλήθεια, από ζήλο και από αγάπη καρδιάς. Από εσωτερική αλώβητη ελευθερία φρονήματος που δε γνωρίζει τί θα πει «προσκύνημα», «υποτέλεια» και «συμβιβασμός», χαμερπή και ειλωτική ευγένεια που χαρίζεται στον πνευματικό θάνατο.  
     Τελικά, κάποια χτυπήματα είναι όντως τόσο, μα τόσο αγγελικά! Και κάποιοι χτύποι είναι τόσο ιδιαίτεροι, ώστε να ανήκουν μονάχα σε Αγγέλους! Όλα τ’ άλλα, μετά απ’ αυτά τα χτυπήματα, στέκονται σαν κούφια «αλλαλάγματα κυμβάλων» στη ζωή μας. Και, μη περιμένετε τον κόσμο να αποδεχθεί ή να κατανοήσει την αλήθεια, την αγάπη, τη χάρη και την ευλογία που προέρχονται σε αφθονία μέσα από αυτά τα θεσπέσια «χτυπήματα των Αγγέλων»· ουρανίων ή επιγείων. 
     Ρωτήστε την καρδιά σας γι’ αυτά…




































Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

«ΟΙ ΦΑΡΟΙ, ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΡΑΧΙΑ;»

«ΟΙ ΦΑΡΟΙ, ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ
ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΡΑΧΙΑ;»
     «Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς δικαιολογούν μερικά πράγματα οι Ρωμαιοκαθολικοί. Μου λύθηκε η απορία πριν από λίγο καιρό, όταν πέρασαν από το Καλύβι δύο Ρωμαιοκαθολικοί αρχιτέκτονες από την Ρώμη. Είχαν άγνοια, αλλά καλή διάθεση. “Τί κάνουν οι μοναχοί”, μου λένε, “και κάθονται εδώ; Γιατί δεν πηγαίνουν έξω στον κόσμο να κάνουν κοινωνικό έργο;”.
     “Οι φάροι”, τους λέω, “δεν πρέπει να είναι πάντοτε πάνω στα βράχια; Τί, πρέπει να πάνε στις πόλεις να προστεθούν στα φανάρια; Άλλη αποστολή έχουν οι φάροι, άλλη τα φανάρια!”. Ο μοναχός, δεν είναι φαναράκι για να τοποθετηθεί στην πόλη, σε μια άκρη του δρόμου, και να φωτίζει τους διαβάτες να μη σκοντάφτουν. Είναι φάρος απομακρυσμένος, στημένος ψηλά στα βράχια, που με τις αναλαμπές του φωτίζει τα πελάγη και τους ωκεανούς, για τα κατευθύνονται τα καράβια και να φθάνουν στον προορισμό τους, στον Θεό.
     Δεν ζητάει ο Θεός από τους μοναχούς να βγουν στον κόσμο για να κρατούν τους ανθρώπους να περπατούν, αλλά ζητάει να τους δώσουν το φως με το βίωμά τους, για να οδηγηθούν στην αιώνια ζωή. Ο μοναχός δηλαδή, δεν έχει ως αποστολή να βοηθήσει τον κόσμο με το να βρίσκεται μέσα στον κόσμο. Φεύγει μακριά από τον κόσμο, όχι γιατί μισεί τον κόσμο, αλλά γιατί αγαπάει τον κόσμο. Και, ζώντας μακριά από τον κόσμο, θα τον βοηθήσει με την προσευχή του σε ό,τι δεν γίνεται ανθρωπίνως παρά μόνο με θεϊκή επέμβαση. Γι’ αυτό ο μοναχός πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή επικοινωνία με τον Θεό, να παίρνει σήματα και να δείχνει στους ανθρώπους τον δρόμο προς τον Θεό.
     Αυτό είναι το αθόρυβο κήρυγμα του μοναχού. Πολλοί κηρύττουν· λίγοι, όμως, εμπνέουν εμπιστοσύνη. Γιατί η ζωή τους δεν ανταποκρίνεται στα λόγια τους. Ο μοναχός, δεν κάνει κηρύγματα δυνατά για να τον ακούσουν οι άλλοι· αλλά κηρύττει σιωπηλά με την ζωή του τον Χριστό και βοηθάει με την προσευχή του. Ζει το Ευαγγέλιο και η Χάρις του Θεού τον προδίδει. Έτσι κηρύττεται το Ευαγγέλιο κατά τον θετικότερο τρόπο, πράγμα που διψάει ο κόσμος, ιδίως ο σημερινός. Και όταν μιλάει ο μοναχός, δεν λέει απλώς μία σκέψη· λέει μία εμπειρία. Αλλά ακόμη και μία σκέψη να πει, και αυτή είναι φωτισμένη».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924–1994)

[Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
«Λόγοι Β΄ – Πνευματική αφύπνιση»,
μέρος 5ο, κεφ. 2ο, σελ. 320–322,
Εκδόσεις Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης, Νοέμβριος 19991.]
















Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

«ΕΙΣΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΥΠΟΚΡΙΤΗΣ!»

«ΕΙΣΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΥΠΟΚΡΙΤΗΣ!»

«Αθήνα, Μάϊος 1985

     »Αγαπητέ μου Σ., αδελφέ εν Χριστώ·

     »Σε αποκαλώ “αδελφέ εν Χριστώ”, ενώ δεν είσαι· ούτε που γνώρισες ποτέ σου τον Χριστό. Πολλές φορές ζήτησες να σου μιλήσω καθαρά και ξάστερα, αλλά από ταπείνωση, επειδή όλοι είμαστε αμαρτωλοί, σου μιλούσα με ήσυχο τρόπο. Τώρα όμως που με παρακάλεσες, αν ενδιαφέρομαι για σένα πραγματικά να σου γράψω, θα σου πω όλα όσα με εμπνέουν για σένα οι Άγγελοι…:  
     »Είσαι ο Μεγαλύτερος Υποκριτής και Φαρισαίος, Σ.! Χωρίς να το ξέρεις. Παρουσιάζεσαι στους φίλους, στον κόσμο, στις ταβέρνες, σαν καλός πολίτης, σαν καλός σύζυγος, σαν καλός πατέρας. Και δεν είσαι τίποτε απ’ αυτά! Είσαι ένας εγωιστής που δέρνεις την γυναίκα σου για το παραμικρό, που δεν την αφήνεις να νηστεύσει, που δεν την αφήνεις να πάει στην Εκκλησία. Βλαστημάς εναντίον του Θεού. Μαθαίνεις και τα παιδιά σου να κάνουν το ίδιο. Τί χρωστούν τα δύο σου αγοράκια και το κοριτσάκι σου, ν’ ακούνε κατηγορίες από το πρωΐ ως το βράδυ για την Εκκλησία, για τους Λειτουργούς του Θεού; Ο Θεός όμως είναι Πολυεύσπλαγχνος και σ’ αφήνει. Να δούμε ως πού θα πας! Αλλά η ίδια η αμαρτία σου θα σε κάνει μια μέρα, με τον τρόπο που ο Θεός θα επιτρέψει, να συνέλθεις πριν πεθάνεις. Ο θάνατος είναι για όλους μας. Αύριο, πεθαίνεις. Και σε παραλαμβάνει αυτός που υπηρέτησες σε όλη σου την ζωή: ο διάβολος! 
     »Κάνεις μια δουλειά· σου αποτυχαίνει. Έχεις καυγάδες. Σε σέρνουν στα δικαστήρια. Όλ’ αυτά, δεν τα βλέπεις; Αν δεν ήταν η αγία ψυχή της γυναίκας σου, της Μ., που με υπομονή ανέχεται τα κακουργήματά σου, κι αν δεν ήταν οι προσευχές της, σήμερα θα ήσουν ένα ερείπιο.
     »Θυμάσαι; Δεν ξέρω αν σου είπα την ιστορία ενός φίλου που ήταν σαν εσένα. Σήμερα, ένα “μήνυμα” από τον Θεό· το αψηφούσε. Αύριο, μια αποτυχία· την αψηφούσε. Και, μια μέρα, ήρθε η ώρα που γλίστρησε και έπεσε από την μοτοσικλέτα του κι έγινε κομμάτια το πρόσωπό του και το σώμα του. Κι όταν μετά από πολλούς μήνες, εγχειρίσεις και πλαστικές, μπόρεσε να περπατήσει, πού είναι; Θα τον δεις τώρα με την πατερίτσα του στην Ομόνοια να πουλά Βίους Αγίων και λέει συνέχεια το: “Κύριε, ἐλέησον!... Κύριε, ἐλέησον!... Κύριε, ἐλέησον!.... Τώρα, όλοι στην οικογένειά του νηστεύουν μαζί, εξομολογούνται και, πρώτα ο Θεός, θα βρουν την σωτηρία των ψυχών.
     »Αυτά, είχα να σου πω. Πρόσεχε! Πάψε να δίνεις δίκιο μόνο στον εαυτό σου. Ταπεινώσου. Ο Θεός, να σε ελεήσει!». 


ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΓΑΒΡΙΗΛΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ (1897–1992)

[Γαβριηλίας μοναχής:
«Γερόντισσα Γαβριηλία – Η Ασκητική της Αγάπης», 
κεφ. 6ο («Αλληλογραφία»), σελ. 422–423,
Σειρά «Τάλαντο», Νοέμβριος 199912.]





















Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

ΔΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΗΘΟΣ

ΔΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ ΗΘΟΣ
     Η στατική αντίληψη της χριστιανικής ηθικής και πνευματικότητας διαπέρασε την ζωή του δυτικού χριστιανού και έγινε τρόπος ζωής που τον ζει ανεπίγνωστα· εφόσον, σύμφωνα με την αντίληψη της χριστιανικής ηθικής, ο χριστιανός είναι εκείνος που τηρεί τις εντολές, δεν μπορεί ένας χριστιανός να έχει αρνητικά συναισθήματα όπως οργή ή μίσος. Η αντίληψη αυτή, ενσωματώθηκε στον δυτικό πολιτισμό και, τελικά, η έκφραση οργής θεωρείται βαρβαρότητα στα πλαίσια του δυτικού πολιτισμού. Ένας «πολιτισμένος άνθρωπος» είναι «απαράδεκτο» να αισθάνεται και να εκφράζει οργή.
     Σαν συνέπεια αυτής της αντίληψης, η οργή απωθείται και μεταμορφώνεται σε παθολογικά συμπτώματα. Απωθημένη οργή, είναι η ρίζα των περισσότερων ψυχικών διαταραχών. Η απωθημένη οργή διαστρέφεται και εκφράζεται τελικά με έμμεσους τρόπους, πολύ καλά μεταμφιεσμένη και ιδιαίτερα καταστρεπτική. Αυτό, ακριβώς, περιγράφει ο Χριστός όταν λέει: «Όταν το ακάθαρτο πνεύμα βγει από τον άνθρωπο περιδιαβαίνει από ξερούς τόπους, ψάχνοντας να βρει κάπου να ξεκουραστεί, μα δε βρίσκει. Τότε λέει: “Θα γυρίσω ξανά πίσω στην κατοικία μου, εκεί απ’ όπου έφυγα”. Έρχεται και την βρίσκει αδειανή, σκουπισμένη και στολισμένη. Τότε πηγαίνει και παίρνει μαζί του άλλα εφτά πνεύματα, ακόμη πιο πονηρά κι απ’ αυτό το ίδιο, και μπαίνουν όλα μαζί και κατοικούν εκεί· και γίνεται η τελευταία κατάσταση του ανθρώπου εκείνου χειρότερη κι από την προηγούμενη» (Ματθ. ιβ΄ 43–45). 
     Το ακάθαρτο πνεύμα της οργής που εξέρχεται από τον «βάρβαρο ανατολίτη» με κραυγές και ξεφωνητά, στον δυτικό άνθρωπο, που το απωθεί και στολίζει το εξωτερικά γαλήνιο πρόσωπό του με ένα χαμόγελο, επιστρέφει φέρνοντας μαζί του επτά πνεύματα χειρότερα απ’ αυτό, όπως νευρώσεις κάθε είδους, ψυχώσεις, κατάθλιψη, κατάχρηση χημικών ουσιών, αλκοολισμό, θρησκευτικό φανατισμό, σωματικές αρρώστιες όπως ο καρκίνος και πολλά άλλα. 
     Αναμφισβήτητα η κατάσταση του «εκλεπτυσμένου» ψυχωτικού δυτικού ανθρώπου, είναι πολύ χειρότερη από εκείνη του «άξεστου ανατολίτη» που ξεφωνίζει. Η απωθημένη οργή ήταν η αιτία πολλών ολέθρων στην ιστορία του κόσμου. Πολλές επαναστάσεις, πόλεμοι και σφαγές ήταν το καταστρεπτικό ξέσπασμα της απωθημένης οργής. Το ίδιο και πολλές καταστροφικές συνέπειες θρησκευτικού φανατισμού, όπως η ιερά εξέταση και οι φρικτοί φόνοι των καλβινικών κοινοτήτων του μεσαίωνα. Επίσης, πολλοί δικτάτορες και πολλοί βλοσυροί και ανελέητοι θρησκευτικοί ηγέτες κινούνται από συσσώρευση απωθημένης οργής, που συνήθως αναφέρεται σε γονικές μορφές και που έχουν απωθηθεί από θρησκευτικές και πολιτιστικές απαγορεύσεις. Έτσι, η θρησκεία γίνεται «ζωή» που οι άνθρωποι την ζουν ανεπίγνωστα. 
     Έτσι ο δυτικός χριστιανισμός έχει επηρεάσει τον δυτικό πολιτισμό και έτσι ένας διεστραμμένος χριστιανισμός έχει προκαλέσει τις αμέτρητες περιπτώσεις ψυχικής διαταραχής, τις οποίες αντιμετωπίζει η σύγχρονη ψυχιατρική. Η ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση ενός ψυχικά διαταραγμένου ατόμου, ουσιαστικά, είναι μία διαδικασία εξανατολισμού του δυτικού ανθρώπου, γιατί η Ορθόδοξη Παράδοση δεν έχει αποδεχθεί την τακτική της «εξωτερικής μάσκας»· και, αν αυτή ενθαρρύνει τον αγώνα για τελειότητα, (είναι γιατί) καταδικάζει την τελειομανία, που είναι άρνηση αποδοχής της ανθρώπινης ατέλειας και που στην γλώσσα των Πατέρων είναι σατανική αλαζονεία.
     Είναι εκπληκτικό, το πώς ο δυτικός χριστιανισμός διέστρεψε την βιβλική εικόνα του Χριστού και Τον παρουσίασε ως ένα μαλθακό και παθητικό άνθρωπο με κόκκινα μάγουλα και ξανθά σγουρά μαλλιά! Είναι θλιβερό, ότι πολλοί ορθόδοξοι ενοχλούνται από τον δυνατό και ορμητικό βιβλικό Χριστό της βυζαντινής τέχνης και λιγώνονται από τον γλυκερό Χριστό της δυτικής τέχνης! Είναι εκπληκτικό, το πώς ο δυτικός χριστιανισμός κατάφερε να φαντασθεί τον Χριστό –που με μάτια που έβγαζαν φωτιές κοίταξε τους Φαρισαίους «μετ’ ὀργῆς» (Μάρκ. γ΄ 5)– ως γλυκερό και ενδοτικό! 
     Πώς έφθασε να παρουσιάζει μαλθακό και παθητικό τον δυναμικό Χριστό που έφτιαξε μαστίγιο και «πάντας ἐξέβαλεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ» με τα πρόβατά τους και τα βόδια τους και «ἐξέχεε τὸ κέρμα καὶ τὰς τραπέζας ἀνέτρεψε» (Ιωάν. β΄ 13–16)! Είναι εκπληκτικό, το πώς ο δυτικός χριστιανισμός κατέληξε να περιγράφει ως σιωπηλό και ήπιο, 
Εκείνον που πρόφερε τα τρομερά «Οὐαὶ» και αποκάλεσε τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους «ὑποκριτές», «τάφους κεκονιαμένους», «ὄφεις», «γεννήματα ἐχιδνῶν» (Ματθ. κγ΄ 13–33)!· Εκείνον, επίσης, που είπε στον μαθητή που Του πρότεινε να αποφύγει το Σταυρικό Πάθος, «ὕπαγε ὀπίσω μου Σατανᾶ» (Ματθ. ιστ΄ 23)! Είναι ακατανόητο, πώς ο Χριστός κατάντησε ένας ευνούχος πρίγκηπας της ειρήνης, αν και δήλωσε με έμφαση: «Μη νομίζετε ότι ήρθα να επιβάλω αναγκαστική ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων. Δεν ήρθα να φέρω μια τέτοια ειρήνη, αλλά διαίρεση και πόλεμο. Ήρθα για να φέρω τον διχασμό του ανθρώπου από τον πατέρα του, της θυγατέρας από την μάννα της, της νύφης από την πεθερά της» (Ματθ. ι΄ 34–36)! Ο Χριστός υποσχέθηκε ειρήνη, αλλά όχι μία υποκριτική, εξωτερική ειρήνη, αλλά την πραγματική, την εσωτερική ειρήνη. «Εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν», είπε· «οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν» (Ιωάν. ιδ΄ 27).
     Τα τελευταία χρόνια, η ψυχολογία μάς έδωσε την δυνατότητα να διαπιστώσουμε πόση παθολογία δημιουργεί το δυτικό χριστιανικό ήθος. Ο δυτικός πολιτισμός με το πουριτανικό υπόβαθρό του, τονίζει την σημασία της επιτυχίας τόσο πολύ, ώστε όσοι ζουν στον χώρο του, πανικοβάλλονται από το ενδεχόμενο της αποτυχίας
     Οι δυτικές κοινωνίες δεν μπορούν να ανεχθούν την αποτυχία και απορρίπτουν βίαια όποιον αποτυγχάνει· επειδή όμως η αποτυχία είναι αναπότρεπτη στην ανθρώπινη εμπειρία, ο δυτικός άνθρωπος συνεχώς προσποιείται. Φοράει μία χονδρή μάσκα για να κρύβει το πραγματικό του πρόσωπο και την πραγματική του ζωή που την ζει κατακομβιακά, και τον άλλον τον βλέπει ως κατάσκοπο, ως ανταγωνιστή και ως απειλή, γι’ αυτό δεν τον εμπιστεύεται και τον αποφεύγει. 
     Σαν συνέπεια αυτού, είναι να βιώνει μία ματαίωση, μία ανυπόφορη μοναξιά και η ζωή του πλέον δεν έχει νόημα. Γιατί η ικανοποίηση της ανάγκης του ανθρώπου να συναντήσει πραγματικά τον άλλον, δεν είναι κρίσιμη μόνο για την πλήρωσή του και την ανάπτυξή του, αλλά και γι’ αυτήν ακόμη την ύπαρξή του. Επειδή ο δυτικός άνθρωπος, εξαιτίας όλων αυτών, βιώνει μία εσωτερική απόγνωση, αναπτύσσει διάφορες νευρωτικές άμυνες και η άρνηση είναι η επικρατέστερη απ’ αυτές. Δοκιμάζει πολλούς τρόπους για να αποδράσει από την απόγνωσή του (όπως τα ναρκωτικά, η ταχύτητα ή η υπεραπασχόληση) και προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι είναι ένας «ευτυχισμένος» άνθρωπος, γιατί έχει ένα ακριβό αυτοκίνητο και ένα πολυτελές σπίτι. 
     Προσπαθεί να ικανοποιήσει τις ανθρώπινες ανάγκες του με την απόκτηση υλικών πραγμάτων μάλλον παρά με την κοινωνία με πρόσωπα, αλλά η ζωή που ζει έτσι, είναι μίζερη και θλιβερή και δεν έχει καμμιά σχέση με την ζωή που έχει την δυνατότητα να ζήσει. Αν και κομπάζει για τα αγαθά του και τις ανέσεις του, μέσα στην ψυχή του αισθάνεται ότι όλα αυτά δεν είναι αυτό που επιθυμεί.
     Όταν επισκέπτεται κανείς χώρες σαν την Ινδία και το Θιβέτ, βλέπει ανθρώπους βρώμικους και πεινασμένους που καλύπτουν τα κοκκαλιάρικα κορμιά τους με ράκη, αλλά που τα μάτια τους έχουν ένα βάθος, μια πνευματικότητα, σε αντίθεση με τα μάτια του δυτικού ανθρώπου που είναι επίπεδα και άδεια· και, αν οι άμυνες που έχει αναπτύξει για να μη δει την φρικτή του κατάσταση δεν είναι ακαταμάχητες, υποπτεύεται ότι αυτοί οι πεινασμένοι ζητιάνοι έχουν βρει αυτό το «ένα» του οποίου «ἐστὶ χρεία», όπως λέει ο Χριστός, σε αντίθεση με τον δυτικό άνθρωπο που «μεριμνᾶ καὶ τυρβάζει περὶ πολλὰ» (Λουκ. ι΄ 42). 
     Αυτό το «ένα» πράγμα που είναι απολύτως απαραίτητο, είναι η ικανοποίηση της ανάγκης του ανθρώπου να συναντήσει πραγματικά τον άλλον (με μικρό και κεφαλαίο άλφα), που είναι μία ανάγκη ζωτική για την ύπαρξή του και την ευημερία του. Ο άνθρωπος υπάρχει πραγματικά στο ποσοστό που συναντά τον άλλον με γυμνή ψυχή και μοιράζεται μαζί του τα πιο βαθειά του αισθήματα, είτε αυτά είναι απόγνωση, αμφιβολία, ανασφάλεια, είτε είναι στοργή και τρυφερότητα. Μόνο όταν μοιράζεται με τον άλλον τα βαθύτερά του βιώματα, αρνητικά ή θετικά, κοινωνεί με τον άλλον· και η ανάγκη της κοινωνίας με τον άλλον, δεν είναι μία ανάγκη, αλλά είναι η ανάγκη.
     Η απουσία αυτής της κοινωνίας είναι η κόλαση. Γιατί στην κόλαση, «οὐκ ἔστι πρόσωπον πρὸς πρόσωπον θεάσασθαί τινα»· ενώ ο Παράδεισος είναι εκεί όπου «τὶς θεωρεῖ τὸ πρόσωπον τοῦ ἑτέρου» (Αποφθέγματα Γερόντων). Και σ’ αυτόν τον Παράδεισο, το δυτικό ήθος δεν μας επιτρέπει να μπούμε· γιατί με την απόλυτη έμφαση στην επιτυχία που αυτό δίνει, αποκλείει την κοινωνία. Για το δυτικό ήθος, ο άνθρωπος θεωρείται «επιτυχημένος» όταν έχει χρήματα, υψηλή θέση, δόξα και δύναμη, έστω και αν δεν υπάρχει ουσιαστική ανθρώπινη παρουσία στην ζωή του. 
     Είναι δε τραγικό, που κι εμείς οι ορθόδοξοι έχουμε υιοθετήσει στην πράξη αυτό το δυτικό ήθος. Και, για να το διαπιστώσει κανείς αυτό, θα έφθανε να ρίξει μια ματιά στα εκκλησιαστικά έντυπα, όπου κυριαρχούν οι θριαμβολογίες για τα «επιτεύγματα» της εκκλησιαστικής διοίκησης και όπου δίνεται η εντύπωση ότι όλα είναι παραδεισένια και ότι δεν υπάρχει πια αμαρτία, αν και στα λειτουργικά μας κείμενα και στα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας τονίζεται η ανθρώπινη αμαρτωλότητα. 
     Η πεποίθησή μας, διατυπωμένη ή υπονοούμενη, ότι είμαστε «εντάξει» είναι μία αναμφισβήτητη απόδειξη της πνευματικής μας καθυστέρησης. Όσο προοδεύουμε πνευματικά, τόσο περισσότερο η πνευματική μας όραση διακρίνει την πιο αδιόρατη και γι’ αυτό πιο σοβαρή πνευματική μας παθολογία. 
     Η επιδίωξη της αυτοδικαίωσης του ανθρώπου, που είναι το πιο βασικό χαρακτηριστικό του δυτικού ήθους, μας στερεί την δυνατότητα, όχι μόνο την δική μας κατάντια να διακρίνουμε, αλλά και την πραγματική κατάσταση της εκκλησιαστικής μας ζωής.


ΠΑΤΗΡ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΦΑΡΟΣ


[πατρός Φιλόθεου Φάρου:
«Η αλλοίωση του Χριστιανικού Ήθους»
κεφ. 4ο, σελ. 113–118, 
εκδ. «Αρμός», Αθήνα Ιούνιος 20001.]