Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

ΕΝΑΣ ΒΟΥΡΔΟΥΝΑΡΗΣ ΑΓΙΟΣ

ΕΝΑΣ ΒΟΥΡΔΟΥΝΑΡΗΣ ΑΓΙΟΣ
«…Αφού πέρασε πρώτα ο Άγιος Πατριάρχης Νήφων από δύσβατους τόπους του Αγίου Όρους, ήρθε άγνωστος κι αγνώριστος στην Ιερά Μονή του Διονυσίου, εκεί όπου έγινε μοναχός κι έδωσε τις υποσχέσεις στον Ιερό Βαπτιστή και Πρόδρομο. Χάρηκε που βρήκε τις παραδόσεις, τους κανόνες και την τάξη του Μοναστηριού σώες και απείραχτες όπως και πρώτα. Κάποιοι αδελφοί και ιδιαίτερα ο Ηγούμενος της δικής του εποχής, τότε που ήταν νεόκουρος, είχαν ήδη προ πολλού απέλθει προς Κύριον.
Από τον Κτίτορα της Μονής, τον Όσιο Διονύσιο, υπήρχε η καθιερωμένη συνήθεια, όποιος ερχόταν στο Μοναστήρι για να μονάσει, εάν δεχόταν να πάρει την διακονία της φύλαξης των μουλαριών, να τα οδηγεί πεζός και να γίνει βουρδουνάρης (=ημιονηγός, μουλαράς) κουβαλώντας ξύλα και κάνοντας κάθε άλλη συναφή υπηρεσία για όσο χρονικό διάστημα έκρινε ο προεστώτας, τότε, τον δέχονταν μέσα στο Μοναστήρι 
και τον έκαναν μοναχό· ή, αν ήταν ήδη Μοναχός, 
τον συγκαταριθμούσαν με τους υπόλοιπους αδελφούς.
Έφτασε λοιπόν και ο άγιος Νήφων εντελώς αγνώριστος στο Μοναστήρι, σαν ένας ευτελής μοναχός. Και αφού τον ρώτησαν σύμφωνα με την επικρατούσα συνήθεια, έβαλε μετάνοια και διακονούσε ταπεινά σαν βουρδουνάρης. Όσο καιρό ήταν ο ίδιος αγνώριστος κατέφθασαν άνθρωποι σταλμένοι από την Μεγάλη Εκκλησία αναζητώντας τον παντού για να τον ανεβάσουν και πάλι στον Οικουμενικό Πατριαρχικό θρόνο έχοντας όλη τη βασιλική εξουσία και, επειδή δεν τον βρήκαν, αναχώρησαν άπρακτοι.
Μια μέρα, εξαιτίας των πειρατών που εκείνη την εποχή έκαμναν ξαφνικές εφόδους και αιχμαλώτιζαν πολλούς και άρπαζαν ό,τι πρόφταιναν, ορίστηκε ο Άγιος να φυλάει σκοπός σ’ ένα τόπο ψηλό, που βρισκόταν απέναντι στο Μοναστήρι. Έτσι, περίπου τα μεσάνυχτα, όταν στάθηκε για προσευχή στον τόπο όπου ξαγρυπνούσε, κάποιοι ενάρετοι μοναχοί που αγρυπνούσαν κι αυτοί τριγύρω, είδαν μια φλόγα πυρός που ανέβαινε από τη γη προς τον ουρανό. Μάλιστα, ένας αδελφός που ξύπνησε εκείνη την ώρα, βλέποντας τον Άγιο να είναι όλος πύρινος, έντρομος άφησε τον τόπο του κι έσπευσε στο Μοναστήρι και διηγήθηκε σ’ όλους τους Πατέρες το φοβερό θέαμα που αντίκρισε. Το ίδιο είπαν και οι άλλοι μοναχοί επιβεβαιώνοντας το γεγονός στους προεστώτες. Για τον λόγο αυτόν, συγκεντρώθηκαν όλοι τους στην Εκκλησία και παρακαλούσαν τον Άγιο Θεό να τους φανερώσει ποιός να είναι αυτός ο άνθρωπος στον οποίο ο Κύριος έδειξε τέτοιο σημείο.
Ο Κύριος άκουσε τη δέησή τους και φανέρωσε τον Άγιο με αυτόν τον τρόπο: Ο Ηγούμενος της Μονής είδε σε όραμα ότι βρέθηκε μέσα στο Ναό και εκεί είδε τον θείο Πρόδρομο ο οποίος του είπε: “Μάζεψε όλη την αδελφότητα και, για να μη πάθετε καμμιά μεγάλη ζημιά, βγείτε όλοι σας έξω για να προϋπαντήσετε τον Πατριάρχη τον Νήφωνα! Φτάνει, πια, η τόση ταπείνωση που έδειξε με το να γίνει βουρδουνάρης!”. Ξύπνησε ο Ηγούμενος κι έμεινε έκπληκτος και, μετά από πολλή ώρα που έκανε για να συνέλθει, χτύπησε το σήμαντρο και μαζεύτηκαν όλοι οι αδελφοί και τους διηγήθηκε το όραμα που είδε. Κι έτσι έμαθαν όλοι ότι αυτός ο ξένος και άγνωστος βουρδουνάρης ήταν ο Πατριάρχης ο Νήφωνας.
Και καθώς ερχόταν ο μακάριος από απέναντι του Μοναστηριού σαν ασήμαντος βουρδουνάρης, βγήκαν όλοι οι Πατέρες με λαμπάδες και με θυμιάματα και τον προϋπάντησαν με μεγάλη τιμή και σεβασμό. Μόλις τους είδε ο θαυμάσιος έρριψε τον εαυτό του κάτω στη γη κι έβρεχε το έδαφος με δάκρυα. Έπεσε και ο Ηγούμενος και τον προσκύνησε και του έβαλε μετάνοια και του ασπάσθηκε τα χέρια λέγοντάς του: “Φτάνει, φτάνει, ω οικουμενικέ μας φωστήρα, η τόση σου υπομονή· φτάνει η μεγάλη σου ταλαιπωρία που υπέμεινες με τη θέλησή σου· φτάνει πια η τόση σου ταπείνωση που έδειξες δίχως να το ξέρουμε, εμείς οι ευτελείς, καθώς και όλη η Σύνοδος που σε κάθε μέρος σε αναζητούσε επίπονα!”. 
Έκλαιγαν κι όλοι οι αδελφοί και, μάλιστα, 
όσοι τον λύπησαν εν αγνοία τους, του ζητούσαν συγνώμη.

Τότε ο Άγιος Νήφων, μέσα απ’ τα πολλά του δάκρυα, τους είπε: 
“Πατέρες κι αδελφοί μου· ο λόγος που με απέκρυψε ο Κύριος σ’ αυτόν τον ψυχοσωτήριο τόπο είναι γιατί εγώ Του ζήτησα να λυτρωθώ από τις φροντίδες του κόσμου για να μπορώ να βρω έλεος σ’ εκείνο το φοβερό Του κριτήριο. Γιατί, όπως Αυτός μας παραγγέλλει, εάν δεν απαρνηθούμε πατέρες και αδελφούς και συγγενείς και κάθε άλλη ανθρώπινη δόξα και προσκόλληση σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν είμαστε άξιοι να Τον ακολουθήσουμε. Ποιό το όφελος αν εμείς κερδίσουμε ολόκληρο τον κόσμο 
και χάσουμε στο τέλος την ψυχή μας;”.
Προς εκείνους που του ζητούσαν συγνώμη, είπε: “Παιδιά και αδελφοί μου! Εκείνοι που αγωνίζονται για την αρετή, πρέπει να έχουν πραότητα και αγάπη για τον πλησίον και να μην οργίζονται, ακόμα κι αν πάθουν μύρια κακά απ’ τους άλλους. Όλοι είμαστε άνθρωποι και κανένας μας δεν είναι καθαρός με τη δική του δύναμη”. Και αφού τους νουθέτησε έτσι ώστε να μη κάνουν παρόμοια σε άλλους αυτά που κάνανε σε αυτόν, αλλά ο καθένας να κάνει τη διακονία του δίχως οργή και γογγυσμό, βοηθώντας όσο γίνεται ο ένας τον άλλον, τους ευλόγησε και τους ασπάσθηκε. Μπήκε μέσα στο Μοναστήρι κι έμεινε εκεί αγωνιζόμενος με κάθε σκληραγωγία και άσκηση.
Έχαιραν όλοι οι αδελφοί μ’ αυτόν τον ζωντανό θησαυρό που απέκτησαν. Έμαθαν και οι ασκητές από τις γύρω Σκήτες για την έλευση και την αναγνώριση του Αγίου, και μαζεύονταν για να τον βλέπουν και ν’ ακούν τη διδασκαλία του. Κι έβλεπε κανείς την Ιερά Μονή του θείου Βαπτιστού και Προδρόμου να μοιάζει σαν μια πολυπληθή πόλη από μοναχούς που ερχόντουσαν κάθε Κυριακή και σε κάθε αγρυπνία σε αγίους που γιόρταζαν.
Φθάνοντας σε γήρας βαθύ ο Άγιος, μέχρι και ενενήντα ετών, και γνωρίζοντας από θεία αποκάλυψη ότι έφθασε ο καιρός για να πάει προς τον Χριστό που τόσο πόθησε, σύναξε όλη την αδελφότητα και τους το φανέρωσε. Τους παράγγειλε να φυλάγουν με ακρίβεια τους κανόνες της μοναχικής πολιτείας και να αγωνίζονται με κάθε τρόπο για να αξιωθούν της Βασιλείας των Ουρανών. Έκλαιγαν όλοι οι αδελφοί και κόπτονταν με μεγάλο οδυρμό την ορφάνια ενός τέτοιου Πατρός. Πιο πολύ δύο αδελφοί, οι οποίοι, από αγνωσία τους τον στεναχωρούσαν αλλά τώρα θρηνούσαν απαρηγόρητα ζητώντας συγνώμη από αυτόν. Ο Άγιος, αφού τους νουθέτησε, τους παρηγόρησε και τους ευλόγησε, είπε προς τους προεστώτες: “Ζητήστε, αδελφοί μου, ό,τι πνευματικό ζήτημα θέλετε από την ταπεινότητά μου, πριν παραδώσω το πνεύμα μου στον Κύριο”. Και αποκρίθηκαν όλοι τους: “Θέλουμε, αγιώτατε Πάτερ, να μας αφήσεις εγγράφως τις θείες σου ευχές για να διαβάζονται στον τάφο του κάθε αδελφού όταν πεθάνει και με αυτές να λαβαίνει 
τη λύση των αμαρτημάτων που σαν άνθρωπος έκανε”.
Ο Άγιος, πάντα υπάκουος, δεν παρείδε το αίτημά τους, αλλά με θερμά δάκρυα έκανε προσευχή στον Θεό για να εκπληρωθεί το αιτούμενο. Κατόπιν, έδωσε εντολή στον μαθητή του τον Ιωάσαφ να γράψει σε χαρτί συγχωρητικές ευχές που αυτός θα παρέδιδε προφορικά. Κατόπιν, ζήτησε συγνώμη από όλη την αδελφότητα, κοινώνησε τα άχραντα Μυστήρια 
και, έτσι, παρέδωσε την μακαρία του ψυχή στα χέρια του Θεού, 
στις έντεκα Αυγούστου.
Έκλαιγαν όλοι οι αδελφοί τη στέρηση του καλού ποιμένα. Κι όσοι Πατέρες από τις γύρω Σκήτες και τα Μοναστήρια το έμαθαν, έτρεξαν να ασπασθούν το ιερό του λείψανο. Κι αφού μαζεύτηκε πλήθος πολύ, έκαναν ολονύκτια αγρυπνία και το πρωί, με παρρησία αναστάσεως, έθαψαν με ευλάβεια τον λαμπρό φωστήρα της Οικουμένης· αυτόν, που σε όλη του τη ζωή ήταν καρτερικότατος στους κινδύνους και τους πειρασμούς· αυτόν, που δοκιμάστηκε σαν το χρυσάφι μέσα στο καμίνι 
και υπόμεινε τα πάντα για την αγάπη του Κυρίου…».


ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.

Ἔργοις ἔλαμψας τῆς εὐσεβίας,
πᾶσαν ηὔγασας τὴν Ἐκκλησίαν,
τῆς ταπεινώσεως τρόποις ὑψούμενος·
ἀσκητικῶς δοξασθεὶς γὰρ ἐν Ἄθωνι,
Πατριαρχῶν καλλονὴ ἐχρημάτισας,
Νήφων ἔνδοξε, θείων χαρίτων ἔμπλησον,
τοὺς πίστει καὶ πόθῳ σὲ μεγαλύνοντας.


ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῆς Ἐκκλησίας λύχνος ὤφθης παμφαέστατος,
τῇ καθαρότητι σοφὲ τῆς πολιτείας σου,
τὰς τοὺς Πνεύματος ἐλλάμψεις καταπλουτήσας.
Ἀλλ’ ὡς σκεῦος ἀρετῶν καὶ ὑποτύπωσις,
καθοδήγησον ἡμᾶς πρὸς βίον κρείττονα,
τοὺς βοῶντας σοι· χαίροις Νήφων πατὴρ ἡμῶν.


ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ

Τῶν Ἀρχιερέων τὴν καλλονήν,
καὶ τῆς Ἐκκλησίας, τὸν φωστῆρα τὸν φεραυγῆ,
τὸν τοῦ Ἄθω κλέος, καὶ ἀρετῶν τὸν πλοῦτον,
τιμῶμέν σε ἐκ πόθου, Νήφων πατὴρ ἡμῶν.


Τοῦ Ἁγίου Πατρὸς ἡμῶν Νήφωνος
Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως·

ΕΥΧΗ ΣΥΓΧΩΡΗΤΙΚΗ

(Ἀναγινωσκομένη ὑπὸ τοῦ Ἡγουμένου, ἀφ’ οὗ
κατατεθῇ τὸ λείψανον ἐν τῷ τάφῳ)

Ὁ πανοικτίρμων Θεός,
ὁ εὔσπλαγχνος καὶ ἐλεήμων
καὶ Σωτὴρ ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός,
ὁ κλίνας οὐρανοὺς τῇ αὐτοῦ ἀγαθότητι,
ἐπὶ σωτηρίᾳ παντὸς ἀνθρώπου, ἀπεφήνατο λέγων·
ὡς, «ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται,
οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι»,
«πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει
καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται».
Κατὰ τοῦτο καὶ ὑμεῖς,
οἱ τῷ ὄντι θεῖοι πατέρες,
οἱ ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς θείᾳ καὶ ἱερᾷ Μονῇ
τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Διονυσίου,
θείῳ πνεύματι εμπνευσθέντες,
ᾐτήσασθε παρ’ ἡμῶν, τῶν ἐσφαλμένων ὑμῖν συγχώρησιν·
ἀναμνησθέντες τῆς θείας φωνῆς ἐκείνης, τῆς λεγούσης·
«ὅσα ἐὰν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς,
ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ,
καὶ ὅσα ἐὰν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς
ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ»
καὶ «ἂν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται».
Ἡ μετριότης ἡμῶν,
ὡς διάδοχος τῆς τοιαύτης χάριτος γεγονυῖα,
λύει καὶ συγχωρεῖ,
διὰ τῆς χάριτος τοῦ Παναγίου Πνεύματος,
τῷ κοιμηθέντι δούλῳ τοῦ Θεοῦ [δεῖνι]
καὶ πᾶσι τοῖς ἐντὸς καὶ ἐκτὸς ἀδελφοῖς
τῆς ἱερᾶς Μονῆς ταύτης,
καὶ ἅπασι τοῖς πνευματικοῖς ἡμῶν τέκνοις,
τοῖς ἁπανταχοῦ τυγχάνουσιν,
ὅσα καὶ οἷα πνευματικοῖς πατράσιν
ἐξωμολογήσαντο ἁμαρτήματα,
ἐν λόγῳ τε καὶ ἔργῳ καὶ διανοίᾳ,
ἐν νυκτὶ καὶ ἡμέρᾳ.
Ὅσα δὲ ἐκ λήθης ἢ ἐξ ἀγνοίας
ἢ ὡς ἁρπαγέντες ὑπὸ τῶν χρειῶν,
οὐκ ἔφθασαν ἐξομολογήσασθαι,
συγκεχωρημένα καὶ ταῦτα ἔστωσαν
τῇ τοῦ εἰρηκότος ἰσχύϊ, φιλανθρωπίᾳ καὶ χάριτι·
ὃς οὐκ ἦλθε καλέσαι δικαίους,
ἀλλ’ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν.
Τηρῆσαι δὲ ἡμᾶς καὶ εἰς τὸ ἑξῆς
ἀσινεῖς ἐκ τῶν τοῦ πονηροῦ βουλευμάτων
καὶ ἀνεπηρεάστους·
πρεσβείαις τῆς Παναχράντου αὐτοῦ Μητρός,
τοῦ Τιμίου ἐνδόξου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου,
τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων
καὶ πάντων τῶν Ἁγίων.
Ἀμήν.



[«Ο Άγιος Νήφων, 
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως 
(Πρότυπον ασκήσεως και ταπεινώσεως)»,
κεφ. κγ΄ και κστ΄,
σελ. 54–57, 60–62, 79, και 116–117,
Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου, Άγιον Όρος 1990.]









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου