Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

ΣΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΙΒΗΡΩΝ

ΣΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΙΒΗΡΩΝ
Παραμονή της Παναγίας, 
Παρασκευή 14 Αυγούστου 1971, με το παλαιό ημερολόγιο. 
Ετοιμαζόμαστε για το Πανηγύρι της Μονής Ιβήρων. 
Αναχώρηση το πρωί, γύρω στις 11. 
Σε λίγη ώρα, κάνουμε μια στάση. 
Στο βάθος, μπροστά μας, ο Άθωνας. 
Επιβλητικός, σαν καλός πατέρας, 
αγκαλιάζει τα είκοσι Μοναστήρια του, τις δώδεκα Σκήτες, 
τα πάμπολλα Κελλιά, τους χίλιους διακόσιους Μοναχούς του. 
Στον κόλπο του, φωλιάζει μια χιλιόχρονη Παράδοση, 
αναπαύεται μια στρατιά Αγίων, διασώζεται ένα πλήθος ιερών Λειψάνων, 
διαφυλάσσεται μια μοναδική συλλογή σπανίων κειμηλίων 
και βρίσκει ασφαλές καταφύγιο 
ο κάθε αναστεναγμός και πόθος για τον Θεό. 
Εδώ ιδρώνουν, δακρύζουν, ματώνουν οι ασκητές, 
αλλά ξεκουράζεται ο Θεός. 
Κάπου εδώ βρίσκομαι κι εγώ. 
Κάνω την περιήγησή μου. Ικανοποιώ την περιέργειά μου.
Όλα αυτά τα σκέπτομαι τόσο, που πάει να σπάσει το κεφάλι μου. 
Τα αισθάνομαι τόσο, που λυγίζει η καρδιά μου. Βαθειά με συγκινούν. Αλλά –τί, παράδοξο!– δεν αγγίζουν την βούλησή μου, δεν την ακουμπούν. 
Πολύ εύκολα γλιστρώ στην λήθη τους. 
Πώς γίνεται αυτό, δεν καταλαβαίνω. 
Σαν αυτά να με πλησιάζουν κι εγώ να απομακρύνομαι. 
Ανεξήγητο μυστήριο, ο άνθρωπος!
Φτάνουμε στην Μονή Ιβήρων. 
Μας βάζουν σ’ έναν θάλαμο δώδεκα ατόμων. 
Ήρθαμε νωρίς και προλάβαμε· έχουμε την γωνιά μας! 
Ένα πλήθος επισκεπτών άρχισε να καταφθάνει 
με καραβάκια, βάρκες, ζώα, το λεωφορείο των Καρυών και πεζή. 
Από πού βρέθηκε αυτός ο κόσμος ξαφνικά; 
Μπορεί να έφθασαν και τους πεντακόσιους. 
Ανάμεσά τους, πολλοί άρρωστοι. 
Οι εκατό και πλέον, θα ήταν καλόγεροι. 
Όλοι, για να προσκυνήσουν την «Πορταΐτισσα».
Άρχισε η Αγρυπνία στις 9 το βράδυ. 
Προεξάρχων, ο Παροναξίας Επιφάνιος. 
Εντυπωσιακό θέαμα. Παράξενες λειτουργικές συνήθειες. 
Κούνημα πολυελαίων (1), κανονάρχημα (2), κ.τ.λ. 
Το Ευαγγέλιο, ένα τεράστιο σε μέγεθος 
–ζύγιζε, λέει, τριάντα ένα κιλά!– το σήκωναν δύο διάκοι. 
Ψάλτες, οι Δανιηλαίοι και οι Θωμάδες. Πραγματική πανδαισία! 
Κάτι αεικίνητα γεροντάκια διακονούσαν πέρα δώθε 
σαν μικρά παλληκαράκια με σοβαρότητα πηγαία και χαρά ανυπόκριτη. 
Η Θεία Λειτουργία, μεγαλείο. 
Εντύπωση μου έκανε που έντυσαν τον Δεσπότη 
με τα άμφιά του στο κέντρο του Ναού. 
Απαράμιλλη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια!
Τί να πω και για τα κόλλυβα! 
Όλη την νύχτα, καλλιτέχνες αγιογράφοι Μοναχοί, 
ζωγράφιζαν με χρωματισμένη ζάχαρη την παράσταση της Θεοτόκου 
πάνω από τα πιο εύγευστα κόλλυβα που είχα ποτέ φάει. 
Τελικό αποτέλεσμα, αριστουργηματικό! Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο πράγμα! 
Απορώ πώς μπόρεσε ο Δεσπότης, 
με μια κίνηση του κουταλιού, στο τέλος της Τραπέζης (3)
να καταστρέψει το ανεπανάληπτο επίτευγμα τόσου ολονύκτιου κόπου!

Τελειώσαμε γύρω στις 12 και, 
πριν πούμε το «δι’ εὐχῶν», κατευθυνθήκαμε στην Τράπεζα για φαγητό: 
ροφός σούπα, σαλιγκάρια, ντοματοσαλάτα, σταφύλι και γλυκό. 
Εγώ, «καρφωμένος» στους μοναχούς. 
Τα μάτια μου καταβρόχθιζαν πιο λαίμαργα τις παραστάσεις 
απ’ ό,τι το στόμα μου τα φαγητά.
Ένας Ηγούμενος –Προηγούμενος (4) της Λαύρας– 
το τιμώμενο πρόσωπο μετά τον Δεσπότη, 
καθώς εισήρχετο στην Τράπεζα, 
πρόσεξα ότι είχε δύο τεράστιες τρύπες στις φτέρνες των καλτσών του, 
λίγο μικρότερες σε μέγεθος από τους πάμπολλους λεκέδες 
που σαν παράσημα στόλιζαν το ράσο του. 
Σίγουρα, το μόνο που δεν απασχόλησε την σκέψη του!
Ένας άλλος Ηγούμενος, Μικρασιάτης την καταγωγή, 
βούτηξε το πιάτο, τό ’φερε στο στόμα, και ρουφούσε την σούπα 
δίπλα στον Δεσπότη, στον πολιτικό Διοικητή και στους επίσημους, 
με τον ίδιο τρόπο που τα παιδιά των «καθώς πρέπει» οικογενειών 
το κάνουν για να προκαλέσουν τις μανάδες τους. 
Αυτοί όμως κανέναν δεν ενοχλούσαν 
και, πολύ περισσότερο, καθόλου δεν ενοχλούνταν!
Ποτέ, δεν τά ’χα κάνει αυτά! Ποτέ, δεν θα μπορούσα να τα κάνω. 
Ούτε τρύπιες κάλτσες να φορέσω, 
ούτε δημόσια να ρουφώ την σούπα με το πιάτο. 
Ζήλεψα όμως αφάνταστα. 
Απλοί άνθρωποι. Αμέριμνοι. Ανεπιτήδευτοι. 
Δίχως τις ανούσιες τριβές της κοσμικής συμβατικότητας. 
Μακάριοι. Ελεύθεροι. 
Θεός σχωρέσ’ τους! 
Μου έδωσαν να καταλάβω, 
πάνω στην ακμή της νεανικής μου αμφισβήτησης, 
ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να είναι «καθώς πρέπει», 
αλλά να συμπεριφέρεται καθώς είναι

Και όλη αυτή η αναρχικότητα στο Άγιον Όρος! Τί, φοβερός τόπος
Αυτά που, τα περισσότερα παιδιά, 
δεν μπορούν να κάνουν στην εφηβική τους αντίδραση, 
τα κάνουν εδώ οι Ηγούμενοι την ημέρα της Πανήγυρης· 
το Σάββατο 15 Αυγούστου 1971, 
με το παλαιό ημερολόγιο...


[Ιερομονάχου Νικολάου (Χατζηνικολάου, 
τώρα· Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής): 
«Άγιον Όρος – Το υψηλότερο σημείο της γης», 
μέρος α΄, κεφ. 5ο, σελ. 48–52, 
εκδόσεις «Καστανιώτη», Αθήνα, Μάρτιος 2000. 
(1) Κατά τις Πανηγύρεις και τις Αγρυπνίες, 
σε συγκεκριμένα σημεία της Ακολουθίας, 
δύο Μοναχοί με ειδικά κοντάρια 
θέτουν σε περιστροφική κίνηση τους πολυελαίους, 
αφού προηγουμένως έχουν ανάψει όλες τις λαμπάδες τους. 
Το θέαμα και η ατμόσφαιρα που δημιουργείται 
από την αίσθηση του κινούμενου και εναλλασσόμενου φωτισμού, 
είναι πραγματικά υποβλητικό. 
(2) Κανονάρχημα: η κατά μικρές ομάδες λέξεων, δίκην υπαγορεύσεως, 
εμμελής ανάγνωση των ψαλλομένων ύμνων, 
ακριβώς πριν αυτές ψαλλούν από τους Ψάλτες. 
(3) Τραπεζαρία: η τραπεζαρία, 
αλλά με τον ίδιο όρο χαρακτηρίζεται και το γεύμα και το δείπνο. 
(4) Προηγούμενος: πρώην Ηγούμενος, 
ο οποίος είτε έχει παραιτηθεί είτε έχει αντικατασταθεί. 
Στα ιδιόρρυθμα Μοναστήρια είναι ο Προεστώς της Συνάξεως, 
αυτός δηλαδή που επέχει θέσιν Ηγουμένου.]





























     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου